Thursday, October 20, 2016
Νίκος Εγγονόπουλος: Ο ζωγράφος και ο ποιητής
Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα [21 Οκτωβρίου 1907 - 31 Οκτωβρίου 1985]. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της εκεί, η οικογένεια Εγγονόπουλου αποκλείστηκε από το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το καλοκαίρι του 1914. Ο Εγγονόπουλος πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 και εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα σε νυχτερινό Γυμνάσιο.
Sunday, February 14, 2010
Ένας εκρηκτικός Εγγονόπουλος
Η ΑΥΓΗ: 14/02/2010ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΘΗ
Οι επιστολές του Ε. Χ. Γονατά προς τον Νίκο Εγγονόπουλο και η γενιά του '30
Δύο επιστολές του Ε. Χ. Γονατά προς τον Νίκο Εγγονόπουλο δημοσιεύονται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Μανδραγόρας», τρία χρόνια μετά το θάνατο του Γονατά, φέρνοντας στο φως το περιεχόμενο των συζητήσεων που πραγματοποιούσαν οι δύο ποιητές κατά τη διάρκεια περιπάτων τους στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πρώτη, πολυσέλιδη επιστολή δημοσιεύεται ταυτόχρονα και στον ετήσιο κατάλογο των εκδόσεων «Στιγμή» του 2009, με επιμέλεια του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Στην επιστολή αυτή ο Γονατάς αναφέρει «μερικούς από τους άπειρους λόγους της αγάπης και της ευγνωμοσύνης» που νιώθει προς το δάσκαλό του και εκφράζει τις σκέψεις του για γενικότερα ζητήματα που αφορούν την τέχνη και το ρόλο του καλλιτέχνη. Η επιστολή γράφεται τον Οκτώβριο του 1976, με αφορμή μια συνέντευξη που έδωσε ο Εγγονόπουλος στα Νέα (17.9.1976), στην οποία ξεχώριζε τον Γονατά ως έναν από τους πιο αξιόλογους νέους ποιητές. Ο προσωπικός, εξομολογητικός τόνος, η εσωτερική ένταση που κυριαρχεί σε κάποια σημεία, η διάθεση του Γονατά να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του προς πάσα κατεύθυνση καθιστά την ανάγνωσή της συναρπαστική.
Η λογοτεχνική πορεία του Γονατά θυμίζει την αντίστοιχη του Εγγονόπουλου (λίγες, όχι και τόσο ενθαρρυντικές κριτικές και καθυστερημένη αναγνώριση της λογοτεχνικής του αξίας). Εξαιρετικά ολιγογράφος, εξέδωσε μόνο επτά ολιγοσέλιδες συλλογές κειμένων σε διάστημα μεγαλύτερο των 50 χρόνων. Ασχολήθηκε συστηματικά και με τη μετάφραση, ενασχόληση η οποία τον έφερε, μεταξύ των άλλων, κοντά στο έργο τριών συγγραφέων (Alfred Otto Wolfgang Schulze (Wols), Antonio Portsia, Georg Christof Lichtenberg), με τους οποίους διακρίνει εκλεκτικές συγγένειες. Είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ότι οι τρεις συγγραφείς υπηρέτησαν την τέχνη του αφορισμού (εκλεπτυσμένη και τεχνικά άρτια συμπύκνωση ενός θέματος), που γοήτευε σε μεγάλο βαθμό το Γονατά.
Τέτοιοι αφορισμοί περιέχονται στη συνέντευξη του Εγγονόπουλου και προκαλούν ενθουσιασμό στο Γονατά. Ξεχωρίζει εκείνον που αναφέρεται στον Γιώργο Σεφέρη: «Ένας ξένος φίλος μου προσπάθησε να μεταφράσει τον κ. Σεφεριάδη. Άλλοτε του έβγαινε Έλιοτ, άλλοτε Λαφόργκ, και άλλοτε Βαλερύ». Η άποψη του Γονατά για τον Σεφέρη είναι κοντά σε εκείνη του δασκάλου του. Το πώς επενέργησε ο αφορισμός του Εγγονόπουλου (...για τον κ. Σεφεριάδη), το περιγράφει ως εξής: «...ένιωσα να επενεργεί κατά τον μόνο τρόπο που ο Ιβάνοβιτσ-Σβέντεντσοφ, άνθρωπος των ρωσικών γραμμάτων και αξιωματικός της φρουράς, σύγχρονος του Κορολένκο, δεχόταν να επενεργεί στο κοινό ένα διήγημα: «Πρέπει να χτυπάει κατακέφαλα τον αναγνώστη, σα μπαστουνιά, για να του δώσει να καταλάβει τι κτήνος είναι».
