Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Ε. Παπαπέτρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Ε. Παπαπέτρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2025

"ΤΡΕΙΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΟΛΟΧΡΥΣΕΣ..." - Μικρό αφιέρωμα στους Τρεις Ιεράρχες

«Οι Τρεις Ιεράρχες και σκηνές του βίου τους» - Μουσείο Ζακύνθου.
 Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αι.

Το φύλλο 2588 της εφημερίδας Τηλέγραφος της Αλεξάνδρειας.
Περιέχει, στην πρώτη σελίδα, το άρθρο του Καβάφη
«Οι Βυζαντινοί ποιηταί», το οποίο φέρει την υπογραφή «Κ.Φ.Κ.».

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σε ένα πεζό κείμενό του με τον τίτλο "Οι Βυζαντινοί ποιηταί" (πρωτοδημοσιευμένο στην εφημερίδα "Τηλέγραφος" της Αλεξάνδρειας, 11/23 Απριλίου 1893), ο Κ.Π. Καβάφης επιχειρεί μια "σύντομον, συντομωτάτην σκιαγραφίαν της Bυζαντινής ποιήσεως", όπως γράφει ο ίδιος στο τέλος του συγκεκριμένου κειμένου, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι "εξ αυτής ο αναγνώστης θα εννοήση ότι το αντικείμενον είναι εκτενές και άξιον της σπουδής των ημετέρων λογίων."
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο πεζό αυτό ο Αλεξανδρινός ποιητής αναφέρεται και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος υπήρξε, ως γνωστόν, και σπουδαίος ποιητής. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Καβάφης παραθέτει την γνώμη του μεγάλου ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος βασίζεται σε μελέτες της εποχής του, που συγκρίνουν την ποίηση του Αγίου με αυτήν του Λαμαρτίνου.
Ο Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine (21 Οκτωβρίου 1790 – 28 Φεβρουαρίου 1869), γνωστός στην Ελλάδα ως Λαμαρτίνος, ήταν Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, ιστοριογράφος και πολιτικός, από τα μεγαλύτερα ονόματα του ρομαντισμού στην Γαλλία.
Όμως ο Καβάφης είναι γνώστης και της γενικότερης έρευνας του καιρού του. Γι' αυτό και ξέρει και το έργο που αποδιδόταν στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Γράφει:  "Περιήλθε δ’ εις ημάς δράμα του 11ου ή 12ου αιώνος επιγραφόμενον Xριστός Πάσχων, το οποίον είναι έργον με αξίαν και διά πολύν καιρόν απεδίδετο εις τον κάλαμον του αγ. Γρηγορίου του Nαζιανζηνού."


Αλλά ας δούμε τι γράφει ακριβώς ο Καβάφης για την ποίηση του Γρηγορίου: 
H χριστιανική ποίησις του Γρηγορίου του Nαζιανζηνού εθαυμάσθη υπό των λογίων πασών των εποχών, και εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις συνεκρίθη προς την ποίησιν του… Λαμαρτίνου. Iδού πώς εκφράζεται περί αυτής εν τη Iστορία του Eλληνικού Έθνους ο κ. Παπαρρηγόπουλος: «Tα έπη ταύτα ωνομάσθησαν υπό της νεωτέρας κριτικής Θρησκευτικαί μελέται εξ αναλογίας των Ποιητικών Mελετών του Λαμαρτίνου· διότι τωόντι μεγάλη μεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της φύσεως των δύο ποιητών και των χρόνων καθ’ ους εκάτερος έζησεν, ουδέν ήττον όμως παρετηρήθη ευλόγως, ότι τα του Γρηγορίου έπη έχουσι πολλάκις παράδοξον οικειότητα προς τας περιπλανήσεις της φαντασίας του ποιητού εκείνου της σκεπτικής και κόρου μεστής ηλικίας του αιώνος ημών. Yπάρχουσι μάλιστα τινά των επών τούτων τα οποία ο περί τα τοιαύτα τοσούτον έμπειρος Oυϊλλεμαίνος δεν εδίστασε να αποκαλέση προδρόμους των θελκτικωτέρων στεναγμών της μελαγχολικής των καθ’ ημάς χρόνων μούσης, ει και αποπνέοντα πίστιν εισέτι νεαράν και αφελή εν τω θορύβω αυτής. Eις τα έπη ταύτα επανθεί επαφρόδιτόν τι μίγμα αφηρημένων ιδεών και πραγματικών συγκινήσεων, γοητευτική δέ τις αντίθεσις των καλλονών της φύσεως προς την ταραχήν καρδίας, ήτις, βασανιζομένη υπό του αινίγματος της υπάρξεως ημών, ζητεί καταφύγιον εν τη πίστει».
(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)

Λάβαρο των Τριών Ιεραρχών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 

Ελ. Μάινας
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Τρεις μέλισσες ολόχρυσες
στ’ άνθη της ροδωνιάς
συλλέγουνε τη γύρη τους,
χορεύουν μουσικά,
τρεις ήλιους πλάθουν τα κεριά
στο σκότος λάμψη μία.

Ελένη Αρβελέρ
ΕΝΔΟΞΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟΣ 
Καβαφική κρυπτομνησία

Ἀπὸ Ἀντιόχεια, Ἀλεξάνδρεια, καὶ πιὸ πέρα ἀκόμη, 
ἀσθμαῖνον ἔφτασε τὸ ἑλληνίζειν μέσα στὴ Νέα Ρώμη. 
Βασιλικὰ τὸ ὑποδέχθηκε ὁ Ἰουλιανός, 
μὲ σθένος τὸ διεκδίκησε ὁ Ναζιανζηνός, 
καὶ τέλος ὁ Βασίλειος, στῶν Νέων τὴν παιδεία, 
κράτησε τὸ ἀπόσταγμα ἀπ᾿ τὴν παλιὰ σοφία, 
αὐτὴν πού, «ἔξω καὶ θύραθεν», εἶπε ἡ ἐκκλησία. 

Γκρέμισε ὁ Θεοδόσιος ναούς, ἱερά, βωμοὺς 
(Τὰ ἀγάλματα συντρίμμια, σωρὸς ἄμορφος λίθων), 
τοὺς ἀγωνιστικοὺς τῆς Ὀλυμπίας κατήργησε θεσμούς, 
ἔψεξε κι ὁ Χρυσόστομος τῶν Ἀθηνῶν τὸν τύφον, 
ἐνῶ ἡ Πυθία ἔβγαζε παράξενους χρησμούς, 
λὲς κι εἶχε τὸν Ἀπόλλωνα κατατροπώσει ὁ Πύθων. 

Θρίαμβο τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶπαν τὴν ἐποχή. 
Μόνο τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν δεκτὴ ἡ προσευχή. 
Ὁ τρόμος τῶν Αἱρετικῶν καὶ τῶν Βαρβάρων, ἴσος· 
ὁ ἀρχαῖος κόσμος χάλασμα, γύρω φόβος καὶ μίσος. 

Μὰ ἀπ᾿ τὶς παλιὲς περγαμηνές, μέσα στὰ μοναστήρια, 
σὰν τὸν Χριστὸ ἀναστήθηκε νέος ἑλληνισμός, 
ἔνδοξος, οἰκουμενικός, ὁ Βυζαντινισμός. 
Ἡ Ρωμιοσύνη δηλαδή, ποὺ πάθη ἔζησε μύρια. 

Κλαίει κι ἀναστενάζει τώρα ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὰ βάθη, 
ὅποιος τὰ βάσανά της δεῖ, καὶ τὸν καημό της μάθει.

[Ελένη Αρβελέρ, Το άγνωστο Βυζάντιο]


Κάλαντα Τριών Ιεραρχών, Κοτυώρων Πόντου 

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρείαν 
πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ την πόλη την αγίαν. 
Στον δρόμο που επήενεν βλέπει τον Ιωάννην, 
ομού με τον Γρηγόριο και τον εχαιρετάει: 
Ώρα καλή, Γρηγόριε, Τριάδος της Αγίας 
και του Χριστού υπέρμαχε και της Υπεραγίας. 
Χαίρε κι εσύ, Χρυσόστομε, 
μέγιστε και φωστήρα 
διδάσκαλε που έγραψες την θείαν Λειτουργίαν. 
Χαίρε κι εσύ, Βασίλειε, πόθεν κατεβαίνεις; 
Από ποια πόλη έρχεσαι και τώρα που πηγαίνεις; 
Έρχομαι απ’ την Καισάρειαν κι απ’ την Καππαδοκίαν, 
πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ, την πόλιν την αγίαν. 
Θα πάγω εις το σπήλαιον, Να πάω να ιδώ τον τόπον. 
Πού εγεννήθη ο Χριστός, ας κάμω και τον κόπον. 


Με αφορμή την εορτή των Τριών Ιεραρχών η Ιδιωτική Οδός δημοσιεύει μια ιστορική ομιλία του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαπέτρου, με θέμα: "Πίστη και Γνώση". 
Πρόκειται για μια ομιλία που πραγματοποίησε την 30ή Ιανουαρίου του 1983 στην μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο του καθιερωμένου εορτασμού των Γραμμάτων και της Παιδείας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Ύστερα, η ομιλία αυτή συμπεριλήφθηκε στον τόμο "Επίσημοι Λόγοι Πανεπιστημίου Αθηνών" (1.9.1982-18.5.1983). 

Το τεράστιο συγγραφικό έργο των Τριών Ιεραρχών γνωρίζει στις μέρες μας διεθνή απήχηση και οι προσωπικότητές τους εξετάζονται σε μεγάλα ερευνητικά κέντρα Ανθρωπιστικών Σπουδών. 
Εστιάζουμε στον γερμανόφωνο χώρο, για να δούμε ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές στον βίο και το έργο τους. 
Γερμανικά βιβλία και κείμενα σχετικά με τους Τρεις Ιεράρχες. 
- Wolf- Dieter Hauschild: “ Basilius von Caesarea“.
- Hermann Dörries: ″ Der Beitrag des Basilius zur Ausbildung des trinitarischen Denkens″.
- Friedrich Wilhelm Bautz:″ Basilius der Große″.
- Josef Lercher: “Die Persönlichkeit des heiligen Gregorius von Nazianz und seine Stellung zur klassischen Bildung”.
- Franz Portmann: “ Die göttliche Paidagogia bei Gregor von Nazianz” (Studie).
- Werner Raupp: “Johannes Chrysostomos- der Goldmund”.
- Rudolf Brändle: “ Johannes Chrysostomus”.
- Claudia Tiersch: “Johannes Chrysostomus in Konstantinopel”.
- Karl Heinz Uthemann: “Johannes Chrysostomus“ in Biographisch- Bibliographisches Kirchenlexikon.
- Ένα κλασικό έργο για τον Μ. Βασίλειο: L. Vischer: Basilius der Große. Untersuchungen zu einem Kirchenvater des 4. Jahrhunderts. Diss., 1953.
- Για τον Γρηγόριο τον Θεολόγο: Franz Xaver Portmann: Die göttliche Paidagogia bei Gregor von Nazianz. Eine dogmengeschichtliche Studie Kirchengeschichtliche Quellen und Studien. Bd. 3). Eos Verlag, St. Ottilien 1954. 


