Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

«Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» στη Θεσσαλονίκη


Μέσα σε κλίμα αναστάσιμης συγκίνησης παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το νέο βιβλίο της Μαρίας Χατζηαποστόλου «Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, στο cafe «Ζώγια – Βιβλίο - Tσάι και συμπάθεια», το βράδυ του Σαββάτου 18 Απριλίου 2026. 
Για το βιβλίο μίλησαν οι: Βασίλης Βασιλειάδης, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Αναστασία Γρηγοριάδου, Δημοσιογράφος 9,58 FM – ΕΡΤ3 και Ανθή Ουρούμη, Εκπαιδευτικός – Θεολόγος, ενώ τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου ερμήνευσε η Δέσποινα Παγιούλα, με τον Θανάση Μπιλιλή να τη συνοδεύει στο πιάνο. 


Ανθή Ουρούμη, Εκπαιδευτικός-Θεολόγος 
Υπάρχουν στιγμές στην πνευματική διαδρομή ενός τόπου, που ο λόγος παύει να είναι μία απλή περιγραφή της πραγματικότητας και μετατρέπεται σε γεγονός ζωής, σε μία συνάντηση οντολογική που υπερβαίνει τα στενά όρια του χρόνου, της φθοράς και της ατομικότητας. Βρισκόμαστε σήμερα εδώ, όχι απλά για μία τυπική παρουσίαση βιβλίου, αλλά για να γίνουμε κοινωνοί μίας σπάνιας πνευματικής συνάντησης, ήτοι της βαθιάς και αναστάσιμης θεολογικής σκέψης της Δρος Μαρίας Χατζηαποστόλου με τον προφητικό, αρχοντικό και συχνά σπαρακτικό κόσμο του Μάνου Ελευθερίου. Αν αναρωτηθεί κανείς, γιατί ένας άνθρωπος επιλέγει να γράψει, η απάντηση σπάνια βρίσκεται στη στεγνή λογική. Υπάρχουν δημιουργοί που γράφουν για να εξηγήσουν τον κόσμο και υπάρχουν κι εκείνοι που γράφουν, γιατί ο κόσμος δεν τους χωρά αν δεν τον μοιραστούν. Γράφουν, γιατί η σιωπή τούς πνίγει και η αλήθεια τούς καίει τα σωθικά. Η Μαρία ανήκει ακριβώς σε αυτήν την δεύτερη κατηγορία, την αναγκαία, την ιερή. 
Με την Μαρία Νεφέλη, με συνδέει μια μακρόχρονη αδελφική φιλία, μια «επιλεγμένη συγγένεια» κι ένας δεσμός που μου επιτρέπει να γνωρίζω καλά πως αυτό της το έργο δεν είναι μία απλή μελέτη. Είναι ένα ζωντανό κομμάτι από την ίδια της την ψυχή. Είναι ο άνθρωπος που σου θυμίζει ποιος είσαι, όταν η καθημερινότητα σε κάνει να το ξεχνάς. Η ευαισθησία της δεν είναι αδυναμία, αλλά μία δύναμη σχεδόν προφητική, μια «αρχοντιά» ψυχής που την κάνει να νιώθει τον πόνο του κόσμου σαν δικό της, μία γυναίκα που ζει την πίστη της, ως διαρκή χειρονομία αγάπης. 
Για την Μαρία, που γνωρίζει βιωματικά πως «εν αρχή ήν ο Λόγος» και πως ο Λόγος αυτός είναι Φως και Ζωή, η συγγραφή δεν είναι μία πολυτέλεια, αλλά μία πράξη αντίστασης στο μηδέν. Είναι η ίδια η βιολογική της ανάγκη να τακτοποιεί το χάος της ανθρώπινης οδύνης και να του δίνει σχήμα ελπίδας, μετατρέποντας το λευκό χαρτί σε μια προοπτική ελευθερίας. 
Στο νέο της βιβλίο, δεν πρόσθεσε απλώς μια μελέτη στη βιβλιογραφία μας. Κατάφερε κάτι πολύ πιο βαθύ: έγινε η «χρονοποιός» που μετέτρεψε την αγωνία του Μάνου Ελευθερίου σε αναστάσιμη ελπίδα. Η γραφή της είναι μια οντολογική κατάθεση, ένας λόγος που «καίει» και «φωτίζει» ταυτόχρονα.
Kατόρθωσε να διακρίνει πίσω από τους σπαρακτικούς στίχους του Μάνου τη δημιουργική αρχή του Σύμπαντος. Εκεί όπου οι άλλοι αντικρίζουν μόνο το «άδικο του κόσμου» και το «παράλογο του πολέμου», αυτή, με τη θεολογική της οξύνοια, ανακάλυψε τον Λόγο. Μας φανέρωσε πως η δική της σκέψη μπορεί να μετουσιώσει τον χρόνο από έναν «απειλητικό εχθρό» σε μια «αέναη κοινωνία» με το αιώνιο. 


