Showing posts with label Λαπαθιώτης Ναπολέων. Show all posts
Showing posts with label Λαπαθιώτης Ναπολέων. Show all posts

Sunday, October 30, 2016

Ναπολέων Λαπαθιώτης, ένας ανήσυχος ρομαντικός του μεσοπολέμου…

napoleon_lapathiotis-2


https://www.timesnews.gr
Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης [31 Οκτωβρίου 1888 – 8 Ιανουαρίου 1944] γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του ελληνικού στρατού με καταγωγή από την Κύπρο, που έφτασε ως το βαθμό του στρατηγού και έγινε υπουργός Στρατιωτικών μετά από συμμετοχή του στο κίνημα στο Γουδί, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη. Σε ηλικία δέκα ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, όπου τέλειωσε το σχολείο, έμαθε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ενώ παρακολούθησε επίσης μαθήματα πιάνου και ζωγραφικής.

Thursday, January 26, 2012

Περίπατοι και έρωτες που κυκλώνει η απελπισία

Η νουβέλα του Λαπαθιώτη κερδίζει με την ευαισθησία και την απλότητά της...Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, 22/1/2012...

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, Κάπου περνούσε μια φωνή, επιμ. - επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος, εκδ. Ερατώ...
«Ενα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο, / που λάμπει μες τη νύχτα - τίποτ’ άλλο. // Μια φωνή που γροικιέται μες στο σάλο, / και που σε λίγο, παύει, - τίποτ’ άλλο.», λέει ο αντισυμβατικός, αυτόχειρας ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), ο «Αθηναίος Ντόριαν Γκρέη», στο ποίημά του «Νυχτερινό». Οι τέσσερις αυτοί στίχοι συνοψίζουν τη νουβέλα του «Κάπου περνούσε μια φωνή», δημοσιευμένη το 1940, την οποία σήμερα μας παρουσιάζει ο Νίκος Σαραντάκος (πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα του όπου θεραπεύει με συνέπεια κι αγάπη τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, www. sarantakos. com). Μια νουβέλα ερωτική, ιδιαιτέρως ποιητική, έρρυθμη και εύρυθμη, γραμμένη λες σε δεκαπεντασύλλαβους, όπως εύστοχα επεσήμανε στη νεκρολογία του λίγο μετά την αυτοκτονία του ποιητή ο Γιώργος Γεραλής.
Η ιστορία ξεκινά με μια φωνή που ξεχωρίζει στη «χορωδία» μιας παρέας αγοριών, που παίζουν, τσακώνονται και τραγουδούν στους δρόμους της νυχτερινής Αθήνας το 1915 – οπότε και ο Λαπαθιώτης ξεκίνησε προφανώς τη συγγραφή της. Είναι μια φωνή «λυγερή και καθαρή, πολύ γλυκιά και δροσερή, σα να ’ταν ασημένια», αστραφτερή, «γερή και κρυσταλλένια». Ανήκει στον δεκαεννιάχρονο τσαγκάρη Σωτήρη, που τον ερωτεύεται η Ρηνούλα, μια «φλογερή, μελαχρινή» καπελού που τα καστανά της μάτια «στο πολύ το φως άνοιγαν και γινόσαν γαλανά». Μόνο που ο Σωτήρης «στην αισθηματικήν υπόστασή του δεν είχε πολλή κλίση στις γυναίκες» και προτιμά τη φιλία του αδελφού της Ρηνούλας Λάκη. Ο έρωτας γίνεται μαράζι και χτικιό που σιγοτρώει τη Ρηνούλα - σαν την Ανθούλα στο «Τάμα της Ανθούλας». Στην ερημιά και τους εφιάλτες της τη συντροφεύει «ένα φεγγάρι, πράσινο, μεγάλο, πελιδνό», που μπαινοβγαίνει «στα συναγμένα σύννεφα», τ’ αφηνιασμένα σαν άγρια άλογα.

Μελωδικό
Νεορομαντικό, τρυφερό, μελωδικό σαν το αγορίστικο «κόρο» που περιγράφει, το κείμενο του Λαπαθιώτη νοσταλγεί το γλυκό εκείνο παρελθόν στο οποίο ξεκίνησε να το γράφει, της δικής του νιότης αλλά και εκείνο της πόλης, η οποία σε λίγο –και το 1915 και το 1940– θα μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Περιγράφει τους φίλους, τους νυχτερινούς περιπάτους, τους δικούς του έρωτες την ώρα που τον κυκλώνει η απελπισία. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στην καρδιά, χρησιμοποιώντας ένα από τα όπλα του στρατιωτικού και υπουργού πατέρα του, τα περισσότερα από τα οποία ο ίδιος τα έχει χαρίσει στον ΕΛΑΣ. Το τελευταίο διάστημα, κερδίζει τη θέση που του αξίζει, έπειτα από χρόνια λήθης άδικης: η νουβέλα αυτή, που συνομιλεί τόσο με συγκαιρινούς του συγγραφείς, όπως ο Χρηστομάνος κι η «Κερένια κούκλα» του, όσο και με τον γαλλικό ρεαλισμό, κερδίζει τον αναγνώστη με την ευαισθησία και την απλότητά της.

