Showing posts with label Ραπτόπουλος Βαγγέλης. Show all posts
Showing posts with label Ραπτόπουλος Βαγγέλης. Show all posts

Monday, March 16, 2015

Ερωτικές σκηνές στη λογοτεχνία: εύκολη ή δύσκολη υπόθεση;

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01.03.2015
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ*, ΕΥΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ*
  • ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Διευκρινίζω ότι μιλάμε για σεξουαλικές σκηνές, όχι απλώς ερωτικές. Το ζήτημα είναι εάν οι σκηνές αυτές προκύπτουν από μια αναγκαιότητα σύμφυτη με το βαθύτερο νόημα του έργου. Αλλιώς καταντούν διακοσμητικές. Εξάλλου, το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλου είδους λογοτεχνική πρώτη ύλη.
Από τα περίπου είκοσι έργα μυθοπλασίας που έχω δημοσιεύσει, μόνο έξι περιέχουν μεγάλες δόσεις σεξ: «Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», «Ο εργένης», «Λούλα», «Μαύρος γάμος», «Η επινόηση της πραγματικότητας», «Ιστορίες της λίμνης». Στα υπόλοιπα, το σεξ είτε απουσιάζει εντελώς είτε παίζει δευτερεύοντα ρόλο.

Thursday, March 18, 2010

ΕΠΙΜΕΤΡΟ στην «Επινόηση της πραγματικότητας» του Β. Ραπτόπουλου

ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ που ξαναβγαίνει, όπως αυτή η τρίτη έκδοση της «Επινόησης της πραγματικότητας», συνήθως δεν βρίσκεται στις πρώτες ζητήσεις των κριτικών.

Ο φετιχισμός τού αμέσως επόμενου βιβλίου, δηλαδή του νεότερου που διαδέχεται τάχιστα το νέο, είναι τόσο διαδεδομένος στα επαρχιακά λογοτεχνικά μας ήθη, ώστε όχι τυχαία οι εκδότες που «σέβονται τον εαυτό τους» αποφεύγουν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, να επανεκδίδουν βιβλία όταν θεωρούν ότι αυτά έχουν κατά κάποιον τρόπο κάνει τον κύκλο τους. Επομένως, η «Επινόηση» είναι μία από τις εξαιρέσεις, αν και ο Ραπτόπουλος δεν είναι η πρώτη φορά που δείχνει ότι νοιάζεται για τα πεζά που κατά καιρούς διέσπειρε σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Γιατί είναι κυριευμένος βασανιστικά από το όραμα «του έργου». Αναφέρεται σ' αυτά στις συνεντεύξεις του, τα συγκεντρώνει, και, επειδή είναι ένας συγγραφέας αυτοαναφορικός, όχι σπάνια θυμίζει πλαγίως στον αναγνώστη του ότι αυτό που διαβάζει ανήκει σε μια γενεαλογία μυθιστορηματική και ότι καλό είναι να προσέξει τις υποδόριες ή τις σαφείς συγγένειες που διακρίνονται με άλλα, προηγούμενα πεζά του. Θα έλεγα μάλιστα, χωρίς να πιστεύω πως υπερβάλλω ιδιαίτερα, ότι έτσι που ξανασυναντούμε τα μυθιστορηματικά του πρόσωπα, ανδρικά ή γυναικεία, σε διαφορετικά βιβλία του, έτσι όπως ξαναβρίσκουμε τα ίδια περιβάλλοντα, και, ιδίως, έτσι όπως δείχνουν να συνδέονται πολλά από τα πρόσωπα με ψυχικούς δεσμούς (εννοώ προπάντων ότι σέρνουν μαζί όπου και να πάνε τον σάκο των υποσυνείδητων τερατογενέσεών τους), σχηματίζουν στην πινακοθήκη της νεότερης πεζογραφίας μας μια μικρή κοινωνία ευδιάκριτων και αλλόκοτων τύπων. Ολοι τους, θα έλεγε κανείς, είναι σφραγισμένοι από κάτι το μοιραίο, κάτι που λοξεύει από την καθημερινότητα και τον μέσο όρο, και, όχι τυχαία, ο νους μας πηγαίνει, ψάχνοντας συγγένειες και κοινές ρίζες, τόσο σε αμερικανούς μάστορες της αφήγησης που ο Ραπτόπουλος τους είχε ανέκαθεν στο εικονοστάσι του: τον Ουίλιαμ Φόκνερ, τον Τζον Στάινμπεκ, τον Ρέιμοντ Κάρβερ, τον Τζέρομ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, τον Στίβεν Κινγκ, όσο και σε κάποιους έλληνες: τον Μένη Κουμανταρέα και τον Δημήτρη Νόλλα. [...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Monday, August 3, 2009

