Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κωνσταντίνος Καλλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κωνσταντίνος Καλλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΝΥΧΤΩΜΕΝΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟΣ...

Ἡ ἐπίσκεψη...

Ὄχι, δὲν πρέπει ν᾿ ἀστοχήσεις νὰ περάσεις, νυχτωμένε ὁδοιπόρε, ἀπόψε ἀπ᾿ τὸ σοκάκι ἐκεῖνο τοῦ παλιοῦ μας τοῦ χωριοῦ, μέρα ποὺ εἶναι... Γιατὶ ἐκεῖ ἦταν τὸ σπίτι μας ποὺ σήμερα δὲν τὸ γνωρίζει κανεὶς, ἀφοῦ τοῦ ἄλλαξαν τὴν ὄψη καὶ μέσα κι ἔξω, τὸ κάμανε ἀλλιώτικο, ξένο σῶμα λὲς στὴ γειτονιὰ ἐκείνη, ποὺ κάποτε εἶχε ζωὴ καὶ χάρη.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ προτρέπω, νοσταλγικὲ μου ὁδοιπόρε, νὰ περάσεις, σὲ ὥρ᾿ ἀπόβραδη ἀπ᾿ τὸ σοκάκι αὐτὸ, ἔτσι γιὰ νὰ φανεῖ μι᾿ ἀνθρωπίνη παρουσία ἐκεῖ ποὺ σὰν κι ἀπόψε, κάποτε, σ᾿ ἄλλα χρόνια, σεργιανοῦσαν ἄνθρωποι, καθὼς ἡ γιορτὴ μάζευε τοὺς λιγοστοὺς ἐπισκέπτες σ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἀνώι, ποὺ εὐωδίαζε καμμένο ξύλο καὶ καψαλισμένο ψωμὶ.
Σιγοβρέχει κι ὁ οὐρανὸς στάζει γκρίζο δάκρυ... Μιὰ ἡσυχία ἁπλώνεται παντοῦ μηρυκάζοντας ὄνειρα καὶ γεγονότα ἀπ᾿ ἕνα χτὲς ξεχασμένο γιὰ τοὺς περισσότερους. Τώρα πιὰ δὲν ἀκούγονται τὰ βαρειὰ βήματα τοῦ ἀργοπογημένου τσοπάνη, μήτε τὸ ἀργὸ καὶ ξερὸ βάδισμα τοῦ κουραμένου μουλαριοῦ, ποὺ χτυπάει ρυθμικὰ τὰ πεταλωμένα του πόδια στὸ καλτερίμι. Μήτε τὰ βιαστικὰ βήματα τῶν παλιῶν Κληματιανῶν ποὺ κατεβαίνουν τὸ σοκάκι. Οἰ λάμπες σκούριασαν καὶ δὲν τὶς ἀναβουν πιὰ, ἀφοῦ δὲν τὶς χρειάζονται. Καὶ τὸ ἀνώι τοῦ φούρνου δὲν ὑπάρχει παρὰ μονάχα στὰ δικὰ μου τὰ ὄνειρα καὶ τὶς Μνήμες ποὺ τὶς ἀνασύρω, κάθε χρόνο, τέτοια μέρα καὶ τὶς φέρνω σιμὰ μου μαζὶ μὲ τ᾿ ἀγαπημένα μου πρόσωπα, ὅσα ἀπόμειναν κι ὅσα τὰ συναντῶ στὴν ἀναπόληση καὶ στ᾿ ὄνειρο...
Γι᾿ αὐτὸ, νυχτωμένε ὁδοιπόρε, μὴ λησμονήσεις νὰ περάσεις ἀπόψε ἀπό κεῖ, γιατὶ μπορεῖ ν` ἀκουστεῖ, προσευχὴ ἤ ὁμιλία θαρρῶ ἀπό κάποια ξεχασμένη σκιὰ ποὺ θρηνεῖ τὴν ἔξωσή της ἀπὸ κεῖ ποὺ ἔζησε...
Σάββατο 6-12-08, τοῦ Ἁγίου Νικολάου
π. Κωνσταντίνος Καλλιανός 
Κλήμα Σκοπέλου

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΗΜΕΡΟΙ ΚΑΙ ΗΡΕΜΟΙ ΣΤΗΝ ΤΟΣΗ ΕΡΗΜΙΑ...

