Showing posts with label Οργουελ Τζορτζ. Show all posts
Showing posts with label Οργουελ Τζορτζ. Show all posts

Saturday, September 5, 2015

Ο Τζορτζ Οργουελ και η κριτική του ολοκληρωτισμού

  • Απαράμιλλος ρεπόρτερ, διορατικός λογοτέχνης, ασυμβίβαστος διανοούμενος 
Ο Τζορτζ Οργουελ και η κριτική του ολοκληρωτισμού 
Βιστωνίτης Αναστάσης, ΤΟ ΒΗΜΑ:  09/08/2015

«Δημοσιογραφία σημαίνει να τυπώνεις κάτι που κάποιος άλλος δεν θέλει να τυπωθεί. Τα υπόλοιπα είναι δημόσιες σχέσεις». Η φράση αποδίδεται από πολλούς στον Τζορτζ Οργουελ, χωρίς να είναι βέβαιον ότι ανήκει στον ίδιο. Ολα σχεδόν τα κείμενά του ωστόσο υπακούουν σε αυτή την αρχή.

Ο Οργουελ είναι παγκοσμίως γνωστός για τα δύο μείζονα μυθιστορήματά του: τη Φάρμα των ζώων και το 1984. Οσοι όμως  ασχοληθούν με το δοκιμιακό και το δημοσιογραφικό του έργο θα καταλήξουν στο συμπέρασμα πως τα βιβλία αυτά μεταφέρουν στο πεδίο της μυθοπλασίας τις θέσεις που ανέπτυξε στα εκατοντάδες άρθρα, δοκίμια και βιβλιοκρισίες που κατέθεσε σε έντυπα της εποχής: από τον Observer και το Horizon ως το Partisan Review, τον New Yorker και τους New York Times. Και τούτα μέσα σε 22 χρόνια, από το 1928 που δημοσίευσε το πρώτο του κείμενο ως το 1950 που πέθανε από φυματίωση. Ηταν μόνο 46 ετών.

Sunday, March 13, 2011

Ο κόσμος της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης

Ο Τζωρτζ Οργουελ βιώνει και περιγράφει τους απόκληρους του μεσοπολέμου
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, Kυριακή, 13 Mαρτίου 2011
  • GEORGE ORWELL: Οι άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου, μετφρ:. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Ασβός
Το 1928 ο Τζωρτζ Οργουελ (1903-1950) δεν λέγεται καν ακόμα Οργουελ, αλλά Ερικ Μπλαιρ, το όνομα που είναι γραμμένο και στον τάφο του. Γεννημένος στην Ινδία, με σπουδές στο Ητον όπου είχε δάσκαλο τον Αλντους Χάξλεϊ, έχει μόλις παραιτηθεί από την Ινδική Αυτοκρατορική Αστυνομία, την οποία υπηρέτησε στη Βιρμανία επί μία εξαετία. Η αντιαποικιοκρατική του ιδεολογία υπερίσχυσε των οικονομικών δυσχερειών του. Αλλωστε, ο Οργουελ ένα όνειρο έχει, να ζήσει από το γράψιμο, να γίνει λογοτέχνης. Θα δοκιμάσει λοιπόν την τύχη του στο Παρίσι, το φτηνό Παρίσι όπου ακόμα δεν είναι παράνομο οι ξένοι να δουλεύουν και κατακλύζεται από μετανάστες κάθε λογής και φυλής.

Ο Οργουελ έρχεται λοιπόν στο Παρίσι μες στην οικονομική κρίση του 1929 που σαρώνει τον κόσμο, αποφασισμένος να γράψει και με ελάχιστα χρήματα. Εξού και το κατάλυμά του, μια πανσιόν, ένα μικρό ξενοδοχείο που μπροστά του η πανσιόν της μαντάμ Βωκέ στον «Μπαρμπα-Γκοριό» του Μπαλζάκ, μνημείο μιζέριας, ωχριά.
  • Οι κοριοί
Ο Μπλαιρ λοιπόν έχει λίγα χρήματα και κάνει και μαθήματα αγγλικών. Μόνο που δεν του φτάνουν. Οχι για να πληρώσει το νοίκι του στην πανσιόν όπου οργιάζουν οι κοριοί, με τους τρόπους εξόντωσης των οποίων άλλωστε αρχίζει τη διήγηση των περιπετειών του, αλλά όταν του κλέβουν τα ελάχιστά του χρήματα ούτε για να φάει. Αρχίζει λοιπόν η κατηφόρα, η κατάπτωση. Ενεχυροδανειστήρια, όπου ακουμπάει ακόμα και τα ρούχα του, ψωμί με μαργαρίνη ή κρασί για μέρες ολόκληρες, και ψέματα, όλ’ αυτά τα ψέματα που επινοούν οι φτωχοί, στην αρχή τουλάχιστον, για να μην τους καταλάβουν. Οταν ακόμα ελπίζουν ότι η θέση τους είναι αλλού κι εκεί θα επανέλθουν. Γιατί «η πρώτη σου επαφή με τη φτώχεια είναι πολύ παράξενη. Εχεις σκεφτεί τόσο πολύ γι’ αυτήν - είναι κάτι που φοβόσουν σ’ όλη σου τη ζωή, κάτι που ήξερες ότι αργά ή γρήγορα θα σου συνέβαινε· όμως είναι διαφορετικό με έναν τρόπο καταλυτικό και ταυτόχρονα πεζό».

Ανακαλύπτει λοιπόν την «αλλόκοτη αχρειότητα της φτώχειας», τη μικροπρέπεια, την ευτέλεια, που γι’ άλλους αποτελούν μόνιμο τρόπο ζωής.

Μυστικές εταιρείες Ρώσων τον εξαπατούν με την υπόσχεση ότι θα του δώσουν δουλειά και δη συγγραφική, να γράφει άρθρα. Ο Λευκορώσος φίλος του ο Μπόρις είναι στα ίδια χάλια μ’ αυτόν. Δουλεύει βοηθός μάγειρα και λαντζέρης σε ξενοδοχεία, ακριβά και φτηνά, και περιγράφει την αηδιαστική κατάσταση στις κουζίνες τους (πιο αηδιαστική δεν γίνεται και πώς να μην έχουνε δίκιο όσοι μίλησαν την εποχή εκείνη για δυσφήμηση της γαλλικής κουζίνας, όσο αθέλητη κι αν ήταν!). Τίποτα δεν πάει καλά και το Λονδίνο είναι κι αυτό μια λύση. Του προτείνουν μια δουλειά, γυρίζει πίσω, η δουλειά αργεί και με την αναμονή ξαναρχίζει κι ο αγώνας για τον επιούσιο, ή μάλλον ο γολγοθάς της φτώχειας, της βρόμας, της δυσωδίας, της περιφρόνησης, της πείνας.

Ο Οργουελ, όπως τόσοι και τόσοι συγγραφείς που ζήσανε μαζί με τους απόκληρους, τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους, κάπου βαθιά μέσα του ξέρει πως δεν ανήκει εκεί, πως έχει διεξόδους. Καταπώς λεν, η εμπειρία αυτή της ανέχειας που δύσκολα βρήκε τον δρόμο της για το τυπογραφείο (ο Ελιοτ πάντως την απέρριψε) το 1933, λειτούργησε σ’ αυτόν και σαν εξαγνισμός για την άλλη εμπειρία, της Βιρμανίας.
  • Τον απέρριψαν
Το βέβαιο είναι ότι στο Παρίσι της δεκαετίας του ’30 ο Οργουελ δεν έγραψε. Ή μάλλον έγραψε κι έσκισε, απέρριψε, τον απέρριψαν. Δεν έζησε από τη συγγραφή, αλλά από τη λάντζα και λιγοστά μαθηματάκια, αυτά τα μαθήματα που ήταν ο εφιάλτης του. Οσα έζησε όμως και περιέγραψε, πέρα απ’ την αλήθεια τους, μια αλήθεια ιστορημένη με ντοκιμαντερίστικη διάθεση και πρόσωπα-τύπους, όπως κι ο ίδιος δηλώνει, στήριξαν τη δημοκρατική, την προοδευτική του τάση, που θα ενισχυθεί λίγα χρόνια αργότερα όταν θα ζήσει με τους ανθρακωρύχους στη Βόρεια Αγγλία και ακόμη περισσότερο με τη συμμετοχή του στον Ισπανικό Εμφύλιο.

