Εχει μεταφράσει πολλά άγνωστα αριστουργήματα της ρωσικής λογοτεχνίας τα τελευταία χρόνια ο μεταφραστής Δημήτρης Τριανταφυλλίδης. Και δεν σταματάει. Από τις εκδόσεις «Αρμός» θα κυκλοφορήσουν μέχρι τα Χριστούγεννα, τρία ακόμα βιβλία που προέρχονται από τη σύγχρονη Ρωσική Γραμματεία.
Το πρώτο είναι του Βασίλι Κλιουτσέφσκι κι έχει τίτλο «Τρεις διαλέξεις» του Ρώσου ιστορικού, που εισήγαγε τις αρχές του γερμανικού ρομαντισμού και του γαλλικού διαφωτισμού στην ιστοριογραφία της Ρωσίας. Τρεις διαλέξεις, τρία στιγμιότυπα της ρωσικής Ιστορίας. Το δεύτερο είναι το βιβλίο ενός εκ των κορυφαίων Ρώσων συγγραφέων, του Αντρέι Πλατόνοφ. Τίτλος του, «Αντισέξους και άλλα διηγήματα». Περιέχει διηγήματα και νουβέλες, στα οποία, μέσα από αλληγορίες και συμβολισμούς, ασκεί κριτική στο νεόκοπο, τότε, ολοκληρωτικό καθεστώς της ΕΣΣΔ.
Το τρίτο βιβλίο είναι γραμμένο από τον Νικολάι Μπερντιάγιεφ, τον στοχαστή της Ρωσικής Επανάστασης και έχει τίτλο «Οι δαίμονες της Ρωσικής Επανάστασης». Στο δοκίμιο αυτό, ο Μπερντιάγιεφ αναλύει τα έργα του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι, τους οποίους θεωρεί προδρόμους όσων συνέβησαν στα ταραγμένα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Το βιβλίο αποτελεί μια «άλλη» ματιά στη Ρωσική Επανάσταση, μια «άλλη» προσέγγιση του έργου των τριών κλασικών.
Wednesday, September 23, 2009
Η ανεξάντλητη λογοτεχνία της Ρωσίας
Saturday, April 4, 2009
Λουντμίλα Ουλίτσκαγια: Για την ώρα, η ρωσική λογοτεχνία είναι ελεύθερη
- Με μια θέση στη βραχεία λίστα του Διεθνούς Βραβείου Booker, έχει πια αφήσει πίσω της σύνορα και όρια. Η συγγραφέας, άλλωστε, του μυθιστορήματος «Τα ψέματα των γυναικών» δηλώνει πως οι αξίες της δεν συνδέονται με κανένα καθεστώς
- Ενα βιβλίο για το ψέμα. Το «γλυκό» «κομψό» γυναικείο -σε αντίστοιξη με το «στρατηγικό και δομημένο» ανδρικό. Αστείρευτο, χαοτικό, επικίνδυνο υλικό. Βούτηξε σ' αυτό, δημιουργώντας μια αλυσίδα αλληλένδετων ιστοριών, με πρωταγωνίστριες γυναίκες που ψεύδονται συναρπαστικά, για τη χάρη και μόνον του ευφυώς... ψεύδεσθαι, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας, η 66χρονη βιολόγος Λουντμίλα Ουλίτσκαγια.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που βρίσκεται στη βραχεία λίστα του Διεθνούς Βραβείου Man Booker, μαζί με τον Β.Σ. Ναϊπόλ, τον Αντόνιο Ταμπούκι, την Τζόις Κάρολ Οουτς και τον Πίτερ Κάρεϊ. Στο παρελθόν έχει διεκδικήσει το ρωσικό Booker και τιμηθεί με το γαλλικό Medicis.
- Η Ουλίτσκαγια έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες. Στην Ελλάδα τη γνωρίσαμε από τη «Μήδεια και τα παιδιά της», τη «Χαρούμενη κηδεία» και, προσφάτως, τα «Ψέματα των γυναικών» (όλα από τον «Καστανιώτη», σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου και της Σταυρούλας Αργυροπούλου). Η κουβέντα μας, όπως θα διαπιστώσετε, δύσκολα γλιτώνει απ' αυτά.