Οἱ ἀ­να­παυ­ό­με­νοι...
ἤ, ὅ­ταν μᾶς συ­ντρο­φεύ­ουν ἡ ἱ­ε­ρά ἱ­στο­ρί­α καί οἱ ἅ­γι­οι
στόν π. Πα­τά­πι­ο Καυ­σο­κα­λυ­βί­τη, ἀντίδωρο τιμῆςκαὶ σεβασμοῦ
Ἡ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νη καί κα­τε­νυ­γμέ­νη συ­ντρο­φι­ά τῶν προ­σκυ­νη­τῶν ἀ­πό τό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος ἦλ­θε μέ τήν δι­ά­θε­ση νά με­τα­λα­μπα­δεύ­σει σέ ὅ­λους ἐ­μᾶς, τήν γλυ­κυ­τά­την τῆς Αθω­νι­κῆς ἐ­ρη­μί­ας εὐ­λο­γί­α, ἀλ­λά καί νά μᾶς θέ­σει πα­ράλ­λη­λα κάι κά­ποι­α ἐ­ρω­τή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α γεν­νῶ­νται, ὄ­χι τό­σο ἀ­πό τήν σχο­λα­στι­κή ἔ­ρευ­να πε­ρί τά ἱ­ε­ρά τε­λού­με­να, ὅ­σο γι­ά ἐ­κεῖ­να, τά ­ποῖ­α καί συ­ντο­νί­ζο­νται μέ τόν πυ­ρή­να τῆς δι­κῆς μας κο­σμι­κῆς φρο­νή­σε­ως καί νο­ο­τρο­πί­ας.
Με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων πού εἰ­πώ­θη­καν, λοι­πόν, ἦ­ταν καί ἡ ἀ­πο­ρί­α:"Μά, πῶς μέ­νουν αὐ­τοί οἱ ἄν­θρω­ποι σ᾿ ἐ­κεί­νη τήν ἐ­ρη­μι­ά μό­νοι τους, ἀ­βο­ή­θη­τοι καί κά­τω ἀ­πό συν­θῆ­κες, πολ­λές φο­ρές ἀ­ντί­ξο­ες καί πολ­λές φο­ρές τό­σο τρα­γι­κές;"
Τό ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι καί δι­α­χρο­νι­κό, ἀλ­λά καί εὔ­λο­γο, ὅ­ταν καί στό ἴ­δι­ο τό Ὄ­ρος πη­γαί­νο­ντας κο­μί­ζεις καί τίς ἀ­να­σφά­λει­ές σου, τήν γο­η­τεί­α τοῦ κό­σμου καί φυ­σι­κά τήν ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α σου, ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται τό ἐ­μπό­δι­ο νά  ἡ σ υ χ ά σ ε ι ς. Νά ἡ­συ­χά­σεις δη­λά­δή νά πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­πό τά τοῦ κό­σμου καί νά βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­σαι ὑ­πό τήν σέ­πην καί τήν σκε­πήν τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν Ἁ­γί­ων, τά ἱ. Λεί­ψα­να τῶν ὁ­ποί­ων γί­νο­νται ἀ­σπί­δα γι­ά κά­θε ἀμ­φι­βο­λί­α, ἀ­κά­θαρ­το λο­γι­σμό καί φό­βο.