«Οι άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου» δεν ανήκει στα αριστουργήματα του Οργουελ. Αυτό δεν το κάνει ωστόσο λιγότερο ενδιαφέρον. Οχι μόνο γιατί ανοίγει ένα παράθυρο, την εποχή εκείνη όσο και σήμερα, στην αγριότητα της φτώχειας για όλους τους μικροαστούς, τους απλούς ανθρώπους που τρέμουν στην ιδέα της, αλλά και γιατί, όπως ο ίδιος τονίζει στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου του, λειτουργεί και διαπαιδαγωγητικά: προτρέπει να μην κρίνουμε αυτό που δεν ξέρουμε στο πετσί μας. Με τη γνωστή εμμονή του στη λεπτομέρεια, στο συγκεκριμένο που μπορεί να δημιουργεί το ίδιο αίσθημα αηδίας όπως και στην πραγματικότητα, αλλά και να προκαλεί το χαμόγελο, ο Οργουελ συναντά στο βιβλίο του αυτό περισσότερο τον σύγχρονό μας Βόλμαν και λιγότερο τον Ντοστογιέφσκι. Το βάθος λείπει αλλά η γροθιά στο στομάχι είναι γερή.

Πριν από τη «Φάρμα των ζώων», πριν από τη δυστοπία του «1984» και τον Μεγάλο Αδελφό, ασκήσεις επί χάρτου με μια διαχρονική πραγματικότητα που ξεπερνάει κατά πολύ τη φαντασία. Τα πρώτα βήματα ενός μεγάλου συγγραφέα σ’ έναν τρελό κόσμο που ίδιος παραμένει.

Tuesday, February 22, 2011

Στο καπηλειό της φτώχειας: Τζορτζ Όργουελ «Οι Άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου»

  • Του Νίκου Κουρμουλή
  • Η ΑΥΓΗ: 22/02/2011


Τζορτζ Όργουελ «Οι Άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου», μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Ασβός, σελ: 390, τιμή: 16 ευρώ

Στις βρώμικες πανσιόν και στα καταγώγια εκατέρωθεν της Μάγχης, ο Τζορτζ Όργουελ «απομαγνητοφωνεί» τον έσω κόσμο. Τους αόρατους ικέτες, την εξαθλιωμένη προλεταριακή τάξη. Φτωχοδιάβολοι που, ακριβώς επειδή είναι φτωχοί, μεταμορφώνονται σε «διαβόλους» επιβίωσης. Είμαστε στο κατώφλι της δεκαετίας του '30. Εποχή εγκάρσιων ανακατατάξεων. Το νωπό φάντασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που εν αγνοία των πρωταγωνιστών προετοιμάζει τον Δεύτερο, κινεί την Ευρώπη προς τα μπρος. Πολιτιστική ευωχία, επιστημονική καινοτομία. Ο Δαρβινισμός του Μοντερνισμού. Ναι, αλλά τι συμβαίνει με εκείνες τις ψυχές που περισυλλέγουν τα απόνερα; Τους απόκληρους που μένουν πίσω; Αυτούς συναναστρέφεται ο Όργουελ.

Τα υποκείμενα που στοιβάζονται στις τρώγλες της επικείμενης νεοτερικότητας. Οι αναθυμιάσεις της ανέχειας αναπόφευκτα διυλίζονται και επικαιροποιούνται στο σήμερα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των μυριάδων ταχυτήτων. Της ελίτ των προνομιούχων και της πλατιάς βάσης των πενήτων. Πατρίκιοι και πληβείοι λοιπόν, κατά τα πρότυπα της φεουδαρχικής διαχείρισης και ας λαμπυρίζουν από πάνω μας σαν μακρινά αστέρια, τα κληροδοτήματα του Διαφωτισμού. Καταρχήν για τον Όργουελ μετανάστη, το Παρίσι αποτελεί συνειδητή αρχικά επιλογή έκφρασης λογοτεχνικών ανησυχιών και οικονομικής αυτοτέλειας.

Δηλαδή αποχωρίζεται μια σίγουρη δουλειά στο αυτοκρατορικό δημόσιο (μέλος της Ινδικής Αστυνομίας, που κανένας σύγχρονος ή επίγονος δεν φαντάζονταν τον συγγραφέα να πραγματοποιεί καριέρα εκεί) και να πηγαίνει στη πόλη του φωτός, των φτηνών ενοικίων, με σκοπό να βιοποριστεί γράφοντας. Το Λονδίνο από την άλλη μεριά είναι η γενέθλια μήτρα που τον καταδικάζει σε γονικές εξαρτήσεις, προκαλώντας του μια αίσθηση ορθολογικής ανελευθερίας. Η εξαθλίωση παραμένει ίδια, με άλλους όρους. Το Παρίσι γοητεύει, ενώ το Λονδίνο παραμένει μοχθηρό. Αναλύει περιγραφικά το ημερήσιο πρόγραμμα της καταβύθισης στην ένδεια. Σε ενεστώτα χρόνο. Οι ρακένδυτοι ήρωες παίρνουν προφυλάξεις, ανάλογες των... σκακιστών. Προσέχουν πόσα θα ξοδέψουν και πού.

Μελετούν ενδελεχώς τις επόμενες κινήσεις και τις πιθανές παρεκτροπές που θα προκύψουν. Σχεδιάζουν την κάτοψη της προσωπικής τους εμφάνισης. Αφουγκράζονται την πιάτσα για τις ευκαιρίες που εμφανίζονται και αργότερα τις ιεραρχούν με βάση τις προτεραιότητες. Μετρούν με ακρίβεια την απόσταση μεταξύ των εν δυνάμει εργασιών, έτσι ώστε να μην χαλαλίσουν τσάμπα χιλιόμετρα. Αντίθετα από ό,τι πιστεύουν πολλοί, η φτώχεια εμπεριέχει ισχυρές δόσεις ανίας και κυρίως ακινησίας. Όλες αυτές οι ματαιωμένες ώρες που κάθεσαι στο κρεβάτι ή σε μια φθαρμένη πολυθρόνα, παλεύοντας να καταλαγιάσεις το θηρίο που απαιτεί τροφή. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Εξάρτηση από το χρήμα. Η δικτατορία της πείνας. Έτσι δεν αναπνέεις ελεύθερα.

