Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεωνίδας Κανάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεωνίδας Κανάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

ΤΟ "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ" ΣΤΗΝ ΛΟΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ Η "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Είναι γνωστό ότι η Εθνική Μουσική Σχολή στράφηκε "επί τας πηγάς", ήτοι στην ελληνική παράδοση, προκειμένου να αντλήσει "ύδωρ μετ' ευφροσύνης".
Πολλοί συνθέτες - και εκτός Εθνικής Μουσικής Σχολής - δανείστηκαν μελωδίες, μοτίβα, ρυθμούς, θέματα, από την βυζαντινή και την παραδοσιακή μας μουσική, και μπόλιασαν με αυτά δικές τους δημιουργίες, πολλές από τις οποίες έγιναν και εξαιρετικά δημοφιλείς, όπως π.χ. οι περίφημοι Ελληνικοί χοροί του Νίκου Σκαλκώτα.
Ένας από τους συνθέτες της Εθνικής Μουσικής Σχολής ήταν και ο Πέτρος Πετρίδης (1892-1977). 
Θυμήθηκα αυτές τις αναστάσιμες μέρες το έργο του Χορικό και παραλλαγές αρ. 2 "Χριστός Ανέστη", για ορχήστρα εγχόρδων (1941-43). Ένα έργο βασισμένο στην πασίγνωστη βυζαντινή μελωδία του "Χριστός Ανέστη", που παίχτηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 20 Μαϊου 1945.
Το έργο έχει ηχογραφήσει με την Ορχήστρα Δωματίου της Σόφιας ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής και έχει κυκλοφορήσει σε δίσκο μαζί με το "Κύριε των δυνάμεων" του Π. Πετρίδη.


Ο μουσικολόγος Ιωάννης Φούλιας γράφει για το έργο αυτό του Πετρίδη: "...σύνθεση του 1939, εκθέτει αρχικά την μελωδία του “Χριστός ανέστη” με λιτή εναρμόνιση σε φρύγιο τρόπο (Choral: largo). Στην έναρξη της πρώτης παραλλαγής (Larghetto), ωστόσο, η πρωτότυπη μελωδία καθίσταται ελαφρώς μελισματική και οι υπόλοιπες φωνές αποκτούν περισσότερη κίνηση· σταδιακώς, επίσης, η ηχητική ένταση αυξάνεται και το θέμα χρησιμεύει πλέον μόνον ως αφετηρία για την ανάπτυξη μιας ελεύθερης φαντασίας που ολοκληρώνεται στον δώριο τρόπο! Αυτή η διαδικασία απομάκρυνσης από τις δομικές προδιαγραφές του βυζαντινού θέματος συνεχίζεται και στην δεύτερη παραλλαγή (Allegro), όπου σύντομες φράσεις της αρχικής μελωδίας διαμορφώνουν ένα αντιστικτικό πλέγμα, το οποίο με τον ζωηρό – σχεδόν χορευτικό – ρυθμό του διέρχεται από διάφορους τρόπους, προτού τελικά καταλήξει με πολύ δυναμισμό στην δεσπόζουσα του δωρίου. Στην τρίτη παραλλαγή (Largo molto sostenuto), αντιθέτως, το θέμα καθίσταται και πάλι αναγνωρίσιμο: εδώ λοιπόν, το “Χριστός ανέστη” επαναλαμβάνεται αρκετές φορές για την ανάπτυξη μιας ελεγειακής και ως επί το πλείστον ομοφωνικής ηχητικής παράστασης, που προοδευτικά μετατοπίζεται από τον αιόλιο τρόπο προς τον δώριο. Σε αυτόν αρχίζει κατόπιν και η τελική παραλλαγή-φούγκα (Allegro), το θέμα της οποίας συνίσταται σε ένα γεμάτο σφρίγος παράλλαγμα της πρώτης φράσεως του βυζαντινού μέλους. Στην εξέλιξη της φούγκας αυτής διακρίνονται δύο ενότητες: η πρώτη αποτελείται από εναλλαγές τμημάτων με ή χωρίς το θέμα της φούγκας (στην περίπτωση των “επεισοδίων” η ύφανση καθίσταται εμφανώς πιο ομοφωνική) και κορυφώνεται σε μια πτώση επί της δεσπόζουσας του δωρίου τρόπου· η δεύτερη ενότητα δίνει στην συνέχεια την εντύπωση μιας επανέναρξης “εκ του μηδενός”, αλλά από ένα σημείο και έπειτα συνδυάζεται με την πλήρη παράθεση του “Χριστός ανέστη” στα βαθύφωνα έγχορδα (εν είδει cantus firmus), ενόσω μάλιστα αποκαθίσταται προοδευτικά και ο αρχικός φρύγιος τρόπος, οδηγώντας έτσι σε ένα υμνητικό κλείσιμο αλλά και σε μια εντελώς απρόσμενη καταληκτική μείζονα συγχορδία με επιπρόσθετη έκτη επί του φθόγγου σι!"