Γράψατε ένα βιβλίο για το γυναικείο ψέμα. Ποια εσωτερική ανάγκη, πιστεύετε, ωθεί τις γυναίκες σ' αυτό; Θεωρείτε περισσότερο γυναικεία υπόθεση το «φαινόμενο»;
- «Κάθε άλλο. Το ψέμα "χαρακτηρίζει" όλους τους ανθρώπους: άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέρους. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ένα διαφορετικό κίνητρο. Κάποτε το ψέμα είναι απαραίτητο για να σωθεί μια ζωή: οι κομμουνιστές και οι Εβραίοι, που αιχμαλωτίζονταν απ' τους φασίστες στη διάρκεια του πολέμου, συχνά εξαπατούσαν τους φονιάδες εν ονόματι της επιβίωσης. Υπάρχει και το ψέμα που βελτιώνει την εικόνα μας και μεγεθύνει την αξία μας. Σπανίως συναντάμε ανθρώπους που ψεύδονται αποκλειστικά και μόνο χάριν της τέχνης, χάριν της δημιουργικής αυτοέκφρασης. Γιατί κι αυτό αποτελεί μια ενδιαφέρουσα άποψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς».
Το ψέμα, επομένως, δεν συνδέεται με τη γυναίκα περισσότερο;
- «Δεν θεωρώ ότι αποτελεί έναν τυπικά γυναικείο... πειρασμό. Μερικές φορές ακόμα και οι πιο ειλικρινείς άνθρωποι υποχρεώνονται να καταφύγουν σ' αυτό. Το ψέμα είναι ένα πολύ διαδεδομένο ελάττωμα, που έχει τη "γυναικεία" του παραλλαγή. Εξ ου και καταπιάστηκα με τη συγγραφή ενός βιβλίου γι' αυτήν».
Συγγραφικά όμως, ποιας μορφής ψέμα σάς ενεργοποίησε;
- «Ο συγγραφέας δουλεύει με μια συγκεκριμένη ιστορία, δεν είναι ούτε κοινωνιολόγος ούτε ψυχολόγος. Το πεδίο μου είναι λοιπόν η λογοτεχνική διερεύνηση του ψεύδεσθαι γενικώς και όχι η "λύση" του προβλήματος, αν ονομάσουμε το ψέμα πρόβλημα».
Προφανώς, το ψέμα σάς ελκύει πολύ. Υπάρχουν άνθρωποι αλλεργικοί σε αυτό.
- «Υπάρχει και ψέμα εντελώς αποκρουστικό. Απλώς μια γοητευτική γυναίκα ψεύδεται με ταλέντο».
Είναι, με άλλα λόγια, τέχνη το ψέμα.
- «Αναμφισβήτητα. Το ατάλαντο ψέμα δεν επιτυγχάνει τον σκοπό του. Αποκαλύπτεται. Οταν όμως το υπηρετεί η γοητεία, η δεξιοτεχνία, το προσωπικό χάρισμα, μπορεί να γίνει πολύ διασκεδαστικό, ακόμα και αστείο».
Οπως συμβαίνει με την ηρωίδα του βιβλίου σας, Αϊρίν. Εμφανίζει μια ψεύτικη ταραχώδη αυτοβιογραφία, με απίθανες λεπτομέρειες. Είναι ένα παιχνίδι για να διασκεδάσει ή έτσι καλύπτει κάποια εσωτερικά κενά της;
- «Επινοεί μια αυτοβιογραφία προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον για το άτομό της. Ισως σ' αυτό την έλκει η τραγικότητα, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει σε αρκετό βαθμό στην αληθινή ζωή της».
Η Ζένια, απ' την άλλη, δεν καταλαβαίνει για ποιο λόγο η Αϊρίν τής σέρβιρε τέτοια ψέματα. Υπάρχουν γυναίκες με κάκιστη σχέση με το ψέμα. Αυτό, φαντάζομαι, δεν τις καθιστά λιγότερο θηλυκές.
- «Πουθενά δεν συνδέω το ψέμα με τη θηλυκότητα. Η αφέλεια της Ζένια την κάνει να υποφέρει αντιμετωπίζοντας το παράλογο ψέμα».