Sunday, October 24, 2010

Οι παρωδίες του Λαπαθιώτη

  • Η ΑΥΓΗ: 24/10/2010 
  • ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ήταν μια διττή προσωπικότητα: από τη μια μεριά ο λεπταίσθητος δανδής, ο μελαγχολικός, χαμηλότονος, ιδιωτικός ποιητής που βαδίζει στα χνάρια της γαλλικής συμβολιστικής και αισθητιστικής παράδοσης, και από την άλλη ο «χαριτωμένος χωρατατζής» (Kλ. Παράσχος), ο «είρων και ο δηκτικός» (Σ. Ξεφλούδας), ο σατιρικός και προκλητικός ανατροπέας των αστικών ηθών, ο υψηλόφωνος κατήγορος της λογοτεχνικής παράδοσης, αρχικά, και των μοντερνιστικών ποιητικών εξελίξεων αργότερα. Μία από τις όψεις αυτής της δεύτερης, αιχμηρής πλευράς της προσωπικότητάς του, είναι εκείνη της παρωδίας.

Τα περισσότερα «à la manière de» ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε ο Λαπαθιώτης, από τον Σεπτέμβριο του 1938 ως τον Μάρτιο του 1939 στην Πνευματική Ζωή του Μελή Νικολαΐδη, αποτελούν παρωδίες - ενέχουν, δηλαδή, μια μικρότερη ή μεγαλύτερη (κωμική συνήθως) απόσταση από το κείμενο τούς λογοτεχνικούς τρόπους του οποίου αναπαράγουν. Αντικείμενο των δώδεκα κειμένων είναι, κατά σειρά, οι Καβάφης, Παλαμάς, Σικελιανός, Χατζόπουλος, Maeterlinck, Μαβίλης, Καρυωτάκης, Καββαδίας, Δρίβας, Εμπειρίκος, Παπαδιαμάντης και, τέλος, ο ίδιος ο Λαπαθιώτης. Τα κείμενα αυτά δημοσιεύτηκαν με το ψευδώνυμο «Πλάτων Χαρμίδης», που πιθανώς ο Λαπαθιώτης εμπνεύστηκε όχι από τον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα αλλά από τον γοητευτικό «πλατωνικό Χαρμίδη» του ποιήματος «Eν πόλει της Οσροηνής» (1917) του προσφιλούς του Καβάφη. Δεδομένου, όμως, ότι σε αυτά τα όψιμα «à la manière de» σχεδιάσματα περιλαμβάνονται και δύο παλαιότερα (για τον Καβάφη και τον Παπαδιαμάντη), τα οποία ο Λαπαθιώτης είχε δημοσιεύσει επώνυμα, δίνεται στον ενημερωμένο περί τα ποιητικά αναγνώστη εκείνης της εποχής ο μίτος για να αποκρυπτογραφήσει το ψευδώνυμο. Σύμφωνα με μια πληροφορία, ως Πλάτων Χαρμίδης ο Λαπαθιώτης είχε εμφανιστεί και το 1921, όταν είχε υποβάλει υποψηφιότητα σε ποιητικό διαγωνισμό, στην κριτική επιτροπή του οποίου συμμετείχε και ο ίδιος.1 

Και ενώ στο πλαίσιο της φάρσας εκείνης ο Λαπαθιώτης καλούνταν να κρίνει τον ψευδώνυμο εαυτό του, το 1939 είναι ο Πλάτων Χαρμίδης αυτός που εμμέσως «κρίνει» το λυρικό έργο του Λαπαθιώτη, μέσω ενός ποιήματος «à la manière de Λαπαθιώτης». Αυτή η οσκαρουαϊλδικής σπιρτάδας αντιστροφή ρόλων επαναλαμβάνεται το 1940, όταν ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε στην Πνευματική Ζωή δύο βιτριολικά κείμενα εναντίον των νεότερων ποιητικών εξελίξεων και ο Πλάτων Χαρμίδης απέστειλε στο περιοδικό επιστολή διαμαρτυρίας, η οποία έδωσε στον Λαπαθιώτη την ευκαιρία να ξεκαθαρίσει τη θέση του και να διευκρινίσει τα κίνητρα και τους στόχους της επίθεσής του.