Το Τμήμα Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου, το οποίο έχει τους Τρεις Ιεράρχες ως προστάτες, όπως φαίνεται και στην ιστοσελίδα του. 
- Για τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο: Rudolf Brändle: «Johannes Chrysostomus». Bischof, Reformer, Märtyrer. Stuttgart 1999. 
- Διάφορα Έργα των Πατέρων σε γερμανική μετάφραση. 
- «Die Kunst und ihr erzieherischer Wert bei den drei Hierarchen», ένα άρθρο του καθηγητή Θεόδωρου Νικολάου για την τέχνη στους Τρεις Ιεράρχες.
Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών στα γερμανικά 
Barmherziger Gott, als Pilger sind wir heute unterwegs zum Kölner Dom. 
Hier verehrt die Kirche in besonderer Weise die Heiligen Drei Könige. Auf ihrer Suche nach der Wahrheit des Lebens folgten sie Deinem Stern, der sie zum Licht der Welt führte. 
In Erinnerung an die Drei Weisen geleite auch uns auf allen unseren Wegen und lass uns Zeugnis geben von Deiner frohen Botschaft. 
Mit den Heiligen Drei Königen loben und preisen wir Dich. 
Wir beten Dich an und danken Dir, dem ewigen, dreieinigen Gott, dem Vater, dem Sohn und dem Heiligen Geist.
Παραθέτουμε, τέλος, το Δοξαστικό της Λιτής από την Ακολουθία των Τριών Ιεραρχών "Τους ιεράρχας του Χριστού...", σε ήχο πλ. β' και στο μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου. Από την περίφημη σειρά "Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής" του Μανόλη Χατζηγιακουμή (Σώμα Τρίτο - Δοξαστικά Ιακώβου Πρωτοψάλτου). Ψάλλει ο αείμνηστος πρωτοψάλτης του Αγίου Όρους π. Διονύσιος Φιρφιρής.

 

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: ΠΕΡΙ ΓΑΜΟΥ


Παραθέτουμε, στη συνέχεια, ένα σημαντικό κείμενο “Περί Γάμου”, του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαπέτρου. 
Το κείμενο αυτό ήταν η τοποθέτηση του καθηγητού για το θέμα του Πολιτικού γάμου, κατά την ογδόη τακτική συνεδρία της Θεολογικής Σχολής, στις 12 Φεβρουαρίου 1982.

 

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ"


Με αφορμή την εορτή των Τριών Ιεραρχών η Ιδιωτική Οδός δημοσιεύει μια ιστορική ομιλία του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαπέτρου, με θέμα: "Πίστη και Γνώση". 
Πρόκειται για μια ομιλία που πραγματοποίησε την 30ή Ιανουαρίου του 1983 (πριν 41 χρόνια) στην μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο του καθιερωμένου εορτασμού των Γραμμάτων και της Παιδείας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Ύστερα, η ομιλία αυτή συμπεριλήφθηκε στον τόμο "Επίσημοι Λόγοι Πανεπιστημίου Αθηνών" (1.9.1982-18.5.1983). 

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Ο ΤΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ Κ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ "ΠΡΟΣΒΑΣΕΙΣ Β΄"


Η Ιδιωτική Οδός έχει την χαρά να ανακοινώσει σήμερα τις Προσβάσεις Β' (Αθήνα 2018), ήτοι κείμενα για ζητήματα απολογητικής Θεολογίας και φιλοσοφικής κριτικής του καιρού μας, του αειμνήστου καθηγητού μας στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνου Ε. Παπαπέτρου (1936-2007).  
Το βιβλίο μας καθιστά κοινωνούς πολύτιμων κειμένων του καθηγητή Κ. Παπαπέτρου, τα οποία δεν είχαν δημοσιευθεί στον πρώτο τόμο των Προσβάσεων και, ως εκ τούτου, ήταν δυσεύρετα. 
Οι Προσβάσεις Β' διανέμονται δωρεάν και στην έντυπη μορφή τους, σε επιμέλεια Κοσμά Κιφοκέρη. 
Ευχαριστίες θερμές στον συνάδελφο θεολόγο Η. Παπαγεωργίου που μας προώθησε αυτόν τον τόμο του μακαριστού καθηγητού μας και κοπιάζει για την διάδοση του έργου του. 


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ"


Με αφορμή την εορτή των Τριών Ιεραρχών η Ιδιωτική Οδός δημοσιεύει μια ιστορική ομιλία του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαπέτρου, με θέμα: "Πίστη και Γνώση". 
Πρόκειται για μια ομιλία που πραγματοποίησε την 30ή Ιανουαρίου του 1983 (πριν 32 χρόνια) στην μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο του καθιερωμένου εορτασμού των Γραμμάτων και της Παιδείας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Ύστερα, η ομιλία αυτή συμπεριλήφθηκε στον τόμο "Επίσημοι Λόγοι Πανεπιστημίου Αθηνών" (1.9.1982-18.5.1983). 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" (Μέρος Γ' - Ερωταποκρίσεις)


ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 
ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
(✝) Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
Εἰσήγηση στὴν ἐπιστημονικὴ συζήτηση ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴ Μεγάλη Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (5 Δεκεμβρίου 1983, Ἀθήνα). Τὸ κείμενο δόθηκε πρὸς δημοσίευση στὸν τόμο ΜΖ' (2012) τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ. 
Γ' Μέρος 
Καταγραφὴ τῶν ἀπαντήσεων ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Παπαπέτρου σὲ ἐρωτήσεις καὶ ἐνστάσεις ὁρισμένων, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν στὴ συζήτηση. 
* * * 
Ἐρώτηση: Σχετικὰ μὲ τὴν πορεία καὶ τὸν ἔσχατο στόχο τῆς θεολογίας καὶ τῆς φιλοσοφίας..
Ἀπάντηση: Ὡς πρὸς τὸν στόχο...Ὁ στόχος τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας εἶναι νὰ δημιουργήσει μία ἀληθινὴ μεταφυσική. Καὶ ὅταν λέω μεταφυσικὴ δὲν ἐννοῶ τίποτα τὸ δογματιστικό, χρησιμοποιῶ τὴ λέξη μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὴ χρησιμοποιεῖ ὁ H e i d e g g e r : “Μεταφυσικὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ ὄντος ἐν ὅλῳ”. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς φιλοσοφίας τελικά. Δὲν ὑποκαθιστᾶ τὶς ἐπιμέρους ἐπιστῆμες, διότι οἱ ἐπιμέρους ἐπιστῆμες ἔχουν ὀντικὲς σχέσεις μὲ τὰ ὄντα. Ἡ φιλοσοφία θέλει νὰ καταλήξει σὲ μία μεταφυσική, δηλαδὴ νὰ μᾶς δώσει νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο στὸ ὅλο της. Δὲν νομίζω ὅτι βρισκόμαστε στὸ τέλος τῆς μεταφυσικῆς. Βρισκόμαστε στὸ τέλος μιᾶς δογματιστικῆς μεταφυσικῆς, μιᾶς μεταφυσικῆς ποὺ δὲν εἶναι κριτική. Παίρνω δύο παραδείγματα σύγχρονης φιλοσοφίας. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ὀντολογικὴ διαφορὰ τοῦ H e i d e g g e r, ὅπου κατ’ ἐμὲ ὅλη ἡ θεωρία του (περὶ θεωρίας πρόκειται) περὶ τοῦ εἶναι, εἶναι μία θεολογία κατ’ οὐσίαν. Ἡ δεύτερη ἄποψη εἶναι τοῦ J a s p e r s, ἡ φιλοσοφικὴ θεολογία. Καὶ πῆρα δύο ἀνθρώπους ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς κατηγορήσει γιὰ δογματισμὸ ἢ τίποτα ἄλλο, διότι εἶναι οἱ δάσκαλοι τοῦ παρόντος καὶ τοῦ S a r t r e. Ὅταν τὸ σχεδίασμα τῆς φιλοσοφικῆς θεολογίας τοῦ J a s p e r s δείχνει καθαρὰ (παρὰ τὴν κριτικὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς κάνει στὸν χριστιανισμὸ) ὅτι καὶ μέσα ἀπὸ τὴν πιὸ ἄθρησκη, τὴν πιὸ κριτικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη, ἡ μεταφυσικὴ ζεῖ, αὐτὴ εἶναι ἡ φιλοσοφικὴ πίστη τοῦ Jaspers. 
Διαφωνῶ μὲ τὸν ὅρο πίστη, διότι πίστη δὲν εἶναι ἡ εὐπιστία στὸν μῦθο. Πίστη εἶναι ἡ συναρπαγὴ ἀπὸ τὸ ὑπερβατικό. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ συναρπαγὴ ἀπὸ τὸ ὑπερβατικὸ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κριτικὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου. Μὴ συγχέουμε τὴν πίστη τὴ χριστιανική, τὴν πίστη τῆς θεολογίας, μὲ τὴν εὐπιστία ἀπέναντι σὲ προκριτικὰ σχήματα. Ὅτι ἡ πίστη πολλὲς φορὲς θεωρεῖται ἔτσι, συμφωνῶ.
Πιστεύω ὅτι αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖ ἡ φιλοσοφία νὰ κάνει εἶναι μία ἀληθινὴ μεταφυσική. Αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ μεταφυσικὴ ἔχει ὡς περιεχόμενό της αὐτὸ ποὺ ἡ παραδεδομένη θεολογία ὀνομάζει Θεό. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπερβατικὸ τοῦ ἀνθρώπου. 
Διαφωνῶ μὲ τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δέσμιος του κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νὰ ξεπεράσει τὸν κόσμο. Κάθε πράξη αὐθυπέρβασης εἶναι ξεπέρασμα τοῦ κόσμου. Ὅταν ὁ τεχνίτης ἔφτιαξε αὐτὴν τὴν τσάντα, ξεπέρασε τὸν κόσμο. Ἡ τσάντα δὲν ἦταν δοσμένη. 
Ἡ οὐσία τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ προχωρήσει πρὸς τὸ ὑπερβατικό. Ὅποιος μάλιστα ἔχει σπουδάσει τὸν B l o c h, πιστεύω ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τουλάχιστον πρέπει νὰ συμφωνήσει. Δηλαδὴ ἡ ὑπέρβαση τοῦ κόσμου εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἡ παραδοχὴ τοῦ κόσμου στὸ ὅποιο εἶναι. Ἡ ἔννοια τῆς πράξης, ἡ ἔννοια τῆς δημιουργίας εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὑπέρβαση τοῦ κόσμου. Ἄλλο τώρα ἂν ἡ ὑπέρβαση τοῦ κόσμου δὲν γίνεται μὲ σχήματα ξεπερασμένα, δογματιστικά, μυθολογικοῦ χαρακτῆρα. 
Ὡς πρὸς τὴ δέσμευση τῆς θεολογίας. Αὐτὸ ποὺ δεσμεύει τὴ θεολογία δὲν εἶναι τὸ ἀνθρώπινο, ἀλλὰ τὸ θεῖο. Τὸ θεῖο, ὄχι τὸ ἱερὸ τῆς θρησκειολογίας, ὁ Θεός, ὄχι ὁ ἄνθρωπος. Ὄχι τὸ θρησκευτικὸ ἱερό, ὄχι αὐτό. Τὸν θεολόγο τὸν δεσμεύει τὸ θεῖο. Καὶ τὸ θεῖο δὲν τὸ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος θετικιστικά. Δὲν μπορεῖ δηλαδὴ ὁ θεολόγος νὰ πεῖ, “ἐγὼ ξέρω τί θέλει ὁ Θεὸς τώρα, τὄχω στὴν τσέπη μου, ἔχω τὸ Εὐαγγέλιο, κατέχω τὴν ἀλήθεια”. Διότι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ὁ ἄνθρωπος κάνει ἕνα βῆμα πρὸς τὰ μπρὸς καὶ αὐτὸ τὸ βῆμα πρὸς τὰ μπρὸς εἶναι ἕνα βῆμα παραπέρα, τί θὰ ψηφίσει στὶς ἐκλογές, τί θὰ κάνει ἐδῶ τί θὰ κάνει ἐκεῖ. Αὐτὸ τὸ δεδομένο ποὺ σοῦ παρέχει ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Παράδοση, δὲν εἶναι δεδομένο μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ διαθέτεις. Εἶναι κάτι ποὺ σὲ κάνει νὰ προχωρήσεις πέρα ἀπὸ αὐτό. Ὅλη ἡ Χριστολογία αὐτὸ ἀκριβῶς θέλει νὰ δείξει. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸν Χριστὸ ὡς ἄνθρωπο καὶ προσπαθεῖ, μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὡς ἄνθρωπο, νὰ φθάσει στὸν Θεό. Καὶ αὐτὴ ἡ κατανόηση εἶναι ἀτέρμων. Καὶ ὑπάρχει πρόοδος σ’ αὐτὴν τὴν κατανόηση. Δὲν εἶναι τὸ δεδομένο ἐκεῖνο ποὺ δεσμεύει τὸν θεολόγο, ἀλλὰ ὁ Θεός. Καὶ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ εἶναι παραπέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἤδη κατάλαβε. 
Ἡ κριτικὴ πάνω στὸ θέμα τῆς θρησκείας αἰσθάνομαι ὅτι δὲν μὲ ἀφορᾶ. Δεύτερον, νομίζω ὅτι τονίστηκαν μόνο τὰ ἀρνητικὰ περὶ θρησκείας. Διότι, ἂν πάει κάποιος στὸν Ἅγιο Σάββα τώρα καὶ δεῖ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πεθαίνει... Καὶ εἰπώθηκε ὅτι, “ὅταν ἡ πραγματικὴ βιολογικὴ δύναμη ἔχει ὑπονομευθεῖ...” ὑπάρχει βιολογικὴ δύναμη ποὺ νὰ μὴν ἔχει ὑπονομευθεῖ; Ὁ ἄνθρωπος πάνω στὴ θρησκεία βρίσκει τόσες παρηγοριές. Ὑπάρχουν δηλαδὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀρνητικὰ καὶ θετικὰ στοιχεῖα.
Ἐρώτηση: Πῶς γίνεται κάθε ἀλήθεια νὰ εἶναι θεολογική; Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ γεωμετρική, ἡ φιλοσοφικὴ ἀλήθεια δὲν εἶναι θεολογικές... 
Ἀπάντηση: Ἔχετε μία ἀντίληψη περὶ τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι ὁ Θεός. Τὸ “ἕνα καὶ ἕνα κάνει δύο” εἶναι καὶ θεολογικὴ ἀλήθεια. Καὶ ἀσφαλῶς, ὅταν θὰ πᾶτε στὴν κόλαση μαζί μου, θὰ βρεῖτε καὶ ἐκεῖ μερικοὺς ποὺ ἔχουν κάνει λάθος στὸ ἕνα σὺν ἕνα ἴσον δύο. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψη μπορῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ σὲ κάτι ἀκόμα. Ὁ διάλογος μαρξισμοῦ καὶ ὀρθοδοξίας. Ὅπου ὁ μαρξισμὸς εἶναι ἀλήθεια, ἐκεῖ εἶναι καὶ ὀρθοδοξία. 
Ἐρώτηση: Εἴπατε ὅτι ἡ φιλοσοφία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θρησκευτική, διότι ἔτσι θὰ περιπίπταμε σὲ ψυχολογισμό. Αὐτὸ σημαίνει σὲ τελευταία ἀνάλυση ὅτι ἡ θρησκευτικότητα ταυτίζεται μὲ τὴν ψυχολογία; 
Ἀπάντηση: Θὰ χρησιμοποιήσω ἐδῶ τὸν ὁρισμὸ τῆς θρησκείας τοῦ S c h l e i – e r m a c h e r, ποὺ εἶναι “τὸ συναίσθημα τῆς ἀπόλυτης ἐξάρτησης ἀπὸ τὸν Θεό”. Ἡ θρησκευτικότητα εἶναι συναίσθημα, ἔστω βίωμα. Τὰ λογικὰ στοιχεῖα ποὺ λειτουργοῦν μέσα στὴ θρησκευτικότητα εἶναι τὰ διαθέσιμα λογικὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχει ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος. Αὐτὰ ἔχει, αὐτὰ χρησιμοποιεῖ. Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ διανοητικὰ στοιχεῖα ἀναπτύσσονται, αὐτονομοῦνται καὶ βρισκόμαστε σὲ μία νέα κατάσταση τοῦ πνεύματος. Βεβαίως, ἡ θρησκευτικότητα ἔχει συντηρητικὸ χαρακτῆρα. Ὁ θρησκευόμενος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐγκαταλείψει τελευταῖος τὸ θρησκευτικό του πιστεύω. Ὄχι μόνο ὁ χριστιανὸς θρησκευόμενος, καὶ ὁ μουσουλμᾶνος... Αὐτὸ εἶναι φυσικό. Κάποιος ποὺ ἔχει μία ἀξία δὲν τὴν ἐγκαταλείπει εὔκολα. Οἱ ρίζες τῆς θρησκευτικότητας εἶναι στὸ ἀσυνείδητο. Ἡ φιλοσοφία μπορεῖ νὰ μεταπηδήσει ἀπὸ ἕνα φιλοσοφικὸ ρεῦμα σὲ ἕνα ἄλλο. Εἶναι ξώπετση ὅλη αὐτὴ ἡ φιλοσοφικὴ τοποθέτηση. Ἕνα ἐπιχείρημα, τὸν ἔκανες σκόνη τὸν ἄλλον καὶ ἄλλαξε τοποθέτηση. Ἡ θρησκεία ἑδράζεται στὸ ἀσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι δύναμη ζωῆς στὸ ἀδιέξοδο, τὸ ὑπαρξιακὸ ἀδιέξοδο ποὺ κατατείνει ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι κάτι τὸ περιστασιακό. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ θρησκευτικότητα δεσμεύει αὐτὴν τὴν αὐτονόμηση τοῦ λόγου. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος προχωράει. Ἡ σημερινὴ προβληματικὴ τῆς θεολογίας, καὶ τῆς πανεπιστημιακῆς κ.λπ., δὲν εἶναι ἡ προβληματικὴ τοῦ Μεσαίωνα. Οἱ μέθοδοι ποὺ ἀποκτᾶ ὁ ἀνθρώπινος λόγος στὴν ἐξέλιξή του, εἶναι καὶ μέθοδοι τῆς θεολογίας, ἴσως μὲ κάποια καθυστέρηση λόγῳ τῶν ἐρεισμάτων ποὺ ἔχει ἡ παραδεδομένη θρησκευτικὴ ἀντίληψη στὸ ἀσυνείδητο. 
Ἐρώτηση: Ποιός ἔχει δίκιο, ἀφοῦ καὶ ἡ δική μου συνείδηση καὶ ἡ δική σας μπορεῖ νὰ πλανηθεῖ;
Ἀπάντηση: “Ἡ παγκόσμια ἱστορία εἶναι τὸ παγκόσμιο δικαστήριο”, εἶναι ἡ περίφημη φράση τοῦ S c h i l l e r. Στὸ τέλος ἔχει ἡ ἀχλάδα τὴν οὐρά. Καθ’ ὁδὸν κάνουμε καὶ σφάλματα ὅλοι μας καὶ πολλοὶ θεολόγοι εἶναι κατ’ οὐσίαν εἰδωλολάτρες. Αὐτὸ τὸ εἴπαμε, νομίζω. 
Ἐρώτηση: Παίρνετε τὴν ὀντολογικὴ διαφορὰ τοῦ H e i d e g g e r. Ὁ H e i d e g g e r θεωρεῖ τὴν θεολογία ὡς ἀκατανοησία... 
Ἀπάντηση: Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ εἶναι σπουδαία καὶ ἔχω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: Ἡ θεολογία, τὴν ὁποία ὁ H e i d e g g e r μὲ ὅλο τὸ σύστημά του καταδικάζει, εἶναι μία θεολογία ὅπου ὡς Θεὸς θεωρεῖται τὸ ὄν. Αὐτὸ ὀνομάζει ὁ H e i d e g g e r θεολογία καὶ αὐτὸ ἀπορρίπτει. Τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ εἶναι δὲν τὴν ὀνομάζει θεολογία, ἀλλὰ μεταφυσική. Ἐγὼ ὀνομάζω θεολογία αὐτὸ ποὺ ὁ H e i d e g g e r ὀνομάζει μεταφυσική, καὶ αὐτὸ ποὺ ὁ H e i d e g g e r ἀπορρίπτει ὡς θεολογία δὲν τὸ ὀνομάζω θεολογία. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ


KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
Μικρό μνημόσυνο 
Κανένας άλλος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών της γενιάς του δεν προκαλούσε ένα τόσο ετερόκλητο φάσμα αντιδράσεων όσο ο Κωνσταντίνος Παπαπέτρου, ο οποίος εξεδήμησε την 22.9.2007 ύστερα από πολύμηνη μάχη με την επάρατη νόσο. Θαυμασμό και δέος, σεβασμό και μυθοποίηση, αλλά και φθόνο, εχθρότητα, περιφρόνηση ή ακόμη και μίσος γεννούσε το άκουσμα του ονόματός του σε όσους σχετίστηκαν μαζί του στον ακαδημαϊκό χώρο. Μόνο ένα πράγμα ήταν αδύνατο να συμβεί: να τον προσπεράσει κανείς αδιάφορος. 
Γεννήθηκε στις Ερυθρές (Κριεκούκι) Αττικής το 1936. Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1959), έκανε σπουδές συστηματικής θεολογίας και φιλοσοφίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Δυτικού Βερολίνου (1961-1966, 1968-1969). Το 1969 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του γερμανικού αυτού Πανεπιστημίου και την επόμενη χρονιά έλαβε το διδακτορικό δίπλωμα της Θεολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1971 εξελέγη υφηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και το 1976 τακτικός καθηγητής αυτής στην έδρα της Εγκυκλοπαιδείας της Θεολογίας και της Απολογητικής, διδάσκοντας ανελλιπώς ως την αφυπηρέτησή του (2003) τα μαθήματα αυτά, όπως και τη Φιλοσοφία. 
Κυριότερα έργα του: «Ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ γνῶσις αὐτοῦ κατὰ τὸ Ὑπόμνημα τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον» (θεολογική διδ. διατριβή, 1969), «Ἡ οὐσία τῆς θεολογίας. Συστηματικὴ μελέτη ἐπὶ ἑνὸς πατερικοῦ ἑρμηνευτικοῦ ἔργου» (διατριβή επί υφηγεσία, 1970), “Über die anthropologischen Grenzen der Kirche. Ein philosophisch-theologischer Entwurf zum Thema, Simul justus et peccator‘ aus orthodox-katholischer Sicht” (Περί των ανθρωπολογικών ορίων της Εκκλησίας. Ένα φιλοσοφικό-θεολογικό σχεδίασμα γύρω από το θέμα ‘μαζί δίκαιος και αμαρτωλός’ από ορθόδοξη-καθολική άποψη• φιλοσοφική διδ. διατριβή, 1972), «Εἶναι ἡ θεολογία ἐπιστήμη; Δοκίμιον» (1970), «Ἡ ὀρθόδοξος ἀπολογητικὴ εἰς τὴν ἐποχήν μας» (1971), «Ὁ μηδενισμός. Ἡ γένεσις καὶ ἡ ὑπέρβασίς του» (1973), «Ἡ ἰδιοτροπία ὡς πρόβλημα ὀντολογικῆς ἠθικῆς. Συμβολὴ εἰς τὴν μελέτην τῆς σχέσεως μεταξὺ τῆς καθολικότητος τοῦ προσώπου καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς ἀτομικῶν ἀποκλίσεων» (1973), «Προσβάσεις. Ζητήματα ἀπολογητικῆς θεολογίας καὶ φιλοσοφικῆς κριτικῆς τοῦ καιροῦ μας» (συλλογή μελετών, 1979), «Πίστη και γνώση» (λόγος στην εορτή των Τριών Ιεραρχών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1987) και η ποιητική συλλογή «Της ζωής και του θανάτου» (με το ψευδώνυμο Κώστας Ευαγγέλλου-Ρόκκος, 1989). 
Με την εξαίρεση των δύο τελευταίων συμβολών, ο Παπαπέτρου από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 σταμάτησε να δημοσιεύει και επέλεξε την αποχή από τα θεολογικά δρώμενα, περιοριζόμενος στις υπηρεσιακές υποχρεώσεις και στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Οι τελευταίες επικεντρώνονταν στην ανάλυση του ρόλου του μύθου, των διαδικασιών μυθοποίησης και απομύθευσης στην κοινωνία και στη θρησκεία, καθώς και σε μια προσπάθεια οριοθέτησης της έννοιας και του ρόλου της θεολογίας στο σύγχρονο κόσμο. Με τον αντισυμβατικό τους χαρακτήρα και την αμείλικτη ερωτηματοθεσία που αναδείκνυαν, οι παραδόσεις του Παπαπέτρου ενθουσίαζαν πολλούς, σκανδάλιζαν ορισμένους, έβγαζαν όμως όλους από τον εφησυχασμό που γεννάει τόσο η δίχως επίγνωση πίστη όσο και η υπεροπτική απιστία. 
Με την επιλογή της αποστασιοποίησης συνετέλεσε στην προοδευτική, πλην όμως άδικη λήθη ενός έργου που δεν υποτάσσεται σε εύκολες σχηματοποιήσεις, ούτε ελκύει όσους ακολουθούν θορυβώδεις αστέρες στο θεολογικό στερέωμα (που συχνότατα αποδεικνύονται διάττοντες). Οι επιγραμματικές παρατηρήσεις που ακολουθούν ας νοηθούν ως πρόσκληση σπουδής: 
Όντας σύγχρονος των πρωταγωνιστών της θεολογικής «γενιάς του ’60», ο Παπαπέτρου συμπορεύεται με αυτήν στις ανανεωτικές αξιώσεις, στη διαλογική ανοιχτότητα και στις προσωπολογικές αναζητήσεις. Ο λόγος του είναι πυκνός και απαιτητικός, πλην όμως απελευθερωμένος από τα καλούπια της σχολαστικής δογματικής. Αρνούμενος να δει το θεολογείν ως αυτοαναφορικό και ανιστορικό κλειστό σύστημα, δεν επιλέγει την εύκολη λύση του μηρυκασμού πατερικών αποσπασμάτων και των αστόχαστων συμπιλημάτων. Στο έργο του, όπου η «Ουσία της θεολογίας» κατέχει την πλέον σημαντική θέση, η πατερική σκέψη διαλέγεται με τις βασικότερες προκλήσεις που έθεσε επί τάπητος η θεολογία και η φιλοσοφία του εικοστού αιώνα: ο σχεσιακός-δοξολογικός χαρακτήρας του θεολογείν, ο περσοναλισμός και ο μηδενισμός, το ερμηνευτικό πρόβλημα, η επιστημολογία της θεολογίας και ο αποφατισμός, η θρησκεία και η εκκοσμίκευση, η επιστήμη και η τεχνική γίνονται αντικείμενο συχνά πρωτότυπης, σε κάθε περίπτωση όμως έντιμης πραγμάτευσης, μακριά από εθελότυφλες συμπεριφορές, στομφώδεις ιδεολογικοποιήσεις και φτηνές απολογητικές λύσεις. 
Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονευτεί η ολοκληρωμένη δυναμική-αξιολογική προσωπολογία του, η οποία υπήρξε από τις πρώτες συμβολές στο πεδίο αυτό από την πλευρά της ελληνόφωνης Ορθοδοξίας, μολονότι παραμένει σχεδόν ολότελα λησμονημένη. Ελάχιστοι γνωρίζουν επίσης τα θεατρολογικά του δημοσιεύματα ή την προμνημονευθείσα ποιητική του κατάθεση, τεκμήρια μιας χαρακτηρολογικής ευαισθησίας που καλυπτόταν πίσω από την πρώτη εντύπωση της απροσπέλαστης παρουσίας ή της επίφοβης αυστηρότητας. 
Σε αντίθεση προς πολλούς προβεβλημένους εκφραστές της προμνημονευθείσας θεολογικής γενιάς ο Παπαπέτρου αρνείται να υιοθετήσει μια δυαλιστική-μανιχαϊστική εκδοχή για τη σχέση Ανατολής και Δύσης, να εκλάβει το βυζαντινό παρελθόν ως έναν απωλεσθέντα παράδεισο και να προσοικειωθεί την απολλιναρισμό όζουσα και εχθρική προς τον ανθρώπινο λόγο και τη σκέψη στάση, η οποία καταφεύγει στις γνωστές στρουθοκαμηλικού τύπου απολογητικές ευκολίες. Επίσης, η εκ μέρους του θεώρηση του θρησκευτικού φαινομένου απέχει πολύ από μια εν μέρει ανεπίγνωστα ριζωμένη στη διαλεκτική θεολογία πολωτική αντιδιαστολή Εκκλησίας και θρησκείας και εκπορεύεται από μια βαθιά συνείδηση των προκλήσεων που συνιστά η νεοτερικότητα για τη θεολογική αυτοσυνειδησία, πέρα από ποικίλες μονόπλευρες προσεγγίσεις του εκκλησιαστικού γεγονότος ή ρομαντικίζουσες θεωρήσεις της λειτουργικής και ασκητικής ζωής του Ορθόδοξου χριστιανισμού. 
Για τον Παπαπέτρου, ο οποίος αφιέρωσε σημαντικό μέρος του έργου του στις εννοιολογικές διασαφήσεις των θεολογικών όρων, η θεολογία είναι η κοινωνία του Θεού, η οποία πραγματώνεται ως το γεγονός της αυθεντικής ζωής του ανθρώπου: δεν περιορίζεται σε μια εξευγενισμένη θρησκευτικότητα, παρά αναφέρεται στην ολότητα της ύπαρξης ως διαρκής επιτέλεση του αγαθού. Θεολόγος είναι κατ’ εξοχήν ο άγιος, το όντως πρόσωπο, που ανταποκρίνεται στη θεία κλήση με την αξιολογική έξαρση του όλου Είναι του (κάτι που προδήλως συνεπάγεται τη διεύρυνση της έννοιας της αγιότητας, η οποία δεν νοείται πλέον ως αποκλειστικά θρησκευτική πραγματικότητα). Κατά συνέπεια, η μετοχή του Θεού αποτελεί μια διαρκή αυθυπέρβαση του ανθρώπου: η θεολογία δεν είναι οπισθοδρομικός συντηρητισμός, αλλά δυναμισμός και η κατ’ ουσίαν δημιουργία, η οποία με τη σειρά της μόνο ως γεγονός κοινωνίας, τ.ε. Εκκλησίας, δύναται να νοηθεί. 
Αναλογιζόμενος κανείς ευγνωμόνως την προσφορά του Κωνσταντίνου Παπαπέτρου δεν πρέπει να λησμονεί πως το καλύτερο μνημόσυνο των Δασκάλων είναι ο τοκισμός της παρακαταθήκης τους. Γένοιτο! 
Γιώργος Βλαντής 
Θεολόγος, επιστ. συνεργάτης της Έδρας Ορθόδοξης Συστηματικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου και της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" (Μέρος Β')

Ο αείμνηστος καθηγητής Κ. Παπαπέτρου στο Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής,
έτσι όπως τον θυμούνται οι φοιτητές του. 

