Showing posts with label Μαντόγλου Αργυρώ. Show all posts
Showing posts with label Μαντόγλου Αργυρώ. Show all posts

Wednesday, January 5, 2011

Το κυβιστικό πορτρέτο ενός δημιουργού μετά το «θάνατό» του

  • Από την Αργυρώ Μαντόγλου, Βιβλιοθήκη, Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
  • Τζ. Μ. Κουτσί 
  • Θέρος 
  • μτφρ.: Αθηνά Δημητριάδου 
  • Μεταίχμιο, σ. 286, ευρώ 18,70

Στο Θέρος ο Τζον Κουτσί αρχίζει με την υπόθεση πως ο συγγραφέας Κουτσί είναι νεκρός και έχουν μείνει πίσω του μια σειρά από ημερολογιακές καταχωρίσεις και προπαρασκευαστικές ασκήσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη γραφή μιας αυτοβιογραφίας. Αυτές οι σημειώσεις έχουν βρεθεί στα χέρια ενός Αγγλου βιογράφου με το όνομα Βίνσεντ, ο οποίος αναλαμβάνει να γράψει τη βιογραφία του νομπελίστα Νοτιοαφρικανού συγγραφέα, του οποίου η δημόσια περσόνα «Τζ. Μ. Κουτσί» έχει χαρακτηριστεί ως ιδιαιτέρως μυστικοπαθής.

Από ποιους θα έπαιρνε συνεντεύξεις ένας ανάλογος βιογράφος; Τι είδους ερωτήσεις θα ρωτούσε; Με άλλα λόγια, ποια θα ήταν τα κατάλληλα πρόσωπα που θα μπορούσαν να δώσουν πληροφορίες και να διαφωτίσουν την προσωπικότητα ενός ιδιαίτερα κλειστού ατόμου που, εν πολλοίς, χρησιμοποίησε το υλικό της ζωής του και στα βιβλία του;

Οι διαφορετικές εκδοχές της συγγραφικής περσόνας που προκύπτουν μέσα από τις επιλογές τού εκάστοτε βιογράφου είναι το θέμα του καινούργιου βιβλίου του Κουτσί, το οποίο είναι και το τρίτο της τριλογίας των αυτοβιογραφικών του έργων «Σκηνές από τη ζωή ενός παιδιού» και «Σκηνές από τη ζωή ενός νέου». Στο τρίτο μέρος μάς δίδονται όχι μόνο βιογραφικές πληροφορίες αλλά και μύχιες εκμυστηρεύσεις από διάφορα πρόσωπα με τα οποία έχει ο συγγραφέας σχετιστεί στενά και που, εν πολλοίς (ιδιαίτερα οι γυναίκες), συγκλίνουν σε ένα καθόλου κολακευτικό πορτρέτο ενός «ξύλινου» και μη ανθρώπινου τύπου. Μία εξ αυτών είναι και η Βραζιλιάνα που ο Κουτσί ερωτεύτηκε σφόδρα και η οποία, σύμφωνα με τον βιογράφο, μπορεί να αποτέλεσε και το μοντέλο πάνω στο οποίο ο συγγραφέας κατασκεύασε την ηρωίδα του «Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα».

Στο Θέρος, όπως και στα δύο προηγούμενα της τριλογίας, διερευνώνται κάποια κρίσιμα στάδια για την καλλιτεχνική και την πνευματική εξέλιξη του συγγραφέα.

Από πλευράς φόρμας και αφηγηματικών τεχνικών, το Θέρος είναι σαφώς πιο προωθημένο από τα προηγούμενα αυτοβιογραφικά έργα του (αποδεικνύοντας πως ο Κουτσί ακόμα και μετά το Νόμπελ συνεχίζει τους πειραματισμούς του, εξερευνώντας τη συνεχώς μεταβαλλόμενη σχέση πραγματικότητας και μυθιστορίας). Εχοντας ως σημείο εκκίνησης τις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα -όταν ο Τζον επέστρεψε στη Νότια Αφρική από την Αμερική, όπου και πήρε το διδακτορικό του στη διδασκαλία της Αγγλικής Λογοτεχνίας- βρίσκεται να συγκατοικεί με τον χήρο πατέρα του σ' ένα προάστιο του Κέιπ Τάουν και να ρίχνεται με μανία στη σκληρή χειρωνακτική εργασία στο κτήμα, ενώ ταυτόχρονα δημοσιεύει και τα πρώτα του μυθιστορήματα.

Στο Θέρος δεν μας δίδεται μια γραμμική αφήγηση για τα έργα και τις ημέρες του ήρωα ούτε κάποια καταγραφή των γεγονότων της ζωής του, αλλά μαθαίνουμε γι' αυτόν μέσα από μια συνάθροιση ημιτελών κειμένων από τα σημειωματάρια του Κουτσί, κάποιες αποσπασματικές σημειώσεις και πέντε συνεντεύξεις από ανθρώπους που τον γνώριζαν εκείνη την εποχή, όταν έβαζε τα θεμέλια στη συγγραφική του καριέρα.