Στις μέρες μας ένας άλλος συνθέτης, ο φίλος Λεωνίδας Κανάρης, μας δίνει τις δικές του παραλλαγές πάνω στο "Χριστός Ανέστη", με ένα έργο για ορχήστρα εγχόρδων που γράφτηκε το 2005. 
Ένα έργο κατά πάντα σημερινό, βασισμένο σε υλικό παλαιό, του οποίου η πρώτη εκτέλεση έγινε στην Οδησσό από την «Καμεράτα της Οδησσού» υπό τη διεύθυνση του Igor Shavruk στις 21 Σεπτεμβρίου του 2005.
Το ενδιαφέρον είναι και τα δύο έργα είναι για ορχήστρα εγχόρδων και έχουν σχεδόν την ίδια διάρκεια (16 λεπτά του Πετρίδη, 14 του Κανάρη).
Ο συνθέτης Λεωνίδας Κανάρης γράφει για το έργο του αυτό: 
Αν η «Ωδή στη Χαρά» από την «Εννάτη» του Μπετόβεν αποτελεί την πιο εμβληματική μελωδία της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, αναζητώντας μιαν αντίστοιχα μεγαλειώδη και ψυχικής ανάτασης μελωδία στη βυζαντινή παράδοση, δεν άργησα να διακρίνω τον ύμνο «Χριστός Ανέστη» του Πέτρου Λαμπαδάριου – Πελοποννήσιου (1730-1777), ο οποίος μάλιστα, άφησε τα εγκόσμια όταν ο Μπετόβεν ήταν μόλις επτά ετών. 
Το έργο είναι παραλλαγές πάνω στη μελωδία αυτή, είναι γραμμένο σε ένα μέρος και έχει διάρκεια περίπου 14 λεπτών. Η δημιουργία του δεν είχε πρόθεση θρησκευτικού έργου, αλλά την αξιοποίηση των πολλών μουσικών δυνατοτήτων του ύμνου. Φυσικά το παραπάνω κάθε άλλο παρά αποκλείει και την επετειακή - πασχαλινή του χρήση. 
Ο τίτλος «Ανατάσιμον» (αντί του αναμενόμενου Αναστάσιμον) δηλώνει τη δύναμη που έχει ο θαυμάσιος αυτός ύμνος του Π.Λ.Π. στο να δημιουργεί μια ψυχική ανάταση στους ακροατές του. Στο έργο αυτό η πρόθεση (και πρόκληση για μένα) ήταν να χρησιμοποιήσω κλασικά πρότυπα σύνθεσης, με κάποια στοιχεία από τη σύγχρονη μουσική, γεγονός που του προσδίδει έναν Νεοκλασικό χαρακτήρα, καθιστώντας το έτσι και ευκολότερα προσπελάσιμο από ευρύτερα ακροατήρια. 
Η 1η εκτέλεση έγινε στην Οδησσό από την «Καμεράτα της Οδησσού» υπό τη διεύθυνση του Igor Shavruk στις 21/9/2005. Έκτοτε, το έργο εκτελέσθηκε από τη «Νέα Ορχήστρα Θεσσαλονίκης» στην ίδια πόλη σε διεύθυνση Καμπάνη Σαμαρά και μέρος του επίσης εκτελέσθηκε από την ορχήστρα «ΑΣΟΝ» στο Βόλο, υπό τη διεύθυνση του Παύλου Σεργίου. Τέλος, η παρούσα ηχογράφηση από την Οδησσό έχει αρκετές φορές μεταδοθεί από τις ραδιοφωνικές συχνότητες του «Τρίτου Προγράμματος».
Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτή την ηχογράφηση του "Ανατάσιμον", σημειώνοντας ότι το έργο εκτελέσθηκε και ηχογραφήθηκε από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ το 2015, υπό τη διεύθυνση του Άλκη Παναγιωτόπουλου 



Ο σπουδαίος Σόλων Μιχαηλίδης (1905- 1979) στο συμφωνικό ποίημα "Κυπριακά Ελευθέρια" (1959) επεξεργάζεται δύο δημοφιλείς ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το "Κύριε των Δυνάμεων", από την Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου και το "Χριστός Ανέστη". 
Ο Κύπριος ιδρυτής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης εμπνεύστηκε το έργο από τον αγώνα των συμπατριωτών του για την ελευθερία. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε στην πρώτη συναυλία της Κ.Ο.Θ. (με την τότε ονομασία "Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος"), την 1η Ιουνίου 1959, υπό τη μουσική διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Το πρώτο μέρος ξεκινά με ένα συμβολικό προσκλητήριο για συμμετοχή στον αγώνα και μια προσπάθεια να εκφραστεί η πάλη του Κυπριακού λαού για την ελευθερία. Αυτό γίνεται μέσα από την θεματική επεξεργασία της γνωστής βυζαντινής μελωδίας του ύμνου "Κύριε των Δυνάμεων", που χαρακτηρίζει την Μ. Τεσσαρακοστή. Με αυτό τον τρόπο ευλογείται, θα λέγαμε, ο καλός αγώνας και τονώνεται το ηθικό των αγωνιστών. Το δεύτερο μέρος, που είναι το "Χριστός Ανέστη" (με συμμετοχή χορωδίας), διαλαλεί περίτρανα την πίστη για την τελική νίκη. Το μέρος αυτό γεννιέται κυριολεκτικά μέσα από την προηγούμενη μελωδία, με προφανή σκοπό του συνθέτη να στηρίξει τους συμπατριώτες του για τις θυσίες που απαιτεί ο αγώνας, υπενθυμίζοντας πως η κατάληξή του θα είναι μία μεγαλοπρεπής νίκη και ο καρπός του η πολυπόθητη ελευθερία. 

Σόλων Μιχαηλίδης 

Έχουμε όμως και το "Χριστός Ανέστη" για εκκλησιαστικό όργανο της ομογενούς Γεωργίας Ταγγίρη (Βαλτιμόρη Η.Π.Α.1931 - Ράξτον Η.Π.Α. 2018), την οποία μας αποκάλυψε ο ακάματος ερευνητής Θωμάς Ταμβάκος, σε μια πρωτότυπη συναυλία με έργα ελλήνων ή ελληνικής καταγωγής συνθετών για εκκλησιαστικό όργανο. 
Μία από τις σημαντικότερες οργανίστες στις Η.Π.Α., λοιπόν, η Γεωργία Ταγγίρη με πλούσια δραστηριότητα για πάνω από 50 έτη ως οργανίστα, συνθέτρια και διευθύντρια χορωδιών, στη Βαλτιμόρη και σε άλλες πολιτείες. Κοντά της έχουν μαθητεύσει περισσότεροι από 100 ομογενείς οργανίστες που υπηρετούν σε διάφορους ελληνορθόδοξους ναούς της Βόρειας Αμερικής. Το επίκαιρο Χριστός Ανέστη με το θέμα, τις 6 παραλλαγές και το φινάλε του, και με το καθένα αφιερωμένο σε ομογενείς συνθέτες και οργανίστες των Η.Π.Α., εντάσσεται στο λαμπρό μουσικοπαιδαγωγικό έργο της. Το έργο ερμήνευσε σε πρώτη πανελλήνια εκτέλεση η Χριστίνα Αντωνιάδου, την Κυριακή 22 Απριλίου 2018, στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου Αθηνών. 


