Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Παρθένης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Παρθένης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Κ. Παρθένης, Η Ανάστασις (1917) - Εθνική Πινακοθήκη

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στον 20ο αιώνα πολύ λίγο απασχόλησε, κατά πως φαίνεται, τους νεοέλληνες ζωγράφους, η Ανάσταση του Χριστού. Δεν είναι πράγματι συνηθισμένο θέμα, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη ελληνική γιορτή, που συνδέθηκε μάλιστα και με την Ανάσταση του Γένους. Ζωγραφικούς πίνακες με την Ανάσταση δεν έχουμε, με εξαίρεση το γνωστό έργο του Παρθένη. Έτσι οι άλλες τρεις παραστάσεις της Ανάστασης, που θα παρουσιάσουμε εδώ, έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό είδος της τέχνης της αγιογραφίας που αφορά κυρίως στο ναό.

Θεόφιλος 
Η Ανάσταση του Χριστού, Εκκλησία Μακρυνίτσας

Γύρω στα 1907 έχουμε μαρτυρίες πολλές ότι ο ζωγράφος Θεόφιλος κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα μέρη της Παλαιάς Ελλάδας και συγκεκριμένα στο Βόλο και στο Πήλιο. Εκεί ο Θεόφιλος, έδειξε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας και μερικοί θεωρούν την εξαιρετικά δημιουργική αυτή δραστηριότητά του ως την πιο χαρακτηριστική της τέχνης του, όπως μαρτυρούν τα καφενεία και τα σπίτια της Ανακασιάς και του Άνω Βόλου. Στην εκκλησία της Μακρυνίτσας ο Θεόφιλος φαίνεται να θυμάται τον παππού του τον αγιογράφο, αφού ζωγραφίζει αγίους και εικονογραφικές παραστάσεις ολότελα αντιπροσωπευτικές της υψηλής λαϊκής τέχνης της Τουρκοκρατίας. Η ανάστασις του Χριστού (0,68x0,46) είναι σύνθεση με έντονη διακοσμητική διάθεση και μια κάποια δόση απλοϊκότητας πρωτόγονης. Το εικονογραφικό πρότυπο δεν έχει σχέση με το Βυζαντινό, αλλά μάλλον με το αντίστοιχο δυτικό. Ο Χριστός απεικονίζεται μετέωρος πάνω από τον Τάφο, καθώς ανεβαίνει θριαμβευτικά στους ουρανούς περιβαλλόμενος από απαστράπτουσα φωτεινή δόξα. Κρατά σημαία με τον σταυρό (λάβαρο) και το σουδάριό του σκεπάζει ένα μέρος του σώματός του, ενώ το υπόλοιπο ανεμίζει ανάμεσα στα σύννεφα και τη δόξα. Ο άγγελος που κάθεται πάνω στο μνημείο δείχνει τον κενό τάφο, ενώ οι τρεις στρατιώτες, που αποτελούν την φρουρά, ζωγραφίζονται σε διαφορετικές στάσεις. Ο ένας κοιμάται, ο άλλος φαίνεται θαμπωμένος από το θαύμα και το φως, ο τρίτος παρακολουθεί με έκπληξη τα γενόμενα. Δύο από τις μυροφόρες στέκουν, στα δεξιά της εικόνας, κρατώντας μυροδοχεία αφού σκοπός τους ήταν να αλείψουν με μύρο τον νεκρό Ιησού. Η σύνθεση περιλαμβάνει και κτήρια που προφανώς παριστάνουν την πόλη της Ιερουσαλήμ. Οι ζωγραφικοί νόμοι που γνωρίζει ο Θεόφιλος αδιαφορούν για την προοπτική κι αυτή η δυσκολία προσαρμογής του στη διάσταση του βάθους, κάνουν την Ανάσταση κατ' εξοχήν "ανατολική" αν και το πρότυπο έχει δυτική καταγωγή. Άλλωστε η δυτική εικονογραφικά και τεχνοτροπικά - απεικόνιση της Αναστάσεως, υπήρξε θέμα ιδιαίτερα αγαπητό για τους Κρήτες ζωγράφους του 17ου αι., αλλά και για τους ζωγράφους της λεγόμενης "Επτανησιακής Σχολής" του 17ου και του 18ου αι.
Η Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), είναι ένα έργο του 1917, και ανήκει στη θρησκευτική "τριλογία" (τα άλλα δύο είναι: Οι τρεις Μάγοι και Ο Θρήνος) που δημιουργήθηκε την ίδια χρονιά. H Ανάσταση του Παρθένη (ελαιογραφία σε μουσαμά 114x130 εκ. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου 6505) είναι αποκαλυπτική της μοναδικής ικανότητας που είχε ο ζωγράφος να αποδίδει στους πίνακές του το πνευματικό και γενικά το αιθέριο. Η πνευματικότητα καθίσταται ορατή με το χρώμα, τη λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες. Το σώμα του Χριστού -που εικονίζεται λίγο δεξιότερα από το μέσο τυλιγμένος με το σάβανο- είναι εξαιρετικά σχηματοποιημένο, και συνδυάζει θερμά και ψυχρά χρώματα, που ανταποκρίνονται και στα χρώματα των άλλων μορφών και του χώρου (κυπαρίσσια, λόφοι). "Στην περίπτωση των φρουρών ο Παρθένης χρησιμοποιεί το μανιεριστικό τύπο της figura serpentinata, για να δώσει σαφέστερα τη δύσκολη θέση τους. Έτσι, με την καθετότητα του Χριστού τονίζονται η βεβαιότητα και η ασφάλεια, με την κυρτότητα των φρουρών, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια" (Χρ. Χρήστου). Αξιοσημείωτο είναι ότι το πρόσωπο του Χριστού συνδέεται με τη Βυζαντινή παράδοση. Η Ανάσταση του Παρθένη έχει τη σφραγίδα της ιδιοτυπίας του ελληνικού και ειδικότερα του αττικού φωτός. Έτσι το έργο παίρνει ένα δοξαστικό χαρακτήρα, όπως είναι αυτός της Ανάστασης του Χριστού, της νίκης της ζωής πάνω στο θάνατο.