Οι «άπειροι λόγοι αγάπης και ευγνωμοσύνης» του Γονατά προς το δάσκαλό του, φανερώνουν και μια διαφορετική αντίληψη του Εγγονόπουλου για την τέχνη και το ήθος του καλλιτέχνη. Όταν ο Εγγονόπουλος διδάσκει το νεαρό Γονατά ότι ο γνήσιος καλλιτέχνης και ο άνθρωπος των γραμμάτων οφείλουν να έχουν ξεκάθαρη γνώμη, να έχουν αρχές και απόψεις και άφοβα να τις εκφράζουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, στοχεύει κατευθείαν το Σεφέρη και ιδιαίτερα το δοκιμιακό του έργο. Αυτό το συνειδητοποίησε ο Γονατάς αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ξαναδιάβασε κάτι απ' τις Δοκιμές του Σεφέρη και διαπίστωσε ότι δεν έπαιρνε θέση: «Δε μ' ενδιαφέρει δράμι, αν θεωρείται και από ποιους θεωρείται και γιατί θεωρείται ως ο καλύτερος δοκιμιογράφος μας. Εγώ, εκείνο που ξέρω, είναι ότι τελικά δεν άντεξα κι αναγκάστηκα να πετάξω το βιβλίο στη φωτιά, γεμάτος αγανάκτηση, γιατί τον συνέλαβα ...ν' αποφεύγει συστηματικά και μεθοδικά στις περισσότερες ...μελέτες του, να εκφέρει ξάστερη γνώμη, ακόμα και για τον Κάλβο, καταφέρνοντας να ξεγλιστράει αδιάκοπα, πάντοτε και παντού, με μια ικανότητα διπλωμάτη, άφταστη ομολογώ -σαν το χέλι, σε σημείο που δεν έβρισκες άκρη αν, ας πούμε, τον Κάλβο τον υμνεί ή τον καταδικάζει».
Είναι γνωστό ότι ο Εγγονόπουλος είχε επιφυλακτική στάση απέναντι στον Σεφέρη και αρνητική απέναντι σε όλη τη γενιά του '30, με την οποία διαφωνούσε αισθητικά και ιδεολογικά. Σε συνέντευξή του απορρίπτει κατηγορηματικά και τον όρο «γενιά του '30»: «Δεν ανήκω στην ανύπαρκτη Γενιά του '30» (Τα Νέα, 28 και 29 Μαρτίου 1978). Στην ίδια συνέντευξη κρατάει αποστάσεις απέναντι στο Σεφέρη:
-Δημοσιογράφος: Η ρωμιοσύνη θέλει αυτό που 'λεγε ο Παπαδιαμάντης: μορφωμένους ιερείς, όχι εγγραμμάτους! Το 'λεγε κι ο Σεφέρης για τον Μακρυγιάννη...
-Εγγονόπουλος: Ώ, ο Σεφεριάδης ο καημένος! Τον ικανοποιούσε το Νόμπελ!
-Δ. Οι Δοκιμές είναι ένα σπάνιο ελληνικό σχολείο μόνες τους...
-Ε.: Δυστυχώς, κύριε Λιάνη, δεν μπορώ να σας ακολουθήσω σ' αυτή την αισθητική θεώρηση των πραγμάτων. Μόνο ν' αγαπώ μπορώ και να μένω αδιάφορος...