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 
ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
(✝) Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
Εἰσήγηση στὴν ἐπιστημονικὴ συζήτηση ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴ Μεγάλη Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (5 Δεκεμβρίου 1983, Ἀθήνα). Τὸ κείμενο δόθηκε πρὸς δημοσίευση στὸν τόμο ΜΖ' (2012) τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ. 
Β' Μέρος
Χωρὶς Θεὸ δὲν ὑπάρχει θεολογία. Μία ἄθεη θεολογία εἶναι φυσικὰ κάτι τὸ ἀδιανόητο, ἀφοῦ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνει μία ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι θεολογία. Τὸ ζήτημα, βέβαια, εἶναι πάντοτε τί εἶναι ὁ Θεός, τί σημαίνει αὐτὴ ἡ λέξη. Εἶναι ὁ Θεὸς μόνο μία θρησκευτικὴ ἔννοια ἔτσι, ὥστε, ὅταν γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο πέφτει ἡ θερμοκρασία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, νὰ πεθαίνει καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ ψῦχος ποὺ κυριαρχεῖ στὸν χῶρο μιᾶς “πάλαι ποτὲ” φλογερῆς θρησκευτικότητας; Μήπως αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ σημαίνει ἡ θρησκευτικὴ ἔννοια γιὰ τὸν Θεό, παραμένει ἐντελῶς ἀνέπαφο ἀπὸ τὶς περιπέτειες καὶ τὴν τελικὴ τύχη ποὺ ἔχει στὴν ἱστορία ἡ θρησκευτικὴ συναισθηματικότητα; Μήπως μία θεολογία χωρὶς θρησκευτικότητα, μία ἄθρησκη θεολογία (φυσικὰ μόνο ἐκεῖ ὅπου ἡ θρησκευτικότητα, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, ἔπαψε νὰ ὑπάρχει) εἶναι κατ’ οὐσίαν τόσο θεολογία, ὅσο εἶναι τοὐλάχιστον καὶ ἡ θρησκευτικὴ θεολογία στὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνθίζει, γιὰ διάφορους ἱστορικοὺς λόγους, τὸ θρησκευτικὸ βίωμα;
Ἂν ὁ ὑπερβατικὸς Θεός, ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἱστορία, δὲν ὑπόκειται στὸ ἐννοιολογικὸ σύστημα τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, τότε ἀκόμα καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ σημαίνει καμία ἀπώλεια γιὰ τὴ θεολογία, γιὰ τὴ θετικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ ὑπερβατικό.
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, καὶ γιὰ τὴν παραδεδομένη θρησκευτικὴ θεολογία, ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴν τὴν πεποίθηση πρέπει νὰ προσθέσουμε πὼς ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικὸ γεγονός. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου, ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός, ὅπως τὸν κατανοεῖ ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὸ θρησκευτικό του βίωμα, δὲν ζητάει μόνο τὴ θρησκευτικὴ πλευρὰ τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε μορφὴ παραδεδομένης θρησκευτικῆς θεολογίας τὸ δέχεται αὐτό. Ποτὲ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν περιορίστηκε σ’ ἕνα μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, στὸ θρησκευτικὸ μέρος. Γιὰ τὴ θρησκευτικὴ σκέψη ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχει περιοχὴ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀδιάφορη γιὰ τὸν Θεό, ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Θεὸς κατανοεῖται μόνο, ἢ κυρίως, μέσα ἀπὸ τὶς ἰσχύουσες θρησκευτικὲς κατηγορίες. Ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου σ’ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς ζωῆς, ὁλόκληρη δηλαδὴ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν αὐθεντικότητά της.
* * *
Ὅταν ἕνα ἰδεολογικὸ σχῆμα, ποὺ ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι ἡ θεολογία, θεωρεῖ ὡς Θεό, ὡς ἔσχατο δηλαδὴ “σημεῖο” ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ εἶναι σχετικό, τότε αὐτὴ ἡ θεώρηση τοῦ σχετικοῦ ὡς τοῦ ἀπολύτου, αὐτὴ ἡ αὐθαίρετη, ὑποκειμενιστικὴ καὶ χωρὶς ἀντιστοιχία στὴν πραγματικότητα ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ θεολογία, μὲ ὅσο ἔντονο, θρησκευτικὸ ἢ ἄλλο, πάθος καὶ ἂν ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι. Καὶ δὲν μπορεῖ μία ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ νὰ εἶναι θεολογία, γιατὶ τὸ πρῶτο συνθετικὸ μιᾶς τέτοιας “θεολογίας” δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ κάτι τὸ σχετικό. Ἂν ἡ παραδεδομένη θεολογία καταφέρεται ὣς τώρα πάντοτε ἐνάντια στὴν εἰδωλολατρία, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει γιὰ τὸ θέμα μας μεγάλη σημασία, ἀφοῦ ἡ ἄρνηση αὐτὴ τῆς εἰδωλολατρίας δὲν σημαίνει σχεδὸν τίποτα ἄλλο παρὰ κατηγορηματικὴ ἄρνηση τῆς ἀπολυτοποίησης τοῦ σχετικοῦ.
Βέβαια, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιτάξει κανεὶς πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν διαθέτει τὸ ἀπόλυτο, πὼς ὅ,τι διαθέτει εἶναι τὸ σχετικό, καὶ αὐτὸ σχετικά. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τότε ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ θεολογία; Τὸ πρόβλημα εἶναι σπουδαῖο καὶ θ’ ἄξιζε νὰ προσπαθήσουμε ἐδῶ νὰ δώσουμε μία σύντομη ἀπάντηση.
Στὴν εἰδωλολατρία (ὅλων των εἰδῶν, ὄχι μόνο τὴ στενὰ θρησκευτική), ταυτίζεται τὸ σχετικὸ μὲ τὸ ἀπόλυτο, τὸ σχετικὸ διεκδικεῖ τὴ θέση καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἀπολύτου. Στὴ θεολογία, ἀντίθετα, τὸ σχετικὸ εἶναι τὸ μέσο γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἴδιου τοῦ σχετικοῦ, γιὰ τὴ μετάβαση τῆς συνείδησης στὸ ὑπερβατικό. Ἡ κατάφαση τοῦ σχετικοῦ στὴ θεολογία εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ διαλεκτικὴ ἄρνησή του. Τὸ σχετικὸ λειτουργεῖ ὡς τὸ σκαλί, γιὰ νὰ προχωρήσει ὁ ἄνθρωπος παραπέρα, παραπάνω, γιὰ νὰ ἀναχθεῖ ἀπὸ τὸ φαινόμενο στὸ ὑπερβατικὸ βάθος του, στὴν ἀξιολογική του, καὶ τοῦ φαινομένου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὑπέρβαση. Τὸ ὄν, τὸ σχετικό, εἶναι γιὰ τὴ θεολογία τὸ σύμβολο γιὰ τὴν ἀναγωγὴ τῆς συνείδησης στὸ ὑπερβατικό, ποὺ εἶναι τὸ ἔσχατο δέον τῆς συνείδησης. Καὶ φυσικὰ ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀληθινὴ θεολογία, γιὰ τὴν κίνηση δηλαδὴ ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ θέλει νὰ φτάσει στὸν Θεό. Δὲν ἐννοοῦμε μία ὁποιαδήποτε ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, τὴν ἀπολυτοποίηση ὁποιουδήποτε ὄντος, ὁσοδήποτε ψηλὰ καὶ ἂν βρίσκεται αὐτὸ σὲ μία ἀξιολογικὴ ἱεράρχηση τῶν ὄντων, ἀφοῦ μία τέτοια ἀπολυτοποίηση τοῦ ὄντος, δηλαδὴ ἡ ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ τελευταία ἀνάλυση παρὰ μία μορφὴ εἰδωλολατρίας.
Ἡ θεώρηση τοῦ σχετικοῦ ὡς τοῦ ἀπολύτου δὲν εἶναι θεολογία ἀλλὰ εἰδωλολατρία –καὶ ἡ εἰδωλολατρία εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Ἡ αὐθαίρετη ἀπολυτοποίηση τοῦ σχετικοῦ, ἡ αὐτοθέωση, ἡ “ἰσοθεΐα” τοῦ ὄντος, ὁ σφετερισμός, ἂς ποῦμε, τοῦ θρόνου τοῦ ἀπολύτου, ποὺ εἶναι τὸ ὑπερβατικό, ἀπὸ κάτι τὸ σχετικό, ὅπως εἶναι π.χ. μία ἰδέα, μία ἰδεολογία, ἕνα σύστημα ἀξιῶν, τὸ περιεχόμενο ἑνὸς θρησκευτικοῦ βιώματος κ.λπ. –αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ θεολογία. Θεολογία εἶναι ἡ χρήση τοῦ σχετικοῦ ὡς σχετικοῦ γιὰ τὴν ὑπέρβασή του, γιὰ τὴν ἀναγωγή, τὴ μετάβαση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ ὑπερβατικό.
Πρακτικά, ἁπλά, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι θεολογία τὸ νὰ πάρει κανεὶς ὁρισμένες ἀντιλήψεις μιᾶς ἐποχῆς ἢ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁσοδήποτε σοφοῦ, καὶ νὰ τὶς ταυτίσει μὲ τὴν ὑπερβατικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀντίληψη εἶναι βέβαια ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τόσο, ὅσο ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι ἀληθινή. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται μὲ τὸν λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ἐφόσον καὶ καθόσον ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀληθινός. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, “ἡ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσα”, τὸ ἔργο δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία.
Σὲ ἀντίθεση πρὸς κάθε μορφὴ ἀπολυτοποίησης τοῦ σχετικοῦ, ἡ θεολογία, ἡ ἀναγωγὴ δηλαδὴ στὸ ὑπερβατικό, στὸ ἔσχατο βάθος τοῦ φαινομένου, δὲν ταυτίζεται μὲ μία μυστική, φαντασιώδη (spekulativ!) παθητικὴ θεωρία. Ἡ ἀναγωγὴ στὸ ὑπερβατικὸ βάθος τοῦ ὄντος, ἡ μετάβαση δηλαδὴ ἀπὸ τὸ δοσμένο ὂν στὸ εἶναι του, “τὸ ἀεὶ ζητούμενον καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον” δέον του, ἀποτελεῖ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀλήθεια τῆς ἱστορικῆς δράσης του, τὸν πολιτισμό. Ἡ θεολογία δὲν εἶναι μία παθητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν κόσμο (καὶ τὴν ἱστορία του), εἶναι ἡ πράξη ἐκείνη ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ δέον πέρα ἀπ’ τὸ δοσμένο ὄν. Ἡ θεολογία ἢ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς ἱστορίας ἢ δὲν εἶναι θεολογία. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ (μὲ τὸν ὑπερβατικὸ στόχο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου), δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ εἶναι θεολογία ὅ,τι δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας. Καὶ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ εἶναι πράξη, εἶναι καὶ ἡ θεολογία πράξη.
Δὲν ὑπάρχει ἐπιμέρους ἀλήθεια στὴν ἱστορία, ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι μέρος τῆς θεολογίας. Στὴ θεολογία ἀνήκει κάθε ἀλήθεια, ὄχι μόνο ἡ στενὰ θρησκευτική. Κάθε θρησκευτικὴ ἀλήθεια ἀνήκει στὴ θεολογία, ὄχι ἐπειδὴ καὶ καθόσον εἶναι θρησκευτική, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ καθόσον εἶναι ἀλήθεια. Δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπὸ τὴ θεολογία, οὔτε θεολογία ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ θεολογία συμπίπτουν. Ὅπου παρατηρεῖται διαφορὰ ἀνάμεσά τους, ἐκεῖ ἢ ἡ “ἀλήθεια” δὲν εἶναι ἀλήθεια, ἢ ἡ “θεολογία” δὲν εἶναι θεολογία, ἤ, συνηθέστερα, τὸ συναμφότερο. Βέβαια, πολλὲς φορὲς ἡ θεολογία περιορίζεται στὶς διαστάσεις τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ἐνῶ οἱ ἄλλες περιοχὲς τῆς ζωῆς τοποθετοῦνται ἔξω ἀπὸ τὴ θεολογία. Πολλοί, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ λένε πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴ θεολογία, ἐπιμένουν νὰ διαπράττουν αὐτὸ τὸ λάθος, ἀκόμα καὶ ὅταν τὸ θρησκευτικὸ βίωμα ἔχει, γιὰ διάφορους λόγους, ὑποχωρήσει σὲ ἐντελῶς δευτερεύουσα θέση ἢ εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτο. Σὲ μία τέτοια περίπτωση θὰ ὑπάρχει ἀσφαλῶς διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ θεολογία καὶ τὴ φιλοσοφία, εἴτε ἡ φιλοσοφικὴ σκέψη εἶναι φορέας τῆς ἀλήθειας, εἴτε ὄχι. Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι, ὅπως εἴπαμε, μία θρησκευτικὴ ἔννοια ὡς πρὸς τὴν προέλευσή της καὶ τὸ ἀρχικό της περιεχόμενο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὑπόκειται στὶς παραδεδομένες θρησκευτικὲς κατηγορίες, ὅπως εἶναι ἐκεῖνες τοῦ μύθου ἀρχικὰ καὶ τῆς δογματιστικῆς μεταφυσικῆς στὴ συνέχεια.


Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἔσχατο σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ μιᾶς μεταφυσικῆς ποὺ δὲν θέλει νὰ εἶναι οὔτε μυθολογική, οὔτε δογματιστική, οὔτε κατ’ ἀνάγκη θρησκευτική, ἀλλὰ πέρα γιὰ πέρα κριτική. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεταφυσική; Ἂν δὲν ὑπάρχει, τότε ἡ πρώτη καὶ ὕψιστη ἀνάγκη εἶναι ἐδῶ καὶ τώρα νὰ τὴν σχεδιάσουμε. Ἡ ἐποχή μας – μία μὴ μεταφυσικὴ ἐποχὴ – δὲν ἔχει καμία μεγαλύτερη καὶ πιὸ ἐπείγουσα ἀνάγκη ἀπὸ μία μεταφυσικὴ ποὺ θὰ ἀντέχει σὲ κάθε κριτικὴ καὶ θὰ νοηματοδοτεῖ σήμερα τὴν ἱστορία. Ἂν οἱ παραδεδομένες μορφὲς μεταφυσικῆς – καὶ κυρίως ἡ θρησκευτικὴ – ἔπαψαν νὰ ἰσχύουν, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐξαλείφθηκε ἡ διαχρονικὴ καὶ ἀσίγαστη μεταφυσικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ὅτι πέθανε ὁριστικὰ ἡ δυνατότητα τῆς μεταφυσικῆς.
Ἂν ὁ Θεὸς νοεῖται σὰν ἕνα ὂν (σὰν μία μυθολογικὴ παράσταση ἢ σὰν ἡ κορυφὴ ἑνὸς δογματιστικοῦ θρησκευτικοῦ ἐννοιολογικοῦ συστήματος), τότε τὸ ὂν αὐτὸ μπορεῖ κάποτε νὰ πεθάνει. Τὸ λάθος δὲν βρίσκεται στὸν θάνατο ἑνὸς κατ’ ἀρχὴν μελλοθάνατου ὄντος, ὅπως ἴσως φοβᾶται μία συντηρητικὴ θρησκευτικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ ἔγκειται στὴν προηγηθεῖσα ταύτιση τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ μὲ ἕνα θνητὸ ὄν, δηλαδὴ στὴ διαπραχθεῖσα εἰδωλολατρία. Ἐκεῖνο ποὺ θέλει ἡ θρησκευτικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ πραγματικὰ νὰ σημάνει, δὲν πεθαίνει, ὅταν πεθαίνει ἡ σχετικὴ θρησκευτικὴ ἔννοια ἢ καὶ ἡ ἴδια ἡ θρησκευτικότητα. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικός, δὲν εἶναι μόνο περιεχόμενο τῆς θρησκευτικότητας, ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση ποὺ δεχθεῖ κανεὶς πὼς ἡ θρησκευτικότητα εἶναι ἡ ἀξιολογικὰ κορυφαία ποιότητα τοῦ ὑποκειμένου. 
Ὁ Θεὸς καὶ ὡς νόημα εἶναι “id, quo majus cogitari nequit”. Τὸ ξεπερασμένο νόημα (ὅπως εἶναι π.χ. ἐκεῖνο μιᾶς, ἀπὸ νοητικὴ ἄποψη, ἁπλοϊκῆς θρησκευτικότητας ἢ ἡ κορυφαία ἔννοια ἑνὸς ξεπερασμένου δογματιστικοῦ συστήματος) δὲν εἶναι οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο γιατὶ ἕνα τέτοιο νόημα εἶναι ξεπερασμένο, ἀλλά, καὶ αὐτὸ εἶναι βασικότερο, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀνεικόνιστος κατ’ ἀρχήν, ἀφοῦ εἶναι τὸ ὑπερβατικὸ τοῦ ἀνθρώπινου λόγου.
Ὁ Θεὸς ὡς περιεχόμενο τῆς ἀνθρώπινης νόησης, θρησκευτικῆς ἢ ὄχι, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ὑπερβατικὸς Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι μία ἔννοια, φυσικὰ ὄχι μόνο θρησκευτική, γιὰ νὰ σημάνει τὸ παραπέρα ἀπὸ ὅ,τι κορυφαῖο, ἀπὸ ἀξιολογικὴ ἄποψη, διαθέτει σὲ κάθε στιγμή του ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἔννοια αὐτὴ λειτουργεῖ στὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἡ δύναμη ἐκείνη ποὺ κάνει τὴν αὐθυπέρβαση αὐτὴ δυνατὴ καὶ πραγματικὴ χωρὶς νὰ ἐξαντλεῖται μὲ τὸ ὁσοδήποτε ὑψηλὸ ἀξιολογικὸ-ὀντολογικὸ ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ κάθε φορὰ σημαίνει τὸ παραπέρα. Ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς ἔν-νοια δὲν συμπίπτει μὲ τὸν ὑπερβατικὸ Θεό, ἀποτελεῖ τὴν ἐμπροσθοφυλακὴ τῶν νοημάτων τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία του πρὸς τὸ ὑπερβατικό. Μία τέτοια ἔννοια δὲν ἔχει μόνο ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος, ἀλλὰ κάθε ἄνθρωπος ὡς ἄνθρωπος στὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασής του, μόνο ποὺ στὴν περίπτωση τοῦ ἄθρησκου ἀνθρώπου ἡ ἔννοια αὐτὴ –δικαιολογημένα ἢ ἀδικαιολόγητα – δὲν εἶναι θρησκευτική. Δὲν πρόκειται ἁπλὰ γιὰ ἕνα αἴτημα τοῦ πρακτικοῦ λόγου ( Κ a n t ), ἀλλὰ γιὰ ἕνα γεγονὸς ἐμπειρικὰ διαπιστώσιμο καὶ ἀπὸ κάθε ἔποψη ἀδιαμφισβήτητο, ποὺ διέπει κάθε ἄνθρωπο, κάθε ἀπόπειρα, παρελθοῦσα, παροῦσα ἢ μέλλουσα, μεταφυσικῆς κατανόησης τοῦ κόσμου, ὁσοδήποτε κριτικῆς. Ἂν ἀπελευθερώσουμε τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὁρισμένες ξεπερασμένες θρησκευτικές, μυθολογικὲς καὶ δογματιστικὲς κατηγορίες, τότε αὐτὴν τὴν καθαρότερη, ὡς πρὸς ὁρισμένους κληρονομημένους ἀνθρωπομορφισμούς, ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ τὴν συναντᾶμε παντοῦ ὅπου τελεῖται ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δέουσα σχέση του πρὸς τὸ ὑπερβατικό, πρὸς τὸ εἶναι, πρὸς τὸ ὅλο. Αὐτὴ ἡ ἔννοια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ὁ ὁδηγὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν αὐθυπέρβασή του, στὴ δημιουργία τοῦ πολιτισμοῦ, στὴν πραγμάτωση τῆς ἀλήθειας του.
Νομίζω ὅτι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψη μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση Θεοῦ καὶ λόγου.
* * *
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου. Αὐθεντικότητα τοῦ λόγου εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τοῦ σχετικοῦ στὸ ἀπόλυτο, τοῦ μέρους στὸ ὅλο, τοῦ ὄντος στὸ εἶναι. Ὁ λόγος μετέχει τοῦ Θεοῦ ὅταν εἶναι ἀληθινός. Ἡ μετοχὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λόγος εἶναι ἀληθινὸς ὅταν εἶναι λόγος, καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι ἡ θρησκευτικότητα ἐκείνη ποὺ κάνει τὸν λόγο νὰ εἶναι λόγος. Ἡ λειτουργία τοῦ λόγου ὡς λόγου, δηλαδὴ ἡ λειτουργία τοῦ λόγου στὴν αὐθεντικότητά του, τὸ γεγονὸς δηλαδὴ τῆς ἀλήθειας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς μετοχῆς τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, τὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ποὺ νὰ εἶναι λόγος καὶ νὰ εἶναι ἄθεος. Ὁ ἄ-θρησκος λόγος, ποὺ μὲ τὸ νὰ εἶναι ἄ-θρησκος δὲν παύει ἀναγκαστικὰ νὰ εἶναι καὶ λόγος, δὲν εἶναι ἄθεος, ἀκόμα καὶ ὅταν ἀρνεῖται τὴ λέξη Θεός, ἂν δηλαδὴ κάτω ἀπ’ αὐτὴν τὴ λέξη βλέπει μόνο ἕνα ξεπερασμένο θρησκευτικὸ νοηματικὸ περιεχόμενο. Αὐτὸ ποὺ ἀρνεῖται ὁ ἄθρησκος λόγος δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ μία, γι’ αὐτὸν ξεπερασμένη, θρησκευτικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Ἄθεος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος παύει νὰ εἶναι λόγος. Ἀθεΐα εἶναι οὐσιαστικὰ ὄχι ἡ ἁπλὴ ἄρνηση τῆς λέξης Θεὸς ἢ ἑνὸς ξεπερασμένου θρησκευτικοῦ νοηματικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ ἡ ἄρνηση τῆς σχέσης τοῦ λόγου μὲ τὸ ὑπερβατικό, δηλαδὴ ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ λόγου, μὲ ἄλλα λόγια τὸ κακὸ μέρος τῆς ἱστορίας –σύμφωνα μὲ τὴν ἀξιολογικὴ κρίση τῆς καθολικῆς συνείδησης.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε, χωρὶς ἴσως καμία οὐσιαστικὴ ἀντίρρηση ἀπὸ ὁποιαδήποτε πλευρά, πὼς ἡ φιλοσοφία μὲ τὸν κριτικὸ λόγο (μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τῆς πραγματικότητας) ζητάει νὰ φτάσει στὴν ἔσχατη ἀλήθεια τοῦ κόσμου, σ’ αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖ νὰ φτάσει καὶ ὁ θρησκευτικὸς στοχασμὸς μέσα ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ θρησκευτικοῦ του βιώματος. Ἡ φιλοσοφία προσπαθεῖ νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὸ νὰ γίνει ἡ ἀληθινὴ μεταφυσικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ θέλει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀληθινὴ θεολογία. 
Ὁ ἔσχατος στόχος τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἔννοιας Θεός, ὅταν αὐτὸ τὸ περιεχόμενο δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὶς θρησκευτικὲς κατηγορίες μὲ τὶς ὁποῖες ξεκίνησε τὴν ὀντολογική του προσπάθεια ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅταν τὸ ἀναζητήσουμε μὲ ὅ,τι καλύτερο διαθέτουμε.
Γιὰ τὴν παραδεδομένη ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ Θεὸς “καθ’ ἑαυτὸν” εἶναι ἀπόλυτα ὑπερβατικός, καὶ ὁ ἄνθρωπος “μετέχει τοῦ Θεοῦ” μὲ τὸ νὰ ἀνεβεῖ στὴν ἀξιολογικὴ κορυφή του, μὲ τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ἀληθινός. Ἀπὸ τὴ μεριά της πάλι ἡ φιλοσοφία δὲν ἀποβλέπει πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ στὴν ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀληθινή, τὴν πέρα γιὰ πέρα κριτική, μεταφυσική του.
Ἡ ταυτότητα θεολογίας καὶ φιλοσοφίας θεωρεῖται ἔτσι σὰν ἕνας τελικὸς στόχος ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς θεολογίας ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ συνείδηση τῆς ζωῆς καὶ ζητάει τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου στὸ ὅλο της. Τὸ ἴδιο θέλει νὰ εἶναι καὶ ἡ θεολογία. Δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἐπιτυγχάνει εἴτε ἡ φιλοσοφία εἴτε ἡ ἐπιστήμη εἴτε ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίδοση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ νὰ μὴν εἶναι ταυτόχρονα, εἴτε ὡς φιλοσοφική, εἴτε ὡς ἐπιστημονικὴ κ.λπ. ἀλήθεια, καὶ ἀλήθεια θεολογική. Ἡ ἀπαίτηση τῆς θεολογίας, ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια, σημαίνει φυσικὰ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεολογία ὅ,τι ἀποδεικνύεται μὲ τὴν κριτικὴ ὡς ἀναλήθεια. Μία “θεολογία”, ποὺ ἀρνεῖται μία ἐπιμέρους ἢ μία γενικότερη φιλοσοφική, ἐπιστημονικὴ κ.λπ. ἀλήθεια, δὲν εἶναι μία θεολογία ἄξια τοῦ ὀνόματός της. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ταυτότητα φιλοσοφίας καὶ θεολογίας. Δὲν ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ νὰ εἶναι ἐπιτεύγματα μιᾶς ἐπίδοσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ταυτόχρονα νὰ τὶς ἀρνεῖται μία ἄλλη ἐπίδοση τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς αὐτὴ ἡ ἄλλη “ἐπίδοση” νὰ εἶναι ἀλλοτρίωση. Ἀλλοτρίωση εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς ἀλήθειας, καὶ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ εἶναι οὔτε ἡ φιλοσοφία οὔτε ἡ θεολογία. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δέχεται ἕνα ψεῦδος ἢ κάτι τὸ ἱστορικοπνευματικὰ ξεπερασμένο καὶ ταυτόχρονα νὰ ἰσχυρίζεται πὼς ἀποδεχόμενος αὐτὸ τὸ ψεῦδος κάνει θεολογία ἢ φιλοσοφία. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἡ θεολογία, ἡ ἀληθινή, ὅπως καὶ ἡ φιλοσοφία, δὲν ἀρνεῖται τὴν κριτική, ἀλλὰ τὴν ἐπιζητεῖ, ἀφοῦ ἡ κριτικὴ εἶναι σήμερα ἡ μέθοδος γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀλήθεια.
Μιλᾶμε ἐδῶ γιὰ μία ταυτότητα φιλοσοφίας καὶ θεολογίας ποὺ ἐπιτελεῖται ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου, ποὺ λειτουργεῖ καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε φιλοσοφία καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε θεολογία. Ἡ ταυτότητα αὐτὴ φιλοσοφίας-θεολογίας βρίσκεται στὸ τέλος τοῦ φιλοσοφικοῦ καὶ θεολογικοῦ στοχασμοῦ. Καθ’ ὁδὸν ὅμως ὑπάρχουν πολλά, πάρα πολλὰ προβλήματα καὶ γιὰ τὴ λύση αὐτῶν τῶν προβλημάτων ἀγωνιζόμαστε. Ἡ ἀλήθεια δὲν βρίσκεται οὔτε στὴ θέση οὔτε στὴν ἄρνηση, ἀλλὰ στὴ σύνθεση –μία σύνθεση ποὺ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κάνει μὲ τοὺς διάφορους ὕποπτους, καὶ βασικὰ ἰδιοτελεῖς, συμβιβασμούς.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: "ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ" (Μέρος Α')


