Showing posts with label Βιβλιοκριτική. Show all posts
Showing posts with label Βιβλιοκριτική. Show all posts

Sunday, September 7, 2008

Η μυρωδιά του χρήματος

NOIR

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 07/09/2008

Το Λυκοφιλίες της Σάσκια Νόορτ (γεννημένης το 1967) διαδραματίζεται στη σύγχρονη Ολλανδία, στο Αμστερνταμ και σε ένα χωριό όχι μακριά από την πόλη. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του είναι καταξιωμένοι στον γάμο και στο επάγγελμά τους και αυτό τούς κάνει υπερόπτες. Η ιστορία - την αφηγείται η Κάρεν, σύζυγος του Μισέλ -, αρχίζει με τον θάνατο του Εϊβερτ όταν η βίλα του πιάνει φωτιά. Η γυναίκα του, η Μπαμπέτ, τραυματίζεται, μα τα δύο αγόρια τους δεν παθαίνουν τίποτε. Το ατύχημα συγκλονίζει τους στενούς φίλους του ζευγαριού: τον Σίμον και την Πατρίσια, τον Κέις και την Αντζελα, τον Ιβο και τη Χάνεκε· η ήσυχη και τακτοποιημένη ζωή τους αναστατώνεται. Φαινομενικά, η αναπάντεχη τραγωδία ενώνει όλους αυτούς, ώσπου κάποια στιγμή διαπιστώνουν αυτό που δεν τολμούν να παραδεχτούν, πως είναι παγιδευμένοι, εγκλωβισμένοι, φυλακισμένοι: στον γάμο, στην καριέρα, στο αστικό χωριό τους. Βαθμιαία, συνειδητοποιούν πως η συμβίωσή τους δεν είναι υποδειγματική (ως τότε ασχολούνταν με τα διαζύγια των άλλων, των μη αποτυχημένων ζευγαριών), οπότε βγαίνουν στην επιφάνεια και οι μεταξύ τους σεξουαλικές σχέσεις. Ταυτόχρονα η Κάρεν, η οποία βιώνει έναν μεγάλο έρωτα - πάντα εντός της γνωστής κλειστής παρέας -, ανακαλύπτει ύστερα από κάποια βαρετά χρόνια έγγαμης ζωής πως είναι σεξουαλικό ον· αυτό την ωθεί να αφήσει στην άκρη τις αναστολές της ώστε να ξαναβρεί τη λαγνεία που της έχει λείψει. Ωστόσο, δεν θέλει να βάλει σε κίνδυνο τον γάμο της και όσα της προσφέρει. Τότε όμως συμβαίνει και άλλο θλιβερό περιστατικό: η Χάνεκε, η καλύτερη φίλη της, πέφτει από το μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου. Ατύχημα; Αυτοκτονία; Ή μήπως έγκλημα; Ξαφνικά στην πλοκή εμφανίζεται άλλη μια γυναίκα, η οποία δεν μοιάζει με αυτές και δεν συνδέεται ούτε με τις συνήθειες ούτε με τα οράματά τους. Είναι η Ντορίν, μια αστυνομικίνα, μόνη, παχουλή και μη ελκυστική. Αυτή ανατρέπει την ψεύτικη τάξη της παρέας και του μικρόκοσμού τους, δίνοντας την ευκαιρία στην Κάρεν να προβληματιστεί σοβαρά πάνω στην κατάσταση και να αρχίσει να ερευνά τα δύο περίεργα ατυχήματα.

Μια γυναίκα λοιπόν γράφει ένα βιβλίο με ενδιαφέροντες ανθρώπους, εστιάζοντας την προσοχή της στο πώς κυλάει η καθημερινότητά τους ως συζύγων (με μικρά παιδιά) και παράλληλα ως εραστών και ερωμένων. Φαινομενικά πρόκειται για αισθηματικό και κοινωνικό μυθιστόρημα, ωστόσο η πλοκή του είναι αστυνομική. Η συγγραφέας περιγράφει παραστατικά τον υπέροχο κόσμο των επιτυχημένων, των δημιουργικών, εκείνων που παίζουν - επικίνδυνα, όπως αποδεικνύεται -, με το χρήμα, αποκτώντας λάμψη και ισχύ. Περιχαρακωμένοι σε χρυσά κλουβιά, σε βίλες με ψηλούς τοίχους, κυκλοφορώντας με τζιπ, συχνάζοντας σε γήπεδα τένις και γκολφ, και αδιαφορώντας για τους φτωχούς - ντρέπονται να μπουν σε φτηνά σουπερμάρκετ -, δεν μπορούν να φανταστούν πως η ζωή τους μπορεί να είναι διαφορετική. Η Σάσκια Νόορτ, δημοσιογράφος το επάγγελμα, έχοντας γνωρίσει από κοντά τα μέλη της κοινωνικής αφρόκρεμας, καταφέρνει με μαεστρία να προξενήσει ρωγμές στα γυάλινα τείχη τους και χρησιμοποιώντας στοιχεία θρίλερ και σασπένς να δείξει πόσο εύθραυστος είναι. Δείχνει επίσης πόσο πρόστυχοι, ελεεινοί, αχρείοι και έτοιμοι για παντός είδους εγκλήματα μπορεί να αποδειχτούν αυτοί οι γεμάτοι αυτοπεποίθηση άνθρωποι που κρύβουν επιμελώς τα ψέματα και τα πάθη τους. Και επισημαίνει το εξής: πως μυρωδιά της φτώχειας που τόσο τους ενοχλεί είναι δυνατόν κάποτε να φτάσει στην πόρτα τους, εκτοπίζοντας τη μυρωδιά του χρήματος.