Πολλές από τις παρωδίες του Λαπαθιώτη ανήκουν στην παλαιότερη και πιο διαδεδομένη εκδοχή του είδους, εκείνην που ασκεί αρνητική κριτική μέσω της διακωμώδησης του στόχου της. Ο Λαπαθιώτης μάς έχει δώσει δείγματα της κριτικής ικανότητάς του με ποικίλες μελέτες και βιβλιοκρισίες του για Έλληνες και ξένους δημιουργούς, αλλά και με το ίδιο το ποιητικό έργο του, το οποίο βασάνιζε ιδιαίτερα προκειμένου να το φτάσει στην τελική του μορφή. Με τις παρωδίες του, όμως, ενώνει σε μία τις ιδιότητές του ως ποιητή και κριτικού κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, τρόπο που ασφαλώς θα έχαιρε της εκτίμησης του αγαπημένου του Όσκαρ Ουάιλντ, παρά το γεγονός ότι στο γνωστότατο δοκίμιο του τελευταίου Ο κριτικός ως δημιουργός, το οποίο φαίνεται να είχε επηρεάσει τον Λαπαθιώτη, δεν κάνει λόγο για την παρωδία.

Με τις παρωδίες του ο Λαπαθιώτης φαίνεται να επιδίωκε, σε μια μεταβατική για την ποίηση εποχή, να τοποθετηθεί κριτικά τόσο απέναντι στην ποιητική παράδοση όσο και απέναντι στις τάσεις της ποιητικής «πρωτοπορίας», προκειμένου να υπερασπιστεί τη δική του ποιητική συμβολή, τη δική του θέση στον χάρτη της νεοελληνικής ποίησης. Έτσι, απορριπτική είναι η παρωδία του για τον Εμπειρίκο, δεξιοτεχνικότερος όμως -και ηπιότερα επικριτικός- είναι ο τρόπος με τον οποίο παρωδεί τους παλαιότερους, Παλαμά και Σικελιανό.

Πιο συγκεκριμένα, η αδηφάγα επιθυμία του Παλαμά να συγχωνεύσει στην ποίησή του τα πάντα ελέγχεται με στίχους όπως: «Κι όλα τ' άνθη τάκοψα,/ κι' όλα τα κρασιά τάπια!», ή «-κι' ούτε πια που με χωρείς,/ ο Τόπος κι' ο Χρόνος!», ενώ το ειρωνικό δίστιχο «κι' είμαι εδώ, κι' είμαι παντού,/ κι' είμαι παραπέρα», παραλλάσσεται προς το τέλος σατιρικά σε «Κι' είμαι δω, κι' είμαι παντού,/ κι' εμπρός και στην μπάντα», υπογραμμίζοντας δηκτικά την περιθωριοποίηση του Παλαμά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ο παλαμικός δυισμός, εξάλλου, εκφράζεται σε στίχους όπως «Κατακάθι στον αφρό,/ το 'ναι', μαζί και τ' 'όχι'», η δε ματαιότητα του παλαμικού ποιητικού εγχειρήματος και ο χωρίς αντίκρισμα ιδεαλισμός του δίνονται στη τελευταία στροφή της παρωδίας: «Κι' έτσι ρεύουν και χάνουνται/ τα χρόνια τα ωραία,/ -και μόνη Εσύ, ακατάλυτη,/ καταλύτρα Ιδέα!», με Ι κεφαλαίο, φυσικά.

Η παρωδία για τον Σικελιανό διακωμωδεί με ευστροφία και επιδεξιότητα έναν δημιουργό που ως ιδιοσυγκρασία, όραμα και γραφή διόλου δεν ανταποκρινόταν στις λαπαθιωτικές προδιαγραφές. Η άλκιμη αρρενωπότητα της ποίησης του Σικελιανού, για παράδειγμα, αποτυπώνεται στη μαιανδρική παρομοίωση της ψυχής του ποιητή με την ορμή του βοδιού («...όμοια η ψυχή μου σείστηκε, δική μου και δική του,/τυπώνοντας στην ίδια γη, τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!»), ενώ γενικότερα το εκφραστικά και ιδιοσυγκρασιακά “ασυγκράτητο” σφρίγος του Σικελιανού αναπαράγεται και μεγεθύνεται από έναν ποιητή ολιγόλογο, εργαστηριακό, διόλου φυσιολατρικό και διόλου ρωμαλέο και «υγιή», όπως ο Λαπαθιώτης.

Στο όνομα του Εμπειρίκου ο Λαπαθιώτης παρωδεί τον υπερρεαλισμό εν γένει, την απέχθειά του προς τον οποίο εξέφρασε ποικιλοτρόπως σε άρθρα της περιόδου 1937-1943. Το «À la manière de Εμπειρίκος» υποδύεται τους εκφραστικούς και γλωσσικούς τρόπους της Υψικαμίνου πυκνώνοντας αφύσικα την εμπειρίκεια σύνταξη και προσπαθώντας έτσι να παραμορφώσει τον παρωδιακό στόχο του. Ωστόσο, ο υπερρεαλιστικός λόγος είναι πολύ δύσκολο να παρωδηθεί αποτελεσματικά λόγω της εγγενούς παρωδιακής και αυτοπαρωδιακής του διάστασης. Ο Λαπαθιώτης φαίνεται να αντιλήφθηκε τη δυσκολία αυτή και έτσι κλείνει το κείμενό του με έναν σατιρικό δημοτικοφανές 15σύλλαβο, αλλάζοντας ριζικά ύφος και καθιστώντας εμφανέστατη την απορριπτική στάση του προς το πρωτοποριακό αυτό κίνημα: «τρία πουλάκια κάθονται, κατάπλασμα, λεκάνη...».