Κοινωνικός απομονωτισμός

  • , ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
  • Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Απέραντα άδειο σπίτι, εκδόσεις Κέδρος, σ. 296, 15 ευρώ

Προ δέκα ετών, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είχε εκδώσει ένα βιβλίο με επτά ιστορίες («Βαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ»), που εκτυλίσσονται σε έναν τόπο δικής του επινόησης. Τον αποκαλούσε Λίμνη Αχαΐας. Με το πρώτο συνθετικό παρέπεμπε στα ακίνητα νερά μιας λίμνης, υπονοώντας το ακύμαντο της ζωής των ηρώων του. Ενώ, με το δεύτερο, σηματοδοτούσε μια αντιπροσωπευτική περιοχή της Ελλάδας, τα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου, όπου αναπτύχθηκαν, επί της εθνικής οδού, τα πρώτα θέρετρα της ηπειρωτικής χώρας, με τα οποία και γειτνιάζει η Λίμνη Αχαΐας. Ο συγγραφέας επιθυμούσε να στήσει ένα σκηνογραφικό πλαίσιο, που ως τόπος να συνδυάζει τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός ελληνικού χωριού με αυτά μιας αντιπροσωπευτικής τουριστικής περιοχής. Ο στόχος του, τότε, ήταν να υποδηλώσει την εκφυλιστική μεταμόρφωση της ελληνικής επαρχίας, γι' αυτό και, σύμφωνα με τις επτά ιστορίες που πλάθει, στη Λίμνη Αχαΐας συμβαίνουν σημεία και τέρατα.

Στο πρόσφατο βιβλίο, ο Ραπτόπουλος επανέρχεται στον ίδιο τόπο και πάλι με επτά ιστορίες. Πιθανώς και να πρόκειται για δύο βιβλία φετίχ, καθώς εκδίδονται κατά τα έτη που στρογγυλεύει η ηλικία του. Ισως ο συγγραφέας να υποτονθορύζει, τι σαράντα, τι πενήντα, εγώ, ως ένας μικρός θεός, ολοκληρώνω σε επτά ιστορίες τη δημιουργία του μυθιστορηματικού μου κόσμου. Εξάλλου, παρότι πρόκειται για αυτόνομες ιστορίες, προβάλλει ευκρινώς ένα ενιαίο μυθιστορηματικό σύμπαν. Μάλιστα, οι επτά ιστορίες και των δύο βιβλίων είναι αρκούντως αμαρτωλές, παραπέμποντας έτσι στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Μόνο που αυτή τη φορά, οι ιστορίες δεν εκτυλίσσονται στη Λίμνη Αχαΐας. Τουλάχιστον όχι εξ ολοκλήρου, όπως στο προηγούμενο βιβλίο. Ωστόσο, σε όλες τις ιστορίες υπάρχει ένα τμήμα ή έστω και μία μόνο σκηνή, που λαμβάνει χώρα εκεί. Αυτό δικαιολογείται επαρκώς μυθοπλαστικά, καθώς το θέρετρο παρουσιάζεται ως ένας μοιραίος τόπος στη ζωή των ηρώων. Επιπλέον, η Λίμνη Αχαΐας παίρνει εδώ διαστάσεις έμμονης ιδέας για τον συγγραφέα, καθώς ως αφηγητής-σκηνοθέτης των ιστοριών παρεμβαίνει συνομιλώντας με τον αναγνώστη. Τελικά, η Λίμνη Αχαΐας έχει ταυτιστεί με τον Ραπτόπουλο, κάτι, ας πούμε, τηρουμένων των αναλογιών, σαν τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη.

