Showing posts with label Δημητρίου Σωτήρης. Show all posts
Showing posts with label Δημητρίου Σωτήρης. Show all posts

Friday, July 2, 2010

Η αγιότητα των «ακραίων» διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου

  • ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΤΑ ΖΥΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ»
  • Πώς να περιγράψεις τη συγκίνησή σου διαβάζοντας «Τα ζύγια του προσώπου» του Σωτήρη Δημητρίου;
2010: 
«Τα οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, βασισμένη στο 
ομώνυμο μυθιστόρημα του Δημητρίου (Λευτέρης Βογιατζής, Νίκος Κουρής) 
2010: «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Δημητρίου (Λευτέρης Βογιατζής, Νίκος Κουρής)  

Μονορούφι στην αρχή και μετά σιγά σιγά, απολαυστικά, πολλές φορές, πισωγυρίζοντας, μένοντας στις φράσεις, στις λέξεις. Στο τέλος ο κόσμος του, με τον τρόπο της λογοτεχνίας, γίνεται ο δικός σου κόσμος. Το διάβασα ολόκληρο από τις δώδεκα το βράδυ ώς τις έξι το πρωί. Ξενύχτι-αγρύπνια μ' ένα παράξενο θρησκευτικό αίσθημα να με τυλίγει. Ανέγνωσα μερικά αποσπάσματα φωναχτά και σκεφτόμουν πώς ήταν την ίδια ώρα το πρόσωπό μου, γιατί ο Δημητρίου γράφει πως όλες οι λέξεις απλώνονται στο πρόσωπό μας! Θυμόμουν και τον ίδιο να τριγυρνάει στην Αθήνα και ένιωθα την ανάγκη να τον συναντήσω, να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. 

Μοιάζει σα να σκάβει τη ζωή, όπως οι χωρικοί της Χίου πληγώνουν τον κορμό του μαστιχόδενδρου για να βγει σαν διαμάντι η μαστίχα, ο μέσα κόσμος. Καθώς διαβάζεις τα διηγήματά του, σε οδηγεί, σε αναγκάζει, θα έλεγα, σε μικρές παύσεις της ανάγνωσης. Κατεβάζεις το βιβλίο και σκέφτεσαι. Σιωπάς. Είναι στάσιμα εσωτερικής ενδοσκόπησης του αναγνώστη, δημιουργικής επεξεργασίας των εικόνων και των λέξεων του βιβλίου. Μικρά ιντερμέδια στην ανάγνωση, που δένουν την ύπαρξή σου μ' αυτόν τον μοναδικό συγγραφέα. Σαν να επενδύεις στα κείμενα, σαν να προσθέτεις την εμπειρία σου ή σαν να τα βάζεις μέσα σου με τη βεβαιότητα πως θα ξανασυναντηθείς μ' αυτά, γιατί δεν μπορείς τώρα αμέσως να τα κατατάξεις, να ξεζουμίσεις την ουσία τους, να γευτείς τον ήχο τους, να νιώσεις το ρυθμό τους. Υπάρχουν στην ψυχή σου σαν υλικά παρηγοριάς και στήριξης, σαν αντίκρισμα ζωής που και στο μέλλον μπορεί να είναι η καταφυγή σου. Αυτές οι τομές της ανάγνωσης με τις σιωπές του αναγνώστη δικαιώνουν το κείμενο.
  • Σαν κοντινό και γενικό πλάνο
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση ενός διηγήματος στέκεσαι σε τρία στοιχεία του. Το πρώτο είναι η κυρίως αφήγηση, το κυρίως σώμα του κειμένου, που αφορά τη δράση, τα γεγονότα, το πώς είναι και τι λένε τα πρόσωπα. Εδώ νιώθεις μια ιδιοφυή διελκυστίνδα μεταξύ της εγγύτητάς του στη δράση και της απόστασής του απ' αυτήν. Σαν κοντινό και γενικό πλάνο στον κινηματογράφο. Κι αυτό γίνεται μ' έναν τρόπο εντελώς προσωπικό, απρόβλεπτο. Ενώ κατά κάποιο τρόπο αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν, μένοντας μακριά και «ουδέτερος», στιγμές στιγμές τρυπώνει ανάμεσά τους, στις ραφές τους, γίνεται ο σχολιαστής τους.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η τελευταία παράγραφος του κάθε διηγήματος, όπου ξεκάθαρα καταλαβαίνεις την άποψή του για αυτό που αφηγήθηκε. Είναι μια στιγμή που φωτίζει την κυρίως δράση, αυτό που θέλει να σου αφήσει μέσα σου τελειώνοντας. Και το τρίτο στοιχείο είναι οι τίτλοι των διηγημάτων. Τίτλοι όπως «Η δομή του ονείρου», «Το όριο της ευχαριστήσεως», «Οι άγγελοι των οδοστρωμάτων», «Πριν τους σκεπάσει ο λίσβας», «Θα βρεις στοιχεία» κ.λπ. στοχεύουν στο κέντρο κάθε διηγήματος, είναι με δυο-τρεις λέξεις όλο το διήγημα, η ποιήσή του.

Και τα πιο «ακραία» διηγήματά του μια αγιότητα τα εξανθρωπίζει. Το αριστουργηματικό «Στο χέρι του Θεού» θυμίζει ένα παλαιότερο, τη «Φλέβα του λαιμού», που διαβάζοντάς τα, αν είσαι κινηματογραφιστής, σου γεννάνε την επιθυμία να τα αναπαραστήσεις μεταφέροντάς τα στον κινηματογράφο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ο αγαπημένος συγγραφέας πολλών μικρομηκάδων αλλά και μεγάλου μήκους σκηνοθετών. Οι σκηνοθέτες από θαυμασμό μπαίνουν στο επικίνδυνο παιχνίδι, επιχειρούν δηλαδή να μετατρέψουν σε σινεμά κάτι που δεν μετατρέπεται. Η αγάπη τους όμως για τα κείμενα του Δημητρίου μπορεί να φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα -έχει ήδη συμβεί αυτό- συνθέτοντας κάτι που είναι δίπλα στο έργο του, θαυμασμός γι' αυτό και συγκίνηση.
  • Στα βήματα των μεγάλων δασκάλων
Δεν μπορώ να πω με ακρίβεια γιατί ο Σωτήρης Δημητρίου μού θυμίζει τους μεγάλους δασκάλους του ελληνικού διηγήματος στον δέκατο ένατο αιώνα. Το αίτημα εκείνων για αυτογνωσία και η στροφή τους από τα φανταστικά και ιστορικά χρόνια στην πραγματικότητα του ελληνικού κόσμου -όχι μόνον της πρωτεύουσας αλλά και της γενέθλιας πόλης και των χωριών τους- ήταν κατά κάποιο τρόπο προγραμματικός στόχος μιας ολόκληρης γενιάς. Στον Δημητρίου αυτό γίνεται φυσικά, σαν το νεράκι που κυλάει. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι το ίδιο. Εκατό και πλέον χρόνια μετά ακολουθεί το δρόμο τους έχοντας προσθέσει στον τρόπο του και την εμπειρία της σύγχρονης λογοτεχνίας. 

Ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ο τόπος μας είναι κλειστός» από το «Μυθιστόρημα» έγραψε με αποφθεγματική βεβαιότητα πως... δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες άδειες κι αυτές..., τα περίφημα τρία πι του ποιήματος που για κάποιους έγιναν σλόγκαν. Πολλά χρόνια, όμως, μετά γεννιόταν στη Θεσπρωτία ένα παιδί που βρήκε τα δικά του ποτάμια, τις πηγές και τα πηγάδια, που άνοιξε τις στέρνες και άκουσε τον ήχο τους. 

Κυρίως όμως συνάντησε τους ζωντανούς ανθρώπους και τη λαλιά τους, φέρνοντας στην ελληνική λογοτεχνία μια γλώσσα κυριολεκτικά απ' τα κόκαλα βγαλμένη, που κελαρύζει ακόμα και σου σφάζει την ψυχή.
* Ο Λάκης Παπαστάθης είναι σκηνοθέτης και συγγραφέας

Sunday, February 14, 2010

Η ανθρωπογεωγραφία της απομόνωσης

  • Η ΑΥΓΗ: 14/02/2010
  • ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ*
  • ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Τα ζύγια του προσώπου, διηγήματα, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 159

Ας σταθούμε λίγο στον πίνακα του εξώφυλλου - απ' το έργο της Μαριλίτσας Βλαχάκη «Χωρίς τίτλο» 2004. Ένα άνυδρο τοπίο, άγονο και χέρσο, κατάστικτο από τριχοειδείς αποφύσεις, όμοιες με τους νευρώνες του εγκεφάλου. Στην άκρη του ορίζοντα, εκεί που η σκοτεινή γη ενώνεται με τον φωτεινό ουρανό, μια θαμπή ανθρώπινη φιγούρα, υποφωτισμένη με κίτρινο χρώμα, που έχει σκυμμένους ώμους και ενωμένα στον κορμό χέρια. Ολόγυρα απλώνεται η ερημιά, αλλά η μορφή συνεχίζει να βαδίζει, έστω και χωρίς ορατό προορισμό, με μοναδική παρέα τη σκιά της.

