Showing posts with label Ευσταθιάδη Μαρία. Show all posts
Showing posts with label Ευσταθιάδη Μαρία. Show all posts

Tuesday, November 11, 2008

Τα τερτίπια της μνήμης


Από τον ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 09/11/2008

Τι ακριβώς κάνει η μνήμη μας όταν δοκιμάζει να ανασυστήσει το μακρινό παρελθόν; Μπορεί να αναδιοργανώσει και να βάλει σε τάξη πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους εποχές ή είναι σε θέση να αναπαραγάγει τα επεισόδια μιας μόνο περιόδου, ενώνοντάς τα με μια κοινή κλωστή; Κι ακόμη, πώς είμαστε βέβαιοι για το ότι η μνήμη δεν θέλει να μας εξαπατήσει, να ενεργήσει επιλεκτικά, ακόμη και να επινοήσει κάποιες αφηγήσεις προκειμένου να εξυπηρετήσει καλύτερα τον εξωραϊσμό του εγώ; Ερωτήματα τέτοιου τύπου απασχολούν εδώ και καιρό τις γνωστικές επιστήμες και θα ήταν δύσκολο να μείνουν για πολύ έξω από τις ανησυχίες και της λογοτεχνίας.

Η Μαρία Ευσταθιάδη δίνει στο καινούριο της πεζό, που κυκλοφορεί με τίτλο «Το κόκκινο ξενοδοχείο» από τις εκδόσεις «Κέδρος», έναν χαρακτηριστικό υπότιτλο: «Η αδύνατη αναπαράσταση».

Η κεντρική ηρωίδα (η κεντρική φωνή) στο «Κόκκινο ξενοδοχείο» είναι μια μάλλον έμπειρη και ώριμη γυναίκα, η οποία προσπαθεί να οργανώσει στη μνήμη της ορισμένα κρίσιμα συμβάντα της παιδικής της ηλικίας προκειμένου να κάνει κάτι (αν θα το κατορθώσει τελικά) με τους άλυτους κόμπους της ζωής της, που δεν είναι άλλοι από τους δύστροπους δεσμούς με την οικογένειά της, εκφρασμένη πρωτίστως στο πρόσωπο του πατέρα της. Για να λυθούν, όμως, αυτοί οι κόμποι είναι απαραίτητο να μην επιτραπεί στη μνήμη να αυτενεργήσει - να μη βολευτεί η πρωταγωνίστρια με μια μνημονική λειτουργία η οποία θα της δίνει εμμέσως πλην σαφώς άφεση αμαρτιών, σπεύδοντας να φορτώσει όλες τις ευθύνες στους άλλους.

Η Ευσταθιάδη βοηθάει την ηρωίδα της ανεβάζοντας επί σκηνής κάποια ομοιώματα του εαυτού της ή των προσώπων που σημάδεψαν την πορεία της, αλλά η αληθής αναπαράσταση της πραγματικότητας αποδεικνύεται, όπως σοφά μας έχει προετοιμάσει ο υπότιτλος του βιβλίου, αδύνατη. Παρά τις συνεχείς μετατοπίσεις, μετακινήσεις, διορθώσεις, αναθεωρήσεις και επαναθεωρήσεις όλων των μνημονικών εικόνων ή αποσπασμάτων, η αλήθεια δεν θα αποκαλυφθεί ποτέ και η πρωταγωνίστρια θα υποχρεωθεί να διεκδικήσει στο ακέραιο και την παραμικρή εμμονή ή καθήλωσή της.

Θα απομείνει, βεβαίως, το ωραίο ταξίδι της αυτογνωσίας, που φτάνει στον αναγνώστη μέσα από μια γλώσσα γεμάτη ατόφια ποίηση, αλλά δίχως τον ελάχιστο ποιητικισμό. Στο «Κόκκινο ξενοδοχείο» η γραφή τραβάει διαρκώς την κουρτίνα, και σχολιάζει αδιάκοπα τις κατασκευές της, αποφεύγοντας κάθε εγκεφαλική παγίδα αφού εμπιστεύεται τα τόσο ζωντανά και εμπράγματα υλικά της μνήμης.

Μια καλά δουλεμένη και αναμφίβολα πρωτότυπη προσπάθεια, που, πάντως, θα ανέπνεε ανετότερα χωρίς το εφεύρημα των σκηνικών φωνών - ομοιωμάτων, το οποίο παρά τον δραματουργικό συντονισμό του με τα δρώμενα δυσκολεύεται να υποστηρίξει πειστικά την εκφορά τους.


Οι ιδεολογικοί φόβοι της ελληνικής κοινωνίας

Η ξενοφοβία και η ξενηλασία, συνδυασμένες με την πεποίθηση του ανάδελφου έθνους, όπως και με την ιδέα ότι κάθε μορφή διανόησης δεν μπορεί παρά να είναι εχθρική προς τον λαό και τις ανάγκες του, αποτελούν τάσεις και καταστάσεις που αναφύονται καθημερινώς τριγύρω μας, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις.