Με θαυμαστό τρόπο πλησιάζει τον θάνατο μέσα από τη ματιά του Ελευθερίου, χαρακτηρίζοντάς τον ως την «κατεξοχήν κακοτεχνία της Δημιουργίας». Ταυτόχρονα μας προσφέρει μία αναστάσιμη προοπτική. Με τη γραφίδα της, ο Άδης του Μάνου έγινε πράγματι μαλαματένιος. Μας διδάσκει πως τίποτα αληθινό δεν σβήνει και πως η μνήμη, όταν ποτίζεται από την αγάπη, γίνεται «ανέσπερο φως». 
Η Μαρία, λειτουργεί ως «ακίνητος φρουρός σε μια σκοπιά αγρύπνιας». Ενώ το τρένο της Ιστορίας φεύγει στις οκτώ, αυτή μένει εκεί, για να διασώσει τη «φωτογραφία της στιγμής» και να μας θυμίσει ότι η αγάπη είναι η μόνη δύναμη κατά της φθοράς. 
Το βιβλίο της συνιστά μια άσκηση νήψης, μιας πνευματικής εγρήγορσης. Μας κάνει κοινωνούς των αρρήτων μυστηρίων, εκεί όπου οι «χρυσές σκιές του Άδη» παύουν να μας τρομάζουν, γιατί μας οδηγεί να τις κοιτάμε μέσα από το φως της Αγάπης. Είναι η δημιουργός που κατάφερε να ενώσει το κτιστό με το άκτιστο, τη λύπη της προσφυγιάς με τη χαρά του Παραδείσου. 
Δεν προσεγγίζει απλώς το έργο του Μάνου Ελευθερίου. Γίνεται η ίδια η φωνή που ερμηνεύει τη σιωπή των αγγέλων. Οι λέξεις της είναι μια πνευματική μυσταγωγία, ένας λόγος που ανυψώνεται ως «αετός χερουβικός» για να συναντήσει την ουσία της ύπαρξης. 
Μετατρέπει τη Θεολογία σε ποίηση ζωντανή. Έχει το σπάνιο χάρισμα να «πετά τις λέξεις σαν βέλη», όχι για να πληγώσει, αλλά για να καθαγιάσει τα σύμπαντα και να μας υπενθυμίσει πως ο άνθρωπος είναι μια «σπάνια μοναδικότητα», η κατεξοχήν μέριμνα της Παντοδυναμίας. 
Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που περιγράφει τους αγγέλους –τους αγγέλους του Μάνου που «περπατάνε στη γη μαζί με τους ανθρώπους». Μας φανερώνει ότι η δική της γραφή είναι αυτή η «μυστική πορτούλα» που οδηγεί στην ψυχή μας. Καταφέρνει να συμφιλιώσει τις αντιθέσεις, να μερώσει την αγριότητα και να μας πείσει πως η προσευχή των αγγέλων είναι μια ανοιχτή αγκαλιά για κάθε «γονατισμένο» άνθρωπο. 
Με τη δική της καθοδήγηση, νιώθουμε δέος απέναντι στον αόρατο κόσμο και πιστεύουμε ξανά στη νίκη του «άκτιστου Κάλλους» επί του σκότους. Το πόνημά της λειτουργεί ως μια πολύτιμη προσφορά που μας μυρώνει με ουράνιες δυνάμεις. Είναι η μυημένη που, μέσα από την οδύνη της πένας της, κατορθώνει να σώσει την ομορφιά του κόσμου. 