Παρωδώντας ευρηματικά τον στόχο τους, οι πολύτροπες παρωδίες του Λαπαθιώτη αφενός αποκαλύπτουν πτυχές της δημιουργικότητάς του που μένουν ανενεργές στην υπόλοιπη ποίησή του και αφετέρου συμπληρώνουν, με τον πλούτο και την τόλμη των δηκτικών τους επισημάνσεων, τις δοκιμιακές κριτικές καταθέσεις του. Απο-ιεροποιούν τον λόγο της ποιητικής παράδοσης, επιφυλάσσοντας τα βέλη του λιγότερο για τον φιλοσοφίζοντα παρνασσισμό του Μαβίλη και τον «στυλιζαρισμένο» συμβολισμό του Χατζόπουλου και περισσότερο για το ρητορικό και φιλόδοξο δίδυμο του Παλαμά και του Σικελιανού και, αντιστρόφως, ψέγουν ως βέβηλη την ποίηση των υπερρεαλιστών, ελέγχουν ποιητές που, όπως ο Δρίβας, προσχώρησαν στον ελεύθερο στίχο και εν γένει στις νεοτεριστικές τάσεις της δεκαετίας του '30, και εκφράζουν επιφυλάξεις για τον επιδερμικό και πεζολογικό, όπως ο Λαπαθιώτης μοιάζει να τον αντιλαμβάνεται, εξωτισμό της ποίησης του Καββαδία. 

Όσο για τις περιπτώσεις του Καβάφη και του Καρυωτάκη, φαίνεται ότι δεν έχουμε να κάνουμε με παρωδίες αλλά με τιμητικές μιμήσεις, και μάλιστα ανεπιτυχείς. Η αστοχία του «à la manière de Καβάφης», μάλιστα, είναι τέτοια που θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για παρωδία μίμησης - δεν είναι τυχαίο ότι ο Louis Roussel, εκδότης του περιοδικού Libre, σχολίασε το ποίημα ως ειρωνικό και χλευαστικό απέναντι στο Καβάφη, προκαλώντας την αγανάκτηση του Λαπαθιώτη.

Με την εξαίρεση αυτών των δυο ιδιότυπων περιπτώσεων, ο Λαπαθιώτης παρωδεί παλαιότερους και νεότερούς του ποιητές στο όνομα μιας νεοσυμβολιστικής «ιερότητας» που εκπροσωπεί ο ίδιος και όλοι όσοι εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις που θέτει ο ίδιος για την ποίηση. Γι' αυτό και η τελευταία παρωδία που δημοσιεύει, το «à la manière de Λαπαθιώτης», είναι λιγότερο αυτοπαρωδία και περισσότερο μίμηση, καθώς ο Λαπαθιώτης δεν θέλησε να αποστασιοποιηθεί από τους δικούς του ποιητικούς τρόπους, σε μια εποχή, μάλιστα, που η ποίησή του είχε αισθητά περιθωριοποιηθεί και ο ίδιος προσπαθούσε -μάταια- να τη φέρει ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας με τη δημοσίευση (το 1939) μιας επιλογής ποιημάτων του.

Το κείμενο αποτελεί μέρος ανακοίνωσης που παρουσιάστηκε στη Γρανάδα τον Σεπτέμβριο του 2010, στο πλαίσιο του Τέταρτου Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών. Στην ολοκληρωμένη του μορφή θα δημοσιευθεί στο περιοδικό Νέα Εστία.
  • Η Αθηνά Βογιατζόγλου διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  • Παρωδώντας ευρηματικά τον στόχο τους, οι πολύτροπες παρωδίες του Λαπαθιώτη απο-ιεροποιούν τον λόγο της ποιητικής παράδοσης
Ως Πλάτων Χαρμίδης ο Λαπαθιώτης είχε εμφανιστεί και το 1921, όταν είχε υποβάλει υποψηφιότητα σε ποιητικό διαγωνισμό, στην κριτική επιτροπή του οποίου συμμετείχε και ο ίδιος. Και ενώ στο πλαίσιο της φάρσας εκείνης ο Λαπαθιώτης καλούνταν να κρίνει τον ψευδώνυμο εαυτό του, το 1939 είναι ο Πλάτων Χαρμίδης αυτός που εμμέσως «κρίνει» το λυρικό έργο του Λαπαθιώτη, μέσω ενός ποιήματος «à la manière de Λαπαθιώτης»


À la manière de...ΠΑΛΑΜΑΣ
ΕΚΑΤΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ ΦΩΝΗ

Λιώνω δίχως λυτρωμό,
μουσική κι' αγιοκέρι˙
φύλλο ίδιο κιτρίνισε
το λευκό μου το χέρι.