Αν επιμένω είναι γιατί πιστεύω πως ο πίνακας αυτός εικονίζει με απόλυτη πιστότητα τον λογοτεχνικό κόσμο του Δημητρίου. Τον κόσμο που φιλοτεχνεί, τον κόσμο που διακονεί, τον κόσμο που αφηγείται σε όλα του τα πεζογραφικά έργα, από το πρώτο ως το τελευταίο, τη συλλογή διηγημάτων Τα ζύγια του προσώπου.

Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με θαμπές ανθρώπινες φιγούρες που βαδίζουν σε ένα κατάξερο τοπίο, κατά κανόνα ηπειρώτικο ή αθηναϊκό. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς χώρους, που για διαφορετικούς λόγους τροφοδοτούν από κοινού το ίδιο οδυνηρό βίωμα. Είναι το βίωμα της αποκοπής, είτε από το γενέθλιο τόπο, ως αποτέλεσμα της αναγκαστικής απομάκρυνσης του ατόμου και της συνακόλουθης διάλυσης των τοπικών κοινοτήτων, είτε από το ανθρώπινο περιβάλλον, ως αποτέλεσμα της μαζικής συνοίκησης και της συνακόλουθης κατάλυσης των κοινωνικών δεσμών. Έτσι ιδωμένες οι «τριχοειδείς αποφύσεις» του πίνακα μοιάζουν περισσότερο με τις κομμένες ρίζες. Με τις ρίζες απ' τις οποίες βλάσταινε το αίσθημα του ανήκειν ως την ώρα που απλώθηκε παντού η έρημη γη της ξενότητας.

Μπορεί σ' όλα αυτά να λανθάνει μια διάθεση εξωραϊσμού του κοινοτικού παρελθόντος∙ μπορεί όλα αυτά να σχηματίζουν μια μονόπλευρη ερμηνεία του αστικού παρόντος, αλλά το αφηγηματικό σύμπαν που οργανώνουν αποδίδει πλευρές της ανθρώπινης αγωνίας και αναδεικνύει στιγμές από τα πιο ιδιωτικά της πάθη.

Με εξαίρεση τους μετανάστες («Οδηγέ, ε οδηγέ», «Σταθερές συντεταγμένες», «Η θερμοκρασία μιας χαρτοπετσέτας»), που μένουν ακόμη ανεπηρέαστοι από το αστικό περιβάλλον και συνεχίζουν να αποπνέουν μια αίσθηση ανθρωπιάς, αλτρουισμού και αυτοθυσίας, οι ήρωες του Δημητρίου διαβιούν στα έγκατα της πιο ζοφερής μοναξιάς, που κουβαλάει το υπαρξιακό άγος του θανάτου («Μάι πέρσοναλ γούρ»). Είναι μια μοναξιά που δεν έχει απλώς να κάνει με μια περιστασιακή δυστοκία των σχέσεών τους, αλλά πηγάζει μέσα από την καρδιά της μεγαλούπολης, απλώνεται μέσα από τους δρόμους, μεταδίδεται μέσα από τις λέξεις και κατοικεί μέσα στις πολυκατοικίες, για να μολύνει τελικά και τους ίδιους.

Έτσι, ακόμη κι όταν προκύπτουν κάποιες επαφές έξω από τα όρια των τυπικών συμβάσεων ή της υποχρεωτικής ανεκτικότητας, διατηρούνται πάντα φευγαλέες, και είτε ολοκληρώνονται σ' έναν μαγικό χώρο («Σταθερές συντεταγμένες») είτε καταλήγουν συγκεχυμένες και αντιφατικές χειρονομίες («Παράξενη αγάπη»), αλλά σε κάθε περίπτωση αδυνατούν να στερεώσουν μόνιμους δεσμούς («Οι άγγελοι των οδοστρωμάτων»). Συνηθέστερα εκπορεύονται από μια αμοιβαία ιδιοτέλεια («Η Βάλια κι ο Δημήτρης», «Εδώδιμα - αποικιακά»), προδίδουν συγκαλυμμένη επιθετικότητα («Το λεωφορείο 110»), προσλαμβάνουν το χαρακτήρα της πιο ακραίας διαστροφής («Στο χέρι του Θεού», «Το τατουάζ», «Το όριο της ευχαριστήσεως»), υποθάλπουν την τρέλα («Κι εγώ φοβάμαι αγάπη μου», «Το έκζεμα», «Ο Φούλης», «Ομόκεντροι κύκλοι», «Θα βρεις στοιχεία») και καλλιεργούν τη μυθομανία («Η δεξίωση»).

Η ανθρωπογεωγραφία του Δημητρίου απαρτίζεται από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους. Από ανθρώπους της διπλανής, κλειστής πόρτας. Που επιχειρούν να διαχειριστούν τη μοναξιά τους, αλλά τις πιο πολλές φορές χτυπάνε σε άλλες κλειστές πόρτες. Που επιχειρούν να προστατέψουν την ιδιαιτερότητα («Ενσωμάτωση») ή να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους («Τα ζύγια του προσώπου») σε ένα περιβάλλον αλλοτρίωσης. Που επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη, αναζητώντας το χαμένο νόημα, για να βρουν έναν άγνωστο πια χώρο («Πριν τους σκεπάσει ο λίσβας», «Δε γαμιέται»).

Ο αφηγητής στέκεται απέναντί τους με συμπάθεια και κατανόηση. Πίσω από τα κουσούρια, τις εμμονές και τα πάθη τους αναγνωρίζει την σιωπηλή οδύνη που κουβαλά κι ο ίδιος, περιφέροντας στους δρόμους τη μοναξιά του, περιθάλποντας τις λησμονημένες λέξεις («Τέσπα») και αναζητώντας τη λύτρωση στις ιστορίες («Σχολείον»).

Όλα αυτά σκιαγραφούν τον γνώριμο αφηγηματικό κόσμο του Δημητρίου. Έναν κόσμο εντός του οποίου σκάβει ακόμη βαθύτερα, με τα ίδια γλωσσικά και αφηγηματικά εργαλεία, αλλά δεν τον διευρύνει θεματικά και υφολογικά - πράγμα που είδαμε στο αφήγημα Τα οπωροφόρα της Αθήνας. Αλλά όπως και να 'χει, είναι ένας κόσμος με περισσή τέχνη καμωμένος.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι πεζογράφος

Sunday, January 17, 2010

Ζωή βεβηλωμένη

Αντρες και γυναίκες που ρημάζουν σε έναν αλλότριο τόπο. Η ποιητική του Κακού σ' ένα βιβλίο το οποίο δεν αποφεύγει την εγκεφαλικότητα. Σωτήρης Δημητρίου «Τα ζύγια του προσώπου».

Την πεζογραφία του Σωτήρη Δημητρίου στοιχειώνουν δύο ομάδες προσώπων ή χαρακτήρων: οι πάσης λογής μετανάστες (ξένοι, Βορειοηπειρώτες, μεθοριακοί), που αγωνίζονται με ό,τι διαθέτουν για να ενταχθούν σε μια κοινότητα ανίκανη να ξεχάσει τη διαφορετικότητά τους, και οι ποικιλοτρόπως παρεμποδισμένοι (φτωχοί, χωλοί, μουγγοί, σαλεμένοι), που προσπαθούν να είναι μέσα σ' όλα, όχι για να επιβληθούν αλλά για να υπερασπιστούν όπως όπως την ιδιαιτερότητά τους.

Και οι μεν και οι δε οδηγούνται με δραματικό τρόπο στην έξοδο και στην ακύρωση: αποβάλλονται από οιοδήποτε σύνολο θα ήταν πιθανόν να τους διασώσει και να τους στεγάσει, αναγκάζοντας τη λογοτεχνία (τη λογοτεχνία τύπου Δημητρίου) να μετατραπεί σε άγρυπνο παρατηρητήριο της βεβηλωμένης ζωής τους.