Ναί, οἱ πα­τέ­ρες πού καί σή­με­ρα ζοῦν στίς μο­να­χι­κές ἐ­ρη­μι­κές κα­λύ­βες, ὅ­που γι­ά νά πᾶς χρει­ά­ζε­ται νά ὁ­δοι­πο­ρή­σεις, νά λου­στεῖς στόν ἱ­δρῶ­τα καί νά κο­πι­ά­σεις τά μέ­γι­στα, γι­ά ν᾿ ἀ­πο­λαύ­σεις τά τῆς ἐ­ρή­μου κάλ­λη. Μέ κο­ρω­νί­δα τή σι­ω­πή, ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἐ­ξά­πα­ντος ἡ ὁ­δός, γι­ά μι­ά πρώ­τη συ­νά­ντη­ση μέ τό Θε­ό. Κι ὕ­στε­ρα εἶ­ναι ὁ λό­γος τοῦ Γέ­ρο­ντα πού μα­ζί μέ τό κέ­ρα­σμα, τήν ευ­ω­δί­α τῆς μι­κρῆς ἐκ­κ­λη­σού­λας τῆς κα­λύ­βης, ευω­δί­α πού δέν προ­έρ­χε­ται μό­νο ἀ­πό τό θυ­μί­α­μα ἤ τό με­λισ­σο­κέ­ρι, μά ἀ­πό τήν ἀ­νά­σα τῶν ἁ­γί­ων Μορ­φῶν πού πέ­ρα­σαν ἀπ᾿ αὐ­τόν ἱ­ε­ρό τό χῶ­ρο-αἰ­ῶ­νες τώ­ρα...  Ἡ ἀ­νά­σα αὐ­τή εἶ­ναι ἡ συ­ντρο­φι­ά τῶν οἰ­κοι­τό­ρων, πού μα­ζί μέ τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, τά ἱ­ε­ρά Λεί­ψα­να, τήν ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α κλω­θο­γυ­ρί­ζει ἀ­νά­μεσ᾿ ἀπ᾿ τούς χώ­ρους, ὅ­λους τούς χώ­ρους, εἶ­ναι ἡ κλη­ρο­νο­μι­ά τῆς κα­λύ­βης αὐ­τῆς καί πα­ράλ­λη­λα ἡ κα­θη­με­ρι­νή ἀ­νά­παυ­ση τοῦ κά­θε Γέ­ρο­ντα, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τά τό ἱ­ε­ρό Γε­ρο­ντι­κό "τόν τό­πον φυ­λάτ­τει".
Μπο­ρεῖ ἔ­ξω νά μαί­νε­ται ἡ βρο­χή, ὁ ἄ­νε­μος νά σεί­ει μέ­χρι καί τά θε­μέ­λι­α τοῦ κτί­σμα­τος· ὡ­στό­σο, μέ­σα ὑ­πάρ­χει ἡ θαλ­πω­ρή, ἡ γα­λή­νη, ἡ ἀ­σφά­λει­α. Μι­ά γα­λή­νη πού τήν πα­ρέ­χει τό ἱ­λα­ρό φῶς τῶν λα­δο­κά­ντη­λων· μι­ά ἀ­σφά­λει­α πού τήν ἐ­ξα­σφα­λί­ζουν οἱ ἱ­ε­ρές τῶν ἁ­γἰ­ων εἰ­κό­νες καί φυ­σι­κά μι­ά θαλ­πω­ρή πού ἀ­νε­βαί­νει μέ­σα ἀ­πό τή συ­ντρο­φι­ά, τήν ὁ­ποί­α στέλ­νουν οἱ γύ­ρω ἴ­σκι­οι τῶν ἱ­ε­ρῶν Μορ­φῶν, πού ἄν καί ἐ­κοι­μή­θη­σαν, ἐν τού­τοις, ἰ­δού ζῶ­σι (πρβλ.Β΄ Κορ. 6,9) καί συ­νε­χί­ζουν νά πα­ρα­μυ­θοῦν...
Εἶ­ναι πρά­γμα­τι πολ­λές οἱ  εὐ­και­ρί­ες, τίς ὁ­ποῖ­ες μᾶς προ­σφέ­ρει ὁ Θε­ός, γι­ά νά στε­ρεώ­σου­με μέ­σα μας τήν πί­στη καί τήν ἐλ­πί­δα, ὥ­στε ν᾿ ἀ­πο­θέ­σου­με κά­θε βι­ο­τι­κή μέ­ρι­μνα, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν τά βή­μα­τά μας ο­δη­γοῦ­νται ἀ­πό Κεῖ­νον κάι τή Χά­ρη Της σέ ἱ­ε­ρά σκη­νώ­μα­τα, ὅ­που οἰ­κεῖ ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη καί πα­νί­ε­ρη ἡ­συ­χί­α, ἡ εἰ­ρή­νη, ἡ θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος τῆς ἀ­πο­βο­λῆς κά­θε βι­α­σύ­νης, ἄγ­χους καί ἀ­νη­συ­χί­ας: πα­ρά­γω­γα ὅ­λα τοῦ κό­σμου καί τῶν με­θό­δων του.
