Showing posts with label Παπαγεωργίου Κώστας. Show all posts
Showing posts with label Παπαγεωργίου Κώστας. Show all posts

Tuesday, March 22, 2011

Ολα στη φύση μοιάζουν σοφά

  • Τα ποιήματα του Γιώργου Βέη

  • Γιώργος Βέης
  • Μετάξι στον κήπο
  • εκδόσεις Υψιλον, σ. 60, ευρώ 10

Θεωρώντας το βιβλίο αυτό προέκταση αλλά και παγίωση τόσο του τρόπου της ποιητικής συναρμογής των προσωπικών του βιωμάτων όσο και της φιλοσοφικής θέασης του κόσμου, που, επιτυχώς, «κατέγραψε» ο Γιώργος Βέης στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του (Ν, όπως νοσταλγία, 2008), αισθάνομαι την ανάγκη να επαναλάβω, εν συντομία, όσα σημείωνα αναφερόμενος σ' αυτήν: α) Η αποδημητική του φύση, η μακροχρόνια διαβίωσή του σε τόπους της Απω Ανατολής, η εξοικείωσή του με άλλους τρόπους σκέψης και ζωής και, παράλληλα, μια έντονη και με πολλούς τρόπους εκδηλωνόμενη νοσταλγική διάθεση τον ωθούν σε εικαστικές, περισσότερο πνευματικές και λιγότερο συναισθηματικές, αναπαραστάσεις πτυχών μιας άλλης πραγματικότητας. β) Ολα στη φύση μοιάζουν σοφά κατανεμημένα, σαν καθαγιασμένα από μία υπερκόσμια κι ωστόσο μετρήσιμη με τα ανθρώπινα μέτρα σοφία· λειτουργούν ως οιωνοί και ως εκφραστές των αέναων κρυφών και φανερών αλλαγών της, ως λαλίστατοι, παρά τη φαινομενική σιωπή τους, ερμηνευτές των προθέσεών της, τις περισσότερες φορές προτού αυτές καλά καλά εκδηλωθούν και γ) Ο ποιητής δείχνει απολύτως εξοικειωμένος με τη γλώσσα της σιωπής αυτών των στοιχείων, εφοδιασμένος με την κατακτημένη και καλλιεργημένη ικανότητα να διερμηνεύει τα πολλαπλώς διασταυρωνόμενα μηνύματά τους· έχοντας αφεθεί, χωρίς φοβίες και προκαταλήψεις, με εμπιστοσύνη, στη σαγηνευτική γοητεία του «διαφορετικού».
Και στην παρούσα συλλογή η φύση διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο· είναι συνώνυμη της φανερής και της κρυμμένης αλήθειας που, άλλοτε με προσήνεια και άλλοτε απειλητικά, διέπει τα ανθρώπινα. Πάνω απ' όλα διδάσκει την απλότητα, εκπέμποντας όμως διφορούμενα ή δυσερμήνευτα μηνύματα που διασκορπίζονται με τρόπους φθινοπωρινούς, σαν με φυλλορρόημα. Και εδώ, όλα στη φύση έχουν ως απώτερο στόχο να γαληνέψουν την ταραγμένη ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου και να τον διδάξουν, ακατάπαυστα αποκαλύπτοντάς του φευγαλέες εκδοχές της αιωνιότητας· αποκαλύπτοντάς του τη γαλήνη που μονίμως επωάζεται πίσω από την ταραγμένη επιφάνεια της καθημερινότητάς του και προτείνοντάς του τρόπους κατευναστικούς τής εγκόσμιας αγωνίας του. Μόνο που για να γίνουν όλα αυτά αντιληπτά προϋποθέτουν τη συγκατάβαση στο «διαφορετικό» και μια, στοιχειώδη έστω, πνευματική προδιάθεση, ώστε να μπορεί κανείς να διακρίνει και να ερμηνεύσει τη φωνή, τις χειρονομίες και τα αδιόρατα νεύματα των έμψυχων και των άψυχων όντων και πραγμάτων του κόσμου. Προδιάθεση που είχε και επισταμένως καλλιέργησε ο Γιώργος Βέης, όπως προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει και διερμηνεύει αυτά τα φαινόμενα.
Απόδειξη ο λόγος του, που «ακούγεται» περιβεβλημένος από την υφή μιας ιδιάζουσας μεταφυσικής: της μεταφυσικής που στοιχειώθηκε στους κόλπους της σιωπής ή, το πολύ, του ψιθύρου των προσώπων και των πραγμάτων. Εχει κανείς την αίσθηση ότι μέσα στους κόλπους της σιωπής και των ψιθύρων εκκολάφθηκαν οι λέξεις και οι φράσεις του, δημιουργώντας την προϋπόθεση των επί μέρους ποιημάτων της συλλογής, για τη σύνθεση των οποίων απαιτήθηκε η ενεργοποίηση της γνώσης αλλά και της διαισθητικά συλλαμβανόμενης μυστικής διαδικασίας μετάλλαξης των ποικίλων φυσικών φαινομένων σε εστίες άφατης ομορφιάς και σε φορείς διδακτικών μηνυμάτων ζωής. Η σιωπή, ωστόσο, και ό,τι συντελείται στους κόλπους της, δεν περισπά τον ποιητή· δεν τον απομακρύνει από τα εγκόσμια, τον συνδράμει απλώς στην προσπάθειά του να μετέλθει τρόπους συμβολικούς και αλληγορικούς, πρόσφορους για την κατάδειξη εκδοχών της σκληρής πραγματικότητας. Η κατακτημένη ποιητική του πείρα τον βεβαιώνει ότι στους κόλπους της σιωπής -η οποία, σημειωτέον, κυοφορείται στην καρδιά του σκοταδιού, στην επικράτεια του οποίου όλα είναι εφικτά, προεξάρχοντος του ονείρου- όλα τα πράγματα αποκτούν ένα ιδιαίτερο βάρος.
Ο κόσμος αλλοιώνεται και κάποτε γίνεται σύμβολο του ίδιου του εαυτού του, ενώ οι διάφορες εκδοχές της πραγματικότητας μετεωρίζονται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι· άλλοτε γίνονται ορατές και άλλοτε μόνο να τις εικάσεις μπορείς, ακούγοντας το θρόισμά τους· μετεωρίζονται κι έτσι, μετεωριζόμενες, μεταμορφώνονται ή υπόκεινται στο ενδεχόμενο της μεταμόρφωσης, παίρνοντας διαστάσεις και μορφές ενδεικτικές της ασάφειας του κόσμου μπροστά στο βλέμμα το εξοικειωμένο με το όνειρο, αλλά το εν εγρηγόρσει όνειρο, αυτό που είναι πλασμένο από υλικά της πραγματικής ζωής. Στο ημίφως αυτού του πλασματικού κι ωστόσο αληθινού ονείρου ο ποιητής αποφαίνεται και εναποθέτει νηφάλιος τις αποφάνσεις του ή, καλύτερα, τα διδάγματα που αποκόμισε από την περιδιάβασή του στις εκτάσεις ενός κόσμου διαφορετικού απ' αυτόν του δυτικού ανθρώπου. Με κυρίαρχα δύο, κυρίως, διδάγματα: ότι στο κέντρο των συνεχών ανόδων και καθόδων της νομιζόμενης, κατά καιρούς, δύναμης· στο κέντρο των εγκόσμιων ερειπίων και της ιστορικά προσδιορισμένης ασυνεννοησίας των ανθρώπων, μόνον η φύση μπορεί και παραμένει εσαεί η ίδια, μέσα στη συνεχή, σχεδόν τελετουργική, εναλλαγή των στοιχείων της. Κι ακόμα, ότι το παρελθόν είναι το πολυτιμότερο τιμαλφές του ανθρώπου· αν θεωρήθηκε χαμένος χρόνος, είναι γιατί προσμετρήθηκε με το μέτρο του κέρδους, ενώ θα έπρεπε να προσμετρηθεί με το μέτρο της απώλειας. Μόνον έτσι θα μπορούσε το παρελθόν να αποκτήσει τη βαρύτητα και την πραγματική σημασία του, γιατί μόνο στην επικράτεια της απώλειας η σκέψη μπορεί και γίνεται στοργική τροφός ενός νέου ανθρώπου που συλλαβίζει την αγάπη. *

Saturday, October 2, 2010

Τα νέα ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου

  • Γιώργος Μαρκόπουλος
  • Κρυφός κυνηγός
  • εκδόσεις Κέδρος, σ. 56, ευρώ 9,50
«Κρυφός κυνηγός»: όρος ποδοσφαιρικός. Σημαίνει τον παίκτη εκείνο που, χωρίς να είναι εξαρχής επιφορτισμένος με την υποχρέωση του σκοραρίσματος, περιφέρεται στα αντίπαλα καρέ, προσδοκώντας την κατάλληλη στιγμή, που θα του δοθεί η ευκαιρία να αιφνιδιάσει την αντίπαλη άμυνα επιτυγχάνοντας το πολυπόθητο γκολ. Η απρόβλεπτη συμπεριφορά του, η σκληρότητά του, οι ύπουλες βλέψεις του, οι κρυφές κινήσεις του -και, βέβαια, το αιφνίδιο, ακαριαίο, αποτέλεσμα των πράξεών του- παραπέμπουν, συνειρμικά, στους άπειρους τρόπους που μετέρχεται ο θάνατος, προκειμένου να πραγματοποιήσει τον σκοπό του. Στην προκειμένη περίπτωση παραπέμπουν στον πλέον αμείλικτο «εκπρόσωπο» του θανάτου, στον καρκίνο, προς τον οποίο αποτεινόμενος, πρόσωπο με πρόσωπο, ο ποιητής χαρακτηρίζει άνθρωπο ύπουλο και σκληρό, που κανείς δεν ξέρει πότε και πού θα πραγματοποιήσει την αιφνίδια, καταστροφική εμφάνισή του. Κρυφός κυνηγός, όμως, είναι και ο ίδιος ο ποιητής στο πεδίο της ζωής -ένα μεγάλο μέρος του οποίου σφετερίζεται ο θάνατος- και, βέβαια, στο πεδίο της ποίησης. Και αυτός περιφέρεται, προσδοκώντας την κατάλληλη στιγμή, την ευκαιρία, για την εκπόρθηση της εστίας ενός ιδεατού, κι όμως τόσο βασανιστικού αντιπάλου: της σιωπής, προκειμένου να δει να σπαρταράει στα σπλάχνα-δίχτυα της το ποίημα.

