Δωρεάν με την «Ε» την πρώτη Δευτέρα κάθε μήνα
Δείτε σήμερα το νέο «κοντέινερ»
Κυκλοφορεί με την Ελευθεροτυπία το 4ο τεύχος του «κοντέινερ» με αφιέρωμα στην «Ταχύτητα». Η ολοένα και αυξανόμενη ταχύτητα είναι αίτημα της εποχής, οι μεγάλες ταχύτητες δημιουργούν καταστάσεις που μας γοητεύουν. Από τον Σούπερμαν και τον Flash Gordon των παιδικών μας χρόνων στα speed dates της ενήλικης μοναξιάς στις μεγαλουπόλεις.
Από τη φυσική στην οικονομία, από τη φιλοσοφία στην καθημερινότητα. Μετακινήσεις, ταξίδια, αθλητισμός, μόδα, σκέψη, φαγητό, τα πάντα φιλτράρονται μέσα στον φλουταρισμένο φακό της επιτάχυνσης. Το αφιέρωμα αυτό δεν μιλάει για fast cars, fast women όπως έλεγε και ο τίτλος της γνωστής ταινίας. Μιλάει όμως για όλα τα άλλα. Καμιά φορά, ναι, το ξέρουμε, όλα πάνε γρήγορα! Εμείς προτείνουμε να διαβάσετε το αφιέρωμα, όσο πιο αργά γίνεται!
Διαβάστε το πρώτο κείμενο του αφιερώματος:
Η ταχύτητα μέσα σου
Δημήτρης Σωτάκης, συγγραφέας
Το πόσο γρήγορα διανύει ένας άνθρωπος τη ζωή του, σε ποιους χρόνους αποφασίζει συνειδητά ή ασυνείδητα να διασχίσει τον προσωπικό του λαβύρινθο, σχετίζεται, κατά κάποιο τρόπο, με την προδιάθεσή του για την ταχύτητα. Μια ιδιάζουσα ταχύτητα εναρμονισμένη εντός του, πλήρως απαγκιστρωμένη και την ίδια ώρα εξαρτημένη από όσα χτίζουν έναν εαυτό ή έστω αυτό που αντιλαμβάνεται ο ίδιος ως εαυτό.
Η ταχύτητα ως έννοια είναι ανύπαρκτη. Ο χρόνος, ο προδιαγεγραμμένος χρόνος παγώνει, καραδοκεί, φλέγεται ορμώμενος προς το μέλλον, αλλά ποτέ δεν ακουμπάει στην ταχύτητα, ποτέ δεν στέκει δίπλα της ή παράλληλά της. Η ταχύτητα περισσότερο, θα έλεγα, είναι μια κατάσταση, μια ζωική πλατφόρμα δραστηριοτήτων, ένας ξεδιπλωμένος χάρτης της ζωής μας, όπου πάνω του φαίνονται και καταγράφονται όσα πράττουμε, μα κυρίως όσα σκεφτόμαστε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, η υστερική ταχύτητα που αναπτύσσει κανείς, η υπερβολή στις κινήσεις ή ακόμα και στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, μια βεβιασμένη δηλαδή αλλόκοτη βιασύνη να εξηγήσει και να ερμηνεύσει το κάθε τι, σχετίζεται ακριβώς με αυτή την εσωτερική διεργασία, στην ανεξήγητη συχνά ταραχή του να βάλει σε μια τάξη το χάος του χρόνου, της ίδιας του της ζωής.