Φώτης Κόντογλου, Η Εις Άδου Κάθοδος
Παρεκκλήσιο οικογενείας  Ζαΐμη, Ρίο Πατρών

Ο Φώτης Κόντογλου (1895-1965) ιστόρησε την Εις Άδου Κάθοδο, τον βυζαντινό εικονογραφικό τύπο της Αναστάσεως, στην Αγία Λουκία, το παρεκκλήσιο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών, το οποίο εξ ολοκλήρου αγιογράφησε τη διετία 1934-35. Το έργο αυτό είναι ο αντίποδας της σύνθεσης του Παρθένη και αποτελεί, όπως όλο το έργο του Κόντογλου, μια ενσυνείδητη στροφή προς το βυζαντινό παρελθόν, προκειμένου να εξαρθεί η σωτηριολογική διάσταση. Ο Χριστός τραβά από τις σαρκοφάγους και ανασταίνει τους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, που εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού, βρίσκονται δηλαδή μεταξύ τους απέναντι. Η σκηνή περιλαμβάνει τον Πρόδρομο Ιωάννη και τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα από τη μια πλευρά και το χορό των Δικαίων από την άλλη. Αυτή η διάταξη αναδεικνύει την ιδιαίτερη συμμετρία της παράστασης. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα πολλά βουνά που ζωγραφίζονται, υψώνονται και φτάνουν ως την κορυφή της τοιχογραφίας. "Η εικόνα, τόσο στη διάταξη του κεντρικού θέματος όσο και στα βουνά, σχηματικά και χρωματικά, έχει ισχυρές αναμνήσεις από την παράσταση που διαμόρφωσε ο κύκλος των ζωγράφων που δούλεψε στη Μονή Φιλανθρωπηνών, στη Μονή Μυρτιάς, στη Μονή Ζάβορδας και στο παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου στη Μονή Λαύρας" (Ν. Ζίας). Έτσι ο Φώτης Κόντογλου επιχειρεί στον 20ο αιώνα μια δυναμική επιστροφή στη Βυζαντινή Τέχνη, με σκοπό την αναβάπτιση της αγιογραφίας στις καθάριες πηγές της ανατολικής ορθόδοξης πνευματικότητας.