Συνταιριάζοντας στοιχεία από τις συλλογές διηγημάτων του «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» (2005), όπου ο συγγραφέας διεκδικεί χωρίς περιφράσεις την ιδιότητα του παρατηρητή, και «Η φλέβα του λαιμού» (1998), όπου οι άνθρωποι ρημάζονται από τη στρεβλή τους φύση και τη συνακόλουθη ροπή τους προς το Κακό, καθώς και από το μυθιστόρημά του «Τους τα λέει ο θεός» (2002), όπου το «μέσα» και το «έξω» μιας χώρας και μιας κοινωνίας ρευστοποιούνται κατά κόρον, ο Δημητρίου προβάλλει στην καινούρια συλλογή διηγημάτων του, υπό τον τίτλο «Τα ζύγια του προσώπου» (εκδόσεις «Πατάκη»), ολομέτωπη την ποιητική του για τον κόσμο των περιθωριακών και των παραμερισμένων.

Γυναίκες και άντρες ριγμένοι σε αλλότριο τόπο, που χάνουν καθημερινά όλο και μεγαλύτερο μέρος της ταυτότητάς τους, αν τους έχει απομείνει κάποια ταυτότητα, ενήλικα παιδιά με χαλασμένη σεξουαλικότητα, μανάδες που κυνηγούν επί ματαίω τη σκιά τους ή, χειρότερα, υπερβαίνουν καταστροφικά τα οικογενειακά αρχέτυπα, ερωτευμένοι που κάνουν κομμάτια την αγάπη τους, μεσόκοποι που μαγεύονται από μια διεστραμμένη πορνεία, λειψά μυαλά που γίνονται αντικείμενο σαδιστικής κοροϊδίας, επαρχιώτες εγκλωβισμένοι θανάσιμα στον τόπο τους, ανάπηροι που καταναλώνουν με άγρια χαρά την αναπηρία τους, κομμώτριες που επινοούν τον διά βίου έρωτά τους, συγγενείς με αιματηρές επαφές και εραστές πρόθυμοι να διαφθείρουν τα πάντα.

Στο εσωτερικό ενός τέτοιου σύμπαντος η γραφή του Δημητρίου κινείται αποσπασματικά και με υψηλές πυκνώσεις και αφαιρέσεις: κάθε ιστορία του μοιάζει με ένα μισοσβησμένο ίχνος, με μιαν ανολοκλήρωτη μυθολογία, που θα συμπληρωθεί κατά το δοκούν από τον αναγνώστη με βάση τις προσωπικές του παραστάσεις. Η αύρα του Κακού, πάντως, που έχει λειτουργήσει συγκλονιστικά σε προηγούμενα βιβλία του Δημητρίου, δυσκολεύεται τώρα να βγάλει την αλλοτινή της ανατριχίλα, μια και συχνά αποδεικνύεται εγκεφαλική ή κατασκευασμένη, με μια τάση να καπελώνει τη δράση αντί να πεταχτεί από τα σωθικά της.

Saturday, December 5, 2009

Σπαράγματα δυστυχισμένου κόσμου


ΜΕ «ΤΑ ΖΥΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ», ΤΟ ΝΕΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ, Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΦΟΡΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΑ ΑΝΙΧΝΕΥΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ ΑΣΗΜΑΝΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΒΑΘΙΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΟΡΟΥΝ ΟΛΟΥΣ



Η μεγαλύτερη, ίσως, ικανότητα του Σωτήρη Δημητρίου στη συγγραφή των διηγημάτων του είναι ότι καταφέρνει να αναδείξει ακραίες συμπεριφορές σε ένα κατά τα άλλα πολύ κοινό περιβάλλον. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο αποκοιμίζει τον αναγνώστη του μέσα σε σκηνές της καθημερινής πραγματικότητας, για να τον ξυπνήσει βίαια με μια μεγάλη ανατροπή. Ο τρόπος, τέλος, με τον οποίο αυτή η ανατροπή δεν γίνεται απλώς για να ξαφνιάσει, αλλά για να ενσωματωθεί με φυσικότητα στο καθημερινό περιβάλλον της. Αυτό που μας λέει ο Δημητρίου είναι ότι οι ακραίες συμπεριφορές δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά τμήμα της τελετουργίας της ζωής που απλώς έχει μάθει να κρύβεται πίσω από κοινωνικές συμβάσεις, πίσω από μια ρουτίνα που γίνεται και κουρτίνα της πραγματικότητας. Στα 25 διηγήματα της καινούργιας του συλλογής πέντε μόνο από αυτά έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς- οι περισσότερες εικόνες και καταστάσεις είναι απόλυτα οικείες: Ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο με μηχάνημα ακύρωσης εισιτηρίων που του δίνουν σφαλιάρες για να λειτουργήσει, ένας συνταξιούχος ζαχαροπλάστης που μένει με την αδελφή του και τον βασανίζουν τα ανίψια του, ένα ατύχημα στην άσφαλτο όπου ελάχιστοι είναι αυτοί που δίνουν χείρα βοηθείας, μια γυναίκα που συνηθίζει να κολυμπάει στο Ξυλόκαστρο σε μεγάλη απόσταση από την ακτή, ένας μισοπάλαβος στο παρκάκι της Εθνικής Βιβλιοθήκης, μια διαδήλωση μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, συζητήσεις σε κομμωτήριο, μια Σκανδιναβή στην παραλία της Βάρκιζας, αλλά και Αφγανοί μετανάστες κρυμμένοι σε νταλίκα που ταξιδεύει με πλοίο για Ιταλία. Κι όμως, ένα διήγημα καταλήγει σε απόπειρα πνιγμού, άλλο σε αυτοκτονία, ένα σε ανθρωποκτονία από αμέλεια και δύο άλλα σε αιμομιξία: μια μάνα στο χωριό που δεν ανταλλάσσει ποτέ επισκέψεις με τις γειτόνισσες αποδεικνύεται ότι περιθάλπει ερωτικά τον καθυστερημένο γιο της και μια επαναστατημένη κόρη αποπλανεί την μπερδεμένη μητέρα της. Στο κομμωτήριο, η έκπληξη δεν έρχεται από τις πελάτισσες που αφηγούνται τις ερωτικές τους περιπέτειες αλλά από την κομμώτρια: ενώ μιλάει με πάθος για μια χαμένη της αγάπη, έναν πιλότο παντρεμένο με παιδιά και πεθαμένο από καιρό, οι πελάτισσες δεν πιστεύουν την ιστορία της. Και έχουν δίκιο, γιατί αυτή για να τις πείσει βρίσκει έναν παρατημένο τάφο, βάζει και φωτογραφία αεροπόρου από αμερικανικό περιοδικό και τις πηγαίνει εκεί να πιουν στη μνήμη του «αγαπημένου» της.

  • Μανώλης Πιμπλής, TA NEA, 05/12/2009

Σωτήρης Δημητρίου: Πολύ θα ήθελα να γράψω καθαρή πορνογραφία

Εχουν περάσει ακριβώς είκοσι δύο χρόνια από τότε που εμφανίστηκε ο 54χρονος σήμερα Σωτήρης Δημητρίου με τη συλλογή διηγημάτων «Ντιαλίθ' ιμ Χριστάκη». Είχε προηγηθεί η πρώτη και μοναδική του ποιητική συλλογή, «Ψηλαφήσεις». Το μυθιστόρημά του «Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου» εκτίναξε τη φήμη του, σε ηλικία 38 ετών. Εκτοτε, κάθε νέο βιβλίο του είναι είδηση για τα εκδοτικά μας τεκταινόμενα.

«Είμαι ασκητικός, όχι από ανάγκη, αλλά από πεποίθηση. Και τα εκατομμύρια του Ροκφέλερ να είχα, πάντα έτσι θα ζούσα», λέει ο συγγραφέας

«Είμαι ασκητικός, όχι από ανάγκη, αλλά από πεποίθηση. Και τα εκατομμύρια του Ροκφέλερ να είχα, πάντα έτσι θα ζούσα», λέει ο συγγραφέας

Το τελευταίο του δημιούργημα, που κυκλοφορεί την ερχόμενη εβδομάδα, είναι η πέμπτη συλλογή διηγημάτων του «Τα ζύγια του προσώπου» («Πατάκης»). Το εξώφυλλο είναι της Μαριλίτσας Βλαχάκη. Αποτελείται από είκοσι πέντε ολιγοσέλιδα διηγήματα της τελευταίας διετίας. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του συνήθως βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Η μοναξιά, η απόρριψη, η τρέλα, η δυσμορφία, η αιμομιξία, η κοπρολαγνεία είναι ορισμένα από τα μοτίβα της θεματογραφίας του.