Και πράγματι, όλα σχεδόν τα ποιήματα της παρούσης συλλογής είναι «κατορθωμένα» στην ασύμμετρη διάρκεια των σκληρών αγώνων που έδωσε ο ποιητής, αντιμετωπίζοντας πραγματικούς ή φανταστικούς αντιπάλους, με αθλοθετημένο έπαθλο την αυτογνωσία, τη δυνατότητα μετατροπής της μνήμης σε κινητήριο μοχλό-έναυσμα ποιητικών περιπλανήσεων και την ικανότητα επικοινωνίας με το απτό, το συγκεκριμένο, αλλά και το απροσδιόριστο· το ομολογημένο, αλλά και το ανομολόγητο, όπως ανομολόγητος είναι ο ουσιαστικός και όχι ο υποκριτικός, ο επιδερμικός και ψευδεπίγραφα δραματοποιημένος φόβος του θανάτου. Ανομολόγητος και, όμως, ομολογημένος διά της πλαγίας οδού, στο πεδίο της ποίησης, εκεί όπου όλα, φωτισμένα από το αλλιωτικό φως του ονείρου και νοτισμένα από την υγρασία του περιβάλλοντος, την υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου συναισθήματος, αποκτούν μιαν άλλη διάσταση και μιαν άλλη βαρύτητα. Στο σταυροδρόμι αυτό, όπου πραγματοποιούνται παράδοξες συζεύξεις ηλικιών και παραμυθητικές της ψυχής συναντήσεις, επιτρέπονται επικλήσεις και καλέσματα απόντων, που με τη βοήθεια μιας υπέρογκης και άγρυπνης μνήμης αποκτούν υλική υπόσταση.

Υπάρχουν ποιήματα, όπως αυτά της ενότητας του «Νοσοκομείου», όπου η οδυνηρή προσωπική εμπειρία κατατίθεται με τη μορφή οιονεί ημερολογιακών εγγραφών. Ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής «μιλάει» για όλα όσα αισθάνεται ή αντιλαμβάνεται -εν εγρηγόρσει ή βυθισμένος σε μία κατασταλτική της σκέψης ληθαργική κατάσταση- τον καθιστά κάτι σαν χρονικογράφο της αγωνίας, του φόβου και της οδύνης, των δικών του μα και των άλλων που, όπως κι αυτός, βρίσκονται αντιμέτωποι, όχι ακριβώς με τον θάνατο, αλλά με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, στη θέα της οποίας μεγιστοποιούνται η αγάπη και ο πόθος για τα επίγεια καθημερινά, ενώ, παράλληλα, γίνεται υπέρογκη η ανάγκη διαφύλαξης των πολύτιμων τιμαλφών στοιχείων της ζωής του καθενός. Η συχνά λεπτομερής και, κάποτε, φωτογραφική καταγραφή σκηνών, συνθηκών και καταστάσεων στους θαλάμους και στα διάφορα εξεταστικά ή θεραπευτικά τμήματα του νοσοκομείου υπερβαίνει τις όποιες ρεαλιστικές αφηγηματικές προθέσεις ή προδιαγραφές και αποκτά τις διαστάσεις ενός, με στοιχεία εφιάλτη, πλην όμως, νηφάλιου ονείρου, κατά τη διάρκεια του οποίου αίρονται οι πραγματικές ή οι νομιζόμενες αντιθέσεις και όλα όσα συμβαίνουν, συλλαμβανόμενα με τη νόηση ή τη διαίσθηση, χωρίς να χάνουν το ατομικό στίγμα του ομιλούντος, αποκτούν έναν υπερβατικό, αν και όμως κάθε άλλο παρά μεταφυσικό, χαρακτήρα.


Το παράδοξο, στην προκειμένη περίπτωση, έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ στα περισσότερα ποιήματα του βιβλίου -τουλάχιστον σ' αυτά που συγκροτούν τον θεματικό, συναισθηματικό και συγκινησιακό κορμό του- κυριαρχεί η αίσθηση του θανάτου, απουσιάζουν εντελώς ο φόβος, το αίσθημα της αδικίας και η μεμψιμοιρία. Ο θάνατος γυμνός, αμείλικτος τιμωρός, απαλλαγμένος από κάθε μεταφυσικό έρεισμα, δρα ως στοιχείο επιβεβαιωτικό της ζωής· αποτελεί το έσχατο όριό της και, παράλληλα, λειτουργεί ως έναυσμα αυτοσυνειδησιακών-υπαρξιακών καταβυθίσεων, αναζητήσεων και περιπλανήσεων, αλλά και ως μέτρο ανθρωπιάς και ευαισθησίας γι' αυτόν που, παντοιοτρόπως, τον αισθάνεται. Η αίσθηση του θανάτου, ακόμα και όταν παρεισφρέει στον χώρο τού εν υπνώσει ή τού εν εγρηγόρσει, στην κατάσταση του λήθαργου-ονείρου, μολονότι θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός φοβερού εφιάλτη, στα ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου, δρα περισσότερο ως παράγων θαλπωρής, τρυφερότητας και παραμυθίας. Εξάλλου, όπως «δηλώνεται» στο υπέροχο ποίημα «Νεκροταφείο αυτοκινήτων», ο θάνατος των ανθρώπων, και δη των αγαπημένων, ποτέ δεν είναι οριστικός και τελεσίδικος· η σωματική τους απουσία αναπληρώνεται από τη σωματοποιημένη τους θύμηση, όπως αυτή διατηρείται ζωντανή στη μνήμη των επιζώντων. Μόνον ο θάνατος των άψυχων πραγμάτων μπορεί -κι αυτό υπό προϋποθέσεις- να καταστεί οριστικός, οπότε τα κατάλοιπά τους δεν προσφέρονται για μνημονικές και συναισθηματικές ανακυκλώσεις, παρά μόνο για επιβεβαίωση της ματαιότητας και της ανέκκλητης φθοράς της ύλης.

Η νοσηρή περιρρέουσα ατμόσφαιρα του νοσοκομείου δημιουργεί στο πάσχον ποιητικό υποκείμενο την ανάγκη διεύρυνσης του ζωτικού του χώρου, την ανάγκη διαπλάτυνσης του ασφυκτικά περιορισμένου παρόντος· οπότε, με δεδομένη την επισφάλεια του μέλλοντος, αναζητά ερείσματα στα περασμένα, όπου δεσπόζει η προστατευτική μορφή του πατέρα, προς τον οποίο και αποτείνεται, με προφανή στόχο την κάλυψη του συναισθηματικού κενού και την άμβλυνση της εντονότατης υπαρξιακής του αγωνίας. Γύρω από τη δεσπόζουσα μορφή του πατέρα ιριδίζουν μνήμες των παιδικών και των νεανικών του χρόνων, που, όλες, ευφρόσυνες, πικρές ή τραυματικές, τον ενισχύουν, τον θάλπουν και τον παρηγορούν στην προσπάθειά του να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με τον εαυτό του και με τους άλλους και να επανασυνθέσει τη ζωή του με κύριο συνεκτικό ιστό την αγάπη και τη συγκινημένη αίσθηση της αιωνιότητας που περιβάλλει τις σημαντικές αλλά και τις ασήμαντες περιστάσεις του ανθρώπινου βίου. Η μνήμη, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η μακρινή κι ωστόσο τόσο κοντινή, απόλυτα ταυτισμένη με το σώμα και τη σκέψη, πατρίδα του ποιητή και περιουσία του η θύμηση όσων τον αγάπησαν· η θύμηση και η παρουσία όσων αυτός αγάπησε και αγαπά. Μνήμη κι αγάπη, σε συνδυασμό με την παρηγορητική βεβαιότητα ότι όλα στη ζωή, ακόμα και τα πιο καθημερινά, έχουν το μερτικό τους στην αιωνιότητα, τον συνδράμουν στις, κάποτε υμνητικές, επισημάνσεις της αέναης εναλλαγής που συντελείται στην καρδιά του ρέοντος χρόνου. Οπως συμβαίνει στο ποίημα «Αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο», όπου ο ποιητής, με τα έκπληκτα μάτια του ανανήψαντος, με κατακτημένη πλέον την επίγνωση της ανεξαγόραστης αξίας της ζωής, υμνεί τη μεγαλειώδη, σχεδόν τελετουργική εναλλαγή των εποχών. Κι ακόμα, όπως συμβαίνει στα κείμενα που απαρτίζουν την ενότητα «Μετά των αγίων», όπου μικρά στιγμιότυπα, ενσταντανέ της μνήμης, περιστατικά εκ πρώτης όψεως ασήμαντα και ανάξια προσοχής για τους βυθισμένους στην άχαρη καθημερινότητά τους ανθρώπους, στα μάτια και στη διαβρωμένη από συγκίνηση σκέψη του ποιητή γίνονται σταθερές -παρά την αίσθηση του φευγαλέου που τις χαρακτηρίζει- νησίδες· πατήματα για τις μετακινήσεις του σε χώρους απρόσβλητους από τους φθοροποιούς απόηχους της πραγματικότητας.

Sunday, August 29, 2010

Γραφές και εικόνες της «φιλόξενης» εξορίας

*ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 29/08/2010
  • ΒΕΝΕΤΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, Τραύμα και μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, εκδόσεις Πόλις, σελ. 164
Περίπου εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το ενδιαφέρον για τα πολεμικά διατρέξαντα, καθώς και για τη ζωή και το έργο των πολιτικών προσφύγων, όχι μόνο δεν έχει ατονήσει, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς, με την ωριμότητα και τη νηφαλιότητα που επιτρέπει η χρονική απόσταση, χωρίς -ή με ελεγχόμενες- προκαταλήψεις και αναστολές.

Απόδειξη οι σχετικά πρόσφατες εκδόσεις των μυθιστορημάτων του Νίκου Δαββέτα, της Έλενας Χουζούρη, της Μαρλένας Πολιτοπούλου και του παλαιότερου Αλέξη Πάρνη, οι οποίοι αντλούν το υλικό τους από γεγονότα και καταστάσεις του εμφυλίου και η τολμηρή και, εν πολλοίς, αιρετική ιστορική προσέγγιση της επίμαχης περιόδου από τον Νίκο Μαραντζίδη. Και, βέβαια, η ανά χείρας σημαντικότατη μελέτη της Βενετίας Αποστολίδου, όπου επιχειρείται μία εξονυχιστική επισκόπηση της λογοτεχνικής παραγωγής των πολιτικών προσφύγων (της εκδοτικής, αναγνωστικής και συγγραφικής τους δραστηριότητας, με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο, στη ζωή τους στην υπερορία, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, και στον επαναπατρισμό), αλλά και της πεζογραφίας -παλαιότερης και σύγχρονης- που μιλάει γι' αυτούς, με την πρόθεση να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας και ιστοριογραφίας.