  • Ο κ. Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας.

Tuesday, September 2, 2008

Ο Ρεμπό στην Αιθιοπία

Οι περιπέτειες του Γάλλου ποιητή μέσα από την επιστολογραφία του


Του Γιώργου Βέη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Click to see an enlarged picture

Arthur Rimbaud: «Γράμματα από το Χαράρ». Μετάφραση: Απόστολος Καρούλιας. Εκδόσεις «Αγρα», 2007, σελ. 141.

Είναι ομολογουμένως ένα ουσιαστικό βοήθημα για την απώτερη κατανόηση του ψυχισμού του δημιουργού των «Εκλάμψεων», (ιδέτε την πρόσφατη, υποδειγματική μετάφρασή τους από τον Στρατή Πασχάλη, στις εκδόσεις «Γαβριηλίδη»), εμπλουτισμένο από τη λειτουργική εισαγωγή των Dominique και Nadine Petitfaux και το κατατοπιστικότατο επίμετρο του Jérôme Vérain. Οι επιστολές αυτές, στην πλειονότητά τους απεγνωσμένες, μεταφρασμένες στη γλώσσα μας με επαγγελματική συνέπεια, αποδίδουν περιληπτικά το υλικό ενός μείζονος βιβλίου παθών, το οποίο δεν γράφτηκε ποτέ. Η κόλαση σε μια νέα, προσωποπαγή εκδοχή: το πολύγλωσσο, ενίοτε εφιαλτικό αιθιοπικό τοπίο ως αναγκαστική λύση βίου, οι αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές του Arthur Rimbaud είτε με Μουσουλμάνους είτε με Κόπτες αρχηγούς κρατών, η προϊούσα σύφιλη, οι περιπετειώδεις πωλήσεις όπλων σε φανατικούς πολεμάρχους των ερήμων, η οριστική αντικατάσταση της λογοτεχνίας από ετερόκλητες εμπορικές πράξεις, η διαπίστωση ότι το Παρίσι και όχι μόνον ήταν η μοιραία ουτοπία, η θλιβερή αναπηρία από τις επιπλοκές που προκάλεσε ένας όγκος στο δεξιό γόνατο, η οριακή δυσκολία της ύπαρξης να αντιληφθεί σε βάθος τόσο τον κόσμο, όσο και την ίδια την υπόστασή της – όλα καταγράφονται εδώ με ιδιάζουσα ειλικρίνεια.

Οιονεί επιτύμβια, πάντως καίρια και βασανιστικά τεκμήρια βίου, τα γράμματα αυτά πιστοποιούν από μια άλλη οπτική γωνία το ακατάβλητο σθένος ενός ανθρώπου, ο οποίος έσπευσε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εφηβείας του να αμφισβητήσει τα θέσφατα της γενέθλιας, ασφυκτικής Σαρλεβίλ των Αρδεννών, για να δοκιμάσει να ακυρώσει στη συνέχεια τα συμβατικά όρια του μέγα - κόσμου. Η διπλή ύβρις τιμωρήθηκε δεόντως: ο τολμητίας σύρθηκε στη Σαρλεβίλ για να ενταφιαστεί εκεί. Η πόλις που τόσο τον απωθούσε, κλήθηκε τον Νοέμβριο του 1891 να τον στεγάσει ανεκκλήτως. Ο κύκλος κλείνει μέσα σε οιμωγές και παρακρούσεις.
Δίπλα στις απεγνωσμένες παραγγελίες του απρόβλεπτου ποιητή για την άμεση αποστολή από τη Γαλλία στο Χαράρ της Αιθιοπίας διαφόρων αντικειμένων, στα οποία συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων, γραφόμενα, βαρόμετρα, εξάντες, πυξίδες, λεξικά αραβικών, αλλά και της διαλέκτου αμπάρα, τηλεσκόπια, συνοπτικές μεθόδους μεταλλουργίας, εγχειρίδια υδραυλικής και αντίτυπα του Κορανίου στα γαλλικά, παρατίθενται η μια μετά την άλλη οι σπουδαιότερες φάσεις της πεισματικής παραμονής του Rimbaud στο διακεκαυμένο Κέρας της Αφρικής.
Πρόκειται για τον ύστατο προορισμό του, εκεί ακριβώς όπου φαντασιώθηκε τη γέννηση του γιου του, μετά τις άγονες, διαδοχικές προσπάθειές του να ενσωματωθεί δημιουργικά στη ζωή της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Ινδονησίας, της Σουηδίας, της Νορβηγίας και της Κύπρου. Προφανώς, η απόκτηση κέρδους στο Χαράρ ήταν η πλέον πρόσφορη. Γι’ αυτό και ήταν προς τα εκεί διαρκώς στραμμένο το ενδιαφέρον του ποιητή τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Βεβαίως, οι κύκλοι των φιλολογικών εχθρών του τον κατηγόρησαν ότι προωθούσε με τον τρόπο του το οργανωμένο λαθρεμπόριο της περιοχής, σε μακροχρόνια μάλιστα βάση, σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας, έχοντας ήδη υπερκεράσει προ πολλού κάθε ηθικό φραγμό. Ούτε από τα προαναφερόμενα γράμματα, ούτε από άλλες αντικειμενικότερες πηγές μπόρεσε έως σήμερα να στηριχτεί βασίμως η αήθης αυτή κατηγορία.
Κατά τα άλλα, γνωρίζουμε ότι οι δυσκολίες προσαρμογής των επήλυδων, οι παραγωγικές ή απέλπιδες περιηγήσεις τους ανά τον κόσμο, οι αναπόφευκτες μακροχρόνιες ή περιορισμένης διάρκειας εγκαταστάσεις τους σε καταναγκαστικά πάντως τοπία, τα σύνδρομα της προσωρινής ή τελεσίδικης απόρριψης και οι μικρές ή μεγάλες νίκες στο κύριο σώμα ή στο περιθώριο της επιθετικής συνήθως καθημερινότητας, τις οποίες βιώνουν οι φερτοί σε διαχρονική κλίμακα, συναποτελούν πρωτογενή υλικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Σε τέσσερις λέξεις φρονώ ότι αποτυπώνεται επαρκώς το συναφές άγος: «Denn Bleiden ist nirgends» Ο εν λόγω αφορισμός απαντά στο «Πρώτο Ελεγείο του Ντουίνο» του γεννημένου στην Πράγα, ακαταπόνητου νομάδα Reiner Maria Rilke (1875 - 1926) και πρόχειρα πάει να πει «δεν υπάρχει τόπος για να ζεις». Σε μία από τις πρώτες θέσεις των μαρτυριών αυτού του είδους κατατάσσονται ασφαλώς και τα όσα αποτυπώνονται στις αιμάσσουσες επιστολές του αμετανόητου πολυ-μέτοικου Arthur Rimbaud.