Ο Βίνσεντ έχει μεν συγκεντρώσει θραύσματα των γραπτών του Κουτσί, αλλά δεν τα έχει ακόμα οργανώσει ούτε έχει αποφασίσει για την τελική αφηγηματική μορφή του πονήματός του. Το Θέρος θα μπορούσε να είναι η διαδικασία της σύνθεσης μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, με σημείο εστίασης τα χρόνια που ο ήρωας πάσχιζε να γίνει συγγραφέας. Μέσα από τις ημερολογιακές καταχωρίσεις και τις συνεντεύξεις, βλέπουμε τον Τζον να παλεύει με δύο σημαντικά εμπόδια: πώς να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα της Νότιας Αφρικής την εποχή του απαρτχάιντ και, δεύτερον, πώς να συνάψει ουσιαστικές σχέσεις με τις γυναίκες - θέματα στα οποία έχει επανέλθει πολλές φορές και σε άλλα βιβλία του, μέσα από ιδιαίτερα ευφάνταστα μεταμοντέρνα τεχνάσματα.

Τα ημερολογιακά θραύσματα και οι συνεντεύξεις μάς δίνουν ένα κυβιστικό πορτρέτο του συγγραφέα, προσδίδοντάς του διαφορετικές, ακόμα και αντιθετικές, ιδιότητες και μια στοιχειώδη αληθοφάνεια αλλά απογοητεύοντας όσους στρέφονται στις βιογραφίες και στα απομνημονεύματα για να αντλήσουν πληροφορίες για το αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους. Στο Θέρος εξερευνώνται τα όρια της αυτοβιογραφίας, αποδεικνύοντας, ακόμη μια φορά, πως δεν μετρούν στο τελικό αποτέλεσμα η αλήθεια και το ψεύδος των πληροφοριών αλλά η ερμηνεία τους και η ικανότητα «ανάγνωσης» των δεδομένων - δηλαδή η πρόθεση του βιογράφου. *

Monday, November 15, 2010

Η «άγονη» χώρα της μητρότητας

  • Ο δραματικός απολογισμός της μητέρας ενός κατά συρροή δολοφόνου
  • Λάιονελ Σράιβερ
  • Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν
  • μτφρ.: Γωγώ Αρβανίτη
  • εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 579, ευρώ 22,10
Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν τα παιδιά της Μήδειας ξυπνούσαν από τον αιώνιο ύπνο τους και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση από τη μητέρα τους, αλλά και την ανθρωπότητα που επικρότησε τα καμώματα του πατέρα τους; Με ποιον τρόπο θα τιμωρούσαν την άστοργη γυναίκα που τα έφερε στον κόσμο και έβαλε το δικό της πάθος για τον άντρα της πάνω από τη ζωή τους; Ποια θα ήταν η χειρότερη τιμωρία για εκείνη;

Ο Κέβιν είναι ένα παιδί που από την κοιλιά της μάνας του βίωσε την αμφιθυμία της, την προτίμησή της στον πατέρα του και την αμηχανία της, που μεταβλήθηκε σε απέχθεια, καθώς δεν τον ένιωσε ποτέ ως πραγματικά δικό της γιο. Γι' αυτό και μεγαλώνοντας, ο Κέβιν την εκδικήθηκε γι' αυτή τη διφορούμενη αγάπη της και τον αδιαμφισβήτητο έρωτά της για τον πατέρα του.

Από τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε πως ο Κέβιν είναι δράστης της μαζικής δολοφονίας εννέα ανθρώπων και βρίσκεται στη φυλακή. Στα δεκαπέντε του ένιωθε ήδη οργή και υπεροχή απέναντι σε όλους όσοι τον περιέβαλλαν και θέλοντας να αποδείξει αυτή την υπεροχή και να εκτονώσει την οργή του, μια Πέμπτη δολοφονεί με απόλυτη ψυχραιμία επτά συμμαθητές του, μια καθηγήτρια κι έναν υπάλληλο της σχολικής καφετέριας.

Το γεγονός αυτό στοιχειώνει τη μητέρα Ιβα Κατσατουριάν, και η μοιραία αυτή Πέμπτη χωρίζει τη ζωή της σε πριν και μετά τη φρικαλέα πράξη του γιου της, τον οποίο επισκέπτεται τακτικά στις φυλακές ανηλίκων, και καταγράφει όλη την περιπέτειά της, κάθε της σκέψη και κάθε μικρό συμβάν, προσπαθώντας και η ίδια να καταλάβει το τι έχει συμβεί. Οι επιστολές της απευθύνονται στον απόντα σύζυγό της Φράνκλιν σαν ένα είδος εξιλέωσης για ένα δικό της έγκλημα: να φέρει στον κόσμο έναν ακατανόητο άνθρωπο, βλαβερό και ύπουλο, την κακία και δολιότητα του οποίου η ίδια ποτέ δεν κατανόησε -ένα πλάσμα που απώθησε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισε στην κλινική.