Ηταν εύκολο για τη δική σας γενιά να δημιουργήσει, στον ίσκιο του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι, του Πούσκιν;
- «Είναι πάρα πολύ δύσκολο, ομολογώ, να ζεις στον ίσκιο του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι και του Πούσκιν. Δεν αυτοκτονείς όμως γι' αυτό!».
Εχει ταυτότητα η σύγχρονη ρωσική λογοτεχνία; Τι προσδιορίζει αυτό που αποκαλείται «νέο ρεύμα»;
- «Οροι όπως "σοσιαλιστικός ρεαλισμός", "κριτικός ρεαλισμός", "πρωτοπορία" είναι ετικέτες για τους "εργάτες" της επιστήμης. Υπάρχουν βιβλία ταλαντούχα και βιβλία ατάλαντα σε οποιοδήποτε λογοτεχνικό είδος. Τίποτε άλλο».
Κυρίως όμως μετά την περεστρόικα, υπήρξε μια έκρηξη στη λογοτεχνία με έντονο κοινωνικό-πολιτικό προβληματισμό. Ηταν η εποχή που εμφανιστήκατε εσείς, ο Μακάνιν κ.ά. Στη Ρωσία του Πούτιν, τα ζητήματα που σας απασχολούν και λογοτεχνικά σάς ενδιαφέρουν παραμένουν τα ίδια;
- «Πάντοτε θεωρούσα τον εαυτό μου πρωτίστως άτομο. Ποτέ δεν ένιωσα την επιθυμία "να προσδιορίσουμε τις ζωές μας μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο", πολύ δε περισσότερο εφόσον η περεστρόικα δεν με άγγιξε στο ελάχιστο. Δεν είχα τίποτα να αναδιαρθρώσω μέσα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, επειδή οι αξίες, οι οποίες υπήρξαν και παραμένουν για μένα σημαντικές, δεν συνδέονται με κανένα πολιτικό καθεστώς. Ζω στη Μόσχα, στη Ρωσία, στην αρχή της τρίτης χιλιετίας. Το ποιος υπογράφει διατάγματα δεν έχει για μένα πολλή σημασία. Καμιά από τις εξουσίες κάτω από τις οποίες έτυχε να ζήσω δεν με ενθουσίασε. Σίγουρα, πάντως, η χειρότερη ήταν η σταλινική, εποχή στην οποία φυλακίστηκαν και σκοτώθηκαν πολλοί».
Ποια είναι ωστόσο η Ρωσία του Πούτιν; Ζείτε σε δημοκρατία ή σε καθεστώς λογοκρισίας, όπου «εξαφανίζονται» όσοι τολμούν να θίξουν τα κακώς κείμενα;
- «Δεν σκοπεύω να αποδώσω χαρακτηρισμούς στη Ρωσία του Πούτιν. Αυτό είναι καθήκον των πολιτειολόγων και των οικονομολόγων. Στις παρούσες συνθήκες είναι άτοπη οποιαδήποτε συζήτηση περί δημοκρατίας. Προσωπικά δεν νιώθω καμία λογοκρισία, εφόσον στο πεδίο της λογοτεχνίας, επί του παρόντος, υπολειτουργεί κάθε μορφή της, σε αντίθεση ωστόσο με το πεδίο των μέσων ενημέρωσης. Τους δημοσιογράφους δεν τους δολοφονεί η λογοκρισία».
Τι κάνει η λογοκρισία;
- «Παρεμποδίζει τη δημοσίευση των άρθρων τους. Με τους φόνους ασχολούνται άλλες οργανώσεις, για τις οποίες λίγα μπορώ να πω εγώ. Γι' αυτό θα μπορούσαν να σας πληροφορήσουν ίσως οι... δολοφονημένοι δημοσιογράφοι!».