Ο Όργουελ υπογραμμίζει έμμεσα την μέγιστη πολιτική ευθύνη για την κατάσταση. Και το αναφέρει καθαρά: Σε έναν λαό που του στερείς βασικές ανάγκες, δεν μπορείς να μιλάς για ελευθερία ή δημοκρατία. Το παράδειγμα της Αιγύπτου, πρόσφατο και όχι μόνο. Στο σημείο αυτό οφείλουμε ορισμένες εξηγήσεις. Ο Όργουελ ακτινογραφεί μια εργατική τάξη που δεν είναι συνειδητοποιημένη ως τέτοια. Ιδεολογικά προσανατολισμένοι μελετητές στο παρελθόν, ισχυρίζονταν πως ο Όργουελ δεν ενστερνίζεται τη χειραφέτηση του εργατικού κινήματος. Στον παρόντα τόμο, η οπτική γωνία του συγγραφέα δεν κομίζεται από τη μεριά των λούμπεν και περιθωριακών στοιχείων, αλλά από τη μεριά του χειμαζόμενου εργαζόμενου, που αναγνωρίζει και το μποέμ ισοδύναμό του. Έρχεται τουλάχιστον σε συνεννόηση μαζί του. Υπό αυτή την έννοια, αποκτά αντικειμενικά χαρακτηριστικά περιθωριακού ατόμου, αλλά δεν τα ενστερνίζεται. Η εξαθλίωση αποτελεί τον κοινό παρονομαστή και στο κάτω-κάτω το καπηλειό κοινωνικοποιεί άτομα με παρόμοιες συνθήκες διαβίωσης.

Έτσι λοιπόν οι ήρωες του Όργουελ, που καταβαραθρώθηκαν από τις βεβαιότητες τους, βρέθηκαν να κομίζουν το βάρος της εργατικής συνειδητότητας. Ο Όργουελ εδώ δεν ξεκαθαρίζει (και έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει), εάν έπιαναν την καλή, πώς θα λειτουργούσαν. Το πιο πιθανό είναι να ζητούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας εντός καπιταλιστικού μοντέλου. Ίσως όμως και όχι. Ο συγγραφέας αφήνει διάχυτη μια επαμφοτερίζουσα δράση, που υπονοεί και ριζική πολιτειακή αλλαγή. Ο μεταιχμιακός χώρος της άρνησης της καθεστηκυΐας κοινωνικής δόμησης και της μποέμικης συμπεριφοράς, μπορεί να αποτελέσει το φυτίλι για μια μελλοντική εργατική επανάσταση.

Όσο όμως η αναίδεια των διακρίσεων κατά κοινωνικών στρωμάτων συνεχίζει ακάθεκτη το έργο της, ο ατομισμός θα ενισχύεται και οι συλλογικότητες θα παραμένουν αποκομμένες από τη μαζική συμμετοχή. Η φτώχεια δεν είναι τίποτε άλλο από τον διαχωριστικό μανδύα της κοινωνικής συνεύρεσης, έναν μοχλό διάσπασης, που εντείνει τη γνωστή ρήση «διαίρει και βασίλευε». Ιδιαίτερα συμφέρουσα για τους κατέχοντες. Χρήσιμο εργαλείο που προκρίνει τις πελατειακές σχέσεις και τη βαρονία των «λίγων και εκλεκτών». Για το Όργουελ αυτό δεν συμβαίνει τυχαία. Ή από την καταραμένη μοίρα. Δημιουργεί συνθήκες για την κυνική απόληξη μιας πολιτικής ξεκαθαρίσματος λογαριασμών.

Κοντά έναν αιώνα πριν, ο Τζορτζ Όργουελ δεν θα μπορούσε να είναι πιο σύγχρονος. Ο τρόπος γραφής του δε, ακολουθεί μονοπάτια σμιλεμένου ρεπορτάζ, με πυκνές πινελιές μαύρου χιούμορ. Κατράμι στάζει από την πένα του Βρετανού συγγραφέα, γεννημένου στην Ινδία, που λόγω οικονομικών δυσχερειών αποκλείστηκε από την ολοκλήρωση των σπουδών του.

Η μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά δίνει έναν έντονο ρυθμό στις φράσεις του συγγραφέα, ενώ στην εισαγωγή του τόμου επιφυλάσσονται δυο εκπλήξεις: πρώτα το κατατοπιστικότατο εκδοτικό σημείωμα της Ιόλης Δελιβάνη, που αναφέρεται στο κακοτράχαλο ταξίδι του βιβλίου μέχρι την τελική έκδοση του, και την εισαγωγή του ίδιου του Όργουελ για λογαριασμό της γαλλικής έκδοσης από την Gallimard το 1935, με τίτλο «La Vache Enragee».

Sunday, January 16, 2011

«Το θέμα μου είναι η φτώχεια»


  • Γράφει η Σοφία Νικολαΐδου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011
  • "Ο Τζορτζ Οργουελ πριν γίνει 30 χρονών γνώρισε από κοντά τον κόσμο των απόκληρων και όπως έγραψε: «Πίστευες ότι θα ήταν τρομερό. Είναι απλώς βρωμερό και ανιαρό. Αυτό που ανακαλύπτεις πρώτο είναι η αλλόκοτη αχρειότητα της φτώχειας» " 
To 1928 ο Τζορτζ Οργουελ μετακόμισε στο Παρίσι. Τη άνοιξη του 1929 του έκλεψαν ό,τι χρήματα είχε. Λιμοκτονούσε. Εργάστηκε ως λαντζέρης- καλύτερα: σκλάβος- σε εστιατόριο. Πιο πριν, περιφερόταν ως άστεγος στο Λονδίνο. Κατέγραψε τις περιπέτειές του. Πρόκειται για τη «ζωντανή εικόνα ενός φανερά τρελού κόσμου».

Ο Τζορτζ Οργουελ φοίτησε στο κολέγιο του Ητον με βασιλική υποτροφία, δεν μπόρεσε όμως να συνεχίσει τις σπουδές του λόγω έλλειψης χρημάτων. Εζησε τη φτώχεια και αυτό διαμόρφωσε την πολιτική του συνείδηση.

Εγραφε απλά, χωρίς άπαξ λέξεις και δυσνόητες μεταφορές: ήθελε να μπορούν να τον διαβάζουν όσοι δεν είχαν καλοπληρωμένη μόρφωση. Οσοι σταματούσαν το σχολείο στα δεκατέσσερα.

Το βιβλίο του Οι άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου απορρίφθηκε πλειστάκις μέχρι τελικά να δημοσιευτεί, το 1933. Η επιτυχία ήρθε όταν ο εκδοτικός οίκος Ρenguin, το 1940, εξέδωσε 55.000 αντίτυπα στην τιμή των 6 πενών το ένα. Ο Οργουελ έγραψε για τον κόσμο των απόκληρων, όπως τον έζησε ο ίδιος. Χωρίς υστερία ή προκατάληψη, με ψυχρή λογική που τσακίζει κόκαλα. «Η φτώχεια λυτρώνει από τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα της συμπεριφοράς, όπως ακριβώς το χρήμα λυτρώνει τον άνθρωπο από την εργασία», παρατηρεί. Ο τρόπος που παρακολουθεί τον εαυτό του την ώρα που λιμοκτονεί δεν αφήνει περιθώρια για καλολογίες: «Ανακαλύπτεις ότι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει έστω και μια βδομάδα με ψωμί και μαργαρίνη δεν είναι πια άνθρωπος, παρά μια κοιλιά με μερικά βοηθητικά όργανα». Και αλλού: «Η πείνα σε υποβιβάζει σε μια απόλυτα υποτακτική, ανεγκέφαλη κατάσταση, που θυμίζει πολύ τα συμπτώματα της γρίπης. Είναι λες και έχεις μεταμορφωθεί σε μέδουσα ή λες και έχουν αντλήσει το αίμα σου και το έχουν αντικαταστήσει με χλιαρό νερό». Εξευτελιστική βρωμιά παντού, κουρέλια, παραλυτικό κρύο. Κοριοί που πέφτουν στο γάλα. Η φρικτή εμπειρία του κρατικού γαλλικού ενεχυροδανειστηρίου. Οι πανάθλιες πανσιόν του Λονδίνου. Η σκλαβιά των λαντζέρηδων στα γαλλικά εστιατόρια. Οι φιλόπτωχοι που προσφέρουν τσάι και ψωμάκια με αντάλλαγμα την προσευχή. Ο φόβος των «κανονικών» για τους «αλήτες». Το κρύο μάτι του Οργουελ διακρίνει τον κοινωνικό γκρεμό: «Ο φόβος του όχλου πηγάζει από τη δεισιδαιμονία. Βασίζεται στην ιδέα ότι υπάρχει κάποια μυστήρια, θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, λες και είναι δυο διαφορετικές ράτσες, όπως οι νέγροι και οι λευκοί. (...) Εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι η δικαιοσύνη, ποιος είναι ο κλέφτης;».