Σκύβω, τρίσβαθη φωνή,
στα βάθη της αβύσσου,
και τη φλόγα σου αγροικώ,
Πλάση Εσύ, τη βουβή σου...

Ψάχνω, μέσ' στα σκοτεινά,
τα παλιά τα κιτάπια,
κι' όλα τ' άνθη τά κοψα,
κι' όλα τα κρασιά τάπια!

Κι' είμαι δω, κι' είμαι παντού,
κι' είμαι παραπέρα,
με το τρεμοσάλεμα
του πρωινού του αγέρα,

στα παλάτια ο αρνητής,
στα καλύβια, θρόνος,
-κι' ούτε πια που με χωρείς,
ο Τόπος κι' ο Χρόνος!

Κατακάθι στον αφρό,
το «ναι», μαζί και τ' «όχι»,
έτσι ο νους μου τ' όνειρο
και τ' αρνιέται, και τόχει...

Κι' είμαι δω, κι' είμαι παντού,
κι' εμπρός, και στην μπάντα,
-κι' είμαι μέσα στο Ποτέ,
κι' είμαι μεσ' στο Πάντα...

Κι' έτσι ρεύουν και χάνουνται
τα χρόνια τα ωραία,
-και μόνη Εσύ, ακατάλυτη,
καταλύτρα Ιδέα!

À la manière de...ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ

Έτσι ως ρουθούνισμα βωδιού, με την αψάν ανέσα,
που σύγκορμα και σύψυχα νιώθει τη δύναμή του,
να ξεχειλάη ακράτητα και το ζεστό κορμί του,
να βγάνη φλόγα, σαν πηγή, και σπίθες από μέσα,

κι' ανοίγοντας τις κόρες του, σαν κρούσταλλα καθάρια,
ρουφάει της μέρας τ' αδρό φως, που θρέφει την αλκή του,
όμοια η ψυχή μου σείστηκε, δική μου και δική του,
τυπώνοντας στην ίδια γη, τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!

Κι ως ν' άστραψε αναπάντεχα του γήλιου το γιορτάσι,
καθρεφτισμένο ξάστερα μεσ' στ' αρμυρά πελάη,
κι' ο πόθος μου ασυγκράτητος, μου γιγαντώθη πλάι,
ζητώντας μεσ' στο πλέριο φως να πιη και να χορτάση,

κι' απαρατώντας του ασκητή τα μαύρα βαρειά ράσα,
διαμάντι πεντακάθαρο, μέσ' στα διαμάντια τ' άστρα,
σύφλογα και πασίχαρα σα μέλισσα βυζάστρα,
χιούμηξεν, όμοια αβάσταχτο, να σμίξη τη γη πάσα!...

À la manière de...ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
  • ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ
Η παρονυχίδα των ενώσεων εμπαίζει τους κονίκλους των κροτάφων, υπόδημα και τελετή-ζουμπούλι. Δεν αποβλέπει τόσο στον ασπάλακα, πλην ελλοχεύει με κουφούς θυσάνους, φωταγωγός ανώφελων υπερθεματισμών, ακροβατικής αυθαιρεσίας. Σμήνος ευθέτων εξυπηρετήσεων - ανέφελος και πάνδημος Ηρώδης, εκκωφαντικών απομονώσεων και περιστροφικών εξιλασμών. Εκκρίσεις αφιλοκερδείς, ευνοϊκοί λαμπτήρες. Πυροσβέστης εθελοτυφλών προς τα βελουδένια περιθώρια, και καταστρατηγών την υποτείνουσαν, μεταξύ λιθίνων παραδείσων. Συλλήψεις ενδομύχων αναιρέσεων, παρεμφερών με Καναρίους νήσους - τρία πουλάκια κάθουνται, κατάπλασμα, λεκάνη...

1. Η σχετική πληροφορία δίνεται (χωρίς βιβλιογραφικά στοιχεία) στην ιστοσελίδα του Σαραντάκου, http://sarantakos.wordpress.com/2009/10/31/genethli/ (23-8-2010).

Saturday, February 6, 2010

Ημερολόγιο νυχτερινής ανάγνωσης της ζωής του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη

Εκείνο που μ' αρέσει στον τρόπο που βιογραφεί τη ζωή του ο καλός ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης, είναι πως δεν διαπερνούν τα κείμενά του αξίες και λέξεις που τονίζουν τις διαφορές του περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, με την πλειονότητα των πολιτών της Αθήνας της εποχής του.

