Ο συγγραφέας Γιάννης Κιουρτσάκης δεν αποδέχθηκε το βραβείο δοκιμίου που του απένειμε το περιοδικό «Διαβάζω» για το, εξαιρετικό όντως, βιβλίο του «Ενας χωρικός στη Νέα Υόρκη», δηλώνοντας πως «η κρίση είμαστε εμείς» και αναρωτώμενος κατά «πόσο οι βραβεύσεις μας έχουν βοηθήσει να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα»...
- Αλέξης Σταμάτης συγγραφέας, ΕΘΝΟΣ, 17/05/2010
Νόμιμη ευαισθησία από έναν σημαντικό δημιουργό. Κανείς δεν αμφισβητεί τον ουσιαστικό προβληματισμό που τον οδήγησε σε αυτήν την επιλογή του. Το να μην αποδεχτείς ένα βραβείο που σου απονέμεται για το πνευματικό σου έργο μπορεί να σημαίνει είτε αντίρρηση προς τον ίδιο τον θεσμό είτε διαμαρτυρία απέναντι σε μια συνθήκη. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ αρνήθηκε το βραβείο Νόμπελ το 1964, επειδή θεώρησε ότι μια τέτοια βράβευση θα τον άλλαζε και θα του περιόριζε την ελευθερία. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε αυτήν την περίπτωση.
Δεν ξέρω αν μια βράβευση μας βοηθάει να σηκωθούμε ψηλότερα, αλλά είμαι σίγουρος ότι εάν «η κρίση είμαστε εμείς», τότε η «λύση είμαστε επίσης εμείς». Ισως θα ήταν πιο δραστική η αποδοχή του βραβείου με μια συνακόλουθη δήλωση-στάση απέναντι στη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα.
Με αφορμή αυτό το ζήτημα πιστεύω πως αυτήν την περίοδο θα ήταν καλό να βλέπαμε όχι μόνο από τους πολιτικούς, αλλά και από τους πνευματικούς ανθρώπους ένα πνεύμα ενότητας. Από την πλευρά τους παρεμβάσεις υπάρχουν, και πολύ ενδιαφέρουσες μάλιστα, όπως μια πρόσφατη συνέντευξη του Στέλιου Ράμφου που ανέλυσε με μεγάλη οξυδέρκεια τα σύνδρομα που μας έφτασαν έως εδώ.
Εκείνο που ίσως λείπει από τον πνευματικό κόσμο είναι μια συμπαράταξη, ένα άλμα από τον «μονήρη νου», που καταθέτει σποραδικά κάποιες σκέψεις, σε μια συλλογική στάση, που αρθρώνει έναν ουσιαστικά παρεμβατικό λόγο. Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς τη χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερο...
Monday, May 17, 2010
«Η κρίση είμαστε εμείς»
Tuesday, April 20, 2010
Ισμαήλ Κανταρέ: Κατώτερος των περιστάσεων;
- Νομίζω ότι ήμουν από τους πρώτους που σχολίασαν την άρνηση του Ισμαήλ Κανταρέ, να έρθει στην Αθήνα για την προγραμματισμένη από το Μέγαρο Μουσικής εκδήλωση, στην οποία θα μιλούσε. Ο γνωστός συγγραφέας έχω την εντύπωση ότι αντέδρασε [κάπως αργά] για τα ρατσιστικά συνθήματα που ακούστηκαν από κάποιους ανεγκέφαλους στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου.Στη συνέχεια υπήρξαν κάποια σχόλια, αλλά είναι αλήθεια ότι ο συμπαθής λογοτέχνης αντέδρασε ως Αλβανός και όχι ως ανεξάρτητο... πνεύμα! Ενδιαφέρουσα και η τοποθέτηση του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη, που αντιμετωπίζει με συμπάθεια την περίπτωση του Κανταρέ. Ωστόσο έχει σημασία το γεγονός ότι ο Κανταρέ έχασε την ευκαιρία να ανατρέψει αυτό που δημιούργησαν οι "ανεγκέφαλοι" στην παρέλαση, αλλά και να δοθεί το έναυσμα για την εκδήλωση φιλικών προς τη χώρα του και προς τον ίδιο αισθημάτων από τους "πραγματικούς" Ελληνες.