Η πεζογραφία, λοιπόν, που έγραψαν οι πολιτικοί πρόσφυγες από το 1950 ως τις μέρες μας -έργα που μιλούν για την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, την προσφυγιά και τον επαναπατρισμό- αλλά και η πεζογραφία που μιλάει γι' αυτούς, αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης της Βενετίας Αποστολίδου. Εγχείρημα ούτως ή άλλο δύσκολο, που το καθιστά ακόμα δυσκολότερο η πρόθεση της συγγραφέως να υπερβεί τα εσκαμμένα, επισημαίνοντας και ψαύοντας, αναγνωστικά, δύο αντιπαρατιθέμενες και δραματικά συμπλεκόμενες έννοιες: του τραύματος και της τραυματικής μνήμης. Όπου “τραύμα” είναι ο Εμφύλιος, η προσφυγιά και ο επαναπατρισμός, όπως αυτά εγχαράσσονται στη μνήμη, η οποία, με τη σειρά της, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στο πεδίο της λογοτεχνίας, ως αφήγηση, είναι μία μνημονική αφήγηση, που συνέχεται από την ατομική, τη συλλογική και τη θεσμική μνήμη∙ μία αφήγηση που, προστατευόμενη από τη μυθοπλασία, διατηρεί αποστάσεις ασφαλείας από “τον ευρύτερο χώρο της πολιτικής και της δημόσιας ιστορίας”.

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται τα λογοτεχνικά αναγνώσματα και η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων, των λογοτεχνών της υπερορίας, στο έργο των οποίων διασταυρώνεται, κάποτε δραματικά, “η ελληνική εμπειρία του Εμφυλίου με την ευρωπαϊκή εμπειρία του 'υπαρκτού σοσιαλισμού'”, αφού ζουν και δημιουργούν σε χώρες με καθεστώτα, όπου επικρατούν ιδέες και -υποτίθεται ότι- έχουν πάρει σάρκα και οστά οράματα για τα οποία αγωνίστηκαν. Η συγγραφέας, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα των συνθηκών της διαβίωσης και της λογοτεχνικής τους δραστηριότητας (τον περιορισμένο αναγνωστικό-πνευματικό τους ορίζοντα, την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για τα λογοτεχνικά ρεύματα και δρώμενα στην υπόλοιπη Ευρώπη, την αίσθηση αποκοπής από τη πατρίδα, τον φόβο της παρέκκλισης από την κομματική γραμμή, τη σύγκρουση της ανάγκης για επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας με την προγραμματικά επιβαλλόμενη εφαρμογή των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού και τον επίσης επιβαλλόμενο προσανατολισμό προς μια συγκεκριμένη θεματολογία και ιδεολογική τοποθέτηση) εξετάζει το έργο τους, παρακάμπτοντας, διακριτικά είναι αλήθεια, τα ακραιφνώς αισθητικά κριτήρια, αναζητώντας σ' αυτό διαφοροποιήσεις, αντιφάσεις, αλλά και επιτεύγματα. Πράγμα μάλλον ευνόητο, τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με μία λογοτεχνία αυστηρών ιδεολογικών προδιαγραφών, η θεματολογία της οποίας, στην πλειονότητά της, αναφέρεται στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τις φυλακές και τις εξορίες των επιζησάντων στην Ελλάδα κομμουνιστών.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, με δεδομένα πλέον τα όρια του ερευνητικού πεδίου, με διερευνημένες τις ιστορικές, θεματικές, ιδεολογικές, αλλά και συναισθηματικές, συνιστώσες, το φιλέρευνο ενδιαφέρον της συγγραφέως στρέφεται από τα αντικειμενικώς μετρήσιμα δεδομένα στα τραυματικά ενδότερα. Εκεί όπου, με το πέρασμα του χρόνου, δημιουργείται, ολοένα και επιτακτικότερη, η ανάγκη των προσφύγων να “διαπραγματευτούν τις συνέπειες των τραυματικών τους εμπειριών και να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους”, χωρίς, ωστόσο να μπορούν -τουλάχιστον προσώρας- να υπερβούν τα όρια που τους θέτει η κοινότητα, ως προς το τι από όσα θυμούνται “δικαιούνται” να εκθέσουν και πώς. Ίσως γιατί βρισκόμαστε ακόμα στο πρώιμο στάδιο, κατά το οποίο καλλιεργείται η λογοτεχνία του τραύματος, με την ενδιάθετη ή την άνωθεν επιβαλλόμενη πρόθεση της διαμόρφωσης μιας συλλογικής αφήγησης και μιας, ως ένα σημείο παραπλανημένης, συλλογικής μνήμης, προκειμένου να προβληθεί μία θετική εικόνα για τους ίδιους και να ενοχοποιηθεί ο αντίπαλος. Ακόμα δεν έχει εμφανιστεί, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, η τάση αμφισβήτησης και κριτικής των αποφάσεων της κομματικής ηγεσίας και, πολύ περισσότερο -μολονότι το δικό τους τραύμα γίνεται ολοένα και οδυνηρότερο- αδυνατούν να αναγνωρίσουν και το τραύμα του άλλου, προφανώς εξαιτίας των πολιτικών περιορισμών που υφίστανται στην υπερορία∙ αυτό θα συμβεί αρκετά αργότερα, στα 1964, με το διήγημα “Ανυπεράσπιστοι” του Δημήτρη Χατζή, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης.

Στο τρίτο κεφάλαιο (“Ανάμεσα στο όραμα και τη διάψευση: Οι πολιτικοί πρόσφυγες γράφουν για την υπερορία και τον επαναπατρισμό), εξετάζονται έργα γραμμένα από συγγραφείς πρόσφυγες, που μιλούν για τη ζωή τους στην υπερορία και τον επαναπατρισμό, ο οποίος, όπως επισημαίνει η Βενετία Αποστολίδου, δεν διαφοροποιείται από την προσφυγιά, τη στιγμή που ο επαναπατριζόμενος δεν αποβάλλει την ιδιότητα και τον ψυχισμό του πρόσφυγα, ακόμα και μετά τον επαναπατρισμό του. Η συγγραφεύς δεν παραλείπει, σ' αυτό το σημείο, να αναφερθεί στο γεγονός ότι οι συγγραφείς που βρίσκονται στο επίκεντρο της μελέτης της αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους στην εξορία, αποδίδοντας αυτήν τη στάση τους στην κομματική τους αφοσίωση, στην ευγνωμοσύνη που έτρεφαν προς τους τόπους που τους φιλοξένησαν, καθώς και στην απόφασή τους να μην εκφράσουν ανεπιφύλακτα την απογοήτευση που αισθάνθηκαν, ζώντας σε χώρες όπου εφαρμοζόταν στην πράξη το όραμα εν ονόματι του οποίου θυσίασαν τη ζωή τους. Το γεγονός, μάλιστα, ότι τα έργα που εξετάζει (9 μυθιστορήματα -ανάμεσά τους το Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Άλκης Ζέη- και 8 διηγήματα) είναι γραμμένα στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1959-2009), της παρέχει τη δυνατότητα να επισημάνει, όχι μόνο τα νέα θεματικά δεδομένα, αλλά και τον εμπλουτισμό των αφηγηματικών τρόπων, που οι επαναπατρισθέντες συγγραφείς μετέρχονται, μετουσιώνοντας την προσφυγική τους εμπειρία σε διαφορετικών ειδών έργα.

Στο τέταρτο κεφάλαιο η συγγραφεύς εξετάζει, κατά τρόπο σφαιρικό, την “εικόνα των πολιτικών προσφύγων στη μεταγενέστερη πεζογραφία”∙ προσεγγίζει -αρχίζοντας από το πρώτο, χρονολογικά, μέτριο ωστόσο λογοτεχνικά, μυθιστόρημα του Ζήση Σκάρου Ανοιχτοί ουρανοί (1958) και καταλήγοντας στα πολύ πρόσφατα, Πατρίδα από μπαμπάκι (2009) της Έλενας Χουζούρη και Η μνήμη της πολαρόιντ (2009) της Μαρλένας Πολιτοπούλου- μυθιστορήματα με ήρωες πολιτικούς πρόσφυγες. Για να καταλήξει σε δύο, κυρίως, πολύ ενδιαφέρουσες επισημάνσεις: Ότι η εικόνα των πολιτικών προσφύγων, στα έργα των νεότερων πεζογράφων, δεν διαφέρει πολύ από την εικόνα που “έδωσαν” οι ίδιοι οι πολιτικοί πρόσφυγες για τους εαυτούς τους, καθώς και στη μια και στην άλλη περίπτωση κυριαρχούν τα συναισθήματα της απογοήτευσης, των ηθικών διλημμάτων, της σπαταλημένης ζωής, της ματαίωσης και των αδιεξόδων και ότι, στα μυθιστορήματα των νεότερων, απουσιάζει, όπως είναι ευνόητο, η συναισθηματική εμπλοκή∙ παρατηρείται μία αποστασιοποίηση και κυριαρχεί ένα κλίμα μετριοπάθειας και συμφιλίωσης.

Στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο εξετάζεται, συνδυαστικά, το έργο δύο διαφορετικών, κι όμως παράλληλων, λογοτεχνικών κοινοτήτων: των πολιτικών προσφύγων και αυτών που επέζησαν στην Ελλάδα, με την καίρια επισήμανση-προειδοποίηση, ότι “οι πολιτικοί πρόσφυγες αποτελούν μια κοινότητα μνήμης και μάλιστα οργανωμένη από νωρίς. Οι άνθρωποι που επέζησαν της εμφύλιας λαίλαπας και παρέμειναν [στην Ελλάδα] είναι διχασμένοι σε νικητές και ηττημένους, άρα συγκροτούν οπωσδήποτε δύο μνημονικές κοινότητες” -και το συνακόλουθο ερώτημα: “Πώς αναπαρίσταται το τραύμα του Εμφυλίου από τους συγγραφείς στην Ελλάδα και σε ποιο βαθμό η αναπαράσταση έχει τις ίδιες δεσπόζουσες με εκείνη των πολιτικών προσφύγων;”. Κύριο μέλημα της συγγραφέως, σ' αυτό το κεφάλαιο, είναι η ουσιαστικότερη και συστηματικότερη προσέγγιση και εξέταση ενός ζητήματος που, από την αρχή κιόλας της μελέτης της, φαινόταν να διαδραματίζει καθοριστικό-καθοδηγητικό ρόλο: Από πότε και σε ποιο βαθμό, η λογοτεχνία που γράφεται στην Ελλάδα, με θέμα τον Εμφύλιο, αναγνωρίζει το εμφυλιακό τραύμα ως διττό τραύμα∙ κινούμενη από τη βεβαιότητα ότι “η αφηγηματική επεξεργασία του τραύματος δεν ολοκληρώνεται χωρίς την αναγνώριση του τραύματος του Άλλου και χωρίς την υπέρβαση του λόγου της θυματοποίησης, του λόγου, δηλαδή, που αποδίδει, άμεσα ή έμμεσα, ευθύνες στον Άλλο”.

Με ορόσημο και απαρχή αυτής υπέρβασης τους Ανυπεράσπιστους του Χατζή και με δεδομένο ότι οι αριστεροί συγγραφείς στην Ελλάδα, δεν έχουν, την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, τα περιθώρια και τη δυνατότητα της επεξεργασίας του τραύματος του Άλλου, στρέφει το ερευνητικό της ενδιαφέρον σε έργα “συντηρητικών” και φιλελεύθερων συγγραφέων, όπως είναι Ο άλλος Αλέξανδρος (1950) της Μαργαρίτας, η Πυραμίδα 67 (1950) του Ρένου Αποστολίδη, η Πολιορκία (1953) του Αλέξανδρου Κοτζιά, Τα δόντια της μυλόπετρας (1955) του Νίκου Κάσδαγλη κ.ά. Στα λογοτεχνικά σημαντικότερα απ' αυτά, του Αποστολίδη, του Κοτζιά και του Κάσδαγλη, μπορεί να μην εντοπίζει αυτό που πρωτίστως επιζητεί, στοιχεία, δηλαδή, ενδεικτικά της επεξεργασίας του τραύματος του Άλλου, αναγνωρίζει, ωστόσο, τον πρώιμο προβληματισμό τους για την “παγίδευση των ατόμων στον φαύλο κύκλο της βίας”, καθώς και υπαρξιακής υφής αγωνία, ιδίως στον Κοτζιά, κάτι που θεωρεί μεγάλης σημασίας, για την περαιτέρω ανάπτυξη μιας αμφίπλευρης προσέγγισης του τραύματος του Άλλου.

Η Βενετία Αποστολίδου παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη διαμόρφωση των συνθηκών, κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε ένα σημαντικό τμήμα της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας, κινούμενη από τη βεβαιότητα ότι η κατανόηση των πολλαπλών, στην πλειονότητά τους τραυματικών, συνεπειών του Εμφυλίου, όπως αυτές εγγράφονται-κατατίθενται, αμέσως ή εμμέσως, στο πεδίο της αφήγησης, αποτελεί μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις για μιαν ουσιαστικότερη κατανόηση, τόσο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, όσο και πολλών φαινομένων της πολιτισμικής μας ζωής εν γένει. Στην επίπονο αυτό ερευνητικό της εγχείρημα, ωστόσο, επιδόθηκε υποκινούμενη και από μία άλλη, όχι και τόσο προφανή, από πρώτη άποψη, πρόθεση, να αποδώσει δικαιοσύνη σε μία λογοτεχνία που, όπως και οι περισσότεροι από τους δημιουργούς της, ελάχιστα προσέχτηκε στην Ελλάδα, θεωρούμενη περιορισμένου θεματικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος ακόμα και από τους κόλπους της Αριστεράς. Στην πρόθεσή της αυτή, η συγγραφεύς, ερεύνησε και μελέτησε εξονυχιστικά όλη την πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, αλλά κι εκείνη των επιζησάντων στην Ελλάδα, αριστερών και συντηρητικών πεζογράφων, παλαιότερων και νεότερων, που η αφήγησή τους σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα, με την περιπετειώδη ζωή των πρώτων. Με αξιοσημείωτο, εν προκειμένω, το γεγονός, ότι κινούμενη με ιδιαίτερη άνεση σε μία ευρύτατη, εξηκονταετή, έκταση, έχοντας απεμπολήσει το ύφος της ειδήμονος, κατάφερε να προσδώσει στον λόγο της τη θέρμη μιας, ιστορικά δομημένης, αφήγησης, κρατώντας έτσι αμείωτο το φιλολογικό, το ιστορικό αλλά και το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του αναγνώστη.

*Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας

Friday, March 19, 2010

ΔΥΟ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΙΒΛΙΟ - του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου


  • Το αποκλίνον νόημα του κόσμου

Από τον Γιώργο Βέη

  • Κώστας Γ. Παπαγεωργίου : Η λύπη των άλλων, εκδ. Κέδρος, σ. 73, 10 ευρώ

«Η πραγματικότητα είναι προϊόν τής πιο μεγαλειώδους φαντασίας». Γουάλας Στίβενς

Είναι προ πολλού γνωστή η κειμενική ταυτότητα του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου στο πεδίο των απαιτητικών ποιητικών εφαρμογών: η εμφανέστατη διαστολή της ορθόδοξης σύνταξης, οι συχνές αναδιπλώσεις των αυτοελεγχόμενων δηλώσεων, ο δημιουργικός διάλογος με την υπονοουμένη δομή των παραρτημάτων της καθημερινότητας, η εισαγωγή νέων κυριολεξιών, η αποδελτίωση του ονειρικού στοιχείου της ζωής, η συνταύτιση της ποιητικής ρυθμολογίας με την πεζολογική εξακτίνωση και, κυρίως, η αλλεπάλληλη υπέρβαση των ορίων της παραδοσιακής αναπαράστασης του βιωματικού - μνημονικού γεγονότος συνιστούν, μεταξύ άλλων, τα καταστατικά γνωρίσματά της. Η καλώς συγκερασμένη, εμφανώς πολυεπίπεδη, γλωσσοκεντρική σήμανσή του, όπως διαρθρώνεται φέρ' ειπείν στην Κλεμμένη ιστορία, η οποία ως γνωστόν απέσπασε πριν από δέκα χρόνια το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», επιβεβαιώνεται στις συνειδήσεις μας ως μία από τις προσφορότερες εκδοχές αισθητικών εμπεδώσεων των αντιπροσωπευτικότερων μελών της λογοτεχνικής γενιάς του '70. Στην οθόνη του νου προβάλλονται διαδοχικά οι πτυχές ενός υπερτοπίου, όπου επιτέλους συμφιλιώνονται όσα συνήθως εκλαμβάνονται εναντιωματικά και υπονομευτικά, όσα κακώς θεωρούσαμε προηγουμένως ασύμπτωτα και ασύμβατα, σύμφωνα με τη λεγόμενη κοινή λογική. Η συγκλήρωσή τους είναι ομολογουμένως ιαματική. Εξ ου και η ειδικότερη, συναρπαστική πρόσληψη του ποιήματος.

Η έντεχνη υποβολή, η υπαινικτική χρήση της γλώσσας, σε συνδυασμό με τη διακριτική κι άλλο τόσο διεξοδική προσφυγή σε ακραίες εκδοχές του στοιχείου της μεταφοράς, προωθούν αποτελεσματικά τα πρωτογενή σχέδια και εδώ, στη δωδέκατη κατά σειρά συλλογή του. Δύο παραδείγματα: «Δίχτυ αόρατο απλώνεται η σιωπή κάτω απ' τον λόγο ενόσω αυτός ακροβατεί επάνω στο επίσης αόρατο της σημασίας σκοινί. Πλεγμένο έτσι ώστε να είναι ολισθηρό· χωρίς δεμένες κάπου οι άκρες του διαρκώς στο κενό να προεκτείνεται» και «Εξ άλλου η ακοή δεν ξέρει ανάγνωση δεν ξέρει ούτε τους ήχους των γραμμάτων να διακρίνει - τόσο αγράμματη. Αγνοεί το πέρασμα του νοήματος πώς γίνεται στις λέξεις και αρκείται στο άκουσμα μονάχα του ρυθμού, που τσακισμένος βγαίνει όπως τρικλίζοντας μέσ' από τα συρματοπλέγματα ενός ερειπωμένου δεκαπεντασύλλαβου. Γι' αυτό σου λέω, η αγάπη αρκεί». (Ιδέτε αντιστοίχως σελ. 37, όπου τίτλος «Ποιητική» και σελ. 61, όπου η κατακλείδα του ποιήματος «Η αγάπη αρκεί».) Η ευρηματική και εξίσου προσωποπαγής στρατηγική του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου αποδίδει καρπούς: το ποιητικό υποκείμενο απελευθερώνει ικανά ποσοστά της μεταγλωσσικής του ενέργειας, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαβάζεται ανατρεπτικά, ενώ τα ινδάλματα του εγώ αναβαθμίζονται διακριτικά σε τελεσίδικες, οριακές, πάντως φίλιες Πραγματικότητες. Η έντονη μεταφυσική ροπή συνέχει ευεργετικά το τελικό προϊόν. Ετσι η προκείμενη γραφή συνδέεται ως εκ των πραγμάτων με το μέγα καταπίστευμα των λογίων εκείνων που επέμεναν να βλέπουν και να διερμηνεύουν ενδελεχώς την άλλη πιστότητα, την άλλη αλήθεια, αντί να δεσμεύονται ή και να καταδυναστεύονται από τη ρητορεία τής δήθεν αντικειμενικότητας. Αλλωστε, γενικεύοντας, θα θυμίσω ότι: «Η μυστικιστική παράδοση, την οποία θα μπορούσα να αποκαλέσω το κομμάτι της Ασίας μέσα στον δυτικό άνθρωπο, από την αρχή του Ευαγγελίου ίσαμε τη σύγχρονη εποχή, δεν έπαψε να επιμένει σε μια θέαση της αλήθειας πέρα από την ορθολογική κατανόηση, πέρα από τη λογική, πέρα από τον πειραματικό έλεγχο ή την αναίρεση. Υπάρχει, λένε, κάπου μια «αλήθεια υψηλότερη από την αλήθεια», προϊόν «άμεσης μυστικιστικής αποκάλυψης». (Ιδέτε, Τζορτζ Στάινερ Νοσταλγία του απολύτου, μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Αγρα, 2007.)