Ο Δημήτρης Μηνακάκης είναι γνωστός συνθέτης, εκτελεστής, παιδαγωγός και συγγραφέας, με πραγματικά πλούσιο έργο σε όλους αυτούς τους τομείς. Η συνθετική του πορεία αντικατοπτρίζει έντονες επιρροές από τη Βυζαντινή μουσική, τη λόγια ελληνική παράδοση, και τον ύστερο ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Οι συνισταμένες αυτές αφομοιώνονται και εξελίσσονται διαρκώς στο προσωπικό του ύφος. Ειδικά η σχέση του με την Βυζαντινή μουσική μας έχει δώσει πολύ ενδιαφέροντα δείγματα μιας έντεχνης, προσωπικής γραφής και προσέγγισης της εκκλησιαστικής μας μουσικής. 
Εδώ παρουσιάζουμε το "Χριστός Ανέστη", σε δική του χορωδιακή επεξεργασία, πραγματικά στο μουσικό σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. 
Ερμηνεία: Vox Fortis 
Μαέστρος: Γιώτης Βασίλειος 
Βοηθός μαέστρου: Βουτσίνος Κλαύδιος


Απαγγελία Ακολουθιών Μεγάλης Εβδομάδας με μουσική συνοδεία της Κ.Ο.Θ 
Από την Ακολουθία του Όρθρου του Πάσχα 
- "Αι μυροφόροι γυναίκες όρθρου βαθέως...", από τα στιχηρά του Πάσχα. 
- Από τα Μεγαλυνάρια της θ' ωδής. 
Απαγγελία: Ιουλίτα Ηλιοπούλου 
Μουσική: Χαρίλαος Περπέσσας (1907-1995): Φινάλε από τη “Συμφωνία του Χριστού” 
Δ/νση ορχήστρας: Αλέξανδρος Μυράτ 
Ζωντανή ηχογράφηση από την συναυλία 11/4/2012.


O Χαρίλαος Περπέσσας άρχισε να συνθέτει το έργο «Συμφωνία του Χριστού» πριν από το 1948, χρονιά κατά την οποία αναχωρεί για την Αμερική. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1950 στη Νέα Υόρκη και η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1950 από την Ορχήστρα της Φιλαρμονικής-Συμφωνικής Εταιρίας της Νέας Υόρκης στο Carnegie Hall υπό τη διεύθυνση του μεγάλου Δημήτρη  Μητρόπουλου.
Το έργο είναι μια πλούσια σε εμπύρετους ορχηστρικούς χρωματισμούς, δραματικότατη νωπογραφία, με εντυπωσιακά κορυφώματα σε μεταρομαντικό ιδίωμα. Όταν κάποτε ο Μπρούνο Βάλτερ άκουσε ηχογραφημένη τη Συμφωνία «του Χριστού», έγραψε ότι ο Περπέσσας είναι συνθέτης που αυτοεκφράζεται «με ένα ενδιαφέρον μουσικό ιδίωμα πειστικής δύναμης». 
Παραθέτουμε στη συνέχεια την ιστορική ηχογράφηση του έργου με τον Δημήτρη Μητρόπουλο.

   

Και το "Χριστός Ανέστη" από μια ιστορική ηχογράφηση του 1929, με έναν σπάνιο ιερέα - τενόρο, χορωδία ανδρών και συνοδεία Στρατιωτικής Μπάντας. 


Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

"ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ (ΒΙΝΤΕΟ)


Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών"
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.


Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

O Charles Baudelaire του Λεωνίδα Κανάρη με την Δάφνη Πανουργιά και τη Νικόλ Καραλή


Ο συνθέτης, κιθαριστής και καθηγητής μουσικής Λεωνίδας Κανάρης είναι αναμφισβήτητα από τους πιο αξιόλογους συνθέτες της γενιάς του στο χώρο της σύγχρονης μουσικής. 'Ενα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του περιέχεται στον δίσκο - προσωπογραφία One night when... (Sabways) διάρκειας 75 λεπτών. 
Έργα για σόλο πιάνο, για διάφορους συνδυασμούς οργάνων, για φωνητικό σύνολο, καθώς και δέκα μελοποιήσεις του πάνω σε ποίηση Σαρλ Μπωντλαίρ, Κωνσταντίνου Καβάφη, Κώστα Καρυωτάκη και Θέμη Τασούλη, ερμηνευμένα από τους Δάφνη Πανουργιά (σοπράνο), Νικόλ Καραλή (πιάνο), Στέλλα Τσάνη (βιολί), Λευκή Κολοβού (τσέλο), Έλενα Χούντα (πιάνο), Γκέρτα Σινάι (βιόλα) και με τη συμμετοχή του Slowind Wind Quintet, του Μιχάλη Τρανουδάκη (αφήγηση) και του φωνητικού συνόλου Εμμέλεια, υπό τη διεύθυνση του Βαλέρι Ορέσκιν. 
Ο ίδιος ο συνθέτης σημειώνει για τη μουσική του στο ένθετο του δίσκου: 
Θεμελιώδης οδηγός στη σύνθεση της μουσικής μου είναι ο καθορισμός και η οργάνωση των εντυπώσεων, έως και των επιδράσεων που αυτή μπορεί να προκαλέσει στην ανθρώπινη διάθεση και ψυχισμό. Αυτό γίνεται τόσο με καθαρά μουσική σκέψη, όσο και με εξωμουσική (ψυχολογία, αισθητική, ρητορική, εσωτερισμός κ.ά.). Κεντρικό αποδέκτη των έργων μου θεωρώ τον μέσο ‘μυημένο’ ακροατή στην έντεχνη δυτικότροπη μουσική. Η μουσική μου όμως εκφράζει πρώτιστα τις δικές μου ανησυχίες, τις οποίες με μία ‘ψυχαναλυτική’ πρόθεση αισθάνομαι την ανάγκη να κοινοποιήσω και να μοιραστώ με άλλους, σαν ένας τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας με ‘μηνύματα’ που μόνο η μουσική με τον δικό της τρόπο μπορεί να μεταφέρει. Γενικότερα η μουσική αποτελεί για μένα την ατραπό για τη γνώση και την αυτογνωσία. 
Στον δίσκο περιέχονται τρία τραγούδια σε ποίηση Charles Baudelaire: 
-The Pagan’s Prayer 
-The Possessed 
-One Night When…
Εδώ παραθέτουμε τα όντως ατμοσφαιρικά και έντεχνα τρία αυτά τραγούδια με την σοπράνο Δάφνη Πανουργιά και την Νικόλ Καραλή στο πιάνο.  
Π.Α.Α.


«Η Προσευχή ενός Ειδωλολάτρη»
Α! μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ ηδονή που τις καρδιές παιδεύεις!
Ω! Diva, supplicem exaudi!

Θεά πού είσαι στ' αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μιά ψυχή παγωμένη,
που ύμνο σου προσφέρει από χαλκό.

Γίνου ηδονή, μόνη μου βασίλισσα!
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, θεά μου,
με σαρκοβελούδινη ομορφιά,

ή δώσε τις βαρύπνιες σου σ' εμένα
μέσ' τα άυλα κρασιά τα μαγεμένα,
ω ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!