Το καψώνι του Κανταρέ... Αλέξης Σταμάτης συγγραφέας
Η απόφαση του μεγάλου Αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ να ακυρώσει την προγραμματισμένη για τις 19 Απριλίου ομιλία του στο Μέγαρο Μουσικής, λόγω των ρατσιστικών συνθημάτων που ακούστηκαν από άνδρες των ΟΥΚ στη διάρκεια της παρέλασης της 25ης Μαρτίου, σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως.Η μία άποψη είναι ότι ο άνθρωπος καλά έκανε κι αντέδρασε έτσι. Εάν ένας Ελληνας συγγραφέας ακύρωνε μία ομιλία του σε μια χώρα όπου οι ένοπλες δυνάμεις κατά τη διάρκεια της παρέλασης της εθνικής τους εορτής μάς έβριζαν με τον χειρότερο τρόπο, δεν νομίζω να υπήρχαν και πολλές αντιρρήσεις. Από την άλλη, υπάρχει η θέση ότι η δραστική απάντηση σε τέτοιες ακραίες προσβολές είναι η καταδίκη τους ακριβώς στον τόπο στον οποίο συνέβησαν. Αν ο Κανταρέ στηλίτευε αυτό το απαράδεκτο επεισόδιο ενώπιον ενός κατάμεστου ντόπιου ακροατηρίου, τότε αυτή η αποδοκιμασία θα ήταν ακόμα πιο ουσιαστική.Πρόσφατα, ο βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αλβανίας και συγγραφέας Μπεν Μπλούσι δεν αρνήθηκε να έρθει στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου του, ενώ σε συνέντευξή του δήλωσε ότι «η ανοιχτή κοινωνία σκοτώνει τον εθνικισμό». Θα μπορούσε να αναφέρεται και στον ρατσισμό. Σίγουρα ο Κανταρέ θύμωσε και αντέδρασε εν θερμώ. Ομως, δεν είναι πολιτικός, δεν είναι διπλωμάτης, είναι άνθρωπος της τέχνης. Με αυτήν την πράξη του μπορεί μεν να καταφέρεται συλλήβδην εναντίον μιας κοινωνίας, της οποίας μόνο ένα μικρό κομμάτι υπέθαλψε αυτές τις συμπεριφορές (ενώ η κοινή γνώμη και η πολιτική ηγεσία τις καταδίκασε εμφατικά), αλλά ίσως χρειάζονται κάποια τέτοια καψόνια για να μην υπάρξει κάνεις πλέον που να ανέχεται και να ενθαρρύνει τέτοια απαράδεκτα περιστατικά.
Thursday, April 8, 2010
Βύθισμα αυτογνωσίας
- Από τη Μ. Θεοδοσοπούλου
- Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό,τι αγαπάς, εκδ. Καστανιώτη, σ. 254, 18,81 ευρώ
Ο τίτλος του καινούριου μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη, σε συνδυασμό με το γκρο πλαν του εξωφύλλου σε δύο γυναικεία μάτια, καλλιεργεί προσδοκίες για ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Πράγματι, το άρωμα γυναίκας δεν λείπει. Ωστόσο, όπως και στα εφτά προηγούμενα μυθιστορήματά του, ο έρωτας δεν αποτελεί το κυρίως θέμα. Οσο σημαντικός κι αν είναι αυτός για έναν συγγραφέα, τα ενδιαφέροντα του Σταμάτη παραμένουν, πρωτίστως, κεντρωμένα στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Ενάμιση μόλις χρόνο μετά το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Βίλα Κόμπρε, καταπιάνεται και πάλι με ένα ταξίδι αυτογνωσίας, στο οποίο, για ακόμη μια φορά, δίνει αίσιο τέλος, υιοθετώντας χωρίς τον παραμικρό σκεπτικισμό την παραμυθία της ψυχανάλυσης. Δηλαδή, την αισιόδοξη θέση ότι η ανάκληση απωθημένων γεγονότων καταλήγει στην απελευθέρωση από τις όποιες ενοχές.