Παρατηρώντας από κοντινή απόσταση τον τρόπο που κινείται κάποιος σε ένα καθημερινό πλαίσιο, θα διαπιστώσει ότι η σημασία της ταχύτητας είναι ασαφής. Η ομιλία, το νεύμα, οτιδήποτε υπονοείται ή δηλώνεται, κάθε πράξη ενός αυτόνομου ατόμου περικυκλώνεται από ένα αυτοσχέδιο χρονόμετρο, έναν ρυθμικό κυκλικό άξονα που ανακυκλώνει σαν σπιράλ κάθε παλινδρόμησή του. Ωστόσο η έννοια και η συνειδητή εκδήλωση της ταχύτητας παραμένει τόσο προσωπική, τόσο όσο να μην μπορεί να γίνει κατανοητή η λειτουργικότητά της. Το ζήτημα συχνότερα είναι το πώς κανείς διαχειρίζεται την ταχύτητα. Μια εκλογικευμένη άποψη είναι ότι η βραδύτητα, η γαλήνη και ο συγχρονισμός ανάμεσα στην πράξη και τη σκέψη, οδηγούν σε μια αρμονική συνοχή σώματος και πνεύματος, όμως καθόλου σίγουρος δεν είμαι γι’ αυτό. Γιατί πολλές φορές η φυσική ταχύτητα ανακόπτεται, αλλοιώνεται και παραμορφώνεται συνειδητά, χάριν μιας επιτηδευμένης επιδίωξης σοφίας και γαλήνης, με στόχο εντέλει μια στερεοτυπική επιβράδυνση, η οποία κοινωνικά προσδίδει την απαιτούμενη αξιοπιστία σε όσους την διαθέτουν.
Η βιασύνη, η αφελής επιτάχυνση μπορούν εν δυνάμει να οδηγήσουν σε νέα μονοπάτια έναν υγιή πνευματικά άνθρωπο (ό, τι και να σημαίνει αυτό) και να συμβάλουν στην απόδραση από το κανονικό, το αυτονόητο και το ίδιο. Τρέχω δεν σημαίνει απαραίτητα τρέχω αλλά στέκομαι και βλέπω από διαφορετική οπτική γωνία τον κόσμο και εμένα τον ίδιον. Θέλω να πω ότι η ανησυχία και το άγχος που γεννά ενίοτε η σωματική και διανοητική επιτάχυνση μπορούν τελικά να μας ανοίξουν νέες πόρτες στη σκέψη και ακόμα στην πράξη. Φανταστείτε μια κοινότητα η οποία αποτελείται από μέλη που τρέχουν χωρίς διακοπή. Αυτό θα ήταν δίχως άλλο ένα φαντασμαγορικό θέαμα, όχι φυσικά σε σχέση με την ταχύτητα των κορμιών τους αλλά και με την πνευματική τους κατάσταση. Σε ποια ταχύτητα ένας εγκέφαλος ή μια καρδιά είναι έτοιμη να αποδώσει και να παραγάγει μεγαλύτερη «διάνοια» ή συγκίνηση και πότε το σώμα παραδίνεται στα χέρια μιας δημιουργικής σκέψης; Και μάλλον, αν μπορεί κανείς να επιλέξει την ταχύτητα ενός προσωπικού και ιδιότυπου σύμπαντος, καλύτερα να επέλεγε μια ταχύτητα που προκύπτει, που υπάρχει αυτόνομη και να μην κάνει το λάθος να κατασκευάσει μια άκαμπτη, προδιαγεγραμμένη ρυθμική συχνότητα. [enet.gr, 16:37 Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010]
Monday, February 1, 2010
«Κοντέινερ» με αφιέρωμα στην «Ταχύτητα»
Friday, January 15, 2010
Δημήτρης Σωτάκης: «Δημιουργεί προβλήματα η λογοτεχνία, δεν λύνει»
Αποκήρυξε το «Σπίτι» του και μέσα από μια «Πράσινη πόρτα» έδωσε το στίγμα του, μέχρι το «Θαύμα της αναπνοής» να τον καθιερώσει... Ο Δημήτρης Σωτάκης μιλάει για τους ήρωές του «που πάνε γυρεύοντας» και κρίνει το σύγχρονο μοντέλο ζωής«Η λογοτεχνία επιδιώκει να καταγράψει και να δημιουργήσει κόσμους, μέσα στους οποίους θα μπορεί κανείς να «αναπνεύσει» με μεγαλύτερη άνεση. Δεν είναι εύκολο να κερδίσεις την αναπνοή σου, όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται», λέει ο Δημήτρης Σωτάκης.«Δεν με ενδιαφέρει μια λαξιλαγνική αφήγηση, μια καλογραμμένη απλώς ιστορία, αλλά μια κρυμμένη σκέψη πίσω απ’ αυτή». Σε μιαν εποχή που όλοι γράφουν για να γράψουν, ακκίζονται με τις λέξεις και ζουν για να υπογράφουν «συγγραφέας», ο Δημήτρης Σωτάκης επιλέγει μια λογοτεχνία που θέτει ακόμα ερωτηματικά.