Κατάφερε η δική της ψυχή να γίνει ο καθρέφτης όπου ο «πρίγκιπας που δεν έγινε βασιλιάς» βρήκε επιτέλους τη δικαίωσή του. Με την πνευματική υφαντική της, οι «σπασμένες κλωστές του παρελθόντος» που άφησε ο Μάνος, ενώθηκαν ξανά σε ένα υφαντό μνήμης που δεν φθείρεται από τον χρόνο. 
Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό το πώς αφουγκράζεται τη «χαρμολύπη» του Μάνου, αποκαλύπτοντας το φως εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο το αδιέξοδο και φανερώνοντας ότι το θαύμα δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά η ίδια της η ενσυναίσθηση, που την κάνει να «ασθενεί» μαζί με τον ασθενούντα και να ανασταίνεται μαζί με τον λυτρωμένο. 
Στον πυρήνα της σκέψης της, επισφραγίζει μια ιερή αποστολή. Πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να ψηλαφήσει τη «γλυκιά μελαγχολία» του Χριστού μέσα από τα μάτια του Μάνου Ελευθερίου και να μας την παραδώσει ως βάλσαμο, ως μια ανθρωπολογία που δεν φοβάται τον πόνο, αλλά τον αγιάζει. Η σκέψη της σε αυτό το σημείο γίνεται προφητική. Ένιωσε σε βάθος πως ο Χριστός του Μάνου είναι ο Χριστός των απόκληρων, των «ερημιτών» και των αδικημένων. Με την καθαρή ματιά της, Τον έφερε ακόμα πιο κοντά μας, κάνοντάς Τον «φίλο» και συνοδοιπόρο στην προσωπική μας αγωνία. Μας θύμισε με τρόπο συγκλονιστικό ότι η ελευθερία μας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά η νίκη επί του εσωτερικού μας φόβου –μια αλήθεια που η ίδια υπηρετεί με το πνεύμα και τη στάση ζωής της. 
Η Μαρία εξοφλεί ένα βαθύ πνευματικό χρέος δικαιοσύνης προς τον Μάνο Ελευθερίου. Τον ανέδειξε όχι απλώς ως έναν σπουδαίο στιχουργό, αλλά ως τον Άρχοντα των Ταπεινών και του περιθωρίου, που πραγματικά υπήρξε. 
Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που συνέδεσε την αγιότητα με την απλότητα της καθημερινής ζωής, με τα καφενεία και τα ξωκλήσια, αποδεικνύοντας ότι η ματιά της μπορεί να ανακαλύπτει το ιερό μέσα στο καθημερινό. Λειτούργησε ως ένας «παλμογράφος» της σκέψης του Μάνου, μεταφέροντας με ακρίβεια και ευαισθησία τον καημό του ποιητή για τον «όλο άνθρωπο». Ο αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς για τον Ελευθερίου, αλλά «ταξιδεύει» μαζί του προς την αυτογνωσία. 
Μας φανέρωσε ότι ο Μάνος είναι «ψωμί και βροχή» για την ψυχή μας, περνώντας τον λόγο του μέσα από το δικό της φίλτρο: μια καρδιά που πάλλεται για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Στο πρόσωπό της βρίσκουμε την αυθεντική ερμηνεύτρια, που ανασύρει στην επιφάνεια το καθολικό πνευματικό οικοδόμημα του Ελευθερίου, αποκαλύπτοντας τις πτυχές εκείνες που παραμένουν κρυμμένες πίσω από τη λάμψη των στίχων του. 


Η Μαρία μεταμορφώνει τον τόπο της φθαρτής μας οδύνης στην ουτοπία ενός ανέσπερου φωτός, αποδεικνύοντας πως το έργο του Μάνου δεν είναι απλώς ιστορία, αλλά μια αέναη άνοιξη της ψυχής. Μας υπενθυμίζει ότι ο τόπος που μας πληγώνει συναντά την ουτοπία που μας λυτρώνει, γιατί ο Παράδεισος αναπνέει εκεί όπου η αγάπη ορθώνει ανάστημα απέναντι στον θάνατο. 
Αγαπημένη μου Μαρία Νεφέλη, 
Είσαι η ζωντανή απόδειξη ότι η Θεολογία, όταν συναντά την Τέχνη και την αληθινή Αγάπη, μεταμορφώνεται σε Ανάσταση. Σε ευχαριστώ που έγινες η γέφυρα για να φτάσει το μεγαλείο του Μάνου στις καρδιές μας, γιατί δεν έγραψες απλώς για τον Μάνο Ελευθερίου, αλλά τον «ανέστησες» μέσα μας, κάνοντάς μας να αισθανθούμε πως κάθε μας στιγμή είναι ένα ατόφιο κομμάτι αιωνιότητας.
Σε ευχαριστώ που υπάρχεις και που δημιουργείς. Που λειτούργησες ως «Μυροφόρος των λέξεων» και μας προτρέπεις να βλέπουμε «ολάκερο τον Θεό μέσα στην ευωδία ενός λουλουδιού». Που με τη σκέψη σου μας επιτρέπεις να «αναπνέουμε Παράδεισο» και που μας θυμίζεις πως, όσο υπάρχει η δική σου φωνή, τίποτα αληθινό δεν πρόκειται να σβήσει. Δεν αφήνεις κανέναν «ανέστιο». 
Είσαι η «διαλεγμένη» γιατί κατάφερες να αποδείξεις πως η αγάπη είναι η μόνη κραταιά δύναμη που νικά τον θάνατο. Και το έκανες με μια σεμνότητα που θα έκανε τον Μάνο να χαμογελάει από των αγγέλων τα μπουζούκια, βλέποντας πως το «νήμα της ζωής» του βρίσκεται σε χέρια τόσο άξια και τόσο καθαρά και προτρέποντάς μας να πάρουμε μαζί μας το μόνο εφόδιο που έχει πραγματική αξία, όπως ο ίδιος ο Μάνος είπε, αφήνοντας μας την πιο ιερή του παρακαταθήκη: «Τώρα που θα φύγεις, πάρε μαζί σου και τον Χριστό».