Σχεδόν κανένα διήγημά του δεν οδηγείται σ' ένα οριστικό συμπέρασμα. Συνήθως το τέλος παραμένει ανοιχτό. Ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τη δουλειά του συγγραφέα: να κρατήσει ή να πετάξει αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας και της παιδείας του.

  • Σχεδόν σ' όλα τα τελευταία διηγήματά σας επανέρχεται το ρήμα «αγαπώ» και η λέξη «αγάπη». Ηταν συνειδητή η επιλογή σας;

«Τώρα το συνειδητοποιώ, που μου το λέτε. Ανακαλώντας τα διηγήματά μου, όντως έτσι είναι. Το απαιτεί εκείνη τη στιγμή η δραματουργία τους. Ομως, για να είναι μοτίβο, πρέπει κάτι να κρύβει. Να σας μιλήσω εξομολογητικά; Μου έχει λείψει η ανταπόδοση αγάπης, δεν έτυχε να υπάρχει για καιρό αμοιβαιότητα. Θεωρώ ότι η αξία της αγάπης είναι παρά πολύ μεγάλη, γιατί υπερβαίνει την άθλια όψη του ανθρώπου. Αν κρίνω και από τον εαυτό μου, αυτό το συναίσθημα δεν μας περισσεύει, γιατί με την αγάπη είμαστε εκτός εαυτού. Στη μεγαλούπολη, όπου ζω και ζούμε όλοι μας, δεν την πολυβλέπω. Μόνον ένταση και καλυμμένη επιθετικότητα συναντάμε. Πέρα από την αγάπη, έχω γράψει όμως κι ένα διήγημα αφιερωμένο στη συμπόνια, που είναι μια σκάλα πάνω».

  • Μήπως η λέξη «συμπόνια» ακούγεται κάπως χριστιανική;

«Πράγματι, είναι βεβαρημένη λέξη. Αν, όμως, μπορέσουμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας και συμπονέσουμε τον συνάνθρωπό μας, θα περάσουμε τη ζωή που μας μένει πολύ καλύτερα και δεν θα βρισκόμαστε σε συνεχή πόλεμο».

  • Χάθηκε η ανθρώπινη κλίμακα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον γύρω μας κόσμο;

«Μέχρι το '60 περίπου ο άνθρωπος παγκοσμίως είχε συνθήκες ζωής ησιόδειας. Παραδείγματος χάριν, περνούσαν με το αλέτρι εκατοντάδες, χιλιάδες χρόνια. Τα πράγματα γύρω του ήταν ανθρωποπράγματα. Από εκείνη τη δεκαετία και μετά, παρατηρούμε όταν εμφανιστεί κάτι νέο, την επομένη αναπαράγεται μία ρέπλικά του. Δεν υπάρχει πλέον ο απαραίτητος χρόνος συμφιλίωσης με τον περίγυρό μας, γι' αυτό είμαστε λίγο αλαφιασμένοι.

Αμα απαρνηθείς τα νέα πράγματα, είσαι γραφικός. Αμα τα ενστερνιστείς, αφαιρείς ζωτικό χώρο από την αργήτητα, τη βραδυπορία, το χάζι. Ο Δημήτρης Χατζής αναφερόταν στη χαζευτική τέχνη. "Θέλω να είμαι σαν το σκυλί που χαζεύει ένα ψαροκάικο με τις ώρες", έλεγε. Χωρίς ζωτική τεμπελιά ούτε να σχεδιάσεις δεν μπορείς, γιατί πίσω από κάθε καλό διήγημα "κρύβεται" ένας καλός σχεδιαστής, δηλαδή ένας καλός τεμπέλης. Σήμερα έχουν βάλει τα παιδιά σε μία πρίζα, που τους απαγορεύει την τεμπελιά. Τους λένε συνεχώς: "Εσο παραγωγικός και αποτελεσματικός!". Οχι ρε, φίλε, δεν μπορείς να είσαι παραγωγικός αν δεν είσαι τεμπέλης».

  • Οι περισσότερες ανθρώπινες σχέσεις στην πεζογραφία σας είναι αποσπασματικές, δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Είναι μία τεχνική σας;

«Δεν το κάνω συνειδητά. Αυτό που προέχει στο διήγημα είναι ένα γερό σχεδίασμα. Οταν το γεμίζεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος να φύγεις από το σχέδιό σου. Εγώ αντιδρώ αφαιρετικά. Το υπονοούμενο στη λογοτεχνία είναι πιο καίριο από το να τα πεις όλα».

  • Τα περισσότερα από τα θέματά σας είναι προκλητικά και τολμηρά: αιμομιξία μητέρας και γιου, μητέρας και κόρης, παιδοφιλία που όμως δεν ολοκληρώνεται σε πράξη, φανταστική ερωτική επαφή μέσω κοπράνων. Είναι φορές που η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όρια περισσότερο και από την πιο ακραία φαντασία του συγγραφέα; Αυτά που περιγράφετε τα έχετε δει να γίνονται;

«Ωχριά και η πιο ακραία λογοτεχνία μπροστά στην πραγματικότητα. Η παιδοφιλία είναι κάτι σαν μπανιστήρι. Στην τουαλέτα έχουμε δώσει ένα μικρό δωματιάκι, σαν να ντρεπόμαστε για τη θεωρούμενη κατώτερη φύση μας. Η σεξουαλική επαφή μητέρας και κόρης, στο διήγημά μου, έχει το φως της συμπόνιας και της στοργής. Εχω την αίσθηση ότι έχουμε κατακερματίσει την ύπαρξή μας σε ανώτερες και κατώτερες ζώνες, ενώ ο άνθρωπος είναι μία ολότητα».

  • Συμφωνείτε ότι τις ηρωίδες σας τις αντιμετωπίζετε ηδονοβλεπτικά;

«Ομολογώ ότι συμβατικές σχέσεις δεν έχω κάνει, κάτι σαν γάμο, ούτε τυπικά ούτε ατύπως. Αμα η φύση μάς ήθελε δύο δύο, θα μας είχε από τη γέννα μας κολλημένους σε αφαλό. Μας έχει όμως έναν έναν. Σαν να μας λέει ανοιχτείτε στη σαβάνα της ζωής. Τις γυναίκες, όμως, δεν τις βλέπω από μακριά, ως παρατηρητής. Συνάπτω σχέσεις».

  • Θα μπορούσατε να γράψετε πορνογραφική λογοτεχνία;

«Θα το ήθελα πάρα πολύ. Καθαρά πορνογραφική όμως. Οσο πιο ωμή είναι, τόσο πιο ποιητική γίνεται. Θυμηθείτε τις "Εντεκα χιλιάδες βέργες" του Απολινέρ, που ενώ είναι ακραίο, το αποτέλεσμά του είναι φίνο και ποιητικό. Ολη η αγωγή μας στηρίζεται στο τι θα πει ο άλλος. Πολύ θα ήθελα να απελευθερωθώ και να κάνω καθαρή πορνογραφία».

  • Δεν σας ενοχλεί η εμπορευματοποίησή της;

«Οχι, όχι, καθόλου. Δεν μου πολυπάνε ως προσωπικότητα, αλλά δεν με ενοχλεί καθόλου. Οσάκις τη συναντήσω την πορνογραφία την απολαμβάνω, όπως και τα λαϊκά αναγνώσματα».

  • Η απόσταση μεταξύ του γενέθλιου τόπου σας, της Θεσπρωτίας, και της πόλης της εσωτερικής μετανάστευσης, της Αθήνας, είναι μια διαρκής κίνηση αυτογνωσίας, η οποία εξακολουθεί να στοιχειώνει τη λογοτεχνία σας;

«Πηγαίνω και έρχομαι συνεχώς. Ευτυχώς που υπάρχει αυτή η αμφίδρομη κίνηση πατρίδας και Αθήνας, γιατί μεγάλο μέρος της δικής μου λογοτεχνικής δεξαμενής είναι η τοπική ιδιόλεκτος. Εγώ δεν την λέω ιδιόλεκτο, άλλοι την λένε. Είναι καθαρά δημώδη ελληνικά, που είναι η συνέχεια της βυζαντινής γλώσσας. Κι άμα σκάψεις πιο κάτω, θα ανακαλύψεις τα αρχαία ελληνικά. Τα πεζά μου, γραμμένα στην ντοπιολαλιά, είναι το δημοτικό τραγούδι απλωμένο σε πρόζα. Τίποτα άλλο. Η απόσταση σε κάθε συγγραφέα είναι μία σοφή απόσταση: δεν είσαι ούτε μέσα ούτε πάρα πολύ μακριά».