Από το 1998, που ο Σταμάτης έκανε το ντεμπούτο του στην πεζογραφία, παραμένει προσκολλημένος στο ίδιο θέμα. Κατορθώνει, ωστόσο, να δημιουργεί, κάθε φορά, την εντύπωση ενός ολοσχερώς καινούριου βιβλίου. Κι αυτό, χάρη στον ευρηματικό και πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα της μυθιστοριογραφίας του. Εφευρίσκει, συνεχώς, νέους μύθους, κινούμενους σε διαφορετικούς καλλιτεχνικούς και επιστημονικούς χώρους. Αλλάζει τον κεντρικό χαρακτήρα, που είναι, σε όλα τα βιβλία του, το κυρίαρχο πρόσωπο στον χορό των υπόλοιπων ηρώων. Τοποθετεί την υπόθεση σε διαφορετικά μέρη. Ενώ, αντιθέτως, επιλέγει πάντοτε ως χρόνο δράσης το παρόν, με αναδρομές προς συγκεκριμένη, κάθε φορά, παρελθοντική περίοδο. Στο πρόσφατο μυθιστόρημα, μετά τους συγγραφείς και ηθοποιούς των πρώτων μυθιστορημάτων του, σειρά έχει ένας σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Από μια άποψη, χάρη σε αυτήν την επιλογή, το μυθιστόρημα εμφανίζεται ως συνέχεια του προηγούμενου. Σε εκείνο, το ένδον ταξίδι ξεκινά από μια φωτογραφία, σε αυτό, από το βιζέρ ή, εξελληνισμένα, από το προσοφθάλμιο της κινηματογραφικής μηχανής.
Εδώ, ο συγγραφέας απαρνείται τους εξωτικούς τόπους των πρόσφατων βιβλίων του και επιστρέφει, από την Αγρια Δύση και την Αφρική, στην Ελλάδα. Οχι, όμως, σε έναν από τους τόπους των παλαιότερων μυθιστορημάτων του, όπως τα βόρεια προάστια των Αθηνών ή τα Κυκλαδονήσια, αλλά σε ένα ορεινό τοπίο, που δεν κατονομάζει. Υποδηλώνεται, όμως, σαφώς το Πήλιο. Ωστόσο, στα ταξίδια αυτογνωσίας του Σταμάτη δεν ενδιαφέρουν τόσο οι τόποι όσο οι προεκτάσεις τους στον χώρο του φανταστικού. Σε αυτές στηρίζεται, για ακόμη μια φορά, το σασπένς του μυθιστορήματος, το οποίο ο συγγραφέας οικοδομεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, αρχής γενομένης από τον τίτλο.
Οπως σπεύδει να εξηγήσει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο σκηνοθέτης-ήρωας, ο τίτλος προέρχεται από την αγγλική φράση «Kill your darlings». Για τη δημιουργία σασπένς, η ελληνική απόδοση φροντίζει το γένος να μένει απροσδιόριστο, όπως στην ελλιπή, από αυτήν την άποψη, αγγλική. Ο ήρωας διαβεβαιώνει πως δεν αναφέρεται σε ζώντα πλάσματα, αλλά στις προσφιλείς εκφράσεις ενός συγγραφέα, με τις οποίες έχει την τάση να παραγεμίζει τις αφηγήσεις του. Οπως, όμως, θα αποκαλυφθεί στο τέλος, ο τίτλος μπορεί να έχει και διαφορετική σημασία. Από την άλλη, θα πρέπει κάποιος να είναι μεγάλος μάστορας της γραφής, όπως, λ.χ., ο Ουίλιαμ Φόκνερ, στον οποίο και αποδίδεται η φράση, για να τη χρησιμοποιήσει ως τίτλο βιβλίου του. Διακινδυνεύει, δηλαδή, να του έρθει κατακέφαλα η λαϊκή ρήση «Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις». Οπως και να έχει, ο σκηνοθέτης του μυθιστορήματος, που γράφει και τα σενάρια των ταινιών του, διατείνεται πως την ακολουθεί πιστά. Ισως, το ίδιο να πιστεύει και ο συγγραφέας, αφού πλάθει πάντοτε τους ήρωές του ως δικά του alter ego.