Η ιστορία που μας αφηγείται δεν είναι μόνο η περιγραφή ενός ακατανόητου παιδιού -υπό τη μορφή της παλαιότερης αφηγηματικής φόρμας του επιστολικού μυθιστορήματος- αλλά και η ιστορία μιας γυναίκας της οποίας οι κατακτήσεις και οι επιτυχίες ακυρώνονται εξ ολοκλήρου από τη μητρότητα. Πριν από την εγκυμοσύνη υπήρξε ιδρύτρια και ιδιοκτήτρια μιας επιτυχημένης εκδοτικής επιχείρησης με ταξιδιωτικούς οδηγούς, είχε ταξιδέψει σε κάθε γωνιά του πλανήτη και κέρδιζε περισσότερα από τον φωτογράφο σύζυγό της. Ο Κέβιν αποδεικνύεται ένα τόσο δύσκολο παιδί που αναγκάζει όλες τις μπέιμπι σίτερ να το βάλουν στα πόδια και την Ιβα να μείνει στο σπίτι και να υποστεί τη συνεχώς αυξανόμενη επιθετική και ανταγωνιστική συμπεριφορά του.

Στις επιστολές της η Ιβα, για πρώτη φορά, ομολογεί τα πλέον μύχια συναισθήματά της και καθώς δεν λαμβάνει κάποια απάντηση, αναλαμβάνει η ίδια να εκφράσει τις πιθανές απόψεις του αποδέκτη ή κάποια υποθετική αντίρρησή του ή ακόμα και να τού υπενθυμίσει τη θέση του στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αυτό που αργότερα αποκαλύπτεται είναι πως ο ίδιος ο Φράνκλιν, ο οποίος είχε κάποτε συμφωνήσει να πάρει ο γιος του το επίθετο της Ιβα, πίστευε τον γιο του περισσότερο παρά εκείνη, που έκρουε καθημερινά τον κώδωνα του κινδύνου για τη δυσλειτουργική συμπεριφορά του γιου τους.

Η αφηγήτρια έχει τη δική της ιδιαίτερη γραφή και μας δίνει χωρίς προσχήματα τις πιο βαθιές αλήθειες και περιγραφές ανατριχιαστικών γεγονότων, κατορθώνοντας να μιλήσει για τα πιο σκληρά πράγματα με τόνο σαρκαστικό. Και παρ' ότι σε σημεία το θέμα είναι ιδιαίτερα σκληρό, ο τρόπος απόδοσής του είναι τρομακτικά συγκινησιακά φορτισμένος, ενώ η μετάφραση της Γ. Αρβανίτη κατορθώνει να αποδώσει το πυρετικό ύφος της αφηγήτριας.

Το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο μοιάζει να σού απευθύνεται και να περιμένει και τη δική σου γνώμη, στα κρίσιμα ερωτήματα που θέτει:

Ως ποιο βαθμό ο χαρακτήρας του Κέβιν έχει διαμορφωθεί από αυτή την ανεξάρτητη γυναίκα, που παραδέχεται ανοιχτά πως «δεν τη συγκίνησε» η εγκυμοσύνη και ένιωσε απίστευτη πλήξη μόλις κράτησε το μωρό στην αγκαλιά της;

Ποιος είναι ο υπεύθυνος: η φύση, η κληρονομικότητα, το περιβάλλον ή κάτι πέρα από όλα αυτά; Πώς κατασκευάζεται ένας δολοφόνος, και τι είναι αυτό που υπερισχύει της ανατροφής και των προσπαθειών που καταβάλλει ο γονιός για να διαπαιδαγωγήσει και να εκπαιδεύσει το παιδί του; Δολοφόνος γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Οι απαντήσεις μένουν ανοιχτές, αλλά αφήνει συνεχώς νύξεις για την παθογένεια της αμερικανικής κοινωνίας που εγκυμονεί τον δολοφόνο της, και συχνά εισπράττει τη βία που η ίδια θρέφει και επιδεικνύει.

Παρ' ότι η παιδική εγκληματικότητα είναι θέμα πολλών σύγχρονων μυθιστορημάτων, εν τούτοις η Σράιβερ, που το 2005 κέρδισε το Βραβείο Orange και έκτοτε έχει διαβαστεί από πλήθος αναγνωστών, καταπιάνεται με το θέμα καταρρίπτοντας ένα ακόμα ταμπού, αυτό της μητρότητας, και πλήθος γυναικών αναγνωρίζουν μέρος από τη δική τους εμπειρία.

Η επιτυχία της Σράιβερ έγκειται στο ότι κατορθώνει να περιγράψει την πολυπλοκότητα της στενής σχέσης μάνας-γιου, οδηγώντας τη στα άκρα.

Το «Πρέπει να....» εξακολουθεί να διαβάζεται, να συγκινεί και να προβληματίζει πλήθος αναγνωστών: η Ιβα, η γυναίκα που έγινε θύμα της μητρότητας εξακολουθεί να προκαλεί πλήθος συζητήσεων, ενώ η συγγραφέας με το λιτό της ύφος, μας λέει πως το να γίνεις μητέρα, ακόμα και σήμερα, σημαίνει πως γίνεσαι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις του παιδιού σου, και καλείσαι να κατανοήσεις ακόμα και αυτές που εσύ καταδικάζεις και απεχθάνεσαι. *

Saturday, May 29, 2010

Τι απέγινε η Αλίκη; Η ζωή, τα αδιέξοδα και τα γηρατειά της διάσημης ηρωίδας

  • Μέλανι Μπέντζαμιν: Εγώ η Αλίκη μια φορά κι έναν καιρό, μτφρ.: Βασίλης Μανουσάκης, εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 406, ευρώ 19,09
  • Η Αλίκη -η διάσημη ηρωίδα του Λιούις Κάρολ-, ένα από τα παιδιά που βίωσαν τη φήμη και τη δόξα σε νεαρά ηλικία, αναγκάστηκε κι αυτή να μεγαλώσει και να υποταχτεί στον πανδαμάτορα χρόνο. Ομως, στο φαντασιακό των αναγνωστών, ακόμα και μετά το πέρασμα ενάμιση αιώνα από την έκδοση των βιβλίων, παραμένει πάντα η μικρή και έκθαμβη Αλίκη, που ζει τις περιπέτειές της στη Χώρα των Θαυμάτων και κανένας δεν μπορεί να τη φανταστεί ως μια ώριμη και ηλικιωμένη γυναίκα, παρότι η Αλίκη έφτασε σχεδόν τον έναν αιώνα ζωής.
  • Ολοι τη γνωρίσαμε ως ένα γλυκύτατο κοριτσάκι με λευκή ποδιά, κι έτσι πέρασε στην αιωνιότητα. Το ρολόι του χρόνου σταμάτησε για κείνη κι έμεινε για πάντα ένα εφτάχρονο κοριτσάκι, παγιδευμένο σ' έναν μαγικό κόσμο με χαμογελαστές γάτες, ομιλούντα ζώα, λουλούδια και πτηνά. Υπήρχε, όμως, το πραγματικό κοριτσάκι με τη δική της ζωή, πάνω στο οποίο βασίστηκε ο Λιούις Κάρολ, και αυτή τη ζωή αποκαλύπτει η Μπέντζαμιν στο μυθιστόρημά της «Εγώ η Αλίκη». Μια ζωή γεμάτη διαψεύσεις, τραγωδίες, αποχωρισμούς αλλά και πάθη, αντάξια της μυθιστορηματικής ηρωίδας.
Το τίμημα της αιώνιας νεότητας 


  • Το ιστορικό μυθιστόρημα της Μπέντζαμιν έχει ως σημείο εκκίνησης την επίσκεψη της ογδοντάχρονης Αλίκης, με τη συνοδεία του γιου της, στην Αμερική, όπου επίκειται μια συνάντηση των παιδιών που υπήρξαν μοντέλα για συγγραφείς και πάνω στα οποία βάσισαν τους ήρωες γνωστών παραμυθιών. Οπως είναι αναμενόμενο, η θέα των γερασμένων αυτών παιδιών δημιουργεί αμηχανία σε διοργανωτές και επισκέπτες. Τα παιδιά αυτά πλήρωσαν το τίμημα της πρόωρης προβολής τους και τον σφετερισμό της παιδικής τους ηλικίας, υποφέροντας από κατάθλιψη για το υπόλοιπο της ζωής τους.
  • Με αφορμή αυτή την παράδοξη συνεύρεση, αρχίζει και ο απολογισμός της Αλίκης Πλέζανς Χάργκριβς, η οποία ξεκινώντας από την Οξφόρδη του 1859, εστιάζεται στην περιγραφή της παιδικής της ηλικίας, στη σχέση τής μητέρας της με τον πατέρα της, που ήταν κοσμήτορας, στις μεγαλύτερες αδελφές της, στο υπηρετικό προσωπικό και στον δάσκαλο των Μαθηματικών Τσαρλς Ντόντσον, που τραύλιζε και που επέβλεπε εκείνη και τις αδελφές της. Το «Εγώ η Αλίκη» εστιάζεται σε δύο κομβικά σημεία: στο μυστήριο της διακοπής των σχέσεων της Αλίκης με τον Ντόντσον, ο οποίος αργότερα υιοθέτησε το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ μετά τη φωτογράφησή της, και στον λόγο που η Αλίκη, σε μεγάλη πια ηλικία, πούλησε το αντίτυπο με την αφιέρωση -την αρχική εκδοχή της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων-, το οποίο ο Ντόντσον είχε τυπώσει ειδικά για εκείνη και αποτελούσε τη μοναδική απόδειξη της αφοσίωσής του και της δικής της συμμετοχής.
Η κόπωση της μούσας
  • Ο απολογισμός αυτός αρχίζει όταν «η Αλίκη έχει κουραστεί να είναι Αλίκη» και θέλει να απαλλαγεί από την εξαντλητική υποχρέωση να ανταποκρίνεται σε μια εικόνα που την κυνηγάει από την παιδική της ηλικία. Η αγωνιώδης φυγή από τον κόσμο της παιδικής ηλικίας και από τη λαμπερή εικόνα του εαυτού τη στοιχειώνει και προσδίδει στην ηρωίδα μια τραγική ποιότητα, καθώς τη μεταμορφώνει από μια αθώα παιχνιδιάρικη κοπελίτσα σε τραγική ηρωίδα. Ο Τσαρλς Ντόντσον χαιρόταν ιδιαίτερα να φωτογραφίζει την Αλίκη και τις αδελφές της, να τις βγάζει βόλτα και να διηγείται ιστορίες. Υστερα από παρότρυνση της Αλίκης, αποφασίζει να καταγράψει αυτές τις ιστορίες, κι έτσι πέρασαν και οι δύο στην αιωνιότητα.
  • Η στενή σχέση ανάμεσα στον δάσκαλο και στο κοριτσάκι είχε προκαλέσει σχόλια στους ανθρώπους της βικτοριανής εποχής, και καθώς φαίνεται μεσολάβησαν κάποια, άγνωστα σε όλους, γεγονότα που ευθύνονται για τη διακοπή των σχέσεων της οικογένειας με τον δάσκαλο και την απομάκρυνσή του. Αυτή η απομάκρυνση ήταν η αιτία πολλών ψιθύρων, γι' αυτό και η μητέρα της Αλίκης φρόντισε να κάψει όλα τα γράμματα που της είχε γράψει, ενώ συγγενείς και των δύο αργότερα έσβησαν όποια αποσπάσματα από το ημερολόγιό του είχαν σχέση με αυτό το μυστήριο «γεγονός», καταστρέφοντας έτσι τα όποια αποδεικτικά στοιχεία. Ο Ντόντσον πέρασε την υπόλοιπη ζωή του επιχειρώντας να αντικαταστήσει τη μούσα του, αλλά και η Αλίκη πέρασε τη δική της προσπαθώντας να τον ξεπεράσει.
  • Το κοριτσάκι του παραμυθιού ερωτεύτηκε αργότερα έναν πρίγκιπα που την προσέγγισε, γιο της βασίλισσας Βικτορίας, αλλά η σχέση τους δεν προχώρησε, και η Αλίκη στο τέλος παντρεύτηκε κάποιον που πιθανότατα δεν αγαπούσε και που δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τα βιβλία. Ο σύζυγος την πήρε κι έφυγαν μακριά από την Οξφόρδη, όπου ακόμα ψιθυρίζονταν διάφορα, μακριά από τον Ντόντσον, ο οποίος συνέχιζε να μένει απέναντι από το πατρικό της σπίτι. Η Αλίκη για ένα διάστημα βρήκε τη γαλήνη, ως σύζυγος και μητέρα, αλλά στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε δύο γιους και αργότερα βίωσε την απομόνωση και την οικονομική κατάρρευση.
  • Κοντά στο τέλος της ζωής της, καθώς ήρθε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο της απώλειας του πατρικού της, αναγκάστηκε να διεκδικήσει τη λογοτεχνική ταυτότητά της, από την οποία τόσα χρόνια προσπαθούσε να ξεφύγει. Στην ηλικία των 80 ετών αποκαλύφθηκε στον κόσμο ως Αλίκη και πούλησε το αντίτυπό της από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.
Η εκδίκηση της αθανασίας
  • Τα παιδιά της λογοτεχνίας, όπως και τα παιδιά του κινηματογράφου, όπως όλα τα παιδιά, πρέπει να μεγαλώνουν. Ομως, αθώα και έκπληκτα θα ζουν για πάντα στην οθόνη και στη σελίδα. Κάποια από αυτά ενέπνευσαν αθέλητα τους δημιουργούς τους και κάποια άλλα συνεργάστηκαν μαζί τους, όπως η Αλίκη, που πόζαρε για τον Λιούις Κάρολ και τον παρότρυνε να γράψει τα παραμύθια που της έλεγε.
  • Ολα αυτά τα παιδιά πληρώνουν, φυσικά, το τίμημα. Αυτή ήταν μια αλήθεια που ίσχυε 150 χρόνια πριν, αλλά και σήμερα. Η Αλίκη ήταν απλώς η πρώτη από μια σειρά ανήλικες μούσες που μας χαιρετούν ατάραχα από το απυρόβλητο της παιδικής τους ηλικίας, η οποία έχει κατά κάποιον τρόπο γίνει και δικιά μας.

Wednesday, January 13, 2010

Ο λόγος σε νέους Ελληνες συγγραφείς στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ



Αργυρώ Μαντόγλου Δημήτρης Αθηνάκης Αμάντα Μιχαλοπούλου Δημήτρης Σωτάκης

Αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες επικοινωνίας μέσω του Διαδικτύου, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) δίνει τον λόγο σε νέους συγγραφείς, με στόχο τη δημιουργία ενός φυτώριου ιδεών και απόψεων της νεότερης γενιάς που έχει άμεση επαφή με την μπλογκόσφαιρα.

Οι συγγραφείς καλούνται να γράψουν στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ (http://ekebi.wordpress.com/) κείμενα που αφορούν το έργο τους, διατυπωμένες απόψεις γύρω από τη λογοτεχνία αλλά και την επικαιρότητα, ματιές στο παρόν και το παρελθόν της νεοελληνικής γραμματείας, προσωπικές αποτιμήσεις, σχόλια ή και σημειωματάριο δοκιμής για την εν προόδω δουλειά τους.

Την αρχή κάνει η πεζογράφος και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου, η οποία ανάρτησε τα πρώτα της κείμενα στο ιστολόγιο στις 4 Ιανουαρίου 2010. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν, αναλόγως, λογοτέχνες που διαθέτουν μεγάλη εμπειρία στη χρήση του Διαδικτύου με δικές τους προσωπικές ιστοσελίδες, δημοσιεύσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά, χρήση ιστολογίων (blogs) κ.ά. Συγκεκριμένα, το προσεχές διάστημα θα συνεργαστούν οι: Δημήτρης Αθηνάκης (18/1-1/2), Αμάντα Μιχαλοπούλου (1/2-15/2), Δημήτρης Σωτάκης (15/2-1/3) και έπεται συνέχεια…

Βιογραφικό σημείωμα: Η Αργυρώ Μαντόγλου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Φιλοσοφία και Κριτική Θεωρία στην Αγγλία. Εχει εκδώσει ποιήματα και πεζά, ενώ ασχολείται συστηματικά με τη μετάφραση. Κείμενά της και κριτικά σημειώματα έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Το «Ολα στο μηδέν» (Ελληνικά Γράμματα, 2009) είναι το πέμπτο μυθιστόρημά της. Εχουν προηγηθεί τα εξής: «Βιρτζίνια Γουλφ Café» (Απόπειρα, 1999), «Bλέφαρα με τατουάζ» (Πατάκη, 2001), «Νύφη από πολυεστέρα» (Μεταίχμιο, 2003), «Bodyland Χωρασωμάτων» (Κέδρος, 2005). Αναλυτικότερες πληροφορίες για την εργογραφία της στη Βιβλιονέτ http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=6993.

Friday, January 8, 2010

Οταν το μέλλον παραμονεύει

Ριψοκίνδυνοι ήρωες σε ιστορίες του υπερφυσικού

  • Δάφνη ντι Μωριέ, 1. Μετά τα μεσάνυχτα, 2. Ερχεται κακοκαιρία, μτφρ.: Γωγώ Αρβανίτη, εκδ. Μελάνι, 1. σ. 128, 11 ευρώ , 2. σ. 367, 17,50 ευρώ

Η Δάφνη ντι Μωριέ (1907-1989) από την αρχή της καριέρας της τη δεκαετία του '30 απέκτησε τη φήμη συγγραφέως μυθιστορημάτων ευρύτερης απήχησης, τα οποία οι περισσότεροι κριτικοί δεν συμπεριλάμβαναν στις λίστες με τα έργα τής «σοβαρής λογοτεχνίας». Το όνομά της ταυτίστηκε, κυρίως, με ρομαντικά μυθιστορήματα που ξεχώρισαν γιατί εξωράιζαν την πραγματικότητα και απευθύνονταν σε γυναικείο κοινό και όχι για την τεχνική τους αρτιότητα. Ωστόσο, κάποιοι νεότεροι μελετητές, σε πρόσφατες αξιολογήσεις των έργων της, την ανακήρυξαν ισάξια της Τζόις Κάρολ Οουτς και της Αντζελα Κάρτερ, ισχυριζόμενοι πως αδίκως έχει περάσει στην κατηγορία της «ελαφράς λογοτεχνίας», καθώς πρόκειται για μια συγγραφέα με ευρύτατη θεματική, ευφυείς ανατροπές, λαμπρές στιγμές, γεμάτες σασπένς και υπαινιγμούς αλλά και τη δική της κοσμοθεωρία.

Κάποια από τα έργα της, όπως η «Ρεβέκκα» και τα «Πουλιά», που μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη από τον Χίτσκοκ, αποτελούν ορόσημο στην εξέλιξη της γκόθικ μυθιστοριογραφίας: Η Ντι Μωριέ ανανέωσε το είδος και τη φόρμα, εμβαθύνοντας ταυτόχρονα στο προφίλ της ψυχαναγκαστικής προσωπικότητας, της διχασμένης ταυτότητας και των υποσυνείδητων κινήτρων. Σε κάποια από τα μυθιστορήματά της ξεπέρασε κατά πολύ το τυποποιημένο ρεαλιστικό μυθιστόρημα, απεικονίζοντας χαρακτήρες με ψυχολογικό βάθος και ένταση, διφορούμενα συναισθήματα, εισάγοντας την ανατροπή και τον τρόμο, ως δομικά στοιχεία της αφήγησης.

Τόσο στα μυθιστορήματα όσο και στις νουβέλες της, η δεδομένη και κοινώς αποδεκτή τάξη πραγμάτων ανατρέπεται αιφνιδίως, χωρίς φανερή αιτία. Η λογική σειρά των γεγονότων διαταράσσεται και οι άνθρωποι βρίσκονται να παλεύουν για τη ζωή τους βαλλόμενοι από πλάσματα που θεωρούσαν κατώτερα και λιγότερο ισχυρά από τους ίδιους, όπως πουλιά, παιδιά ή γέρους, ή ακόμη από κάποια ακαθόριστη υπερφυσική απειλή, άγνωστης προέλευσης.

Στο «Μετά τα μεσάνυχτα» και στο «Ερχεται κακοκαιρία», που κυκλοφόρησαν το 1970 υπό τον τίτλο «Don't look now» -μια συλλογή από πέντε νουβέλες-, η χρονική συνέχεια των γεγονότων καταργείται καθώς το μέλλον εισβάλλει στο παρόν ενίοτε με τη μορφή προφητειών, οραμάτων και χρησμών ή μυστηριωδών παρουσιών και οιωνών, υποβάλλοντας την ατμόσφαιρα μιας ανοίκειας εξωτερικής απειλής.

Επικίνδυνοι προορισμοί

Η Δάφνη ντι Μωριέ έχει γράψει έναν μεγάλο αριθμό ιστοριών όπου το υπερφυσικό στοιχείο κατέχει κεντρική θέση στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά το «Μετά τα μεσάνυχτα» είναι ίσως εκείνο που απέσπασε τη μεγαλύτερη προσοχή, καθώς κάθε βλέμμα και κάθε χειρονομία αποτελεί και το προμήνυμα μιας επικείμενης καταστροφής.

Οσο σημαντικοί είναι οι χαρακτήρες της και η μοίρα τους άλλο τόσο σημαντικός είναι και ο τόπος όπου τοποθετείται η ιστορία, καθώς πρόκειται για την πλέον μυστηριώδη πόλη της Ιταλίας, τη Βενετία, με τα κανάλια, τα εντυπωσιακά κτήρια, τα δαιδαλώδη σοκάκια και τα ερημωμένα ξενοδοχεία. Μια πόλη που λειτουργεί και ως το σκηνικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, καθώς κάθε κίνηση έχει βαρύνουσα σημασία, και τα δυσοίωνα οράματα αποτελούν προειδοποίηση της έλευσης του «κακού».

Παρόμοιο ρόλο παίζει το σκηνικό και στο «Ερχεται κακοκαιρία», όπου ο τόπος, ένα παραθαλάσσιο θέρετρο στην Κρήτη, και όλα τα στοιχεία της Φύσης (άνεμος, θαλασσοταραχή, δυνατή ηλιοφάνεια) λειτουργούν και ως οιωνοί. Ο ήρωας, καθηγητής κι επίδοξος ζωγράφος, είναι αποφασισμένος να μην αποκλίνει από το πρόγραμμα του και προκειμένου να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της γαλήνης του, αποκρούει τις προειδοποιήσεις και τα προφανή εξωτερικά σημάδια.

Τραύμα ή θαύμα;

Το «Μετά τα μεσάνυχτα» δημοσιεύτηκε το 1970 και τρία χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Νίκολας Ρεγκ, με πρωταγωνιστές τον Ντόναλντ Σάδερλαντ και την Τζούλι Κρίστι. Πρόκειται για μια ιστορία του υπερφυσικού, στην οποία πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι Αγγλων τουριστών, ο Τζον και η Λόρα, που κάνουν τις διακοπές τους στη Βενετία για να ξεφύγουν από τον πόνο της απώλειας της μικρής τους κόρης από μηνιγγίτιδα. Στο καφέ ενός χωριού έξω από την πόλη παρατηρούν δύο ηλικιωμένες δίδυμες αδελφές που κάθονται σ' ένα γειτονικό τραπέζι. Τότε αρχίζουν να παίζουν ένα παλιό αγαπημένο τους παιχνίδι, προσπαθώντας να μαντέψουν την προέλευση και την ιστορία τους, επινοώντας άγρια σενάρια για τις πιθανές ενασχολήσεις τους και τον λόγο της παραμονής τους στην Ιταλία. Η γυναίκα φαίνεται να διασκεδάζει ιδιαίτερα, δημιουργώντας στον Τζον την ελπίδα πως ίσως ξεπεράσει το τραυματικό γεγονός. Οταν ύστερα από λίγο η Λόρα πηγαίνει στην τουαλέτα, η μία εκ των αδελφών την ακολουθεί και της ανακοινώνει πως η άλλη είναι τυφλή και διάμεσος, δηλαδή «είδε» το πεθαμένο κοριτσάκι τους να κάθεται ανάμεσά τους. Αυτό είναι το πρώτο από μια σειρά «μεταφυσικών» γεγονότων κι έναν αριθμό ανεξήγητων φαινομένων πριν από την άφιξη του μοιραίου τέλους.

Ενας αριθμός ανατροπών και λανθασμένων κινήσεων που υποκινούνται από την άρνηση του Τζον να αποδεχτεί την ύπαρξη μιας πραγματικότητας πίσω από τα φαινόμενα, θα έχει ως αποτέλεσμα τη δραματική κατάληξη που έχει προαναγγελθεί από την αρχή της ιστορίας.

Παρόμοιο είναι και το μοτίβο στο «Ερχεται κακοκαιρία» αλλά και στο «Μια ακραία περίπτωση», όπου η υπόθεση εκτυλίσσεται σε θέρετρα. Ο μοναχικός καθηγητής στην Κρήτη, ενώ είναι φανερό πως είναι αντιμέτωπος με μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας, η κρίση του θολώνει μέσα από τις υποθέσεις του για παγανιστικά μυστήρια και δαιμονοποιεί τους πάντες. Οπως σε όλες τις ιστορίες τής Ντι Μωριέ, πρωταγωνιστούν οι φοβίες των ηρώων, η άρνησή τους να δουν το προφανές αλλά και η παγίδευση τους μέσα στις αβασάνιστες ερμηνείες τους.

Ολες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιστορίες φαντασμάτων χωρίς φάντασμα, όπου αυτό που μυθιστορηματοποιείται είναι κυρίως η δική τους περιπέτεια έλξης και απώθησης για κάτι το εξωπραγματικό, πέρα από τα όρια της πεπερασμένης τους ζωής - υπό αυτή την έννοια παρουσιάζουν ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον.

Ολοι σχεδόν οι ήρωες και οι ηρωίδες τής Ντι Μωριέ καταδιώκονται από κάποια «παρουσία», από «φαντάσματα» που επιζητούν την προσοχή τους, αλλά όντας αναγκασμένοι να βιώσουν τις φοβίες τους, τους δίνεται η ευκαιρία να απαλλαγούν και από τη δική τους πλάνη.

Στο «Μια ακραία περίπτωση» μια νεαρή ηθοποιός, προσπαθώντας να εξιχνιάσει την τελευταία φράση του πατέρα της, η οποία αναφέρεται σε έναν παλιό του φίλο, βρίσκεται σ' ένα ιρλανδικό νησί και έρχεται αντιμέτωπη με τις ρίζες της, τις τάσεις της και όλα τα οικογενειακά μυστικά. Ο τόπος, με τις παραδόσεις, τα μυστήρια και τα υπερφυσικά στοιχεία την αναγκάζουν να υπερβεί τις φοβίες της και να απομακρύνει τις όποιες ψευδαισθήσεις, αποδεχόμενη την πραγματικότητα.

Επαρση και τιμωρία

Στο «Μετά τα μεσάνυχτα», όπως και στο «Ερχεται κακοκαιρία» κυριαρχεί η ασφυκτική αίσθηση μιας επικείμενης καταστροφής, αίσθηση η οποία ενισχύεται από τους συνεχόμενους υπαινιγμούς μιας προαποφασισμένης εξέλιξης: Η τιμωρία είναι η απάντηση στην έπαρση και στην περιφρόνηση ενός «χαρίσματος» που θα μπορούσε να αποβεί σωτήριο, αν είχε γίνει αποδεκτό. Οι συνέπειες της άρνησης να υπακούσουν σε κάτι που ξεφεύγει από τη λογική, προσδίδουν στις νουβέλες μια αλληγορική ποιότητα κι ένα μάλλον κρυπτικό δίδαγμα: Δεν είμαστε πάντα αυτό που νομίζουμε, οι καλά εδραιωμένες θέσεις μας μπορεί να είναι ένα προπέτασμα για να κρύψουμε ικανότητες που δεν μάθαμε να διαχειριζόμαστε, και αυτές οι ικανότητες μπορεί να στραφούν εναντίον μας αν τις περιφρονήσουμε. Οι ήρωες της Ντι Μωριέ ήξεραν, αλλά δεν ήθελαν να ξέρουν, έβλεπαν, αλλά δεν ήθελαν να δουν· τυφλωμένοι από τα δικά τους τραύματα, προτιμούν την πλάνη. Ανθρωποι που τρέχοντας να αποφύγουν τα δραματικά γεγονότα της ζωής τους, μοιραία τα συναντούν μπροστά τους σε άλλη μορφή και σε άλλη μεταμφίεση - ένας τρόπος για να προκαλέσουν τη δική τους μοίρα.

Η μετάφραση της Γ. Αρβανίτη ακολουθεί την υποβλητική ατμόσφαιρα και την υπαινικτική ποιότητα του πρωτότυπου.