Πώς σας φαίνεται, στην άλλη άκρη του πλανήτη, ο νέος Αμερικανός πρόεδρος;
- «Μου αρέσει πολύ. Παρότι πιστεύω ότι η θετική στάση απέναντί του θ' αλλάξει διεθνώς μόλις φανεί ότι δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει την κρίση. Και όχι επειδή είναι αδύναμος, αλλά επειδή είναι αδύνατο να τα βγάλει πέρα οποιοσδήποτε με την κρίση. Μόλις ολοκλήρωσα το βιβλίο του. Μου φαίνεται πως μπορεί να εξελιχθεί και σε καλό συγγραφέα. Ας περιμένουμε μερικά χρόνια για να δούμε τι θα γίνει τελικά». *
- Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Απριλίου 2009
Saturday, December 20, 2008
Η νέα κάθοδος των Ρώσων στην Ελλάδα
Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 21/12/2008
Ηταν και είναι μια αναγνωστική σταθερά. Τα βιβλία των Ρώσων κλασικών γοήτευσαν και εξακολουθούν να γοητεύουν όσους αγαπούν τη λογοτεχνία. Στο ελληνικό κοινό έγιναν ευρέως γνωστά όταν ο Κώστας Γκοβόστης, από τη δεκαετία του ’30 ακόμα, κυκλοφόρησε βιβλία των Ρώσων κλασικών, με την υπογραφή της Αθηνάς Σαραντίδη, που μετάφραζε κατευθείαν από τα ρωσικά. Ακολούθησαν οι μεταφράσεις του Αρη Αλεξάνδρου (επίσης από τα ρωσικά), που έμειναν για πολλά χρόνια κλασικές και εμβληματικές.
Το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει πάλι οι μεταφραστές ρωσικών έργων, κλασικών, αλλά και νεότερων, συγγραφέων. Νέοι μεταφραστές καταπιάνονται πάλι με τα μεγάλα έργα των Ρώσων κλασικών, ενώ βλέπουν το φως και βιβλία άλλων συγγραφέων, εξίσου σημαντικών, που όμως ήταν αμετάφραστοι στην Ελλάδα, ή νεότερων, που καταγράφουν τις μεταβολές της ρωσικής κοινωνίας μετά το 1989.
Η «Κ» μίλησε με τρεις μεταφραστές, που ανανεώνουν το ενδιαφέρον για τα ρωσικά γράμματα: την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, την Ελένη Μπακοπούλου και τον Δημήτρη Τριανταφυλλίδη. Μας μίλησαν για τις διαδρομές τους στα ρωσικά κείμενα και μας έδωσαν τις ερμηνείες τους για τη νέα άνθηση της ρωσικής λογοτεχνίας.
Δημήτρης Τριανταφυλλίδης
Με τη μετάφραση υποχωρεί το εγώ και γίνεσαι καλύτερος
Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης σπούδασε Φιλοσοφία στη Μόσχα και από τότε, φοιτητής ακόμα, ξεκίνησε να μεταφράζει. Και δεν έχει σταματήσει. Τα τελευταία χρόνια δουλεύει ως δημοσιογράφος στον δημοτικό ραδιοσταθμό 104,4. Ζει στο Μεταξουργείο και είναι άνθρωπος εξωστρεφής και πληθωρικός: «Σε δύο ανθρώπους πρέπει να σκύψουμε ευλαβικά το γόνυ: στον Αρη Αλεξάνδρου και στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο. Αυτοί μας έμαθαν να διαβάζουμε και ν’ αγαπάμε τη ρωσική λογοτεχνία». Αλλά αναγνωρίζει και τον ρόλο των σύγχρονων, του Σπύρου Τσακνιά, της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, της Ελένης Μπακοπούλου, της Σταυρούλας Αργυροπούλου, για τη γνωριμία του Ελληνα αναγνώστη με Ρώσους συγγραφείς.
Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί περίπου 40 μεταφράσεις του και έχει στο συρτάρι άλλα 20 βιβλία. «Η μετάφραση σου δίνει τη δυνατότητα να υποχωρείς από το εγώ σου, να μπορείς να δεις από απόσταση τον εαυτό σου και να τον κάνεις καλύτερο», λέει και αισθάνεται τυχερός ως μεταφραστής γιατί προτείνει ο ίδιος βιβλία στους εκδότες. Το μόνο επί παραγγελία βιβλίο που μετέφρασε είναι το «Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Σολτζενίτσιν, που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τον «Πάπυρο». Ομολογεί ότι μπορεί να αισθάνεται δέος με κάποιους συγγραφείς ή με κάποια βιβλία αλλά θέλει πολύ να τα μεταφράσει. Οπως την «Πετρούπολη» του Αντρέι Μπέλι, «το οποίο ο Ναμπόκωφ χαρακτήρισε το μανιφέστο του μοντερνισμού. Το παιδεύω τέσσερα χρόνια. Είναι ένα βιβλίο χιλίων σελίδων και έχει χίλιες υποσημειώσεις». Οσο για το μόνο βιβλίο που έχει ζηλέψει και θα ήθελε πολύ να το έχει μεταφράσει είναι «Τα προβλήματα της ποιητικής» του Μπαχτίν (μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Πόλις). Μέσα στο 2009 θα κυκλοφορήσουν 15 ακόμα μεταφράσεις του, από τις εκδόσεις Scripta, Καστανιώτης, Αρμός. Ανάμεσά τους κείμενα των Αχμάτοβα, Στβετάγιεβα, Πάστερνακ, Πλατώνωφ, Αντρέι Μπέλι, Μαντελστάμ, Πάβελ Φλορένσκι, Σαλάμωφ, Μπερντιάγιεφ. Από φέτος διδάσκει στο ΕΚΕΜΕΛ λογοτεχνική μετάφραση από τα ρωσικά.
Ελένη Μπακοπούλου
Τα ρώσικα βιβλία είναι λίγο μόδα
Η Ελένη Μπακοπούλου σπούδασε, στην τότε Σοβιετική Ενωση, Ιστορία και έκανε μεταπτυχιακά στη Γαλλία. Τα τελευταία χρόνια δουλεύει ως συντονίστρια ύλης στην εφημερίδα Athens Voice. Είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων. Ζει εδώ και 25 χρόνια στο κέντρο της Αθήνας και εκεί συναντηθήκαμε. «Τα ρώσικα βιβλία είναι λίγο μόδα. Πριν από δέκα χρόνια ήταν δύσκολο να βρεις εκδότη που να θέλει να βγάλει ρώσικα βιβλία. Πολλά από τα βιβλία που τώρα εκδίδονται στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στη Γαλλία κυρίως, έχουν κυκλοφορήσει εδώ και 10-15 χρόνια. Είναι η γενιά των Ρώσων συγγραφέων μετά την πτώση του καθεστώτος. Πολλά από αυτά τα βιβλία είναι διαμάντια. Οι νέοι Ρώσοι συγγραφείς γράφουν πατώντας στη μεγάλη τους παράδοση, χωρίς να μένουν εκεί. Νομίζω ότι ξαναγυρνάμε στους κλασικούς, επειδή γνωρίσαμε τους νεότερους Ρώσους συγγραφείς».
Η Ελένη Μπακοπούλου έχει μεταφράσει περίπου 25-30 βιβλία, κυρίως από τα ρώσικα και ελάχιστα από τα γαλλικά. Ασφαλώς και πιστεύει ότι υπάρχει η ανάγκη της ανανέωσης των μεταφράσεων «γιατί η γλώσσα αλλάζει». Παρ’ όλα αυτά η επανέκδοση των μεγάλων ρωσικών μυθιστορημάτων δεν ήταν δική της πρωτοβουλία, αλλά του εκδότη της «Ινδίκτου», Μανώλη Βελιτζανίδη. Και φυσικά όταν μεταφράζει συμβουλεύεται τις προϋπάρχουσες μεταφράσεις των ίδιων έργων.
Στη μετάφραση βρίσκει χαρά και της αρέσει πάρα πολύ. «Είναι το “χόμπι” μου. Γιατί βοηθάει σε μια ανάγνωση. Είμαι μεσάζων. Είναι μια δημιουργία, όχι αυτή του συγγραφέα βέβαια». Μια δημιουργία που θέλει αυτοσυγκέντρωση και αφοσίωση, και συχνά θα ήθελε να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστα. Υπάρχουν πολλά βιβλία που ονειρεύεται να μεταφράσει. Κυρίως την αγαπημένη της περίοδο, τους φουτουριστές. «Την έχω μελετήσει αρκετά, μ’ ενδιαφέρει πολύ, αλλά κάποιοι είναι αμετάφραστοι. Ολοι είχαν ζήσει μαγικές ζωές. Ηταν ζωές που θα ήθελα να ζήσω κι εγώ και όλοι μας. Οι φουτουριστές είχαν οραματιστεί πράγματα που είναι πιο μπροστά και από την εποχή μας. Οραματίστηκαν, έφαγαν τα μούτρα τους, αλλά έζησαν έντονα και γεμάτα».