Σύμφωνα με τον Οργουελ, ο ζητιάνος είναι και αυτός ένας επιχειρηματίας που βγάζει το ψωμί του, όπως και οι υπόλοιποι επιχειρηματίες. Εχει διαπράξει όμως ένα σοβαρότατο λάθος: διάλεξε ένα επάγγελμα που δεν μπορεί να τον κάνει πλούσιο.

Η πείνα μηδενίζει το μέλλον. Το μυαλό του πεινασμένου είναι κολλημένο στη στιγμή. Οποιος λιμοκτονεί είναι νωθρός, βυθίζεται στην απραξία. Ο Οργουελ συγχρωτίζεται στο Παρίσι με τον Μπορίς, έναν πάλαι ποτέ ρώσο στρατιώτη, ο οποίος χρημάτισε σερβιτόρος, τσάκισε το πόδι του, ονειρεύεται όμως να επιστρέψει στις παλιές του δόξες.

Στο Λονδίνο κυκλοφορεί με τον Πάντυ, άστεγο που ειδικεύεται στο να μαζεύει γόπες από τους δρόμους. Γνωρίζει τον Μπόζο, με το παραμορφωμένο πόδι, ένα ζωγράφο των πεζοδρομίων. Ο Μπόζο του αποδεικνύει ότι η φτώχεια δεν συνεπάγεται και νοητική στασιμότητα. Ο ίδιος έχει καταφέρει να κρατήσει το μυαλό του δραστήριο. Το ενδιαφέρον του για την αστρονομία τον φέρνει σε επαφή με τον Βασιλικό Αστρονόμο. «Τα αστέρια είναι δωρεάν παράσταση», δηλώνει ο Μπόζο. «Δεν κοστίζει τίποτε να χρησιμοποιείς τα μάτια σου».

Ο Οργουελ σημειώνει την αυστηρή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει αυτούς που απλώς ζητιανεύουν από όσους επιχειρούν να δώσουν κάτι για τα χρήματα που παίρνουν. Μιλά για τους πειθήνιους ζητιάνους. Οι αστοί τούς φοβούνται, αλλά οι άστεγοι «αλήτες» δεν μπορούν να είναι επιθετικοί. Οποιος έχει λίγη εξουσία πάνω τους τούς κάνει ό,τι θέλει.

Sunday, January 9, 2011

Ενας αλήτης, ο Οργουελ


  • Δύο δεκαετίες πριν εκδώσει το «1984» και τη «Φάρμα των ζώων», ο μεγάλος συγγραφέας κατέγραψε τις εμπειρίες του από μια ζωή στο περιθώριο στο βιβλίο «Οι Αθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου»
Ενας διαρρήκτης στερεί από τον νεαρό Ερικ Μπλερ τις τελευταίες οικονομίες που φυλάει στο δωμάτιο μιας άθλιας πανσιόν στο Καρτιέ Λατέν. Ετσι ο φέρελπις συγγραφέας αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχέδιό του να ζει από τα γραπτά του στη μεθυστική ατμόσφαιρα του Παρισιού του Μεσοπολέμου. Και αρχίζει να καταγράφει την αργή του πορεία προς την εξαχρείωση και τη βασανιστική πείνα. 

«Οι Αθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου» (Εκδόσεις «Ασβός», μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς) μοιάζουν περισσότερο με ένα μείγμα ημερολογίου και κοινωνικού ρεπορτάζ παρά με λογοτεχνικό έργο. Γιατί εδώ ο εικοσιτετράχρονος Ερικ Μπλερ, ο άγγλος συγγραφέας που θα γίνει γνωστός με το ψευδώνυμο Τζορτζ Οργουελ, διηγείται τις προσωπικές του περιπέτειες στις παρυφές της απόλυτης φτώχειας. Μια σειρά από εμπειρίες που θα ξαναεμφανιστούν στο «1984» ως η καθημερινότητα στη σκιά του Μεγάλου Αδερφού. 

Πριν όμως το αριστούργημά του, ο Μπλερ είναι ο νεαρός Αγγλος που φτάνει στο Παρίσι έπειτα από πέντε χρόνια θητεία ως αστυνομικός στη Βιρμανία, τη σημερινή Μιανμάρ, για να ζήσει την ατμόσφαιρα που περιέγραφαν ο Χέμινγουεϊ και ο Φιτζέραλντ. Η γαλλική πρωτεύουσα του τέλους της δεκαετίας του 1920 είναι το κέντρο της μποέμ ηδονοθηρίας. Μια πόλη όπου οι πλούσιοι αμερικανοί τουρίστες συναντούν τους εξόριστους ρώσους πρώην αριστοκράτες.
  • Πεινασμένος, εξαντλημένος...
Ο Μπλερ στην πανσιόν του δίνει μαθήματα αγγλικών και σημειώνει τις παράξενες ιστορίες των μεθυσμένων στα μπιστρό της Αριστερής Οχθης. Οταν όμως του κλέβουν τα τελευταία του χρήματα, αρχίζει να κρατάει διαφορετικές σημειώσεις που διηγούνται την κατάδυσή του σε έναν ανελέητο κόσμο. «Η πρώτη σου επαφή με την φτώχεια είναι κάτι πολύ παράξενο» εξομολογείται. «Πίστευες ότι θα ήταν τρομερό, είναι απλώς βρόμικο και ανιαρό». Ο Μπλερ δεν είναι κάποιος γόνος της αριστοκρατίας της Αγγλίας. Εχει σπουδάσει βέβαια στο περιβόητο Ιτον, αλλά από την άλλη είναι ο σκληροτράχηλος αστυνομικός της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η φτώχεια όμως τον εξαντλεί. Δίνει όλα του τα ρούχα στο ενεχυροδανειστήριο και παίζει σκάκι με -τον σύντροφό του στην πείνα- τον Μπορίς, έναν ρώσο πρώην λοχαγό, χωρίς σκακιέρα, αλλά σημειώνοντας τις κινήσεις στο χαρτί. 