Ο Ραπτόπουλος έχει σχεδιάσει κατά τέτοιον τρόπο τις καινούριες ιστορίες του, ώστε να διαδραματίζονται μεν στην Αθήνα, αλλά οι ήρωές τους, νοερά ή πραγματικά, να κινούνται ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετους πόλους: τη Λίμνη Αχαΐας, ως πρότυπο της αλλοτριωμένης σήμερα ελληνικής επαρχίας, και το διεθνές αεροδρόμιο Αθηνών. Στις δύο ιστορίες, που τοποθετούνται στις αρχές του 2000, είναι το αεροδρόμιο του Ελληνικού, ενώ, στις υπόλοιπες, το «Ελευθέριος Βενιζέλος». Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο δεύτερος πόλος δηλώνει την έξοδο προς έναν διαφορετικό κόσμο, ήδη παγκοσμιοποιημένο. Παρόλο που, εκ πρώτης όψεως, τα πήγαιν'-έλα των ηρώων στο αεροδρόμιο μοιάζουν σαν παραγεμίσματα, για να ενισχυθεί ο πάντα επιδιωκόμενος σπονδυλωτός χαρακτήρας της συλλογής, τελικά, το αχανές και απρόσωπο του χώρου βοηθά τον συγγραφέα να φτάσει στον στόχο του...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...



Sunday, May 3, 2009

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «Η απαισιοδοξία προκαλεί τη βία»

  • «Ο Ελληνας Στίβεν Κινγκ» ήταν ο χαρακτηρισμός που ακολουθούσε τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο για ένα διάστημα. Αφού εξερεύνησε τις γκρίζες ζώνες της ελληνικής κοινωνίας, τώρα προχωράει ακόμα πιο πέρα με το νέο του βιβλίο «Απέραντα άδειο σπίτι» (εκδόσεις «Κέδρος»), που από αύριο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. Πρόκειται για επτά νουβέλες στο ύφος της μαύρης κωμωδίας, γεμάτες ειρωνεία και ανατροπές.

  • Οι ήρωές του είναι συνηθισμένοι άνθρωποι που βυθίζονται σε αλλόκοτες καταστάσεις, είτε ακραίοι τύποι που αγωνίζονται να γίνουν κανονικοί: Μια κοπέλα εγκλωβίζεται σε ένα ασανσέρ αλλά και στους κόλπους της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Ενας πρώην αντάρτης πόλεων επιχειρεί να κάνει μια καινούρια αρχή. Στο «Ι love Greece» ένας 40άρης με επιτυχημένη καριέρα στα media αρχίζει να συνειδητοποιεί πως είναι ομοφυλόφιλος και τρελαίνεται.
  • Ο έρωτας ακόμα και στις πιο ακραίες μορφές, όπως η παιδοφιλία και η αιμομειξία, αλλά και ο μεταλλαγμένος στα χρόνια του Μεγάλου Αδελφού, είναι παρών. Στην ψηφιακή μας εποχή γίνεται και ιντερνετικός, με τη νεαρή γυναίκα της τελευταίας ιστορίας να απολαμβάνει το διαδικτυακό σεξ με άγνωστους άντρες οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι οι γείτονές της που απεχθάνεται. Συνδετικός κρίκος των ιστοριών είναι η Λίμνη Αχαΐας, το επινοημένο παραθαλάσσιο θέρετρο που έχουμε συναντήσει σε παλαιότερα βιβλία του Β. Ραπτόπουλου, αλλά και το διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας.
Ο βασιλιάς και τα «τέρατα»

