Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλενα Χατζόγλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλενα Χατζόγλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020

Η ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΒΛΑΧΟΥ ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΕΝΑΣ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ


Η «Πραγματεία για το Ισλάμ» του λογίου συγγραφέα Γερασίμου Βλάχου (17ος αιώνας) ανήκει στη μεταβυζαντινή περίοδο. Γράφτηκε μέσα στο πλαίσιο μιας αυξημένης επιταγής, να καταρτιστούν οι ευρισκόμενοι υπό οθωμανική κυριαρχία Έλληνες για το περιεχόμενο της επικρατούσας θρησκείας του κατακτητή τους. Για τον λόγο αυτό εκτός από την παρουσίαση των βασικών «αρχών» του Ισλάμ το βιβλίο εμπεριέχει και μία συγκριτολογικού χαρακτήρα παραβολή τους με τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας. Η παράλληλη αυτή παρουσίαση συγκεντρώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι παρέχει τη δυνατότητα πληροφόρησης και κατάρτισης για θέματα που εμπίπτουν στον χώρο των διαχρονικών αναζητήσεων των ανθρώπων και αφορούν τη θρησκευτική και μεταφυσική τους ταυτότητα. 
Το κείμενο του Βλάχου εκδίδεται με επιμέλεια της φιλολόγου Έλενας Χατζόγλου. 
Το προλογίζει ο τ. Σχολικός σύμβουλος φιλολόγων κ. Φώτιος Σχοινάς. 
Περιλαμβάνει εισαγωγή, το πρωτότυπο κείμενο και την απόδοσή του στη νέα ελληνική. Συνοδεύεται και από υπομνηματισμό ως προς τα χωρία των πηγών του. 
Η συγκεκριμένη έκδοση παρουσιάζει μεγάλη επικαιρότητα και στις μέρες μας, καθώς η ανάδυση του Ισλάμ απασχολεί όλο και περισσότερο τον «δυτικό» κόσμο, η δε εξάπλωσή του επιβάλλει την πολύπλευρη πληροφόρηση για τα βαθύτερα «πιστεύω» όσων το έχουν ασπαστεί. Καθώς μάλιστα το Ισλάμ δεν αποτελεί απλώς μία θρησκεία, αλλά ένα σύστημα σκέψης, κοσμοθεωρίας αλλά και πολιτικής οργάνωσης, η γνωριμία με τις βασικές αρχές του καθίσταται ενδιαφέρουσα. Βεβαίως, είναι γνωστό ότι το Ισλάμ έχει αντλήσει πάρα πολλά στοιχεία από τις διάφορες ιουδαιο-χριστιανικές παραδόσεις, εκφραστές των οποίων υπήρξαν οι λεγόμενοι «λαοί της Βίβλου». Από αυτή την άποψη το περιεχόμενό του σε κάποιες περιπτώσεις «συγγενεύει» με αυτές. Ωστόσο ο συγγραφέας αναδεικνύοντας απροκατάληπτα τις διαφορές και τις ομοιότητες, συστηματοποιεί τις επί μέρους «όψεις» του Ισλάμ και αναμετράται «διαλεκτικά» με τη διαχρονική του "δύναμη". 

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΠΑΛΛΑΔΑ (15 Ιανουαρίου)


Έλενα Σ. Χατζόγλου 
Ο ἅγιος Γεράσιμος Β´ Παλλαδᾶς, πατριάρχης Ἀλεξανδρείας εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς διαπρεπεῖς λογίους ἱεράρχες τῆς περιόδου τῆς τουρκοκρατίας, ποὺ γιὰ κάποιους λόγους παρέμεινε σχεδὸν στὴν «ἀφάνεια» ἐπὶ πολὺ χρόνο. Ὡστόσο κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή του διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἀκτινοβολία τῆς προσωπικότητός του, καθὼς καὶ τὴν πολύπλευρη πνευματική του δραστηριότητα. Ἔζησε τὸν 17ο αἰῶνα –μποροῦμε νὰ πιθανολογήσουμε τὸ ἔτος γεννήσεώς του κατὰ τὸ α´ ἥμισυ τοῦ αἰῶνα καὶ εἰδικώτερα μεταξὺ 1625 καὶ 1630– καὶ κοιμήθηκε τὸ 1714 στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπεδίου Ἁγίου Ὄρους. 
Γεννήθηκε στὴν Κρήτη καὶ ὡς τόπος καταγωγῆς του ἀναφέρεται τὸ χωριὸ Σκιλλοὺς τῆς ἐπαρχίας Πεδιάδος (νομοῦ Ἡρακλείου), τὸ ὁποῖο σήμερα ὀνομάζεται Καλλονή. Πατέρας του ἦταν ὁ πρωτοπαπᾶς τῆς Κρήτης Θεόδωρος Παλλαδᾶς καὶ μητέρα του ἡ Στυλιανή, τὸ γένος Μαρᾶ. Εἶχε δύο ἀδελφούς, τὸν πρωτοπρεσβύτερο Στέφανο, ὁ ὁποῖος ἐξ αἰτίας τῆς πολιορκίας τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Τούρκους –ποὺ ὁδήγησε στὴν κατάληψή της τὸ 1669– μετώκησε στὴ Ζάκυνθο, μαζὶ μὲ τὴν πολυμελῆ οἰκογένειά του, ὅπου καὶ θεμελίωσε τὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Πέρση, καὶ τὸν Ἰωάννη, συμβολαιογράφο στὰ Κύθηρα. Θεῖος του, ἀδελφὸς τοῦ πατέρα του, ἦταν ὁ γνωστὸς ἁγιογράφος Ἱερεμίας Παλλαδᾶς, τοῦ ὁποίου ἔργα τῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης κοσμοῦν πολλοὺς ναούς, ὅπως τὸ καθολικὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως στὴ Βηθλεέμ, τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης τοῦ Ὄρους Σινᾶ κ. ἄ. Ἡ οἰκογένειά του ἐκ πατρὸς ὑπῆρξε λευϊτικὴ καὶ ἀνέδειξε γνωστὲς προσωπικότητες στὴν Κρήτη. 
Σύμφωνα μὲ τὴ «Βιογραφία» τοῦ ἁγίου Γερασίμου –τὴν ὁποία συνέταξε (τὸ ἔτος 1785) ὁ Γεράσιμος Γ´ Γημάρης, μετέπειτα πατριάρχης Ἀλεξανδρείας (1783-1788)– ἀφοῦ ἔλαβε τὰ πρῶτα πνευματικὰ ἐφόδια ἀπὸ τὸν πατέρα του Θεόδωρο, μετέβη γιὰ σπουδὲς στὴ Βενετία. Ἡ μόρφωσή του φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε εὐρεῖα, καθὼς ἐγνώριζε ἄριστα τὴν ἀρχαία ἑλληνική, λατινικὴ καὶ ἑβραϊκὴ γλώσσα, καὶ κατεῖχε εἰς βάθος ἐπιστῆμες ὅπως εἶναι ἡ θεολογία, φιλοσοφία κ. λπ. 
Ἡ μεγάλη του μόρφωση τοῦ ἐπέτρεψε νὰ διδάξει ἐπὶ πολλὰ ἔτη σὲ διάφορα σχολεῖα τοῦ τουρκοκρατούμενου ἑλληνισμοῦ, σὲ περιοχὲς ὅπως ἡ Πελοπόννησος, ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Καστοριά, ὅπου, ἱερωμένος ὤν, ἀνῆλθε στὸν μητροπολιτικὸ θρόνο. Δὲν εἶναι γνωστὸ πότε ἀκριβῶς συνέβη αὐτὸ καὶ κάτω ἀπὸ ποιές συνθῆκες, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι σύντομα ἐπῆλθε ἡ καθαίρεσή του ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος, τὸ ἔτος 1668, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι ὑπῆρξε «ἐπιβάτης» τοῦ θρόνου. Πιθανώτατα τοποθετήθηκε στὴ θέση αὐτὴ μὲ πρωτοβουλία τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τὸ ὁποῖο, βεβαίως, δὲν ἀνεγνώρισε τὴν καθαίρεση. Ἀργότερα –λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογή του ὡς πατριάρχη Ἀλεξανδρείας– ὁ ἅγιος ἀνέλαβε ἐπιτροπικῶς καὶ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα τὴ μητρόπολη Ἀδριανουπόλεως. 
Ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἁγίου Γερασίμου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τοῦ ἁγίου Μάρκου ἔγινε στὶς 25 Ἰουλίου 1688 στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ πατριαρχίας τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Καλλινίκου Β´ τοῦ Ἀκαρνᾶνος. Ὁ ἅγιος Γεράσιμος μετέβη στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου παρέμεινε στὸν θρόνο μέχρι τὴν 15η Ἰανουαρίου 1710 ποιμαίνοντας θεοφιλῶς τὴν ἐπαρχία του. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πατριαρχίας του ταξίδευσε στὴν Οὑγγροβλαχία πρὸς ἀνανέωση τῶν δικαιωμάτων τοῦ πατριαρχείου σὲ μονὲς - μετόχια ἐκεῖ καὶ πρὸς εἴσπραξη τῶν ἐτησίων ὀφειλῶν τῶν μονῶν, ἀποβλέποντας γενικώτερα στὴν οἰκονομικὴ στήριξη τοῦ θρόνου, ἀλλὰ καὶ ἐπιθυμώντας νὰ προωθήσει στὴν τυπογραφία τῆς Βλαχίας ἔργα του ρητορικοῦ περιεχομένου, διδαχὲς καὶ ἐκκλησιαστικοὺς λόγους, τὰ ὁποῖα ἐν τέλει δὲν ἐξεδόθησαν. 
Μεγάλη ἔκταση καταλαμβάνει καὶ ἡ ἀλληλογραφία τὴν ὁποία ἀντήλλαξε ὁ ἅγιος, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σταδιοδρομίας του, μὲ ἐξέχουσες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς του, ὅπως εἶναι ὁ Γεράσιμος Βλάχος, ὁ Μελέτιος Συρῖγος, ὁ Γρηγόριος Μελισσηνός, ὁ Βαρθολομαῖος Συρόπουλος, ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης, ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος ὁ ἐξ ἀπορρήτων καὶ ὁ γιός του Νικόλαος, ὁ Καλλίνικος Ἀκαρνὰν καὶ ὁ Διονύσιος Μουσελίμης, οἰκουμενικοὶ πατριάρχες, ὁ Δοσίθεος καὶ ὁ Χρύσανθος Νοταρᾶς, πατριάρχες Ἱεροσολύμων, ὁ Μέγας Πέτρος, αὐτοκράτορας τῆς Ρωσσίας, ἡ μητέρα του Ναταλία, ὁ Κωνσταντῖνος Μπασαράμπας, ἡγεμόνας τῆς Οὑγγροβλαχίας κ. ἄ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία του ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν ἐπίσης τὰ ἔγγραφα - ἐγκύκλιοι, τὰ ὁποῖα συνέταξε πρὸς ἀντιμετώπιση διαφόρων ὑποθέσεων, ποιμαντικῆς καὶ διοικητικῆς φύσεως. Ὅλα μαρτυροῦν τὴ θεία χάρη, ἡ ὁποία φώτιζε τὴ σκέψη καὶ κατηύθυνε τὶς ἐνέργειές του, καθὼς καὶ τὴ σύνεση καὶ σοφία του. 


Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι ἐπίσης ἐκτεταμένο. Περιλαμβάνει ἐγχειρίδια, ὅπως θεολογίας, ρητορικῆς, λογικῆς, ποιητικὰ κείμενα, ὑμνογραφικά, λόγους ἐκκλησιαστικούς, ἐγκωμιαστικὰ ἔργα, συλλογὴ αἰνιγμάτων κ. ἄ. 
Εἶναι γεγονὸς ὅτι σὲ κάθε περίσταση τοῦ βίου του ἔδειχνε αὐταπάρνηση καὶ ταπείνωση ἀκολουθώντας τὸν δρόμο ποὺ τοῦ ὑπεδείκνυε ὁ Κύριος χάριν τῆς ἐκκλησίας. Ἔτσι πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου πορείας του, ἀρκετὰ ἡλικιωμένος καὶ ἀσθενής, φρόντισε νὰ τὸν διαδεχθεῖ στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ μητροπολίτης Λιβύης Σαμουὴλ Καπασούλης (1710-1723). Ὁ νόμιμος αὐτὸς διάδοχος, ὅμως, μετὰ τὴν ἐκλογή του ἀντιμετώπισε δυσκολίες, διότι ἐξελέγη ἀπὸ τὴ Σύνοδο τοῦ πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, ἐνῶ τὸ οἰκουμενικὸ πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως εἶχε προορίσει ὡς διάδοχο τοῦ γηραιοῦ πατριάρχη τὸν Κοσμᾶ τὸν Βυζάντιο. Ἂν καὶ ὁ ἀπελθὼν ἱεράρχης εἶχε ἀποφασίσει νὰ μεταβεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ συγκεκριμένα στὴ Μονὴ Βατοπεδίου γιὰ νὰ διαγάγει ἐκεῖ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου του, τὰ προβλήματα διαδοχῆς ἐβράδυναν τὴν ἀναχώρησή του. Παρέστη ἀνάγκη νὰ παραμείνει στὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ στηρίξει μὲ σύντονες ἐνέργειές του τὸν νεοεκλεγέντα πατριάρχη Σαμουὴλ προκειμένου αὐτὸς νὰ ἑδραιωθεῖ στὸν θρόνο. Καὶ ὅταν τοῦτο ἐπετεύχθη, ἀποφάσισε νὰ ὑλοποιήσει τὴν ἀπόφασή του καὶ ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Βατοπέδι τὸ ἔτος 1713. Γέρων πολὺ καὶ ἀδύναμος ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς ἀσθένειες κοιμήθηκε στὸν τόπο ποὺ ἐπέλεξε νὰ ἀναπαυθεῖ, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1714. 
Τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του σφράγισε ἡ μαρτυρία ὅτι ἀπὸ τὸν τάφο του εὐγῆκε καὶ ἅγιον λείψανον. Μάλιστα, στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Βατοπεδίου φυλάσσεται ἡ εὐωδιάζουσα ἱερή του κάρα. 
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος Παλλαδᾶς καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του ὑπῆρξε ἄνθρωπος ἀγάπης, πραότητος, ὑπομονῆς καὶ πίστεως, ἱερωμένος ἐργατικὸς καὶ νουνεχής, ἀκάματος θεράπων στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Τὸ βάθος τῆς σκέψεώς του, ὅπως διαφαίνεται στὸ ἔργο του, ἀποδεικνύει τὴν πνευματικότητα καὶ τὴν ὑψηλὴ θεωρία ποὺ τὸν διέκριναν. Προσέδιδε, ἐπίσης, πάντοτε σωτηριολογικὴ διάσταση στοὺς λόγους καὶ τὶς διδαχές του. Τὸ ἔργο του –εὐρύτατο σὲ ἔκταση– βρῆκε μεγάλη διάδοση στὴν καθ' ἡμᾶς ἀνατολή, τόσο τὸ ἐκδεδομένο, ὅσο καὶ τὸ ἀνέκδοτο, ποὺ σώζεται σὲ πολλοὺς χειρόγραφους κώδικες. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τὸν ἀναφέρουν ὡς σοφώτατο καὶ ἁγιώτατο πατριάρχη. Ἀφιέρωσε ὅλη τὴ ζωή του στὴν ὑπηρεσία τῆς ἐκκλησίας καὶ συνήργησε ἱερουργώντας καὶ κηρύσσοντας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐν ὀλίγοις ἡ ζωή του ὑπῆρξε χριστοκεντρικὴ καὶ ἀνθρωποκεντρική. 
Γιὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους καὶ πλείστους ἄλλους, τοὺς ὁποίους Κύριος οἶδεν, ἡ τόσο καλῶς κεκρυμμένη καὶ συγχρόνως λάμπουσα ἁγιότητά του ἀνεδείχθη ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὴ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, προέβη, κατόπιν ἐξετάσεως, στὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση τῆς παρὰ Θεοῦ ἀναδειχθείσης ἁγιότητος, διὰ «Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως ἁγιοκατατάξεως τοῦ ἐν ἁγίοις ἡμῶν Γερασίμου, τοῦ ἐπονομαζομένου Παλλαδᾶ, Πάπα καὶ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας», ποὺ ἐξεδόθη τὴν 17η Σεπτεμβρίου 2002, καὶ κατεχωρίσθη στὸν Ἱερὸ Κώδικα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας. Ὡς ἡμέρα ἑορτῆς τῆς μνήμης του ὁρίσθηκε ἡ 15η Ἰανουαρίου. Στὴν Πράξη αὐτὴ ἐπισημαίνεται γιὰ τὸν ἅγιο Γεράσιμο μεταξὺ ἄλλων ὅτι: πολύς τε ἐν σοφίᾳ καὶ μέγας ἐν ἀρεταῖς ἀναδειχθείς ... ἀκολουθήσας εὐαγγελικῶς τῷ Χριστῷ ἐκ νεότητος καὶ ἐν μέσῳ τῆς τοῦ κόσμου συγχύσεως ὡς φωστὴρ εὐσεβείας διαλάμψας, θεόπνους ἐν διδασκαλίαις ὑπάρξας καὶ συγκαταλύσας τὸν βίον ἐν λόγῳ σοφίας καὶ πράξει θεοφιλεῖ, διδάξας δὲ τοῖς πιστοῖς τὴν κατὰ Θεὸν παιδείαν καὶ τύπος αὐτοῖς γενόμενος ἐν λόγῳ τε, ἔργῳ καὶ ἀναστροφῇ, ἀναζωγραφήσας ἐν ἑαυτῷ τῶν πρόπαλαι Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τὰ προτερήματα καὶ τελειωθέντα ἀσκητικῶς ἐν τῇ κατὰ τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος Μεγίστῃ τοῦ Βατοπεδίου Μονῇ, ἐν ᾗ καὶ ἡ τιμία αὐτοῦ κάρα φυλάσσεται. 
Ἀποτελεῖ, λοιπόν, ἰδιαίτερη εὐλογία γιὰ κάθε πιστὸ ἡ προσκύνηση καὶ ἡ τιμὴ τῆς μνήμης ἑνὸς μεγάλου ἱεράρχη, ποὺ μέσα ἀπὸ τὴν ταπεινή του δράση ὑπέδειξε τὸν δρόμο τῆς κατὰ Θεὸν ζωῆς καὶ τῆς ἁγιότητος.