Διανοητικά παιχνίδια γύρω από τον έρωτα και τις αισθήσεις

Της Χρυσας Σπυροπουλου, Η Καθημερινή, Tρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Μάρτιν Βάλζερ, «Η στιγμή του έρωτα», μετάφραση Ηλίας Τσιριγκάκης, Εστία 2008.

Ο Μάρτιν Βάλζερ (1927) είναι ένας από τους σπουδαιότερους Γερμανούς συγγραφείς, ο οποίος εκτός από την πεζογραφία ασχολείται με τη συγγραφή θεατρικών έργων καθώς και δοκιμίων. Αλλωστε, η ενασχόλησή του με το δοκίμιο γίνεται εμφανής ακόμα και στο πεζογραφικό του έργο, μιας και σε αυτό διακρίνονται δοκιμιακά στοιχεία. Τα θέματά του δεν αγγίζουν μόνο τις ιστορίες των ηρώων του, αλλά αυτές δίνουν την αφορμή να σχολιαστούν είτε φιλοσοφικά ζητήματα είτε κοινωνικά ή ιστορικά. Στο έργο του «Η στιγμή του έρωτα», μια Αμερικανίδα υποψήφια διδάκτωρ επισκέπτεται στο σπίτι του για ένα δίωρο έναν Γερμανό μελετητή του έργου του Γάλλου φιλοσόφου Λα Μετρί, που ήδη το 1750 στο έργο του «L’ Homme Machine», –ονομάστηκε ο «Αρίστιππος» του σύγχρονου υλισμού, εξαιτίας της πίστης του στη δύναμη της ύλης– αναπτύσσει την υλιστική θεωρία του, σύμφωνα με την οποία μοναδικός σκοπός της ζωής είναι η ηδονή των αισθήσεων, ενώ η ψυχή, το νοητικό μέρος του σώματος, χάνεται με τον θάνατο. Το ηλιοτρόπιο, που του φέρνει η Μπεάτε, γίνεται το σύμβολο της σχέσης του Γκότλιμπ και της Αννας, της γυναίκας του, μιας επιτυχημένης μεσίτριας. Με ειρωνικό τρόπο ο Βάλζερ σχολιάζει την κρίση στον γάμο, ο οποίος «ασφαλώς είναι μια κόλαση, αλλά, όταν είσαι ο διάβολος, η συμβίωση με έναν άγγελο σου είναι υποφερτή» (σ. 51). Ο ήρωας είναι γύρω στα εξήντα και κολακεύεται από την προσοχή και τον θαυμασμό που του δίνει η Αμερικανίδα ερευνήτρια. Αρχίζει να σκέφτεται τους δεσμούς του με τη γυναίκα του, με τα παιδιά του, να αναλογίζεται το πέρασμα του χρόνου, τον θάνατο, την επικοινωνία του με τους άλλους. Κάνει απολογισμό ζωής.