Ομως είναι διαρκώς πεινασμένοι και καθώς η πείνα «σε υποβιβάζει σε μια απόλυτα υποτακτική και ανεγκέφαλη κατάσταση», οι δυο τους αναλαμβάνουν δράση στα σοκάκια του Παρισιού, που στα μάτια του νεαρού Μπλερ δεν είναι πια τόσο μαγικό. Για να βρούνε μια χούφτα φράγκα, κλέβουν φαγητό από κουζίνες εστιατορίων, ώσπου καταλήγουν να δουλεύουν λαντζέρηδες. Ο Μπλερ θα κάνει τη θητεία του ως σύγχρονος σκλάβος σε μια κουζίνα και παράλληλα σκιαγραφεί τον τύπο του ανθρώπου που δουλεύει δεκατέσσερις ώρες, μεθοκοπάει στη λήξη της βάρδιας και ονειρεύεται μόνο τον πολυπόθητο ύπνο.
  • Με δάσκαλο τον δρόμο
Αφού εγκαταλείπει τις κουζίνες του Παρισιού θα καταλήξει να αλητεύει άστεγος στο Πορτομπέλο και να τρώει σούπα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα του Λονδίνου. Ο Μπλερ θα λυτρωθεί γρήγορα από τον εφιάλτη. Στο κάτω κάτω μόνος του επιθυμούσε να ζήσει κάτω από τέτοιες συνθήκες, αφού θα μπορούσε να αποφύγει τις κακουχίες με ένα δάνειο από τους γονείς του, όπως παραδέχεται. Η μαθητεία του όμως στους δρόμους είναι ανεκτίμητη για έναν μελλοντικό συγγραφέα. Σε αυτό το βιβλίο ο τυχοδιώκτης φοιτητής που έγινε αστυνομικός για να ζήσει τη μαγεία της Ανατολής, μεταμορφώνεται. Αυτοβιογραφείται και ταυτόχρονα διηγείται συναρπαστικά συμβάντα με ρώσους κομμουνιστές που αποδεικνύονται επιτήδειοι απατεώνες, και λουφατζήδες σερβιτόρους που διεκδικούν το «δικαίωμα στην τεμπελιά». 

Αλλα στόχος του συγγραφέα δεν είναι μόνο να περιγράψει τους παρακμιακούς αλήτες και τους σκλάβους των καιρών του. Περιγράφει ταυτόχρονα με άφθονο σαρκασμό τους φιλελεύθερους αστούς που, παρά το γεγονός ότι εξυμνούν την εργατική τάξη, δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει η καθημερινή ζωη ενός προλετάριου. «Οι έξυπνοι καλλιεργημένοι άνθρωποι προσβλέπουν σε μια καταθλιπτική μαρξιανη ουτοπία ως εναλλακτική λύση και προτιμούν να παραμένουν τα πράγματα όπως είναι. Οι φιλελεύθεροι άνθρωποι δεν συναναστρέφονται τους φτωχούς». 

Αυτή η διαπίστωση θα τον οδηγήσει λίγα χρόνια μετά στην επαναστατημένη Ισπανία, όπου θα πολεμήσει ως εθελοντής τις στρατιές του Φράνκο και θα γνωρίσει την προδοσία των σταλινικών. Και θα τον κάνει να γράψει τα συγκλονιστικά του μυθιστορήματα. Ο Οργουελ μπορούσε να γράψει για «της Γης τους κολασμένους», αφού έζησε ως ένας από αυτούς. *

Monday, November 15, 2010

Θραύσματα αυτοβιογραφίας

  • Τζορτζ Οργουελ 
  • Βιβλία εναντίον τσιγάρου 
  • μτφρ.: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης 
  • εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 276, ευρώ 14
Ο Τζορτζ Οργουελ (1903-1950) δεν είναι απλώς ένας σημαντικός λογοτέχνης· είναι ένας εξαιρετικός στοχαστής, ένας ιδιόμορφος προφήτης. Τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν τους οφείλει μόνο στα κλασικά πλέον 1984 και Φάρμα των ζώων. Ακόμη και αυτοβιογραφικά κείμενα, όπως αυτά που συμπεριλαμβάνονται στο Βιβλία εναντίον τσιγάρου, αποκαλύπτουν την οξυδέρκεια του συγγραφέα, την ικανότητά του να ξεχωρίζει από την εποχή του το ουσιαστικό και να το αναλύει σφαιρικά. Κείμενα που γράφτηκαν πριν από 60 και πλέον χρόνια δημιουργούν κατά τόπους την εντύπωση ότι αφορούν γεγονότα που συνέβησαν σήμερα. 

Στο Βιβλία εναντίον τσιγάρου ο Οργουελ δεν αναφέρεται μόνο σε καλές και κακές συνήθειες. Γράφει για τις εμπειρίες του στο βιβλιοπωλείο όπου εργάστηκε, για την «ανιαρή ζωή» ενός βιβλιοκριτικού, τη λογοκρισία, την έννοια της πατρίδας και για τα παιδικά του χρόνια στο σχολείο. 

Το βιβλίο ξεκινά από τη σύγκρουση που προαναγγέλλει το εξώφυλλο με το σύντομο ομότιτλο άρθρο. Ο Οργουελ κάνει υπολογισμούς και αποδεικνύει ότι το διάβασμα είναι από τις πιο φτηνές «διασκεδάσεις». Θλίβεται με τους Βρετανούς που ξοδεύουν τόσο πολλά σε καταχρήσεις, ποτά και τσιγάρα· τόσο λίγα για την πνευματική τους ανάταση μέσω των βιβλίων. 

Στο επόμενο κείμενο αναφέρεται στην περίοδο που εργαζόταν σε βιβλιοπωλείο. Μας κάνει γνωστό πως και το 1936 οι περισσότερες γυναίκες προτιμούσαν τα «ροζ», οι άντρες τα αστυνομικά, οι κλασικοί δεν πουλούσαν. Μας αναλύει τις διαφορετικές κατηγορίες παράξενων πελατών, σχολιάζει τα ευπώλητα μυθιστορήματα και τους επισκέπτες των βιβλιοπωλείων, γιατί όπως μας λέει χαρακτηριστικά: «Τα βιβλιοπωλεία είναι από τους ελάχιστους χώρους που μπορείς να περάσεις αρκετή ώρα χωρίς να ξοδεύεις δεκάρα τσακιστή». Κι όλα αυτά τα παρουσιάζει με ειλικρινή, εύστοχα σχόλια, κοφτό λόγο που ρέει αβίαστα και χιούμορ. 

Ειδικά στο κείμενο που αναφέρεται στη ζωή ενός βιβλιοκριτικού. Μας μιλά με σαρκασμό για την πληκτική εργασία που έχει κάνει και ο ίδιος. Τα βιβλία που πρέπει να παρουσιαστούν κατ' εντολή μέσα σε χρόνο ρεκόρ. Την εμμονή των βιβλιοκριτικών, που λόγω εμπειρίας, τους αρκεί να διαβάσουν το πολύ πενήντα σελίδες από ένα πόνημα εξακοσίων. 

Εκεί όμως που ο Οργουελ μας ξαφνιάζει πραγματικά είναι στο κείμενο με τίτλο Η παρεμπόδιση της λογοτεχνίας, όπου μας αποκαλύπτει τις σκέψεις που -προφανώς- τον οδήγησαν στη συγγραφή του 1984. Για τον Οργουελ δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός από τον ολοκληρωτισμό. Ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός τού είναι απεχθείς, γιατί κατακρεουργούν την ελευθερία του πνεύματος. Δεν ξεχνά όμως τις άθλιες συνθήκες στις οποίες δημιουργεί και ο ίδιος. Καταγγέλλει τη λογοκρισία που ασκούν στα αυτόνομα πνεύματα οι «ελάχιστοι πλούσιοι που έχουν συγκεντρώσει στα χέρια τους τα έντυπα». Καταδεικνύει αλλεπάλληλα παραδείγματα για τον μεγάλο κίνδυνο που διατρέχει η Τέχνη και ο ελεύθερος λόγος από τους καταπιεστές, συμπεραίνοντας: «Η λογοτεχνία είναι καταδικασμένη, εάν χαθεί η ελευθερία της σκέψης». 