Πῶς μέ­νουν οἱ μο­να­χι­κοί, οἱ τό­σο ἥ­με­ροι καί ἥ­ρε­μοι πα­τέ­ρες στήν τό­ση ἐ­ρη­μί­α; Μά, μέ ὅ­λη τους τήν εὐ­χα­ρί­στη­ση, κα­θώς κα­θη­με­ρι­νά ἀ­πο­βάλ­λουν ἀ­πό πά­νω τους τό φλοι­ό τοῦ πα­λαι­οῦ ἀν­θρώ­που καί ἀ­να­και­νί­ζο­νται, ἀνα­βα­πτι­ζό­με­νοι μέ­σα στό θεῖ­ο μυ­στή­ρι­ο τῆς ἡ­συ­χί­ας καί τῆς σι­ω­πῆς, κα­θι­στά­με­νοι βα­κτη­ρί­ες γι­ά ὅ­λους ἐ­μᾶς πού δι­α­βι­οῦ­με μέ­σα στήν τρα­γι­κή μο­να­ξι­ά τῶν πό­λε­ων καί τῶν κω­μο­πό­λε­ων γευ­ό­με­νοι κα­θη­με­ρι­νά τά ἄ­γρι­α κύμα­τα τῶν ἄ­γρι­ων και­ρῶν μας. Κύμα­τα ἐ­πι­κίν­δυ­να καί ἀ­πρό­ο­πτα, στή δύ­νη τῶν ὁ­ποί­ων ἡ μό­νη κραυ­γή πού ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι τό, "Ἐ­πι­στά­τα, ἐ­πι­στά­τα, ἀ­πολ­λύ­με­θα"(Λ­κ. 8,24).
π. Κωνσταντίνος Ν.Καλ­λι­α­νός
Σκό­πε­λος

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΘΟΥ


Τό ρίγος τῆς μνήμης
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί τό Κάστρο τῆς Σκιάθου

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Στὸν λόγιο ἀδελφό π. Παναγιώτη Καποδίστρια, εὐχετήριο τιμῆς

Ἀφορμή, παιδιά, γιά τήν ἀναπτυξη τοῦ παραπάνω θέματος στάθηκε ἡ εἴδηση ὄτι στή γείτονα Σκιάθο ἐκπονεῖται μελέτη γιά τήν, ἐπιτέλους, ἀναπαλάιωση καί διάσωση τοῦ ἐκεῖ Κάστρου ἤ Φρουρίου, ὅπως λεγόταν στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔτσι, ἔχουμε πιά ἐλπίδες ὅτι "τό ἔρημον χωρίον, τό κτισμένον ἐπί θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ", θά παραμείνει, ἐκτός ἀπό "παλάτιον τῆς ἐρημίας καί τῆς σιγῆς, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ἱερό ταμεῖο μνήμης καί παράδοσης.
Ὀφείλω, πρίν ἀρχίσω ν᾿ ἀναπτύσσω τό θέμα μου, νά κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη σχετίζεται μέ τήν ἱστορία τοῦ Κάστρου, τήν ὁποία ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος μπορεῖ νά τή δεῖ στήν μελέτη τοῦ μακαριστοῦ καί μοναδικοῦ ἱστορικοῦ τῆς Σκιάθου, τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, "Ἀξιολόγες τοποθεσίες στό νησί τοῦ Παπαδιαμάντη". Ὁ Φραγκούλας μἀλιστα ἀναφέρει, πώς "ἡ πιό ἀξιόλογη τοποθεσία τῆς Σκιάθου εἶναι τό Κάστρο, τό Φρούριο, μέσα στό ὁποῖο ἔζησε ἄλλοτε ἡ μεσαιωνική πόλη τοῦ νησιοῦ. Τό Κάστρο ὡς ὀχυρωματικό ἔργο εἶναι ρισσότερο Φρούριο φυσικό καί λιγότερο τεχνικό. Εἶναι μιά πανοραμική κυματόλουστη χερσόνησο μέ ἀρκετή ἔκταση".