Διαβλέπω ήδη στην παιδική του ηλικία την ευαισθησία εκείνη και την ευσπλαχνία που τον καθιστά σπουδαίο άνθρωπο κατ' αρχάς, και όχι μόνο καλλιτέχνη. Δεν είναι μια εξιδανικευμένη βιογραφία, ακριβώς γιατί τσαλακώνει την εικόνα του γόνου ενός αξιωματικού και μίας εύπορης γυναίκας με την άρνηση των λεκτικών σχημάτων ενός εξεζητημένου αισθητισμού ή την εμφάνισή του ως κάποιου δανδή. Ο ποιητής γράφει τη βιογραφία του έχοντας τη σοφία και την κατανόηση, τη γνώση της εξισωτικής ματαιότητας που δεν διακρίνει τον άνθρωπο σε τάξεις. Ο ανθρώπινος πόνος, μόχθος, έρωτας και θάνατος είναι σε όλες τις εκφάνσεις του ίδιος. Στη βιογραφία του ο αναγνώστης κατανοεί ίσως την περιδίνηση του συγγραφέα στα πάθη της ζωής, χωρίς να γίνεται νύξη σε κάποιο από αυτά. Υποφώσκουν κάτω από την αναφανδόν διήγηση της λατρείας του για τα ζώα. Η σχέση του με τις γάτες και τα πουλιά, τα «γατάκια» και τα «πουλάκια», τον φέρνει διαρκώς αναδυόμενο μπροστά μας κι ετοιμόρροπο συνάμα. Τρωτό και αναιώνιο, να χαράζει τις διαδρομές μιας ασκητικής ολότελα δικής του και μεγάλης.

Το βιβλίο διαβάζεται σαν γλαφυρό απαύγασμα σοφίας. Η αίσθηση της νοσταλγικής παρέλευσης του χρόνου, που μυθοποιεί ανθρώπους και συμβάντα της ζωής τού συγγραφέα, είναι εδώ όπως και στην ποίησή του. Τα ποιήματα του Λαπαθιώτη, ποιήματα του αμετάκλητα χαμένου, αντηχούν και μέσα στις σελίδες τούτου του βιβλίου. Το ύφος τους, αυτό που έδωσε στο συγκρότημα των Domenica την έμπνευση για τη σύνθεση μερικών πολύ αγαπημένων τραγουδιών, εντοπίζεται αδιάλειπτα κι εδώ, σ' αυτό το κατ' επίφαση μεγάλο πεζογράφημα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη εδώ ο αναγνώστης του Λαπαθιώτη θα συναντήσει μιαν άλλη, εξίσου γοητευτική εκδοχή του ποιητικού του λόγου. Παρεκτός της ποιητικής συνιστώσας που εντοπίζεται αυτούσια, στη δύναμη του κειμένου συνεισφέρει και η συνιστώσα της ιστορικής ανάπλασης της Αθήνας τής εποχής. Μιας εποχής (τέλη του 19ου με μέσα του 20ού αιώνα) βιωμένης από τον Λαπαθιώτη έντονα ήδη από τα παιδικά του χρόνια κι εξαιτίας της συμμετοχής τού πατέρα του στα πολιτικά γεγονότα της εποχής. Αντί να συναντάμε τον Λαπαθιώτη επίγονο και πολεμοχαρή διάδοχο του αξιωματικού πατρός, συναντάμε ένα ανυπότακτο πνεύμα που δεν επαναπαύεται ολοκληρωτικά στις κεκτημένες των γονέων του ανέσεις... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Tuesday, January 12, 2010

Η «Ζωή» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη



Η «συνοπτική αυτοβιογραφία» του Λαπαθιώτη, της οποίας ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας έκανε τη φιλολογική επιμέλεια, δεν παρέχει στον αναγνώστη πληροφορίες που «ενδιαφέρουν τον ψυχαναλυτή ή τον θηρευτή σκανδάλων, αλλά τον μελετητή», όπως επισημαίνει ο φιλολογικός επιμελητής.


Μια αυτοβιογραφία του ποιητή που δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στο περιοδικό «Μπουκέτο» το 1940
  • Της Ανθουλας Δανιηλ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 12 Iανoυαρίου 2010
  • «Ναπολέων Λαπαθιώτης – Η ζωή μου, απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας». Φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας. Εκδ. Κέδρος, 2009.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η «συνοπτική αυτοβιογραφία» του Λαπαθιώτη, της οποίας ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας έκανε τη φιλολογική επιμέλεια, δεν παρέχει στον αναγνώστη πληροφορίες που «ενδιαφέρουν τον ψυχαναλυτή ή τον θηρευτή σκανδάλων, αλλά τον μελετητή», όπως επισημαίνει ο φιλολογικός επιμελητής. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφία που δημοσιεύτηκε σε είκοσι εννέα συνέχειες, στο περιοδικό «Μπουκέτο», από τις 28 Απριλίου έως τις 31 Οκτωβρίου 1940.