Τα τελευταία κείμενα του βιβλίου θαρρείς και είναι θραύσματα από μια ημιτελή αυτοβιογραφία. Η διαμόρφωση της πατριωτικής του συνείδησης, τα καταπιεστικά χρόνια που έζησε στο οικοτροφείο του Αγίου Κυπριανού, οι άθλιες συνθήκες στις οποίες πεθαίνουν οι φτωχοί στα δημόσια νοσοκομεία του Παρισιού. Μια ζωή σκληρή. Που δεν του χαρίστηκε. Που σε μικρή ηλικία τον ταπείνωσε, κι όταν μεγάλωσε του επεφύλασσε ασθένειες, απογοητεύσεις, ήττες, όπως εκείνη η μεγάλη στον εμφύλιο της Ισπανίας, όπου συμμετείχε στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον του Φράνκο. 
Ο Τζορτζ Οργουελ δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε εν ζωή. Είναι γνωστό το περιστατικό της απόρριψης έκδοσης της Φάρμας των ζώων από τον Τ.Σ. Ελιοτ. Ισως ταλαιπωρήθηκε καλλιτεχνικά, γιατί παραήταν ελεύθερο πνεύμα. Ισως γιατί το περιβόητο 1984 έφτασε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μερικούς μόλις μήνες πριν απ' τον πρόωρο θάνατό του.

Saturday, May 8, 2010

Οργουελ, παραμένει εφιαλτικά επίκαιρος

http://mollycorinne.files.wordpress.com/2009/11/20070322-george-orwell4.jpg

Προβλέποντας το σήμερα δεκαετίες πριν
  • Της Κατερινας Σχινα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 9 Mαϊου 2010
  • ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ, Βιβλία εναντίον τσιγάρου,μτφρ. - επίμετρο: Γιώργος Ικαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 276

Ολα τα γραπτά του Τζορτζ Οργουελ, μυθοπλασία, δοκίμιο, δημοσιογραφικά κείμενα, εκβάλλουν στον κοινό ποταμό μιας βαθύτατης αίσθησης κοινωνικής ευθύνης, μιας στάσης που απεκδύεται τον λυρισμό και τη μεταφυσική ομνύοντας στην ακρίβεια, μιας ψυχρής γεγονοτολογίας που γεφυρώνει την αποστασιοποίηση με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό. Στη λογοτεχνία και στα δοκίμιά του εξίσου, ο συγγραφέας δεν αποδύεται σε πειραματικές ταχυδακτυλουργίες, δεν εξαντλείται σε υπαινιγμούς, δεν επιχειρεί επιχειρηματολογικές ακροβασίες: λιτά, άμεσα, σχεδόν απρόσωπα, περιγράφει. Ακόμα και στις αυτοβιογραφικές εξομολογήσεις του αδιαφορεί για τον επιτονισμό του χαρακτηριστικού γνωρίσματος ή του συμβόλου, της εξομολόγησης ή του μανιφέστου, της σάτιρας ή της εμφατικότητας. Τα γεγονότα, γυμνά, είναι εκείνα που κραυγάζουν τη σημασία τους, τη γελοιότητα ή τη φρίκη τους - η συγγραφική εκζήτηση περιττεύει. Γι’ αυτό και ο Οργουελ αποτελεί ένα είδος παράδοξου, ένα ενοχλητικό ζιζάνιο στον κήπο των καλλιτεχνικών κινημάτων των δεκαετιών του 1930 και 1940 - τον καιρό, δηλαδή, που παρήγαγε το μεγαλύτερο μέρος των δοκιμίων του. Σε μια εποχή που οι μοντερνιστές πάλευαν να δημιουργήσουν μια νέα αισθητική και οι παραδοσιοκράτες αναβίωναν κλασικές μορφές, ένας συγγραφέας που εκούσια θυσίαζε τη λογοτεχνική ακεραιότητα του έργου του προς χάρη της πολιτικής στράτευσης -όχι βέβαια με την έννοια της συνοδοιπορίας με κάποιον -ισμό, αλλά σε αναζήτηση της αλήθειας, της ακεραιότητας και της ελευθερίας- φάνταζε, ασφαλώς, εκτός τόπου και χρόνου.

Δον Κιχώτης με ποδήλατο

Ο Τζορτζ Οργουελ ανέλαβε, μόνος αυτός, να αποτελέσει τη συνείδηση της γενιάς του. Υπήρξε, όπως έγραψαν, «ένας Δον Κιχώτης σε ποδήλατο», ο περιπλανώμενος ιππότης που κάνει ευγενικά πετάλι μέσα στο αιματοβαμμένο τσίρκο της εποχής του. Ηταν ο «άγιος της αξιοπρέπειας», εκείνος που διέκρινε τις στρεβλώσεις της αυτοκρατορίας, κατήγγειλε τις αηδιαστικές αερολογίες των αποικιοκρατών, καταδίκαζε τον καπιταλισμό ως σύστημα κεκαλυμμένης κλοπής. Ηταν ο πολιτικός συγγραφέας που έπρεπε να ζήσει την εμπειρία κατάσαρκα, να πληρώσει με προσωπικό τίμημα, να ερωτοτροπήσει με το θάνατο. Να κατέβει στις στοές των ανθρακωρυχείων, να παγώσει σ’ ένα υγρό κελί για να δει τι σημαίνει φυλακή, να πολεμήσει μέσα σε δύσοσμα χαρακώματα στη Χουέσκα, να υπερασπιστεί την έδρα του POUM στη Βαρκελώνη τότε που οι κομμουνιστές επιχειρούσαν να εξοντώσουν αναρχικούς και τροτσκιστές διεκδικώντας την απόλυτη εξουσία στην Καταλωνία, να τραυματιστεί στο λαιμό από φασιστική σφαίρα, να πεινάσει, να εξευτελιστεί, να ζήσει. Να διακρίνει από πολύ νωρίς την υποκρισία των εκπαιδευτικών θεσμών της πατρίδας του (εξαιρετικό δείγμα αυτοβιογραφικής αναπόλησης η καταγραφή των παιδικών του χρόνων στο οικοτροφείο του Αγίου Κυπριανού, με τίτλο «Τέτοιες, αχ, τέτοιες που ήταν οι χαρές…», όπου προειδοποιεί με τόσο χαρακτηριστικά οργουελική σύνεση «όποιος γράφει για την παιδική του ηλικία πρέπει να προσέχει την υπερβολή και τον αυτοοικτιρμό»), να ανταλλάξει την αγάπη του για τα βιβλία με την άχαρη δουλειά του παλαιοβιβλιοπώλη και την επιφανειακή του βιβλιοκριτικού, να καταγγείλει τον υφέρποντα ολοκληρωτισμό, όχι μονάχα στο «σοσιαλιστικό» στρατόπεδο αλλά και στον δυτικό «παράδεισο», να αποκαλύψει τους μυριάδες τρόπους που επιστρατεύουν οι πολιτικοί για να διαφθείρουν τη γλώσσα και να περιστείλουν τη σκέψη.

Ο κόσμος του Τύπου

Στη συλλογή «Βιβλία εναντίον τσιγάρου» που με τόσο χυμώδη τρόπο απέδωσε στη γλώσσα μας ο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης, ο Οργουελ ξετινάζει και ξεμπροστιάζει τον πατριωτισμό («Η πατρίδα μου, δεξιά ή αριστερά»), τις θλιβερές ελλείψεις της κοινωνικής πρόνοιας και των δημόσιων νοσοκομείων («Πώς πεθαίνουν οι πτωχοί»), τη νοσηρότητα του εκδοτικού milieu. Κι ακόμη, αποτολμώντας μια μελλοντική πρόβλεψη για το είδος των αναγνωσμάτων που θα επιβίωναν σε μια αυστηρά ολοκληρωτική κοινωνία, περιγράφει, μέχρι κεραίας, τη σύγχρονη συνθήκη: «Οι εφημερίδες μπορεί να υποτεθεί ότι θα κυκλοφορούν ώσπου να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο η τηλεοπτική τεχνική, αλλά εκτός από τις εφημερίδες είναι αμφίβολο ακόμα και τώρα κατά πόσον η μεγάλη μάζα του πληθυσμού στις εκβιομηχανισμένες χώρες αισθάνεται την ανάγκη οποιουδήποτε είδους λογοτεχνίας. Οι άνθρωποι πλέον είναι απρόθυμοι, όπως και να ’χει, να δαπανούν για αναγνώσματα όσα δαπανούν για άλλες ψυχαγωγίες. Πιθανόν τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα να ξεπεραστούν απολύτως από τις κινηματογραφικές και ραδιοφωνικές παραγωγές. Ή ίσως να επιβιώσει κάποιο είδος χαμηλής ποιότητας εντυπωσιακής μυθοπλασίας, που θα παράγεται από κάτι σαν ιμάντα μεταφοράς, ο οποίος θα περιορίζει στο ελάχιστο την ανθρώπινη πρωτοβουλία».