-Τελικά, τι σημαίνει ο τίτλος «Απέραντα άδειο σπίτι»;

  • «Είναι το απέραντα άδειο σπίτι του ατομισμού, όπου μας ωθεί η ελεύθερη αγορά. Στις σύγχρονες κοινωνίες δύο ρόλοι επιτρέπονται ουσιαστικά: Από τη μία ο βασιλιάς μέσος άνθρωπος, και από την άλλη τα "τέρατα": τρομοκράτες, παιδεραστές κ.λπ. Στο βιβλίο εξερευνώ την πιθανότητα ο ένας ρόλος να πηγάζει από τον άλλο».

-Γιατί επιλέξατε ως συνδετικό κρίκο των ιστοριών σας τη Λίμνη Αχαΐας;

  • «Μέχρι προ τινος, χωριά σαν τη Λίμνη Αχαΐας υποτίθεται ότι αποτελούσαν την αποθέωση του κοινοτικής ζωής -οι άνθρωποι είχαν πιο ουσιαστική επαφή, και δεν ήταν τόσο αποξενωμένοι. Εάν ένα τέτοιο μέρος γέμισε πια με τέρατα, αυτό σημαίνει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει αλλοτριώσει τα πάντα. Και αποδεικνύεται ότι όσα συμβαίνουν στις μητροπόλεις του πλανήτη θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβαίνουν και σε μια μικρή γωνιά της Ελλάδας. Η Λίμνη Αχαΐας εκφράζει όσα ζήσαμε την τελευταία εικοσαετία, από την πτώση του Τείχους και μετά, οπότε άρχισε να κυριαρχεί μια ασύδοτη ελεύθερη αγορά που γέννησε τη σημερινή κρίση, όχι μόνο την οικονομική».

-Βλέπετε διέξοδο από αυτή την κρίση;

  • «Μα σ' εμάς δεν έχει έρθει ακόμα! Απλώς τα γεγονότα του Δεκεμβρίου μάς προϊδεάζουν. Μέχρι τη δική μου γενιά υπήρχε μια αίσθηση συλλογικότητας, κυρίως μέσω της αριστεράς. Οι μικρότεροι, όμως, από τους 30άρηδες ώς τη γενιά του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, μεγάλωσαν σε ένα κλίμα όπου μόνο το κέρδος μετράει. Οι σημερινοί νέοι βίωσαν μόνο τον ατομισμό, και βλέπουν έναν κλειστό ορίζοντα επαγγελματικά και κοινωνικά, που τους φέρνει τυφλό θυμό. Φαίνεται ότι από δω και μπρος θα δημιουργηθούν δύο παράλληλες τάσεις: Ενα κομμάτι της κοινωνίας θα συντηρικοποιηθεί πιο πολύ, θα ζητάει περισσότερη καταστολή και αστυνομία. Κι ένα άλλο κομμάτι θα ευαισθητοποιηθεί και ίσως ανακαλύψει μια νέα συλλογικότητα. Σ' αυτό το δεύτερο κομμάτι, μαζί με τα καλά, υπάρχει και μηδενισμός και βία. Το ψάρι έχει και κόκαλα!»