Με ήρωες που «πάνε γυρεύοντας» και στην «Παραφωνία» και στον «Ανθρωπο Καλαμπόκι» και στο «Θαύμα της αναπνοής», ανατέμνει το μαρτύριο του σύγχρονου Σίσυφου που πνιγμένος σε έναν κόσμο που έχει και διαρκώς επιθυμεί κι άλλα, πληρώνει τελικά πολύ ακριβά το δεδομένο αλλά όχι και αυτονόητο «θαύμα της αναπνοής».
Από τις σημαντικότερες σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές της εποχής και του τόπου μας, κατορθώνει μιλώντας για το σύγχρονο πρόβλημα, να μεταθέτει ήρωα και πρόβλημα εκτός χωροχρόνου.
- «Το θαύμα της αναπνοής»... σχεδόν θαύμα τίτλος για έναν νέο άνθρωπο. Το θαύμα της Ελευθερίας και της Ζωής;
Το θαύμα περισσότερο ως προδιάθεση, ως βαθύτερη επιθυμία, ως μία ρομαντική σχεδόν προσέγγιση της ίδιας μας της ύπαρξης και τελικά, σωστά, ένα θαύμα της ελευθερίας και της ζωής. Το θαύμα, από την οπτική μου γωνία, είναι ένα αυτονόητο δικαίωμα του σύγχρονου ανθρώπου, μία ευκαιρία για να δραπετεύσει κανείς από όσα του σερβίρονται ως δεδομένα. Στην πραγματικότητα η απόσταση που έχουμε να διανύσουμε έως το επιθυμητό θαύμα -ανεξάρτητα τι σημαίνει αυτό για τον καθένα ξεχωριστά- είναι την ίδια στιγμή τεράστια αλλά και μηδαμινή. Η αυτοκαταστροφική τάση του ανθρώπινου είδους είναι η κυριότερη παράμετρος που κωλυσιεργεί την επίτευξη αυτού του στόχου, εν τέλει εμείς οι ίδιοι ακυρώνουμε την επερχόμενη ευτυχία, την απορρίπτουμε και την επαναφέρουμε με έναν διαστροφικό τρόπο θυσιάζοντας το θαύμα ή τέλος πάντων την ελπίδα του θαύματος.
- Σε όλα σου τα έργα σχεδόν ο... ένας και οι άλλοι! Αλλά σε ένα σύνολο, εν τέλει, κοινό, στα μεγάλα (ήτοι ζωή, έρωτας, δημιουργία, αλήθεια, αποκάλυψη, θάνατος) φτάνουμε μόνοι;
Ακριβώς. Είμαστε μόνοι, ωστόσο αυτή η διαπίστωση δεν είναι μία θλιβερή, μία σκοτεινή καταδικαστική αλήθεια. Η ιδιότυπη αυτή μοναξιά του ανθρώπινου γένους είναι η πρώτη και η τελευταία μας ευκαιρία να συνυπάρξουμε, να θελήσουμε να συνευρεθούμε με τον άλλον, με φυσικά πρόσωπα που αγωνιούν με όμοιο τρόπο για τις δικές τους ζωές. Δεν έχουμε -χωρίς δεύτερη σκέψη- άλλη επιλογή. Χρειαζόμαστε τους ανθρώπους για να διανύσουμε μαζί όλον αυτό τον παράδοξο λαβύρινθο, που σαν τεράστιο ψηφιδωτό σχηματίζει ό,τι αποκαλούμε ζωή. Η πορεία μας προς τα μεγάλα μυστήρια της ίδιας μας της φύσης, όπως λες -ο έρωτας, η αλήθεια, ο θάνατος- δεν είναι και τόσο οδυνηρή όταν πορευόμαστε παράλληλα με άλλα ανθρώπινα όντα, όταν πορευόμαστε με έναν κοινό, έστω απροσδιόριστο ενίοτε στόχο.