 

«Ο Δαιμονισμένος» 
Ο ήλιος σκεπάστηκε από ένα μαύρο πέπλο. Όπως κι αυτός, 
φεγγάρι της ζωής μου, καλύψου απ' τη σκιά. 
Κοιμήσου ή κάπνιζε αν θες, σώπαινε συλλογίσου, 
και πέσε ολόκληρος βαθιά στης πλήξης τον βυθό. 

Μ' αρέσεις έτσι! Μα, αν σήμερα το θες, 
σαν έν' αστέρι που 'λειπε κι απ' το λυκόφως βγαίνει, 
περήφανα να εμφανισθείς στα μέρη τα φραγμένα απ' την παράνοια. 
Έχει καλώς! Bγες απ' τη θήκη σου λεπίδι θελκτικό! 

Άναψε στα μάτια σου φλόγα πολυελαίων! 
Άναψε την αποθυμιά στα μάτια των χυδαίων! 
Όλα σου μ' ευχαριστούν, τρελά ή νοσηρά. 

Γιν' ότι θες, μαύρια νυχτιά ή ρόδινη αυγή. 
Δεν υπάρχει μια ίνα στο τρεμάμενο κορμί μου 
που δεν κράζει: O mon cher Belzebuth, je t' adore!

 

«Μια Νύχτα που...» 
Μια νύχτα που κοντά σε μιαν απαίσια Εβραία κοιτόμουν, 
όπως σε πτώματος πλευρό πτώμα άλλο ξαπλωμένο, 
κοιτώντας πλάι μου το κορμί 'κείνο το πουλημένο 
τη λυπημένη ομορφιά που λαχταρώ σκεφτόμουν. 

Τη γονική της αρχοντιά ο νους μου αναπολούσε, 
το δυνατό το βλέμμα της με χάρες οπλισμένο, 
την κόμη στο κεφάλι της σαν πέπλο μυρωμένο, 
κι η θύμηση αυτή μέσα μου τον έρωτα ξυπνούσε. 

Γιατί τρελά το ευγενικό κορμί σου θα φιλούσα, 
κι απ' τα δροσάτα πόδια σου ως τα μαύρα σου μαλλιά, 
τι θησαυρούς από βαθιά χάδια θε να σκορπούσα, 

αν μια νυχτιά τα μάτια σου μπορούσαν να μου δώσουν 
μόν' ένα δάκρυ αληθινό, ω πέτρινη καρδιά! 
που θα 'κανε τις παγερές κόρες τους να θαμπώσουν.

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

ΤΟ "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ" ΛΟΓΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΘΕΤΩΝ

Κωνσταντίνος Κερεστετζής,
Σπουδή στην Ανάσταση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου,
κάρβουνο σε χαρτί, 100×60 εκ.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Είναι γνωστό ότι η Εθνική Μουσική Σχολή στράφηκε "επί τας πηγάς", ήτοι στην ελληνική παράδοση, προκειμένου να αντλήσει "ύδωρ μετ' ευφροσύνης".
Πολλοί συνθέτες - και εκτός Εθνικής Μουσικής Σχολής - δανείστηκαν μελωδίες, μοτίβα, ρυθμούς, θέματα, από την βυζαντινή και την παραδοσιακή μας μουσική, και μπόλιασαν με αυτά δικές τους δημιουργίες, πολλές από τις οποίες έγιναν και εξαιρετικά δημοφιλείς, όπως π.χ. οι περίφημοι Ελληνικοί χοροί του Νίκου Σκαλκώτα.
Ένας από τους συνθέτες της Εθνικής Μουσικής Σχολής ήταν και ο Πέτρος Πετρίδης (1892-1977). 
Θυμήθηκα αυτές τις αναστάσιμες μέρες το έργο του Χορικό και παραλλαγές αρ. 2 "Χριστός Ανέστη", για ορχήστρα εγχόρδων (1941-43). Ένα έργο βασισμένο στην πασίγνωστη βυζαντινή μελωδία του "Χριστός Ανέστη", που παίχτηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 20 Μαϊου 1945.
Το έργο έχει ηχογραφήσει με την Ορχήστρα Δωματίου της Σόφιας ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής και έχει κυκλοφορήσει σε δίσκο μαζί με το "Κύριε των δυνάμεων" του Π. Πετρίδη.
Ο μουσικολόγος Ιωάννης Φούλιας γράφει για το έργο αυτό του Πετρίδη: "...σύνθεση του 1939, εκθέτει αρχικά την μελωδία του “Χριστός ανέστη” με λιτή εναρμόνιση σε φρύγιο τρόπο (Choral: largo). Στην έναρξη της πρώτης παραλλαγής (Larghetto), ωστόσο, η πρωτότυπη μελωδία καθίσταται ελαφρώς μελισματική και οι υπόλοιπες φωνές αποκτούν περισσότερη κίνηση· σταδιακώς, επίσης, η ηχητική ένταση αυξάνεται και το θέμα χρησιμεύει πλέον μόνον ως αφετηρία για την ανάπτυξη μιας ελεύθερης φαντασίας που ολοκληρώνεται στον δώριο τρόπο! Αυτή η διαδικασία απομάκρυνσης από τις δομικές προδιαγραφές του βυζαντινού θέματος συνεχίζεται και στην δεύτερη παραλλαγή (Allegro), όπου σύντομες φράσεις της αρχικής μελωδίας διαμορφώνουν ένα αντιστικτικό πλέγμα, το οποίο με τον ζωηρό – σχεδόν χορευτικό – ρυθμό του διέρχεται από διάφορους τρόπους, προτού τελικά καταλήξει με πολύ δυναμισμό στην δεσπόζουσα του δωρίου. Στην τρίτη παραλλαγή (Largo molto sostenuto), αντιθέτως, το θέμα καθίσταται και πάλι αναγνωρίσιμο: εδώ λοιπόν, το “Χριστός ανέστη” επαναλαμβάνεται αρκετές φορές για την ανάπτυξη μιας ελεγειακής και ως επί το πλείστον ομοφωνικής ηχητικής παράστασης, που προοδευτικά μετατοπίζεται από τον αιόλιο τρόπο προς τον δώριο. Σε αυτόν αρχίζει κατόπιν και η τελική παραλλαγή-φούγκα (Allegro), το θέμα της οποίας συνίσταται σε ένα γεμάτο σφρίγος παράλλαγμα της πρώτης φράσεως του βυζαντινού μέλους. Στην εξέλιξη της φούγκας αυτής διακρίνονται δύο ενότητες: η πρώτη αποτελείται από εναλλαγές τμημάτων με ή χωρίς το θέμα της φούγκας (στην περίπτωση των “επεισοδίων” η ύφανση καθίσταται εμφανώς πιο ομοφωνική) και κορυφώνεται σε μια πτώση επί της δεσπόζουσας του δωρίου τρόπου· η δεύτερη ενότητα δίνει στην συνέχεια την εντύπωση μιας επανέναρξης “εκ του μηδενός”, αλλά από ένα σημείο και έπειτα συνδυάζεται με την πλήρη παράθεση του “Χριστός ανέστη” στα βαθύφωνα έγχορδα (εν είδει cantus firmus), ενόσω μάλιστα αποκαθίσταται προοδευτικά και ο αρχικός φρύγιος τρόπος, οδηγώντας έτσι σε ένα υμνητικό κλείσιμο αλλά και σε μια εντελώς απρόσμενη καταληκτική μείζονα συγχορδία με επιπρόσθετη έκτη επί του φθόγγου σι!"