Οταν επισκέπτεται τις ΗΠΑ για να παρουσιάσει σε συνέδριο, που διεξάγεται σε πανεπιστήμιο, μέρος της μελέτης του για τον Λα Μετρί, ο συναισθηματικός του κόσμος βρίσκεται σε αναβρασμό. Από τη μια η εισήγησή του δεν ενθουσιάζει τους πανεπιστημιακούς και νιώθει ταπεινωμένος, από την άλλη η ερωτική σχέση με την Μπεάτε του θέτει διάφορα διλήμματα σχετικά με τον γάμο του. Τελικά αποφασίζει να επιστρέψει στη Γερμανία και στην οικογενειακή εστία νωρίτερα από την προγραμματισμένη αναχώρησή του, αλλά και εκεί τα φαντάσματα και οι ψευδαισθήσεις θα δηλητηριάζουν την επαφή του με τη γυναίκα του. Συνυπάρχουν σιωπηλοί κάτω από την ίδια στέγη και αυτός σκέφτεται τη νεαρή Αμερικανίδα, ώσπου κάποια στιγμή θα λάβει το προσκλητήριο του γάμου της, που θα γίνει και η αφορμή να ξαναγυρίσει στην πρότερη κατάστασή του, πριν την εμφάνιση εκείνης στη ζωή του. Και το μυθιστόρημα κλείνει όπως ακριβώς είχε αρχίσει: «Ο Γκότλιμπ είπε: Μας είναι αδιάφορο το είδος της σάλτσας όπου θα βουτήξουμε το δάχτυλο το οποίο είμαστε αναγκασμένοι μετά να πιπιλίσουμε. Ετσι δεν είναι; Και εκείνη: Δεν υπάρχει καμιά πράξη μας που να μπορεί να μείνει ατιμώρητη. Και εκείνος: Οι ευκαιρίες όμως μας προκαλούν. Και εκείνη: Αν έτσι νομίζετε. Και εκείνος: Ετσι νομίζω...» (σ. 11 και 280).

Ενα άλλο θέμα που θίγει ο Βάλζερ για άλλη μια φορά, όπως συνέβη και στην «Υπεράσπιση της παιδικής ηλικίας» (Εστία, 2001), είναι αυτό της ενοχής: Είτε πρόκειται για την ατομική ενοχή απέναντι στα άτομα με τα οποία συνδέεται κανείς είτε για την ενοχή των Γερμανών εξαιτίας του πολέμου. Ο Βάλζερ τόλμησε να εκφράσει την άποψή του ότι οι Γερμανοί πρέπει να σταματήσουν να «ανακυκλώνουν» τις ενοχές τους για τον πόλεμο, και εδώ βάζει τον ήρωά του, αυτόν τον μέτριο μελετητή, να αναπτύξει τους όρους «συνειδησιακές τύψεις» ή «αισθήματα ενοχής», όπως τους είχε χειριστεί στο έργο του ο Λα Μετρί, και να τους προσαρμόσει στη σύγχρονη πραγματικότητα, για να ζητήσει τη συγχώρεση από το ακαδημαϊκό ακροατήριο του αμερικανικού πανεπιστημίου για τις «πράξεις των ομοεθνών του». Ο Λα Μετρί υποστήριζε ότι το ζητούμενο για τον άνθρωπο είναι η ευτυχία –κάτι ανάλογο δεν είχε πει και ο Ηράκλειτος; – η ευτυχία «της ανθρωπότητας, που δεν πρέπει να κλονίζεται, να υπονομεύεται από ανώφελα αισθήματα ενοχής»... που «δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Δεν αποτρέπουν τίποτε. Ούτε πριν από το έγκλημα, ούτε κατά τη διάρκειά του, ούτε εκ των υστέρων...» (σ. 187).

Το «Η στιγμή του έρωτα» είναι ένα γοητευτικό μυθιστόρημα που συμπυκνώνει ιδέες, συναισθήματα, πρόσωπα, ενώ η ρέουσα γραφή αναδεικνύει παράλληλες καταστάσεις και φέρνει στο φως σκοτεινές και απαγορευμένες πλευρές του εσωτερικού κόσμου του σύγχρονου ανθρώπου.

Η απόδοση του απαιτητικού κειμένου, καθώς και των παραθεμάτων, στη γλώσσα μας, βοηθούν στην απόλαυση της ανάγνωσης.

Sunday, August 31, 2008

Χορός πένθους και ελπίδας

Η Χιλή προσπαθεί ακόμη να ξεπεράσει τις πληγές από τη δικτατορία του Πινοσέτ

Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, Kυριακή, 31 Aυγούστου 2008