- Κι όμως για τον ήρωά σου αυτή η δουλειά που φτάνει στο τέλος να του στερήσει έως και την... ανάσα του αρχικά έμοιαζε ως η απολύτως εύκολη δουλειά: συσσωρεύω αγαθά και τίποτα παραπάνω, και κάτι μου θυμίζει, ναι;
Ο ήρωάς μου, όπως και όλοι σχεδόν οι ήρωες των βιβλίων μου, πάνε γυρεύοντας, δηλαδή πέφτουν στον λάκκο με τα φίδια πολύ συνειδητά. Η αφέλεια είναι δυστυχώς ένα σοβαρό «παράπτωμα» στη δόμηση της προσωπικότητας ενός ανθρώπου. Ο ήρωας του θαύματος της αναπνοής θα έπρεπε να είχε συνειδητοποιήσει ότι η πρόταση που του γίνεται, αυτή η εύκολη δουλειά όπως ανέφερες, δεν μπορεί να είναι μια απλή διαδικασία, δεν μπορεί να είναι αυτό που φαίνεται. Ομως αυτό αποτελεί και τη βαθύτερη πληγή στο πλαίσιο των ανθρώπινων κοινοτήτων σήμερα. Συσσωρεύω δεν σημαίνει μόνο συσσωρεύω, αλλά ταυτόχρονα σημαίνει θυσιάζω έναν πολύτιμο εαυτό μου, θυσιάζω για να περιμένω έναν παράδεισο, έναν παράδεισο που όμως δεν θα έρθει ποτέ. Ο ήρωάς μου τι κάνει; Δανείζει τη ζωή του σε μια «εταιρεία» για να την ξαναπάρει πίσω βελτιωμένη, μια αφελέστατη ομολογουμένως κίνηση που τον οδηγεί μαθηματικά στην προσωπική εξαθλίωση και αργότερα στην ταπείνωση. Σε αυτήν τη μάταιη διαδικασία συσσώρευσης ξεχνάμε, λοιπόν, κάτι σημαντικό. Εμάς τους ίδιους.
- Η καταναλωτική εποχή είναι αντίθετη τελικά στην όντως ευφορία του όντος;
Δεν είμαι σίγουρος. Μπορούμε να πετύχουμε ένα ικανοποιητικό επίπεδο γαλήνης και εσωτερικής ισορροπίας ανεξάρτητα από τις τάσεις της εποχής. Το ποιος είναι ευτυχισμένος και πώς μεταφράζεται τελικά η ευφορία σε ένα αστικό επίπεδο διαβίωσης παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα. Οταν κανείς κάνει τους σωστούς -πώς να το πω- συναισθηματικούς ελιγμούς, μπορεί να απαγκιστρωθεί, να απεγκλωβιστεί από τον κραυγαλέο συναισθηματισμό και να κατακτήσει ή έστω να πλησιάσει την ευφορία. Ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συνθήκες, το κυνήγι της ευτυχίας δεν παύει ποτέ.
- Η γραφή διεκδικεί ή επιδιώκει τουλάχιστον το... θαύμα της αναπνοής;
Σίγουρα. Η γραφή προϋποθέτει διανοητική και ηθική ελευθερία, επομένως διεκδικεί, απαιτεί ακόμα, το θαύμα της αναπνοής. Η λογοτεχνία, όχι με την αφελή κατά την άποψή μου ψυχοθεραπευτική της ιδιότητα, αλλά ως ένα συνειδητό στίγμα για τη ζωή του συγγραφέα, επιδιώκει να καταγράψει και να δημιουργήσει κόσμους, μέσα στους οποίους θα μπορεί κανείς να «αναπνεύσει» με μεγαλύτερη άνεση. Δεν είναι εύκολο να κερδίσεις την αναπνοή σου όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται.
- Το εντυπωσιακό είναι ότι αφηγείσαι και περιγράφεις τα πιο... μπαρόκ αντικείμενα με τον πιο λιτό και απέριττο τρόπο, σχεδόν σαν ν’ ανασαίνεις, δίνοντας το πρόβλημα και ταυτοχρόνως τη λύση. Ανεπαίσθητα τα δικά του, με τον φίλο του, τη μητέρα του, με την κοπέλα του και περισσότερο... πυρετικά ή ασθματικά όσον αφορά τα όνειρα ή αυτήν καθαυτή τη δουλειά.