Με τον μόνο που δεν θέλει να καταπιαστεί είναι ο Πούσκιν. «Δεν τον έχω μεταφράσει και δεν θέλω να το κάνω. Γιατί η ποίηση θέλει άλλη αφοσίωση. Απόλυτη». Αυτή την περίοδο μεταφράζει τις «Ιστορίες της Κολιμά» του Βλ. Σαλάμωφ, που πέρασε 20 χρόνια στα γκουλάνγκ, για την «Ινδικτο», ενώ για τις εκδόσεις «Τόπος» ετοιμάζει το «Τι να κάνουμε;» του Τσερνισέφσκι.
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Ηθελημένη παράλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία
Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου είναι η μόνη που δεν σπούδασε στη Ρωσία. Εμαθε ρωσικά στο Λύκειο από χόμπι, και ενώ είχε περάσει στο Αρχαιολογικό, πήγε στη Γερμανία και έκανε Σλαβικές Σπουδές. Δεν μεταφράζει μόνο, αλλά διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στη Σχολή Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών. Θεωρεί αυτή την έκρηξη ευτύχημα, «γιατί υπάρχει ένα μεγάλο κενό και μία παράλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία, ηθελημένη. Τους αντιφρονούντες συγγραφείς τούς αφήσαμε εκτός. Στην Ελλάδα έφταναν συγγραφείς που ακολουθούσαν τις επιλογές του ρωσικού καθεστώτος, δηλαδή οι νομιμόφρονες ή οι κλασικοί. Υπάρχουν τόσα πολλά καλά βιβλία που δεν έχουν μεταφραστεί. Εκτός από τον Σολτζενίτσιν υπάρχει κι ένας Σαλάμωφ που δεν τον ξέρουμε. Και δέκα άνθρωποι συγχρόνως να μεταφράζουν ασταμάτητα ρωσικά και πάλι δεν θα προλάβουμε».
Μεταφράζει κυρίως νεότερους Ρώσους (Μακάνιν, Πελέβιν, Ουλίτσκαγια) στις εκδόσεις «Καστανιώτης», αλλά την ενδιαφέρουν πολύ οι νεότεροι κλασικοί, αυτοί που δεν γνωρίζουμε. «Αυτό που μ’ ενδιαφέρει στην προβληματική αυτών των συγγραφέων είναι η σχέση του κράτους με τη διανόηση. Νομίζω είναι κάτι διαχρονικό κι έχει να πει πολλά για το τι κάνεις, πώς αντιστέκεσαι σ’ ένα κράτος. Το να γράφεις για το συρτάρι, όπως έκαναν εκείνοι, γνωρίζοντας ότι δεν θα τα δημοσιεύσουν ποτέ, το θεωρώ ηρωικό. Αν το έπαιρναν στα σαμιζντάτ, εκείνα τα παράνομα φυλλάδια, που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι, έχει καλώς. Αλλιώς στο συρτάρι. Το θεωρώ απίστευτη αντίσταση. Ταυτοχρόνως, είναι σελίδες αληθινής, καταπληκτικής λογοτεχνίας». Πιστεύει ότι οι Ρώσοι έχουν τεράστια παράδοση στη λογοτεχνία. «Αν πεις δυο στίχους από οποιονδήποτε ποιητή, μπορεί οποιοσδήποτε να συνεχίσει ν’ απαγγέλλει το ποίημα». Γιατί οι Ρώσοι κλασικοί έχουν πάντα αναγνώστες; «Τα κλασικά βάζουν συγκεκριμένα ερωτήματα που είναι πάντα σύγχρονα. Είναι βαθιά φιλοσοφημένοι συγγραφείς».