Tuesday, April 4, 2017
Ανδρέας Μήτσου: «Ανήκουμε στην Ανατολή. Και καλά κάνουμε…»
Tuesday, September 7, 2010
Κάτοπτρα παθών μονοσήμαντων βίων
- Δεκαπέντε διηγήματα όπου οι χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στο ανθρώπινο δράμα ή το πανηγυρικό θέαμα
- Του Γιωργου Bεη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010
- Ανδρέας Μήτσου, «Η ελεημοσύνη των γυναικών», εκδόσεις Καστανιώτης, σ. 157.
- Οριακές επικοινωνίες
- Ουτοπική γνώση
Saturday, September 26, 2009
Το παρελθόν θυμήθηκα...
Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, Η ΜΕΙΞΗ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟΚΟΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΥΝΘΕΤΟΥΝ ΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΓΝΗΣΙΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ
Γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης
Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009
Αμφιλοχία, αρχές της δεκαετίας του 1960: στη γιορτή του μαραθώνιου, ο ογκώδης και κουτσός Πέτρος Ριβός, ο σαλός της κωμόπολης, κερδίζει εντελώς αναπάντεχα τον αγώνα δρόμου. Αυτός ήταν ο ήρωας των παιδικών χρόνων του αφηγητή, ο οποίος, ενήλικος πλέον, θυμάται και περιγράφει, με έντονα ηθογραφικό χρώμα, τη γιορτή. Είναι ο «Δρομέας πλάι στη θάλασσα», το εκτενέστερο κείμενο του πλέον πρόσφατου βιβλίου το Ανδρέα Μήτσου. Στο τέλος του διηγήματος ο αφηγητής επιστρέφει στη γενέτειρά του σαράντα χρόνια μετά για να συναντήσει τον Ριβό ανέγγιχτο από τον χρόνο. Έτσι η ηθογραφική ιστορία για τη γενέτειρα εκτρέπεται επιδέξια σε ένα πυκνό ιχνογράφημα του τραυματικού ψυχικού δεσμού με τον χωροχρόνο της παιδικής ηλικίας.
Έχοντας ήδη στο ενεργητικό του έξι συλλογές διηγημάτων (η πρώτη εκδόθηκε το 1982), ο γεννημένος το 1950 Ανδρέας Μήτσου με την έβδομη συλλογή του Η ελεημοσύνη των γυναικών συνεχίζει να χαρτογραφεί μια αρκετά οικεία από τα παλαιότερα βι βλία του λογοτεχνική περιοχή. Το βασικό σημείο αναγνώρισης αυτής της περιοχής είναι ότι το ρεαλιστικό στη βάση του πλαίσιο των ιστοριών του Μήτσου διαποτίζεται από το ονειρικό, το αλλόκοτο ή και το παράλογο στοιχείο προκειμένου να υπογραμμιστούν κι εντέλει να φωτιστούν οι απωθημένες πλευρές ή τα τραύματα του ψυχικού βίου των διαφόρων χαρακτήρων.
Στα δεκαπέντε σύντομα ως επί το πλείστον διηγήματα του βιβλίου, αναγνωρίζονται ευδιάκριτα οι συνεκτικοί θεματικοί και αφηγηματικοί άξονές τους. Ο κυριότερος είναι η εμμονή στη μνήμη που ανασύρει από το παρελθόν δραματικά συμβάντα τα οποία σημάδεψαν τις ζωές των προσώπων. Φράσεις όπως «Μνήμες που επιμελώς έχουμε θάψει» (σ. 34) και «Η ζωή δεν είναι παρά μόνο μια ανάμνηση» (σ. 78) συμπυκνώνουν την αντίληψη όχι μόνο των αφηγητών αλλά και του συγγραφέα για τη μνήμη ως κέντρο του ψυχικού βίου και τη λογοτεχνική γραφή ως αναμόχλευση των αναμνήσεων και ως μελέτη των σκοτεινών λειτουργιών τους.
Στα δεκατέσσερα από τα δεκαπέντε διηγήματα ο πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός (αυτός που συμμετέχει στην αφήγηση) και κατά βάση αυτοδιηγητικός αφηγητής (αυτός που αφηγείται μια ιστορία στην οποία και πρωταγωνιστεί) ανακαλεί από το μακρινό παρελθόν του, από απόσταση δύο, τριών ή και τεσσάρων δεκαετιών, ένα γεγονός ή μια κατάσταση που τον σημάδεψε θετικά ή αρνητικά. Σε έξι διηγήματα, ο ενήλικος πλέον αφηγητής επιστρέφει μνημονικά στην παιδική ηλικία του, ο χωροχρόνος της οποίας ορίζεται με ακρίβεια: η Αμφιλοχία, η Αιτωλοακαρνανία ή η Ήπειρος στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Δεδομένου ότι ο Μήτσου γεννήθηκε το 1950 σε ένα χωριό κοντά στην Αμφιλοχία γίνεται φανερό ότι τα διηγήματα αυτά μισοκρύβουν προσωπικά βιώματά του, ακολουθώντας πάντως αρκετά μυθοπλαστικά προσχήματα ώστε να μην μπορούν να θεωρηθούν ευθέως αυτοβιογραφικά.