Να δικαιώνουμε την ανθρωπιά μας - αυτή υπήρξε με δυο λόγια η πολιτική διαθήκη του Οργουελ. Δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο, έγραφε ο Φιλίπ Νταγκέν στον Monde το 2003, επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα, «όταν ζούμε μεταξύ σκληρών ολοκληρωτισμών και δικτατοριών της κατανάλωσης. Αρκεί να ανατρέξουμε στην ανάγνωση του “1984” και στη μελέτη του δικού μας παρόντος για να πειστούμε. Στο “1984” συναντάμε τον ακόλουθο διάλογο ανάμεσα στον Ο’ Μπράιαν και τον Γουίνστον. “Πώς βεβαιώνεται κάποιος για την εξουσία του πάνω σε έναν άλλο, Γουίνστον;”. Ο Γουίνστον σκέφτηκε: “Κάνοντάς τον να υποφέρει”, είπε. “Ακριβώς. Κάνοντάς τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί”».
Επίκαιρο, πολύ επίκαιρο.

Wednesday, April 7, 2010

Μην καπνίζετε, διαβάστε

  • Συμβουλές του Τζορτζ Οργουελ μέσα από μια συλλογή δοκιμίων του που δείχνουν την επικαιρότητα της σκέψης του συγγραφέα τού «1984»


http://static.open.salon.com/files/george_orwell1244838045.jpg

Δύσκολα θα βρει κανείς παγκοσμίως επαρκή αναγνώστη που να μην έχει διαβάσει το 1984 του Τζορτζ Οργουελ, ένα από τα τρία μεγαλύτερα δυστοπικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ. Θα λέγαμε μάλιστα ότι είναι το κορυφαίο αν δεν υπήρχε ο Γενναίος νέος κόσμος του Αλντους Χάξλεϊ. Οσο σπουδαίος μυθιστοριογράφος υπήρξε ωστόσο ο Οργουελ, άλλο τόσο και δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Τα δοκίμιά του, όπως τα Πυροβολώντας τον ελέφαντα και Απαγχονισμός (μία από τις πλέον παθιασμένες καταδίκες της θανατικής ποινής), που διδάσκονται στα εκπαιδευτικά ιδρύματα σε όλον τον αγγλόφωνο κόσμο ως υποδειγματικά του είδους, παραμένουν αξεπέραστα και σήμερα. Η συλλογή των επτά δοκιμίων Βιβλία εναντίον τσιγάρου (είναι ο τίτλος του πρώτου δοκιμίου του βιβλίου) περιέχει ορισμένα από τα πλέον διάσημα του συγγραφέα. Από αυτά τα σημαντικότερα είναι Η παρεμπόδιση της λογοτεχνίας, Η πατρίδα μου δεξιά ή αριστερά, Πώς πεθαίνουν οι πτωχοί και Τέτοιες,αχ, τέτοιες που ήσαν οι χαρές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα υστερούν.

  • Η αμεσότητα του ρεπορτάζ

Πού οφείλεται η γοητεία του Οργουελ-δοκιμιογράφου; Νομίζω σε δύο βασικές αρετές που χαρακτηρίζουν πρωτίστους τους δημοσιογράφους πρώτης γραμμής: την αμεσότητα του ρεπορτάζ και την οξύτητα της αρθρογραφίας. Αυτά, σε συνδυασμό με την ευρηματικότητα των συγκρίσεων και την ποιότητα και τη γοητεία του αφορισμού που διαθέτουν, δημιουργούν το μοναδικό οργουελιανό ύφος το οποίο εκφράζει μια ακέραιη ηθική προσωπικότητα, όπως και το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής. Αν και έχουν περάσει 60 χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα, την εποχή αυτή την αισθανόμαστε σχεδόν τόσο κοντινή και οικεία όσο και οι σύγχρονοι του Οργουελ.

Η γοητεία κάθε κειμένου βρίσκεται όχι μόνο στη γενική διαπραγμάτευση αλλά και στις λεπτομέρειες. Πολλές φορές οι λεπτομέρειες που παραθέτει ο Οργουελ είναι τόσο κοινότοπες που μοιάζουν αυτονόητες. Εκεί όμως έγκειται και η δύναμη των κειμένων πρώτης γραμμής. Ο καθένας, λ.χ., για να πάμε στο πρώτο δοκίμιο του βιβλίου, γνωρίζει πως και σήμερα ο μέσος αναγνώστης που είναι καπνιστής ξοδεύει ετησίως πολύ περισσότερα χρήματα για τσιγάρα από όσο για βιβλία. Το ζήτημα είναι ότι ελάχιστοι καπνιστές έχουν σκεφθεί το αυτονόητο. Το Βιβλία εναντίον τσιγάρου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εξαίρετο αντικαπνιστικό σύνθημα. Τον Οργουελ εν τούτοις δεν τον απασχολεί κάτι τέτοιο αλλά το ερώτημα πώς σε μια κοινωνία όπως η βρετανική της εποχής του- και οι σημερινές στον δυτικό κόσμο, θα λέγαμε εμείς- ένας συστηματικός καπνιστής μπορεί να καπνίζει το λιγότερο 300 πακέτα τσιγάρα ετησίως και να αγοράζει μόνο τρία βιβλία. Αυτά γράφονται το 1946 και φαίνεται ότι από τότε δεν έχουν επί της ουσίας αλλάξει και πολλά.

Το ίδιο συμβαίνει και με το δοκίμιο Η παρεμπόδιση της λογοτεχνίας, που είναι μια καταδίκη του ολοκληρωτισμού διατυπωμένη πρώιμα, αφού πρόκειται για κείμενο γραμμένο επίσης το 1946. «Προς το παρόν ξέρουμε μονάχα ότι η φαντασία,όπως μερικά ανήμερα ζώα, δεν μπορεί να μεγαλώσει μέσα στην αιχμαλωσία» γράφει, τολμώντας να αποκαλύψει γιατί επιστήμονες και καλλιτέχνες ανέχονται τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς μάλιστα να διστάζει διασημότητες της εποχής σαν τον Αλεξέι Τολστόι και τον Ιλία Ερενμπουργκ να τις αποκαλεί «λογοτεχνικές πόρνες».
  • Πώς πεθαίνουν οι φτωχοί
Ο τόμος περιέχει και ένα από τα λιγότερο γνωστά δοκίμιά του, το Πώς πεθαίνουν οι φτωχοί, που βασίζεται στις εμπειρίες του το 1929, όταν ζούσε απένταρος στο Παρίσι και πέρασε άρρωστος «κάμποσες εβδομάδες», όπως γράφει, σε ένα πανάθλιο νοσοκομείο. Η πλήρης ανθρώπινη κατάπτωση, ο σαδισμός των γιατρών, οι φριχτές συνθήκες διαβίωσης των ασθενών εξηγούν τον φόβο για τα νοσοκομεία από τον οποίο διακατέχονταν οι φτωχοί της εποχής- φοβάται κανείς και οι φτωχοί τής σήμερον. Και όπως το νοσοκομείο εκείνο μας θυμίζει τις αποτρόπαιες σκηνές που περιγράφονται σε λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα, έτσι και τα όσα περιγράφει ο Οργουελ παραπέμπουν, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, σε σημερινές σκηνές σε νοσοκομεία με ράντσα στους διαδρόμους ή ασθενείς που περιφέρονται κρατώντας τη φιάλη με τον ορό σε άβαφους και σκοτεινούς διαδρόμους δικών μας νοσοκομείων.

Υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν με νοσταλγία για την παιδική τους ηλικία. Δεν είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής μας, ούτε και του συγγραφέα, σύμφωνα με το τελευταίο δοκίμιο του βιβλίου Τέτοιες,αχ,τέτοιες που ήσαν οι χαρές. Η αδυναμία ενός παιδιού, μας λέει, δεν οφείλεται στο ότι εξαρτάται από τους ενηλίκους αλλά στο ότι «είναι ένας άγραφος χάρτης». Την παιδική του ηλικία την εξετάζει κανείς αναδρομικά, ως ενήλικος. Γιατί «τα παιδιά και οι ενήλικοι ζουν σε διαφορετικούς κόσμους».

Θα κλείσω με μια μικρή αναφορά στις Εξομολογήσεις ενός βιβλιοκριτικού, που ανήκουν στα πλέον βιτριολικά κείμενα τα οποία έχουν γραφτεί περί κριτικής. Μπορεί το σκηνικό που στήνει ο Οργουελ να μοιάζει πολύ βικτωριανό για τα μεσογειακά μας γούστα αλλά στα επί μέρους, έστω και καθ΄ υπερβολήν, διατυπώνονται δυσάρεστες αλήθειες. Αλήθειες βέβαια που έχει ζήσει ο ίδιος ο συγγραφέας, αφού έγραφε βιβλιοκρισίες όλη του σχεδόν τη ζωή.
  • ΟΡΓΟΥΕΛΙΑΝΑ
ΤΑ ΒΡΕΤΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ γράμματα είχαν την ατυχία να χάσουν έναν από τους κορυφαίους μεταπολεμικούς συγγραφείς που πέθανε από φυματίωση το 1950 στα 47 του χρόνια. Ο πρόωρος θάνατος του Τζορτζ Οργουελ μόνο με τον αντίστοιχο του Αλμπέρ Καμύ μπορεί να συγκριθεί. Ανήκει στους ελάχιστους συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα που το επώνυμό του έγινε όρος του πολιτικού και κοινωνικού λεξιλογίου. Λέμε «οργουελιανός» και ο όρος δεν παραπέμπει μόνο στο διασημότερο βιβλίο του, το1984, αλλά και στη φύση και στις μεθόδους κάθε μορφής ολοκληρωτισμού. Υπήρξε ένθερμος σοσιαλιστής, δεν δίστασε όμως να καταγγείλει πρώιμα και ανοιχτά τις μεθόδους καταστολής της σοβιετικής αυτοκρατορίας προκαλώντας την μήνιν μιας Αριστεράς που δεν ήθελε να δει το μέγεθος της καταστολής και κυρίως τι συνειδησιακά προβλήματα δημιουργούσε η ιδεολογική τύφλωση.

Για την υπεράσπιση της δημοκρατίας ο Οργουελ πήγε και πολέμησε στην Ισπανία εναντίον των φαλαγγιτών του Φράνκοτραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά. Το χρονικό του αυτής της εποχήςΦόρος τιμής στην Καταλωνίαπαραμένει ένα από τα συγκλονιστικότερα ντοκουμέντα και κατέχει εξέχουσα θέση και στο δικό του έργο. Ο σοσιαλιστής εκείνος- και ασυμβίβαστος δημοκράτηςοραματίστηκε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, για την ακρίβεια τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης, που θα περιελάμβανε και τις χώρες της Βόρειας Αφρικής ως αναπόσπαστο τμήμα του μεσογειακού πολιτισμού, στον αντίποδα της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ. Και υπήρξε μαχητικός δημοσιογράφος, με έντονο προσωπικό ύφος που αξιοποίησε τον υποκειμενικό παράγοντα πολύ προτού εμφανιστεί στην Αμερική η λεγόμενη «νέα δημοσιογραφία» με τον Νόρμαν Μέιλερ, την Τζόαν Ντίντιον και τον Τομ Γουλφ.

Tuesday, April 7, 2009

Η τρικλοποδιά του Ελιοτ στον Οργουελ. Ο αγγλοαμερικανός ποιητής είχε απορρίψει την έκδοση της «Φάρμας των ζώων»


George Orwell

ΛΟΝΔΙΝΟ. «Η απόρριψη του αιώνα»: έτσι αποκαλεί η ιταλική εφημερίδα «La Repubblica» την «τρικλοποδιά» που έβαλε ο Τ.Σ. Ελιοτ στον Τζορτζ Οργουελ εν έτει 1944. Ο συγγραφέας χτύπησε τότε την πόρτα του ποιητή με το χειρόγραφο της «Φάρμας των ζώων» ανά χείρας. Ο Ελιοτ, ο οποίος την περίοδο εκείνη εργαζόταν σε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Βρετανίας, τον Faber & Faber, απέρριψε την εξαιρετική αυτή αλληγορία του κομμουνισμού, που έμελλε να γίνει ένα από τα κλασικότερα βιβλία όλων των εποχών.

«Αν και καλογραμμένο και με καλές προθέσεις, δεν πείθει» ήταν η κριτική του Ελιοτ. Εκείνο που προφανώς διέφυγε, είτε εκουσίως είτε ακουσίως, από τον αμερικανό ποιητή, ο οποίος στη συνέχεια πολιτογραφήθηκε Βρετανός, ήταν η σκληρή σάτιρα του σταλινισμού και της Σοβιετικής Ενωσης που κρυβόταν πίσω από τα φαινομενικώς αδαή ζώα της φάρμας.

«Δεν είμαστε βέβαιοι ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος να κρίνετε την τρέχουσα πολιτική κατάσταση» ήταν η φράση με την οποία έκλεινε η επιστολή της απόρριψης. Το βιβλίο εκδόθηκε τελικά έναν χρόνο αργότερα από έναν άλλο λονδρέζικο οίκο, τον Secker & Warburg, για να ακολουθήσει το 1948 το ακόμη πιο πικρό και άκρως προφητικό «1984».

Αν αναρωτιέστε ποιος ευθύνεται για την αποκάλυψη του εκδοτικού «φάουλ» του Ελιοτ, το βέλος δείχνει προς την πλευρά της δεύτερης συζύγου του Βάλερι , η οποία σήμερα είναι 81 ετών. Οι δυο τους χώρισαν το 1957, όταν εκείνος ήταν περίπου 38 ετών, εκείνη όμως, όπως αποδείχθηκε, είχε κρατήσει στο συρτάρι της πρώτης τάξεως... αναμνήσεις από τον όχι και τόσο αγαπημένο πρώην σύζυγό της. Το περίφημο γράμμα απόρριψης προς τον Οργουελ αποτελεί πλέον πολύτιμο κομμάτι ενός ντοκιμαντέρ για τη ζωή και την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Ελιοτ που ετοιμάζεται αυτή την εποχή από το ΒΒC και θα προβληθεί το προσεχές θέρος. [ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 7 Απριλίου 2009]

http://media-2.web.britannica.com/eb-media/93/79893-004-ED11C212.jpg
T.S.Eliot