Δείτε τις σχετικές αναρτήσεις μας:

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

ΑΠΑΝΤΑ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΠΑΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ


Αγίου Γερασίμου Παλλαδά Άπαντα, τόμος Β', εισαγωγή- κριτική έκδοση Ελένη Σ. Χατζόγλου- Μπαλτά, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2018, σελ. 516 
Ο δεύτερος τόμος των Απάντων του αγίου Γερασίμου Παλλαδά περέχει 37 λόγους-ομιλίες του που αναφέρονται στις ακίνητες Δεσποτικές εορτές, οι οποίες σχετίζονται με βασικά γεγονότα της επίγειας ζωής του Ιησού Χριστού. Η διαχρονικότητα είναι γνώρισμα των εορτών αυτών, αφού έχουν κεντρική θέση μέσα στον εκκλησιαστικό χρόνο και συνδέονται με το μυστήριο της θείας Οικονομίας, του οποίου αποτελούν βασικούς σταθμούς. 
Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν από τον Άγιο Γεράσιμο για ποιμαντικούς σκοπούς, κατά την μακροχρόνια διακονία του ως Ιεράρχου της Εκκλησίας και μπορούν και σήμερα να ωφελήσουν πνευματικά τον αναγνώστη, καθώς αποτελούν αποκυήματα ενός αγιασμένου νου και αποστάλαγμα του βιώματος ενός μιμητή της κατά Θεόν πολιτείας. 
Οι λόγοι στο παρόντα τόμο αναφέρονται σε εορτές που έχουν επίκεντρο το Θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού στον ιστορικό χρόνο αλλά και την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα. Οι εορτές αυτές σύμφωνα και με την επίγεια ζωή του Ιησού είναι: Γέννηση του Χριστού, αγία Περιτομή, Υπαπαντή, Θεοφάνεια/Βάπτιση, Μεταμόρφωση και Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Δύο λόγοι στο τέλος του τόμου αναφέρονται «Εις την Κυριακήν προ των Φώτων και κατά Ιουδαίων» και «Εις την απόδειξιν της υιοθεότητος». 
Η εμπνευσμένη εκ μέρους του Αγίου προσέγγιση των θεμάτων, με την φώτιση προφανώς της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, αναδεικνύει τους λόγους του πηγή εμπνεύσεως και στήριγμα για την εν Χριστώ ζωή κάθε αγωνιζομένου Χριστιανού. 
Ο τρόπος εκφράσεως του συντάκτη των λόγων είναι κατά κανόνα απλός και προσιτός στον αναγνώστη. Επιπλέον μάλιστα με την χρησιμοποίηση παραδειγμάτων και εικόνων από την φύση και την ιστορία, αλλά και με τον αυθορμητισμό και ζωηρό ύφος του λόγου, η μελέτη των λόγων καθίσταται ενδιαφέρουσα και εποικοδομητική, αλλά πάνω απ’ όλα ψυχωφελής. 
Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει Εισαγωγή της επιμελήτριας της εκδόσεως κυρίας Ελένης Χατζόγλου – Μπαλτά, η οποία παρέχει σύντομη περιγραφή του θέματος της κάθε εορτής, καθώς και των ιδεών τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να αναφερθεί στην υπόθεση κάθε εορτής. Επίσης πριν τον κάθε λόγο ειδικά η επιμελήτρια δίνει μία συνοπτική παρουσίαση του περιεχομένου του λόγου που ακολουθεί, τονίζοντας τους κύριους άξονες και τα βασικά νοήματα σκέψεις που διέπουν την θεολογική σκέψη του Αγίου. 
Η προσεγμένη αυτή έκδοση του β΄ τόμου των Απάντων του Αγίου Γερασίμου Παλλαδά ευελπιστούμε ότι θα γίνει ευρέως αποδεκτή από το αναγνωστικό κοινό προς ωφέλεια και οικοδομή. Συνιστάται και, κατά την γνώμη μας, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει χρησιμότατο βοήθημα για τους διακόνους του θείου λόγου και του εκκλησιαστικού κηρύγματος, γιατί όντως η γραφίδα του φωτισμένου Πατριάρχου Αλεξανδρείας Γερασίμου ακολουθεί την αγιοπνευματική παράδοση των μεγάλων Θεολόγων και Πατέρων της Εκκλησίας.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2018

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΒΛΑΧΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Με αφορμή το δημοσίευμα του αγαπημένου της Ιδιωτικής Οδού Σταύρου Ζουμπουλάκη στην εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής (6-5-2018) σχετικά με την αντιϊσλαμική γραμματεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας και με την πρόσφατη έκδοση με τίτλο: Γερασίμου Βλάχου τοῦ Κρητὸς (1607-1685), Μητροπολίτου Φιλαδελφείας, Περὶ τῆς τοῦ Μωάμεθ θρησκείας καὶ κατὰ Τούρκων, Κριτικὴ ἔκδοση, εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια Ἀστέριος Ἀργυρίου, Ἡράκλειο 2017, θα πρέπει να αναφέρω με έμφαση, για την ιστορία, ότι η έκδοση αυτή δεν φέρνει στο φως για πρώτη φορά το συγκεκριμένο έργο, όπως υποστηρίζει (σ. ιβ΄) ο εκδότης του κειμένου, καθώς είχε ήδη προ ετών προηγηθεί η πρώτη του έκδοση (editio princeps). 


Πρόκειται για το εκτενέστατο άρθρο της Δρος Ελένης Χατζόγλου - Μπαλτά, στο οποίο γίνεται η κριτική έκδοση του κειμένου, συνοδευόμενη από εισαγωγή και σχόλια, και το οποίο δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Ἐπετηρὶς τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν», τόμος ΝΔ΄, 2010-2013, σελ. 19-106. 
Στην πρόσφατη έκδοση του κειμένου δεν γίνεται καμία αναφορά στην πρώτη του έκδοση, στην οποία θα έπρεπε να κάνει μνεία ο εκδότης για λόγους φιλολογικής και ιστορικής ακρίβειας.
Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί μία σύμπτωση: 
Ο τόμος με την εργασία της Έλενας Χατζόγλου περιλαμβάνει επιστημονικές εργασίες μέχρι το 2013, τη χρονιά, δηλαδή, που στο περιοδικό "Θεολογία" (84,1 σ. 133-166) δημοσιεύεται άρθρο του καθηγητή Αστέριου Αργυρίου, με τίτλο: "Η ελληνική πολεμική και απολογητική γραμματεία έναντι του Ισλάμ κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας". Ο καθηγητής Αργυρίου στο κείμενό του τονίζει πως η έκδοση του εν λόγω έργου, όπως και του "Κατά Ιουδαίων", του Γερασίμου Βλάχου του Κρητός "θα ήταν χρησιμότατη"! Και πράγματι μόλις είχε συμβεί από την Έλενα Χατζόγλου.
Να σημειώσουμε, ακόμα, πως τα δύο αυτά έργα του Γερασίμου Βλάχου είχε ανακαλύψει σε κώδικα της Μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους, ο αείμνηστος καθηγητής Μ.Ι. Μανούσακας και είχε κάνει σχετική ανακοίνωση το 1954. 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

"Από καρδίας" - ΜΝΗΜΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Χ. ΠΑΝΤΟΥ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Ἀπό καρδίας. Μνήμη Δημητρίου Πάντου, ἐπιμ. Π. Σοφούλης, Μ. Λίτινα, Χ. Καρανάσιος, Ἑλληνική Ἐπιτροπή Σπουδῶν Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης, Ἀθήνα 2016, σελ. 534 
Ὁ τόμος ἐπιγραφόμενος «Ἀπό καρδίας» εἶναι ἀφιερωμένος στήν μνήμη τοῦ ἀγαπημένου μας φίλου καί συναδέλφου Δημήτρη Πάντου, πού ἔφυγε πρόωρα ἀπό κοντά μας. Παραθέτω εὐθύς ἀμέσως τά ὀνόματα τῶν συμμετεχόντων στόν τόμο καί τούς τίτλους τῶν ἐργασιῶν τους: 
†ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. Χ. ΠΑΝΤΟΣ (1ο «Δύο ἀνέκδοτα πατριαρχικὰ σιγίλλια σχετικὰ μὲ τὴ μητρόπολη Φιλιππουπόλεως» 2ο «Άγνωστες πτυχές του Βουλγαρικού Εκκλησιαστικού Ζητήματος στην επαρχία Φιλιππουπόλεως (β´ μισό 19ου αι.» 3ο «Οι μαρτυρίες του Αρχείου της οικογένειας Γκιουμουσγκερδάνη σχετικά με την εξέλιξη του Βουλγαρικού Εκκλησιαστικού Ζητήματος στην επαρχία της Φιλιππουπόλεως, β´ μισό του 19ου αιώνα») 
ΜΑΝΟΛΗΣ ΒΑΡΔΗΣ («O Θεός στη μεταμοντέρνα λογοτεχνία. Η περίπτωση του Don DeLillo»)
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΡΙΤΣΗΣ («Οἱ ἑλληνικὲς μεταφράσεις λατινικῶν ἔργων τοῦ κώδ. ΜΠΤ 238 καὶ ἡ Δωδεκάβιβλος τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων») 
ΛΩΡΑ A. ΓΚΕΡΝΤ («Ο «Αθηναίος» Αντωνίν Καπούστιν») 
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΝΗΣ («Tὸ μαρτυρόλογιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Τραπεζουντίου σὲ ρουμανικὴ διασκευή, 1643») 
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΕΛΗΚΑΡΗ («Το σλαβικό υπόβαθρο της περιοχής της Φλώρινας. Η περίπτωση των τοπωνυμίων») 
ΗΛΙΑΣ Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ («Σλάβοι νεομάρτυρες της περιόδου της Τουρκοκρατίας στα ελληνικά νεομαρτυρολόγια») DOROTEI GETOV («A 14th-Century Greek Manuscript Revisited: Notes on the Capture of Serres and the Death of Stefan Dušan») 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ KAΒΒAΘΑΣ («Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος -Παπαγιάννης: Ο αγωνιστής Ιεράρχης της Επανάστασης») 
ΒENTZIΣΛAΒ KAΡAΒΑΛTΣEB («Η νησιωτική Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου: Mία άγνωστη σελίδα της εκκλησιαστικής ιστορίας») 
XΑΡΙΤΩΝ ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ («Ἀνέκδοτες ἐπιστολὲς Ἰωάννη Κομνηνοῦ-Ἱεροθέου Δρύστρας»)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΔΑΡΑΣ («Οι Σλάβοι και οι νομαδικοί λαοί την εποχή του Ιουστινιανού 527-565»)
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΜΗΣ («Ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους στὴν ἑλληνορθόδοξη παραδοσιακή της κατανόηση καὶ τό ‘ἔθνος’ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Σχέση ἢ ἀντίθεση») 
ΑNNA Ε. ΚΟΣΙΤΣΚΑΓΙΑ ‒ ΟΛΕΓΚ Β. ΛAΝΤA ‒ ΖANNA Λ. ΛEΒΣINA («Η υμνογραφία ως Area Orthodoxa στo πλαίσιo του Προγράμματος «Η λειτουργική κληρονομιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας»)
ΓΙΟΥΡΑ KΩNΣΤΑΝΤΙΝΟΒΑ («Η διάσπαση του ρουμ μιλλετί: μερικά ελληνο-βουλγαρικά παραδείγματα») 
ΜΑΡΙΑ ΛΙΤΙΝΑ («Το Βουλγαρικό Ζήτημα και ο μητροπολίτης Βάρνας και Πρεσλάβας Συμεών 1840-1937») 
ΜΠΟΡΙΣ MAΡΙΝΟB («Ένα έγγραφο για τις ελληνοβουλγαρικές εκκλησιαστικές σχέσεις του 1926 από το αρχείο του Ακαδημαϊκού Στέφαν Τσανκώφ») 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΧΟΣ («Ὄψεις ἀλληλεπίδρασης μεταξὺ ὁμολογιακῶν ἐρίδων στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη καὶ πνευματικῆς κίνησης στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς 16ο-17ο αἰῶνες») 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ («Ἀναφορὰ στὴ ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Μιχαὴλ Μπακούνιν 1814-1876»)
ΤATIANA ΜΠΟΡΙΣΟΒΑ («Το κάλλος και η ωραιότητα στις σλαβικές μεταφράσεις της βυζαντινής υμνογραφίας βάσει των εκκλησιαστικών σλαβονικών εκδοχών του Μεγάλου Κανόνα του Αγ. Ανδρέου Κρήτης») 
ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Δ. ΠΑΠΑΘΩΜΑΣ («Αντιστοιχήσεις Πρωτείου και Συνοδικότητας στην Α΄ Εκκλησιακή χιλιετία και στη Β΄ Ρωμαιοκαθολική χιλιετία») 
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Φ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ («Ὁ «Βίος τῆς ἁγίας Ἑλένης» σὲ δημώδη ἀπόδοση ἀπὸ τὸν Εὐθύμιο Τζιμπλέτη, λόγιο ζακυνθινὸ νοτάριο τοῦ 17ου αἰώνα») 
ΣΒΕΤΟΣΛΑΒ ΡΙΜΠΟΛΟΦ («Ἡ σημασία τοῦ ὅρου ‘φύσις’ στὴν Ἀρχαιότητα καὶ ἡ χριστολογικὴ χρήση της στοὺς Πατέρες») 
ΠΑΝΟΣ ΣΟΦΟΥΛΗΣ («Η εξέλιξη των βυζαντινών σπουδών στην ανατολική Κεντρική Ευρώπη»)
ΜΙΧΑHΛ ΣΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ («Τὸ αἴτημα γιὰ συγκρότηση ψαλτικῶν χορῶν στὶς ἐκκλησίες τῆς Κωνσταντινουπόλεως τέλη 19ου ‒ ἀρχὲς 20οῦ αἰ.») 
Ἀρχιμ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΥΦΑΝΤΙΔΗΣ («Ἡ Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος ἐπὶ τῇ Συγκλήσει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας») 
ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ («Ἡ χρήση τοῦ παραδείγματος στὴν Τέχνη Ῥητορικῆς τοῦ Φραγκίσκου Σκούφου») 
YORDAN ZHELEV («The Bulgarian diplomatic representatives in Constantinople, 1879-1927 (Necessary biographical and chronological corrections») 
Εἶναι εὐνόητο ὅτι μέ τόν ὀγκώδη τόμο «Ἀπό καρδίας» ἀποτίουμε τόν ἐλάχιστο φόρο τιμῆς στήν μνήμη τοῦ ἀξέχαστου Δημήτρη Πάντου.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ: ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ


Εἰσήγηση τῆς Δρος Ἕλενας Χατζόγλου στὸ Διεθνὲς Διαπανεπιστημικὸ Ἑλληνορωσικὸ Συνέδριο μὲ θέμα: «Ἡ ἱεραποστολική, φιλολογικὴ καὶ πολιτιστικὴ προσφορὰ τῶν ἁγίων Ἰσαποστόλων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου στοὺς Σλάβους. Ἀφετηρία γιὰ τὴν ἐμβάθυνση τῶν σχέσεων Ἑλλάδας - Ρωσίας», Πατριαρχικὴ Ἀνώτατη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀκαδημία Κρήτης - Ἰνστιτοῦτο Ἑλληνικῆς Γλώσσας, Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ Πολιτισμοῦ. Ἡράκλειο, 4-6 Νοεμβρίου 2016

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΥ


Δρ ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ: Διάλογος περὶ ζωῆς καὶ Θανάτου τοῦ Νικολάου Μαυροκορδάτου (εκδόσεις ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ, 2016)
Ἡ ἔκδοση τοῦ ἔργου Διάλογος περὶ ζωῆς καὶ Θανάτου τοῦ Φαναριώτη Νικολάου Μαυροκορδάτου (1670-1730) ἐμπλουτίζει βιβλιογραφικῶς τὸ σύνολο τῆς ἐργογραφικῆς του παραγωγῆς καὶ παράλληλα ἀποτελεῖ δεῖγμα τῶν πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων τῶν λογίων τῆς ἐποχῆς του, καθὼς ἐντάσσεται στὸ κλίμα τῶν φιλοσοφικῶν ἐνασχολήσεων τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου. 
Ἡ συγκεκριμένη ἔκδοση εἶναι φιλολογική· συνοδεύεται ἀπὸ εἰσαγωγή, πραγματολογικὸ σχολιασμὸ καὶ νεοελληνικὴ ἀπόδοση. Ἡ πολύπλευρη ἀνάλυση τοῦ κειμένου ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται στὸ βιβλίο, συμβάλλει στὴν ἀξιοποίησή του, σὲ ἐπίπεδο φιλοσοφικό, ρητορικό, θεατρολογικὸ καὶ ἐκπαιδευτικό.

Ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος, τοιχογραφία στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Ἕλενα Χατζόγλου 
Ἡ ζωὴ τοῦ συγγραφέα μπροστὰ στὸν θάνατο
Δύο παράλληλα κείμενα μὲ κοινὸ θέμα παρουσιάζονται στὸ βιβλίο μὲ τίτλο: David Hume, Ἡ δική μου ζωή. Oliver Sacks, Σκέψεις γιὰ τὸν ἐπικείμενο θάνατο, μετάφρ. Ἄννυ Σπυράκου – Κώστας Πόταγας, Ἄγρα, Ἀθήνα 2015. Πρόκειται γιὰ μορφὲς αὐτοβιογραφίας δύο ἀναγνωρισμένων στὴν ἐποχή τους συγγραφέων, οἱ ὁποῖες πραγματεύονται τὴ ζωή τους μέχρι τὴ στιγμὴ διάγνωσης τῆς ἀνίατης ἀσθένειάς τους. 
Κοινὸς τόπος τῶν δύο ἐξομολογητικῶν αὐτῶν κειμένων εἶναι –ἐκτὸς ἀπὸ τὴ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ ἐπικείμενου θανάτου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αὐτοκριτικὴ διάθεση καὶ τὸν ἀπολογισμὸ τῆς μέχρι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ πορείας τους– καὶ ἡ στάση ἀπέναντι στὴν ἴδια τὴ συγγραφική τους ἀποστολή. 
Ὁ φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιοὺμ (1711-1776) περιγράφει τὴ ζωή του σηματοδοτώντας ὡς καίριους σταθμούς της τὴ συγγραφὴ καὶ ἔκδοση τῶν βιβλίων του. Ἡ ζωὴ τοῦ συγγραφέα εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ παραγόμενο ἔργο. Τὰ νήματά της πλέκονται στοὺς στήμονες τῆς συγγραφῆς· κατὰ τὰ γραφόμενά του: «Ἡ ἀφήγηση αὐτὴ λίγα πράγματα θὰ περιέχει πέρα ἀπ’ τὴν ἱστορία τῶν γραπτῶν μου, καθὼς ὅλη σχεδὸν ἡ ζωή μου ἀναλώθηκε σὲ συγγραφικὲς ἐπιδιώξεις καὶ ἀσχολίες» (σ. 7). Ὅλα ἀξιολογοῦνται μὲ γνώμονα τὸ συγγραφικὸ ἔργο, ἀκόμα καὶ ὁ ἀνθρώπινος χαρακτήρας. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ αὐτοκριτική, τὴν ὁποία ἐπιχειρεῖ, δικαίως συνδέεται μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῶν ἔργων του: «Ἀκόμη καὶ ἡ λατρεία τῆς συγγραφικῆς μου φήμης, ποὺ στάθηκε τὸ κυρίαρχο πάθος μου, δὲν μὲ ἔκανε ποτὲ πικρόχολο, παρὰ τὶς συχνὲς ἀπογοητεύσεις μου» (σ. 23). 
Ἡ ἀποτίμηση τοῦ βίου του ὕστερα ἀπὸ τοὺς πολυετεῖς συγγραφικοὺς ἀγῶνες δὲν ἀποτελεῖ τόσο τροφὴ γιὰ ματαιοδοξία, ὅσο ἀφορμὴ προσωπικῆς δικαίωσης γιὰ τὸ πάθος ποὺ ἐπέδειξε στὴ ζωή του. Καὶ παρότι δὲν προβληματίζεται οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ζωή, νιώθει ἥρεμος ποὺ ἀφήνει τὸ στίγμα τοῦ ἔργου του στὸν κόσμο ὅπου ἔζησε. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ κατὰ πολὺ μεταγενέστερός του νευρολόγος Ὄλιβερ Σὰκς (1933-2015), συγγραφέας καὶ αὐτός, ἔχοντας μία ἀρκετὰ διαφορετικὴ ἰδιοσυγκρασία, στρέφεται καὶ πάλι στὸ συγγραφικὸ ἔργο προκειμένου νὰ ἀποτιμήσει τὸν φθίνοντα ἐπίγειο βίο του: «Συνευρέθηκα μὲ τὸν κόσμο. Συνευρέθηκα μαζί του μὲ τὸν ξεχωριστὸ τρόπο ποὺ ἀπολαμβάνουν οἱ συγγραφεῖς καὶ οἱ ἀναγνῶστες» (σ. 30). 
Κατὰ τρόπο ἔμμεσο καὶ ὁ Σάκς, ποὺ ἐπίσης δὲν ὁρίζει μὲ μεταθανάτιους ἢ μὲ θρησκευτικοὺς ὅρους τὸ ἐπικείμενο «τέλος» του, ἀποδίδει στὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς του. Στὴ συγγραφὴ ὀφείλεται ἡ διαλεκτική του σχέση μὲ τὴν κοινωνία, αὐτὴ θεωρεῖ ὡς προνόμιο καὶ προσφορά, αὐτὴ καταθέτει ὡς συμβολὴ σὲ ἕναν κόσμο ἑτερόκλητο, ἢ καὶ προβληματικό. 
Ἑπομένως καὶ τὰ δύο κείμενα συγκλίνουν σὲ μία κοινὴ συνθήκη, αὐτὴ τοῦ συγγραφέα – δημιουργοῦ, ποὺ ἂν καὶ ἀνήμπορος νὰ ἑρμηνεύσει μὲ τὴ λογικὴ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο, βιώνει τή, σχεδὸν ἄρρητη, ἠθικὴ ἱκανοποίηση ὅτι προσέφερε στὸν κόσμο κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, συμβάλλοντας στὴν καλυτέρευσή του.

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Η "ΤΕΧΝΗ" ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ


Ἕλενα Χατζόγλου 
Ἡ «τέχνη» τοῦ νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος, κατὰ τὸν Ἄρθουρ Σοπενχάουερ 
Ἂν ὅλα ὅσα συνιστοῦν τὴ ζωὴ μποροῦν, σὲ θεωρητικὸ - φιλοσοφικὸ ἐπίπεδο, νὰ ἀναχθοῦν σὲ μορφὲς «τέχνης», τότε καὶ ἡ ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας δύναται κάλλιστα νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς «τέχνη» καὶ μάλιστα κορυφαία. Κάτι τέτοιο δικαιώνει καὶ τὸν Ἄρθουρ Σοπενχάουερ (1788-1860), δημιουργὸ τοῦ βιβλίου: «Ἡ τέχνη τοῦ νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος» (εἰσαγωγὴ - ἐπιμέλεια Franco Volpi, μετάφραση Μυρτὼ Καλοφωλιᾶ, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2015). 
Τὸ βιβλίο εἰδολογικῶς ἀνήκει στὸν χῶρο τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας. Χωρὶς νὰ εἶναι ἐκλαϊκευμένο προσαρμόζεται στὸ ἐπίπεδο καὶ τὶς διανοητικὲς (ἀκόμα καὶ ψυχολογικὲς) ἀνάγκες τοῦ μέσου ἀναγνώστη. Ὁ Σοπενχάουερ, ποὺ ἔχει θεωρηθεῖ ‒ μὲ βάση τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του ‒ ὡς ἐκφραστὴς τοῦ πεσιμισμοῦ, ἔχει λόγο καὶ κάθε «δικαίωμα» νὰ ὑπερμάχεται τῆς εὐτυχίας καὶ νὰ γνωρίζει μεθοδεύσεις καὶ «τεχνικὲς» κατάκτησής της. Αὐτὲς ἀκριβῶς ἐκθέτει στὸ συγκεκριμένο ἔργο, ποὺ ἔχει μάλιστα τὸν παράλληλο τίτλο: «Εὐδαιμονολογία» ἢ «Εὐδαιμονική». Τὴ σύλληψή του καθόρισε ἡ πεποίθηση ὅτι «εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναζητήσουμε κανόνες συμπεριφορᾶς καὶ ζωῆς ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ περιορίσουμε τὰ βάσανα καὶ τὰ χτυπήματα τῆς μοίρας, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ κατακτήσουμε, ἂν ὄχι τὴν ‒ ἀνέφικτη ‒ ἀπόλυτη εὐτυχία, τουλάχιστον τὴ σχετικὴ εὐδαιμονία, ποὺ ἐπιφέρει ἡ ἀπουσία πόνου» (σελ. 14). 
Ἡ ἐμπειρικὴ εὐφυΐα τοῦ συγγραφέα τὸν ὁδηγεῖ σὲ διάφορες παραμέτρους γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς εὐτυχίας, ποὺ ὅλες κατατείνουν ‒ἂν καὶ ἐκκινοῦσες ἀπὸ διαφορετικὴ ἀφετηρία‒ στὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Πρόκειται γιὰ πενήντα «Κανόνες ζωῆς», ὅπως τοὺς ὀνομάζει, ποὺ μποροῦν σχηματικὰ νὰ συνοψιστοῦν σὲ Κανόνες συμπεριφορᾶς ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας καὶ Κανόνες ἀπέναντι στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Βασικὴ ἔννοια ποὺ διέπει τοὺς περισσότερους ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ ἀπόλυτη εὐτυχία ἀποτελεῖ χίμαιρα, ἐνῶ ζητούμενο γιὰ τὸν ἄνθρωπο θὰ πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἀποφυγὴ τῶν βασάνων καὶ τοῦ πόνου. Ἡ ζήλεια καὶ ἡ ματαιοδοξία γεννοῦν πολὺ συχνὰ τὰ δεινὰ αὐτά, ἐξ οὗ καὶ εἶναι εὐκταία ἡ ἀποφυγή τους. Συνηθέστατα, ἄλλωστε, ὁ ἄνθρωπος πελαγοδρομεῖ ἀνάμεσα σὲ πόθους καὶ φιλοδοξίες ποὺ δὲν τοῦ ἁρμόζουν, ἐπηρεασμένος ἁπλῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς «ἐπιτυχίας» ἄλλων ἀνθρώπων· «γι’ αὐτὸ καὶ φθονεῖ πολλοὺς γιὰ καταστάσεις καὶ συνθῆκες ποὺ ὡστόσο εἶναι προσαρμοσμένες ἀποκλειστικὰ στὸν δικό τους χαρακτήρα καὶ ὄχι στὸν δικό του καὶ μέσα στὶς ὁποῖες θὰ ἔνιωθε δυστυχισμένος καὶ ποὺ ἀκόμα ἴσως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀντέξει» (σελ. 38). 
Ἔπειτα, σὲ συνάφεια μὲ τὸ πνεῦμα μετριοπάθειας καὶ ρεαλισμοῦ ποὺ χαρακτηρίζει τὸν Σοπενχάουερ στὸ συγκεκριμένο ἔργο, διατυπώνεται ἡ ἄποψη ὅτι τὴν εὐτυχία καὶ τὴν ἡρεμία μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει ἡ διαπίστωση ὅτι πολλὰ γεγονότα συμβαίνουν μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀναγκαιότητας. Ἄρα, ἀκόμη καὶ ἂν διάφορες καταστάσεις πρὸς στιγμὴν φαίνονται ὡς ἐπαχθεῖς καὶ ἀνεπιθύμητες, εἶναι ἀναπόφευκτες καὶ πιθανὸν νὰ ἀποβοῦν, μακροπρόθεσμα, ὡς ἐπωφελεῖς. 
Καίρια εἶναι ἡ διαπίστωση τοῦ συγγραφέα ὅτι ἡ δυστυχία ἢ ἡ εὐτυχία δὲν καθορίζονται ἀπὸ ἐξωτερικοὺς παράγοντες ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐσωτερικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος διάκειται ἀπέναντί τους, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ προδιάθεση, ποὺ νοηματοδοτεῖ θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει. Καὶ αὐτὸ γίνεται δυνάμει τῆς ἐλεύθερης βούλησης, ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο τὸ ἴδιο γεγονὸς νὰ τὸ «χρωματίζει», ὅπως θέλει, μὲ βάση τὴν προαίρεσή του καὶ νὰ διαμορφώνει ἔτσι τὴ δύσθυμη ἢ εὔθυμη ἐσωτερική του κατάσταση. 
Εἶναι κοινὸς τόπος μεταξὺ τῶν πρακτικῶν φιλοσόφων διαχρονικὰ ἡ ἀντίληψη ὅτι οἱ διάφορες ψυχικὲς ἐξάρσεις (π.χ. ὑπέρμετρη χαρὰ καὶ ἀπύθμενος πόνος) ‒οἱ ὁποῖες κατὰ κανόνα δὲν ἐρείδονται στὴν πραγματικότητα ἀλλὰ συνδέονται μὲ τὴ φαντασία καὶ τὸν ὑποκειμενισμὸ‒ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποφευχθοῦν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ στοχασμοῦ καὶ τῆς ὥριμης σκέψης. Αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀκόμα «Κανόνας» τοῦ Σοπενχάουερ: «Ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν εὐτυχία καὶ τὴ δυστυχία μας πρέπει νὰ τὸ προσεγγίζουμε μόνο μὲ τὴν κρίση μας» (σελ. 71). Ἡ λογικὴ εἶναι ποὺ παρέχει τὶς προϋποθέσεις, ὅπως τὴν κατάλληλη νοητικὴ διεργασία ἀλλὰ καὶ τὸν χρόνο, ὥστε νὰ ἐπεξεργαστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὰ δεδομένα τῆς συνείδησής του καὶ νὰ ἀποτιμήσει ὅ,τι συνιστᾶ τὴν εὐτυχία. 
Ὡς κορωνίδα ὅλων, ὅμως, τίθεται ἡ ἀναγκαιότητα νὰ οἰκοδομηθεῖ ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ ἀπὸ αὐτὴν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νὰ ἀντλοῦνται εὐτυχία καὶ ἱκανοποίηση. Ἡ συνείδηση, ἡ προσωπικότητα ἐν γένει, εἶναι τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ κατ’ ἐξοχὴν νὰ ἐλέγξει ὁ ἄνθρωπος καθιστώντας το πηγὴ τῆς εὐδαιμονίας του. Ἡ προσωπικότητα τοῦ εἶναι προσιτότερη περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἢ ἀπὸ τυχὸν ὑλικὰ ἀγαθά. Αὐτὴ τὸν συνοδεύει παντοῦ, αὐτὴ μπορεῖ νὰ τοῦ ἐμπνέει εὐχάριστα αἰσθήματα καὶ νὰ ἀνατροφοδοτεῖ τὴν αὐτοεκτίμησή του. Μὲ αὐτὴ τὴν καταληκτήρια διαπίστωση, μὲ αὐτὸ τὸν «Κανόνα» ὡς ἐπιστέγασμα τῆς ἐμπειρικῆς ἀναζήτησης τῆς εὐτυχίας καταλήγει ὁ φιλόσοφος τὸ «ταξίδι» τῆς πραγματείας του αὐτῆς. Καὶ συνοψίζει τὸ πρόταγμά του στὴν παρακάτω διατύπωση: «μποροῦμε νὰ κερδίσουμε πολὺ περισσότερα χρησιμοποιώντας τὶς δυνάμεις μας γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε τὴν προσωπικότητά μας παρὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε ἀγαθά· … αὐτὸ ποὺ εἴμαστε συμβάλλει πολὺ περισσότερο στὴν εὐτυχία ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχουμε!» (σελ. 122-123). 
Ὡς εὐχὴ ἐπίκαιρη, θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ παραπάνω διατύπωση περὶ εὐτυχίας, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ στερεύουν ὁλοένα καὶ περισσότερο οἱ πηγὲς εὐτυχίας οἱ προερχόμενες ἀπὸ κρατικοὺς ἢ συλλογικοὺς φορεῖς, σὲ μία χώρα ποὺ οἱ «πολιτικές» της πληγώνουν καὶ ἡ εὐτυχία πρέπει σαφέστατα νὰ ἀντλεῖται ἀπὸ τὰ ἀποθέματα τῆς προσωπικότητας ἀνθρώπων μὲ πραγματικὴ «ἀξία» καὶ ‒πράγμα ζητούμενο‒ μὲ ἀληθινὲς «ἀξίες».