Στο πρόσφατο μυθιστόρημα, παρακολουθώντας εαυτόν, αντικαθιστά τον νεαρό άντρα, αυτόν που συναντάμε σε προηγούμενα μυθιστορήματά του, με έναν πενηντάρη. Κι αυτός, όπως ο συγγραφέας, έχει κάνει στο Λονδίνο αρχικά σπουδές θετικής κατεύθυνσης και μετά κινηματογράφου. Η περιγραφή των οκτώ ταινιών που έχει γυρίσει, θα μπορούσε να αναφέρεται, τηρουμένων των αναλογιών, και στα οκτώ μυθιστορήματα του Σταμάτη. Το πρόσφατο αρχίζει με την ανάγνωση του σεναρίου της ένατης ταινίας του ήρωα στους συνεργάτες του. Οπου δεν αποκλείεται, με τον ρυθμό που γράφει ο Σταμάτης, να έχει κι αυτός ήδη έτοιμο τουλάχιστον το προσχέδιο του ένατου μυθιστορήματός του. Πάντως, στο όγδοο, ο ήρωας δεν είναι εγκλωβισμένος, όπως στα εφτά προηγούμενα, στο οικογενειακό κέλυφος. Εδώ εμπλέκονται μόνο μια πρώην σύζυγος και μια εικοσάχρονη κόρη. Οχι, όμως, σε πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά σαν φιγούρες από το παρελθόν, καθόλου εφιαλτικές, αφού άλλες αποκαλύπτονται ότι είναι οι Ερινύες του.
Το ενδιαφέρον στοιχείο του καινούριου μυθιστορήματος είναι το άνοιγμα που, για πρώτη φορά, κάνει ο Σταμάτης προς την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ανακαλεί όσα συνέβησαν κατά την καθιερωμένη πορεία του Πολυτεχνείου, την Κυριακή της 16ης Νοεμβρίου 1980, όταν ο ίδιος ήταν δευτεροετής φοιτητής της Αρχιτεκτονικής. Μια, κατ' εξαίρεση, απαγορευμένη πορεία, που κατέληξε με δύο νεκρούς. Ευρηματική η μυθοπλαστική παραλλαγή του Σταμάτη, προσθέτει έναν τρίτο νεκρό. Ετσι, δίπλα στον Κύπριο φοιτητή Ιάκωβο Κουμή και την εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου πέφτει ημιθανής και αιμόφυρτος από τα χτυπήματα και ένας αθηναίος φοιτητής. Ωστόσο, δεν είναι ο οποιοσδήποτε νεολαίος, αλλά ένας της νεολαίας του ΕΚΚΕ, με πατέρα, μέλος της τότε κυβέρνησης Γεωργίου Ράλλη και επιστήθιο φίλο τού Κωνσταντίνου Καραμανλή. [...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
- Βιβλιοθήκη, Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
Friday, January 2, 2009
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠΟΤΙΜΟΥΝ ΤΟ 2008 ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ
Φωτιές, λογοκρισία και λίγη ελπίδα
Της Έφης Φαλίδα, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009
Το 2008 ήταν η χρονιά των μελανών σημείων για το βιβλίο. «Το 2009 θα είναι δυσκολότερο» προβλέπουν συγγραφείς, που είδαν και την λογοκρισία προ των πυλών...