Σπ. Βασιλείου, Εις Άδου Κάθοδος 
Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης

Ένα άλλο τυπικό παράδειγμα αγιογράφησης, όπου μέσα στους παραδοσιακούς κανόνες χτυπάει η καρδιά του δημιουργού, είναι η Εις Άδου Κάθοδος, που ζωγράφησε το 1930 ο Σπύρος Βασιλείου στην εκκλησία του πολιούχου της Αθήνας, στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (Κολωνάκι). Κυριαρχούν, στη σύνθεση, τα ρόδινα χρώματα που εναλλάσσονται με τα απαστράπτοντα λευκά, κι έτσι η χρωματική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη σύνθεση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Βασιλείου παριστάνει έναν άγγελο να δένει τον Βεελζεβούλ, ακολουθώντας έτσι την περιγραφή του Διονυσίου του εκ Φουρνά, στην "Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης" δύο αιώνες πριν (περί το 1730). Ιδιαίτερη θέση στη σύνθεση κατέχει το "πλήθος" των Αγγέλων -ασυνήθιστο στοιχείο στην εις Άδου Κάθοδο- που ξεπροβάλλουν πίσω από τους βράχους και πλαισιώνουν τον νικητή Χριστό. Επίσης, ενώ ο Χριστός ανασταίνει τον Αδάμ με το ένα του χέρι, με το άλλο κρατάει τον Σταυρό και δεν σηκώνει την Εύα, η οποία βρίσκεται στα αριστερά -ως προς τον θεατή- δηλ. δεν βρίσκεται μαζί με τον Αδάμ και είναι στη συνήθη στάση της Δέησης, (με καλυμμένα μάλιστα τα χέρια). "Όλος ο Σπύρος Βασιλείου που αγαπήσαμε μετά βρίσκεται σ' αυτή τη σχετικώς νεανική εργασία του" (Μαρία Καραβία).
Ίσως πολλές φορές οι κατηγοριοποιήσεις που προέρχονται από εξειδικεύσεις θεματολογικές του τύπου: "Η Ανάσταση στη Νεοελληνική ζωγραφική" να εγκυμονούν τον κίνδυνο της αποσπασματικότητας ή ακόμα και μιας γενικευμένης θεώρησης. Όμως από τις τέσσερις συνθέσεις που επιλέξαμε αναδεικνύονται τρεις διαφορετικές τάσεις που κατά παράδοξο τρόπο συνυπήρχαν παράλληλα κατά την διάρκεια του μεταπελευθερωτικού μας βίου: Το λαϊκό στοιχείο, η λογιοσύνη στην τέχνη και η επανανακάλυψη του Βυζαντινού κόσμου.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στον 20ο αιώνα πολύ λίγο απασχόλησε, κατά πως φαίνεται, τους νεοέλληνες ζωγράφους, η Ανάσταση του Χριστού. Δεν είναι πράγματι συνηθισμένο θέμα, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη ελληνική γιορτή, που συνδέθηκε μάλιστα και με την Ανάσταση του Γένους. Ζωγραφικούς πίνακες με την Ανάσταση δεν έχουμε, με εξαίρεση το γνωστό έργο του Παρθένη. Έτσι οι άλλες τρεις παραστάσεις της Ανάστασης, που θα παρουσιάσουμε εδώ, έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό είδος της τέχνης της αγιογραφίας που αφορά κυρίως στο ναό.