Αντόνιο Σκάρμετα: Ο χορός της νίκης. Μετ. Ελ. Τσόκα, εκδ. Καστανιώτη

«Ο χορός της νίκης» είναι ο χορός της Βικτόρια Πόνσε, της έφηβης κόρης του τελευταίου εκτελεσμένου της Χιλής πριν πέσει η χούντα του Πινοσέτ. Τη δένει με τη ζωή και για να πληρώσει τη δασκάλα της του χορού εκδίδεται. Είναι η χορογραφία για τον πατέρα της, σε στίχους της μεγάλης Χιλιανής ποιήτριας Γκαμπριέλα Μιστράλ, σύμβολο της γυναικείας ανεξαρτησίας και της φυλετικής επιμειξίας, που έγραψε τα «Σονέτα του θανάτου». Είναι η παράσταση για ένα ρόλο στο Δημοτικό Θέατρο του Σαντιάγο, εκτός νόμων και προγραμμάτων, για μια χούφτα φίλους που δεν ήξερε ότι είχε, μαζί κι έναν ευαίσθητο νεαρό αστυνομικό που θέλει να εξιλεωθεί προσωπικά για τα εγκλήματα της αστυνομίας στη χούντα, στα οποία επ’ ουδενί συμμετείχε.
Αυτή η παράσταση γυρίζει τη Βικτόρια οριστικά ανάμεσα στους ζωντανούς και πίσω από αυτήν κρύβεται ο έρωτας, ο καβαλάρης πρίγκιπάς της, ο όμορφος, αγνός, γενναιόδωρος και πεισματάρης Ανχελ Σαντιάγο, προσφάτως αποφυλακισθείς, που την πρώτη νύχτα του στη φυλακή ο διεστραμμένος διευθυντής, άλλο ένα απομεινάρι της χούντας του Πινοσέτ από τα πολλά που κινούνται στη σκιά στο μυθιστόρημα, τον πέταξε γυμνό σε ένα δωμάτιο γεμάτο ισοβίτες. Τώρα γυρίζει ελεύθερος στην πόλη του από «πάγο και λάσπη», το Σαντιάγο των έξι εκατομμυρίων ψυχών, και ετοιμάζεται να πιάσει την καλή, μαζί με τον αριστοκράτη ληστή Βεργάρα Γκρέι, φημισμένο και αγαπητό, γιατί ποτέ του δεν κατέφυγε στη βία. Στην αποφυλάκιση του Βεργάρα Γκρέι, ένας αλλιώτικος διευθυντής, της αντίπερα όχθης, άνοιξε σαμπάνιες και έβγαλε αποχαιρετιστήριο λόγο. Αλλά ο Βεργάρα Γκρέι ήταν, όπως και η Βικτόρια, μόνος. Η γυναίκα του, με την οποία συνεχίζει να είναι τρελά ερωτευμένος, και ο γιος του τον είχαν απαρνηθεί, ο συνεργός του, τον οποίο προστάτεψε με τη σιωπή του, είχε διασπαθίσει το μερίδιό του. Ως την ώρα που γνώρισε τον Ανχελ, με τη διπλά σημαδεμένη μοίρα. Πριν γίνουν συνεργοί, θα γίνουν φίλοι - και φύλακες άγγελοι της Βικτόρια, που ο χορός της σημαίνει, τελικά, μια νίκη πύρρειο ή τουλάχιστον υπονομευμένη από την παντοδυναμία του θανάτου.
Κοινό πεπρωμένο

Τρία πρόσωπα, τρεις ιστορίες, ένα κοινό πεπρωμένο, που συμβολοποιεί την πορεία της Χιλής, δεκαοχτώ χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος του Πινοσέτ και μόλις δύο μετά τον απελευθερωτικό του θάνατο, ανάμεσα στο ανήκεστο πένθος και την ελπίδα ότι το Κακό, και ας μην ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν, έχει νικηθεί, την πίκρα και το όνειρο. Μυθιστόρημα πολιτικό, μελαγχολικό, με πολύ χιούμορ και σασπένς, με αστυνομική πλοκή και κινηματογραφική ροή - όσον αφορά τις εικόνες της πόλης, την κίνηση των συλλογικών προσώπων, τις αναφορές σε φιλμικούς κώδικες (το 2009 άλλωστε θα το δούμε στη μεγάλη οθόνη, σε σκηνοθεσία του Φερνάντο Τρουέμπα). «Ο χορός της νίκης» είναι μια ιστορία για όνειρα που γίνονται αληθινά και άλλα που κακοφορμίζουν. Το μεγάλο κόλπο, η ληστεία δεν είναι μόνο ένας τρόπος να γλιτώσουν οι ήρωες από τη μιζέρια που τους επιφυλάσσει η σύγχρονη Χιλή της ανεργίας, της οικονομικής ύφεσης, του διεφθαρμένου και αγκυλωμένου κράτους, των φαντασμάτων της χούντας που καραδοκούν. Είναι και μια πράξη δικαιοσύνης, μιας και τα χρήματα, λεκιασμένα με αίμα αλλά και αδήλωτα, ανήκουν σε έναν από τους πιο ειδεχθείς συνεργάτες του Πινοσέτ. Η Βικτόρια θα σωθεί και η ληστεία θα ευοδωθεί, αλλά νίκη δεν θα υπάρξει. Διότι η ζωή δεν είναι παραμύθι και το αίσιο τέλος δεν ταιριάζει στη Χιλή, ακόμα τουλάχιστον όπως φαίνεται. Οπως η απλούστευση και η σχηματοποίηση δεν ταιριάζει στον Σκάρμετα.
Αποστασιοποίηση