Ο ποιητής φέρνοντας αδιάκοπα συν τοις άλλοις στο φως του χαρτιού σπαράγματα εικόνων από έναν απώτερο, υπόγειο κόσμο σκιών, εφιαλτών και ομιλητικών προγόνων, όπως συμβαίνει κατ' εξοχήν στο έβδομο, σημαδιακό έργο του με τίτλο Ραμμένο στόμα (1990), μας θυμίζει τη σταθερή σχέση που μας συνδέει, σε καθημερινή μάλιστα βάση, με το συλλογικό ασύνειδο, με την άρρητη ψυχή του κόσμου, δηλαδή με το γλωσσικό-γνωστικό-κοσμικό- εννοιολογικό πέραν. Γι' αυτό και τα πλείστα δεδομένα του βίου, σύμφωνα και με το από κάθε άποψη υποδειγματικό μάθημα της Λύπης των άλλων, διασπώνται σε πολυάριθμες ψηφίδες, σε τεμάχια συνειρμών, ενώ ο σύμπας χρόνος χάνει τη μαθηματική του συνέπεια και αυστηρότητα για να συμπυκνωθεί σχεδόν αμέσως σε ένα καταλυτικό, κρυστάλλινο και βεβαίως αμείλικτο παρόν. Η διάχυση στο μεταίσθημα εν γένει, η περιδιάβαση στην ενδοχώρα της μετά-αντικειμενικότητας δεν καταλύει πάντως τις ισχυρές συνδέσεις του εγώ με τη δεδομένη περιρρέουσα ύλη. Οπως ακριβώς το όνειρο για τον Φρόιντ, για να το προσδιορίσω διαφορετικά, είναι ο φύλακας του ύπνου μας, έτσι τα ποιήματα εδώ είναι οι φύλακες της αξιακής μας υπόστασης. Είναι οι φύλακες, οι οποίοι από κοινού προστατεύουν την ατομική μας ιδιοπροσωπία, θα ισχυριζόμουν ότι διατείνεται εμμέσως πλην σαφώς η Λύπη των άλλων. Η πλήρης και η ουσιαστικότατη επαλήθευση της γραφής τελείται συνεπώς στην περαιτέρω αφαλκίδευτη, αναγεννησιακού τύπου, ανάπτυξή της, αλλά και στη συστηματική καλλιέργεια των παντοειδών παραλλαγών, απολήξεων και αναπόφευκτων αιρέσεών της.

Κοντολογίς, η ποιητική αποτύπωση, δρώντας ακόμη και παραπληρωματικά, αναδεικνύει εδώ ό,τι δεν μπορεί συνήθως να εκτιμηθεί από μια μονοδιάστατη, μονόδρομη επαφή μας με όντα. Το ποίημα μαθαίνει κάθε φορά πώς να συνδιαλέγεται καλύτερα με το έτερο υλικό των φαινομένων. Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, για να το διατυπώσω κατ' άλλον τρόπο, ασπάζεται πλήρως τη γνωστή αρχή που πρεσβεύει ότι «η τέχνη είναι ένα είδος έμφυτης παρόρμησης που κυριεύει τον άνθρωπο και τον κάνει όργανό της. Ο καλλιτέχνης δεν είναι άτομο προικισμένο με ελεύθερη βούληση που επιδιώκει τους δικούς του σκοπούς, αλλά ένας άνθρωπος που επιτρέπει στην τέχνη να υλοποιήσει τους σκοπούς της μέσα από τον ίδιο. Είναι ο συλλογικός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που βιώνει, εκφράζει και διαπλάθει την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας. Αυτό είναι το φορτίο του, το λειτούργημά του, και γι' αυτό θυσιάζει την καθημερινότητά του». (Ιδέτε C. G. Jung, Το πνεύμα στον άνθρωπο, την τέχνη και τη λογοτεχνία, εκδόσεις Ιάμβλιχος.) Αν το περίβλημα - ή άλλως «όνομα» των πραγμάτων είναι αδύνατον να συνεχίσει να διατηρεί την παλαιά του συνοχή, τότε η γραφή αναλαμβάνει το πρόσθετο βάρος (ή δουλεία) να εφεύρει ένα άλλο, κατά πολύ επαρκέστερο Ενδυμα. Αν εντέλει «σώμα καλείται ο σταλαγμίτης του αίματος», όπως παλαιότερα όρισε ευφυώς ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, τότε η λεκτική αναδιάταξη, που τόσο θερμώς υποστηρίζει από την αρχή σχεδόν της αισθητικής του πράξης, νομιμοποιείται να συνεχίζει το έργο της, ολοκληρώνοντας σταδιακά ένα ακριβοδίκαιο σύστημα ποιητικών αφορισμών, που έχουν το προνόμιο-αποστολή να μας ξεμάθουν «πολιτισμό» και να μας μάθουν Ουσίες.

Μέσα από το δράμα των λέξεων

Από τον Θάνο Φωσκαρίνη

  • Κ. Π. Παπαγεωργίου : Η λύπη των άλλων, ποιήματα, εκδόσεις Κέδρος , σ. 73, 10 ευρώ

Είναι συνηθισμένο η πρωτότυπη δημιουργία, δηλαδή τα πεζά ή τα ποιήματα κυρίως, ενός καταξιωμένου μελετητή ή κριτικού της λογοτεχνίας να μην προσέχονται ιδιαίτερα ή να συγκρίνονται με τον χαρακτήρα και την ποιότητα των δοκιμίων, των μελετών, των κριτικών του αποδίδοντας τις καταβολές του συγγραφικού του ταλέντου σ' αυτά τα διαβάσματα. Λησμονούν ότι η ποίηση ακονίζει την κριτική οξυδέρκεια των ποιητών πολύ περισσότερο απ' ό,τι η πεζογραφία κι ότι στον τόπο μας όσο και στο εξωτερικό πολλοί σημαντικοί θεωρητικοί της λογοτεχνίας μας ήταν πρωτίστως ποιητές.

Ο Κ. Π. Παπαγεωργίου, που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου του στη μελέτη και κριτική της λογοτεχνίας μας, έχει ωστόσο εκδώσει μέχρι τώρα 12 ποιητικές συλλογές αξιοζήλευτης ποιότητας ποιητικού λόγου. Θα 'λεγα μάλιστα πως είναι απόρροια της κλίσης του στην ποίηση τα 5 βιβλία πεζογραφίας του.

Ο ακαταπόνητος αυτός θεράπων της λογοτεχνίας μας, του οποίου διαβάζουμε συχνά δοκίμια στον περιοδικό και ημερήσιο Τύπο των ημερών μας, είναι επίσης υπεύθυνος του περιοδικού λογοτεχνικής κριτικής «Κ», διευθυντής των εκπομπών λόγου του Γ' Προγράμματος και ο δημιουργός-παραγωγός δύο λογοτεχνικών εκπομπών: Αναγνώσεις και λαθραναγνώσεις και Το ξαπλωμένο ύψος ο ουρανός.

Είναι όμως από το 2006, οπότε κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή Το μαύρο κουμπί, που η ποίησή του υπεισέρχεται σ' έναν άλλο κύκλο, σε μια νέα φάση ωρίμανσης. Το επιβεβαιώνει η τελευταία του εργασία Η λύπη των άλλων. Η συλλογή, η οποία χωρίζεται σε 5 ενότητες, καταθέτει με ευκρίνεια και στέρεη δραματική εσωτερικότητα τη «λύπη των άλλων» εννοώντας ως άλλους όχι κάποια πρόσωπα και βιώματα αλλά καταστάσεις ψυχικές που αυτά δημιουργούν.

Κινήσεις και στάσεις ενός ή πολλών πραγμάτων που εντοπίζουν -αδιάψευστοι μάρτυρες- οι αισθήσεις μας. Εντυπώσεις που κάποτε συνέλαβε η συνείδηση, ή άλλοτε εικόνες, που προσλαμβάνει μόλις τώρα, από τον έξω κι από τον μέσα μας κόσμο, κι αμέσως συνειρμικά αποκαλύπτει το μυστήριό τους στον ψυχισμό μας. Μια διαδικασία που πραγματοποιείται με έκπληξη, αγωνία, ενίοτε και φόβο γιατί η πραγματικότητα είναι αδέκαστη, ανεξάλειπτη και προπάντων απρόβλεπτη. Το βάρος της αναγκάζει «τα μάτια όταν δεν θέλουν πια να δουν [να] στρέφονται μέσα τους και [να] πλάθουν όραση τυφλού, μονάχα για των σπλάχνων τα τοπία», όπως γράφει σ' ένα ποίημά του αποκαλύπτοντάς μας, ποιητικώ τω λόγω, ότι και η σκέψη διαθέτει «σπλάχνα» και άλλα «όργανα σωματικά» απ' όπου αναδύονται οι χώροι, τα όντα και τα πράγματα που μας συνδέουν με τη ζωή αλλά και με τον θάνατο. Είναι εξαιτίας του βάρους που αποκτούν στην προβολή τους στον εσωτερικό κόσμο που ο ύπνος και το όνειρο λειτουργούν εξιλαστήρια και καθαρτικά ως το μόνο αντίδοτο που μας προσφέρει η φύση.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο νους παύει να διοράται, να εικάζει, να ξαφνιάζεται, να απορεί και να αναζητά αποκρίσεις. Ο ποιητής, συγκεντρωμένος στο έσχατο όριο του λόγου και της λέξης, προσπαθεί να συνθέσει το μυστήριο του κόσμου επικαλούμενος το φως, στην κυριολεκτική και μεταφορική του σημασία, συμπλέοντας μαζί του ή αντιπαλεύοντάς το διότι κι αυτό παραμένει μυστήριο. Το φως είναι γι' αυτόν «η αφή του χρόνου» [...] «μετακινεί τα πράγματα [...] αλλά και «τα πρόσωπα χωρίς ν' αγγίζει κάνει αλλιώτικα να φαίνονται κι ευνοεί το κάρφωμα της μνήμης σε ύψη απάτητα».