Ότι η σταθερή χρήση του πρωτοπρόσωπου ήρωα- αφηγητή είναι μια ασφαλής τεχνική επιλογή του Μήτσου φαίνεται και από το γεγονός ότι το μοναδικό διήγημα με τριτοπρόσωπο και ετεροδιηγητικό αφηγητή, «Το ψέμα», είναι και το λιγότερο επιτυχημένο.
Ορθόδοξα στην ανάπτυξη της πλοκής τους τα περισσότερα διηγήματα επιφυλάσσουν συνήθως στο τέλος τους την πλήρη φανέρωση του δραματικού πυρήνα τους και την κορύφωση της συναισθηματικής έντασης. Η επικέντρωση στον δραματικό πυρήνα των διηγημάτων δεν επιτρέπει την εμβάθυνση στους χαρακτήρες αλλά η πρωτοτυπία των ιστοριών και η οικονομία των εκφραστικών μέσων του Μήτσου κρατούν σταθερό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπάρχουν όμως άλλα αφηγήματα όπου ανατρέπονται έντεχνα οι συμβάσεις του διηγήματος. Ακόμη σκόρπιες αυτοαναφορικές μνείες στη συγγραφική ιδιότητα του αφηγητή λειτουργούν ως ένα επιπλέον μεταμυθοπλαστικό κλείσιμο του ματιού του Μήτσου προς τον αναγνώστη του. Συνολικά κρινόμενα, τα διηγήματά του ασκούν την κατακτημένη δεξιοτεχνία του συγγραφέα τους σε πρωτότυπες ιστορίες από τις οποίες αναδύεται γνήσια συγκίνηση.
Saturday, December 20, 2008
Ανδρέας Μήτσου: «Μες στα σχολεία τώρα η Ελλάδα αναστενάζει. Κι εμείς κάνουμε πως δεν ακούμε τίποτε...»

Της Αννας Γριμάνη
Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Στο βαθύ και «θείο ζόφος», όπου θέλει ο Σικελιανός να κρύβεται, «ωσάν αητός», ο «πρώτος εαυτός», εκεί μπορεί να εντοπιστεί η συνείδηση της ελληνικότητας. Έννοια θολή και απροσδιόριστη, που σηματοδοτεί διαφορετικά πράγματα για τον καθένα. Βέβαια, καθώς αυτή αντικειμενοποιείται, ενδύεται ιδεολογικούς μανδύες. Το πώς πλάθεται όμως και ζυμώνεται κανείς, πώς μεγαλώνει, με ποιους μύθους και ποιες αλήθειες, με τι ψέματα και εμμονές, είναι μία σκοτεινή και συνάμα συγκινητική υπόθεση. Καλό είναι, μου φαίνεται, να έχεις κάποιο φακό εφεδρεία, ακόμη και για την ψευδαίσθηση πως θα φωτίσεις έτσι, αύριο, τα σκότη.
Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Τη μεταξένια ουλή από διαμπερές τραύμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πάνω στο κορμί του πατέρα μου. Σε σχήμα καρδιάς. «Πατέρα, έχεις δυο καρδιές;», τον ρωτούσα μικρός και ανίδεος.
Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.
Ο Σαμψών να σέρνει με τα δόντια του ένα παλιό αμάξι στο Μοναστηράκι. Και γύρω του το πλήθος να τον χειροκροτεί. Εξαλλο από έναν αναίτιο ενθουσιασμό.
Αυτό που με χαλάει.
Το σημερινό σχολείο. Μες στα σχολεία τώρα η Ελλάδα αναστενάζει. Στα φροντιστήρια και στα πανεπιστήμια. Κι εμείς κάνουμε πως δεν ακούμε τίποτε. Από αδιαφορία και από κατάθλιψη. Πικράθηκα γιατί δεν αντέδρασε κανείς που φέτος, για πρώτη φορά, στην υποχρεωτική εκπαίδευση εντάχθηκε και το νηπιαγωγείο. Για να βρίσκουν χρόνο να... δουλεύουν οι γονείς. Το πρώτο ρακοπότηρο του δηλητηρίου της πραγματικότητας στα παιδιά μας, από τόσο νωρίς. Ετσι, ώστε να εθιστούν και να έχουν ανοσία στον κόσμο μας αύριο. Για να ενταχθούν...
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;
Φαντασμένοι πάντα και κορεσμένοι από εικόνες, βαδίζουμε παραμιλώντας σαν τον τρελό του χωριού προς το δάσος που καίγεται, ανίδεοι για τον κίνδυνο. Πάντως, είναι καλό που μιλάμε Ελληνικά. Προσόν μεγάλο και ξόρκι.
Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει κολλημένος σε μία ρητορική ελληνικότητα;
Οποιος στέκεται, παράγει πολιτισμό. Γιατί πολιτισμός δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ξεκόλλημα και προχώρημα, παρά βάθεμα, ει δυνατόν ρίζωμα, σε ένα σημείο. Η πρόοδος νοείται μόνο ως αποτέλεσμα. Εκεί συντελείται ο αυτοσαρκασμός, στο σημείο, και η παρωδιακή αναπαράσταση - μεταμόρφωση της πραγματικότητας. Εμείς βέβαια κουβαλάμε το φορτίο μας, χωρίς να έχουμε συνείδηση ότι λαχανιάζουμε. Και ούτε, ακόμα, πως στεκόμαστε καρφωμένοι στο ίδιο μέρος. Το προϊόν αυτής της στάσης και της οικειοποίησης - υφαρπαγής του χρόνου είναι ο πολιτισμός μας.
Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;
Μερικοί φορούν ακόμα φουστανέλα, άλλοι μάλλον φράκο. Πολλοί ωστόσο φέρουν τα ρούχα του Καραγκιόζη. Αλλοπρόσαλλοι, δηλαδή, περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο οι Ελληνες. Ο,τι τους καθιστά αναγνωρίσιμους, η στολή. (Για όποιον μπορεί να τη διακρίνει.)
Το ελληνικό μου «γιατί» και ένα «πρέπει» που πέταξα.
Το «γιατί» πάντα με τρομάζει. Ενέχει την ύβρη. Το «πρέπει» έρχεται σαν οχληρή απόκριση - τιμωρία. Και τα δύο επιτείνουν τη μελαγχολία μας. Καλό είναι να λείπανε τούτες οι δύο λέξεις. Θέλω να πω, ότι θα ήτανε ελαφρύτερος έτσι ο κόσμος μας.
Ο Ελληνας ποιητής μου.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος.
Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Οπως ο Νίκος Καββαδίας λέει «είναι ένα φάδι αθώρητο που μου μποδάει τη βλέψη. Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί». Δεν μπορώ να διακρίνω την αδιαπραγμάτευτη αλήθεια. Ο Γ. Μαρκόπουλος θα με δικαιολογούσε, «Τα βράδια οι διαβάτες περνούν μέσα από τα πάρκα / για να κόψουν δρόμο / εμείς, τους βλέπουμε / ή μάλλον βλέπουμε / την καύτρα του τσιγάρου τους».
Και πώς μπορεί νά 'σαι σίγουρος από ένα φως σαν της καύτρας του τσιγάρου, μες στο σκοτάδι;
Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.
Το διηνεκές ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη. Η νοσταλγία. Νόστος και άλγος, μαζί. Αφού όποιον δρόμο να πάρουμε και πάλι εδώ θα φθάσουμε, καθώς το λέει και μία παλιά ισπανική παροιμία: «La processione torna dove esce» (Η πομπή καταλήγει εκεί από όπου ξεκίνησε). Ιδιος είναι πάντα ο δρόμος για το σπίτι. Ξεκινάει από την Ιθάκη αυτός ο δρόμος κι όλο εκεί καταλήγει.
*Ο Ανδρέας Μήτσου είναι πεζογράφος. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, «Ο κύριος Επισκοπάκης», Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΚΕΒΙ - ΕRT 2007, παρουσιάζεται ως θεατρικό έργο στο «104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης» των εκδόσεων Καστανιώτη (Θεμιστοκλέους 104).
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,"Κ", ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ, 14/12/2008
Sunday, December 16, 2007
ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΗΤΣΟΥ
![]() |

Photo: © E.KE.BI, 2001. ΤσουμπλέκαςΕυγενής, προσγειωμένος, ταλαντούχος και καλός άνθρωπος ο Ανδρέας Μήτσου. Συνεπώς γιατί να μην πούμε ένα καλό λόγο και τώρα που οι αναγνώστες τον τίμησαν με ένα βραβείο; Και τον τίμησαν οι αναγνώστες τους οποίους όπως έχει πει σε συνέντευξή του δεν τους πολυσκέφτεται όταν γράφει ένα βιβλίο.
"Ακούγεται πομπώδες, μα ποτέ δεν σκέφτομαι ούτε τον αναγνώστη ούτε την αγορά. Αυτό δεν το θεωρώ μεταξύ των έξυπνων στοιχείων μου. Προσπαθώ να διαχειριστώ την έννοια της χρονικότητας και ως εσωτερική διεργασία και ως αφηγηματική τεχνική. Όλος ο φιλοσοφικός στοχασμός και η προσπάθεια απεμπλοκής από τον μύθο αποσκοπούν στη διαχείριση του χρόνου..." (συνέντευξη στον Βασίλη Ρούβαλη, «Ποτέ δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη και την αγορά», Ελευθεροτυπία, 14/9/2004).