Θεόφιλος 
Η Ανάσταση του Χριστού, Εκκλησία Μακρυνίτσας
Γύρω στα 1907 έχουμε μαρτυρίες πολλές ότι ο ζωγράφος Θεόφιλος κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα μέρη της Παλαιάς Ελλάδας και συγκεκριμένα στο Βόλο και στο Πήλιο. Εκεί ο Θεόφιλος, έδειξε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας και μερικοί θεωρούν την εξαιρετικά δημιουργική αυτή δραστηριότητά του ως την πιο χαρακτηριστική της τέχνης του, όπως μαρτυρούν τα καφενεία και τα σπίτια της Ανακασιάς και του Άνω Βόλου. Στην εκκλησία της Μακρυνίτσας ο Θεόφιλος φαίνεται να θυμάται τον παππού του τον αγιογράφο, αφού ζωγραφίζει αγίους και εικονογραφικές παραστάσεις ολότελα αντιπροσωπευτικές της υψηλής λαϊκής τέχνης της Τουρκοκρατίας. Η ανάστασις του Χριστού (0,68x0,46) είναι σύνθεση με έντονη διακοσμητική διάθεση και μια κάποια δόση απλοϊκότητας πρωτόγονης. Το εικονογραφικό πρότυπο δεν έχει σχέση με το Βυζαντινό, αλλά μάλλον με το αντίστοιχο δυτικό. Ο Χριστός απεικονίζεται μετέωρος πάνω από τον Τάφο, καθώς ανεβαίνει θριαμβευτικά στους ουρανούς περιβαλλόμενος από απαστράπτουσα φωτεινή δόξα. Κρατά σημαία με τον σταυρό (λάβαρο) και το σουδάριό του σκεπάζει ένα μέρος του σώματός του, ενώ το υπόλοιπο ανεμίζει ανάμεσα στα σύννεφα και τη δόξα. Ο άγγελος που κάθεται πάνω στο μνημείο δείχνει τον κενό τάφο, ενώ οι τρεις στρατιώτες, που αποτελούν την φρουρά, ζωγραφίζονται σε διαφορετικές στάσεις. Ο ένας κοιμάται, ο άλλος φαίνεται θαμπωμένος από το θαύμα και το φως, ο τρίτος παρακολουθεί με έκπληξη τα γενόμενα. Δύο από τις μυροφόρες στέκουν, στα δεξιά της εικόνας, κρατώντας μυροδοχεία αφού σκοπός τους ήταν να αλείψουν με μύρο τον νεκρό Ιησού. Η σύνθεση περιλαμβάνει και κτήρια που προφανώς παριστάνουν την πόλη της Ιερουσαλήμ. Οι ζωγραφικοί νόμοι που γνωρίζει ο Θεόφιλος αδιαφορούν για την προοπτική κι αυτή η δυσκολία προσαρμογής του στη διάσταση του βάθους, κάνουν την Ανάσταση κατ' εξοχήν "ανατολική" αν και το πρότυπο έχει δυτική καταγωγή. Άλλωστε η δυτική εικονογραφικά και τεχνοτροπικά - απεικόνιση της Αναστάσεως, υπήρξε θέμα ιδιαίτερα αγαπητό για τους Κρήτες ζωγράφους του 17ου αι., αλλά και για τους ζωγράφους της λεγόμενης "Επτανησιακής Σχολής" του 17ου και του 18ου αι.


Κ. Παρθένης, Η Ανάστασις (1917) - Εθνική Πινακοθήκη
Η Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), είναι ένα έργο του 1917, και ανήκει στη θρησκευτική "τριλογία" (τα άλλα δύο είναι: Οι τρεις Μάγοι και Ο Θρήνος) που δημιουργήθηκε την ίδια χρονιά. H Ανάσταση του Παρθένη (ελαιογραφία σε μουσαμά 114x130 εκ. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου 6505) είναι αποκαλυπτική της μοναδικής ικανότητας που είχε ο ζωγράφος να αποδίδει στους πίνακές του το πνευματικό και γενικά το αιθέριο. Η πνευματικότητα καθίσταται ορατή με το χρώμα, τη λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες. Το σώμα του Χριστού -που εικονίζεται λίγο δεξιότερα από το μέσο τυλιγμένος με το σάβανο- είναι εξαιρετικά σχηματοποιημένο, και συνδυάζει θερμά και ψυχρά χρώματα, που ανταποκρίνονται και στα χρώματα των άλλων μορφών και του χώρου (κυπαρίσσια, λόφοι). "Στην περίπτωση των φρουρών ο Παρθένης χρησιμοποιεί το μανιεριστικό τύπο της figura serpentinata, για να δώσει σαφέστερα τη δύσκολη θέση τους. Έτσι, με την καθετότητα του Χριστού τονίζονται η βεβαιότητα και η ασφάλεια, με την κυρτότητα των φρουρών, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια" (Χρ. Χρήστου). Αξιοσημείωτο είναι ότι το πρόσωπο του Χριστού συνδέεται με τη Βυζαντινή παράδοση. Η Ανάσταση του Παρθένη έχει τη σφραγίδα της ιδιοτυπίας του ελληνικού και ειδικότερα του αττικού φωτός. Έτσι το έργο παίρνει ένα δοξαστικό χαρακτήρα, όπως είναι αυτός της Ανάστασης του Χριστού, της νίκης της ζωής πάνω στο θάνατο.