Συγκεκριμένα, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης κάνει απόπειρα καταγραφής της ζωής του, η οποία εξελίσσεται σε ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, κάπως σαν μυθιστόρημα, σε 270 περίπου σελίδες. Στις σελίδες αυτές ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να πληροφορηθεί πράγματα που αφορούν τη ζωή του λογοτέχνη, αλλά κυρίως και τη λογοτεχνική ζωή της Αθήνας στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Η αυτοβιογραφία χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια. Τα περιστατικά παρουσιάζονται με αρκετή δόση χιούμορ, οι πληροφορίες ανάλογα με το θέμα στο οποίο αναφέρονται, είναι κατατοπιστικές και γενικά η αφήγηση στήνει θεατρικά, θα λέγαμε, το σκηνικό της Αθήνας έναν αιώνα πριν. Δεν περνάει απαρατήρητη η πληροφορία ότι ο Λαπαθιώτης παιδί έπαιζε θέατρο («έπαιζα κωμωδίες μοναχός μου»), πράγμα στο οποίο επανέρχεται, αναφερόμενος σε παραστάσεις που έβλεπε, αλλά και παραστάσεις που έπαιζε ο ίδιος στο θέατρο που είχε στήσει στο σπίτι.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται στα σπίτια –που γεννήθηκε, που έζησε αργότερα, και ήταν πολλά– το καθένα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Οι οικογένειες και το αρχοντικό σόι, ένθεν και ένθεν, οι αυστηροί στρατιωτικοί –ο πατέρας, συγγενικός και φιλικός περίγυρος– τα πολιτικά γεγονότα, τα Ευαγγελικά και άλλες διαδηλώσεις που παρακολουθεί από το παράθυρο του σπιτιού (τα σχόλια του αυτοβιογραφούμενου έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εποχή), τα αίτιά τους, οι συνέπειες, οι κυβερνήσεις που πέφτουν, ο θείος Τρικούπης, η κηδεία του, ο πόλεμος του ’97, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι που του έδωσαν την αφορμή «να διαδηλώσει τα αντιπολεμικά του αισθήματα» και «να εκφράσει τη συμπάθειά του προς τον ανθρώπινο πόνο». Ακόμη, τα ταξίδια, τα παιχνίδια, τα πρόσωπα που κινούνται γύρω του, οι εντυπώσεις που αποκομίζει, οι πρώτες απόπειρες να τις καταγράψει, οι εντ00πώσεις από το σχολείο και τη μαθητική ζωή, της οποίας το «πνιγηρό», το «σχολαστικό», ο «διαρκής της εξαναγκασμός», το «αμέθοδο» και «αψυχολόγητο», την καθιστούν άχαρη και αντιπαθητική και ίσως εκεί να οφείλονται και οι αταξίες που καταγράφει. Αλλά και οι μονομαχίες, τα θέατρα, τα έργα και οι ηθοποιοί. Ολα συνθέτουν το ντεκόρ μιας Αθήνας στην οποία μεγάλωσε και ωρίμασε ο ποιητής.

Εκείνο που ιδιαιτέρως όμως αφορά το αναγνωστικό κοινό είναι ό,τι έχει σχέση με τον πνευματικό περίγυρο, τα εκδοτικά και φιλολογικά θέματα, οι συναντήσεις με πρόσωπα του χώρου, όπως π.χ. η συνάντηση με τον Καβάφη. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά («Ανεμώνη», «Νουμάς» κ.ά.), οι διευθυντές τους, τα δημοσιεύματα.

Ο συγγραφέας ποιητής έχει ένα δυνατό όπλο στα χέρια του, τη γλώσσα, την οποία χειρίζεται με ευελιξία και επιδεξιότητα, τέτοια ώστε να αποδίδει την πραγματικότητα, να εκφράζει τη διάθεσή του, να χρωματίζει με χιούμορ, να κρίνει με ειρωνεία, να αυτοσαρκάζεται και να αυτοαναιρείται, με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται σε άρτιο πεζογράφο και ικανό παρουσιαστή της εποχής του.

Θησαυρός πληροφοριών

Αξίζει, τέλος, να μνημονευτεί ο πλούσιος υπομνηματισμός του κειμένου από τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, ο οποίος ενημερώνει τον αναγνώστη με πολλές χρήσιμες πληροφορίες, αναγκαίες και απόλυτα κατατοπιστικές για τον σημερινό αναγνώστη, όπως ποιος, πότε, πού και τι δημοσίευσε, πληροροφίες που φωτίζουν το κείμενο, την εποχή και το πρόσωπο. Για παράδειγμα, ποιοι είναι οι ξένοι ποιητές που διάβαζε, πώς προσπάθησε να συμβιβάσει τη διαμάχη που ξέσπασε με τους «παλιούς» επ’ αφορμή το «Μανιφέστο» του, μια επανάσταση που έφερε τους νέους κόντρα στους παλιούς. Στο σημείο αυτό μάλιστα, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα θησαυρό πληροφοριών για το πνευματικό κίνημα της εποχής, ανάλογο με εκείνο του υπερρεαλισμού στη Γαλλία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο σχολιασμός των Νοεμβριανών με τα έκτροπα που σημειώθηκαν.