Το νερό σε διάφορες μορφές, ως σταγόνα, λίμνη, έλος, βροχή, υγρός βυθός, ρυάκι, ατμός, ταυτόσημο ακόμα και του γυαλιού, είναι ο μόνος τρόπος διά μέσου του οποίου η ψυχή αντανακλάται, πλανάται και φθείρεται. Ο ύπνος, με την ακινησία και τη γαλήνη του, επιτρέπει, μαζί με τα όνειρα ή και χωρίς αυτά, να διαστέλλονται τα όρια του χώρου και του χρόνου. Γι' αυτό άλλωστε «βυθίζονται στη λάσπη ώς τα μισά». Η μουσική, τέλος, ως σύμβολο της τέχνης, συμπληρώνει την εικόνα της έκστασης υποβάλλοντας ρυθμούς από λόγια αλλά και κινήσεις των ανθρώπων και της φύσης.

Ο Παπαγεωργίου δεν μας αφήνει να εντοπίσουμε τα αγαπημένα πρόσωπα των δικών του, μορφές και φιγούρες που κυριαρχούν στη σκέψη και στη συγκίνησή του και παραμονεύουν πίσω σχεδόν από όλους τους στίχους της συλλογής. (Εξαίρεση το ποίημα «Η αγάπη αρκεί», αφιερωμένο στον αδερφό του Ανακρέοντα Π.). Κι αυτό για να μην περιορίσει την ερμηνεία μας σε ένα στενό προσωπικό επίπεδο. Και μόνο στο ποίημα «Του ύπνου» αφήνει να διακρίνουμε τη συγκίνησή του από τον χαμό των αγαπημένων του προσώπων που τα βλέπει: «Να έρχονται οι ξενιτεμένοι μου να καθρεφτίζονται. Να σκύβουν οι θλιμμένοι μου να ξεδιψούν» στον θαμπό καθρέφτη του ύπνου.

Οι λέξεις της σύνθεσης (και ονομάζω «σύνθεση» τα ποιήματα της συλλογής, γιατί ο Παπαγεωργίου είναι ποιητής που η κάθε του συλλογή είναι μια συμπαγής ενότητα ποιημάτων που καθορίζεται από την αρχιτεκτονική της), συγκρατούν τη συγκίνηση και τις διαβαθμίσεις της ώστε να μην καταλήξει ποτέ σε λυγμό. Χαρακτηριστικά της ο λιτός αφαιρετικός λόγος, η λακωνικότητα, η ενίοτε ιδιότυπη σύνταξη των λέξεων σε κάποιους στίχους που κόβουν απότομα την εικόνα ανατρέποντας την αίσθηση της απλής λυρικής αφήγησης και προσδίδοντας έτσι μια διάθεση δραματικότητας.

Στις δύο τελευταίες ενότητες ο ποιητής κατονομάζει τον εχθρό που κατεργάζεται την αλλοίωση του σώματος, οδηγεί στη στρέβλωση και στη φθορά αποκαλύπτοντάς μας ως αιτία βασάνου του την έννοια της ασθένειας που στις προηγούμενες ενότητες απλώς υπονοείται πίσω από τις λέξεις «τσιμπήματα» (σ. 16), «μαύρα αυγά του ήλιου» (σ. 17). Εδώ γίνεται πλέον «Το σάπιο μήλο» (σ. 45), τα τρία ποιήματα «Του πυρετού» (σ. 47-49), ή κατονομάζεται ευθέως (σ. 65).

Στην τελευταία ενότητα θίγει το ζήτημα της δύναμης και της αξίας της τέχνης στα ανθρώπινα δεινά. Οι λέξεις, όπως είναι φυσικό, στους ποιητές προσωποποιούνται. Η φιμωμένη τους σημασία τις μεταμορφώνει σε παρουσίες αδικαίωτες, σε ζωές χαμένες και ωσάν βγαλμένες από κάποια σελίδα του Δάντη τις συναντάμε στο παραστατικό «Συσσίτιο», για να καταλήξουν στο τελευταίο ποίημα στην εικόνα μιας άδειας και εγκαταλελειμμένης τάξης σχολείου («Αιώνιο διάλειμμα») βουβής και κουφής ταυτόχρονα από κάθε θόρυβο ζωής...

Η ποιητική συλλογή Η λύπη των άλλων επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά τον πλούτο και τη δύναμη των λέξεων να λειτουργούν ως μουσικό όργανο, με την απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια αυτοί που τις χειρίζονται να κατέχουν την τέχνη να τις αποκαθαίρουν και να μας τις παραδίδουν σαν για πρώτη φορά, να είναι δηλαδή αληθινοί ποιητές.

Sunday, January 31, 2010

Ενας κόσμος μεταξύ φωτός και σκότους

Οταν η λύπη ριζώνει στο χαρτί
  • ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Η λύπη των άλλων, εκδ. Κέδρος

Πρώτα η λύπη. Αυτή προηγείται και έπονται οι άλλοι, δίβουλοι, υποκείμενα και αντικείμενά της, οι άνθρωποι που έτσι κι αλλιώς πληθαίνουν μόνο ως σκιές στον κόσμο του Κ. Γ. Παπαγεωργίου. Μια λύπη όμως που δεν κάνει διακρίσεις εμβίων και μη, που ριζώνει στα πράγματα και στις λέξεις, στο μελάνι που δρα και στο χαρτί που σωπαίνει – όπως υπογραμμίζει ο ποιητής σε έναν από τους αφορισμούς του. Στην τελευταία του συλλογή, ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου έχει επιτύχει σε ύψιστο βαθμό το στόχο που έθετε από τα πρώτα του ποιήματα, το 1966: να δημιουργήσει έναν ενδιάμεσο κόσμο, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον ύπνο και την εγρήγορση, τον πόνο και την απόλαυση, τη ζωή και το θάνατο. Να πειραματιστεί με τις λέξεις που τον συγκρατούν και τον διαλύουν ανά πάσα στιγμή, που τον εκθέτουν στις δυνάμεις της εντροπίας κυρίως, αλλά και της ενθαλπίας, με έναν παράδοξο τρόπο είναι αλήθεια: μέσα από τις διαρκείς μεταμορφώσεις των υλικών, που δοκιμάζουν τις αντοχές της αναπαράστασής τους, μέσα από εικόνες–σύντομα δράματα που απεικονίζουν τρυφερά το αποτρόπαιο, το άσπρο που τρέφει το λευκό, αγκαλιάζει το μαύρο σε μια κίνηση παραδοχής της συνεξάρτησης, της επώδυνης διαλεκτικής του λόγου και του κόσμου.

Σημεία αναφοράς

Οικεία τα σημεία αναφοράς. Ο ύπνος και ο άνθρωπος ως ναυαγός στη μέρα –μια μέρα που μπορεί να είναι και μπαλκόνι–, ναυαγός και στην πραγματικότητα. Το νερό, η σταλαγματιά που μετράει το φως και το σκοτάδι, και η λίμνη, το βύθισμα μες σ’ ό, τι υγρό είναι ή μοιάζει. Η παρουσία–απουσία σε όλες τις εκφάνσεις της, η λάμψη του πόνου και το μούδιασμα της έκπληξης μπροστά στη διαρκή μεταστοιχείωση των πάντων: ο χώρος γίνεται χρόνος, ο χρόνος αντικείμενο, το εντός εκτός, οι μουσικές θεριστάδες σαν το θάνατο. Τα χρώματα άηχα ηχούν, καθώς γίνονται φωτιές και πληγές και ο πυρετός καταλαγιάζει σαν τρυφερό πουλί. Καταλύτες οι λέξεις αυτές, βασανισμένες και πάντα άλκιμες, εμβαπτισμένες σε διαλύματα κρυφά για να αντέχουν να σχεδιάζουν «των σπλάχνων τα τοπία» τα ανείδωτα, τις γοερές συναιρέσεις του εδώ και του εκεί, τη φύση που απλώνεται σαν τις ρίζες του Βαν Γκογκ και αναδέχεται τη συνέχειά της, το σώμα, που όπως αυτή μονίμως είναι και δεν είναι.

Στην τελευταία συλλογή του Κ. Γ. Παπαγεωργίου, οι λέξεις και τα πράγματα, ο κόσμος και ο άνθρωπος συναιρούνται σε αδιάλυτα σχήματα και μορφές που δύσκολα διασπώνται. Η συμπαγής υλικότητά τους, της φαντασίας γέννημα, κατεργασμένη στα λατομεία του λόγου και της σκέψης, γεννάει με τη σειρά της την αναλαμπή μιας απαρηγόρητης ποίησης, που στη σκοτεινότητά της, εντέλει, παρηγορεί. Τους άλλους και τη λύπη τους.

Τιτικα Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/01/2010


Thursday, January 28, 2010

Ο Γιάννης Ρίτσος πολίτης του κόσμου των ιδεών και της τέχνης

  • Από τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου
  • Ο ποιητής και ο πολίτης Γιάννης Ρίτσος, Εισηγήσεις. Μουσείο Μπενάκη και εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σ. 546, 28 ευρώ

Στον παρόντα τόμο είναι συγκεντρωμένες όλες οι εισηγήσεις -ελλήνων και ξένων μελετητών του Ρίτσου και της νεοελληνικής λογοτεχνίας- που εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια του τετραήμερου (28 Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 2005) Διεθνούς Συνεδρίου με κεντρικό θέμα «Ο ποιητής και ο πολίτης Γιάννης Ρίτσος», οργανωμένου από το Μουσείο Μπενάκη, με στόχο μια νέα, βασισμένη στα σύγχρονα φιλολογικά-μεθοδολογικά και «πολυπολιτισμικά» δεδομένα προσέγγιση και εμβάθυνση στο έργο του ποιητή. Κυρίως, όμως, με την ευδιάκριτη, στις περισσότερες εισηγήσεις, πρόθεση να τεθεί επί τάπητος το τεράστιο ζήτημα για την τύχη μιας ποίησης στενότατα συναρτημένης με τα ιδεολογικά, κοινωνικά και ιστορικά δρώμενα της εποχής της, που ο δημιουργός της βρισκόταν σχεδόν πάντα, ακόμα και τις στιγμές των επώδυνων υπαρξιακών καταβυθίσεών του, σε περισσότερο ή λιγότερο φανερή ή κρυφή συνομιλία με πτυχές της σύγχρονης Ιστορίας, όταν, μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Αγγελος Δεληβορριάς στο εισαγωγικό κείμενό του, «πολλά από τα θεμέλια του λόγου του έχουν χαθεί». Ενα κείμενο ιδιαίτερα κατατοπιστικό, προλειαντικό και προϊδεαστικό του πνεύματος των περισσότερων εισηγήσεων του βιβλίου, οι συγγραφείς των οποίων επιχειρούν μια επανεκτίμηση του τεράστιου σε όγκο και ποιητική αξία έργου του Γιάννη Ρίτσου, ανιχνεύοντας και ψηλαφώντας τη λιγότερο γνωστή πλευρά του ποιητή, αυτήν που, πέρα από μια συγκεκριμένη ιδεολογία, προϋποθέτει συνείδηση της τραγικής μοίρας της ιστορίας, του ανθρώπου και του κόσμου. Συνείδηση που, σαν καμίνι, «καίει τις βεβαιότητες και την ασφάλεια των εκκλησιών και των κομμάτων», κάνει τον λόγο αμφίδρομο ανάμεσα στο εγώ, το εμείς και το «άλλο» και αμφίσημο εκφραστή της υπαρξιακής αγωνίας και της ιδεολογικής μέριμνας.