Η Ιδιωτική Οδός θα δημοσιεύσει σε τρεις συνέχειες (χωρίς τις παραπομπές για λόγους "τεχνικούς") ένα κείμενο του αειμνήστου καθηγητού μας στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αειμνήστου Κωνσταντίνου Παπαπέτρου (1936-2007) με τον τίτλο: "Θεολογία και Φιλοσοφία". 
Ευχαριστίες θερμές στον συνάδελφο θεολόγο που μας προώθησε αυτή την εισήγηση του μακαριστού καθηγητού μας. 
ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 
ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 
(✝) Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
Εἰσήγηση στὴν ἐπιστημονικὴ συζήτηση ποὺ ὀργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴ Μεγάλη Αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (5 Δεκεμβρίου 1983, Ἀθήνα). Τὸ κείμενο δόθηκε πρὸς δημοσίευση στὸν  τόμο ΜΖ' (2012) τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ. 
Mέρος Α' 
Α. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ 
Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ κάνω εἰσαγωγικὰ μερικὲς παρατηρήσεις. 
Τὸ θέμα μου εἶναι ἡ σχέση φιλοσοφίας καὶ θεολογίας – ὄχι ἡ σχέση φιλοσοφίας καὶ θρησκείας. Γι’ αὐτὸ τὸ δεύτερο θέμα θὰ μιλήσει ὁ φίλος μου κ. Μπουγᾶς στὴ συνέχεια. Τὸ κείμενο ποὺ θὰ σᾶς διαβάσω ἔχει γραφτεῖ εἰδικὰ γι’ αὐτὴν τὴ βραδιὰ πολὺ περιληπτικὰ καί, ὅπως σχεδὸν κάθε περίληψη, εἶναι ἕνα κείμενο ἐγκεφαλικό, στεγνό, ἄρα ἀρκετὰ κουραστικό. Ζητῶ συγγνώμη γι’ αὐτό, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ κάνω ἀλλιῶς. Ἐπίσης, θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμὰ νὰ τὸ δεῖτε μὲ προσοχή, μιὰ ποὺ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ πολυγραφηθεῖ καὶ νὰ σᾶς δοθεῖ στὸ χέρι, ὅπως ἀρχικὰ ἤλπιζα. 
Ἐξάλλου, ὁ βραχυγραφικὸς τρόπος τῆς προσφορᾶς ἐνδέχεται νὰ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωση πὼς τὸ σχεδίασμα αὐτὸ περιέχει κενά, ἀντιφάσεις ἢ ἔστω ἀναπόδεικτους ἀφορισμούς. Μέσα μου ἔχω τὴ βεβαιότητα πὼς τὸ σχεδίασμα εἶναι, στὶς βασικές του τοὐλάχιστον γραμμές, ὁλοκληρωμένο, δεμένο, ἀλλά... “τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον”. 
Γι’ αὐτὸ θὰ αἰσθανθῶ προσωπικὰ εὐγνωμοσύνη γιὰ κάθε κριτικὴ παρατήρηση, ποὺ θὰ ἐπισημάνει ἀδύνατα σημεῖα στὸ σύστημα, ἀφοῦ μία τέτοια ἐπισήμανση θὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ μία πολύτιμη συμβουλὴ γιὰ τὴ διόρθωση τῶν “ἡμαρτημένων”. Καὶ κάτι ἀκόμα: 
Οἱ ἔννοιες λαμβάνονται, ὅπως ἄλλωστε πρέπει, μὲ τὸ πιὸ τέλειο, κατὰ τὸ δυνατόν, περιεχόμενό τους, ἰδεοτυπικά, ἂς ποῦμε. Ἄρα ὁλόκληρη ἡ συλλογιστικὴ κινεῖται σὲ δεοντολογικὸ ἐπίπεδο. Ἰδιαίτερα ἡ θεολογία λαμβάνεται μὲ τὴν ἔννοια ποὺ πρέπει ἡ λέξη αὐτὴ νὰ ἔχει – καὶ μάλιστα σήμερα. 
Θεολογία δὲν εἶναι ὅ,τι λέει πὼς εἶναι θεολογία, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ πρέπει ἡ θεολογία νὰ εἶναι – σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος ἀπὸ τὴν ἄλλη. 
* * * 
Στὴ σχέση θεολογίας-φιλοσοφίας ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ θεολογία, αὐτὸ καὶ χρονολογικὰ καὶ γενετικά. Ἡ θεολογία, στὴν παραδεδομένη της μορφὴ ὡς προσπάθεια αὐτοσυνειδησίας τῆς θρησκευτικῆς πίστης, εἶναι ἡ μητέρα τῆς φιλοσοφίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι κάποτε ἦταν –κακῶς– καὶ ἡ “κυρία” της, μία κυρία ποὺ κακομεταχειρίστηκε πολλὲς φορὲς πάρα πολὺ ἄσχημα τὴν “ὑπηρέτριά” της. Μὲ αὐτὴν τὴν κακή της συμπεριφορὰ δὲν ἀποδείχτηκε βέβαια πὼς ἡ φιλοσοφία ἦταν γεννημένη γιὰ ὑπηρέτρια, καλὴ ἢ κακή, ἀποδείχτηκε ὅμως πὼς αὐτὴ ἡ “θεολογία” δὲν ἦταν καθόλου κυρία ἄξια τοῦ ὀνόματός της.
Φυσικὰ δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ ἀναφερθοῦμε στὶς λεπτομέρειες τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στὴ θεολογία καὶ τὴ φιλοσοφία. Θὰ δοῦμε τὸ θέμα περισσότερο συστηματικά, μὲ τὴν ἔννοια βέβαια πὼς ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξη τοῦ προβλήματος προϋποτίθεται, ὅσο καὶ ὅπως εἶναι γνωστή, στὴ συστηματική του θεώρηση. Ὅτι ἡ θεολογία ἦν ἐν ἀρχῇ τῆς φιλοσοφίας, αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ. Ἡ θέση μας ἐδῶ εἶναι ὅτι ἡ ἀληθινὴ φιλοσοφία καὶ ἡ ἀληθινὴ θεολογία συμπίπτουν, ἢ πὼς ἡ ἀληθινὴ θεολογία εἶναι τὸ τέλος τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας, ἡ ἔκβασή της. 
“Ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις”. 
Τί εἶναι ἡ φιλοσοφία; Ἂν θελήσουμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ σχῆμα τῆς ὀντολογικῆς διαφορᾶς, τῆς διαφορᾶς ἀνάμεσα στὸ εἶναι καὶ στὸ ὄν, ποὺ ἐπισημαίνει ἰδιαίτερα ὁ M a r t i n H e i d e g g e r, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης ὡς ἀναφορὰ στὸ εἶναι τῶν ὄντων. Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ ὀντολογικὴ κατανόηση τοῦ κόσμου. Ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης ὡς ἀναφορὰ στὰ ὄντα ὡς ὄντα ἀποτελεῖ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνική, ὡς “θεωρία” καὶ “πράξη” ἀντίστοιχα. Στὴν περίπτωση αὐτὴ πρόκειται γιὰ τὴν ὀντικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν κόσμο. 
Ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο ἄνθρωπος, ὅσο λειτουργεῖ ἡ συνείδησή του ὡς φορέας τῆς ἀλήθειας. Ἡ λειτουργία τῆς συνείδησης εἶναι ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συνείδηση εἶναι φορέας τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀναλήθεια, ὅπου καὶ ἂν παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἀλλοτρίωση τῆς συνείδησης, ἡ φθορὰ δηλαδὴ τῆς αὐθεντικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἱστορία εἶναι τὸ ἔργο τῆς συνείδησης στὴν αὐθεντικότητα καὶ στὴν ἀλλοτρίωσή της. Τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἱστορίας, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἔργο τῆς αὐθεντικῆς συνείδησης, ὀνομάζεται πολιτισμός. Πολιτισμὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς ἱστορίας καὶ ἔγκειται στὴν πραγμάτωση τῶν δυνατοτήτων τῆς φύσης γιὰ τὸ ἀγαθό. Φύση εἶναι ἡ δοσμένη στὴ συνείδηση, γιὰ τὴν αὐτοπραγμάτωσή της, πραγματικότητα. Ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακὸ εἶναι τὸ ἔργο τῆς συνείδησης. Ἡ συνείδηση εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνει μέσα στὸν κόσμο τὴν ἀξιολογικὴ κρίση, τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, καὶ ὡς μονομερὴς παθητικὴ γνώση καὶ ὡς ὁλοκληρωμένη πράξη. Αὐθεντικὴ συνείδηση εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἀξιολογικὴ κρίση, ποὺ γίνεται καὶ ὡς μονομερὴς καθαρὴ θεωρία καὶ ὡς ὁλοκληρωμένη (δημιουργὸς) πράξη, ὡς ἡ πράξη δηλαδὴ ἐκείνη ποὺ περιέχει στὴν ἀλήθεια της καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς θεωρίας. Ἡ ἀξιολογικὴ κρίση γίνεται πάντοτε σὲ ἀναφορὰ πρὸς τὸ εἶναι τῶν ὄντων, δηλαδὴ πρὸς τὸ δέον τους, ἀφοῦ τὸ εἶναι τοῦ ὄντος εἶναι τὸ δέον του. Ὡς ἀναφορὰ στὸ ὅλο, στὸ εἶναι τῶν ὄντων, στὸ δέον τους, ἡ φιλοσοφία προηγεῖται τῶν ὀντικῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ εἶναι ἐκείνη ποὺ νοηματοδοτεῖ ἐκ τῶν προτέρων κάθε ὀντικὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὸ νὰ ὁρίζει τὸ νόημα κάθε ἐπιλογῆς ἀνάμεσα στὶς “ἐπιμέρους” προκείμενες δυνατότητες ποὺ προσφέρει ἡ δοσμένη πραγματικότητα. Ἔτσι, ἡ ὀντολογία, τὸ κέντρο κάθε φιλοσοφίας, προηγεῖται τῶν διαφόρων ἐπιστημῶν (καὶ τῆς τεχνικῆς, τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐπιστημῶν), ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἕπεται σ’ αὐτὲς μὲ τὸ νὰ δέχεται τὰ ἐπιτεύγματά τους γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ὀντολογικῆς κατανόησης τοῦ κόσμου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λειτουργεῖ ἀνάμεσα στὴν ὀντολογικὴ καὶ στὴν ὀντικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν κόσμο, ἀνάμεσα δηλαδὴ στὴ φιλοσοφία καὶ τὶς διάφορες ἐπιστῆμες, ὁ θεμελιακὸς ἑρμηνευτικὸς κύκλος. 