Στο βιβλίο της «Οι φόβοι ενός αιώνα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου δείχνει πως πολλές (αν όχι οι περισσότερες) από τις συλλογικές ανασφάλειες οι οποίες ταλανίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα έχουν τις ρίζες τους στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Οπως παρατηρεί η ιστορικός στο εισαγωγικό σημείωμα, το πνεύμα του εκσυγχρονισμού που άρχισε να επικρατεί βαθμιαία σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα γρήγορα εξισώθηκε με τον εξευρωπαϊσμό, δημιουργώντας μια σειρά από φόβους για την καθαρότητα τόσο του εθνικού παρόντος ή παρελθόντος όσο και της θρησκευτικής πίστης. Στην εθνική και θρησκευτική καθαρότητα εύλογα προστέθηκε η καθαρότητα της γλώσσας, για να προκύψει ένα τρίπτυχο το οποίο μένει σχεδόν απείραχτο μέχρι τις ημέρες μας.

Εκείνο το οποίο πάνω απ' όλα μάς δείχνει στη δουλειά της η Σταυρίδη-Πατρικίου, είναι το πώς η επιστήμη της ιστορίας μετατρέπεται από δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη ηθική διδασκαλία σε εργαλείο κριτικού ελέγχου και αυτογνωσίας.

Sunday, November 2, 2008

Επώδυνες καταδύσεις

ΜΑΡΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ, Το κόκκινο ξενοδοχείο. Η αδύνατη αναπαράσταση, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 178

Ένας εξομολογητικός μονόλογος για τα μικρά και μεγάλα τραύματα της παιδικής ηλικίας που στοιχειώνουν την ενήλικη ζωή μας. Μια νουβέλα σαν θεατρικό μονόπρακτο, με ψυχαναλυτικές διαθέσεις και ονειρώδη ατμόσφαιρα. Μια μονοπρόσωπη ουσιαστικά αφήγηση, με τη μορφή ενός εσωτερικού διαλόγου ανάμεσα στη «Φωνή», που αφηγούμενη θυμάται, στοχάζεται και καταθέτει θραύσματα και κομμάτια του οικογενειακού αρχείου, και τον «Ψίθυρο», που υποβάλλει ενστάσεις, προσθέτει στοιχεία, επεξηγεί, αμφιβάλλει, εγκαλεί, προκαλεί, ανατρέπει, αντιφάσκει. Τον «Ψίθυρο» που υποκινεί τη συνέχεια της αφήγησης, τροφοδοτώντας τη με ερωτήματα, όταν αυτή κομπιάζει και αναβάλλει, όταν η σιγή, η ανασφάλεια ή η παραίτηση νεκρώνουν τη ροή των λέξεων. Παραστέκει την κυρίαρχη αφηγηματική «Φωνή» σ’ αυτή την αγωνιώδη απόπειρα αναπαράστασης του παρελθόντος μέσα από σκόρπιες σκηνές, κενά μνήμης, κατακερματισμένες εικόνες, εγκιβωτισμένα μυστικά και αποσιωπημένες αλήθειες. Όταν σκαλώνει από αδυναμία σε λησμονημένα πρόσωπα και ξεχασμένους τόπους και αποσιωπά από σκοπιμότητα οδυνηρές καταστάσεις. Επίσης, στα νήματα του αφηγηματικού ιστού εμπλέκονται οι «Ωτοβλεψίες», ένας χορός που σχολιάζει τα λεγόμενα, παρακολουθεί και αγρυπνά, εκπροσωπώντας την αντικειμενική θεώρηση, την ψύχραιμη, αποστασιοποιημένη παρατήρηση και τα «Ομοιώματα», εκτοπλάσματα των πρωταγωνιστών, που αντιπροσωπεύουν το άλλο βλέμμα και έρχονται να καταθέσουν τη δική τους εκδοχή και μαρτυρία, υπερασπιζόμενοι την προσωπική τους αλήθεια και τους ρόλους που διαδραμάτισαν στο παρελθόν.