  • Σε ποιους συγγραφείς επανέρχεστε συχνά;

«Περιχαρακώνομαι συνεχώς στον δικό μου χώρο. Παλαιότερα ανέτρεχα στον Σάλιντζερ και στον Βαλτινό».

  • Με τους ομοτέχνους σας τι σχέση έχετε πια;

«Παύεις τις σχέσεις της νεότητος. Κόβεις σιγά σιγά κομμάτια ζωής. Οσο μεγαλώνεις τόσο μιζάρεις στη λογοτεχνία. Σαν να λες: "Θα ζω αύριο;". Σε πιάνει μια πρεμούρα, η οποία ίσως είναι κακός σύμβουλος, γιατί η διαπαιδαγώγησή μας και η παιδεία μας μας ωθούν στο "να κάνεις το χρέος σου, το καθήκον σου". Κανένα καθήκον δεν έχουμε».

  • Βγάλατε χρήματα από τα βιβλία σας;

«Οχι. Απλώς, ζω στοιχειωδώς. Είμαι ασκητικός, όχι από ανάγκη αλλά από πεποίθηση. Και τα εκατομμύρια του Ροκφέλερ να είχα, πάντα έτσι θα ζούσα. Τα πιο πολύτιμα αγαθά δεν τα πουλάει κανένα μαγαζί. Ποιο μαγαζί πουλάει θάλασσα, ήλιο, γέλιο, ξεγνοιασιά; Κανένα».

  • Με την κριτική της λογοτεχνίας τι σχέση έχετε;

«Μου φέρθηκε πολύ καλά, ήδη από το πρώτο μου βιβλίο. Αντιρρήσεις υπήρχαν και υπάρχουν. Μην είμαι αχάριστος. Την καλύτερη ανταπόκριση την είχα από τον απλό αναγνώστη, ο οποίος δεν έχει συμφέρον». *

Είμαστε σκανδαλωδώς όμοιοι με τους ...Εσκιμώους

  • Ο μεγαλύτερος έπαινος που έχετε ακούσει;

«Από εικοσάχρονο κορίτσι, αντίποδας δικός μου από κάθε άποψη. Μου είπε ότι το πρώτο μέρος από το βιβλίο μου "Σαν το λίγο το νερό", όπου κάνω την αυτοκριτική μου, είναι σαν να μιλάω γι' αυτήν».

  • Και ο μεγαλύτερος ψόγος;

«Οτι χαϊδεύω τον αναγνώστη στο υπογάστριο για να πουλήσω βιβλία. Οτι θα βρει πράγματα πορνικά...».

  • Τι νέο πιστεύετε ότι κομίσατε στη λογοτεχνία;

«Ολοι αναφέρονται στο μυθιστόρημά μου "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου", που γράφτηκε με την ομιλία της νοτίου Ηπείρου. Αυτό που εκόμισα είναι την εκφορά της αδικημένης, της πονεμένης, της δημώδους γλώσσας, που χλευάστηκε και χλευάζεται παρά πολύ».

  • Η δική σας θεματική μπορεί ν' αγγίξει τους ξένους;

«Η γη είναι ένα μικρό πορτοκάλι. Αυτό που μας διαφοροποιεί από τους άλλους είναι ένα τίποτα, μια ψείρα, μια σκόνη. Οι άνθρωποι σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη αδελφές ψυχές είναι, σταγόνες νερού είναι. Είμαστε σκανδαλωδώς όμοιοι. Αν γράψουμε κάτι για τον εαυτό μας με ειλικρίνεια, θα το επικυρώσει και ο Εσκιμώος».

Tuesday, January 27, 2009

Ο «χωριανικός» κόσμος του Σωτήρη Δημητρίου



Του Παντελη Mπουκαλα, Η Καθημερινή, Tρίτη, 27 Iανoυαρίου 2009

Σωτήρης Δημητρίου: «Σαν το λίγο το νερό». Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2008, σελ. 197.

Το αμέσως προηγούμενο βιβλίο του, «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» (εκδ. Πατάκη, 2005), ο Σωτήρης Δημητρίου το είχε χαρακτηρίσει «Αφήγημα», με επεξηγηματικό υπότιτλο – ήθελε προφανώς να υποδείξει από μιας αρχής στον αναγνώστη ότι διέφερε ως προς τη μέθοδο και τη σκόπευση από τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα που είχε δημοσιεύσει ώς τότε. Και πράγματι το βιβλίο εκείνο, με τον μεικτό χαρακτήρα του, μυθοπλαστικό αλλά και αυτοαναφορικό – αυτοσχολιαστικό, βρισκόταν σε απόσταση από τη φόρμα ενός διηγήματος ή ενός μυθιστορήματος.

Σε απόσταση επίσης βρίσκεται και το καινούργιο του έργο, το «Σαν το λίγο το νερό». Το κείμενο δύσκολα ταξινομείται, ακριβώς επειδή είναι και πάλι μεικτό, άλλοτε εσωστρεφές και αυτοσχολιαστικό και άλλοτε τυπικά αφηγηματικό, όπως όλο και συχνότερα βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, στη διεθνή και την ελληνική πεζογραφία, με τον δοκιμιακό λόγο (άλλοτε αυστηρό κι άλλοτε εκλογοτεχνισμένο και σχεδόν λυρικόηχο) να εισχωρεί στην επικράτεια της μυθοπλασίας. Χρειάζεται ιδιαίτερη μαστοριά σε αυτές τις δοκιμές και αναζητήσεις για να κατακτηθεί η ισορροπία, η «νομιμότητα» του υβριδικού είδους, για να θυμηθούμε τον Σολωμό. Χρειάζεται δηλαδή να αποδειχθεί πως η επιλογή υπήρξε λογοτεχνικά αναγκαία κι όχι απόρροια είτε μιας κάποιας κόπωσης της φαντασίας είτε μιας αγχωμένης επιθυμίας συντονισμού με τις νέες τάσεις.

Αν, όπως είχε ειπωθεί, οι ιστορίες που έχουμε να αφηγηθούμε και να ξανααφηγηθούμε αμέτρητες φορές είναι κατά βάση τρεις–τέσσερις (ο πόλεμος, η ξενιτιά κι ο δύσκολος νόστος, η αγάπη…), δεν πρέπει να είναι πολύ περισσότερες οι ιδέες που εμπνέουν και συνέχουν το έργο ενός συγγραφέα στην εξέλιξή του, οι «εμμονές» του: Μια παλιά πλην αμείωτα συνεχιζόμενη αιμορραγία της μνήμης, ένα «τραύμα» σαν κι αυτά τα «μείζονα» που ανακαλύπτουν ή επινοούν οι ψυχαναλυτές για να στηρίξουν πάνω τους τις ερμηνείες τους, η αντίληψη του συγγραφέα για τη γλώσσα στη λογοτεχνία (αν και δεν είναι λίγοι οι μάλλον ανυποψίαστοι συγγραφείς για τους οποίους η γλώσσα δεν είναι παρά ταπεινός αχθοφόρος των βαρύτατων υποτίθεται διανοημάτων τους).

Οι «εμμονές» της γραφής του Σωτήρη Δημητρίου, όσες επιβεβαιώθηκαν με τα χρόνια κι από βιβλίο σε βιβλίο, είναι η συμπόνια του για τους ζορισμένους αυτού του κόσμου, εσωτερικούς ή εξωτερικούς μετανάστες, η τάση του να ενσωματώνει στα κείμενά του στίχους από τραγούδια, ιδίως δημοτικά, σαν τιμαλφή της συλλογικής μνήμης ή σαν κτερίσματα, η θερμότατη αγάπη του για τον «χωριανικό άνθρωπο» και τον «χωριανικό τρόπο ζωής», τέλος, η πίστη του πως όσα έχει να πει η μνήμη του πρέπει να ιστορηθούν με το ηπειρωτικό ιδίωμα, και μάλιστα όχι σε κάποια αμβλυμμένη, ήπια μορφή του αλλά στην αυθεντικότερη δυνατή, άρα και την πιο κλειστή για τον σημερινό αναγνώστη που η γλώσσα του είναι η κοινή, στρογγυλεμένη ελληνική, σχολική ή τηλεοπτική. Αντίθετα, στις αποστασιοποιημένες σκέψεις του για τη λογοτεχνία (του δικού του έργου συμπεριλαμβανομένου) ή για την κοινωνία που τώρα τον περιβάλλει, στο άξενο άστυ, ο Δημητρίου επιφυλάσσει μια τυπική δημοτική με κάπως «επίσημες» στιγμές ή κορυφώσεις, που ερωτοτροπούν με μια λόγια καθαρεύουσα.