Ἡ δεύτερη εἶναι μιά ἀνοιχτή εὐχαριστία καί ἀπόδοση συγχαρητηρίων στό Δῆμο τῆς Σκιάθου πού μᾶς πρόσφερε τά ἀνεπανάληπτα "Καστρινά" διηγήματα τοῦ πράγματι κορυφαίου νεοέλληνα λογογράφου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη: ἑνός Ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο δέν εἶναι μόνο ἡ γειτονική νῆσος ὑπερήφανη ἀλλά καί ἡ Σκόπελος, τήν ὁποία ἀγάπησε ὁ Ππδ, γιατί ἔμεινε ἐδῶ ἕνα χρόνο μαθητεύοντας, ἀλλά καί ἐπειδή σέ ἀρκετά διηγήματά του τήν μνημονεύει ὡς τήν νῆσον τῶν νοσταλγῶν. Γιατί ἔτσι ἦταν μέχρις ἕνα καιρό ἡ Σκόπελος...
Καί γιά νά ξαναγυρίσω στό θέμα μου πού εἶναι τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί ὁ Ππδ, θά ἤθελα νά ὑπογραμμίσω πώς ὁ κύρ Ἀλέξανδρος ἀφιερώνει σ᾿ αὐτή τήν ἀρχαία πολιχνη μερικές ἀπό τίς ὡραιότερες σελίδες του. Ἄς ξαναθυμηθοῦμε λοιπόν τά διηγήματα "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὁ Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταύγουστου", "Τό Χατζόπουλο" κ. ἄ. γιά μιά πρώτη συνάντηση μέ τό Κάστρο.
Ὅμως τί ἦταν γιά τόν Ππδ. τό Κάστρο καί γιατί τό μνημονεύει τόσο συχνά;
Γιά νά τό καταλάβουμε πρέπει νά παρουμε τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
Ὀ Ππδ. γεννήθηκε τό 1851 στή σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου, "τήν μεσημβρινήν", ὅπως τήν ὀνομάζει. Πρέπει δέ νά ποῦμε πώς ἡ σημερινή πόλη τῆς Σκιάθου ἄρχισε νά δημιουργεῖται μετά τό 1829-30, ὅταν σταδιακά κατέβηκαν ἀπό τό Κάστρο οἱ Σκιαθίτες. Οἰ λόγοι δέ πού τούς ἀνάγκασαν νά ἐγκαταλείψουν τό Φρούριο ἦταν πολλοί, κυριώτεροι ἀπό τούς ὁποίους εἶναι ἡ ἀνοδική πορεία τῆς ναυτιλίας τῆς Σκιάθου, καί τό Κάστρο μᾶς εἶναι γνωστό πώς δέν εἶχε ἀσφαλές λιμάνι, ἀλλά καί ἡ ἐμπορική κίνηση τοῦ λιμανιοῦ τῆς νέας πολίχνης. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται καί ἡ ναυπηγική τέχνη σέ σημεῖο ὥστε ὁ ταρσανᾶς, τό ναυπηγεῖο τῆς Σκιάθου νά εἶναι ἔνα ἀπό τά καλύτερα τῶν λεγομένων ναυτικῶν νήσων.