Τα κείμενα, ανταποκρινόμενα στους προκαθορισμένους, από την οργανωτική επιτροπή του Συνεδρίου, τέσσερις άξονες μελέτης του έργου του τιμώμενου ποιητή, επέτρεψαν τη διαίρεση του βιβλίου σε τέσσερις, θεματικά ανεξάρτητες, ενότητες: α) Ο Γιάννης Ρίτσος και ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, β) Ο Γιάννης Ρίτσος και η εποχή του, γ) Η ποιητική του Γιάννη Ρίτσου και δ) Ο Γιάννης Ρίτσος και ο κόσμος. Στην πρώτη ενότητα ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, με δεδομένο ότι ο Ρίτσος είναι ο σημαντικότερος, ποσοτικά και ποιοτικά, αρχαιόμυθος ποιητής μας, περιορίζεται στην ποιητική σύνθεση Φιλοκτήτης (από την ενότητα της Τέταρτης διάστασης), επισημαίνοντας τον τρόπο με τον οποίο το ποιητικό υποκείμενο ανατρέπει βασικές προϋποθέσεις της ομώνυμης τραγωδίας, προκειμένου «ο λόγος να μετακινηθεί από το πεδίο της εξωτερικής δράσης στο εσωτερικό τοπίο της συνείδησης». Για τον Γιάννη Δάλλα στα αρχαιόθεμα ποιήματα οι υπάρξεις γίνονται περσόνες του ποιητή και η πραγματικότητα επινοείται ως φανταστική πραγματικότητα, επιδέξια σκηνοθετημένη, πρόσφορη για μια δικαιωμένη ποιητικά «μετάβαση» από το ιστορικό και μυθολογικό τότε «προς το δράμα, τώρα, της συνείδησης του ήρωα και του αφηγητή». Η Ρένα Ζαμάρου εντοπίζει αρχαιογνωστικά ποιήματα στις Επαναλήψεις (1963-1969), ενώ ο Μιχάλης Πιερής και ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης επισημαίνουν τις ομοιότητες και τις διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο μετέρχονται τη μυθική μέθοδο ο Ρίτσος και ο Σεφέρης, παρατηρώντας πώς ιδιαίτερα ο πρώτος συνθέτει παρελθόν και παρόν, με συνεκτικό μεταξύ τους ιστό τον μύθο, και πώς, στην ποίησή του, στοιχεία του μύθου ταυτίζονται με στοιχεία της σύγχρονης πραγματικότητας.

Στη δεύτερη ενότητα εντάσσονται εισηγήσεις με αντικείμενο το ιδιαίτερα πολύπλοκο ζήτημα της σχέσης του ποιητή με την εποχή του και με την ιστορία. Ζήτημα που, ειδικά στην περίπτωση του Ρίτσου, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού «η ιστορία είναι καταλυτικά παρούσα μέσα στη γλώσσα, μέσα στον στίχο, μέσα στην ψυχή του», με συνέπεια η πρόσληψη του έργου του να «υπήρξε πολύ συχνά όχι αποτέλεσμα της αισθητικής του αξίας, αλλά εξαγόμενο άλλων, κυρίως πολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων» (Αγγελος Δεληβορριάς). Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου αναφέρεται στη συμμετοχή του Ρίτσου στο δράμα της Κύπρου με τα «κυπρόθεμα» ποιήματά του, τα περισσότερα από τα οποία εμφανίστηκαν στις κρίσιμες στιγμές του νεότερου και σύγχρονου κυπριακού ζητήματος. Ο Vincenzo Rotolo αναζητά στοιχεία ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική, ιδεολογική και πολιτική συνείδηση του ποιητή διαμόρφωσε την ποιητική του και τις γύρω από τον κοινωνικό ρόλο του αντιλήψεις· για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι με το πέρασμα του χρόνου και την άμβλυνση των πολιτικών παθών, όσο απομακρύνεται από το επίκεντρο της βίαιης σύγκρουσης, γίνεται λιγότερο απόλυτος, δείχνοντας «κατανόηση για τις υπαρξιακές αμφιβολίες και τις ανθρώπινες αδυναμίες». Ο Μ. Γ. Μερακλής, αφού αναφέρεται στην εμμονή του τιμώμενου ποιητή σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες τάσεις: στο μαρξιστικό όραμα από τη μια και στη μεταφυσική ενόραση από την άλλη, στη συνέχεια επιχειρεί την τεκμηρίωση της ιδεολογικής του συνέπειας, παρά την έντονη παρουσία μιας μεταφυσικής διάστασης στην έκφραση της βιοθεωρίας και της κοσμοθεωρίας του. Η Χριστίνα Ντουνιά καταγράφει την περιπετειώδη πορεία της κριτικής απέναντι στον αριστερό ποιητή Ρίτσο, χωρίζοντάς τη σε τρεις, κυρίως, περιόδους, που είναι: α) η υποδοχή της ποίησής του τη δεκαετία του '30, β) από την Κατοχή ώς το τέλος του Εμφυλίου και γ) από το 1956 στη δεκαετία του '60, οπότε και ανοίγει ο δρόμος προς την επανεκτίμηση.

Ο θεματικός άξονας της τρίτης ενότητας («Η ποιητική του Γιάννη Ρίτσου») παρέσχε στους εισηγητές προσφορότερο έδαφος για την επισήμανση και τον καλύτερο φωτισμό τής λιγότερο προβεβλημένης πλευράς της ποίησης του Ρίτσου· αυτής που σφυρηλατήθηκε από την υπαρξιακή, μεταφυσική και ποιητικά δραστική αγωνία του και που όχι μόνο ενισχύει τη δυνατότητα για μιαν επαναπροσέγγιση και επανεξέταση του έργου του -ακόμα κι αυτού που γράφτηκε υπό την πίεση «ιστορικοπολιτικών υστεροβουλιών»-, αλλά και συμβάλλει στη διαχρονικότητά του. Ετσι, η Ρούλα Κακλαμανάκη αναφέρεται στον μεταφυσικό Ρίτσο και ψηλαφεί στην ποίησή του τον υπαρξιακό τρόμο, την απελπισία και την αίσθηση της ματαιότητας. Η Ελλη Φιλοκύπρου μιλάει για μια ποιητική που ζυμώνεται με υλικά της ιδέας και της τραγικά υπαρξιακής αμφισβήτησής της. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου αναζητά και εντοπίζει στον πρώιμο και στον όψιμο θεωρητικό λόγο του Ρίτσου -συγκεκριμένα στις αναφορές του σε ξένους ομοτέχνους του- φανερές ή σιωπηρές παρεκκλίσεις από τις δογματικές θέσεις, που απαιτούσαν τα έργα να κρίνονται από τις ιδέες τους. Ο Δημήτρης Κόκορης αναφέρεται στις συμπυκνωμένες εκδοχές ποιητικής στα ποιήματα των Μαρτυριών, εξαίροντας τον τρόπο με τον οποίο ταπεινά, καθημερινά αντικείμενα μετατρέπονται σε οχήματα υψηλόβαθμης συγκινησιακής δυναμικής, ενώ ο Ερατοσθένης Καψωμένος επισημαίνει την ανάγκη μιας επανεξέτασης του έργου του Ρίτσου, έξω από τα όποια ιδεολογικά και πολιτικά στερεότυπα, προκειμένου να προκύψουν διαυγέστερα τα στοιχεία στα οποία έγκειται ο πρωτοποριακός χαρακτήρας της ποίησης και της ποιητικής του.

Ολες οι εισηγήσεις -αν όχι όλες, πάντως οι συντριπτικά περισσότερες, ακόμη κι αυτές της τέταρτης ενότητας, που αναφέρονται στη σχέση του ποιητή με τον έξω κόσμο («τι βλέπουν οι άλλοι [οι ξένοι] στο έργο του, πώς το διαβάζουν και ποιοι, πώς το μιλούν στη γλώσσα τους»)- απαντούν στο καίριο ερώτημα πώς μπορεί να διαβάζεται σήμερα μια ποίηση που, όπως αυτή του Ρίτσου, άλλοτε ακούστηκε σαν εμβατήριο των καιρών και υψώθηκε σαν ιδεολογικό λάβαρο και άλλοτε βυθίστηκε στα έγκατα της υπαρξιακής αγωνίας, εκφράζοντας τον άλλοτε οδυνηρό και άλλοτε ευφρόσυνο αγώνα του ποιητή να κρατήσει καθαρό το πρόσωπό του -έστω και μέσα από προσωπεία- και αμόλυντη την ψυχή του. Ολες ή σχεδόν όλες οι εισηγήσεις αναζητούν ψήγματα σιωπής, νοήματα και χειρονομίες για μιαν «άλλη» επικοινωνία. Είναι φιλολογικότερες και στρέφονται προς τη χαμηλόφωνη ποίησή του, αναγνωρίζοντας ότι «η ησυχία είναι γονιμότερη από τον θόρυβο», προτείνοντας μιαν ανάγνωση με κριτήρια λογοτεχνικά και όχι ιδεολογικά, αφού, όπως λέει ο Παντελής Μπουκάλας, μια «προσεχτικότερη ανάγνωση της ποίησής του (του Ρίτσου) θα μας οδηγούσε στην ανακάλυψη ότι ούτε μονοφωνικά επικός υπήρξε ούτε αράγιστος: η ρητορική της αισιοδοξίας δεν αναίρεσε ποτέ τον ενδιάθετο καρυωτακισμό του».