Τις «εμμονές» του αυτές τις βλέπουμε ανεπτυγμένες και στο καινούργιο του βιβλίο, ένα κείμενο επίσης μεικτό όπως ήδη είπα, ως προς τη γλώσσα και το περιεχόμενό του, δοκιμιακό και μυθοπλαστικό συγχρόνως, που έρχεται σαν συνέχεια των «Οπωροφόρων». Από τέσσερα κεφάλαια αποτελείται το «Σαν το λίγο το νερό», διαφορετικού τόνου αλλά και γλωσσικής φόρμας το καθένα: αλλού επικρατεί η αστική δημοτική, κι αλλού, πρωτίστως στο δεύτερο κεφάλαιο και σε πολλές σελίδες του τέταρτου, επιβάλλεται το ηπειρωτικό ιδίωμα, μουσικότατο αλλά δυσπέλαστο έχω την εντύπωση ακόμα και για αναγνώστες που έχουν τη ρίζα τους στην Ηπειρο, κι αυτός ο σχετικός αποκλεισμός του αναγνώστη από το πλήρες νόημα και η σαγήνευσή του διά του ήχου των λέξεων παρακολουθούν τη γραφή του Δημητρίου από τα πρώτα της βήματα.

Με παράδοξο τρόπο, πάντως όχι καινοφανή στην ιστορία των γραμμάτων, αρχίζει την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του ο συγγραφέας: σαν ήδη νεκρός: «Οταν πέθανα, είχα μια έντονη εξ ύψους αίσθηση του σώματός μου. (…) Βρέθηκα σ’ ένα γαλάζιο έμπεδο όπου ήταν χιλιάδες, άσπροι, αχνοφωτισμένοι σβόλοι. Ητανε ψυχές, ο νωπός θερισμός του θανάτου. Μια αλυπία με κυρίεψε αλλά δεν έχασα τη συνείδηση της εν ζωή ζωής μου. Κυρίως τη μνήμη. Ζωντάνεψε διαολεμένα». Η μνήμη του λοιπόν «προβάλλει με φοβερή ενάργεια» τα πάντα, πρωτίστως τα δυσάρεστα. Ετσι ο αφηγητής, μυθιστορηματικό πλάσμα αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας ταυτόχρονα, προβαίνει σε σκληρότατο απολογισμό του επί γης βίου του και αυτοκατηγορείται δριμύτατα για την «κατά κανόνα έλλειψη της συμπόνιας», για το ότι «κολάκευε αχρείους ανθρώπους», για τη «μισανθρωπία» και την «ψευδοευφυΐα» του, για το ότι «άπλωνε τα ράκη της λογοτεχνικής του ενασχολήσεως δημοσίως», για το «κομματάκι της συλλογικής εθνικής αυταρέσκειας που του αναλογούσε», για το ότι «παγιδεύτηκε πρωτίστως στην εικόνα του» και «με τα χρόνια φάσκιωσε την εκφραστικότητά του». Σ’ αυτή τη «μεταθανάτια προβολή», όπου ο ήρωάς μας, με τη μορφή μεταλούδας, κινείται μπρος–πίσω στο χρόνο και πάνω–κάτω στο σύμπαν, στα σύμπαντα μάλλον, και συναντάει έναν «απεσταλμένο» (που δεν είναι ο θεός αλλά ο απεσταλμένος ενός απεσταλμένου, κι αυτό επ’ άπειρον), τα «ερμάρια της μνήμης» μόνο πικρά πράγματα έχουν να προσφέρουν. Το μόνο που έχει για να κρατηθεί σ’ αυτή την παράξενη άζωη ζωή του ο άνθρωπος–πεταλούδα είναι «η μητρική του γλώσσα». Κι ακούει λοιπόν, «σαν σε μισόυπνο όνειρο», τη μάνα του και την αδερφή της να κουβεντιάζουν και να ανασταίνουν τη δική τους «χωριανική ζωή», με τα μικρά της θαύματα και τις πολλές πληγές της. Εισερχόμαστε έτσι στο δεύτερο κεφάλαιο, γεμάτο αίμα και εμφύλια φονικά – τα θύματα των εξιστορούμενων φονικών είναι της μιας πλευράς, αφού οι θύτες, «παλιανθρώποι» ή «βρικολάκοι», είναι αντάρτες. Η ιστορία, το ξέρουμε, δεν είναι ποτέ μονόπλευρη, με αυστηρά μοιρασμένους τους ρόλους των «αγίων» και των «αγρίων», η μνήμη ωστόσο, ατομική και συλλογική, δύσκολα αποφεύγει τη μεροληψία. Η λογοτεχνία πάντως, απολύτως ελεύθερη στις επιλογές της επί ποινή αυτακυρώσεως, μάλλον ωφελημένη βγαίνει όταν, για να αποδώσει δικαισύνη κατά κάποιον τρόπο, κατορθώνει να επιβληθεί στις προκαταλήψεις της μνήμης, στην έστω εύλογη μονομέρειά της.

Στο «Σαν το λίγο το νερό» οι κατακτήσεις της γραφής του Σωτήρη Δημητρίου επιβεβαιώνονται, απειλούνται όμως από το εξής: ό, τι μέχρι τώρα πρόβαλλε φυσικό (η χρήση λόγου χάρη του ηπειρωτικού ιδιώματος), θεωρητικοποιείται πλέον και ιδεολογικοποιείται. Η εξύμνηση, η εξιδανίκευση μάλλον, του «χωριανικού τρόπου ζωής» (εξιδανίκευση που αφορά ακόμα και τα προξενιά, που «απήλλασσαν απ’ το ευμετάβολο της ατομικής επιλογής και απ’ τη χοντράδα και τη φενάκη της ατομικής, μοναδικής ευτυχίας», και επιπλέον «απελευθέρωναν –κυρίως το σώμα– λόγω της μηδενικής εκκινήσεως και των χαμηλών προσδοκιών») είναι ένα φορτίο βαρύ για την καθαυτό λογοτεχνία, όσο λεπταίσθητες κι αν είναι ορισμένες από τις παρατηρήσεις του Σωτήρη Δημητρίου, ενός όντως οξυδερκούς παρατηρητή, κινδυνεύουν εξαιτίας της ίδιας της εσωτερικής τους εκκρεμότητας, της ταλάντευσής τους, αφού, για να το πω σχηματικά, χρησιμοποιούν το στόμα της λογοτεχνίας για να μιλήσουν με τη φωνή της κοινωνιολογίας. Αν χρειαζόμαστε αντιφάρμακο, όπως είναι πολύ πιθανό, για ν’ αντέξουμε στον «απομαγευμένο» αστικό κόσμο μας και για να μετριάσουμε τη δυσφορία μας, μάλλον δεν θα μας το προσφέρει η «λύπη θανάτου για το παρελθόν» ή η αχρείαστη έτσι κι αλλιώς υπερβολή της νοσταλγίας και η μυθοποίηση των περασμένων.

Sunday, January 18, 2009

Σωτήρης Δημητρίου: «Να σωθούμε από τους σωτήρες»

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

Μερικές σκέψεις δεν τις μοιράζεσαι εύκολα. Το ν' αναρωτιέσαι, φερ' ειπείν, πώς θα φαίνεσαι στην κηδεία της μάνας σου -το άκρον άωτο της αυταρέσκειας!- δεν προσφέρεται για να το εκμυστηρευτείς.

Ο Σωτήρης Δημητρίου, ωστόσο, ξεκινά το τελευταίο του βιβλίο, το «Σαν το λίγο το νερό» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), αυτομαστιγωνόμενος αλύπητα. Με το πρόσχημα ενός μεταθανάτιου απολογισμού, παραθέτει όλες τις αδυναμίες του -τις φιλοδοξίες, τις προδοσίες, τις μικρότητες, τη δειλία, την «επινοητικότατη» λαγνεία του- εκθέτοντας σε κοινή θέα τον «ανεόρταστο» βίο ενός εσωστρεφούς.