Ἑπομένως ὁ Ππδ. γεννιέται καί μεγαλώνει σέ μιάν ἐποχή, ὅπου μιά πολίχνη ἱστορική καί γεμάτη μνῆμες σβύνει, γιά νά δημιουργηθεῖ μιάν ἄλλη, μέ νέα ἤθη, συμπεριφορές καί ἀνθρώπους πιό σκοτεινούς ἀπό ἐκείνους τοῦ Κάστρου. Καί μιλῶ ἐδῶ γιά τούς τοκογλύφους καί τούς νεόπλουτους πού ἦλθαν στό νησί καί ἀνάτρεψαν τά πράγματα. Δέν πρέπει δέ νά λησμονοῦμε πώς καί οἱ γονεῖς του εἶναι Καστρινοί, δηλαδή φέρουν ἀναμφίβολα μέσα τους τά σπέρματα τῆς νοσταλγίας γιά τήν πατρική τους ἑστία πού βρισκόταν ἀνάμεσα στίς ἄλλες μικρές κι ἀραδιασμένες στή σειρά φτωχικές κατοικίες "τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου φρουρίου, τῆς ἀληθοῦς φωλεᾶς γλάρου". Κι αὐτό μπορεῖ νά τό διαπιστώσει κανείς ὅταν διαβάσει προσεκτικά τό χριστουγεννιάτικο διήγημα τοῦ Ππδ. "Στό Χριστό στό Κάστρο", ὅπου ἐμφανίζεται ὅλο τό δέος, ἡ νοσταλγία ἀλλά καί ἡ εὐλάβεια τοῦ παπα-Ἀδαμαντίου, τοῦ πατέρα δηλ. τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, γιά "τόν ἀμαυρόν τιτάνειον αὐτόν βράχον". Κι ἐδῶ πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, γιά νά τό μάθουμε ἐπιτέλους, πώς τό πραγματικό ἐπίθετο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδαμαντίου Ἐμμανουήλ ἦταν Μοσχοβάκης, τό ὁποῖο φυσικά δέ χρησιμοποιήθηκε ποτέ.
Ἀποταμιεύοντας, λοιπόν, ὁ Σκιαθίτης λογογράφος ὅλον ἐκεῖνο τόν ἀπόηχο τῆς νοσταλγίας καί τῆς μνήμης τοῦ Κάστρου, πού ἀποπνέει ἡ παλαιά μεσαιωνική πολίχνη τοῦ Κάστρου, τόν καταθέτει σέ μιά σειρά διηγημάτων του, μέ εὐαισθησία, χάρη καί φυσικά μέ τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό στίς ρίζες του.


"Ὅλον τό παλαιόν χωρίον ἦτο ἐρείπιον, ἁπλωμένον ἐπί τῶν νώτων τοῦ γίγαντος, τοῦ μέ τούς πόδας θαλασσωμένους βράχου... Ἀλλ᾿ ὅμως ἡ θειά τό Μαχώ τό Φαλκάκι, ἠγάπα τό παλαιόν χωρίον της, τό μέρος ὅπου εἶχε γεννηθῇ κι αὐτή ἕνα καιρόν, περί τούς χρόνους τοῦ ἀγῶνος (στά χρόνια δηλ. τῆς Ἑλλ. Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821) καί ὅπου διῆλθε τά προσφιλῆ εἰς πᾶσαν μνήμηνν ἔτη τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Διά τοῦτο ἐφρόντισε μέ κάθε τρόπον νά διατηρήσῃ τό παλαιόν σπιτάκι, τήν φωλεάν τῶν γονέων της, τήν κοιτίδα αὐτῆς τῆς ἰδίας". Τονίζει δὲ μέ ἔμφαση παρακάτω ὁ Ππδ. ὅτι ὁ μικρός οἰκίσκος τῆς θειᾶς Μαχῶς "ἦτο μία ἐπάνοδος εἰς τό παρελθόν, μία ὀπή διά τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τά περασμένα ὡς εἰς πανόραμα..." (κινηματογραφική ταινία θά λέγαμε σήμερα).
Παρατηροῦμε. λοιπόν, μέ πόση ἀγάπη καί νοσταλγία μᾶς ἐκφράζει τό προσωπικό του βίωμα γιά τό Κάστρο ὁ Ππδ· καί παράλληλα τό πόσο ἐπαινεῖ ἐκείνη τήν ταπεινή κι ἀσφαλῶς φτωχή Σκιαθίτισσα πού συνεχίζει νά τιμᾶ τόν γενέθλιο τόπο της, τό Κάστρο καί παράλληλα νά συντηρεῖ τό παλιό της σπίτι καί μαζί μ᾿ αὐτό τό παρελθόν, τούς προγόνους της, τήν ἴδια τήν ἱστορία. Σέ ἀντίθεση μέ κάποιους ἄλλους, πού ἀδιαφόρησαν παντελῶς σέ σημεῖο ὥστε νά καταστραφεῖ καί νά ἐρημωθεῖ τό Κάστρο. "Μέχρι πρό ὀλίγων ἐτῶν, γράφει τό 1892, στό διήγημά του "Στό Χριστό στό Κάστρο", ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινες μέ τάς στέγας καί τά πατώματά των ἐντός τοῦ Φρουρίου, ἀλλά τελευταῖον ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τό νά ἐπισκέπτωνται τό Κάστρον συχνότερα καί ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινων συλλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἤ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρόν τό Κάστρον". Θέλω δέ νά πιστεύω, πώς καταλαβαίνει κανείς πολλά ἀπ᾿ αὐτήν τήν ὁμολογία τοῦ Ππδ.