Ο χώρος δεν μας επιτρέπει φυσικά να σχολιάσουμε τη γνώμη του Εγγονόπουλου για το νομπελίστα ποιητή ή να αναλύσουμε τους λόγους της συνειδητής απομάκρυνσής του από τη γενιά του '30. Η κριτική, άλλωστε, ακόμη και σήμερα, εξακολουθεί να είναι διστακτική ή να αρνείται να ασχοληθεί με την ουσία των απόψεων που εξέφρασε ο Εγγονόπουλος. Συνοπτικά, όμως, θυμίζουμε τα εξής: το κεντρικό ζήτημα που ανέδειξε άτυπα η γενιά του '30 ήταν το ζήτημα της ελληνικότητας στην τέχνη, ενταγμένο στην αναζήτηση και τον προσδιορισμό της εθνικής μας ταυτότητας. Η γενιά αυτή, ζώντας σε μια κοινωνία φοβική προς την Ευρώπη και τα μοντερνιστικά της κινήματα, επιχείρησε, κάπως εκβιαστικά και τεχνητά, να γεφυρώσει μέσα από την τέχνη το χάσμα της εθνικής ταυτότητας, συμφιλιώνοντας το μοντερνισμό με την παράδοση, τον κοσμοπολιτισμό με την εντοπιότητα. Το ελληνικό φως, το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, ο Μακρυγιάνης και ο Θεόφιλος, η επιστροφή στις πηγές, χαρακτηρίζουν τις αναζητήσεις, τον αισθητικό και ιδεολογικό προσανατολισμό της γενιάς του '30.
Ο Εγγονόπουλος μέσα από το έργο του προτείνει έναν άλλο δρόμο αναζήτησης του ελληνικού στοιχείου στην τέχνη. Η ελληνικότητα δεν είναι μία καθ' εαυτή, αλλά παρουσιάζεται διευρυμένη με πολλαπλά χαρακτηριστικά (γλωσσικά, ιστορικά, γεωγραφικά) και επιρροές, καθώς υπερβαίνει τα χωροχρονικά πλαίσια της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής τών μετά την Επανάσταση και τη σύσταση του νεότερου ελληνικού κράτους χρόνων. Ο Γονατάς, ενθυμούμενος τη διδαχή του Εγγονόπουλου, αναγνωρίζει την αξία που έχει για την παιδεία ενός καλλιτέχνη η ανακάλυψη ελληνικών έργων, που πάντα διέφευγαν την προσοχή των ειδικών. «Διότι μου δείξατε», λέει ο Γονατάς, «τι μπορώ να ωφεληθώ εντρυφώντας στις Περιηγήσεις του Ποταγού, στο Ελληνικόν Θέατρον του Ζαβίρα, στα Ήθη και έθιμα του Εδίπ Ζαδέ, στις φυλλάδες του 'Φοίνικος' Βενετίας, στην Ιστορία δύο Μελλονύμφων του Αλέξανδρου Μανζόνου, στο Ημερολόγιο του Ντελακρουά, στα σημειωματάρια του Λ. Ντα Βίντσι κ. ά. εξαισίων». Η διαφορετική αισθητική και ιδεολογική προσέγγιση του Εγγονόπουλου υποδηλώνεται με την προτίμησή του σε κείμενα, που αν και δεν προβάλλονταν από τον επίσημο λογοτεχνικό και γραμματολογικό κανόνα, περιείχαν γλωσσικό και πνευματικό πλούτο. Τον Εγγονόπουλο συγκινεί ο λογοτεχνικός λόγος, η γνησιότητα και το ήθος του, η ελληνική γλώσσα στη διαχρονική της εξέλιξη και η σχέση της με βαλκανικές και ευρύτερες επιρροές, καθώς και η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, που κινείται και πέρα από τον ελλαδικό χώρο.
Ο Εγγονόπουλος, τέλος, αρνείται τον εξουσιαστικό λόγο, όπου κι αν εκφέρεται, λογοτεχνικό ή ιδεολογικό. Και οι κυριότεροι εκπρόσωποι της γενιάς του '30 εξέφεραν έναν τέτοιο λόγο, ειδικά με τη στάση τους απέναντι στον υπερρεαλισμό. Από την αρχαιοελληνική γραμματεία, από τη μυθολογία, από τη δημώδη ποίηση και από την ιστορία, επιλέγει να αντλήσει τα παραδείγματα εκείνα που, αν και δεν έφεραν τα καθιερωμένα αναγνωριστικά σημάδια, μπορούσαν να προβάλουν μια άλλη ηθική πρόταση. Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το ποιες είναι οι δικές του αισθητικές αρχές, απαντάει:
-«Αισθητική δεν υπάρχει, μόνον ηθική. Αν καταφέρομαι εναντίον ορισμένων 'μεγάλων ανδρών' της εποχής μας είναι γιατί δεν έχουν ηθική. Τα μεγαλεία τους είναι ψεύτικα. Κάνουν θόρυβο γύρω από τον εαυτό τους. Ο θόρυβος είναι ένα μέσον για να φτάσουν... Στη Γαλλία παρουσιάστηκαν κάποτε κάτι ξεθυμασμένοι επίγονοι... Αυτοί οι επίγονοι ήταν τελείως ξεθυμασμένοι, εξαντλημένοι, όπως ο Κλωντέλ, ο Βαλερύ, ο Ζιντ, λησμονημένες απηχήσεις των παλαιών μορφών, του Προύστ, του Βερλαίν, του Μαλλαρμέ. Οι εκπρόσωποι της δικής μας λεγόμενης Γενιάς του '30 αυτούς πήγαν ν' αντιγράψουν. Δεν είχαν τα κότσια να εμπνευσθούν από τους παλιούς γερούς, αλλ' από τους παρακμίες» (Η Καθημερινή, 12-13 Απριλίου 1981).
Οι απόψεις του Εγγονόπουλου, όπως απηχούνται στην επιστολή του Γονατά, ίσως κάποτε οδηγήσουν την κριτική (αν καταφέρει επιτέλους να απαλλαγεί από τις γνωστές ιδεολογικές και αισθητικές της φοβίες) σε επαναπροσδιορισμό των λογοτεχνικών πραγμάτων της περιόδου και επαναξιολόγηση των εκπροσώπων της γενιάς του '30.
*Ο Μιχάλης Άνθης είναι διδάκτωρ Φιλολογίας
Saturday, January 9, 2010
«Πρέπει ο καλλιτέχνης να είναι ταπεινός μπροστά στο έργο του»
Το ζήτημα του συγγραφικού ήθους, κομβικό στο ανέκδοτο έως τώρα κείμενο του Ε.Χ. Γονατά προς τον Νίκο Εγγονόπουλο
- Γράφει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010
Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ- ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΚΑΙ
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ. ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ
ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ, ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΤΟ 1976, ΕΡΧΕΤΑΙ
ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Ε.
Χ. ΓΟΝΑΤΑ, ΞΑΝΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
ΟΠΩΣ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ
ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ Η ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ.
Ο Ε.Χ. Γονατάς, στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, είχε συνδεθεί στενά με τον Ν. Εγγονόπουλο. Στη διάρκεια των καθημερινών συναντήσεων και περιπάτων τους στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, ο μεγάλος δάσκαλος, ζωγράφος και ποιητής του Μπολιβάρ μυούσε τον νεαρό, εικοσιπεντάχρονο τότε, μαθητή του στα μυστικά της τέχνης. Την επιστολή αυτή ο Γονατάς την έγραψε στον δάσκαλο πολλά χρόνια αργότερα, όταν εκείνος, σε μια συνέντευξη στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 17.9.1976, στην ερώτηση ποιους νέους ποιητές εκτιμά, ανέφερε κατ΄ εξαίρεση το όνομά του με τρόπο ιδιαίτερα τιμητικό (η συνέντευξη είναι αναδημοσιευμένη στο βιβλίο του Εγγονόπουλου «... Οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν ελληνικά», Εκδ. Ύψιλον 1999).Εξομολόγηση
Το πολυσέλιδο αυτό γράμμα υπερβαίνει τη μορφή μιας συνήθους έκφρασης ευχαριστιών και εισάγει τον αναγνώστη στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος της επιστολογραφίας, όπως την άσκησαν μεγάλοι συγγραφείς, και ανάμεσα σε άλλους ο Φλωμπέρ, με την πολύτομη συναρπαστική αλληλογραφία του, ο Σταντάλ, ο Κάφκα, ο Αντρέ Ζιντ, ο Ρίλκε- ας θυμηθούμε τα περίφημα Γράμματα σε έναν νέο ποιητή , όπου ως δάσκαλος απευθύνεται στον μαθητή, αλλά και τις 94 επιστολές του προς τον Ροντέν, όπου ως μαθητής εκφράζει τον θαυμασμό του στον δάσκαλο. Σ΄ αυτήν την τελευταία κατηγορία, της εκ βαθέων εξομολόγησης των οφειλών του μαθητή προς τον δάσκαλο ανήκει και η επιστολή του Γονατά προς τον Εγγονόπουλο, η οποία προσφέρει στιγμές υψηλής πνευματικής και αισθητικής απόλαυσης στον αναγνώστη. Το κείμενό της παρουσιάζεται με την άφθαστη καλλιτεχνική φροντίδα του εκδότη του, Αιμίλιου Καλλιακάτσου, στις σελίδες του ετήσιου τεύχους-καταλόγου των εκδόσεων «Στιγμή», που εφέτος, έχει ένα εξαίρετο αφιέρωμα στον συγγραφέα. (Σημειώνουμε ότι μια δεύτερη επιστολή, τού 1983, δημοσιεύτηκε παλαιότερα, πάλι στον Κατάλογο των εκδόσεων «Στιγμή» του 2007).
Την εποχή που γράφεται η επιστολή ο Γονατάς ήταν ελάχισταγνωστός, και μόνο σε έναν πολύ περιορισμένο κύκλο αναγνωστών. Τα μικρά βιβλία που είχε δημοσιεύσει ώς τότε- Ο ταξιδιώτης,Η κρύπτη , Το βάραθρο και Οι αγελάδες (όπου και το περίφημο διήγημά του «Η επίσκεψη»), - ήταν όλα σε ιδιωτικές εκδόσεις. Μπορούσε να τα βρει κανείς μόνο στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, όπως και τα δύο τεύχη του περιοδικού Πρώτη Ύλη που είχε εκδώσει σε συνεργασία με τον ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα. Λίγες κριτικές, ελάχιστα ενθαρρυντικές, είχαν γραφεί γι΄ αυτά τα βιβλιαράκια με σύντομες ποιητικές πρόζες και μικρές παράδοξες ιστορίες που αντιτάσσονταν στο πανίσχυρο τότε στην Ελλάδα καθεστώς της ρεαλιστικής αφήγησης.
Στις αρχές του ΄50, ο Νίκος Εγγονόπουλος δίδασκε στον νεαρό τότε Επαμεινώνδα Γονατά πως ««μου διδάξατε να διακρίνω το χρυσάφι από τον ντενεκέ, αλλά και να μην περιφρονώ πολλές φορές και τον καημένο τον ντενεκέ»
Σε μια τέτοια περίοδο αποθάρρυνσης και απομόνωσης ο Γονατάς γράφει την επιστολή αυτή, στην οποία, πέρα από τις ευχαριστίες του για την «απροσδόκητη εκδήλωση μεγαλοθυμίας» του δασκάλου του, ανασκάπτει προσεκτικά και επίμονα τις μνήμες από τα χρόνια της θητείας του πλάι σ΄ αυτόν, ανασύρει, ανασυγκροτεί, απαριθμεί και αναλύει τους λόγους της αγάπης και της ευγνωμοσύνης του γι΄ αυτόν.