Οι χαρακτήρες του, τους οποίους ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην αγαπήσει, από το πρωταγωνιστικό τρίο ώς τους λαϊκούς, ζεστούς και αφοσιωμένους δευτεραγωνιστές, είναι ρεαλιστικοί και ζωντανοί, μαζί όμως και παραμυθένιοι: συμπαραστάτες και αντίμαχοι, ο πρίγκιπας και η ωραία κοιμωμένη, ο καλός βασιλιάς και οι πιστοί υποτακτικοί του - και η πόλη το μαγεμένο βασίλειο όπου είναι δυνατά όλα, τα καλά, τα κακά και τα χειρότερα. Πίσω όμως από τη δεξιοτεχνικά οργανωμένη πλοκή, πίσω από τον απλό, φυσικό λόγο του Σκάρμετα, είναι εμφανής μια συνειδητή όσο και διακριτική επιλογή αποστασιοποίησης, μέσα από το χιούμορ, συχνά μαύρο, τη λεπτή ειρωνεία, την παρωδία. Από μια άλλη σκοπιά, το μυθιστόρημα είναι ένας φόρος τιμής στη χιλιανή ποίηση, στη νομπελίστα Γκαμπριέλα Μιστράλ, στον αντιποιητή Νικανόρ Πάρα, στον Ενρίκε Λιν, στον Πάμπλο Νερούδα, που το έργο τους μοιάζει να διαποτίζει με απόλυτη φυσικότητα τις ζωές των ανθρώπων, την καθημερινότητά τους. Και μαρτυρεί όχι μόνο μαστοριά του Σκάρμετα, αλλά και την υψηλή ποιότητα της χιλιανής λογοτεχνίας εν γένει, όπως τη γνωρίζουμε και μέσα από τα έργα άλλων μεγάλων Χιλιανών, μεταξύ άλλων ο Χοσέ Δονόσο και ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο Λουίς Σεπούλβεδα και η Ιζαμπέλ Αλιέντε.
Και κάτι τελευταίο, αλλά πολύ εντυπωσιακό: το ευρύτατο, πλουσιότατο αναλυτικό πρόγραμμα του χιλιανού λυκείου, όπως το παρακολουθούμε μέσα από την προσπάθεια και το άγχος της Βικτόρια να τελειώσει το σχολείο. Μπορεί ο Σκάρμετα να είναι επικριτικός προς την απομνημόνευση και τη συσσώρευση γνώσης που δεν λαμβάνει υπόψη τον άνθρωπο και τις ανάγκες του - η Βικτόρια κόβεται επειδή δεν ξέρει το ποιητικό υποκείμενο και τα ρητορικά σχήματα και η καλλιτεχνική της έφεση δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Το πρόγραμμα καθαυτό όμως, εάν και εφόσον ο Σκάρμετα αποδίδει πιστά τη χιλιανή εκπαιδευτική πραγματικότητα, δεν στερείται ενδιαφέροντος, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν μόνο με τη Χιλή αλλά και με τη χώρα μας