Στις μέρες μας ένας άλλος συνθέτης, ο φίλος Λεωνίδας Κανάρης, μας δίνει τις δικές του παραλλαγές πάνω στο "Χριστός Ανέστη", με ένα έργο για ορχήστρα εγχόρδων που γράφτηκε το 2005. 
Ένα έργο κατά πάντα σημερινό, βασισμένο σε υλικό παλαιό, του οποίου η πρώτη εκτέλεση έγινε στην Οδησσό από την «Καμεράτα της Οδησσού» υπό τη διεύθυνση του Igor Shavruk στις 21 Σεπτεμβρίου του 2005.
Το ενδιαφέρον είναι και τα δύο έργα είναι για ορχήστρα εγχόρδων και έχουν σχεδόν την ίδια διάρκεια (16 λεπτά του Πετρίδη, 14 του Κανάρη).
Ο συνθέτης Λεωνίδας Κανάρης γράφει για το έργο του αυτό: 
Αν η «Ωδή στη Χαρά» από την «Εννάτη» του Μπετόβεν αποτελεί την πιο εμβληματική μελωδία της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, αναζητώντας μιαν αντίστοιχα μεγαλειώδη και ψυχικής ανάτασης μελωδία στη βυζαντινή παράδοση, δεν άργησα να διακρίνω τον ύμνο «Χριστός Ανέστη» του Πέτρου Λαμπαδάριου – Πελοποννήσιου (1730-1777), ο οποίος μάλιστα, άφησε τα εγκόσμια όταν ο Μπετόβεν ήταν μόλις επτά ετών. 
Το έργο είναι παραλλαγές πάνω στη μελωδία αυτή, είναι γραμμένο σε ένα μέρος και έχει διάρκεια περίπου 14 λεπτών. Η δημιουργία του δεν είχε πρόθεση θρησκευτικού έργου, αλλά την αξιοποίηση των πολλών μουσικών δυνατοτήτων του ύμνου. Φυσικά το παραπάνω κάθε άλλο παρά αποκλείει και την επετειακή - πασχαλινή του χρήση. 
Ο τίτλος «Ανατάσιμον» (αντί του αναμενόμενου Αναστάσιμον) δηλώνει τη δύναμη που έχει ο θαυμάσιος αυτός ύμνος του Π.Λ.Π. στο να δημιουργεί μια ψυχική ανάταση στους ακροατές του. Στο έργο αυτό η πρόθεση (και πρόκληση για μένα) ήταν να χρησιμοποιήσω κλασικά πρότυπα σύνθεσης, με κάποια στοιχεία από τη σύγχρονη μουσική, γεγονός που του προσδίδει έναν Νεοκλασικό χαρακτήρα, καθιστώντας το έτσι και ευκολότερα προσπελάσιμο από ευρύτερα ακροατήρια. 
Η 1η εκτέλεση έγινε στην Οδησσό από την «Καμεράτα της Οδησσού» υπό τη διεύθυνση του Igor Shavruk στις 21/9/2005. Έκτοτε, το έργο εκτελέσθηκε από τη «Νέα Ορχήστρα Θεσσαλονίκης» στην ίδια πόλη σε διεύθυνση Καμπάνη Σαμαρά και μέρος του επίσης εκτελέσθηκε από την ορχήστρα «ΑΣΟΝ» στο Βόλο, υπό τη διεύθυνση του Παύλου Σεργίου. Τέλος, η παρούσα ηχογράφηση από την Οδησσό έχει αρκετές φορές μεταδοθεί από τις ραδιοφωνικές συχνότητες του «Τρίτου Προγράμματος».
Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτή την ηχογράφηση του "Ανατάσιμον".
Σημειώνουμε, επίσης, ότι το έργο εκτελέσθηκε και ηχογραφήθηκε από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ το 2015, υπό τη διεύθυνση του Άλκη Παναγιωτόπουλου. 



Ο σπουδαίος Σόλων Μιχαηλίδης (1905- 1979) στο συμφωνικό ποίημα "Κυπριακά Ελευθέρια" (1959) επεξεργάζεται δύο δημοφιλείς ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το "Κύριε των Δυνάμεων", από την Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου και το "Χριστός Ανέστη". 
Ο Κύπριος ιδρυτής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης εμπνεύστηκε το έργο από τον αγώνα των συμπατριωτών του για την ελευθερία. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε στην πρώτη συναυλία της Κ.Ο.Θ. (με την τότε ονομασία "Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος"), την 1η Ιουνίου 1959, υπό τη μουσική διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Το πρώτο μέρος ξεκινά με ένα συμβολικό προσκλητήριο για συμμετοχή στον αγώνα και μια προσπάθεια να εκφραστεί η πάλη του Κυπριακού λαού για την ελευθερία. Αυτό γίνεται μέσα από την θεματική επεξεργασία της γνωστής βυζαντινής μελωδίας του ύμνου "Κύριε των Δυνάμεων", που χαρακτηρίζει την Μ. Τεσσαρακοστή. Με αυτό τον τρόπο ευλογείται, θα λέγαμε, ο καλός αγώνας και τονώνεται το ηθικό των αγωνιστών. Το δεύτερο μέρος, που είναι το "Χριστός Ανέστη" (με συμμετοχή χορωδίας), διαλαλεί περίτρανα την πίστη για την τελική νίκη. Το μέρος αυτό γεννιέται κυριολεκτικά μέσα από την προηγούμενη μελωδία, με προφανή σκοπό του συνθέτη να στηρίξει τους συμπατριώτες του για τις θυσίες που απαιτεί ο αγώνας, υπενθυμίζοντας πως η κατάληξή του θα είναι μία μεγαλοπρεπής νίκη και ο καρπός του η πολυπόθητη ελευθερία. 