Ενός πλάσματος παγιδευμένου στην «αναρμονική» εικόνα του, που έχει μετατρέψει την ανημπόρια του σε παραμυθητική ικανότητα κι αναγνωρίζει ως μόνη σανίδα σωτηρίας την «ισχυρή αίσθηση αυταξίας κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, ιδίως των κακοπαθημένων, των ολιγόνοων και των αμαρτωλών».

Αυτοκριτική γραφή

Εργο αταξινόμητο, μεταξύ μυθοπλασίας και δοκιμίου και με το ηπειρώτικο ιδίωμα να εναλλάσσεται με τη δημοτική, το «Σαν το λίγο το νερό» αποτελεί, όπως λέει ο ίδιος, το τελευταίο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, πλάι στα «Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου» (Κέδρος, 1993) και «Τους τα λέει ο Θεός» (Μεταίχμιο, 2002).

*Κι είναι ένας ακόμα φόρος τιμής του Δημητρίου στην πολύτιμη μητρική του γλώσσα, ένας ύμνος για τον παράδεισο του «χωριανικού» τρόπου ζωής, κι ένας καταπέλτης για την αποξένωση και την ομοιομορφία που συναντάμε στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, που θα μπορούσε να διαβαστεί κι ως άρνηση του δυτικού πολιτισμού.

Εξ ου και η αυτοκριτική - «Πώς θα έκρινα έπειτα τον κόσμο και την κοινωνία;».

*Ομως η αυστηρότητα, παραδέχεται, «είναι και κανάκευμα. Είναι σαν να λες, για ιδέστε, έχω την τόλμη να αυτοκατηγορηθώ. Αν πεις σε κάποιον πως είσαι δολοφόνος, κερδίζεις το ενδιαφέρον του. Αν του πεις για τα καλά σου, θα γελάσει. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από καρδονούρη σκύλο και παινεσιάρη άντρα. Τράβηξα, όμως, ζόρι. Αυτά τα πράγματα μέχρι πριν από τρία χρόνια δεν θα τολμούσα να τα πω. Τα έγραψα για ν' απαλλαγώ. Ηθελα να δείξω πως δεν διαφέρω από την πάστα των ηρώων μου. Σαν ένα αντίδωρο στον αναγνώστη. Ελπίζω πως καθάρισα πια τον κήπο μου. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για ένα κατηγορητήριο απέναντι στο άτομο. Γιατί ένας ακόρεστος ατομικιστής είμαι κι εγώ».

*Ο Σωτήρης Δημητρίου έπρεπε να καβατζάρει τα 50 για να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι δεν αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο: «Εφτασα στα 18 μου από την Ηγουμενίτσα εσωτερικός μετανάστης στην Αθήνα, έχοντας περάσει στο Οικονομικό της Νομικής. Αμέσως τα φόρτωσα στον κόκορα. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία -τη μίσησα τη σχολή και με μίσησε. Μεγαλύτερο όνειδος τότε από το μην παντρευτεί η κοπέλα και απ' το να μην προχωρήσει ο νέος στα γράμματα δεν υπήρχε! Σήμερα, βέβαια, δεν ισχύει αυτό, έχει και τα καλά της η εποχή μας... Κι όμως, το ότι δεν απέκτησα πτυχίο μέτραγε πολύ μέσα μου. Το κοινωνικό επεσκίαζε τη χαρά μου, την προσωπική μου δημιουργία. Από μια πλευρά καλύτερα -με προφύλαξε απ' το να επιδοθώ ολόψυχα στη λογοτεχνία. Δεν έζησα γρήγορα. Μετακύλησα τη ζωή πάντα προς το μέλλον. Και ως προς τη ζωή και ως προς τα γραψίματα η αποθήκη μου είναι γεμάτη. Δεν ξοδεύτηκα. Οργώθηκε η ψυχή μου με τα προσωπικά, αλλά να που τώρα ζω τη νεότητά μου αναδρομικά...».

*Τι άλλο έχει αλλάξει μέσα του από την εποχή που ντρεπόταν να κουβαλάει στο λεωφορείο κοφίνια με σταφύλια απ' το χωριό; «Τίποτα. Απλώς συμφιλιώθηκα με τις αδυναμίες μου. Ο δαίμων της λαγνείας, βέβαια, με κυνηγάει ακόμα. Δεν θα γινόμουν λογοτέχνης χωρίς αυτόν. Μου φαίνεται ωραίο να γνωρίζεις ανθρώπους μέσω των βιβλίων, κι αν δεν έγραφα δεν θα τους γνώριζα. Είναι ένας δαίμονας όμως που δεν μ' αφήνει να επικεντρωθώ σ' ένα πρόσωπο. Κι η ανάγκη μου γι' αγάπη όσο μεγαλώνω, γίνεται μεγαλύτερη. Βλέπω πως η κατά μόνας ζωή δεν είναι πλήρης...»

*Εχει μόλις επιστρέψει από την Ηγουμενίτσα, εκεί όπου ζούνε πάντα η μητέρα και τ' αδέλφια του. Τη γιαγιά του, τη Μηλιά, στην οποία έχει αφιερώσει το «Σαν το λίγο το νερό», δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει.

«Δολοφονήθηκε στα 44 της απ' τους αντάρτες, δι' ασήμαντον αφορμή. Κι η μάνα μου, αν και υπέργηρη πια, εξακολουθεί ν' αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σαν ένα πληγωμένο κοριτσάκι, την κόρη μιας αδικοθανατισμένης. Αυτό μου το μετέφερε. Οι ιστορίες από τον εμφύλιο ακόμη μ' ακολουθούν...».

*Υπάρχουν κάμποσες τέτοιες στο βιβλίο του, γραμμένες στο ηπειρώτικο ιδίωμα φυσικά: «Ακουσα τη μάνα μου να λέει στις αδελφές της: το δεύτερο κεφάλαιο να διαβάσετε, αυτό μιλάει για μας. Το ίδιο μου είπαν κι άλλοι συγγενείς μου. Είναι πυκνός ο λόγος στην αρχή, δεν τον καταλαβαίνουν. Δεν είναι ο κόσμος τους».

*Δεν σκέφτεται, άραγε, ότι μπορεί να συμβαίνει και το αντίστροφο; Οτι η ντοπιολαλιά που επιμένει να διασώζει ενδέχεται να είναι απροσπέλαστη στους αναγνώστες του; «Δεν νομίζω. Η μήτρα παραγωγής της ελληνικής γλώσσας είναι ίδια από την Κύπρο ώς τη Θράκη κι από την Κρήτη ώς την Ηπειρο. Η εκφορά διαφέρει, ο τρόπος ομιλίας. Η γλώσσα της κερκυραϊκής ενδοχώρας είναι ίδια με τα ηπειρώτικα. Τις ίδιες παροιμίες έχουνε, τις ίδιες μεταφορές. Απλώς οι Κερκυραίοι τις προφέρουν πιο τραγουδιστά. Η γλώσσα που χρησιμοιώ δεν είναι άλλη από αυτήν του δημοτικού τραγουδιού, απλωμένη σε πρόζα».

*Παραμένει, ωστόσο, μια γλώσσα που ο Δημητρίου ουδέποτε μίλησε. Την αφουγκραζόταν. Και δεδομένου ότι «η γλώσσα διαπλάθει ψυχές», είναι πεπεισμένος πως θα ζούσε εντονότερα το παρόν αν δεν αποκοβόταν από το μητρικό γλωσσικό του περιβάλλον. «Στην πόλη ζεις ή με αναμνήσεις ή με προσδοκίες...». Ομως και η Πόβλα, το χωριό του, ο Αμπελώνας όπως ονομάζεται τώρα, «υφίσταται συρρικνωμένη. Αντε να ζουν εκεί δεκαπέντε -είκοσι άνθρωποι το πολύ. Σε μια δεκαετία δεν θα υπάρχει, θα έχει αφομοιωθεί από τη φύση, θα 'ναι μια βουνοπλαγιά. Οταν φεύγει ο άνθρωπος, τρέχει να καταλάβει τον χώρο η φύση. Μια φύση θαλλερή, γεμάτη δάση που χαίρεσαι να περπατάς. Ως το '50 οι συνθήκες ζωής μας ήταν ησιόδειες. Από τότε μέχρι σήμερα περάσαμε στον αντίποδα. Δεν υπήρξε ο αναγκαίος χρόνος για ωρίμανση. Γίνανε όλα τερατωδώς γρήγορα. Μας πέταξαν στην αγριεμένη θάλασσα του ατομισμού και της κατανάλωσης. Οι πρώην χωριάτες ντραπήκαμε για τα μητρώα μας. Κι όλη η Ελλάδα έγινε μια απέραντη Αθήνα, και ηθικά και πνευματικά και ψυχολογικά».