Η αποικιοκρατία στο εδώλιο


Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται κυρίως στην κατασπαραγμένη από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις αφρικανική ήπειρο και δη στη γερμανοκρατούμενη Νοτιοδυτική Αφρική, τη σημερινή Ναμίμπια, στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά και εν μέρει - μέσω των αναμνήσεων «φλας μπακ» της μαρτυρικής πρωταγωνίστριας - στη Γερμανία. Η Γερμανία στέλνει για τις ανάγκες του αντρικού πληθυσμού της στη Νοτιοδυτική Αφρική φουρνιές απελπισμένων νέων γυναικών, που δε βρίσκουν διέξοδο στην πατρίδα τους και πιστεύουν ότι στη μακρινή αφρικανική χώρα τους περιμένει μια καλύτερη ζωή, «εκεί που γεννιέται ο άνεμος που κάνει τους φοίνικες να λυγίζουν».
Η Γερμανία χάνει την αποικία της στη Νοτιοδυτική Αφρική, όταν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την καταλαμβάνει η Νότια Αφρική. Η Κοινότητα των Εθνών - πρόδρομος των Ηνωμένων Εθνών - της ανέθεσε τη διοίκηση μέχρι μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Νότια Αφρική προσάρτησε τη Ναμίμπια χωρίς διεθνή αναγνώριση. Τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε στη Ναμίμπια ένας εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, όπως σε τόσες άλλες αποικίες. Το 1966 η στρατιωτική πτέρυγα της Οργάνωσης του Λαού της Νοτιοδυτικής Αφρικής (SWAPO), ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Ναμίμπια, που είχε ιδρυθεί το 1962, ξεκίνησε έναν ανεξάρτητο ανταρτοπόλεμο. Το 1990 η Ναμίμπια ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Νότια Αφρική.
Τις γυναίκες τις περιμένουν συμπατριώτες ενδεχόμενοι γαμπροί, εκτός αν απορριφθούν, και τότε δε χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβουμε ποια θα είναι η μοίρα τους. Ετσι και η Χάννα Χ., μια κοπέλα με σπάνια αξιοπρέπεια και τόλμη, που δεν κατάφερε το ορφανοτροφείο - όπου μεγάλωσε - καθώς και τα αφεντικά στα σπίτια που το ίδρυμα αυτό την έστελνε να ξενοδουλέψει - να την τσακίσουν ηθικά. Επιβιβάζεται στο πλοίο της ελπίδας για μια καινούρια ζωή, γελασμένη από το γραφείο αποστολής γυναικών στο Αμβούργο. Θέλει να φύγει, να φύγει, να φύγει... Το όνειρο, όμως, μετατρέπεται σε κόλαση και η Χάννα, που αρνείται να υποταχθεί στη θέληση των αξιωματικών και που αποκρούει κάθε προσπάθεια να την εξευτελίσουν, τελικά ακρωτηριάζεται φρικτά και στέλνεται παραμορφωμένη στο ίδρυμα - φυλακή - μπορντέλο Φραουενστάιν στην καρδιά της ερήμου, απ' όπου ξεκινάει και η ανατρεπτική πορεία της προς την εκδίκηση και την κάθαρση με κινητήρια δύναμη το μίσος: «...Οχι, ποτέ δε φανταζόταν ότι το μίσος θα ήταν έτσι. Τόσο όμορφο. Τόσο μοναδικό. Τόσο καθάριο. Τόσο γεμάτο ζωή. Νιώθει σαν να είχε πάντοτε ένα κενό μέσα της... Το οποίο τώρα έχει γεμίσει από αυτό το περίλαμπρο μίσος...».
Η ψυχογραφία, που δίνει ο συγγραφέας της εσωτερικής πορείας της πρωταγωνίστριας (η οποία υπήρξε στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας έκανε έρευνα στους καταλόγους των ονομάτων του «γραφείου», πήγε και στη Γερμανία για να εντοπίσει τα ίχνη της) είναι βαθιά και χωρίς ίχνος ηθικολογίας. Αντιθέτως, καταγγέλλεται η βαθύτατη υποκρισία των Γερμανών χριστιανών κληρικών, είτε μέσα στην ίδια τη Γερμανία, είτε μέσα στα ιδρύματά τους στην Αφρική. Η πορεία της Χάννας μπορεί να είναι ατομική, αλλά η ιστορία της είναι μια ιστορία πολλών γυναικών, απόβλητων της γερμανικής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα, και μ' αυτή την έννοια συλλογική και κοινωνική. Μέσα από μια ατομική ιστορία μαθαίνουμε όλο το αίσχος ενός συστήματος, που δεν είναι μόνο γερμανικό. Η πρωταγωνίστρια τοποθετείται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και εξελίσσεται «πέρα από κάθε ατομικότητα και ταυτότητα» (με τα λόγια του συγγραφέα), γίνεται αντικείμενο βάναυσης φυλετικής και ταξικής καταπίεσης, αλλά συνάμα και δείγμα ηθικού παραστήματος. Η εικόνα της πατρίδας εχθρική και βλοσυρή, νοσηρή σε πολλές περιπτώσεις, παρόλο που δε λείπουν οι αχτίδες φωτός στη μορφή κάποιων καλών ανθρώπων.
Στην Αφρική ο πολιτισμένος κόσμος είναι οι ιθαγενείς, ενώ οι άγριοι είναι οι αποικιοκράτες, που όλο μιλούν για την υποτιθέμενη και γι' αυτούς ούτως ή άλλως δοσμένη αγριότητα των ιθαγενών, κάτι που τους δίνει το «δικαίωμα» να κάνουν ό,τι θέλουν, ακόμα και να τους σφάξουν χωρίς λόγο. Οι εμπειρίες της Χάννας με τους συμπατριώτες της στην πατρίδα συνεχίζονται και στην Αφρική. Αντιθέτως, το καλό που συναντάει προέρχεται από μια ντόπια φυλή. Ακόμα κι αν θα μπορούσες να πεις ότι ο συγγραφέας έχει μια τάση απολυτοποίησης των αντιθέσεων ανάμεσα στους δύο κόσμους και τείνει να εναποθέτει τις εναλλακτικές κοινωνικές αξίες στη γυναίκα, καθώς και στις ανέγγιχτες από το δυτικό «πολιτισμό» φυλές, δε διολισθαίνει σε ουτοπικές νοσταλγίες για παλιότερους κοινωνικούς σχηματισμούς. Συμπαθεί φανερά τους αγώνες για την απελευθέρωση του ντόπιου πληθυσμού, αλλά και τονίζει εμμέσως τη σημασία της ατομικής ικανότητας για εξέγερση, που ωστόσο για να έχει επιτυχία πρέπει να ακολουθήσουν οι στρατιές των καταπιεσμένων.

Αννεκε Ιωαννάτου, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Πτυχές των επαναστατημένων Ελλήνων του 1821