-Στο βιβλίο σας βλέπετε αρκετά ρομαντικά το χαρακτήρα του τρομοκράτη. Η βία είναι δικαιολογημένη όταν έχει στόχο να διορθώσει την κοινωνική αδικία;

  • «Ο δικός μου τρομοκράτης καταλήγει εναντίον της βίας, είναι το αντίθετο του Κουφοντίνα. Η λογοτεχνία είναι η επινόηση της πραγματικότητας, η διόρθωσή της μέσω της φαντασίας. Ο ήρωάς μου εγκαταλείπει το αντάρτικο πόλεων αλλά παραμένει αριστερός και θεωρεί ως μίνιμουμ το αίσθημα δικαίου. Πώς να μην αγανακτήσει κανείς όταν σακατεύουν μια φτωχή καθαρίστρια σαν την Κούνεβα με βιτριόλι, ανάμεσα στα σκάνδαλα για τη Ζίμενς και το Βατοπέδι; Εξεγείρεσαι, έστω από μέσα σου. Ή ίσως δείχνεις ανοχή σε όσους τα σπάνε. Η βία πύκνωσε τελευταία την παρουσία της, επειδή το κλίμα αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας την προκαλεί. Δεν θα την εμποδίσει η αύξηση της καταστολής αλλά η ανάπτυξη μιας ιδεολογίας που θα λειτουργήσει ως αντίβαρο. Αλλάζοντας μυαλά, ο τρομοκράτης του βιβλίου μου πιστεύει ότι το αίσθημα δικαίου σού απαγορεύει να αφαιρείς μια ανθρώπινη ζωή».

-Σε μια άλλη πάλι ιστορία θίγετε ένα θέμα-ταμπού. Σκεφτήκατε ότι μπορεί να σοκαριστεί το κοινό διαβάζοντας για έναν συνταξιούχο που ασελγεί σε ανήλικα κοριτσάκια, στις αίθουσες των κινηματογράφων;

  • «Κι εγώ κοινό είμαι, με σοκάρουν όσα και τον μέσο αναγνώστη. Οχι μόνο επειδή έχω κι εγώ παιδί. Θυμάμαι τα δικά μου παιδικά χρόνια, που μας έλεγαν: Προσέξτε στο σινεμά ποιος κάθεται δίπλα σας. Γράφοντας προσεγγίζεις και εξημερώνεις τους φόβους σου. Αλλά δεν γράφω για αυτο-ψυχοθεραπεία, θέλω να εξερευνήσω ένα είδος σύγχρονου Κένταυρου, μισός άνθρωπος-μισός ζώο. Κι έτσι ο ήρωάς μου δεν είναι ακριβώς παιδεραστής αλλά ένας συνταξιούχος που πλήττει υπαρξιακά. Ο Ντοστογέφσκι είχε στους "Δαιμονισμένους" ένα κεφάλαιο όπου ο Σταβρόγκιν εξομολογείται πώς ασέλγησε σε ένα κοριτσάκι, και λογοκρίθηκε ως σκανδαλιστικό για τη ρωσική οικογένεια. Στην παρακμιακή μας εποχή επιτρέπεται μεν να γράψεις για ένα τέτοιο θέμα, αλλά η χειρονομία σου χάνει τη σημασία της με την απάθεια και την ιδιώτευση που κυριαρχούν».

-Γιατί ο χώρος του βιβλίου δυσκολεύεται να ξεπεράσει την παρατεταμένη κρίση που αντιμετωπίζει;

  • «Ζούμε στο απόγειο της εμπορευματοποίησης του βιβλίου. Το μπεστ-σέλερ δεν είναι από μόνο του κακό, κακή είναι η αποθέωσή του, πίσω από την οποία συχνά κρύβεται το ωμό οικονομικό συμφέρον. Από την άλλη, οι νέοι συγγραφείς μας μπορεί να προβάλλονται από τα media, αλλά τα βιβλία τους κατά κανόνα έχουν περιορισμένη εμβέλεια. Ο κοινωνικός αναβρασμός που προκαλεί η κρίση ίσως αναδείξει νέα συλλογικά θέματα, που θα επιτρέψουν και στη λογοτεχνία να αποκτήσει ξανά το κοινό της. Αναλόγως και στο τραγούδι, το λαϊκοπόπ της Βίσση και της Βανδή παραπαίει σήμερα, όπως και το λάιφ στάιλ μοντέλο ζωής που το καθιέρωσε. Το έντεχνο ψάχνεται, αλλά από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ώς τον Μάλαμα δεν μπορεί ακόμα να πλατύνει την επιρροή του. Οσο για το χιπ χοπ ή την ηλεκτρονική σκηνή, όσους φανατικούς κι αν αποκτήσουν οι Ακτιβ Μέμπερ ή ο Κωνσταντίνος Βήτα, δύσκολα θα γίνουν αληθινά λαϊκοί. Στο βιβλίο, πάλι, η αναγνώστρια του αισθηματικού μπεστ σέλερ κι ο αναγνώστης του ιστορικού μυθιστορήματος ίσως εγκαταλείψουν το διάβασμα, εάν λόγω κρίσης αλλάξει η καθημερινότητά τους. Ο αναγνώστης της καθαρόαιμης λογοτεχνίας, όμως, δεν αντέχει χωρίς να διαβάζει».