Οι λύσεις είναι μια ψευδαίσθηση. Ο ήρωάς μου προτείνει λύσεις αλλά περισσότερο παίζει ένα παιχνίδι. Ποτέ δεν έρχεται αντιμέτωπος με τη γήινη, χειροπιαστή αλήθεια, αλλά επινοεί τρόπους διαφυγής από όσα τον απασχολούν. Η λογοτεχνία δεν λύνει αλλά δημιουργεί προβλήματα. Και ο ήρωας όσο πασχίζει να βγει στο φως τόσο βουλιάζει στο σκοτάδι του. Πολλές φορές επιδιώκω να θέτω ερωτήματα που επιδέχονται πολλαπλές αυτονόητες απαντήσεις, με σκοπό να δώσω έμφαση στην ασάφεια και στο θολό πλαίσιο που κινείται η πραγματικότητα. Θέλω να πω, τα ερωτήματα τίθενται, απαντιούνται, αλλά παραμένουν ένα μυστήριο.
- Ο χώρος κι ο χρόνος του ήρωα είναι τα πρώτα που πλήττονται, γιατί έχω την εντύπωση ότι περιγράφεις το σύγχρονο μοντέλο ζωής;
Είμαι καταδικασμένος να περιγράφω τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Ζω και εγώ μέσα στον μικρόκοσμο, μέσα στην κανονικότητα που διαγράφεται καθημερινά σε αυτή την πόλη, διαθέτοντας ένα όνομα, μια διεύθυνση, έναν ρόλο, μια συμπεριφορά. Το σχόλιό μου περί αναπνοής ή ελευθερίας αποστασιοποιείται από τον χρόνο και τον χώρο, όμως ο χώρος και ο χρόνος που δρω μεταμορφώνονται στον χωρόχρονο του ήρωα, άρα στο σήμερα.
- Για να ξαναγυρίσω και να κλείσω και με το «καφκικό» που σου έχουν προσδώσει: αγαπημένος σου συγγραφέας ο Κάφκα; Εν τέλει, ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;
Οσο περνάνε τα χρόνια, δεν έχω αγαπημένους συγγραφείς, αλλά αγαπημένα βιβλία. Δεν μπορεί να μην είναι ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς ο Κάφκα. Ποτέ δεν θαύμαζα τις φιλολογικές ή τις γλωσσικές αρετές ενός συγγραφέα, όσο αυτό που εγώ μάντευα ότι ήθελε να κάνει με τα βιβλία του.
Προτιμώ τους συγγραφείς με καρδιά και λιγότερο τους εγκεφαλικούς συγγραφείς. Θαυμάζω επίσης τη λογοτεχνία που χρησιμοποιεί ως όχημα μια κατασκευασμένη, αλλοιωμένη πραγματικότητα με σκοπό να περιγράψει ένα δεύτερο επίπεδο διανόησης.
Μου αρέσει ο Χούλιο Κορτάθαρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ερνέστο Σάμπατο, ο Φερνάντο Πεσόα. Πολλοί άλλοι φυσικά.
Τα βιβλία μου δεν μοιάζουν καθόλου
- Βρίσκεις κοινά στην «Παραφωνία», στον «Ανθρωπο Καλαμπόκι» και στο «Θαύμα της αναπνοής»;
Υφολογικά τα βιβλία μου δεν μοιάζουν καθόλου. Ενας ασκημένος αναγνώστης της δουλειάς μου μπορεί φυσικά να εντοπίσει κοινά στοιχεία και κοινές παραμέτρους ανάμεσά τους. Η «Παραφωνία» είναι ένα ευθύβολο μυθιστόρημα, με αρχή, μέση και τέλος, μια ιστορία κατ’ επίφαση πραγματική. Υπάρχουν κοινά σημεία με «Το θαύμα της Αναπνοής», η ιστορία του οποίου είναι μια πιο βατή και γραμμική διήγηση σε σχέση με τον «Ανθρωπο Καλαμπόκι», ένα μυθιστόρημα περισσότερο οργασμικό, με πολλά ευρήματα, εκπλήξεις και μια αναρχία που δεν διαθέτουν τα δύο άλλα μου βιβλία.