Σόλων Μιχαηλίδης 

Έχουμε όμως και το "Χριστός Ανέστη" για εκκλησιαστικό όργανο της ομογενούς Γεωργίας Ταγγίρη (Βαλτιμόρη Η.Π.Α.1931 - Ράξτον Η.Π.Α. 2018), την οποία μας αποκάλυψε ο ακάματος ερευνητής Θωμάς Ταμβάκος, σε μια πρωτότυπη συναυλία με έργα ελλήνων ή ελληνικής καταγωγής συνθετών για εκκλησιαστικό όργανο. 
Μία από τις σημαντικότερες οργανίστες στις Η.Π.Α., λοιπόν, η Γεωργία Ταγγίρη με πλούσια δραστηριότητα για πάνω από 50 έτη ως οργανίστα, συνθέτρια και διευθύντρια χορωδιών, στη Βαλτιμόρη και σε άλλες πολιτείες. Κοντά της έχουν μαθητεύσει περισσότεροι από 100 ομογενείς οργανίστες που υπηρετούν σε διάφορους ελληνορθόδοξους ναούς της Βόρειας Αμερικής. Το επίκαιρο Χριστός Ανέστη με το θέμα, τις 6 παραλλαγές και το φινάλε του, και με το καθένα αφιερωμένο σε ομογενείς συνθέτες και οργανίστες των Η.Π.Α., εντάσσεται στο λαμπρό μουσικοπαιδαγωγικό έργο της. Το έργο ερμήνευσε σε πρώτη πανελλήνια εκτέλεση η Χριστίνα Αντωνιάδου, την Κυριακή 22 Απριλίου 2018, στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου Αθηνών. 


Ο Δημήτρης Μηνακάκης είναι γνωστός συνθέτης, εκτελεστής, παιδαγωγός και συγγραφέας, με πραγματικά πλούσιο έργο σε όλους αυτούς τους τομείς. Η συνθετική του πορεία αντικατοπτρίζει έντονες επιρροές από τη Βυζαντινή μουσική, τη λόγια ελληνική παράδοση, και τον ύστερο ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Οι συνισταμένες αυτές αφομοιώνονται και εξελίσσονται διαρκώς στο προσωπικό του ύφος. Ειδικά η σχέση του με την Βυζαντινή μουσική μας έχει δώσει πολύ ενδιαφέροντα δείγματα μιας έντεχνης, προσωπικής γραφής και προσέγγισης της εκκλησιαστικής μας μουσικής. 
Εδώ παρουσιάζουμε το "Χριστός Ανέστη", σε δική του χορωδιακή επεξεργασία, πραγματικά στο μουσικό σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. 
Ερμηνεία: Vox Fortis 
Μαέστρος: Γιώτης Βασίλειος 
Βοηθός μαέστρου: Βουτσίνος Κλαύδιος

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

"ΟΤΑΝ Η ΠΕΤΡΑ" ΤΩΝ ΘΕΜΗ ΤΑΣΟΥΛΗ ΚΑΙ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΝΑΡΗ ΜΕ ΤΗΝ ΔΑΦΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΙΚΟΛ ΚΑΡΑΛΗ


Λεωνίδας Κανάρης: «Όταν η Πέτρα» (ποίηση Θ. Τασούλη
Δάφνη Πανουργιά (soprano) & Νικόλ Καραλή (piano) 
From cd: Leonidas Kanaris, "One night when..." (Subways). 
Το τραγούδι αυτό είναι το τέταρτο του κύκλου "Τέσσερα Τραγούδια σε ποίηση Θέμη Τασούλη" (op. 10b). Το ποίημα αυτό ανήκει στη συλλογή ‘Μωβ Ελάσσονα’ (εκδόσεις ‘Πλέθρον’). 
Ο Θ. Τασούλης (1936 – 2008) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεωτερικούς έλληνες ποιητές, με πλούσιο έργο μεταφρασμένο σε διάφορες γλώσσες και βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών. Τα Τέσσερα Τραγούδια γράφτηκαν το 1999, βασισμένα σε πρωτόλεια μελοποίησή τους του 1984. Κυκλοφορούν (και σε αγγλική εκδοχή) από τις εκδόσεις ‘Παπαγρηγορίου – Νάκας’ (ΕΡΝ 948). 
Όταν η Πέτρα 
Σε μαγικές νύχτες τ’ αγάλματα 
όταν η πέτρα αγγίζει τον πλανόδιο πυρήνα 
αργά τα μέλη τους αρχίζουν να κινούν. 

Δεν θέλουν να πιστέψουν, αλλά η ζωή απηχήται. 
Τινάζουν τους θορύβους από πάνω τους 
βλέπουν τα κρύσταλλα του απείρου 
και τότε ξαφνικά 
μ’ ανησυχία και φόβο 
βεβιασμένα απογειώνονται. 
Μες στο κορμί τους χύνεται 
ουράνιο αίμα. 

Τις μαγικές νύχτες τ’ αγάλματα 
κι ύστερα ολόασπρος ουρανός. 
Μια συνεχής ροή.


Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Η "ΟΜΟΛΟΓΙΑ" ΤΩΝ ΘΕΜΗ ΤΑΣΟΥΛΗ ΚΑΙ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΝΑΡΗ ΜΕ ΤΗΝ ΔΑΦΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΙΚΟΛ ΚΑΡΑΛΗ