Το 2008 ήταν για το βιβλίο η χρονιά των μελανών σημείων. Γι΄ αυτό δεν φταίνε τα βιβλία, των οποίων άλλωστε η παραγωγή ήταν μεγάλη, αλλά οι ιστορίες των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτά που μάλλον θάμπωσαν το γκλάμορ της λίστας των μπεστ σέλερ, των βραβευμένων συγγραφέων και των έργων τους. Ήταν η χρονιά της αμφισβήτησης των Κρατικών Βραβείων, της συζήτησης για την «παρεΐστικη» στάση των κριτικών βιβλίου, των «διακειμενικών αναφορών» στη «Βίλλα Κομπρέ» (εκδ. Καστανιώτης) του Αλέξη Σταμάτη (που έχει ήδη πωλήσει 14.000 αντίτυπα), της επίθεσης από τη λογοκρισία στο μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές».
- Και καλές στιγμές. Υπάρχουν όμως και οι καλές στιγμές που ξεπήδησαν άλλοτε από τις σελίδες βιβλίων που ξεχώρισαν και άλλοτε από αφιερώματα με τα οποία τιμήθηκαν οι Έλληνες λογοτέχνες και η προσφορά τους στα ελληνικά γράμματα. Όπως το συνέδριο για τον Μ. Καραγάτση που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, οι εισηγήσεις και τα συμπεράσματα του οποίου ακούστηκαν πολύ. Ακόμα και οι τηλεοπτικές διασκευές έδωσαν στο «10» του Μιχάλη Καραγάτση (Εστία) και στα «Ματωμένα Χώματα» (Κέδρος) της Διδώς Σωτηρίου μία νέα καριέρα, καθώς πούλησαν 22.000 και 24.000 αντίτυπα.
Βραβείο αναγνωστών. Το μυθιστόρημα- εγχειρίδιο αυτογνωσίας «Όλα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά απέσπασε το φετινό Βραβείο Αναγνωστών (με ψηφοφορία με SΜS και μέσω Ίντερνετ από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου). Ο συγγραφέας και καθηγητής του Μάνατζεμεντ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είδε το βιβλίο του να βρίσκεται στην τέταρτη θέση των μπεστ σέλερ με 45.000 αντίτυπα.
Μπεστ σέλερ. Στον χώρο της φετινής, ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής πάντως, πέρα από το Τop-10, από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες, «Ο χορός των μυστικών» της Ελένης Τσαμαδού (Ψυχογιός) έχει πουλήσει 24.000 αντίτυπα, το «Λίγο από το αίμα σου» της Σώτης Τριανταφύλλου (Πατάκης) 21.000, το «Μου το είπε ένας άγγελος» της Καίτης Οικονόμου (Ωκεανίδα)
23.500, «Το παιδί της αγάπης» της Μαρίας Τζιρίτα (Ψυχογιός) 18.000 όπως και η «Αηδονόπιτα» του Ισίδωρου Ζουργού (Πατάκης) και στα 13.500 αντίτυπα βρίσκεται το «Τι ζητούν οι βάρβαροι» (Ελληνικά Γράμματα) του Δημοσθένη Κούρτοβικ και στα 12.000 «Το Show είναι των Ελλήνων» (Κέδρος) του Μένη Κουμανταρέα που μόλις κυκλοφόρησε. Γύρω στα 13.000 αντίτυπα πούλησε αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το «Logicomix», «γκράφικ νόβελ» των Απόστολου Δοξιάδη και Χρίστου Παπαδημητρίου (Ίκαρος) και 14.000 το συλλογικό «Ελληνικά Εγκλήματα 2» (Καστανιώτης).
«Έχουμε επίφαση ελευθεριότητας»
Δ.Κ.