Τα τελευταία χρόνια, το ιστορικό μυθιστόρημα γνωρίζει άνθηση στα ελληνικά γράμματα. Το γεγονός είναι αρκετά θετικό: είναι σημαντικό, σε μια εποχή που της μόδας είναι ο αυτοεγκλεισμός του λογοτέχνη στους ατομικούς του ορίζοντες, άνθρωποι των γραμμάτων να καταπιάνονται με την κατασκευή μεγάλων τοιχογραφιών, αξιοποιώντας το υλικό που παρέχει η επιστήμη της ιστορίας και η συλλογική ιστορική μνήμη. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα τα λογοτεχνήματα που κινούνται στο χώρο του ιστορικού μυθιστορήματος είναι αριστουργήματα: ωστόσο, ανάμεσά τους, μπορεί κανείς να ανθολογήσει ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές προτάσεις των τελευταίων ετών.
Στην κατηγορία
αυτή ανήκει το τελευταίο μυθιστόρημα του - ενεργού δάσκαλου - Ισίδωρου Ζουργού, «Η αηδονόπιτα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκη». Σε αυτό, ο Ζουργός καταπιάνεται με ένα θέμα - μύθο, με τη Μεγάλη Επανάσταση του 1821. Οι κίνδυνοι οι οποίοι εμπεριέχονται στη λογοτεχνική διαχείριση αυτού του μέγιστου γεγονότος, είναι δύο ειδών: ο λογοτέχνης μπορεί να διολισθήσει σε μια γραφική αναπαράσταση της εποχής, που να παραπέμπει σε σχολική γιορτή. Από μια αντίθετη πλευρά, μπορεί, προσπαθώντας να τηρήσει συναισθηματικές (ακόμα και ιδεολογικές) αποστάσεις, να υποβαθμίσει το γεγονός, να το αντιμετωπίσει με τον αφ' υψηλού αέρα του κοσμοπολιτισμού, ως ένα, εκτεταμένο έστω, επεισόδιο άσκησης ένθεν και ένθεν εθνικιστικής βίας.
Στην «Αηδονόπιτα»
, ο Ισίδωρος Ζουργός περνά με επιτυχία ανάμεσα σε αυτές τις Συμπληγάδες. Η θέση του για την Επανάσταση του '21 είναι σαφής: κορυφαία, πολιτική έκφραση της συγκρότησης ελληνικού έθνους που αποτυπώνεται στην ένοπλη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας του από τους οθωμανούς και στη συγκρότηση έθνους - κράτους. Ταυτόχρονα, επανάσταση που ξεσπά μέσα σε συνθήκες γενικευμένης νίκης της αντεπανάστασης και, για τούτο, συσπειρώνει τα πιο ριζοσπαστικά πνεύματα της εποχής: επαγγελματίες επαναστάτες που επένδυαν σε κάθε καινούριο επαναστατικό ξέσπασμα και πήγαιναν να πολεμήσουν - για να καταλήξουν, δίνοντας τη ζωή τους πολλοί από αυτούς, στο μόνο από τα ξεσπάσματα αυτά που φαινόταν να έχει ιστορικό μέλλον: την επανάσταση των Ελλήνων.
Με τα μάτια
ενός τέτοιου «επαγγελματία επαναστάτη» προσπαθεί να δει την επανάσταση ο Ζουργός. Ο νεαρός Αμερικανός Γκάμπριελ Θακερέι Λίντον, νόθος γιος ενός πλούσιου πουριτανού του νέου κόσμου, λάτρης και μελετητής της κλασικής ελληνικής παιδείας, μετά από έναν άτυχο έρωτα, θα φύγει για την επαναστατημένη Ελλάδα, έχοντας στο μυαλό του την άμωμη τελειότητα των αρχαίων αγαλμάτων, για να βρει μια νέα χώρα και ένα νέο λαό: όχι ξεκομμένο από τη συλλογική μνήμη του χώρου, αλλά με την ιδιοσυστασία και τις κοινωνικές αντιθέσεις της εποχής του. Θα συναντήσει την ωμή βία των οθωμανών κυριάρχων αλλά και την εθνικοαπελευθερωτική βία των επαναστατημένων Ελλήνων. Θα δει τις συγκρούσεις ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα του ίδιου του επαναστατημένου έθνους, καθώς και τις βλέψεις τους για τον τύπο του υπό συγκρότηση κράτους. Θα διαβλέψει τις αρπακτικές διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδίως της Μεγάλης Βρετανίας, απέναντι στο μελλοντικό κράτος. Θα ελπίσει ότι η παρέμβαση της - νεαρής ακόμη - χώρας του, στα πράγματα της Μεσογείου θα βελτιώσει τα πράγματα προς όφελος των υπό διαμόρφωση ακόμη εθνών της περιοχής - και, την ίδια στιγμή, θα γεννηθεί στην ψυχή του ο φόβος και η αμφιβολία για το τι είδους «δημοκρατία» είναι ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Θα πολεμήσει στο Μεσολόγγι (οι σκηνές της πολιορκίας και της εξόδου είναι εξαιρετικές), θα γνωρίσει μεγάλες μορφές του αγώνα (τον Καραϊσκάκη, το Λόρδο Μπάιρον και... τον «Ανώνυμο Ελληνα», τον άγνωστο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», στον οποίο ο Ζουργός δίνει ένα καθ' όλα νόμιμο λογοτεχνικά πρόσωπο). Θα ερωτευτεί μια Ελληνίδα με την οποία θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του και θα γίνει, για τους Ελληνες συντρόφους του στον αγώνα, «ο Γαβρίλης».
Ενα από τα μεγάλα
προσόντα του βιβλίου είναι η εξαιρετικά δουλεμένη γλώσσα του. Ο Ζουργός έχει μελετήσει το ιδίωμα και τις εκφράσεις της εποχής και οι διάλογοι των ηρώων αποδίδονται με φυσικότητα και χωρίς να διολισθαίνουν σε γραφικότητα ή σε σχετικά πιο σύγχρονη ντοπιολαλιά. Μ' ένα λόγο, πρόκειται για ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα, λογοτεχνικά και ιστορικά έγκυρο, που βοηθά τον αναγνώστη να προσεγγίσει με συγκίνηση πολλές πτυχές του κορυφαίου αυτού ιστορικού γεγονότος.

Θ.Ι.Μ., ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 31 Αυγούστου 2008