Φώτης Κόντογλου, Η Εις Άδου Κάθοδος
Παρεκκλήσιο οικογενείας  Ζαΐμη, Ρίο Πατρών

Ο Φώτης Κόντογλου (1895-1965) ιστόρησε την Εις Άδου Κάθοδο, τον βυζαντινό εικονογραφικό τύπο της Αναστάσεως, στην Αγία Λουκία, το παρεκκλήσιο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών,
το οποίο εξ ολοκλήρου αγιογράφησε τη διετία 1934-35. Το έργο αυτό είναι ο αντίποδας της σύνθεσης του Παρθένη και αποτελεί, όπως όλο το έργο του Κόντογλου, μια ενσυνείδητη στροφή προς το βυζαντινό παρελθόν, προκειμένου να εξαρθεί η σωτηριολογική διάσταση. Ο Χριστός τραβά από τις σαρκοφάγους και ανασταίνει τους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, που εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού, βρίσκονται δηλαδή μεταξύ τους απέναντι. Η σκηνή περιλαμβάνει τον Πρόδρομο Ιωάννη και τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα από τη μια πλευρά και το χορό των Δικαίων από την άλλη. Αυτή η διάταξη αναδεικνύει την ιδιαίτερη συμμετρία της παράστασης. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα πολλά βουνά που ζωγραφίζονται, υψώνονται και φτάνουν ως την κορυφή της τοιχογραφίας. "Η εικόνα, τόσο στη διάταξη του κεντρικού θέματος όσο και στα βουνά, σχηματικά και χρωματικά, έχει ισχυρές αναμνήσεις από την παράσταση που διαμόρφωσε ο κύκλος των ζωγράφων που δούλεψε στη Μονή Φιλανθρωπηνών, στη Μονή Μυρτιάς, στη Μονή Ζάβορδας και στο παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου στη Μονή Λαύρας" (Ν. Ζίας). Έτσι ο Φώτης Κόντογλου επιχειρεί στον 20ο αιώνα μια δυναμική επιστροφή στη Βυζαντινή Τέχνη, με σκοπό την αναβάπτιση της αγιογραφίας στις καθάριες πηγές της ανατολικής ορθόδοξης πνευματικότητας.