*Με το λογοτεχνικό σινάφι ο ίδιος δεν επεδίωξε να έχει ούτε μεγάλη οικειότητα ούτε και απόσταση.

«Δεν διατηρήθηκαν όλες οι σχέσεις που φρόντιζα κάποτε να καλλιεργώ. Ακόμα όμως και οι ευτελείς πλευρές των λογοτεχνών είναι μέρος και της δικής μου ψυχής. Η ζήλια για τον ομότεχνο είναι πταίσμα. Είναι καλοήθης ο ανταγωνισμός. Κι όπως έχω διαπιστώσει, ακόμα και ο πιο μικροπρεπής συγγραφέας δεν θα κάνει κακό σε άνθρωπο από πρόθεση. Επειδή είναι σκεπτόμενοι, η ζωή τους θα κινηθεί σε πλαίσιο που δεν θα πληγώσουν ανεπανόρθωτα. Βαριές κακότητες δεν θ' αναπτύξει κανείς τους».

*Συμμερίζεται μήπως την άποψη που κυκλοφορεί ότι κατά τη διάρκεια των πρόσφατων ταραχών κράτησαν το στόμα τους κλειστό; «Χορτάσαμε κλισέ. Οι συγγραφείς μέρα νύχτα στις επάλξεις είναι οι κακομοίρηδες. Ποτέ δεν κλειδώνουν τα γραφεία τους. Οσοι νομίζουν ότι σιωπούν, ας πάρουν επιτέλους να διαβάσουν τα βιβλία τους. Ολοι οι συγγραφείς που γνωρίζω είναι παραγωγικοί. Κάθε δυο χρόνια, με χτικιό, δημοσιεύουν...».

Παρατηρητής στο δρόμο

Τον περασμένο Δεκέμβρη κατέβηκε κι ο ίδιος στους αθηναϊκούς δρόμους, όχι όμως ως διαδηλωτής, αλλά ως παρατηρητής. «Η πορεία ανέβαινε κι εγώ κατέβαινα από το πεζοδρόμιο. Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από τα συνθήματα, αυτήν την ασπαίρουσα λαϊκή λογοτεχνία! Να ένα που συγκράτησα: Θρανίο-Πολυθρόνα-Τάφος. Με έθλιβε, βέβαια, η εικόνα της καταστροφής. Ενα εκατοστό τζαμιού εμπεριέχει το μόχθο ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ο δρόμος της βίας δεν έχει τέλος... Ποιος θα μας σώσει από τους σωτήρες; Αυτό με πονάει εμένα. Ποιος θα μας σώσει από τους ιδεολογικόληπτους, τους φανατικούς, αυτούς που νομίζουν ότι μόνο η δική τους γνώμη μετράει;»

*Μολονότι δηλητηριασμένος από τις ακρότητες που έπληξαν τον τόπο του στα χρόνια του εμφυλίου, ο Σωτηρίου στα νιάτα του βρέθηκε κοντά και στο ΚΚΕ και στο ΚΚΕ εσωτερικού.

«Επί ΠΑΣΟΚ, όμως, έσκασα!» λέει. «Μας έκανε μεγάλη ζημιά. Επί των ημερών του χάθηκε η ποιότητα. Απέκτησαν όλοι το άλλοθι του γρήγορου κέρδους με τον ελάχιστο κόπο. Κι η κολακεία εκ μέρους του του λαού, ευθύς εξαρχής, έκανε τον λαό ακόμη πιο αχόρταγο». Καιρό τώρα έχει στραφεί προς το κέντρο. Και η άποψή του για τους πολιτικούς συνοψίζεται στο εξής: «Αφήστε με ήσυχο να γράφω αυτό που θέλω, κι εσείς φτιάξτε δρόμους, σχολεία και νοσοκομεία. Δεν θέλω να με σώσετε. Μόνος θα βρω τη σωτηρία για τον εαυτό μου».

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 18/01/2009

Wednesday, November 26, 2008

Μονόλογος - κάθαρση για τον Σωτήρη Δημητρίου


Ολγα Σελλα, Η Καθημερινή, Tετάρτη, 26 Nοεμβρίου 2008

Τα βιβλία πολλά αυτήν την περίοδο. Και οι εκδότες τα καλωσορίζουν παρουσία των συγγραφέων, με μικρές συγκεντρώσεις. Χθες ήταν η σειρά των εκδόσεων «Ελληνικά Γράμματα» να παρουσιάσουν τα πρόσφατα βιβλία τους. Κυρίως τα νέα ελληνικά μυθιστορήματα: του Γιώργη Γιατρομανωλάκη «Το χρονικό του Δαρείου», της Αγγέλας Καστρινάκη «Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας», του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ολα βαίνουν καλώς εναντίον μας» και του Σωτήρη Δημητρίου «Σαν το λίγο το νερό», που είναι η πιο νέα άφιξη. Απαντες οι συγγραφείς, νεοστεγασμένοι στα «Ελληνικά Γράμματα». Μαζί με τη λογοτεχνία κι ένα δοκίμιο: του Ουμπέρτο Εκο, με τίτλο «Από το δέντρο στον λαβύρινθο», που περιέχει κείμενα για την ιστορία της σημειολογίας και τη φιλοσοφία της γλώσσας.

Ο Σωτήρης Δημητρίου ήταν παρών χθες (μαζί με τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη) στην εκδήλωση, που δεν είχε επίσημες ομιλίες ούτε εισηγήσεις. Κάθησε μαζί μας και μας μίλησε για το νέο του πεζογράφημα -«πεζό κείμενο» το χαρακτήρισε ο ίδιος- και τη διαδρομή που επιχειρεί. Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο συναντιούνται (και συγκρούονται) δυαδικά σχήματα: η δημώδης γλώσσα και η καθομιλουμένη, το χωριό και η πόλη, η γη και το σύμπαν, το πρόσωπο και το άτομο. Για την ακρίβεια, πρόκειται για τον μονόλογο ενός ανθρώπου, αφού έχει πεθάνει, προσώπου που ταυτίζεται με τον συγγραφέα. Ο Σωτήρης Δημητρίου ισχυρίζεται ότι έκανε ανηλεή αυτοκριτική για όσα λάθη έχει κάνει «ώστε να μπορώ να τα λέω και στους άλλους. Ηταν όχημα και άλλοθι, μαζί». Παραδέχεται ότι είναι μια μορφή δημόσιας ψυχανάλυσης αυτό το κείμενο. Οσο για το ποιο θεωρεί χειρότερο λάθος και ελάττωμα, δεν δυσκολεύεται καθόλου να απαντήσει: «Η κακεντρέχεια. Στις πόλεις ζούμε σε πυρηνικές οικογένειες, που μας κάνουν να αισθανόμαστε κέντρο της γης. Στις μεγαλουπόλεις ξεχωριστήκαμε. Οι γιορτές είναι πια τηλεφωνικές. Στα χωριά, “οικογένειά” μας ήταν το σύνολο των κατοίκων, όχι η κλειστή πυρηνική».

Πιστεύει ότι ο ίδιος έχει υπάρξει κακός, αλλά όσο μεγαλώνει, συμπονάει. Και γεμάτος χαρά δηλώνει ότι με αυτό το βιβλίο ξεναγεννιέται, ξεφορτώνεται τα κακά. «Τώρα έχω μόνο μικροεμμονές, αλλά αυτές στα 70 μου». Σ’ αυτήν τη φάση έκανε ένα ξεκαθάρισμα γλωσσικών και ηθικών λογαριασμών - «καθάρισα με τη γλώσσα της μάνας μου, που με βασάνισε πολύ». Και θεωρεί το βιβλίο ως αντίδωρο στους αναγνώστες των διηγημάτων του. Γιατί «δεν είναι κακοί οι περιθωριακοί ήρωές μου. Ο χειρότερος είμαι εγώ, ο δημιουργός τους», λέει με απόλυτη ειλικρίνεια ο Σωτήρης Δημητρίου. Και σ’ αυτό το βιβλίο αποκαλύπτει τη διαδρομή και τα λάθη.