Φωνητικά στους «Φατμέ»

-Φέρνετε παραδείγματα από το χώρο του τραγουδιού αντί του βιβλίου...

  • «Μικρός ήθελα να γίνω μουσικός, σχεδόν πιο πολύ απ' ό,τι συγγραφέας. Και πιστεύω ότι γράφω πάντα μουσικά, όχι μόνο ως προς το ρυθμό της φράσης μου, αλλά ακόμα και ως προς τα θέματα ή τις προσεγγίσεις τους... Εχω παίξει κιθάρα με τον Πορτοκάλογλου, πριν τους Φατμέ, έχω κάνει φωνητικά στο δίσκο τους "Βγαίνουμε από το τούνελ", όπως και στον πρώτο προσωπικό δίσκο του Νίκου. Το περίεργο είναι ότι δεν έχω γράψει για το χώρο της μουσικής παρά ελάχιστα -στο "Μαύρο γάμο" ο πρωταγωνιστής μου είναι αρχηγός ενός ροκ γκρουπ- παρότι έζησα από μέσα τα συγκροτήματα, σε πρόβες και σε ηχογραφήσεις. Ισως γράψω κάποτε για όλ' αυτά».

-Τριάντα χρόνια μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια. Γράφετε με ευκολία;

  • «Φαίνεται ότι γράφω πολλά, όμως στην πραγματικότητα δεν είμαι τόσο παραγωγικός. Δημοσιεύω από 20 χρόνων, και τα περισσότερα από τα 21 βιβλία μου είναι σχετικά μικρά -η "Λούλα" και "Η επινόηση της πραγματικότητας" είναι τα πιο πολυσέλιδα. Εξακολουθώ να έχω αρκετά ημιτελή στα συρτάρια μου γιατί κάπου μπλόκαρα, και πολύ περισσότερα στο κεφάλι μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν γράφω εύκολα, βασανίζομαι. Παίρνεις ερεθίσματα απ' όσα συμβαίνουν γύρω σου, τα επεξεργάζεσαι συνειδητά και υποσυνείδητα, και τα επιστρέφεις ξανά στον κόσμο. Θα έλεγα ότι παίρνεις ένα επικαιρικό, εφήμερο υλικό και το μεταμορφώνεις σε κάτι άλλο με φιλοδοξίες διάρκειας μέσα στο χρόνο. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι κάθε δημιουργική διαδικασία, όχι μόνο τη μυθοπλασία». *

Saturday, August 30, 2008

Υπάρχουν πόρτες για να μπεις σε μια ιστορία



ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Σαράντα συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφοι) ανοίγουν σε κοινή θέα το εργαστήρι της γραφής τους - το συναρπαστικό σημείο όπου διασταυρώνονται η περιπέτεια της γραφής και η γραφή της περιπέτειας. Σαράντα άνθρωποι που μοχθούν μπροστά στη λευκή σελίδα, μιλούν για τα μυστικά και τα ψέματα του εαυτού και των λέξεων, του κόσμου και της αναπαράστασής του. Παλαιότερα και νεότερα πρόσωπα της λογοτεχνίας αναπνέουν τη φλούδα αλλά και την ψίχα του κειμένου, εναλλάσσουν τις μάσκες του λογοτεχνικού ήρωα, του κριτικού και του αναγνώστη, αποκαλύπτουν τη βάσανο που υποσκάπτει την απόλαυση του γραφιά - εντέλει αφηγούνται την ιστορία που αρνείται να γίνει ιστορία.

Η βασική ιδέα μπορεί να προέλθει από μια φράση, μια εικόνα, οτιδήποτε, αρκεί να μου χτυπάει μια χορδή υποσυνείδητη. Μετά χτίζω σιγά σιγά την ιστορία μου, ενώ παράλληλα στοχάζομαι πάνω στο θέμα της. Η διαδικασία αρχίζει τη στιγμή της έμπνευσης, για να συνεχιστεί όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συγγραφής, αλλά ακόμη και μετά τη δημοσίευση ενός γραπτού. Θα έλεγε κανείς, επ' άπειρον.

Μυθιστόρημα, νουβέλα ή διήγημα; Ποια έκταση και ποια μορφή ταιριάζει καλύτερα στην ιστορία μου; Αλλά και τι ταιριάζει καλύτερα σ' εμένα τον ίδιο; Ιδίως την αφηγηματική ιδιοσυγκρασία μου υποπτεύομαι ότι μια ζωή ολόκληρη δεν φτάνει για να την εξερευνήσω. Κατά τα άλλα, μεγάλο ειδικό βάρος έχει η εναρκτήρια πρόταση. Επειδή ακριβώς μ' αυτήν ξεκινάει ένας αφηγηματικός ρυθμός που, παρά τα σκαμπανεβάσματα των ξεχωριστών επεισοδίων, οφείλεις να τον ακολουθήσεις μέχρι τέλους.

Υπάρχουν πόρτες για να μπεις σε μια ιστορία. Να πιάσω τα γεγονότα από την αρχή, τη μέση ή το τέλος; Μήπως να παρακολουθήσω την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός δευτεραγωνιστή, και όχι του κεντρικού ήρωα; Να την αφηγηθώ στον αόριστο ή στον ενεστώτα; Επίσης, να τη γράψω άραγε σε τρίτο πρόσωπο (ο παντογνώστης αφηγητής), σε πρώτο (το βασίλειο του υποκειμενισμού) ή σε δεύτερο; Μήπως να χρησιμοποιήσω και τα τρία μαζί, όπως ο Τσίρκας στις «Ακυβέρνητες πολιτείες»;

«Για να γράψεις ένα μεγάλο μυθιστόρημα, χρειάζεσαι ένα θέμα μεγάλο όσο μια φάλαινα!» έλεγε, όχι μόνο μεταφορικά, ο δημιουργός του «Μόμπι Ντικ ή Η άσπρη φάλαινα», Χέρμαν Μέλβιλ. Υπάρχουν όμως και τα περιφερειακά θέματα, τα οποία λειτουργούν ως ανάσες και οάσεις, και ταυτόχρονα ως αντίστιξη που αναδεικνύει το κυρίως θέμα ενός μυθιστορήματος.

Γνωρίζω εξαρχής το τέλος ή τον στόχο της αφήγησής μου, μολονότι συνήθως στη διαδρομή αλλάζουν. Κάθε φορά που γίνεται κάτι τέτοιο, σπεύδω να αρπαχτώ από τη νέα εκδοχή, κι ας πρόκειται να την εγκαταλείψω κι αυτήν σύντομα. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, εάν θέλεις η αφήγησή σου να είναι αγωνιώδης. Ή ίσως τυχαίνει απλώς να είμαι αγχώδης τύπος.