Σπ. Βασιλείου, Εις Άδου Κάθοδος 
Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης
Ένα άλλο τυπικό παράδειγμα αγιογράφησης, όπου μέσα στους παραδοσιακούς κανόνες χτυπάει η καρδιά του δημιουργού, είναι η Εις Άδου Κάθοδος, που ζωγράφισε το 1930 ο Σπύρος Βασιλείου στην εκκλησία του πολιούχου της Αθήνας, στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (Κολωνάκι). Κυριαρχούν, στη σύνθεση, τα ρόδινα χρώματα που εναλλάσσονται με τα απαστράπτοντα λευκά, κι έτσι η χρωματική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη σύνθεση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Βασιλείου παριστάνει έναν άγγελο να δένει τον Βεελζεβούλ, ακολουθώντας έτσι την περιγραφή του Διονυσίου του εκ Φουρνά, στην "Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης" δύο αιώνες πριν (περί το 1730). Ιδιαίτερη θέση στη σύνθεση κατέχει το "πλήθος" των Αγγέλων -ασυνήθιστο στοιχείο στην εις Άδου Κάθοδο- που ξεπροβάλλουν πίσω από τους βράχους και πλαισιώνουν τον νικητή Χριστό. Επίσης, ενώ ο Χριστός ανασταίνει τον Αδάμ με το ένα του χέρι, με το άλλο κρατάει τον Σταυρό και δεν σηκώνει την Εύα, η οποία βρίσκεται στα αριστερά -ως προς τον θεατή- δηλ. δεν βρίσκεται μαζί με τον Αδάμ και είναι στη συνήθη στάση της Δέησης, (με καλυμμένα μάλιστα τα χέρια). "Όλος ο Σπύρος Βασιλείου που αγαπήσαμε μετά βρίσκεται σ' αυτή τη σχετικώς νεανική εργασία του" (Μαρία Καραβία).
Ίσως πολλές φορές οι κατηγοριοποιήσεις που προέρχονται από εξειδικεύσεις θεματολογικές του τύπου: "Η Ανάσταση στη Νεοελληνική ζωγραφική" να εγκυμονούν τον κίνδυνο της αποσπασματικότητας ή ακόμα και μιας γενικευμένης θεώρησης. Όμως από τις τέσσερις συνθέσεις που επιλέξαμε αναδεικνύονται τρεις διαφορετικές τάσεις που κατά παράδοξο τρόπο συνυπήρχαν παράλληλα κατά την διάρκεια του μεταπελευθερωτικού μας βίου: Το λαϊκό στοιχείο, η λογιοσύνη στην τέχνη και η επανανακάλυψη του Βυζαντινού κόσμου.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΣΑΛΩΜΗΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το ζωγραφικό θέμα της «Σαλώμης» είναι κυρίως γνωστό από τους δυτικούς ζωγράφους, αφού έχουμε περίφημα έργα των Μορώ, Μπίρντσλεϊ, Κλιμτ, Στουκ, Μουνκ κ.α. 
Όμως, το «ασελγές κόριον», το συναντάμε και σε σύγχρονους έλληνες καλλιτέχνες, όπως οι: Νίκος Κουνελάκης, Νικηφόρος Λύτρας, Κωνσταντίνος Παρθένης, Δημήτρης Μπισκίνης και Αλέκος Φασιανός. 
Ας δούμε, συνοπτικά, αυτές τις νεοελληνικές εκδοχές της Σαλώμης. 


Κουνελάκης Νικόλαος (1829 - 1869) 
Σαλώμη, Λάδι σε μουσαμά, 38 x 31 εκ. Κληροδότημα Νικολάου Διαμαντόπουλου αρ. έργου: Π.1065 – Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος. 
Πρόκειται για το παλιότερο έργο με το θέμα αυτό στη νεοελληνική ζωγραφική και αναμφίβολα είναι μια από τις εκφραστικότερες παραστάσεις του θέματος στην ιστορία της τέχνης. Με το έργο του Σαλώμη συμβάλλει και ο Κουνελάκης στη μακρά εικονογραφική παράδοση της βιβλικής ηρωίδας, η ιστορία της οποίας επανέρχεται συχνά στα έργα του Αισθητισμού. Μολονότι υπάρχει μια μυστικιστική ατμόσφαιρα στο σύνολο του έργου, μορφοπλαστικά συγγενεύει με ρομαντικές τάσεις. 


Ο Πατριάρχης της νεοελληνικής ζωγραφικής Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904) όταν ήταν ακόμα νέος και άσημος ζωγράφισε δύο τοιχογραφίες στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο «κτήμα Χαϊδάρι» του τραπεζίτη και φιλότεχνου Νικόλαου Νάζου, ο οποίος ήταν συντοπίτης του, Τηνιακός, και του ζήτησε να ζωγραφίσει το εσωτερικό της εκκλησίας του. Οι τοιχογραφίες βρίσκονται στο νότιο και βόρειο τοίχο του ναΐσκου και εικονίζουν αντίστοιχα τον Αποκεφαλισμό του Προδρόμου και τον Άγιο Γεώργιο έφιππο να κατατροπώνει τον δράκοντα. Στην παράσταση του Αποκεφαλισμού ο Ιωάννης ο Βαπτιστής γονατίζει στο κέντρο και ο Ρωμαίος δήμιος στέκεται στα δεξιά. Η σύνθεση συμπληρώνεται στα αριστερά από δύο γυναικείες μορφές, τη Σαλώμη και μία θεραπαινίδα της. 
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Νικηφόρος Λύτρας αν και έχει την κύρια ευθύνη της εικονογράφησης εργάζεται για τον σκοπό αυτό μαζί με τον Νικόλαο Γύζη, με τον οποίο φοιτούσαν στην ίδια σχολή. 