Η συγγραφέας Μαρία Ευσταθιάδη, κόρη του διαπρεπούς νομικού και διεθνολόγου Κωνσταντίνου Ευσταθιάδη, χωρίς αυτοβιογραφικές προθέσεις, χωρίς να ονοματίζει πρόσωπα, επιχειρεί μια διήθηση στις επάλληλες στιβάδες της μνήμης της, μέχρι τις απώτερες ρίζες, τις καταγωγικές αφετηρίες, αναζητώντας απαντήσεις του παρόντος στις καταβολές, στις απαρχές, στις πρώτες καταχωρημένες εμπειρίες. Μια ανάκληση του οικογενειακού περιβάλλοντος μέσα από πολλές επαναλαμβανόμενες αναδρομές στην παιδική ηλικία, όχι με τη συγκίνηση μιας νοσταλγικής αναπόλησης, που σου αφήνει μια γλυκιά γεύση, όπως οι προυστικές μαντλέν, στο στόμα, αλλά σαν έμμονη ιδέα. Σαν να ψηλαφίζεις μηχανικά και επίμονα ένα τραύμα, μια παλιά ουλή που σε πονάει ακόμα και σε αναγκάζει διαρκώς να θυμάσαι αυτό που την προκάλεσε. Η αφηγήτρια φυλλομετρά τα σκονισμένα αρχεία, ανοίγει το άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες, κοιτά τα πρόσωπα, αγγίζει, με πυρετικά αεικίνητα δάχτυλα, πληγές και ίχνη, σημάδια στο σώμα και την ψυχή της φανερά και μη. Ανακατασκευάζοντας το παρελθόν, ερμηνεύει το παρόν. Μια παιδική ηλικία με την αίσθηση της εγκατάλειψης και της απόρριψης, που βουλιάζει στο μίσος, την άρνηση, την ανάγκη φυγής, ανατροπής, απεξάρτησης. Γονείς απόντες, αξιοπρεπείς, άκαμπτοι παππούδες, φιλότιμο υπηρετικό προσωπικό, εύπιστες παρακόρες και αδιάφορες γαλλίδες δασκάλες, η θυρωρός μια παρήγορη καταφυγή, ένα σπίτι με σβηστή την εστία. Σπίτι-δοχείο και φυλακή, όχι φωλιά- καταφύγιο-αγκαλιά. Ένας αποστειρωμένος καθωσπρέπει κόσμος κομψών, επικερδών συναναστροφών, απαράβατων όρων και ορίων, επιτρεπτών αισθημάτων και ανεπίτρεπτων καταστάσεων. Ο πατέρας ιδιόρρυθμος, απόμακρος, αλαζών, οξύθυμος, ερωτύλος, επιδεικτικά απασχολημένος, διαρκώς εργάζεται ή απουσιάζει. Η μητέρα όμορφη, αυτάρεσκη, γοητευτική, έξυπνη, αυστηρή, διαρκώς επικρίνει και αποδοκιμάζει. Και οι δυο κρατούν την κόρη τους σε απόσταση, κλειδωμένη έξω από το δικό τους σύμπαν, για να μην ενοχλεί, να μη μπερδεύεται στα πόδια τους. Ταξιδεύουν, φιλονικούν, δεξιώνονται και, το μικρό κορίτσι, που ποθούσε να ήταν αγόρι, μάταια πασχίζει να κερδίσει την αγάπη και να αποσπάσει την προσοχή τους.

Ένα βιβλίο για τις αναμνήσεις που πολιορκούν, εκβιάζουν, κολλούν στο δέρμα, «που σε καταδιώκουν παντού, στον ύπνο, στη λήθη, ακόμα και στον ξύπνιο. Ανελέητες αναμνήσεις που δεν κοιμούνται ποτέ». Μια διαρκής παλινδρόμηση ανάμεσα στην ανάγκη της ανάμνησης και την ελεήμονα λήθη που βάζει τον τροχό σε κίνηση και το νερό της ζωής πάλι στο αυλάκι. Το ενδιαφέρον στο βιβλίο της Μαρίας Ευσταθιάδη δεν βρίσκεται στην πρωτοτυπία του θέματος, που κινείται σε γνωστά ψυχαναλυτικά μοτίβα, τα οποία επεξεργάζονται μυθοπλαστικά οικογενειακές αφηγήσεις, αλλά στην αποτελεσματικότητα της επινοημένης δομής και στον τρόπο που προσεγγίζει η συγγραφέας τις ιδιωτικές της περιπέτειες. Κατακερματισμένες ασυνεχείς αναδρομές με την αίσθηση κινηματογραφικών πλάνων, που εναλλάσσονται με τον παράλογο ποιητικό ειρμό των ονείρων και γεφυρώνουν χρονικά και χωρικά χάσματα. Μια πυρετική κίνηση ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, που φωτίζει, διαδοχικά και ανακόλουθα, κύρια και δευτερεύοντα πρόσωπα και τόπους, και αναμοχλεύει οικεία τραύματα, ανασκάπτοντας αδιάκοπα τον τύμβο των οικογενειακών κτερισμάτων. Μια ιστορία για την καταιγίδα των ανέκφραστων αισθημάτων, για παρτίδες που παίχτηκαν και χάθηκαν, για χαμένες ευκαιρίες στο ναρκοπέδιο της επικοινωνίας με τους γεννήτορες. Για την οδυνηρή, αμετάκλητη απώλεια του πατέρα, για την ολέθρια περιπέτεια συμφιλίωσης και συμπόρευσης με τη μητέρα. Η συγγραφέας αφηγείται μια γνώριμη στον αναγνώστη ιστορία για τον σημερινό πόνο, που σε κάνει να κοιτάς πίσω σε τόπους προηγούμενους, να κτίζεις σε απειρία παραλλαγών το «τότε» για να καταλάβεις το δικό σου «τώρα», αλλά με ένα δικό-κατάδικό της τρόπο.

  • Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας