ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ*, ΕΥΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ*
- ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Από τον Αλέξη ΖήραΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ που ξαναβγαίνει, όπως αυτή η τρίτη έκδοση της «Επινόησης της πραγματικότητας», συνήθως δεν βρίσκεται στις πρώτες ζητήσεις των κριτικών.
Ο φετιχισμός τού αμέσως επόμενου βιβλίου, δηλαδή του νεότερου που διαδέχεται τάχιστα το νέο, είναι τόσο διαδεδομένος στα επαρχιακά λογοτεχνικά μας ήθη, ώστε όχι τυχαία οι εκδότες που «σέβονται τον εαυτό τους» αποφεύγουν, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, να επανεκδίδουν βιβλία όταν θεωρούν ότι αυτά έχουν κατά κάποιον τρόπο κάνει τον κύκλο τους. Επομένως, η «Επινόηση» είναι μία από τις εξαιρέσεις, αν και ο Ραπτόπουλος δεν είναι η πρώτη φορά που δείχνει ότι νοιάζεται για τα πεζά που κατά καιρούς διέσπειρε σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Γιατί είναι κυριευμένος βασανιστικά από το όραμα «του έργου». Αναφέρεται σ' αυτά στις συνεντεύξεις του, τα συγκεντρώνει, και, επειδή είναι ένας συγγραφέας αυτοαναφορικός, όχι σπάνια θυμίζει πλαγίως στον αναγνώστη του ότι αυτό που διαβάζει ανήκει σε μια γενεαλογία μυθιστορηματική και ότι καλό είναι να προσέξει τις υποδόριες ή τις σαφείς συγγένειες που διακρίνονται με άλλα, προηγούμενα πεζά του. Θα έλεγα μάλιστα, χωρίς να πιστεύω πως υπερβάλλω ιδιαίτερα, ότι έτσι που ξανασυναντούμε τα μυθιστορηματικά του πρόσωπα, ανδρικά ή γυναικεία, σε διαφορετικά βιβλία του, έτσι όπως ξαναβρίσκουμε τα ίδια περιβάλλοντα, και, ιδίως, έτσι όπως δείχνουν να συνδέονται πολλά από τα πρόσωπα με ψυχικούς δεσμούς (εννοώ προπάντων ότι σέρνουν μαζί όπου και να πάνε τον σάκο των υποσυνείδητων τερατογενέσεών τους), σχηματίζουν στην πινακοθήκη της νεότερης πεζογραφίας μας μια μικρή κοινωνία ευδιάκριτων και αλλόκοτων τύπων. Ολοι τους, θα έλεγε κανείς, είναι σφραγισμένοι από κάτι το μοιραίο, κάτι που λοξεύει από την καθημερινότητα και τον μέσο όρο, και, όχι τυχαία, ο νους μας πηγαίνει, ψάχνοντας συγγένειες και κοινές ρίζες, τόσο σε αμερικανούς μάστορες της αφήγησης που ο Ραπτόπουλος τους είχε ανέκαθεν στο εικονοστάσι του: τον Ουίλιαμ Φόκνερ, τον Τζον Στάινμπεκ, τον Ρέιμοντ Κάρβερ, τον Τζέρομ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, τον Στίβεν Κινγκ, όσο και σε κάποιους έλληνες: τον Μένη Κουμανταρέα και τον Δημήτρη Νόλλα. [...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
- Βιβλιοθήκη, Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
- Από τη Μ. Θεοδοσοπούλου, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009
- Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Απέραντα άδειο σπίτι, εκδόσεις Κέδρος, σ. 296, 15 ευρώ
Προ δέκα ετών, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είχε εκδώσει ένα βιβλίο με επτά ιστορίες («Βαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ»), που εκτυλίσσονται σε έναν τόπο δικής του επινόησης. Τον αποκαλούσε Λίμνη Αχαΐας. Με το πρώτο συνθετικό παρέπεμπε στα ακίνητα νερά μιας λίμνης, υπονοώντας το ακύμαντο της ζωής των ηρώων του. Ενώ, με το δεύτερο, σηματοδοτούσε μια αντιπροσωπευτική περιοχή της Ελλάδας, τα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου, όπου αναπτύχθηκαν, επί της εθνικής οδού, τα πρώτα θέρετρα της ηπειρωτικής χώρας, με τα οποία και γειτνιάζει η Λίμνη Αχαΐας. Ο συγγραφέας επιθυμούσε να στήσει ένα σκηνογραφικό πλαίσιο, που ως τόπος να συνδυάζει τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός ελληνικού χωριού με αυτά μιας αντιπροσωπευτικής τουριστικής περιοχής. Ο στόχος του, τότε, ήταν να υποδηλώσει την εκφυλιστική μεταμόρφωση της ελληνικής επαρχίας, γι' αυτό και, σύμφωνα με τις επτά ιστορίες που πλάθει, στη Λίμνη Αχαΐας συμβαίνουν σημεία και τέρατα.
Στο πρόσφατο βιβλίο, ο Ραπτόπουλος επανέρχεται στον ίδιο τόπο και πάλι με επτά ιστορίες. Πιθανώς και να πρόκειται για δύο βιβλία φετίχ, καθώς εκδίδονται κατά τα έτη που στρογγυλεύει η ηλικία του. Ισως ο συγγραφέας να υποτονθορύζει, τι σαράντα, τι πενήντα, εγώ, ως ένας μικρός θεός, ολοκληρώνω σε επτά ιστορίες τη δημιουργία του μυθιστορηματικού μου κόσμου. Εξάλλου, παρότι πρόκειται για αυτόνομες ιστορίες, προβάλλει ευκρινώς ένα ενιαίο μυθιστορηματικό σύμπαν. Μάλιστα, οι επτά ιστορίες και των δύο βιβλίων είναι αρκούντως αμαρτωλές, παραπέμποντας έτσι στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Μόνο που αυτή τη φορά, οι ιστορίες δεν εκτυλίσσονται στη Λίμνη Αχαΐας. Τουλάχιστον όχι εξ ολοκλήρου, όπως στο προηγούμενο βιβλίο. Ωστόσο, σε όλες τις ιστορίες υπάρχει ένα τμήμα ή έστω και μία μόνο σκηνή, που λαμβάνει χώρα εκεί. Αυτό δικαιολογείται επαρκώς μυθοπλαστικά, καθώς το θέρετρο παρουσιάζεται ως ένας μοιραίος τόπος στη ζωή των ηρώων. Επιπλέον, η Λίμνη Αχαΐας παίρνει εδώ διαστάσεις έμμονης ιδέας για τον συγγραφέα, καθώς ως αφηγητής-σκηνοθέτης των ιστοριών παρεμβαίνει συνομιλώντας με τον αναγνώστη. Τελικά, η Λίμνη Αχαΐας έχει ταυτιστεί με τον Ραπτόπουλο, κάτι, ας πούμε, τηρουμένων των αναλογιών, σαν τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη.
Ο Ραπτόπουλος έχει σχεδιάσει κατά τέτοιον τρόπο τις καινούριες ιστορίες του, ώστε να διαδραματίζονται μεν στην Αθήνα, αλλά οι ήρωές τους, νοερά ή πραγματικά, να κινούνται ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετους πόλους: τη Λίμνη Αχαΐας, ως πρότυπο της αλλοτριωμένης σήμερα ελληνικής επαρχίας, και το διεθνές αεροδρόμιο Αθηνών. Στις δύο ιστορίες, που τοποθετούνται στις αρχές του 2000, είναι το αεροδρόμιο του Ελληνικού, ενώ, στις υπόλοιπες, το «Ελευθέριος Βενιζέλος». Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο δεύτερος πόλος δηλώνει την έξοδο προς έναν διαφορετικό κόσμο, ήδη παγκοσμιοποιημένο. Παρόλο που, εκ πρώτης όψεως, τα πήγαιν'-έλα των ηρώων στο αεροδρόμιο μοιάζουν σαν παραγεμίσματα, για να ενισχυθεί ο πάντα επιδιωκόμενος σπονδυλωτός χαρακτήρας της συλλογής, τελικά, το αχανές και απρόσωπο του χώρου βοηθά τον συγγραφέα να φτάσει στον στόχο του...
-Τελικά, τι σημαίνει ο τίτλος «Απέραντα άδειο σπίτι»;
-Γιατί επιλέξατε ως συνδετικό κρίκο των ιστοριών σας τη Λίμνη Αχαΐας;
-Βλέπετε διέξοδο από αυτή την κρίση;
-Στο βιβλίο σας βλέπετε αρκετά ρομαντικά το χαρακτήρα του τρομοκράτη. Η βία είναι δικαιολογημένη όταν έχει στόχο να διορθώσει την κοινωνική αδικία;
-Σε μια άλλη πάλι ιστορία θίγετε ένα θέμα-ταμπού. Σκεφτήκατε ότι μπορεί να σοκαριστεί το κοινό διαβάζοντας για έναν συνταξιούχο που ασελγεί σε ανήλικα κοριτσάκια, στις αίθουσες των κινηματογράφων;
-Γιατί ο χώρος του βιβλίου δυσκολεύεται να ξεπεράσει την παρατεταμένη κρίση που αντιμετωπίζει;
Φωνητικά στους «Φατμέ»
-Φέρνετε παραδείγματα από το χώρο του τραγουδιού αντί του βιβλίου...
-Τριάντα χρόνια μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια. Γράφετε με ευκολία;