Λόγους που περιστρέφονται γύρω από τρεις άξονες: μύηση στην ουσία της τέχνης και της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, μετάδοση γνώσεων που θα αποτελέσουν τα εφόδια ενός συγγραφέα, και, το σημαντικότερο, διδαχή για το ήθος και τον τρόπο ζωής του καλλιτέχνη. Από την επιστολή αυτή προκύπτουν πολύτιμα στοιχεία τόσο για τον αποστολέα όσο και για τον παραλήπτη. Πρώτα απ΄ όλα έχουμε μια ανεκτίμητη μαρτυρία για τα διαβάσματα του Εγγονόπουλου, για τους συγγραφείς που αγαπούσε, για τις αναδιφήσεις του στις λιγότερο γνωστές σελίδες ή στα περιθώρια της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας:
«Μου φανερώσατε», του γράφει ο Γονατάς, «πως υπάρχουν και άλλοι, εκτός των εν κυκλοφορία, εξαίρετοι γνήσιοι Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στην απέραντη και αδιάκοπη ελληνική γραμματολογία μας, μεγαλόπρεπα ή ταπεινά θαμμένοι και σαβανωμένοι στη σκόνη της λήθης, που πάντα διαφεύγουν την προσοχή των ειδικών, και μου επιστήσατε την προσοχή και μου δώσατε τα κλειδιά να πάω να τους βρω, και πήγα και πηγαίνω ακόμα».Μεταξύ άλλων αναφέρει τον Ναστραντίν Χότζα, την ποίηση του Ανδρέα Λασκαράτου, τις Περιηγήσεις του Ποταγού, το Ελληνικόν Θέατρον του Ζαβίρα, τα Ήθη και Έθιμα του Εδιπζαδέ (Αλ. Εδιπίδη), την Ιστορία των μελλονύμφων του Αλέξανδρου Μανζόνου (πρόκειται για το περίφημο μυθιστόρημα του Ιταλού ρομαντικού ποιητή Αlessandro Francesco Τommaso Μanzoni, I promessi sposi, στην ελληνική μετάφραση του 1846), κι ακόμη τα Σημειωματάρια του Λεονάρδο ντα Βίντσι, το Ημερολόγιο του Ντελακρουά, και πολλά άλλα.
Επόπτες
Όμως το σημαντικότερο στην επιστολή δεν είναι οι οφειλές για γνώσεις και διαβάσματα, αλλά για κάτι που θα ονόμαζα «ζωή της τέχνης», δηλαδή για ζητήματα που έχουν σχέση με το ήθος του καλλιτέχνη, όσο και με την αντίληψη για αυτό που ο Βourdieu oνόμασε «λογοτεχνικό πεδίο», δηλαδή για τη θεσμική και ουσιαστική καταξίωση της λογοτεχνίας, που συνεπάγεται πνευματική αυτονομία, και προϋποθέτει απόλυτη αφοσίωση. Τέτοια ζητήματα, όπως προκύπτει από την επιστολή, απασχολούσαν έντονα τόσο τον δάσκαλο όσο και τον μαθητή. Πολλά είναι τα σημεία της επιστολής που φωτίζουν τις αντιλήψεις του Εγγονόπουλου γύρω από αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Αυτό που πρώτα από όλα γίνεται αντιληπτό είναι ότι η τέχνη, και για τους δυο, ήταν μια υψίστης σοβαρότητος ενασχόληση που απαιτεί απόλυτη αφοσίωση, ενώ ταυτόχρονα αποκλείει όλες εκείνες τις ευκολίες της δημοσιότητος, της ναρκισσικής προβολής, της εκφραστικής ευκολίας, της δοσοληψίας και των συναναστροφών με τον λεγόμενο κόσμο των «γραμμάτων» και τους παράγοντές του, κριτικούς, βιβλιοπαρουσιαστές, δημοσιογράφους:
«... Μου συστήσατε να είμαι επιφυλακτικός προς τους δήθεν συνεχώς ανανεούμενους ποιητές και τους κατά συστηματική επιδίωξη “εναλλασσόμενους και διευρυνόμενους” ποιητικούς κύκλους τους, τους οποίους όμως (προσθέτω) κατά προτίμηση και κατ΄ εξοχήν κυνηγούν οι επόπτες και αρχιεπόπτες της λογοτεχνίας μας, και τούτο γιατί τους προσφέρουν με τη χαώδη εργασία τους άφθονο υλικό, άφθονα πεδία κριτικής, αναλυτικής, συνθετικής και κοσμοθεωρητικής έρευνας και πλήθος ευκαιρίες εφευρέσεως “νέων” περί ποιήσεως θεωριών, όρων και ορολογιών, ταξιθετήσεως, ταξινομήσεων και αναταξινομήσεων και, τέλος, συμπερασματικών συγκρίσεων και αξιολογήσεων απίστευτης πάντοτε θρασύτητος και αστοχίας».