Αλλοτε έχω μια συγκεκριμένη ιστορία να πω, άλλοτε κυριαρχεί μια κατάσταση. Εχω βρεθεί αντιμέτωπος και με τις δύο περιπτώσεις, και προτιμώ τη μέση οδό. Φέρ' ειπείν, μια ιστορία με ζώνες στατικής, ενδοσκοπικής αφήγησης, με μέρη καθαρόαιμου στοχασμού. Εξάλλου στο μυθιστόρημα μπορούν να ενσωματωθούν όλα τα άλλα είδη λόγου: ποίηση, δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, φιλοσοφικό δοκίμιο, θεατρικός διάλογος, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό σενάριο. Μέχρι και εικόνες, από φωτογραφίες έως έργα ζωγραφικής.

Προσέχω να μη χαθώ μες στον λαβύρινθο της πλοκής, χωρίς τον οποίο οι ιστορίες καταδικάζονται στην εσχάτη των ποινών: τη βαρεμάρα. Η πλοκή δεν είναι μόνον η εξωτερική, που ισούται με την περιπετειώδη αφήγηση, αλλά και η εσωτερική, που οδηγεί στο ψυχογράφημα, ενώ ο συνδυασμός τους εγγυάται το καλύτερο αποτέλεσμα. Επιπλέον φροντίζω ακόμη και τα πιο ετερόκλιτα επεισόδια ή μοτίβα να συνδέονται μεταξύ τους. Ο Τσέχοφ έλεγε: «Οταν αρχίζεις μια ιστορία με ένα καρφί, θα πρέπει στο τέλος ο ήρωας να κρεμαστεί απ' αυτό!»

Κάποτε οι χαρακτήρες μου είναι δημιουργημένοι εκ των προτέρων, κάποτε προκύπτουν μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας. Η πρώτη κατηγορία συγγενεύει με το θέατρο, η δεύτερη με τον κινηματογράφο. Και πάντα με απασχολεί τι ακριβώς είναι οι πρωταγωνιστές μου. Η αρχαία τραγωδία ή το ελισαβετιανό δράμα είχαν βασιλιάδες για ήρωες. Αστούς, το μυθιστόρημα της ευρωπαϊκής παράδοσης. Τι ισχύει για τις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες; Πώς μπορεί να είναι ήρωας ένας μέσος άνθρωπος; Αρκεί να υπογραμμίζεις το κοινωνικό και ιστορικό φόντο; Μήπως φτάνεις πιο βαθιά με τις ακραίες προσωπικότητες, τους κακούς της λαϊκής λογοτεχνίας; Ή με την εκδοχή «συνηθισμένοι άνθρωποι, ασυνήθιστες καταστάσεις»;

Σε άλλα γραπτά μου υπερτερεί η αφηγηματική πρόζα, σε άλλα ο διάλογος. Διάλογοι που θυμίζουν απομαγνητοφωνημένη συνομιλία, και διάλογοι που απλώς τους περιγράφω. Αλλοτε πάλι ολόκληρο το γραπτό δεν είναι παρά ένας απέραντος δραματικός μονόλογος. Υπάρχει όμως και το ζήτημα του τίτλου, ο οποίος οφείλει να αναφέρεται ευθέως ή πλαγίως στο κυρίως θέμα. Ανώτεροι οι τίτλοι που επιτρέπουν πολλαπλές ερμηνείες ενός αφηγήματος (παράδειγμα, το όνομα του πρωταγωνιστή).

Τέλος, άλλα γραπτά μου είναι ρεαλιστικά, άλλα ανήκουν στη λογοτεχνία του φανταστικού, κι άλλα διαθέτουν στοιχεία και από τα δύο. Το φανταστικό, κι ας μην είναι τόσο δημοφιλές στη χώρα μας, μού φαίνεται συνώνυμο της ακραιφνούς λογοτεχνίας. Από την άλλη, εφόσον μιλάμε πάντα για επινόηση, για λογοτεχνία, στο βάθος κάνει το ίδιο.


Ελευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 29/08/2008