Η «Σαλώμη» του Παρθένη έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. 
Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967) για τον πίνακα του «Σαλώμη» που ζωγράφισε πριν από το 1916 και παρουσίασε στη μεγάλη αναδρομική του έκθεση στο Ζάππειο του 1919, δέχθηκε δριμεία κριτική, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πινακοθήκη» του 1919, έτος 18, τεύχος 228, σ. 107-8: «Και επ' εσχάτων μερικοί ζωγράφοι μας ήρχισαν να συγχέουν έργα της σοβαράς, της νηφάλιου, της θετικής τέχνης, της πρωτοτύπου, με τα σχεδιάσματα τα δήθεν διαισθητικά, τα αινιγματώδη εξωφρενικά εις σχέδιον, εις χρώμα, ανέκφραστα και συμβατικά κακότεχνηματα. Ο,τι συνέβη εις την φιλολογίαν μας με τους αναρχικούς Ψυχαριστάς κατ' αρχάς και τώρα με τους λεγόμενους «νέους» αντιγραφείς ανισόρροπους, αλόγιστους, το ίδιο ήρχισε και εις την ζωγραφικήν. Ευτυχώς τα κρούσματα είναι ολίγα και η αδιαφορία του κοινού μεγάλη». Και παρακάτω: «...είναι σώματα του τοξότου και της τοξευομένης ή της Σαλώμης, η οποία ομοιάζει με ανορθωμένην εις τους οπίσθιους πόδας σκύλαν». 
Παρατηρεί σχετικά ο εικαστικός Δημήτρης Παπαστάμου: 
«Ο αισθητικός της εποχής με την παραπάνω κριτική ξεκαθαρίζει τη θέση του, και τα λόγια του που αναφέρονται στα κινήματα της λογοτεχνίας και της ζωγραφικής («ανέκφραστα και συμβατικά, αινιγματώδη και εξωφρενικά») εκφράζουν την αδυναμία κατανόησης της προχωρημένης τέχνης και την καταδίκη σε απομόνωση λαμπρών ταλέντων του λόγου και της ζωγραφικής του τόπου μας. Η ζωγραφική του Παρθένη, στο «Sursum Corda» (βλ. σχετικά «Καθημερινή, 21 Νοεμβρ. '93) και στη «Σαλώμη» ανταποκρινόταν σε έναν προχωρημένο τρόπο σκέψης, παράλληλο με αυτόν των «Ψυχαριστών αναρχικών». 
Η συναίσθηση της παρακμής του «τέλους του αιώνα», που ο Παρθένης είχε ζήσει από κοντά στη Βιέννη και στο Παρίσι από το 1898 ως το 1911, του δημιούργησε μια ανάγκη αλλαγής και τον οδήγησε σε έναν προχωρημένο τρόπο σκέψης, που η αξία του έχει αναγνωριστεί σήμερα από τους περισσότερους μελετητές του «Fin de siecle». 
Η σύνθεση και η δομή της παράστασης της «Σαλώμης» του Παρθένη, καθώς και του έργου του «Άνω σχώμεν τας καρδίας» επηρεάζονται από την πνευματική αυτή κίνηση. Η Σαλώμη του Παρθένη, ως προς την κίνηση και τη μοναξιά της, βρίσκεται πολύ κοντά στη «Σαλώμη» του Κλιμτ, που ζωγράφισε ο Αυστριακός πρωτεργάτης του «Γιούγκενστιλ» και του συμβολισμού το 1909. Η τοποθέτηση της μορφής της σε έναν εξωτερικό χώρο, μια βεράντα του παλατιού, μας μεταφέρει στη γνωστή στον Παρθένη στιγμή της ομώνυμης όπερας του Ρίχαρντ Στράους. Στον πίνακα του με το γνωστό μοτίβο της Σαλώμης που κρατάει το πινάκιο με την κεφαλή του Ιωάννη, ο Παρθένης είναι φανερό ότι επιθυμεί να εκφράσει, με την απομόνωση της κόρης της Ηρωδιάδος στη βεράντα του ανακτόρου του τετράρχη, την απομάκρυνση τους από τον γεμάτο χλιδή και αμαρτία κόσμο του Ηρώδη και της ερωμένης του.» 