Thursday, September 4, 2008
ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΖΩΗ - ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗ
Η απάντηση του Αλέξη είναι πως ένα από τα θέματα που τον αφορούν στη "Βίλα Κομπρέ" είναι - όπως γράφτηκε στην Ελευθεροτυπία - η δημιουργική συνομιλία με τον Άμλετ, τις Μεγάλες Προσδοκίες και την Καρδιά του σκότους του Κόνραντ. Οι αναφορές είναι φυσικά πάμφωτες και εκούσιες και δηλώνονται με "κλειδιά" εγκατεσπαρμένα στην αφήγηση. Και επιπλέον σημειώνει υπάρχει και μια μικρή αναφορά συνολικά 38 λέξεων στην Ελίζαμπεθ Κοστέλο του Κουτσί. Στο κομμάτι της Αφρικής, θέλοντας να τονίσω -λέει ο Αλέξης - τη διαχρονικότητα ενός "χοϊκού" ήρωα, χρησιμοποιώ μια πασίγνωστη φράση του Μοντέν, όπως αποδόθηκε από τον Κουτσί, συν άλλη μία. Οι αναφορές που χρησιμοποιώ είναι τόσο πρόδηλα διακειμενικές, σε σημείο που να ισχύει εκείνο που λέμε στην καθομιλουμένη, "και για όσους δεν κατάλαβαν"... Εγώ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑ! Βεβαίως δεν είμαι κριτικός, όπως οι Χατζηβασιλείου, Δημητρούλια κ.ά. που ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ και δεν θεώρησαν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, που αγγίζει την ουσία της λογοτεχνικής μας ζωής. Η λογοτεχνική ζωή εν Ελλάδι, σε μεγάλο βαθμό είναι ψευδεπίγραφη! Υπάρχουν οι άνθρωποι του πνεύματος, αλλά υπάρχουν και οι μπασιμπουζούκοι του πνεύματος, όπως θα έγραφε αν ζούσε σήμερα ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ένας κριτικός που τσεκούρωνε. Σήμερα, δίχως να ισοπεδώνω, θέλω να πω ότι η λεγόμενη "κριτική" είναι μια χρεοκοπημένη υπόθεση. Πρέπει αυτοί που ασκούν κριτική να έχουν μεγάλα αποθέματα ανιδιοτέλειας και ανεξαρτησίας γνώμης για να είναι σε θέση να κρίνουν απροκατάληπτα και να μην πέφτουν σε παγίδες.Η μικρή μας πόλη των ιδεών έχει χορτάσει από τις παρεΐστικες ιστορίες. Εννοώ αυτό που καταλάβατε. Την ιστορία τη γράφουν οι παρέες [ο Σαββόπουλος δεν το έλεγε;] και μας κούρασαν. Βαρεθήκαμε την αθεράπευτη μωρία των "κυκλωμάτων". Δεν θα πω τώρα τα ονόματα - γιατί τα "κυκλώματα" έχουν ονόματα και λίγο-πολύ είναι γνωστά. Η λέξη "κυκλώματα" που χρησιμοποιω είναι πολύ παλιά και φορτισμένη με το συναισθηματισμό κάποιων πνευματικών ανθρώπων που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν στα υψηλά ράφια της λογοτεχνικής ζωής και πάντοτε επικαλούνταν... εχθρούς. Κι εγώ όταν άκουγα διάφορες τέτοιες αιτιάσεις, γελούσα. Έπρεπε να φορτωθώ κάποια χρόνια στην πλάτη, να δουλέψω σ' αυτό το χώρο και να καταλάβω πολλά. Έχω να πω ότι για όλους η ζωή είναι μια οδύσσεια. Για άλλους η οδύσσεια αυτή είναι άγονη και γι' άλλους γόνιμη. Ο καθένας έχει τον τρόπο του για να μπορέσει να καταγραφεί τ' όνομά του στις σελίδες της Γραμματολογίας. Θ' αναρωτηθείτε: Ποιας Γραμματολογίας, όταν τη γράφουν αυτοί που έχουν τη δύναμη; Έγραφε κάπου ο Ανατόλ Φρανς [κι αυτό το επικαλείται ο Άγγελος Τερζάκης στο Sic transit gloria] πως παρά τ' απατηλά φαινόμενα, οι βασικές καταστάσεις της ζωής επαναλαμβάνονται αδιάκοπα κι ότι μια μητέρα που θηλάζει το μωρό της σήμερα, προσφέρει την ίδια ακριβώς εικόνα όπως στον καιρό του Ομήρου! Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Όμηρος έκανε "διακειμενικές αναφορές" στην "Ιλιάδα" και στην "Οδύσσεια"; Εν πάση περιπτώσει ό,τι κι αν έκανε, τα έργα του είναι αθάνατα. Λέτε και του Αλέξη Σταμάτη το έργο να έχει την τύχη των ομηρικών επών - προς μεγάλη απογοήτευση του Κατσουλάρη;
Wednesday, September 3, 2008
Οι δημιουργικές «συνομιλίες» του Αλέξη Σταμάτη
Το θέμα γίνεται εντελώς φαιδρό με τα όσα ισχυρίζεται για τη φράση "Τίποτα από μένα δε φαίνεται", για την οποία έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι ανήκει στον Γιώργο Χειμωνά. Στον ζήλο του να περάσει από αστυνομικό σκανάρισμα το βιβλίο, δεν διαβάζει καν το έντυπο στο οποίο εργάζεται, μια και στο τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2008 το αναφέρω σαφώς σε συνέντευξή μου στην Ελένη Γκίκα, στη σελίδα 43! Ο νοών νοείτω.
Η δε Λούλα Αναγνωστάκη, με την οποία συζήτησα σε ανύποπτο χρόνο τη συγκεκριμένη χρήση της φράσης, βρήκε την απολύτως ομολογημένη χρήση της, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Ο συντάκτης τού "Διαβάζω", αν και ειδοποιήθηκα εγκαίρως για τη συγγραφή του άρθρου, για λόγους που δεν με εκπλήσσουν καθόλου, με εμπόδισε στο να έχω τη δυνατότητα να απαντήσω στο ίδιο τεύχος. Το κίνητρο συγγραφής του άρθρου του μου είναι τόσο πάμφωτο, όσο και η διακειμενικότητα στο βιβλίο μου.
Στη σύγχρονη μιντιακή λογική, που απειλεί να ενσκήψει στα λογοτεχνικά μας πράγματα, η οποία, όπως και η τηλεοπτική, θρέφεται με επινοημένα σκανδαλάκια που "πουλάνε", εντάσσεται και το συγκεκριμένο άρθρο τού «Διαβάζω». Τα υπόλοιπα, στην αναλυτική μου απάντηση στο περιοδικό, όπου αποκαλύπτονται και ορισμένα ζητήματα κριτικού ήθους...».
Απάντηση: Ο κ. Κατσουλάρης βρίσκεται στην Κίνα. Αλλωστε, η δική του απάντηση, αν υπάρξει, αφορά το «Διαβάζω». Εμείς, ως αναγνώστες και του μυθιστορήματος του κ. Σταμάτη και του σχολίου του κ. Κατσουλάρη, απλώς σκεφτόμαστε ότι όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί, αν ο συγγραφέας επεσήμαινε τις δημιουργικές του συνομιλίες με τους μεγάλους που τον επηρέασαν, με μια παραπομπή στο τέλος του βιβλίου του κι όχι μόνο στις συνεντεύξεις του - τις οποίες δεν είναι βέβαιο ότι διάβασαν όλοι οι αναγνώστες τής «Βίλας Κομπρέ».
Ν.ΧΑΤΖ.[ΗΑΝΤΩΝΙΟΥ], ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/09/2008
Tuesday, September 2, 2008
Διακειμενικότητα ή «copy;»
Ν.ΧΑΤΖ.[ΗΑΝΤΩΝΙΟΥ], ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/09/2008