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα γιά τή φιλοσοφία ἂς προχωρήσουμε στή θεολογία. Τί εἶναι ἡ θεολογία; Θεολογία εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ λόγου καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅπως ὁρίζεται ἀπὸ τὴ φιλοσοφία καὶ τὶς διάφορες ἐπιστῆμες, ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου, ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Δύο παρατηρήσεις θὰ ἦταν ἴσως ἐδῶ χρήσιμες: α) Στὸ ζήτημα τί εἶναι λόγος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει κατ’ ἀρχὴν οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ “θεολογία” καὶ τὴ “φιλοσοφία”, ὅσο κι ἂν τὶς διακρίνουμε μεταξύ τους. β) Τὸ τί εἶναι λόγος εἶναι θέμα, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα θέματα, ἀνοιχτό. 
Αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ταυτίζουμε ἐσαεὶ τὸν λόγο μὲ ὅ,τι ἡ Διαφώτιση – οὐσιαστικὴ ἢ ἐνθουσιαστικὴ – μὲ αὐτὴν τὴ λέξη κατάλαβε. 
Τί εἶναι ὁ Θεός; Ἂς προταχθεῖ καὶ ἐδῶ μία παρατήρηση: ἴσως ἡ ἱστορία καμμιᾶς ἄλλης λέξης, ἀπ’ αὐτὲς ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ φιλοσοφία, δὲν ἐκφράζει πιὸ χαρακτηριστικὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης αὐτοσυνειδησίας γενικά, ὅσο ἡ ἱστορία τῆς λέξης “Θεός”. Οἱ μεταβολὲς στὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τῆς λέξης “Θεός” ἀποκαλύπτουν τὶς μεταβολὲς ποὺ ὑφίσταται ἡ ἀνθρώπινη αὐτοσυνειδησία στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη. Ὁ ἄνθρωπος π.χ. τοῦ μύθου ἔχει μία μυθολογικὴ παράσταση γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος τῆς δογματιστικῆς μεταφυσικῆς νοεῖ τὸν Θεὸ μὲ τὶς κορυφαῖες ἔννοιες τοῦ δογματιστικοῦ του συστήματος. Ὁ ἄνθρωπος πάλι μὲ τὸν κριτικὸ λόγο, ἐκεῖνος δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὸν μῦθο καὶ τὴ δογματιστικὴ μεταφυσική, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ μία μυθολογικὴ παράσταση γιὰ τὸν Θεό, οὔτε νὰ παραδεχθεῖ χωρὶς κριτικὸ ἔλεγχο ἕνα ἐννοιολογικὸ σύστημα μὲ ὁσοδήποτε βαρυσήμαντες ἔννοιες, ὅταν τὰ θεμέλια αὐτῶν τῶν ἐννοιῶν καὶ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος βυθίζονται στὸν προκριτικὸ μῦθο καὶ τὸν κριτικὰ ξεπερασμένο δογματισμό. Tί εἶναι, λοιπόν, ὁ Θεός; Kαὶ ἐδῶ “omnis definitio est negatio”. Κάθε ὁρισμὸς εἶναι ἡ ἄρνηση ἐκείνου ποὺ δὲν εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο πρόκειται. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἕνα μέρος τοῦ κόσμου, οὔτε ὁ ἴδιος ὁ κόσμος ὡς τὸ σύνολο τῶν δεδομένων ὄντων. 
Ἡ παραδεδομένη ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι θρησκευτική, καὶ ὡς πρὸς τὴν προέλευσή της καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό της. Θεὸς εἶναι ἡ ὀντολογικὰ καὶ ἀξιολογικὰ ὕψιστη ἔννοια τοῦ θρησκευόμενου ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἀνάμεσα σὲ πολλὰ ἄλλα σημαίνει πὼς ὁ ἄθρησκος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ αὐτὴν τὴ θρησκευτικὴ ἔννοια. Ἡ αὐτονόητη ἄρνηση τοῦ μὴ θρησκευόμενου ἀνθρώπου νὰ δεχθεῖ μία θρησκευτικὴ ἔννοια γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ἕνα γεγονὸς μὲ σπουδαῖες ἐπιπτώσεις στὴν παροῦσα καὶ τὴ μέλλουσα αὐτοσυνειδησία τῆς θεολογίας. 
Ἡ θρησκεία εἶναι μία προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ μεταφυσικὴ κατανόηση τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ κόσμου στὸ σύνολό του. Ἡ θρησκευτικὴ αὐτὴ προσπάθεια ἔχει βιωματικὸ χαρακτῆρα μὲ ἔντονα συναισθηματικὰ στοιχεῖα, ἀφοῦ ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος εἶναι βαθύτατα χρωματισμένος ἀπὸ τὸ θρησκευτικό του συναίσθημα ἢ βίωμα. Ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ κατανοήσει τὴν πραγματικότητα μέσα ἀπ’ ὅ,τι καλύτερο ὁ ἴδιος διαθέτει, καὶ αὐτὸ εἶναι γι’ αὐτὸν ἡ θρησκευτικότητά του μὲ τὴν “ἀντικειμενική” της διαμόρφωση, τὴ θρησκεία. Ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος βλέπει θρησκευτικὰ τὸν κόσμο. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἀλλιῶς, ἐνῷ ταυτόχρονα αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει. Ἡ θρησκευτικότητα καὶ ἡ θρησκεία εἶναι ἀντίστοιχα οἱ ἀξιολογικὲς κορυφὲς τοῦ ὑποκειμενικοῦ καὶ τοῦ ἀντικειμενικοῦ πνεύματος τοῦ θρησκευόμενου ἀνθρώπου, καὶ θρησκευόμενος εἶναι ὁ ἄνθρωπος σ’ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία του, μὲ ὁρισμένες ἐξαιρέσεις κυρίως στὰ νεώτερα χρόνια, χωρὶς ὅμως καὶ οἱ ἐξαιρέσεις αὐτὲς νὰ εἶναι πάντα ἀναμφισβήτητες. 
Στὸν χῶρο τῆς θρησκευτικότητας καὶ τῆς θρησκείας ἡ θεολογία εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ συνειδητοποιηθεῖ, μὲ τὰ διαθέσιμα διανοητικὰ μέσα, τὸ νοηματικὸ περιεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος. Θεολογία εἶναι τὸ διανοητικὸ περιεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ὅ,τι δηλαδὴ πιὸ “ἐπιστημονικὸ” διαθέτει στὸ θρησκευτικό του βίωμα ὁ θρησκευόμενος ἄνθρωπος γιὰ τὴ μεταφυσικὴ σύλληψη τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κατανόηση δηλαδὴ τοῦ κόσμου στὸ σύνολό του. Καμία διαφωτιστικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποτιμᾶ τὸ γεγονὸς αὐτό. Αὐτὴ ἡ θρησκευτικὴ θεολογία, ἡ προσπάθεια μεταφυσικῆς σύλληψης τοῦ κόσμου μέσα ἀπ’ τὸ κυρίαρχο στὴν ἐποχή του θρησκευτικὸ βίωμα μὲ ἀνάπτυξη τῶν διαθέσιμων διανοητικῶν μέσων, εἶναι ἡ μήτρα γιὰ τὴ γένεση τῆς φιλοσοφίας, ὅπως καὶ τόσων ἄλλων πολιτιστικῶν ἐπιδόσεων τοῦ ἀνθρώπου. Ἀρχικὰ θρησκευτικὴ δὲν ἦταν μόνο ἡ θεολογία, ἀλλὰ καὶ ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ὅπως καὶ ἡ ἰατρική, ἡ δικαιοσύνη, ἡ κρατικὴ ἐξουσία κ.λπ. Ἀφοῦ ὁλόκληρη ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἔντονα καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικὰ θρησκευτική, ἦταν φυσικὸ ὅλες οἱ πολιτιστικὲς ἐπιδόσεις τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔχουν βασικὰ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα. Ἀπὸ αὐτὴν τὴ θρησκευτικὴ ἀφετηρία ξεκινάει τὴν ἱστορική του ἐξέλιξη τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ ἄθρησκο μεταφυσικὸ ἤ, ἔστω, “ἀντιμεταφυσικὸ” σχεδίασμα τῆς ἐποχῆς μας ἔχει ξεκινήσει ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ μεταφυσικὴ τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος. Αὐτὸ φυσικὰ δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα γιὰ μία ὑποταγὴ τῆς φιλοσοφικῆς ἔρευνας στὸ θρησκευτικὸ βίωμα, μᾶς ὁδηγεῖ ὅμως σὲ μία πιὸ σωστὴ ἱστορικὴ κατανόηση τῆς θέσης, στὴν ὁποία βρίσκεται ἡ φιλοσοφία σήμερα. 
Βέβαια, ἡ φιλοσοφία σήμερα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θρησκευτική. Αὐτὸ εἶναι ἀδιαμφισβήτητο. Ἡ σύγχρονη φιλοσοφικὴ ἔρευνα πρέπει νὰ εἶναι καθαρὴ ὡς πρὸς κάθε ψυχολογισμό. Τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως κάθε συναίσθημα, εἶναι ξένο ὡς πρὸς τὴν καθαρὴ φιλοσοφικὴ μέθοδο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὰ διανοητικὴ καὶ μάλιστα πέρα γιὰ πέρα κριτική. Προκριτικὰ συναισθήματα, ὅσο ἔντονα καὶ ἂν εἶναι, πρὸς ὅποια κατεύθυνση καὶ ἂν προσανατολίζονται, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ξένα πρὸς τὴν καθαρὴ μέθοδο τῆς φιλοσοφίας ποὺ ἔγκειται στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοῦ, τοῦ διυποκειμενικοῦ λόγου, τοῦ λόγου ποὺ κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε, ἀτομικὴ ἢ συλλογική, προκατάληψη –θρησκευτικὴ ἢ ἄθρησκη.
Συνεχίζεται
Related Posts with Thumbnails