Με ένα δεύτερο αξιόλογο αφιέρωμα στον Ε.Χ. Γονατά έκλεισε το 2009, που παρουσιάζεται στις σελίδες του τχ. 41 του περιοδικού Μανδραγόρας . Στην πλούσια ύλη του δημοσιεύονται μελετήματα, φωτογραφίες και άλλο υλικό, καθώς και μια πρώτη συστηματική βιβλιογραφική εργασία για το έργο του, από τον Βίκτωρα Καμχή.
Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ
Από τη διδαχή του Εγγονόπουλου, όπως τη διασώζει και την «εξομολογείται» ο Γονατάς, θα μπορούσε να φτιάξει κανείς έναν «δεκάλογο» ή «δωδεκάλογο» του καλλιτέχνη, στον οποίο προέχουν όρια, κανόνες, απαγορεύσεις, καθήκοντα και υποχρεώσεις, που ίσχυσαν για τη μεγάλη τέχνη όλων των τόπων και των εποχών, και προϋποθέτουν θητεία και μαθητεία, υποταγή και τόλμη, προπάντων απόλυτη αφοσίωση και ταπεινότητα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα από τις οφειλές που εκφράζει ο Γονατάς στον Εγγονόπουλο, αλλά και από το παράδειγμα του έργου και της ζωής των δύο αυτών δημιουργών:
«Μου διδάξατε πως ο Καλλιτέχνης, με πάθος και πάνω απ΄ όλα, την Τέχνη αγαπά και λατρεύει, ενώ μπροστά στο δικό του έργο (που βέβαια εν παντί του είναι αφοσιωμένος και δεν το παραμελεί) παραμένει ταπεινός».
● «Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ πρέπει να επενεργεί [...] κατά τον μόνο τρόπο που ο Ιβάνοβιτς Σβέντεντσοφ, άνθρωπος των ρωσικών γραμμάτων και αξιωματικός της φρουράς, σύγχρονος του Κορολένκο, δεχόταν να επενεργεί στο κοινό ένα διήγημα: “Πρέπει να χτυπάει κατακέφαλα τον αναγνώστη, σαν μπαστουνιά, για να (του δώσει να) καταλάβει τι χτήνος είναι”».
● «... ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΑΤΕ, τονίζοντάς μου ξανά και ξανά ότι ο Καλλιτέχνης δουλεύει κυρίως με την καρδιά και την αγάπη, κι όταν τύχαινε να Σας αναφέρω π.χ. κάποιο γνήσιο ποίημα ή άλλο έργο, που μου ΄χε κάνει εντύπωση (ήξερα να το διακρίνω, δεν ήξερα όμως γιατί με είχε τόσο συνεπάρει), μου απαντούσατε με το λακωνικό Σας σχόλιο, συνοδευμένο από μιαν αλησμόνητη έκφραση στοργής στο πρόσωπό Σας: «Μα καλά τώρα, αυτό είναι της καρδιάς», αληθινό δηλαδή».
● «... ΜΟΥ ΕΙΠΑΤΕ πως ο γνήσιος καλλιτέχνης κι ο αληθινός μελετητής και άνθρωπος των γραμμάτων οφείλουν να έχουν ξεκαθαρισμένη γνώμη, αρχές και απόψεις για τα καλλιτεχνικά (αλλά και για όλα τα) πράγματα, και άφοβα να τις εκφράζουν αδιαφορώντας για τις συνέπειες, και όχι συγκεχυμένες και μπερδεμένες κουρελούδες γνωμών».
● «... ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ Σας με διδάξατε να κατανοώ τη θεωρία του Μπωντλαίρ, ότι η κοροϊδία, η ύβρις, η αχαριστία είναι υπέροχα πράγματα, και να θεωρώ τον εαυτό μου αχάριστο αν δεν ευχαριστούσα κάποτε και την αχαριστία».