Γράφουμε για να... αναπνέουμε ελεύθερα
- Δημήτρη, πότε πρωτόγραψες και τι;
Πρωτόγραψα ένα μυθιστόρημα όταν ήμουν 14 ετών με τίτλο «Αραπάκη 32», ένα κείμενο που κάπου ακόμα υπάρχει, σε κάποια παλιά συρτάρια του σπιτιού μου. Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» με τίτλο «Το σπίτι», ένα βιβλίο για το οποίο πραγματικά δεν θυμάμαι πια το παραμικρό. Κατά κάποιο τρόπο το έχω αποκηρύξει...
Με ποιο βιβλίο πιστεύεις πως άρχισε να διαφαίνεται το στίγμα σου; Ητοι, εμμονές, ο βασικός γρίφος, μια ατμόσφαιρα η οποία τελικά ήδη χαρακτηρίστηκε «καφκική»;
Το 2002 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο μου, «Η Πράσινη Πόρτα». Σίγουρα αυτό ήταν το μυθιστόρημα, με το οποίο ξεκίνησε όλη αυτή η πορεία έως και σήμερα και σαφώς αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που έδωσε το στίγμα μου συγγραφικά. Οι εμμονές. Ενα μεγάλο κεφάλαιο στη δουλειά μου, το οποίο ωστόσο εξαντλήθηκε τώρα. Οι εμμονές πάντως στην περίπτωσή μου δεν λειτουργούν ως ένας μονοδιάστατος άξονας πάνω στον οποίο χτίζω μια ιστορία, αλλά αποτελούν ένα άλλοθι για να απλώσω τους δικούς μου προβληματισμούς για την πραγματικότητα που ζω.
- Απάντηση στο γιατί γράφουμε έχουμε δώσει ή μπα;
Χρειαζόμαστε έναν ζωτικό χώρο, έναν χώρο για να αναπνέουμε ελεύθερα, να αισθανόμαστε μέσα του πιο βολικά, πιο οικεία. Θεωρώ ότι ακριβώς γι’ αυτό γράφουμε. Για να δημιουργήσουμε μικρόκοσμους, οι οποίοι θα μας προσφέρουν την απαραίτητη γαλήνη για να δώσουμε ένα προσωπικό στίγμα, εξηγώντας τον κόσμο με τα δικά μας μάτια. Δεν με ενδιαφέρει μια λεξιλαγνική αφήγηση, μια καλογραμμένη απλώς ιστορία, αλλά μια κρυμμένη σκέψη πίσω απ’ αυτή.
- Και τώρα, τι γράφουμε;
Αυτή την περίοδο δεν γράφω. Ξέρω όμως ενστικτωδώς ότι σύντομα θα ξεκινήσω ένα καινούργιο βιβλίο, το οποίο για την ώρα αγνοώ. Θα ξεκινήσω τον Ιανουάριο, στο τέλος του μήνα. Μυστήρια πράγματα, αλλά πραγματικά το γνωρίζω...
- Πέντε βιβλία που σου άλλαξαν τη ζωή; Πέντε βιβλία-σταθμοί, ας το πούμε έτσι!
«Το βιβλίο της ανησυχίας» - Φερνάντο Πεσόα, «Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα» - Χούλιο Κορτάθαρ, «Κάτω από τη γη» - Μικ Τζάκσον, «Το ημερολόγιο μιας μεγαλοφυΐας» - Σαλβαντόρ Νταλί και «Η Δίκη» - Φραντς Κάφκα.
- ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 09/01/2010
Tuesday, July 14, 2009
Μια αποδοτική αλλά «παράξενη» εργασία
- Του Μακη Πανωριου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/07/2009
Δημήτρης Σωτάκης: Το θαύμα της αναπνοής, μυθιστόρημα, «Κέδρος», Αθήνα 2009, σελ. 213.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Μπορεί η ρεαλιστική πραγματικότητα να δίνει την ψευδαίσθηση ενός καθ’ όλα «φυσιολογικού» φαινόμενου, όπου όλα κινούνται σε «λογικούς» ρυθμούς και ότι, εν πάση περιπτώσει, όλα έχουν «ποιηθεί» σωστά και ότι όλα είναι ενταγμένα, είτε θεολογικά είτε ρασιοναλιστικά, σε ένα υπερσχέδιο, που ανεξαρτήτως του ότι ο κοινός, αλλά και ο διανοούμενος άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει την υπαρξιακή σημασία του, όμως, το γεγονός ότι βιώνει μια εκλογικευμένη καθημερινότητα, αρκεί για να του εξασφαλίσει τον επίπλαστο εφησυχασμό του: Ολα βαίνουν καλώς και όλα μετεξελίσσονται ομαλά. Αμέσως μετά, όμως, η σκέψη και μόνο του παράλογου της ζωής και του θανάτου υπονομεύουν τον προαναφερθέντα εφησυχασμό και δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας, αν όχι και ανησυχίας: Οχι, δεν βαίνουν όλα καλώς. Αντίθετα μάλιστα, το σύμπαν –και η καθημερινότητα– με ψύχραιμη και απαλλαγμένη από μεταφυσικές ανεδαφικότητες οπτική – προσυπογράφουν το παράλογο της ύπαρξης και αυτού καθ’ εαυτού του εξουθενωτικά επαναλαμβανόμενου εικοσιτετραώρου εντός του οποίου ο άνθρωπος απλώς κάποια στιγμή και, πέρα από τη διαπιστωμένη ψευδαίσθηση του «φυσιολογικού» βιώνει το παράλογο της ύπαρξής του: Πρέπει να την εξαντλήσει χωρίς περιθώρια επιλογής.
Πώς, λοιπόν, συλλαμβάνει κανείς και, κυρίως, ο συγγραφέας, το παράλογο ή την παράνοια της βιωμένης πραγματικότητας; Μα μόνο, υποθέτω, καθώς μας έχει ήδη διδάξει η λογοτεχνία με παράλογο μύθο, τον μόνο που μπορεί να αποκρυπτογραφήσει, υπό μορφή κρυπτογραφικού αινίγματος μέσω μιας νόμιμης λογοτεχνικά «φυσικής διαστρέβλωσης» και να αποκαλύψει το απροσδιόριστο, αλλά διαπιστωμένο άγχος του υπαρξιακού ανθρώπου. Παράλληλα, μέσω αυτού του «εργαλείου», του δίνεται επίσης η δυνατότητα να ρίξει και ένα σκοτεινό βλέμμα σε αυτό που (ίσως) είναι ο άνθρωπος, ο απεκδυμένος όμως από πομπώδεις και φανταχτερές ψευδαισθήσεις επιφανειακού «πολιτισμού».
Αυτήν ακριβώς την αίσθηση, συλλαμβάνει ο Δημήτρης Σωτάκης με έναν προκλητικό, επιθετικά «παράλογο» μύθο του οποίου η προέκταση υπερβαίνει την επιφανειακά ρεαλιστική διεκπεραίωσή του. Ο αντι-ήρωάς του, ένας καθ’ όλα φυσιολογικός, καθημερινός άνθρωπος, μέσω της προσωπικής του οδύσσειας το επιβεβαιώνει. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το οικονομικό του πρόβλημα δέχεται μια «παράξενη» εργασία. Διαθέτει το σπίτι του έναντι υψηλού μισθού ως αποθήκη επίπλων. Η εν λόγω «εργασία» του εξασφαλίζει σύντομα μια μικρή περιουσία. Συν τω χρόνω, όμως, θάβεται, στην κυριολεξία, ως σώμα μέσα στην ανυπαρξία πλέον του άλλοτε ελεύθερου χώρου του οίκου του. Δεν του απομένει παρά μια υποτυπώδη οπή από την οποία μπορεί τουλάχιστον να βιώνει μόνο το θαύμα της... αναπνοής του. Με μια σίγουρη γραφή ο συγγραφέας, η οποία κλιμακώνει σταδιακά την ένταση της ιστορίας του, εικονογραφεί το παράλογο του κόσμου, σαρκάζοντας στο βάθος το όνειρο της ευτυχίας και το όραμα της ουτοπίας, όμως, που μόνο στη φαντασίωση των εκτός πραγματικότητας ιδεαλιστών υπάρχει.