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Σχόλιο στο δοκίμιο "Περί βάθους" του Αλεξάντερ Πόουπ

Προσωπογραφία του Aλέξανδρου Πόουπ (1688-1744)

Ἕλενα Χατζόγλου 
Σχόλιο στὸ δοκίμιο Περὶ βάθους τοῦ Ἀλεξάντερ Πόουπ 
Τὸ δοκίμιο Περὶ βάθους τοῦ Ἀλεξάντερ Πόουπ ἀποτελεῖ μία ἐνδιαφέρουσα καυστικὴ περέμβαση στὴν κρατούσα ἀντίληψη γιὰ τὴ λειτουργία τῆς ποίησης καὶ τὸν τρόπο σύνθεσής της. Τὸ ἔργο στὸ σύνολό του συνιστᾶ μία παρωδία τῆς ἀνάλογης ὑφολογικῆς πραγματείας Περὶ ὕψους[1] τοῦ Διονυσίου Λογγίνου (1ος αἰ. μ. Χ.). Τὸ «βάθος», κατὰ τὸν Πόουπ, τοποθετεῖται στὸν ἀντίποδα τοῦ «ὕψους»· στὴν πραγματικότητα ὅμως καὶ τὰ δύο ἀποτελοῦν τὶς ὄψεις τοῦ ἰδίου νομίσματος. Ἐνῶ λοιπὸν τὸ ὕψος ἔχει ὡς γνώρισμα τὴν ἔξαρση, τὴν ἀνάταση καὶ ὑπεροχή, ἀπὸ πλευρᾶς τόσο μορφῆς ὅσο καὶ περιεχομένου, τὸ βάθος συνδέεται περισσότερο μὲ τὴ σοβαρότητα τῶν διανοημάτων καὶ τὴν ἀνάλογη ἔκφρασή τους. 
Εἰδικότερα, ἔχει ἐπικρατήσει νὰ θεωρεῖται ὡς γνώρισμα τοῦ βάθους ἡ ἐμβρίθεια καὶ ὁ ἐντυπωσιασμός, ὅμως συνήθως αὐτὰ ἀποτελοῦν περισσότερο μία ἐπιφανειακὴ προσέγγιση σὲ θέματα καὶ πρόσωπα παρὰ τὴν ἐμβάθυνση στὴν οὐσία τους. Στὸ συγκεκριμένο ἔργο στηλιτεύεται ἔμμεσα καὶ σατιρικὰ ἡ μεγαλοστομία καὶ ἡ σοβαροφάνεια ὡς χαρακτηριστικὰ τοῦ «ποιητικοῦ βάθους», ἐνῶ ἐπισημαίνεται ὅτι τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς αὐθεντικῆς ποίησης εἶναι ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ «ἀθωότητα» καὶ σκοπός της νὰ τέρπει καὶ νὰ διδάσκει. Ὅμως, καθὼς αὐτὸ τὸ πρωταρχικὸ κίνητρο τῶν ποιητῶν ἐκφυλίζεται, ἐκπίπτει στὴν ἀνάγκη τους γιὰ ὄφελος καὶ γιὰ κέρδος. Καὶ ὅσο μεγαλύτερη εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, τόσο πιὸ ἐπιτηδευμένο καὶ ἐπίπλαστο γίνεται καὶ τὸ «βάθος». 
Φυσικά, ὅλα ὅσα μέσα στὸ ἔργο δίνονται ὡς «συνταγὲς» ἐπίτευξης τοῦ βαθυστόχαστου ὕφους, παρουσιάζονται εἰρωνικὰ καὶ ἐνῶ προτείνονται ὡς ἐνδεδειγμένα ὑφολογικὰ μέσα, μὲ παιγνιώδη σοβαρότητα ὑπονοεῖται ἡ ἀπαξίωσή τους. Πολὺ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἰρωνείας εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὶς διάφορες μορφὲς ὕφους: «ἡ σκοτεινότητα χαρίζει κάτι τὸ θαυμαστὸ καὶ προσδίδει μία σιβυλλικὴ μεγαλοπρέπεια σὲ λόγια ποὺ δὲν σημαίνουν ἀπολύτως τίποτα» (σ. 63). Ἐπίσης, συχνὰ τὰ εὐφυολογήματα ἀποδίδουν τὴν ἐπίπλαστη αἴσθηση τοῦ βάθους, καθὼς ἡ κενότητά τους εἶναι εὔκολο νὰ παραπλανήσει τὸν ἀποδέκτη. 
Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς παρωδίας ὡς πρὸς τὴ σύνθεση ἑνὸς ποιήματος ἐμπεριέχεται στὴν παρακάτω ἀξιωματικὴ διατύπωση: «γιὰ τὴ σύνθεση ἑνὸς ποιήματος: εὔκολα τὸ γράφει ἕνας ἰδιοφυής, ἡ μεγάλη τέχνη ὅμως ἔγκειται στὸ νὰ τὸ γράφεις χωρὶς νὰ διαθέτεις καμία ἰδιοφυΐα» (σ. 83). 
Τὸ δοκίμιο αὐτὸ τοῦ Πόουπ ἀντικατοπτρίζει μία γενικευμένη στὴν ἀνθρώπινη κοινωνία νοοτροπία ἐπιφανειακότητας (ἀντὶ γιὰ οὐσιαστικὸ βάθος), ἡ ὁποία καλύπτει ποικίλες ἐκφάνσεις τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καὶ ὄχι μόνο τὴν ποιητική. Μάλιστα διαθέτει διαχρονικότητα, καθὼς ἡ κενότητα λόγων καὶ ἤθους δὲν ἀποτελοῦσε φαινόμενο μόνο τῆς ἐποχῆς τοῦ συγγραφέα. Τὸ κείμενο «φωτογραφίζει» ἀνθρώπους προβεβλημένους μὲ τὴ βοήθεια τῆς δημαγωγίας, τοῦ κομπασμοῦ καὶ τῆς αὐθαίρετης νομῆς θέσεων καὶ ἐξουσίας. Σὲ πολλὲς ἐπαγγελματικὲς κατηγορίες ἀνεπαρκεῖς ἄνθρωποι «κρύβονται» πίσω ἀπὸ τὸ «βάθος» τῶν λόγων καὶ ἔργων τους. Καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπίσης γοητεύονται ἀπὸ τὴ «ρηχότητα» τῶν ἐπαγγελιῶν, ἀπὸ τὰ στρεβλὰ ἀλλὰ βολικὰ κριτήρια καὶ ἀπὸ τὴν ἀναξιοκρατικὴ ἀνέλιξη. 
__________________________
[1] Ἀλεξάντερ Πόουπ, Περὶ βάθους. Μία πραγματεία τοῦ Μαρτίνους Σκρίμπλερους γιὰ τὴν τέχνη τῆς βύθισης στὴν ποίηση, μετάφραση: Θοδωρῆς Δρίτσας, Κώστας Σπαθαράκης,ἐπίμετρο: Ἀγγέλα Γιώτη, ἐκδ. Ἀντίποδες, Ἀθήνα 2015.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΩΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ


Ἕλενα Χατζόγλου 
Ἡ Νοσταλγία ὡς ἀναζήτηση τοῦ Εἶναι 
Γιὰ τὴ νοσταλγία ὡς κοινὸ τόπο στὶς διάφορες λογοτεχνικὲς παραδόσεις ἔχουν γραφεῖ ἀρκετά, μὲ τελευταία ἀξιόλογη ἔκδοση τὸ βιβλίο τῆς Μπαρμπαρὰ Κασσέν, Ἡ Νοσταλγία. Πότε λοιπὸν εἶναι κανεὶς σπίτι του; (εἰσαγωγὴ - μετάφρ. – σημειώσεις Σεσὶλ Ἰγγλέση Μαργέλλου, ἐκδόσεις Μελάνι, Ἀθήνα 2015). Τὸ θέμα ἀπασχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ τὴ λογοτεχνικὴ παραγωγὴ στὸν βαθμὸ ποὺ ἐνδιαφέρει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς γιὰ ποικίλους λόγους, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ μετανάστευση, τὴν προσφυγιά, τὸν ἑκούσιο ἢ ἀκούσιο ἐκπατρισμό, μὲ κίνητρα οἰκογενειακά, μορφωτικὰ κ.λπ. 
Ἡ προσέγγιση τῆς νοσταλγίας σὲ λογοτεχνικὸ ἢ φιλοσοφικὸ ἐπίπεδο ἀποφέρει κάθε φορὰ διάφορα συμπεράσματα, ποὺ φωτίζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὰ κίνητρα τῶν πράξεών της. [Σχηματικὰ αὐτὰ συνοψίζονται στὸ ἐν λόγῳ βιβλίο στὶς σελ. 61-64]. Οἱ προσεγγίσεις συγκλίνουν περίπου στὸ ὅτι ὑπάρχει ἡ νοσταλγία «κλειστοῦ» τύπου, ποὺ ἀφορᾶ κάτι πολὺ συγκεκριμένο, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιστρέψει στὴν «πατρίδα» καὶ νὰ ἐπανασυνδεθεῖ μὲ τὶς ρίζες του (ἀντιπροσωπευτικότερη εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ὀδυσσέα, στὴν Ὁμήρου Ὀδύσσεια)· στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ νοσταλγία ἀναφέρεται στὸ παρελθὸν τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ παλαιὰ θετικὰ ἢ ὡραιοποιημένα βιώματα. Παράλληλα μὲ αὐτήν, κινεῖται καὶ ἡ νοσταλγία γιὰ τὸ ἐπιδιωκόμενο ‒συγκεκριμένο, ἀλλὰ διαρκῶς ἀνεκπλήρωτο‒ μέλλον (ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Μωϋσῆ καὶ τῶν Αἰγυπτίων, ποὺ νοσταλγοῦν, δηλαδὴ «λαχταροῦν», τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας). 
Σὲ ἕνα πιὸ προηγμένο ἐπίπεδο ὅμως, ἡ νοσταλγία μπορεῖ νὰ εἶναι «ἀνοιχτοῦ» τύπου, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν ἐπανέρχεται μὲν στὸν ἑαυτό της, δὲν ἐνεργοποιεῖ μηχανισμοὺς ἀνάμνησης, οὔτε ἀναπόλησης, ἀλλὰ ἀναζητᾶ διαρκῶς κάτι ἔξω ἀπὸ αὐτὴν –σὲ μία προσπάθεια πλήρωσής της–, ἀναζητᾶ τὴν αὐτοπραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπινου Εἶναι, χωρὶς ὅμως νὰ προσδιορίζει ἀκριβῶς μὲ τί.
Αὐτή, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Νεοέλληνα στὶς μέρες μας, ὁ ὁποῖος στὴν πλειοψηφία τῶν περιπτώσεων «νοσταλγεῖ» κάποιες καλὲς ἢ καλύτερες μέρες, ποὺ εὐελπιστεῖ ὅτι θὰ ἔρθουν. Δὲν μπορεῖ νὰ τὶς τοποθετήσει ἀναλογικὰ στὸ ἐγγὺς ἢ ἀπώτερο ἱστορικὸ παρελθόν του, γι’ αὐτὸ καί, τουλάχιστον σὲ ἐπίπεδο πολιτικῆς ζωῆς, πειραματίζεται διαρκῶς μὲ κάτι νέο, ἀμφιβόλου πάντως ποιότητας ἢ ἀποτελεσματικότητας. Ἐπὶ πλέον, δοκιμάζει πιθανὲς προκλήσεις, ὅπως μετανάστευσης, ἐπενδύσεων ‒μέσῳ δανεισμοῦ, κατὰ κόρον μέχρι πρό τινος‒, νομοθετικῆς σχοινοβασίας, οἰκιστικῆς «ἀναδόμησης», ἐκπαιδευτικῆς «ἀναμόρφωσης» κ.λπ. Ὅλα κατατείνουν περίπου στὴν ἴδια στοχοθεσία, τὴν πλήρωση τοῦ «κενοῦ» ποὺ ἡ «νοσταλγία» γιὰ κάτι καλύτερο φέρνει διαρκῶς στὴν ἐπιφάνεια. «Νοσταλγεῖ» τὸ καλύτερο γενικῶς καὶ ἀορίστως, γι’ αὐτὸ καὶ συνηθέστατα προβαίνει σὲ ἐνέργειες χωρὶς προοπτική, σχεδιασμὸ ἢ ὅραμα. Λειτουργεῖ μάλιστα ἔτσι, θὰ λέγαμε ἀνώριμα καὶ σπασμωδικά, σὲ ἀναγωγὴ μὲ τὴν ἐξίσου ἀνώριμη συμπεριφορὰ ποὺ ἐπιδεικνύει καὶ σὲ ἄλλα ἐπίπεδα, ὅπως τῆς προσωπικῆς του ζωῆς, τῆς ἐπαγγελματικῆς κ.λπ. Πρόκειται γιὰ μία νοσταλγία ὡς φυγὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ τὶς εὐθύνες του, εὐθύνες ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του ἢ τὶς γενιὲς ποὺ ἔρχονται.
Ἡ νοηματοδότηση μιᾶς τέτοιας «νοσταλγίας» ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, τὶς ἀξίες καὶ τὸ αἴσθημα εὐθύνης ἢ ὄχι ποὺ τὸν διακρίνει. Αὐτὸ ἴσως εἶναι καὶ τὸ μέτρο ἀξιολόγησης τῆς «νοσταλγίας» του. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ νοσταλγία τοῦ βολέματος, τῆς τυχάρπαστης συμπεριφορᾶς, ἀνεξαρτήτως συνεπειῶν καὶ ἐπιβάρυνσης τῶν ἄλλων; Ἢ γιὰ νοσταλγία τῆς προόδου, τῆς ἀτομικῆς καὶ κοινωνικῆς ὑπευθυνότητας, ποὺ προϋποθέτει τὸ ζύγισμα τῶν ἐνεργειῶν, τὴ μακροπρόθεσμη προοπτική, τὴν «ἐξυπηρέτηση» τοῦ συνόλου καὶ ὄχι μόνον τῶν «ὀλίγων»; 
Δυστυχῶς στὴ νεοελληνικὴ πραγματικότητα ἡ ἀναξιοκρατία, ὁ εὔκολος πλουτισμός, ἡ κατάληψη θέσεων χάρη στοὺς «ἡμετέρους», ὑποδηλώνουν ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ μία κατάσταση «κρίσης» ‒ἀνθρωπιστικῆς ἢ ὅ, τι ἄλλο‒, ἀλλὰ γιὰ μία κατάσταση «παρακμῆς». Αὐτὴ ἔγκειται σὲ λάθος κριτήρια, σὲ λάθος κίνητρα, τέτοια ποὺ νὰ βουλιάζουν τὴ χώρα πρὸς τὰ κάτω, νὰ τὴ στεροῦν ἀπὸ δυνάμεις προόδου, νὰ συσκοτίζουν τὸ τοπίο τῆς ἀνάκαμψης. Ἡ κακῶς ἐννοούμενη «νοσταλγία» ἐξυπηρετεῖ τὸν ἀτομικισμό, τὸ εὔκολο κέρδος. Στὴν καλύτερη περίπτωση μάλιστα γίνεται νοσταλγία γιὰ τὴν ἐπίπλαστη εὐμάρεια τῆς προηγούμενης δεκαετίας ἢ εἰκοσαετίας, γιὰ τὰ πλουσιοπάροχα οἰκονομικὰ «πακέτα», γιὰ τοὺς καλύτερους μισθούς. Καὶ αὐτὸ ἐπίσης συνιστᾶ τὴν παρακμή, αὐτὴ ἡ ἀγκίστρωση σὲ κάτι μὴ αὐθεντικό, «εὔκολο», γρήγορο, χωρὶς προσωπικὴ ταυτότητα καὶ ἀξία. 
Μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις ἀξίζει νὰ ἐπαναπροσδιορίσει κανεὶς τί ἀκριβῶς νοσταλγεῖ. Τὶς μέρες τῆς εὐημερίας ποὺ προηγήθηκαν, τῆς εὐκολίας, ποὺ λαχταρᾶ νὰ ξανάρθουν, ἢ τοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τοῦ Εἶναι μέσα ἀπὸ ἀξίες μὲ σημασία, μὲ διάρκεια καὶ μὲ ἀνθρωπιά;

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Μάσιμο Ρεκαλκάτι: Η δύναμη της επιθυμίας


Ἕλενα Χατζόγλου 
«Ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας» συνιστᾶ τὴ δύναμη τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς
Ἠ ἀνάλυση τῆς ἔννοιας τῆς ἐπιθυμίας ἀπὸ ψυχαναλυτικῆς σκοπιᾶς ἐπιχειρεῖται στὸ βιβλίο τοῦ Μάσιμο Ρεκαλκάτι, Ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας (μετάφρ. Χρῆστος Πονηρός, ἐπιμ. Maria - Chiara Naldini, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2015), ποὺ κυκλοφόρησε πρόσφατα σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση. Ὁ συγγραφέας τοῦ ἔργου ‒τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἐπιμελημένη πρὸς ἔκδοσιν ὁμιλία του στὸ καθολικὸ μοναστήρι τοῦ Bose, στὶς 17 Μαρτίου 2013‒ εἶναι διάσημος Ἰταλὸς ψυχαναλυτής. Καταθέτει τὶς σκέψεις του μέσα ἀπὸ μία βιωματικὴ προσέγγιση καί, κατὰ τὸν πρόλογο τῆς ἐπιμελήτριας, «μᾶς καλεῖ νὰ δοῦμε στὴν ἐπιθυμία τὸ ἀπόσταγμα τὴς ἀνθρώπινης ἐξέλιξης καὶ τῆς ψυχικῆς ὑγείας» (σελ. 31). 
Ἡ ἐπιθυμία στὸ συγκεκριμένο ἔργο ἀντιμετωπίζεται ὡς μία δύναμη μὲ διττὸ σημεῖο ἀναφορᾶς. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο, ἀπὸ τὸν ψυχισμὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἀναδύεται, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τείνει διαρκῶς νὰ τὸ ξεπερνᾶ, καθὼς τὸ ὠθεῖ πρὸς ὅλο καὶ νέες καταστάσεις, τὸ παρακινεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὰ ἀτομικά του ὅρια καὶ νὰ ἀνοιχτεῖ πρὸς μία νέα πραγματικότητα. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ εὐθύνης: ἡ ἐπιθυμία μπορεῖ νὰ γίνει μία ἄλογη δύναμη, ἕνα «καπρίτσιο», κατὰ τὸν συγγραφέα, στὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἐνδέχεται καὶ νὰ ὑποταχθεῖ ἄβουλα ἢ ἄκριτα· ἴσως ὅμως καὶ νὰ ἀποβεῖ δύναμη δημιουργικὴ καὶ ζωογόνος. Ἡ δεύτερη αὐτὴ περίπτωση εἶναι ποὺ ἐνδιαφέρει νὰ καλλιεργηθεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο (τὸν ὑποκείμενο ἢ ὄχι σὲ ψυχανάλυση, σίγουρα πάντως τὸν σκεπτόμενο). 
Ἡ ἀναφορὰ σὲ περιπτώσεις ἀνθρώπων μὲ σοβαρὰ προσωπικὰ προβλήματα ἢ μὲ ἀνίατες ἀσθένειες πείθει γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὴν ἀκατάβλητη ἐπιθυμία νὰ ζήσει, νὰ διευρύνει τὰ ὅρια τῆς περατότητάς του μέσα ἀπὸ νέες ἐμπειρίες, ἀπὸ νέα σχέδια γιὰ ζωὴ ‒ὅσο ἁπλοϊκὰ ἢ ἄλλοτε μεγαλεπήβολα κι ἂν εἶναι αὐτά‒, τότε ἀναζωογονεῖ τὶς δυνάμεις του, ἐνῶ ἀνοίγονται νέοι ὁρίζοντες καὶ νέες προοπτικὲς στὴ ζωή του. Αὐτὴ ἡ καινούργια δυναμικὴ μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ ἀκόμη καὶ καθημερινὰ θέματα, πρακτικά, συνηθισμένα, σίγουρα ὅμως ἀποσοβεῖ τὴν παραίτηση, μία πιθανὴ κατάθλιψη ἢ γενικῶς ὅποια ἄλλα ζητήματα θὰ μποροῦσαν νὰ ὁδηγήσουν κάποιον στὸν ψυχίατρο ἢ τὸν ψυχαναλυτή. 
Μάλιστα, ἀκόμα καὶ παγιωμένες ἀπὸ τὴ συνήθεια ἐνέργειες, ὅταν περιβάλλονται ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ αὐτὴ ἐπιθυμία, μπορεῖ νὰ σημάνουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἐμπειρία τοῦ καινούργιου, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι μέσα ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη ἀναδεικνύεται κάθε φορά, διὰ τῆς «ἐπιθυμίας», ἡ θεϊκὴ λεπτομέρεια. 
Ἡ ἐπιθυμία ἀντιμετωπίζεται ἐπίσης ὡς ἡ βαθύτερη ἐνόρμηση ποὺ ὠθεῖ κάθε φορὰ τὸν ἄνθρωπο σὲ συγκεκριμένες ἐπιλογὲς ἢ ἀποφάσεις. Τέτοιου εἴδους ἐσωτερικὴ δύναμη τὸν παρακινεῖ θετικὰ σὲ περιπτώσεις ἀνάληψης μιᾶς καίριας πρωτοβουλίας, τῆς σύνδεσής του μὲ ἕνα πρόσωπο, τῆς ἐπιλογῆς ἑνὸς ἐπαγγέλματος ἢ μιᾶς δημιουργικῆς ἀπασχόλησης. 
Πρόκειται γιὰ «κλίσεις» ποὺ ἀναδεικνύονται χάρη στὴ δύναμή της. Σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ ἐπιθυμία θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὡς συνώνυμη μὲ τὴ συνείδηση ἢ τὴ φωνὴ τῆς συνείδησης, μία ἔννοια ἀρκετὰ γνώριμη καὶ οἰκεία στὸν θεολογικὸ καὶ φιλοσοφικὸ λόγο. Ἀναλόγως τότε ἡ ἐπιθυμία ἀνάγεται σὲ ὑπόθεση βαρύνουσας σημασίας γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καὶ γιὰ τὴν προσωπικότητά του, καθὼς ἀποτελεῖ ἕναν ὁδοδείκτη ποὺ συμβουλεύει ἐνδόμυχα καὶ καθοδηγεῖ. Ἀντιθέτως, ἡ ἔννοια τῆς «ἀπώθησης», ποὺ σημαίνει τὴν ἄρνηση τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ἀποποίηση τοῦ ρόλου της ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νὰ σημάνει σοβαρὲς ἀποτυχίες καὶ δυστυχία· «τότε ἡ ζωὴ ἀρρωσταίνει. Ὅσο περισσότερο ἡ ζωὴ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κλίση τῆς ἐπιθυμίας, τόσο περισσότερο ἡ ζωὴ δημιουργεῖ συμπτώματα» (σελ. 89). 
Δὲν παραλείπεται ὅμως ἡ σύνδεσή της καὶ μὲ τὴν ὑπευθυνότητα καὶ ἡ ἀντιδιαστολή της πρὸς τὴν «βολικὴ» παρόρμηση. Πρὸς μιὰ τέτοια ἐπαγρύπνηση καὶ ἀνάληψη σοβαρῆς εὐθύνης εὐαισθητοποιεῖ μὲ τὰ γραφόμενά του ὁ συγγραφέας: «Ἡ ἐπιπολαιότητα τοῦ καπρίτσιου μπορεῖ νὰ μᾶς δεσμεύσει μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως εἶναι ἄλλο πράγμα. Ὅταν αἰσθάνομαι ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ ποὺ καλοῦμαι νὰ κάνω ἀφορᾶ ὄντως ὅλη τὴν ὕπαρξή μου, ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ διάσταση τῆς ἐπιθυμίας, γιατὶ πρόκειται γιὰ τὴ ζωή μου» (σελ. 87). 
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ προστεθεῖ ‒κάτι ποὺ λείπει ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτὸ‒ ἡ ἀναγκαιότητα ὥστε ἡ ἐπιθυμία νὰ συνδεθεῖ μὲ ἕνα ἀξιακὸ σύστημα προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὰ κατώτερα ἔνστικτα καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια. Εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἡ παραπληροφόρηση καὶ ἡ ἀπουσία κριτικῆς σκέψης δημιουργοῦν σύγχυση στὸν ἄνθρωπο, ἡ ἀξιακὴ συγκρότηση μπορεῖ νὰ προσφέρει τὶς προϋποθέσεις ὥστε ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀντλεῖ ἀπὸ γνήσιες πηγὲς καὶ νὰ λειτουργεῖ σὲ γόνιμη βάση. Μὲ τὴν ἐπισήμανση αὐτὴ μπορεῖ νὰ τεκμηριωθεῖ πιὸ στέρεα καὶ ἡ θετική της πλευρά. 
Σὲ κάθε περίπτωση, αὐτὴ ἡ νέα νοηματοδότηση τῆς ἐπιθυμίας δημιουργεῖ μία αἰσιόδοξη διάσταση στὴν ἀνθρώπινη ζωή, ἡ ὁποία συχνὰ συνθλίβεται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν δυσκολιῶν. Δημιουργεῖ ὅμως καὶ τὴν πρόσθετη ὑποχρέωση, σὲ προσωπικὸ ἢ θεσμικὸ ἐπίπεδο, ἡ ἐπιθυμία νὰ μὴν εἶναι μία ἐπίφαση προόδου παραδομένη σὲ κατώτερα κίνητρα, ἀλλὰ μία ὑπεύθυνη δύναμη, χρήσιμη γιὰ τὸ ἀτομικὸ καὶ τὸ συλλογικὸ καλό. Προφανῶς καὶ μία τέτοια ἐκδοχὴ τῆς ἐπιθυμίας ταυτίζεται μὲ τὴ ζωή, προάγει τὴ ζωὴ καὶ συνιστᾶ δύναμη ἐλπίδας γιὰ τὴ συντήρησή της.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ "GENIUS" (2016)