  • **Χρήστος Τριανταφύλλου, Ο ορκωτός λογιστής. Πίνακας εξωφύλλου: Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου, εκδόσεις Γαβριηλίδη, σ. 126, 9 ευρώ

Ο Χρήστος Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1991. Είναι φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας - Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρώτη του εκδοτική εμφάνιση το 2007, δεκαεξάχρονος μαθητής Λυκείου τότε, με τη συλλογή Το κρέας (Γαβριηλίδης).

Τι υποτίθεται ότι συμβαίνει στο βιβλίο; Μα, ο ισολογισμός της καθημερινότητας, το ισοζύγιο πληρωμών της πραγματικότητας και ο υπολογισμός εξόδων της πολιτικής. Επιπλέον, κατατίθενται φορολογικές δηλώσεις άκρατης μεταφυσικής, ανεπίτρεπτης ιστορικής αναδρομής και ευχάριστης αμπελοφιλοσοφίας. Ταυτόχρονα, συντάσσονται συμβόλαια λαϊκισμού, μεσσιανισμού και ευθυνοφοβίας, καθώς και εταιρικά πακέτα πατριδοκαπηλίας, ψευδοαυθεντίας και άμυαλης καταστροφής. Τέλος, δίδονται εγγυητικές επιστολές κινηματογραφικής μιζέριας, φαιδρής συμβατικότητας και ασυγχώρητου κυνισμού. Ολα γίνονται. Αλλά πάντα με στυλ.

Σ.Γ.

Tuesday, January 5, 2010

Εξωτερική πραγματικότητα και ανθρώπινες σχέσεις


Στη «Λύπη των άλλων» αναγνωρίζεται η κορύφωση της δημιουργικής ύπαρξης του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου με τη γλώσσα
  • Κώστας Γ. Παπαγεωργίου «Η λύπη των άλλων». Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2009, σελ. 80

ΠΟΙΗΣΗ. Στον χώρο της δημιουργικής γραφής τα λογοτεχνικά κείμενα του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου λειτουργούν ως ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες παραδειγματικές εφαρμογές, τόσο επειδή προβάλλουν συγκεκριμένες θεματικές σταθερές που αποδεικνύουν την εξέλιξη κειμενικού σύμπαντος, όσο και επειδή αποτελούν πρωτότυπες προτάσεις σε ό,τι αφορά τη χρήση της γλώσσας για τη διατύπωση και διεκπεραίωση του μηνύματος.

Στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων ανήκουν κείμενα που εντάσσονται τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία και περαιτέρω ορισμένα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα κείμενα όπου εντοπίζονται σε έναν ευρηματικό συνδυασμό στοιχεία που παραβιάζουν τα συμβατικά όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία ως δύο διαφορετικά κατά την κοινή χρήση γραμματολογικά είδη, δηλαδή στοιχεία που αποτελούν τεκμήρια ενιαίου δημιουργικού λόγου, όπως ακριβώς αναγνωρίζονται (και) στο παρόν βιβλίο του Κ. Γ. Παπαγεωργίου με τον τίτλο «Η λύπη των άλλων».

Το βιβλίο αποτελείται από σαράντα έξι κείμενα οργανωμένα σε πέντε ενότητες, καθεμιάς των οποίων προτάσσεται κειμενικό τεμάχιο (φράση, πρόταση, συνδυασμός προτάσεων). Τα κειμενικά αυτά τεμάχια λειτουργούν ως προειδοποίηση ή πυρηνική διατύπωση για τη θεματική ανάπτυξη των κειμένων στις αντίστοιχες ενότητες.

Τον κειμενικό κόσμο στο παρόν βιβλίο προσδιορίζουν η αντιπαράθεση του ανθρώπου προς την εξωτερική πραγματικότητα, με ιδιαίτερη έμφαση στις ανθρώπινες σχέσεις, και η διαδικασία για τη μετάλλαξη αυτής της αντιπαράθεσης σε εσωτερικό κόσμο, δηλαδή εντέλει σε περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, ως υλικό εν προόδω για την ανάπτυξη βασικής θεματικής σταθεράς στο λογοτεχνικό έργο του Κ. Γ. Παπαγεωργίου.

Ο άνθρωπος προσλαμβάνει την εξωτερική πραγματικότητα μέσα από τη βιωματική σχέση με αυτήν, αποκτά αυτογνωσία και δημιουργεί εσωτερικά τοπία που συνθέτουν τον εσωτερικό κόσμο. Η ύλη και η ενέργεια από τον εξωτερικό κόσμο μεταλλάσσονται σε εσωτερικά τοπία με τη συνδρομή της βούλησης συνεπικουρούμενης από τις αισθήσεις (μεταξύ των οποίων πρώτη η όραση).

Κεντρικό χώρο στον εσωτερικό κόσμο κατέχουν τα στοιχεία της φύσης που διαθέτουν υπόσταση και ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και διατηρούν διάλογο με τον άνθρωπο. Τα εσωτερικά τοπία αποτελούν στην ουσία εκδοχές του τρόπου, με τον οποίον η φύση μιλά στον (εσωτερικό) άνθρωπο.

Στον εσωτερικό κόσμο ο χρόνος παρίσταται ως τεκμηρίωση του υλικού της μνήμης που αναδύεται από τα βαθύτερα στρώματα του εσωτερικού ανθρώπου μόλις φθάσει το οριακό πλήρωμα του προσωπικού ή βιωματικού χρόνου, όπως αυτό μετριέται κυρίως με οριστικές και αμετάκλητες απουσίες.

Ακολουθώντας τις αέναες εναλλαγές στον φυσικό χρόνο, ο προσωπικός ή βιωματικός χρόνος έχει επίσης κυκλική ροή, επομένως υπάρχει ένωση τέλους και αρχής ως βασικός κανόνας για την τακτοποίηση του περιεχομένου της μνήμης.

Μέσα στο ευρύ πεδίο της εσωτερικής πραγματικότητας τα αντανακλαστικά του παρελθόντος αποτελούν βασικό υλικό για τον υποκειμενικό χωρόχρονο ως τόπο διαρκούς επιστροφής, πράγμα άλλωστε που ισχύει και για το συνειδησιακό υλικό που εντοπίζεται στην περιοχή του ύπνου και των ονείρων.

Στον ορίζοντα του υποκειμενικού χωρόχρονου τοποθετείται ο θάνατος ως μια μη μετρήσιμη διάσταση ή ως δυνητική μεταζωή. Σ’ αυτό το πλαίσιο η υλική απουσία αποτελεί βιωματική παρουσία με τη διαρκή επίκληση των απόντων, όπου ισχύει σύμπτωση τέλους και αρχής με σημασιολογικό κώδικα (σημαίνον) το όνομα που λειτουργεί ως ταυτότητα δυναμικής της ανθρώπινης ύπαρξης πέραν των συμβατικών ορίων.

Εδώ εντοπίζεται ο κεντρικός θεματικός άξονας που προσδιορίζει την οργάνωση των σημαινομένων στο παρόν βιβλίο: Η γλώσσα αποτελεί το πεδίο ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης κατά παραβίαση των συμβατικών συνθηκών που την περιορίζουν στη διάσταση της εξωτερικής πραγματικότητας, επομένως η γλώσσα αποτελεί απόλυτο εργαλείο για τη δημιουργία της εσωτερικής πραγματικότητας και μοναδική δίοδο για την επίσκεψη στους σημασιολογικούς και συναισθηματικούς τόπους αυτής.

Με αυτή την προϋπόθεση, ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου θέτει το μεγάλο ζήτημα της ανθρώπινης επικοινωνίας στην πλέον δραματική διάστασή της όπου ισχύει πόνος, πένθος, έλεος, οικτιρμός, ευσπλαχνία, συμπόνοια για τον άνθρωπο εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου. Αυτή η υπόθεση εργασίας οδηγεί και στην ανάγνωση του τίτλου του βιβλίου.

Ολο αυτό το υλικό διεκπεραιώνει η βιωματική χρήση της γλώσσας με τη στερεή οικονομία αφηγηματικού και ενίοτε παραβολικού λόγου ως βάση για την οργάνωση της μορφής των κειμένων στο παρόν βιβλίο. Παράλληλα, πρόκειται για κείμενα πυκνά, με έντονο ρυθμό ως αποτέλεσμα παρηχήσεων, αλλά και αποκλίσεων από την κοινή χρήση της γλώσσας και με ευρύτατη χρήση της μεταφοράς που προσδιορίζει τον ιδιαίτερο, μετα-υπερρεαλιστικό χαρακτήρα των κειμένων. Με τον τρόπο αυτό στο παρόν βιβλίο αναγνωρίζεται μια πρωτότυπη μορφή ενιαίου λόγου ως προϊόν της δημιουργικής σχέσης του συγγραφέα με τη γλώσσα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται επίσης η σύνθεση μιας εκτενούς τοιχογραφίας γραμματικών εικόνων, καθώς και η μεταγλωσσικότητα των κειμένων που αναγνωρίζεται στη χρήση της γλώσσας ως λογοτεχνικού υλικού με έμφαση σε ζητήματα όπως: οπτικό και ακουστικό ίνδαλμα γλωσσικών στοιχείων, η γλώσσα ως φορέας σημασιών και συναισθημάτων, διαδικασία παραγωγής λόγου ως αποτέλεσμα εξόρυξης υλικού από τα βαθύτερα στρώματα του εσωτερικού ανθρώπου, προτεραιότητα στο βιωματικό αντίκρισμα της γλώσσας.

Κορύφωση της δημιουργικής σχέσης του Κ. Γ. Παπαγεωργίου με τη γλώσσα αναγνωρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα μορφή διακήρυξης για τη δημιουργική γραφή (στο ποίημα με τον ειδοποιό τίτλο «Ποιητική»), όπου τίθεται η ισότιμη σχέση λόγου και σιωπής, η ταυτόχρονη συνύπαρξη ρητών και αρρήτων, που συνθέτουν έναν «αυξημένο» λόγο και οδηγούν στη δημιουργική ανάγνωση.

Είναι σαφές ότι ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου συνεχίζει να τεκμηριώνει με τον παραστατικότερο τρόπο έναν δημιουργικό λόγο που προβάλλει υψηλή αισθητική και συνειδητή παραγωγή.

  • Της Αλκηστης Σουλογιαννη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 5 Iανoυαρίου 2010