Ὅμως τό Κάστρο δέν εἶναι δυνατό νά μνημονευτεῖ δίχως "τά τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα εὐσεβοῦς παρελθούσης ἐποχῆς", τά ὁποῖα "ὑπῆρχον ἐκεῖ ὅτε ἤμην παιδίον"-ἀφησα ἐπίτηδες τόν ἴδιο τόν κύρ Ἀλέξανδρο νά μᾶς τά πεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο, γιά νά καταλάβουμε τό πότε· πού ἀσφαλῶς χρονικά ἐντοπίζεται γύρω στά 1856-1866. Μάλιστα κάποια ἀπ' αὐτά, ὅπως εἶναι τό παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, πού γιόρταζε τόν Δεκαπενταύγουστο, ἤ τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας, πού γιόρταζε τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, δηλ. τῆς Φανερωμένης, τά περιγράφει μέ λεπτομέρειες.
Μέ λίγα λόγια, γιά νά μήν κουράσω περισσότερο, προσπαθεῖ ὁ Ππδ. μέσ᾿ ἀπό τά Καστρινά διηγήματά του νά διασώσει παλιές ἱερές καί τιμημένες στιγμές πού ἔζησε τό Κάστρο, ὅπως τήν ἱστορία τοῦ "Φτωχοῦ Ἁγίου", τοῦ ἁπλοῦ τσοπάνη, πού θυσιάζεται γιά νά σώσει τό χωριό ἀπό τήν ἐπιδρομή τῶν κουρσάρων· ἤ ἀκόμα τίς ὧρες τῆς συνάξεως τῶν προεστῶν στό Κιόσκι "τό μικρόν περίπτερον, ὅπου συνερχόμενοι ἐβουλεύοντο ἤ ἁπλῶς ἠργολόγουν οἱ προεστοί". Παράλληλα θυμίζει νοσταλγικές στιγμές, ὅπως ἐκεῖνες μέ τά παιδιά, τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων, πού πηγαίνουν νά ψάλλουν τά κάλαντα "Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα", κρατώντας τά ἀναμμένα τους φαναράκια.
Ἄς μή μᾶς φανεῖ παράξενο, ἀλλά κάποιες μνῆμες ἀπό τό Κάστρο σχετίζονται καί μέ τό νησί μας, τή Σκόπελο, τῆς ὁποίας τό Κάστρο, σέ ἀντίθεση μέ τή Σκιάθο ἀκόμα κατοικεῖται.
Μέ τή Σκόπελο, λοιπόν, σχετίζονται τά διηγήματα, "Τό Χατζόπουλο" καί "Τά μαῦρα κούτσουρα".
Τό Χάτζόπουλο μᾶς μεταφέρει στά μέσα τοῦ 18ου, ὅταν γιά κληρονομικές καί ἄλλες οίκογενειακές διαφορές, φεύγει ἀπό τή Σκιάθο καί ἐγκαθίσταται στή Σκόπελο ὁ γενάρχης μιᾶς ἀπό τίς ἱστορικές οἰκογένειες τῆς Σκοπέλου: τῆς οἰκογένειας Νικολαΐδη, αὐτῆς πού πρόσφερε στήν πόλη μας τό Ἱστορικό καί Λαογραφικό Μουσεῖο.