Ἕλενα Χατζόγλου 
Ἕνας χαρισματικὸς ἄνθρωπος 
Ἡ κινηματογραφικὴ ταινία μὲ τίτλο: «Ἕνας χαρισματικὸς ἄνθρωπος» («Genius», Ἀγγλία 2016, σὲ σκηνοθεσία Μάικλ Γκράντεϊτζ) ἔχει βιογραφικὸ χαρακτήρα, ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν πραγματικὴ σχέση τοῦ ἐπιμελητῆ ἐκδόσεων Μὰξ Πέρκινς (1884-1947) μὲ τὸν Ἀμερικανὸ συγγραφέα Τόμας Γοὺλφ (1900-1938), τὸν ὁποῖο ὁ πρῶτος ἀνέδειξε ἐκδοτικά. Στὸ ἔργο ζωντανεύουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴ κοινωνία κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσης (κρὰχ) τοῦ 1929, ἀλλὰ κυρίως φωτίζονται ὄψεις τῆς διαπροσωπικῆς μεταξύ τους σχέσης καθὼς καὶ τῶν σχέσεων ποὺ οἱ δύο πρωταγωνιστὲς διατηροῦσαν μὲ ἄλλα πρόσωπα (π.χ. μὲ τοὺς κορυφαίους Ἀμερικανοὺς λογοτέχνες Σκὸτ Φιτζέραλντ καὶ Ἔρνεστ Χέμινγουέϊ, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ οἰκογενειακοῦ τους περιβάλλοντος ὁ καθένας). 
Ἡ ταινία ἀποτυπώνει μὲ ἰδιαίτερο ρεαλισμὸ τὶς καταστάσεις τόσο σὲ ἐπίπεδο σχέσεων ὅσο καὶ σὲ ἐπίπεδο περιρρέουσας ἀτμόσφαιρας. Παραμένει ὅμως ἀρκετὰ στὴν ἐπιφάνεια, παρὰ τὸν πολλὰ ὑποσχόμενο τίτλο της. Καὶ τοῦτο ὄχι τόσο διότι «χαρισματικὸς ἄνθρωπος» στὴν προκειμένη περίπτωση μπορεῖ κάλλιστα νὰ εἶναι ἀντὶ γιὰ τὸν συγγραφέα – δημιουργὸ τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων ὁ ἐκδότης τους, ὅσο, καὶ κυρίως, γιατὶ ὁ σκηνοθέτης δὲν καταφέρνει νὰ νοηματοδοτήσει κινηματογραφικὰ -καὶ ἄρα καλλιτεχνικὰ- αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖ ὡς «χάρισμα» (γιὰ νὰ κυριολεκτοῦμε, αὐτὸ ποὺ κάνει κάποιον «Genius»). Σὲ μία ἀρκετὰ κοινοτοπικὴ παραδοχή, χαρισματικὸς εἶναι σχεδὸν κάθε λογοτέχνης, ἐφόσον μάλιστα τὸ ἔργο του τυγχάνει εὐρείας ἀποδοχῆς, ὅπως ἔτυχε αὐτὸ τοῦ Τόμας Γούλφ, καὶ μάλιστα ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ. Ὅμως, τὸ ἄστατο τοῦ βίου του καὶ τῶν ἐπιλογῶν του, ἡ ἀβεβαιότητα καὶ ἡ σχοινοβασία τῆς βιωματικῆς προσέγγισης τῶν ἐμπειριῶν του, οἱ χωρὶς ἐμφανὴ σκοπὸ περιπλανήσεις του (τουλάχιστον ὅπως ἀποδίδονται κινηματογραφικὰ) δὲν πείθουν ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι τὸ ἀπόσταγμα οὔτε μιᾶς βαθιὰ βιωμένης ζωῆς οὔτε ἑνὸς δυνατοῦ ταλέντου. Ὡστόσο, ὁ Γούλφ εἶναι ἀπό τούς σημαντικοὺς Ἀμερικανοὺς συγγραφεῖς λόγῳ κυρίως δύο στοιχείων, τῆς ρεαλιστικῆς γραφῆς (ἀπεικονίζοντας τὴν ἀμερικανικὴ κοινωνία τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ.) καὶ τοῦ αὐτοβιογραφικοῦ χαρακτήρα τῶν ἔργων του (κυρίως τοῦ «Γύρνα σπίτι, ἄγγελέ μου»). 
Ἀπομένει λοιπὸν στὸν θεατὴ νὰ ἀνασυγκροτήσει τὸ αἴνιγμα τῆς «χαρισματικότητας» γενικά, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀφορμὴ τὸ συγκεκριμένο κινηματογραφικὸ ἔργο. Χαρισματικὸς λοιπὸν φαίνεται νὰ εἶναι περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ποὺ βιώνει μία προσωπικὴ ἀλήθεια καὶ τὴν ὑπηρετεῖ μέχρι τέλους, αὐτὸς ποὺ ἀντλεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἔργου -ἀλλὰ καὶ τῆς ἴδιας του τῆς ὕπαρξης- ἀπὸ τὸν ἐσώτατο ἑαυτό του, παλεύοντας μὲ ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ ἢ καὶ ἐσωτερικὰ προσκόμματα ποὺ συναντᾶ. Ὁ Τόμας Γούλφ, ἕνας ἄνθρωπος ἰδιαίτερα ἐπιρρεπὴς σὲ καταχρήσεις καὶ μὲ μία ἀρκετὰ ἰδιόρρυθμη ἰδιοσυγκρασία, φαίνεται νὰ παλεύει μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ τὰ μετουσιώνει σὲ «ταλέντο». Φαίνεται νὰ καλλιεργεῖ τὸ «ταλέντο» σὲ μία χέρσα περιοχὴ γεμάτη ἀπὸ τὰ ζιζάνια τῶν ἀδυναμιῶν του καὶ παρὰ τὶς ἀδυναμίες του αὐτὲς νὰ ἀνιχνεύει καὶ νὰ βρίσκει μέσα του ἀλήθειες τῆς ζωῆς, ποὺ τὶς ἀποτυπώνει καὶ στὰ ἔργα του. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐξίσου «χαρισματικὸς» ἐμφανίζεται καὶ ὁ Πέρκινς, ἕνας συγκροτημένος ἐπαγγελματίας καὶ οἰκογενειάρχης, ποὺ ὅμως ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ νιώσει τὴν «ἀλήθεια» ἑνὸς νέου συγγραφέα, ἀποτυχημένου γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐκδότες. Ὑπηρετεῖ καὶ ὁ Πέρκινς -ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἐκδότη- τὴν προσωπική του ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς ἀποκάλυψης, τὸ ἄγγιγμα μιᾶς αὐθεντικῆς διατύπωσης, μικρὲς ἀρετὲς ποὺ τὶς ἀνακαλύπτει στὸ περιφρονημένο ἔργο τοῦ Γούλφ. Τὸ «χάρισμα» ἐδῶ ἔγκειται στὴν ἰδιοφυΐα καὶ τὴ διεισδυτικότητα αὐτοῦ ποὺ ἀνακαλύπτει τὸν ταλαντοῦχο. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ χάρισμα ταυτίζεται μὲ τὴ «βεβαιότητα» τῆς διαίσθησης, ποὺ σὲ κάποιες περιπτώσεις εἶναι ἐφάμιλλη τῆς καλλιτεχνικῆς ἔμπνευσης. 
Στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς βιασύνης καὶ τῆς ἐπιφανειακότητας, ποὺ ὁ «χαρισματικὸς» ἄνθρωπος, μὲ τὶς ὅποιες ἐκφάνσεις του, εἶναι ὅλο καὶ πιὸ δυσεύρετος, ἡ ταινία προσφέρει μιὰ ἐλάχιστη ἀφορμὴ προβληματισμοῦ γιὰ τὸ βαθύτερο περιεχόμενο τῆς αὐθεντικότητας τοῦ δημιουργοῦ.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

"ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ" ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ


Βιβλιοπαρουσίαση
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ 
(Δοκίμια καὶ «διδακτικὲς» προτάσεις. Κριτικὴ γιὰ Θέατρο, Κινηματογράφο, Βιβλίο). 
Τὸ βιβλίο Προτάσεις κριτικοῦ λόγου περιλαμβάνει μία σειρὰ ἀπὸ δοκίμια κριτικοῦ προβληματισμοῦ καὶ ἀποτελεῖ προϊὸν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς παιδαγωγικῆς εὐαισθησίας τῆς γράφουσας. Εἰδικότερα, ἐπεξεργάζεται δοκίμια θεωρητικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ περιέχει καὶ κείμενα ποὺ παρήχθησαν κατὰ τὴ διαδικασία κριτικογραφίας γιὰ τὸ θέατρο, τὸν κινηματογράφο καὶ τὸ βιβλίο. 
Ὁ ἀναγνώστης στὸ Αʹ μέρος τοῦ βιβλίου θὰ μελετήσει δοκίμια παιδαγωγικοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ χαρακτήρα, ἐνῶ στὸ Βʹ μέρος θὰ γνωρίσει ὁρισμένες «διδακτικὲς» προτάσεις, ποὺ στὴν οὐσία ἀποτελοῦν «ἐναλλακτικὲς» προσεγγίσεις κάποιων λογοτεχνικῶν κειμένων, οἱ ὁποῖες ἀξιοποιοῦν τὴ διαθεματικότητα καὶ γενικὰ προωθοῦν τὴν κριτικὴ ἑρμηνευτικὴ σκέψη σὲ πολύπλευρες, κατὰ τὸ δυνατόν, θεωρήσεις. Τέλος, στὸ Γʹ μέρος θὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ μία κριτικὴ ματιὰ πάνω σὲ θεατρικὰ ἔργα τῆς παγκόσμιας ἢ τῆς ἐγχώριας δραματουργίας, σὲ κινηματογραφικὲς ταινίες ποὺ προκάλεσαν αἴσθηση καὶ σὲ βιβλία σύγχρονου προβληματισμοῦ, μὲ θέματα ποὺ παραμένουν διαχρονικά, ὅπως εἶναι ὁ πόλεμος καὶ ἡ εἰρήνη, ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψης, ἡ πολιτική, ὁ θάνατος κ.λπ.


Ἡ Ἕλενα Χατζόγλου εἶναι διδάκτωρ φιλολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Στὰ ἐρευνητικά της ἐνδιαφέροντα ἀνήκει ὁ ἐπιστημονικὸς χῶρος τῆς βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς φιλολογίας, καθὼς καὶ ἡ παλαιογραφία καὶ κριτικὴ ἔκδοση κειμένων. Ἀσχολεῖται ἐπίσης μὲ τὴν ἀρθρογραφία στὸν Τύπο καὶ τὴν κριτικογραφία γιὰ τὸ θέατρο, τὸν κινηματογράφο καὶ τὸ βιβλίο.
Διαβάστε τα κείμενα της Έλενα Χατζόγλου στην Ιδιωτική Οδό εδώ

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΕ ΡΟΛΟ "ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ" ΣΤΗΝ "ΓΑΛΛΙΚΗ ΣΟΥΙΤΑ" ΤΟΥ SAUL DIBB


Ἕλενα Χατζόγλου 
Γαλλικὴ σουίτα
Ἡ μουσικὴ σὲ ρόλο «κατακτητῆ». 
Ἡ κινηματογραφική ταινία «Γαλλική σουίτα», ἡ ὁποία προβλήθηκε πρόσφατα στους κινηματογράφους, σὲ σκηνοθεσία Saul Dibb καὶ μὲ πρωταγωνιστὲς τοὺς Michelle Williams, Matthias Schoenaerts, Kristin Scott Thomas, ἀποτελεῖ τὴν μεταφορὰ στὴ μεγάλη ὀθόνη τοῦ ὁμότιτλου λογοτεχνικοῦ βιβλίου (ἑλλ. μετ. Ἔφη Κορομηλᾶ, ἐκδ. Πατάκης, Ἀθήνα, 2015), διεθνοῦς ἀποδοχῆς, τῆς Ἰρὲν Νεμιρόβσκυ (1903-1942). 
Στὴν ταινία ἐκτυλίσσονται γεγονότα ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ β΄ παγκοσμίου πολέμου (1939-40) καὶ τὴ γερμανικὴ κατοχὴ στὴ γαλλικὴ ἐπαρχία, μὲ ἐπίκεντρο τὴ ζωὴ μιᾶς νεαρῆς Γαλλίδας καὶ ἑνὸς Γερμανοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἔργο πραγματεύεται τὸ θέμα τῆς ἐπίδρασης ποὺ ἀσκεῖ ἡ μουσικὴ στὸν βαθύτερο ψυχισμὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ στὶς σχέσεις τους. Ἡ «Γαλλικὴ σουίτα» εἶναι ἡ μουσικὴ σύνθεση τὴν ὁποία προσπαθεῖ νὰ ὁλοκληρώσει ὁ Γερμανὸς Μπροῦνο στὴ γαλλικὴ πόλη Μπυσί, στὸ σπίτι ὅπου διαμένει ἡ Λουσὶλ μὲ τὴν πεθερά της καὶ ὅπου «φιλοξενεῖται» πρόσκαιρα καὶ ἐκεῖνος κατὰ τὴ γερμανικὴ κατοχὴ στὴ Γαλλία. 
Μέσα ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες ποὺ ἀφοροῦν τὴ ζωὴ τῆς πολυπρόσωπης αὐτῆς κοινωνίας, μέσα ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις τῶν ἀνθρώπων -ποὺ ἀναδεικνύονται μὲ τὴν καταλυτικὴ δύναμη ἀστάθμητων παραγόντων, ὅπως εἶναι ὁ πόλεμος, ἡ προσφυγιά, ἡ βίαιη εἰσβολὴ κατακτητῶν στὴν ἰδιωτικότητά τους κ.λπ.- κυριαρχεῖ βαθύτερα ἡ παντοδυναμία τῆς μουσικῆς. Ἡ μουσική, κατὰ τὴ συγγραφέα τοῦ ἔργου, ὑφέρπει καὶ διαμορφώνει τὸν ψυχισμὸ τῶν ἀνθρώπων. Σμιλεύει τὴ συνείδηση καὶ τὸ ὑποσυνείδητό τους χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν ἐν μέσῳ τῆς τραγικότητας ποὺ βιώνουν. Ὁ Γερμανὸς Μπροῦνο ἀνθίσταται στὸ ἀπάνθρωπο «πρόσωπο» τῆς διατεταγμένης ὑπηρεσίας τὴν ὁποία ἐπιτελεῖ, διατηρεῖ τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν ἀνθρωπιά του, καὶ αὐτὸ γιατὶ ἔχει ἐμποτισθεῖ βαθιά, ὑπαρξιακὰ ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς μουσικῆς. Ἡ ταινία ἀποτελεῖ ὄχι τόσο ἕνα αἰσθηματικὸ δράμα, βασιζόμενο στὸν ἀνεκπλήρωτο ἔρωτα τῶν πρωταγωνιστῶν, οὔτε μόνο μία ἀντιπολεμικὴ ἀντιναζιστικὴ κραυγή, ὅσο κι ἂν ἀποτυπώνει ρεαλιστικὰ διάφορες λεπτομέρειες τοῦ β΄ παγκοσμίου πολέμου. Κυρίως, καὶ κάτω ἀπὸ τὰ ἐπιφαινόμενα, ποὺ εἶναι τὰ ἠχηρὰ γεγονότα -ἱστορικὰ ἢ προσωπικὰ τῶν ἡρώων- ἀντηχεῖ τὸ μεῖζον θέμα, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴ μουσική. 


Ποιάν ἐξανθρωπιστικὴ δύναμη μπορεῖ νὰ ἐμπεριέχει ἡ μουσική, ὥστε νὰ διατηρεῖ «ζωντανὴ» τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου μέσα σὲ ἕνα ζοφερὸ περιβάλλον καὶ ἕνα κτηνῶδες καθῆκον; Ποιά μετουσίωσή της σὲ πνευματικὴ φλόγα μπορεῖ νὰ συντελεῖται, ὥστε νὰ γίνεται ὁμοούσια μὲ τὸ πνευματικὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἀποτρέπει τὴ βύθιση τῆς ψυχῆς στὸ σκοτάδι τῆς ἐξαχρείωσης; Πῶς μπορεῖ ἡ μουσικὴ νὰ ἐμπνεύσει καλοσύνη, συμπόνοια, ἔρωτα, κατανόηση, ὅταν ὅλα γύρω εὐνοοῦν τὴν ἐξαχρείωση; Σ’ αὐτὰ τὰ μᾶλλον ρητορικὰ ἐρωτήματα προσπαθεῖ νὰ δώσει ἀπαντήσεις ἡ ταινία περισσότερο, παρὰ νὰ προβάλει μία ἀκόμη δραματικὴ ἱστορία ἀτελέσφορου ἔρωτα λόγῳ τοῦ πολέμου. 
Ὁ δραματικὸς τόνος ὑποχωρεῖ, ἢ καλύτερα συνεπικουρεῖ ἀθόρυβα τὴ θριαμβικὴ κυριαρχία τῆς μουσικῆς τέχνης. Ἡ ἐπιβολή, ἡ ὑποχρεωτικὴ κατοχή, ὁ φόβος, ὅλα τὰ δεινὰ ποὺ φέρνει μαζί του ὁ εἰσβολέας, ἀποδυναμώνονται μπροστὰ στὴ δύναμη τῆς τέχνης αὐτῆς, ἡ ὁποία πλάθει συναισθήματα, ἑνώνει τὶς ψυχές, ἐπουλώνει βαθιὰ τραύματα. Καὶ παρὰ τὶς ἀντιξοότητες, στὸ τέλος τῆς ταινίας παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ ὁλοκληρωμένου πιὰ μουσικοῦ ἔργου «Γαλλικὴ σουίτα» καὶ εἰς πεῖσμα τῆς ματαιότητας τοῦ πολέμου γίνεται ὁ ἀβίαστος νικητής, δυνατότερος καὶ ἀπὸ τὸν πιὸ ἐπιβλητικὸ κατακτητή.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ "ΑΝΑΓΝΩΣΗ" ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ "THE TRIP TO ITALY"


Ἕλενα Χατζόγλου 
«Ταξίδι στὴν Ἰταλία» 
Μία δεύτερη «ἀνάγνωση» 
Ἕνα κοσμοπολίτικο ταξίδι στὴν Ἰταλία διαδραματίζεται στὸ πλαίσιο τῆς ὁμώνυμης κινηματογραφικῆς ταινίας («The trip to Italy», Ἡν. Βασίλειο 2014) σὲ σκηνοθεσία Μάικλ Γουιντερμπότομ (Michael Winterbottom), ποὺ προβλήθηκε πρόσφατα στοὺς κινηματογράφους. Πρόκειται γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ «The trip» (2011), ὅπου ἡ θεωρητικὴ σύλληψη βασίζεται στὸ «γαστρονομικὸ» ταξίδι δύο φίλων, τοῦ Στὴβ (Steve Coogan) καὶ τοῦ Ρὸμπ (Rob Brydon), σὲ διάφορες πόλεις τῆς Ἰταλίας (τῶν εὐρύτερων περιοχῶν Liguria, Tuscany, Rome, Amalfi καὶ Capri), μὲ σκοπὸ νὰ ἀποτιμήσουν γευσιγνωστικὰ τὶς γαστρονομικὲς ἰδιαιτερότητες τῆς συγκεκριμένης χώρας γιὰ χάρη τοῦ περιοδικοῦ «Observer». 
Πίσω ἀπὸ αὐτὸν τὸν βασικὸ ἄξονα περιστρέφονται ἐπὶ μέρους θέματα ‒στὴν πραγματικότητα οἱ ἥρωες ἐπικεντρώνονται ἐλάχιστα στὸν βασικὸ σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τους‒ κοινωνικά, οἰκογενειακά, καλλιτεχνικὰ κ. ἄ. Ὅλα εἶναι πλαισιωμένα μὲ ἕνα ἰδιότυπο χιοῦμορ ‒ἰδιότυπο προφανῶς γιὰ τὸν Ἕλληνα θεατὴ καὶ ὄχι γιὰ τὸν Βρετανὸ‒ ἀπὸ μέρους τῶν δύο κεντρικῶν ἡρώων - ταξιδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ μία ἐφηβικὴ (στὴν οὐσία ἀνώριμη) ἀντίληψη γιὰ τὶς σχέσεις τους καὶ τὴ ζωὴ βιώνουν τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴ μία πόλη στὴν ἄλλη καὶ συνακόλουθα «γεύονται» ὅ, τι περισσότερο μποροῦν μὲ φόντο τὴν ἰταλικὴ κουζίνα. Ἡ προσπάθεια νὰ ἰδωθεῖ τὸ ταξίδι ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς κουλτούρας, μέσῳ τῆς ἐμπειρίας ποὺ εἶχαν ἀποκομίσει κατὰ τὸ παρελθὸν στὶς πόλεις αὐτὲς οἱ γνωστοὶ Ἄγγλοι Ρομαντικοὶ ποιητὲς Μπάυρον (George Gordon Lord Byron, 1788-1824) καὶ Σέλλεϋ (Percy Shelley Bysse, 1792-1822) ‒ὁ ὁποῖος μάλιστα πέθανε στὴν Ἰταλία‒, καθὼς καὶ ἀρκετοὶ κινηματογραφικοὶ ἀστέρες, ἐλάχιστα συγκινεῖ, διότι γίνεται μὲ τρόπο ἐπιφανειακό, γρήγορο καὶ χωρὶς οὐσιαστικὴ ἔνταξη στὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Σκοπὸς ἄλλωστε τῆς ταινίας εἶναι τὸ (ἀγγλικὸ) χιοῦμορ καὶ ὄχι κάποιος ἰδιαίτερος προβληματισμός. Σχεδὸν σὲ ὅλους τοὺς διαλόγους μεταξὺ τῶν δύο φίλων κυριαρχοῦν οἱ μιμήσεις τοῦ ὕφους ἀστέρων τῆς παγκόσμιας βιομηχανίας κινηματογράφου διαχρονικά, μὲ διάχυτο τὸν σαρκασμό, τὴν εἰρωνεία καὶ τὴν ἀνεμελιὰ τῶν ἡρώων. Αὐτὴ ἡ σατιρικὴ διάθεση ἔρχεται σὲ ἀντιφατικὴ σύγκρουση μὲ τὶς προβληματικὲς οἰκογενειακὲς σχέσεις καὶ τῶν δύο. Ἢ μήπως ὄχι; Μήπως ἄραγε δὲν ἐκφράζει τὴν παρατεταμένη ἐφηβεία πολλῶν σύγχρονων σαραντάρηδων ἢ πενηντάρηδων, ποὺ βιώνοντας την αὐτάρκεια μιᾶς καλοζωΐας ρισκάρουν νὰ σχοινοβατοῦν στὴν προσωπικὴ καὶ οἰκογενειακή τους ζωή; Ὡστόσο, σὲ μία περισσότερο ἀφαιρετικὴ προσέγγιση, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ πάντοτε ἐντυπωσιακοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος τῆς ἰταλικῆς ὑπαίθρου, τῶν ἀρχαιολογικῶν μνημείων καὶ γενικὰ τῆς πλούσιας πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τῆς χώρας εἶναι ποὺ ἀποζημιώνει τὸν θεατή. Ἡ ὀμορφιὰ τῆς φύσης, τὰ τοπία, οἱ μεσαιωνικὲς πόλεις συνιστοῦν ἕνα ταξίδι ὄχι στὶς γεύσεις τῶν ἰταλικῶν ἐδεσμάτων κυριολεκτικά, ἀλλὰ στὶς «γεύσεις» τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, ἕνα ταξίδι ποὺ σὲ κάνει νὰ θαυμάζεις τὴ δημιουργία καὶ νὰ συνειδητοποιεῖς τὸ μεγαλεῖο στὰ ἁπλὰ πράγματα ποὺ αὐτὸ προσφέρει. Ἕνα «πιάτο» φαγητὸ καὶ ὁ κόπος τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὸ παρασκευάσει, μία ἀναδίφηση στὸ παρελθὸν καὶ στὴν κουλτούρα ἑνὸς λαοῦ, μία μουσικὴ ποὺ σὲ μεταφέρει στὴν ἀνεξάντλητη σφαίρα τῶν βαθύτερων συναισθημάτων, μία σελίδα ἀπὸ τὴν ποίηση ἑνὸς μεγάλου δημιουργοῦ, ὅλα αὐτὰ συνιστοῦν τὸ «ταξίδι» ὄχι εἰδικὰ σὲ μία χώρα ἀλλὰ στὴν ποιοτικὴ ζωή. 


Πρόκειται γιὰ πράγματα πού, ἂν καὶ στὴν ἐποχή μας δὲν διέφυγαν τὸν κίνδυνο τῆς ἀνελέητης ἐμπορευματοποίησης, ὅμως διατηροῦν αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀποκληθεῖ «χρησιμότητα τοῦ ἄχρηστου». Πράγματα πού ὀμορφαίνουν τὴ ζωή, πλουτίζουν τὸν ἄνθρωπο, βαθαίνουν τὴν ἐμπειρία του, δίνουν νόημα καὶ ἐνδιαφέρον στὴν καθημερινότητά του, κάτι ποὺ «ἔρχεται σὲ ριζικὴ ἀντίθεση μὲ τὴν κυρίαρχη χρησιμότητα, ἡ ὁποία, στὸ ὄνομα ἑνὸς ἀποκλειστικὰ οἰκονομικοῦ συμφέροντος, προοδευτικὰ δολοφονεῖ τὴ μνήμη τοῦ παρελθόντος, τὶς ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, τὶς κλασικὲς γλῶσσες, τὴν παιδεία, τὴν ἐλεύθερη ἔρευνα, τὴ φαντασία, τὴν τέχνη, τὴν κριτικὴ σκέψη καὶ τὸν πολιτιστικὸ ὁρίζοντα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμπνέει κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα» (Nuccio Ordine, Ἡ χρησιμότητα τοῦ ἄχρηστου. Μανιφέστο, μὲ ἕνα δοκίμιο τοῦ Abraham Flexner, μτφρ. Ἀνταῖος Χρυσοστομίδης, ἐκδ. Ἄγρα, Ἀθήνα 2014, σ. 13). 
Συνεπῶς τὸ «Ταξίδι στὴν Ἰταλία», σὲ μία δεύτερη «ἀνάγνωση», ἴσως νὰ δώσει τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας ‒ποὺ εἶναι ἐγκλωβισμένος σὲ στερεότυπες ἀντιλήψεις χρησιμοθηρικοῦ τύπου, γιὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔχει ἐντάξει ὀργανικὰ μία γενικευμένη «μίμηση» στὴ ζωή του καὶ τὴ μετέρχεται συνειδητὰ ἢ ἀσύνειδα‒ νὰ ἐπαναπροσδιορίσει πράγματα καὶ νοήματα οὐσιώδη, ἁπλά, λιγότερο ἐπιφανειακὰ καὶ νὰ «γευθεῖ» ὅ,τι νοστιμίζει τὴ ζωὴ καὶ δὲν συνιστᾶ τὸ ταχυφαγεῖο μιᾶς ἀνούσιας – «ἄνοστης» περιπέτειας.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

ΟΙ "ΒΑΚΧΕΣ" ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΣΗΜΕΡΑ



Ἕλενα Χατζόγλου 
Οἱ «Βάκχες» τοῦ Εὐριπίδη σήμερα 
Μὲ ἀφορμὴ τὴ σκηνοθετικὴ καὶ κειμενικὴ προσέγγιση τῆς τραγωδίας «Βάκχες» τοῦ Εὐριπίδη, ποὺ ἐπιχειρήθηκε στὸ θέατρο «Ἁλώνι» Ἁγίου Γεωργίου Νηλείας Πηλίου, ἀπὸ τὴ Λυδία Κονιόρδου καὶ σπουδαστὲς ὑποκριτικῆς στὸ πλαίσιο ὀλιγοήμερου σεμιναρίου, καὶ παρουσιάστηκε ἐνώπιον πολυπληθοῦς κοινοῦ τὴν 1η Αὐγούστου, ἀξίζει νὰ διατυπωθοῦν ὁρισμένες σκέψεις γιὰ τὴ συγκεκριμένη τραγωδία στὴν ἐποχή μας. 
Μὲ τὸ δεδομένο ὅτι γιὰ ὅλες τὶς μεγάλες ἀρχαῖες τραγωδίες ἰσχύει ἡ ἀρχὴ τῆς διαχρονικότητας, μπορεῖ νὰ δοθεῖ μία ἐπίκαιρη ἑρμηνευτικὴ διάσταση καὶ στὴ συγκεκριμένη τραγωδία καὶ νὰ ἀναδειχθεῖ ἔτσι ἡ μεγαλοφυΐα τοῦ σπουδαίου δημιουργοῦ της. Γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ ἔχουν διατυπωθεῖ κατὰ καιροὺς διάφορες ἑρμηνεῖες, σχετικὲς μὲ τὸν ρόλο τῆς θεότητας, μὲ τὴν τραγικότητα τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὶς λογικὲς καὶ ἄλογες δυνάμεις τῆς ψυχῆς κ. ο. κ. 
Διευρύνοντας λοιπὸν τὴν πρόσληψη τοῦ κειμένου θεωροῦμε ὅτι διακρίνονται δύο νοηματικὰ ἐπίπεδα στὸ συγκεκριμένο ἔργο, ποὺ ἀξίζει νὰ σχολιαστοῦν. Τὸ πρῶτο, τὸ ἐναργὲς καὶ τρόπον τινὰ «διδακτικό» γιὰ τὴν ἐποχή του, ἀφορᾶ τὴν ὕβρη ποὺ διέπραξε ὁ Πενθέας, ὁ ἐγγονὸς τοῦ βασιλιᾶ τῆς Θήβας Κάδμου, ἀμφισβητώντας τὴ θεϊκὴ δύναμη τοῦ Διονύσου. Γιὰ τὴν ὕβρη του αὐτὴ ὁ Πενθέας τιμωρεῖται παραδειγματικὰ μὲ δολοφονία καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ χέρια τῆς ἴδιας του τῆς μητέρας Ἀγαύης, κόρης τοῦ Κάδμου καὶ ἀδελφῆς τῆς Σεμέλης, τῆς μητέρας τοῦ Διονύσου. Ἐδῶ φυσικὰ ἔγκειται καὶ ἡ τραγικότητα τοῦ ἥρωα Πενθέα, ὅπως καὶ τῆς Ἀγαύης, ἰδίως ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἴδια ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν» καὶ συνειδητοποιεῖ τὸ στυγερὸ ἔγκλημα ποὺ διέπραξε. 
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα λανθάνον νοηματικὸ ὑπόστρωμα, αὐτὸ ποὺ ὁ κορυφαῖος δραματουργὸς Εὐριπίδης ἀφήνει νὰ ὑπονοηθεῖ. Πρόκειται γιὰ τὴ βαθιὰ ἀμφισβήτηση ἐκ μέρους του ἀπέναντι σὲ ἕναν θεὸ μικροπρεπή, τιμωρὸ καὶ δολοπλόκο, ποὺ λειτουργεῖ ὄχι ἁπλῶς μὲ ἀνθρωπομορφικά, ἀλλὰ κυρίως μὲ χαμερπὴ καὶ ἀνορθολογικὰ κίνητρα. Ὁ Διόνυσος κυρίως ἀπομυθοποιεῖται ἔμμεσα ἀπὸ τὸν Εὐριπίδη, γιατὶ εἶναι ὁ δαίμονας ποὺ παρασύρει τὸν ἄνθρωπο σὲ ὀργιαστικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἄνομες πράξεις, σὲ μία ἄλλης μορφῆς ὕβρη, αὐτὴ ἀπέναντι στὴν αὐθεντική του ὕπαρξη, στὸν ἐσώτατο ἑαυτό του, καὶ ἔπειτα τὸν ὁδηγεῖ στὴν πλήρη αὐτοκαταστροφή. Ἡ δαιμονοποίηση ἐκ μέρους τοῦ τραγωδοῦ μιᾶς καθιερωμένης θεϊκῆς δύναμης συνιστᾶ ρηξικέλευθη καὶ ἀνατρεπτικὴ προσέγγιση ἑνὸς σκεπτικιστῆ. Ὑποδηλώνει συγχρόνως τὴ δίψα του γιὰ ἕναν θεὸ ἐλεήμονα, φιλάνθρωπο, παιδαγωγὸ καὶ ὄχι δουλαγωγό. 
Ὁ Διόνυσος στὸ συγκεκριμένο ἔργο, ἔστω συγκεκαλυμμένα, συμβολίζει κάθε ἄλογη δύναμη ποὺ ἐπενεργεῖ δολίως πάνω στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἐπηρεάσει τὴ βούληση καὶ τὴν ἠθική του συνείδηση, νὰ κάμψει τὶς ἠθικές του ἀντιστάσεις καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει ἐν τέλει σὲ μία ἔνθεη μανία, ὅπως καὶ στὴ δεισιδαιμονία. Στὴ συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος ἀλλοτριωμένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του χειραγωγεῖται πλήρως ἀπὸ τὸ πάθος του, χάνει τὴν αὐτοσυνειδησία καὶ αὐτοκυριαρχία του καὶ ὁδηγεῖται σὲ μία δίνη αὐτοκαταστροφῆς. Κατ’ ἀρχὴν ὁ Πενθέας παρασύρεται ἀπὸ τὸν Διόνυσο –ποὺ παίρνει ἀνθρώπινη μορφή- νὰ μεταμφιεστεῖ σὲ γυναίκα γιὰ νὰ κατασκοπεύσει τὶς Βάκχες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴ μητέρα του, στὶς διονυσιακὲς τελετές τους. Δεύτερο «θύμα» πλάνης, ἡ Ἀγαύη, παρασυρμένη ἀπὸ τὴν ὀργιαστικὴ ἐπιρροὴ τοῦ Διονύσου, χάνει τὸν ἀξιολογικὸ κώδικα ἠθικῆς συμπεριφορᾶς, ἀπεμπολεῖ τὴ λογικότητά της καὶ προβαίνει σὲ μία ἀκραία πράξη παραφορᾶς, τὴ δολοφονία ἐν ὥρᾳ μέθης, ποὺ ἐν ἀγνοίᾳ της στρέφεται κατὰ τοῦ «κατασκόπου» γιοῦ της. 
Σὲ μία ἐπικαιροποίηση τοῦ βαθύτερου αὐτοῦ μηνύματος, διαπιστώνεται ὅτι καὶ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, γοητευμένος ἀπὸ τὴ θεοποίηση εὐτελῶν δυνάμεων, ὅπως εἶναι ἡ ἐξουσία καὶ οἱ ψευδοφορεῖς της, ἡ τεχνολογία καὶ ἡ «παντοδυναμία» της, ἡ ὕλη καὶ οἱ ἀπολαύσεις (π.χ. ἐθιστικὲς οὐσίες, καταναλωτικὰ ἀγαθὰ κ.λπ.), χάνει τὴ συνειδητότητά του, τὴν πυξίδα τοῦ ἠθικοῦ του προσανατολισμοῦ καὶ εὐτελίζεται σὲ ἐπιλογὲς ὀλέθριες. Οἱ δυνάμεις ποὺ τὸν δουλαγωγοῦν, σὰν ἄλλος Διόνυσος, ἀποποιοῦνται τὶς εὐθύνες τους, παρακολουθώντας ἁπλῶς τὴ συντριβή του, ἠθικὴ καὶ ὑλική. Οἱ «ψευδοθεοί» τῆς διονυσιακῆς μανίας δὲν «εὐθύνονται» ποὺ παρεῖχαν τὴν ἐπίφαση μιᾶς πρόσκαιρης ἱκανοποίησης. Ἡ «γοητεία» ἢ «γητεία», ἄλλωστε, εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν πλάνη, τὴ μαγεία καὶ τὴν ἀπατηλὴ ἕλξη. Ὁ κάθε «Διόνυσος» καραδοκεῖ νὰ ἐξαπατήσει μὲ τὸ πρόσχημα τῆς λάμψης, τοῦ κύρους του, τοῦ ξεφαντώματος, τῆς ἀνεμελιᾶς. Μετέρχεται ὅλα τὰ μέσα. Ἡ Ἀγαύη καὶ οἱ ἀκόλουθές της εἶναι τὰ εὔκολα θύματά του. Γι’ αὐτὸ ὁ Κάδμος ἀναφωνεῖ: «φεῦ φεῦ· φρονήσασαι μὲν οἷ’ ἐδράσατε, ἀλγήσετ’ ἄλγος δεινόν· εἰ δὲ διὰ τέλους ἐν τᾦδ’ ἀεὶ μενεῖτ’ ἐν ᾦ καθέστατε, οὐκ εὐτυχοῦσαι δόξετε’ οὐχὶ δυστυχεῖν» [= Ἀλίμονο, ἀλίμονο. Ὅταν συνέλθετε καὶ δεῖτε τί ἐκάματε, πόνο πικρὸ θὰ θρηνήσετε. Κι ἂν μέχρι τέλους μείνετε σὲ τούτη τὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεστε, εὐτυχισμένες θὰ πιστεύετε πὼς εἶστε καὶ ὄχι ὅτι δυστυχεῖτε] (Βάκχαι 1259-1262). Ὡστόσο ὁ Πενθέας, ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀχρειότητα τοῦ Διονύσου, μὲ ρεαλισμὸ ἐπισημαίνει: «ἤδη τόδ’ ἐγγὺς ὥστε πῦρ ὑφάπτεται ὕβρισμα Βακχῶν, ψόγος ἐς Ἕλληνας μέγας. Ἀλλ’ οὐκ ὀκνεῖν δεῖ» [= Σιγὰ σιγὰ ἡ ὕβρις τῶν Βακχῶν σὰν τὴ φωτιὰ ἁπλώνεται κοντά μας. Ντροπὴ μεγάλη γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀδρανήσω] (Βάκχαι 778-780). Ἔτσι, ἐνῶ ἀντιμάχεται τὸν Διόνυσο, μένει καὶ αὐτὸς ἐκτεθειμένος στὰ δίχτυα τῆς μανιώδους συμπεριφορᾶς του, γιατὶ ὁ θεὸς θὰ ἐπιδιώξει νὰ τὸν συνθλίψει ἀκόμη καὶ μὲ τὰ πιὸ ὕπουλα μέσα. 
Στὶς μέρες μας, ποὺ ἡ ἐξουσία σὰν αὐτὴ τοῦ Διονύσου δίνεται σὲ πρόσωπα κατώτερα τῶν περιστάσεων, ἡ «μέθη» τῶν ἐξουσιαζομένων συγκαλύπτει τὶς ἀληθινὲς διαστάσεις τῶν πραγμάτων. Οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὴν ἄλογη συμπεριφορά τους, ὅπως ἡ Ἀγαύη, παρασυρμένοι ἀδυνατοῦν νὰ δοῦν ποιόν ἐμπιστεύονται ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ποιόν φονεύουν ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μακάρι ἡ «νηφαλιότητα» μετὰ τὴ μέθη νὰ μὴν ἐπιφέρει τὴν ἔκπληξη ὅτι αὐτὸ ποὺ φονεύουν εἶναι ἡ χώρα τους, τὰ παιδιά τους ἢ … ὁ ἴδιος τους ὁ ἑαυτός. 
(Το παρόν δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ταχυδρόμος, 9.8.2015)

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

"ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ" ΚΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ


Έλενα Χατζόγλου 
«Μακριά από το πλήθος»
και κοντά στον Άνθρωπο 
Η κινηματογραφική απόδοση ενός λογοτεχνικού αριστουργήματος προβάλλεται αυτό τον καιρό στους κινηματογράφους, σε σκηνοθεσία Τόμας Βίντερμπεργκ, βασισμένη στο διάσημο μυθιστόρημα Μακριά από το αγριεμένο πλήθος (1874) του Τόμας Χάρντι (1840-1928)1. Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι πρόκειται για την τέταρτη μεταφορά του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη (οι προηγούμενες σκηνοθετικές απόπειρες έλαβαν χώρα το 1915, το 1967 και το 1998). 
Το έργο εξερευνά τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από τις διαφορετικές ισορροπίες που τις διέπουν, με φόντο τη βικτωριανή Αγγλία. 
Η πρωταγωνίστρια του έργου Μπάθσιμπα Εβερντίν (Carey Mulligan), σε μία προσπάθεια κατάκτησης της κοινωνικής της ανεξαρτησίας, αλλά κυρίως προσωπικού της αυτοπροσδιορισμού, «δοκιμάζει» τη δυναμική των σχέσεών της με τρεις πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους άνδρες. Πρόκειται για τον βοσκό και μετέπειτα επιστάτη του αρχοντικού της Γκάμπριελ Όουκ (Matthias Schoenaerts), τον ώριμο σε ηλικία και πολύ ευκατάστατο Ουίλλιαμ Μπόλντγουντ (Michael Sheen) και τον τυχοδιώκτη λοχία Φρανκ Τρόι (Tom Sturridge), τον οποίο εν τέλει και παντρεύεται. 
Στις σχέσεις της σχοινοβατεί, καθώς επιδιώκει διαρκώς να προσελκύσει το ενδιαφέρον των τριών αυτών ανθρώπων, έχοντας διαφορετικές προσδοκίες από τον καθένα, ανομολόγητες τόσο στους ίδιους, όσο και στον εαυτό της. Ο καθένας τους επίσης «επιζητεί» κάτι διαφορετικό από εκείνη· ο εργένης Ουίλλιαμ στο πρόσωπό της ονειρεύεται τη γαλήνη ενός ήρεμου σπιτικού, ο Φρανκ επιδιώκει την ερωτική περιπέτεια ανεξαρτήτως αποτελέσματος –εφόσον μάλιστα βιώνει την πρόσφατη απογοήτευση ενός ατελέσφορου γάμου–, καθώς επίσης το χρήμα και την καλοπέραση κοντά σε μία πλούσια κληρονόμο, ενώ ο Γκάμπριελ αποτελεί ουσιαστικά την πιο αξιοπρόσεκτη προσωπικότητα. 
Η βιοποριστική απασχόληση του βοσκού αυτού σε μία αγροτική κοινωνία υποδηλώνει ήδη εξ αρχής τη βαθιά, βιωματική του σχέση με τη φύση και τα πλάσματά της. Σαν τον «καλό ποιμένα» τα συνοδεύει νυχθημερόν σε μία αγόγγυστη, κοπιώδη διαδικασία όχι απλώς παραγωγής, αλλά προσωπικής σχέσης. Η απώλεια του κοπαδιού του είναι καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή του. Η τρυφερότητα με την οποία «ζυμώθηκε» ο χαρακτήρας του από τη σχέση με τα πρόβατά του, μεταβιβάζεται σε κάθε έκφανση της συμπεριφοράς του. Επιδεικνύει αυτοθυσία για να σώσει ένα άγνωστο σ’ αυτόν υποστατικό –που αποδεικνύεται ότι είναι αυτό της κληρονόμου Μπάθσιμπα–, ενώ συμπεριφέρεται με εργατικότητα, ευσυνειδησία και φιλότιμο όταν διορίζεται από εκείνην ως επιστάτης. Παραμένει άγρυπνος αλλά διακριτικός «φύλακας» στις κινήσεις της και ανταποκρίνεται στα αιτήματα που τίθενται διαρκώς από μέρους της για ενδιαφέρον, αναγνώριση και αυτοπροσφορά. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που ενσαρκώνει την ανιδιοτελή αγάπη, την τόσο σπάνια, αλλά και συγχρόνως περιφρονημένη διαχρονικά. Η Μπάθσιμπα παραβλέπει το γεγονός ότι είναι ο μόνος που βρίσκεται δίπλα της χωρίς να περιμένει κανένα αντάλλαγμα, αφού έχει από καιρό δεχθεί την απόρριψή της σε μία πρόταση γάμου. 
Η πρωταγωνίστρια συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή, που εξοικειωμένη με την αλαζονεία και την αυταρέσκεια σύντομα χάνει τον αξιολογικό κώδικα και τα κριτήρια τῶν προτεραιοτήτων της. Εκπίπτοντας τότε σε μία κατάσταση εσωτερικής σύγχυσης αρέσκεται να απαξιώνει όποιον ή ό, τι είναι ταπεινό και μετριοπαθές. Συγχρόνως, προσελκύεται εύκολα από το ανούσιο, το φανταχτερό, αυτό που υπόσχεται πολλά αλλά απατηλά. Κι όταν συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία, η αγάπη, το ουσιώδες στη ζωή βρίσκονται πολύ κοντά της αλλά απλώς δεν εκβιάζουν την ελευθερία της, εναπόκειται πλέον σ’ εκείνη αν, έστω την ύστατη στιγμή, θα αναγνωρίσει πού βρίσκεται η αλήθεια και αν θα την ακολουθήσει. Πράγματι, η Μπάθσιμπα την ύστατη στιγμή μέσα από τον φαύλο κύκλο της αναζήτησης, μέσα από τις ανατροπές –τις οποίες συνηθέστατα επιφυλάσσει η ζωή προκειμένου να αποκαλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος– αναγνωρίζει τον Άνθρωπο μακριά από το πλήθος. Ένα αγριεμένο πλήθος, που ζητά διαρκώς, καταπιέζει, καραδοκεί να αδράξει τη στιγμή για να επωφεληθεί. Ένα τέτοιο πλήθος, είτε απρόσωπο είτε προσωποποιημένο σε κάθε αδιόρατο καιροσκόπο, διαφέρει από τον αληθινό Άνθρωπο, ο οποίος, όπως ο Γκάμπριελ, αυτοπαραδίδεται στον άλλο ελεύθερα και με αγάπη. Είναι μία αγάπη διακριτική, που δὲν «ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», δεν εκβιάζει, δεν επιτηδεύεται, την ίδια στιγμή «ηχηρή» και σιωπηλή. 
Σε γενικές γραμμές η ταινία αποδίδει με ακρίβεια τον ηθογραφικό και νατουραλιστικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος του Χάρντι, που με τη διεισδυτική προσέγγιση των ανθρώπινων χαρακτήρων θα προκαλέσει το ενδιαφέρον του θεατή, ιδίως μάλιστα αν τολμήσει να παραβάλει τη δική του εικόνα απέναντι στον Άνθρωπο ή … το αγριεμένο πλήθος. 
(Εφημ. Ταχυδρόμος, 26.7. 2015)
__________________________________
1. Thomas Hardy, Far from the madding crowd, Oxford University Press, Oxford 2008. Στην ελληνική έχουν μεταφρασθεί τα εξής έργα του: Ο μελαγχολικός Ουσάρος της γερμανικής λεγεώνας (Στοχαστής, 1992), Κάτω από το δέντρο, (Εκδ. Γνώση, 1990), Η Τες των ντ' Υρμπερβίλ (Εκδ. Γαλαξίας-Ερμείας, 1983) Τζούντ ο αφανής (Εκδ. Νεφέλη, 1997) Η τρισαγαπημένη (Εκδ. Υψιλον, 1989), Το μαραμένο χέρι - Ιστορίες του Ουέσσεξ (Αίολος, 1982), Ο παραστρατημένος εφημέριος (Καστανιώτης, 1997), Μία ευφάνταστη γυναίκα (Καστανιώτης, 1982), Οι Λαοδικείς, (Εκδ. Μαΐστρος, 2008).


Related Posts with Thumbnails