Η «Ζωή» του Λαπαθιώτη τελειώνει με τις φράσεις «Κι όμως εγώ είμαι κουρασμένος! Κι η ζωή μου εξακολουθεί», φράσεις που δείχνουν πως ο ποιητής δεν αισθάνεται ικανοποίηση από ό,τι έκανε. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Παπακώστας στην εισαγωγή του, πρόκειται για μια έντονη παρουσία στην πνευματική ζωή του τόπου, η οποία, όπως είπα, ζωνταντεύει εναργέστερα με τα σχόλια του επιμελητή και τις πλούσιες παραπομπές, φωτίζοντας έτσι πλευρές της πνευματικής μας ζωής, που διαφορετικά θα παρέμεναν στη σκιά.

Friday, November 13, 2009

Ο Ναπ. Λαπαθιώτης, ένα τετράστιχο και μια ανατύπωση

ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ. Ανακοινώθηκε στον προγραμματισμό των εκδόσεων «Κέδρος» για το φετινό φθινόπωρο. Το βιβλίο «Η ζωή μου - Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας», του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τυπώθηκε, στάλθηκε στους δημοσιογράφους, αλλά ματαίως οι αναγνώστες το αναζητούσαν στα βιβλιοπωλεία.

Η έκδοση είχε μπλοκαριστεί στις αποθήκες των εκδόσεων «Κέδρος» εξαιτίας ενός... τετράστιχου! Ας εξηγήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει:

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου τυπώθηκε, με τον γραφικό χαρακτήρα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τη χειρόγραφη υπογραφή του. Το τετράστιχο έχει ως εξής: «Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,/ δουλεύει σ’ ένα μαγαζί/ Το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ/ και κοιμηθήκαμε μαζί».

Τη φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης έχει ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας, ο οποίος αντέδρασε μόλις είδε το οπισθόφυλλο και ζήτησε να αλλάξει.

Η «Κ» αναζήτησε χθες τον Γιάννη Παπακώστα για ν’ ακούσει την εκδοχή του, η οποία ήταν: «Μου ζήτησαν ένα κείμενο για το οπισθόφυλλο, ένα για το “αυτί” του βιβλίου και κάποιες φωτογραφίες του Λαπαθιώτη. Οταν μου έδωσαν το βιβλίο τυπωμένο, είδα το χειρόγραφο τετράστιχο, το οποίο είναι εντελώς αναντίστοιχο με το ύφος και το περιεχόμενο του βιβλίου και δεν έχει καμιά αξία ως κατασκεύασμα. Πιστεύω ότι έπρεπε πρώτα να τεθεί υπόψη μου αυτή η γραφιστική παρέμβαση. Δεν ετέθη και ζήτησα να γίνει νέα εκτύπωση εξωφύλλου, χωρίς το τετράστιχο. Πιστεύω ότι το συγκεκριμένο τετράστιχο δεν έχει καμία σχέση με το βιβλίο του Λαπαθιώτη, κατ’ αρχήν διότι περιέχει πεζά κείμενά του. Δεν έχει σχέση επίσης με την όλη ποιητική του διαδρομή, είναι ένα αβανταδόρικο, φτηνό στιχούργημα. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο τετράστιχο βλάπτει και τον ίδιο τον Λαπαθιώτη, που με πολύ συγκεκριμένο τρόπο αφηγείται τη ζωή του και ξεδιπλώνει μια ολόκληρη εποχή. Τελικά ο εκδοτικός οίκος συμφώνησε μαζί μου και κατανόησε το σκεπτικό μου, προχωρώντας σε νέα εκτύπωση του εξωφύλλου, χωρίς το τετράστιχο».

Η αυτοβιογραφία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε σε είκοσι εννέα συνέχειες στο εβδομαδιαίο λαϊκό περιοδικό «Μπουκέτο» με τον επίτιτλο «Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας» από τις 28 Απριλίου ώς τις 31 Οκτωβρίου 1940. Λίγο πριν δημοσιεύτηκε η αγγελία: «Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης έγραψε χάριν του “Μπουκέτου” την βιογραφίαν του».

Τελικά, η αυτοβιογραφία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία με το νέο εξώφυλλο την ερχόμενη Δευτέρα. Παρ’ όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι από τον χώρο του βιβλίου έχουν στα χέρια τους μια συλλεκτική έκδοση, αφού οι εκδόσεις πρόλαβαν και τους έστειλαν τα αντίτυπα.

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/11/2009