Ὁ γενάρχης τῆς οἰκογένειας αὐτῆς ἦταν ὁ Νικολάκης Χατζησταμάτης, πού χρημάτισε στό νησί μας προεστώς, νοτάριος (δηλ. συμβολαιογράφος), ἐφορος κ.λ.π.. Ὀ γιός του, ὁ Γιαννιός, ἀλλάζει τό ἐπίθετο ἀπό Χατζησταμάτη σέ Νικολάου ἤ Νικολαΐδης. Ἡ οἰκογένεια αὐτή, πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ, πώς ἦταν συγγενεῖς τοῦ Ππδ. Ὁ ἴδιος τό ὁμολογεῖ ἄλλωστε.
Στά "Μαῦρα κούτσουρα" γίνεται λόγος γιά τόν γιό τοῦ τότε προεστοῦ τοῦ Κάστρου, στό α΄ μισό τοῦ 18ου αἰ, Δημητράκη Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, τόν Ἀγάλλο, ἀδελφό τοῦ Σκιαθίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἐπιφανίου Δημητριάδη.
Ὁ Ἀγάλλος εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ στή Σκόπελο μιά κοπέλα ἀπό μεγάλη ἀρχοντική οἰκογένεια, τήν Ἐγγλεζώ Τσιρώνη. Κι ἐνῶ σχεδιάζε τό γάμο του ἡ μνηστή του πεθαίνει κι ὁ ἴδιος στή συνέχεια, ὕστερ᾿ ἀπό καποιες περιπέτειες γίνεται μοναχός στό ἱστορικό μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Νήφωνος τοῦ κτίτορος τῆς μονῆς αὐτῆς. Ἀργότερα ὁ Ἀλύπιος, γιατί αὐτό τό ὄνομα ἔλαβε ὅταν ἔγινε μοναχός ὁ Ἀγάλλος, ἐκλέγεται ἡγούμενος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ τέταρτος κατά σειρά. Καί σ᾿ αὐτό τό διήγημα μᾶς θυμίζει ὁ Ππδ. ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Δημητράκη Οἰκονόμου εἶχε συγγενεῖς στή Σκόπελο. Ποιοί νά ἦσαν ἄραγε;
Κλείνοντας αὐτή τή λιτή παρουσίαση τοῦ θέματος γιά τό Κάστρο τῆς Σκιάθου καί τόν Ππδ. θά ἤθελα, παιδιά νά σᾶς προτρέψω νά προσέξετε καί τό δικό μας τό Κάστρο, γιά νά δεῖτε ὅτι ἔχει ἀρκετές ὁμοιότητες μέ ἐκεῖνο τῆς γείτονος νήσου. Ὅπως π.χ ὅτι καί τά δύο Κάστρα εἶναι κτισμένα κατά τό βορρᾶ, ἔχουν καί τά δύο τόν Μητροπολιτικό τους ναό ἀφιερώσει στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν ἰσάριθμο, περίπου ἀριθμό παρεκκλησίων καί τό κυριώτερο διακρατοῦν τό ἴδιο ρίγος τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας.

Διευκρινιστική σημείωση: Τό παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στούς μαθητές τοῦ Γυμνασίου τῆς Χώρας Σκοπέλου, στίς 16 Μαΐου 2006, ὅταν τό παραπάνω Σχολεῖο τίμησε τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἀπό τή θέση αὐτή εὐχαριστῶ θερμά τίς Καθηγήτριες, κυρίες Παρασκευή Τζαμαλή-Ξηντάρη καί Ἑλένη-Σπηλιώτη-Κεσμετζή· ὅπως ἐπίσης τήν κυρία Ἀθηνά Παπαγεωργίου, ψυχή τοῦ "Σπιτιοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη" καί ὅλων τῶν Πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς Σκιάθου.

Βιβλιογραφία
1. Ἰω. Ν. Φραγκούλα, Ἀξιόλογες τοποθεσίες στό νησί του Παπαδιαμάντη, Σκίαθος 1995
2. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τά Καστρινά. Διηγήματα, Ἀναπτυξιακή Σκιάθου, Σκίαθος 2οο5
3. π. Κων. Ν. Καλλιανός, Τό Χατζόπουλο, τό ἱστορικό του περίγραμμα καί ἡ μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, Λαογραφικό Μουσεῖο Σκοπέλου, Σκόπελος 2002 (ἀνάτυπο ἀπό τό περ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο)

π. Κων. Ν. Καλλιανός
Related Posts with Thumbnails