Ο γεννημένος στην Πάτρα το 1891 Δημήτριος Μπισκίνης, το 1926 μας δίνει το «Στροβίλισμα χορού», ένα έργο που το εξελίσσει, θα λέγαμε, στη Σαλώμη με το κεφάλι του Ιωάννη. Η Σαλώμη και στις δύο συνθέσεις συλλαμβάνεται στην τελευταία σκηνή του χορού των επτά πέπλων. Στη δεύτερη παραλλαγή, προστίθεται ως επιπλέον εικονογραφικό στοιχείο το κομμένο κεφάλι του Βαπτιστού Ιωάννη, ενώ η Σαλώμη εκτελεί την ίδια χορευτική φιγούρα, με την αρχική εκδοχή. Πρόκειται για έναν οργιαστικού χαρακτήρα χορό – έως δαιμονικό! -επηρεασμένο από τους αρχαίους διονυσιακούς χορούς του απειθάρχητου πόθου. 


Για τη «Σαλώμη» του Φασιανού παρατηρεί ο εικαστικός Δημήτρης Παπαστάμου: 
«Ένα άγνωστο έργο του Αλέκου Φασιανού ακολουθεί τη θεματολογία του δέκατου ένατου αιώνα, όπου το ερωτικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα τονισμένο. Ξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο, η Σαλώμη έχει δίπλα της το κεφάλι του Ιωάννη, ενώ από πίσω έρχονται οι στρατιώτες με τις ασπίδες τους, σύμβολο καταναγκασμού και για τους δύο. Η Σαλώμη παρουσιάζεται σαν να αποκαλύπτει τον εσωτερικό της κόσμο στον Ιωάννη, την παρθενικότητα της. Η αγνότητα είναι η κύρια ιδιότητα που αποδίδει στη Σαλώμη ο Φασιανός και ακριβώς η παραγνώριση από τον Ιωάννη αυτής της αγνότητας του έρωτα της γεννάει την επιθυμία της για εκδίκηση, η οποία εκφράζεται εικονογραφικά με τη γυμνή «ανορθωμένην εις τους οπίσθιους πόδας σκύλαν» του Παρθένη και στους οργιαστικούς, εκστασιακούς στροβιλισμούς της Σαλώμης στο έργο του Μπισκίνη. Εδώ ο έρωτας της Σαλώμης θα παραμείνει όνειρο και δεν θα αγγίζει παρά έναν νεκρό. Πρόκειται για μια διαδικασία συμβολισμού όπου, μέσα από την οργιαστική έκσταση, ακόμη και μέσα από τον εκφυλισμό και τη διαστροφή, διαφαίνεται η ελπίδα της ευτυχίας που διατηρείται μέχρι το τέλος. Η τραγική πλευρά του θέματος -η οποία έγκειται στο γεγονός ότι ο Ιωάννης δεν μπορούσε ή μάλλον δεν ήθελε να αντιληφθεί την αρχική αγνότητα της Σαλώμης παραμένοντας πιστός στην άποψη της εσχατολογικής απολυτότητάς του- νομίζω ότι έδωσε στον Φασιανό την ιδέα της σύνθεσης του πίνακα του.» 


Όμως, ο Φασιανός, μας δίνει και μια άλλη «Σαλώμη», που μάλλον δεν έχει καμία σχέση με την βιβλική. Πρόκειται για το έργο με τον αινιγματικό τίτλο: «Η Σαλώμη με φουλάρι στο μπλε δωμάτιο», ακρυλικό σε χαρτόνι επικολλημένο σε καμβά, που θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε κορίτσι του Φασιανού. 
Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πως η σύγχρονη ελληνική τέχνη κατέγραψε ποικιλοτρόπως την «Σαλώμη», κι αυτή η αισθητική καταγραφή μάλλον απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

Related Posts with Thumbnails