Ομολογία
Το τραγούδι αυτό είναι το τρίτο του κύκλου "Τέσσερα Τραγούδια σε ποίηση Θέμη Τασούλη" (op. 10b), του Λεωνίδα Κανάρη. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή "Ανερχόμενοι Ρόμβοι". 
Ο Θ. Τασούλης θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεωτερικούς Έλληνες ποιητές, με πλούσιο έργο μεταφρασμένο σε διάφορες γλώσσες και βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών. 
Ο Θέμης Τασούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι, όπου έζησε από το 1960 ως το 1975. Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Ανερχόμενοι ρόμβοι" (Όστρια, 1981), "65 Ποιήματα της νότιας πολιτείας του μυαλού μου" (Όστρια, 1983), "Σε μωβ ελάσσονα" (Πλέθρον, 1984), "Μπάλος για ένα χορευτή και το άσπρο" (Πλέθρον, 1986). Ο Θέμης Τασούλης έφυγε από κοντά μας τον Ιανουάριο του 2008. Οι τελευταίες του συλλογές πέτυχαν μια ποίηση ενός καλολογικά εκφρασμένου υπαρξιακού στοχασμού και στερέωσαν μιαν ιδιοφωνία στο στενό χώρο που άφηναν τα μεγάλα του πρότυπα. 
Ο συνθέτης Λεωνίδας Κανάρης θεωρείται ένας από τους αξιολογότερους Έλληνες μουσικούς της γενιάς του. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν: Έργα για διάφορα σόλο όργανα & διάφορα σχήματα μουσικής δωματίου, για Ορχήστρα (εγχόρδων, συμφωνική και concertante), έργα για φωνή και οργανικά σύνολα και μια συμφωνική καντάτα, κύκλους τραγουδιών και φωνητικά έργα σε ποίηση Ελλήνων ποιητών (Κ. Καβάφη, Κ. Καρυωτάκη, κ.ά) καθώς και των: Ch. Baudelaire, E. A. Poe, J. W. von Goethe, κ.ά.), έργα για χορωδία, μουσικές αφηγήσεις, μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο, κ.ά. 
Τα Τέσσερα Τραγούδια γράφτηκαν από τον Λεωνίδα Κανάρη το 1999, βασισμένα σε πρωτόλεια μελοποίησή τους του 1984. Κυκλοφορούν (και σε αγγλική εκδοχή) από τις εκδόσεις "Παπαγρηγορίου – Νάκας" (ΕΡΝ 948). 
Ερμηνεύουν: 
Δάφνη Πανουργιά (soprano) & Νικόλ Καραλή (piano)  
From cd: Leonidas Kanaris, 'One night when...' (subways) 
Ομολογία 
Πέτρινο μονοπάτι η σκέψη 
κι απάνω του η αίστηση, 
διαβάτης που φορτώθηκε τον μουντό κόσμο. 
Εδώ λοιπόν ας το πούμε! 
Προτιμώ την αγωνία 
από μια γνώση θαμπή και παράλογη.  

  

This song is the third one of the circle ‘Four Songs on poems by Themis Tassoulis’ (op.10b). 
This poem belongs to the anthology ‘Rising Diamonds’ (‘Ostria’ Publications). Th. Tassoulis (1936 – 2008) is considered one of the most important modernist Greek poets, with a prolific volume of work translated in various languages, awarded by the ‘Academy of Athens’. 
These Four Songs were written in 1999, based οn a youthful writing since1984. They have been published (in both greek and english version) by Musical Editions ‘Papagrigoriou – Nakas’ (ΕΡΝ 948). A Confession 
A footpath made of stone is every thought 
and over it lies a sensation, 
a passer – by who’s beladen by the dingy world. 
Let us thus declare! I prefer the agony 
to some blurred and irrational piece of knowledge. 

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

"ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΠΑΦΗΣ" ΤΟΥ ΘΕΜΗ ΤΑΣΟΥΛΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΝΑΡΗ


Προσπάθεια Επαφής
Το τραγούδι αυτό είναι το δεύτερο του κύκλου ‘Τέσσερα Τραγούδια σε ποίηση Θέμη Τασούλη’ (op. 10b). Το ποίημα αυτό ανήκει στη συλλογή "Ανερχόμενοι Ρόμβοι". 
Ο Θ. Τασούλης θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεωτερικούς έλληνες ποιητές, με πλούσιο έργο μεταφρασμένο σε διάφορες γλώσσες και βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών. 
Ο Θέμης Τασούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι, όπου έζησε από το 1960 ως το 1975. Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Ανερχόμενοι ρόμβοι" (Όστρια, 1981), "65 Ποιήματα της νότιας πολιτείας του μυαλού μου" (Όστρια, 1983), "Σε μωβ ελάσσονα" (Πλέθρον, 1984), "Μπάλος για ένα χορευτή και το άσπρο" (Πλέθρον, 1986). Ο Θέμης Τασούλης έφυγε από κοντά μας τον Ιανουάριο του 2008. Οι τελευταίες του συλλογές πέτυχαν μια ποίηση ενός καλολογικά εκφρασμένου υπαρξιακού στοχασμού και στερέωσαν μιαν ιδιοφωνία στο στενό χώρο που άφηναν τα μεγάλα του πρότυπα.
Ο συνθέτης Λεωνίδας Κανάρης θεωρείται ένας από τους αξιολογότερους Έλληνες μουσικούς της γενιάς του. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν: 
Έργα για διάφορα σόλο όργανα & διάφορα σχήματα μουσικής δωματίου, για Ορχήστρα (εγχόρδων, συμφωνική και concertante), έργα για φωνή και οργανικά σύνολα και μια συμφωνική καντάτα, κύκλους τραγουδιών και φωνητικά έργα σε ποίηση Ελλήνων ποιητών (Κ. Καβάφη, Κ. Καρυωτάκη, κ.ά) καθώς και των: Ch. Baudelaire, E. A. Poe, J. W. von Goethe, κ.ά.), έργα για χορωδία, μουσικές αφηγήσεις, μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο, κ.ά. 
Τα Τέσσερα Τραγούδια γράφτηκαν από τον Λεωνίδα Κανάρη το 1999, βασισμένα σε πρωτόλεια μελοποίησή τους του 1984. Κυκλοφορούν (και σε αγγλική εκδοχή) από τις εκδόσεις ‘Παπαγρηγορίου – Νάκας’ (ΕΡΝ 948). 
Δάφνη Πανουργιά (soprano) & Νικόλ Καραλή (piano) 
From cd: Leonidas Kanaris, 'One night when...' (subways)

 

Προσπάθεια Επαφής 
Εσύ λοιπόν δεν βγαίνεις πια σαν τον καπνό 
απ’ τα παράθυρα της μεσημεριανής απελπισίας. 
Η ζωή σου κυλάει τώρα μέσα σ’ ακούραστο ποτάμι 
κι οι έλικες του επίγειου όνειρου 
σε ταξιδεύουν σαν ηχώ 
μακρυνού πυροβολισμού. 
Τ’ απογεύματα του οχτώβρη 
σε βλέπω ζωγραφισμένο απ' τα σύννεφα 
ανατολικότερα της Καστέλλας. 
Τ’ απογεύματα σου γνέφω ναρθείς 
μα εσύ διστάζεις συνέχεια. 
Σου γνέφω, 
κι είμαστε τόσο κοντά καθώς σε φωνάζω, 
τόσο κοντά, 
όσο η σκιά ενός καταρτιού μέσα στην θάλασσα 
όσο η διάρκεια μερικών στιγμών απουσίας.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

"ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ" ΤΟΥ Θ. ΤΑΣΟΥΛΗ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΝΑΡΗ



Ο συνθέτης, κιθαριστής και καθηγητής μουσικής Λεωνίδας Κανάρης είναι αναμφισβήτητα από τους πιο αξιόλογους συνθέτες της γενιάς του στο χώρο της σύγχρονης μουσικής. 'Ενα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του περιέχεται στον δίσκο - προσωπογραφία One night when... (Sabways) διάρκειας 75 λεπτών. 
Έργα για σόλο πιάνο, για διάφορους συνδυασμούς οργάνων, για φωνητικό σύνολο, καθώς και δέκα μελοποιήσεις του πάνω σε ποίηση Σαρλ Μπωντλαίρ, Κωνσταντίνου Καβάφη, Κώστα Καρυωτάκη και Θέμη Τασούλη, ερμηνευμένα από τους Δάφνη Πανουργιά (σοπράνο), Νικόλ Καραλή (πιάνο), Στέλλα Τσάνη (βιολί), Λευκή Κολοβού (τσέλο), Έλενα Χούντα (πιάνο), Γκέρτα Σινάι (βιόλα) και με τη συμμετοχή του Slowind Wind Quintet, του Μιχάλη Τρανουδάκη (αφήγηση) και του φωνητικού συνόλου Εμμέλεια, υπό τη διεύθυνση του Βαλέρι Ορέσκιν. 
Ο ίδιος ο συνθέτης σημειώνει για τη μουσική του στο ένθετο του δίσκου: 
Θεμελιώδης οδηγός στη σύνθεση της μουσικής μου είναι ο καθορισμός και η οργάνωση των εντυπώσεων, έως και των επιδράσεων που αυτή μπορεί να προκαλέσει στην ανθρώπινη διάθεση και ψυχισμό. Αυτό γίνεται τόσο με καθαρά μουσική σκέψη, όσο και με εξωμουσική (ψυχολογία, αισθητική, ρητορική, εσωτερισμός κ.ά.). Κεντρικό αποδέκτη των έργων μου θεωρώ τον μέσο ‘μυημένο’ ακροατή στην έντεχνη δυτικότροπη μουσική. Η μουσική μου όμως εκφράζει πρώτιστα τις δικές μου ανησυχίες, τις οποίες με μία ‘ψυχαναλυτική’ πρόθεση αισθάνομαι την ανάγκη να κοινοποιήσω και να μοιραστώ με άλλους, σαν ένας τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας με ‘μηνύματα’ που μόνο η μουσική με τον δικό της τρόπο μπορεί να μεταφέρει. Γενικότερα η μουσική αποτελεί για μένα την ατραπό για τη γνώση και την αυτογνωσία. 


Εδώ παραθέτουμε το πρώτο τραγούδι του κύκλου "Τέσσερα Τραγούδια σε ποίηση Θέμη Τασούλη" (op. 10b). Το ποίημα αυτό ανήκει στη συλλογή "Ανερχόμενοι Ρόμβοι" (εκδόσεις ‘Όστρια’). 
Ο Θ. Τασούλης (1936 – 2008) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεωτερικούς έλληνες ποιητές, με πλούσιο έργο μεταφρασμένο σε διάφορες γλώσσες και βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών. 
Τα Τέσσερα Τραγούδια γράφτηκαν το 1999, βασισμένα σε πρωτόλεια μελοποίησή τους του 1984.
Ο συνθέτης επεξεργάστηκε τα τραγούδια αναμορφώνοντας τα στην πρωτότυπη ελληνόφωνη, αλλά και σε αγγλόφωνη εκδοχή με συνοδεία κιθάρας [ορ. 10ε]. Ακολούθησε η πιανιστική εκδοχή.
Στα τραγούδια αυτά ο Λεωνίδας Κανάρης κατά την πάγια τακτική του, παρακολουθεί και επιδιώκει να αναδείξει μουσικά το ποιητικό κείμενο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διατηρήσει ζωηρό το ενδιαφέρον, με ένα μουσικό αρχιτεκτόνημα. Τα τραγούδια αποπνέουν έναν ιδιότυπο νεορομαντικό χαρακτήρα με ιμπρεσιονιστικές, εθνικές και ...ροκ αναφορές. Η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2000 από τη σοπράνο Δάφνη Πανουργιά και την πιανίστα Νικόλ Καραλή στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών στο πλαίσιο συναυλίας της Καλλιτεχνικής Εστίας Συνθετών.
Στην ηχογράφηση που περιλαμβάνεται στον ψηφιακό δίσκο ερμηνεύουν και πάλι η  Δάφνη Πανουργιά και η Νικόλ Καραλή. 
Τα  Τέσσερα Τραγούδια σε ποίηση Θέμη Τασούλη Ορ. 10b, για σοπράνο και πιάνο (2000) κυκλοφορούν (και σε αγγλική εκδοχή) από τις εκδόσεις Παπαγρηγορίου – Νάκας (ΕΡΝ 948). 
Π.Α.Α.

 
 
Βορειοδυτικά της Ευτυχίας 
Αυτός λοιπόν ο μαύρος κότσιφας 
που τριγυρνάει τον τελευταίο καιρό 
μεσ’ τις δεντροστοιχίες του μυαλού μου 
φαίνεται θάρθε απ’ το μέλλον τ’ ανιστόρητο. 

Θάνε γιατί με πόνο διέτρεξα 
τα δρομολόγια της μεταφυσικής μου μοίρας, 
τα εκτάρια των ενθουσιασμών. 

Κλείνει το έρεβος 
και γω στις δροσερές παρόδους επιμένω 
στις ώρες που ιδρώνουν τα σταμνιά
σιωπηλή αγάπη. 

Ένα χέρι μ’ έσπρωξε πάλι 
μεσ’ το πορτοκαλί ασανσέρ του απογεύματος.


Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

"ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ


Με αφορμή την σημερινή διπλή επέτειο του Κ.Π. Καβάφη: 
(Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933). 
Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών". 
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.


Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ: "ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" - Διαβάζει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου


Με αφορμή την σημερινή διπλή επέτειο του Κ.Π. Καβάφη: 
(Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933). 
Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών". 
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.
Related Posts with Thumbnails