Ανοιχτή Επιστολή στον Μάνο Ελευθερίου 
«Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού» 
Τη νύχτα της Ανάστασης ελευθερώνονται, λένε, οι ψυχές. Είναι η νύχτα που κοιτάμε λιγάκι πιο ψηλά για να συναντηθούμε και πάλι με τους αγαπημένους. Απόψε σε θυμήθηκα Μάνο. Που άναβες εκείνο το καντηλάκι κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Που θυμιάτιζες τον αέρα. Που έσκυβες ευλαβικά την κεφαλή την ποιητική στη θέα του Επιταφίου. Που γνώριζες τους Ψαλμούς καλύτερα από εμένα. Κι ας είμαι θεολόγος. 
Εσύ Μάνο πηγαινοερχόσουν στων αγγέλων τα τάγματα, γιατί πιο γήινος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Στην Άβυσσο κατέβαινες, να συναντάς στον Άδη τις αλύτρωτες ψυχές. Γιατί πιο ουράνιος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Βλέπεις οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως για ν’ αγγίξεις τον ουρανό, οφείλεις πρώτα να γευτείς τη γη. 
Γεννήθηκες στις 12 του Μάρτη για να μην πεθάνεις ποτέ. Στην αγαπημένη τη Σύρο των ανέμων και των νεοκλασικών, του θεάτρου και των προσφύγων της Ανατολής, των αρχοντικών και των καπηλειών. Είδες τις γειτονιές ν’ ανάβουν τις φωτιές, τα πρόσωπα να πορφυρίζουν απ’ της γιορτής την έκσταση, έζησες της στέρησης την αδικία, τη βία της φτώχιας, μα και την ευλογία, χτύπησες πόρτες σφαλιστές κι άλλες τις άνοιξες διάπλατα, μπήκες ενήλικος με δέος σε σπίτια μυθικά, για να θυμηθείς την ηλικία την παιδική της ανάμνησης που μύριζε ανθισμένες λεμονιές και χρυσάνθεμα. 
Όταν έγραφα το βιβλίο μου για σένα δεν ήμουν μόνη. Η αύρα σου μύρωνε τον αέρα. Εκείνες τις ατελείωτες νύχτες της αγρύπνιας σαν να σε άκουγα: «Βρε κορίτσι, μην ασχολείσαι μαζί μου. Πήγαινε να πιεις κάνα ποτό με την παρέα σου. Οι φίλοι μας είναι η αληθινή περιουσία μας». Ήξερες καλά από φίλους. Χάρηκες την κοινωνία των προσώπων τους. Μοιράστηκες μαζί τους την αγωνία σου. Απόψε, Μάνο, ήλθαν οι φίλοι σου. Σε γνωρίζουν καλά κι ας μην έτυχε ποτέ να συναντηθείτε. 
Και συναντήθηκα και πάλι με τα τραγούδια σου που είναι ανάσες του Θεού στον λυγμό του ανθρώπου. Οξυγόνο μέσα στην ασφυξία του. Αντίσταση του έρωτα σε ό,τι ανέραστο. Μάχη της μνήμης με τη λήθη. Φως εκ Φωτός. Γέννησες και μας χάρισες ένα σύμπαν. Κι ας εύρισκαν τα λόγια σου πολλές φορές «ώτα μη ακουόντων». Έκανες τον τόπο, ουτοπία. Γιατί στο σύμπαν το δικό σου κανείς δεν μένει ασκεπής. Οι ανέστιοι αποκτούν εστία, οι απόκληροι βρίσκουν μια μεγάλη αγκαλιά και όσοι δεν αγαπήθηκαν, βιώνουν την αγάπη που ποτέ δεν έζησαν. Κάθε κακό παύει, κάθε αδικία αποκαθίσταται. Οι ηττημένοι νικούν. Όλοι και όλα καθαγιάζονται. 


Μάνο χρονοποιέ, της μνήμης τρυγητή και των ψυχών μας υπερασπιστή, της συνείδησής μας φωνή και των στιγμών μας μεθυστή. Μάνο θαυματοποιέ, τώρα σ’ έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Όσο η βαρβαρότητα θα παρελαύνει με θρασύτητα στις λεωφόρους του κόσμου, τα μαλαματένια σου λόγια θα γίνονται ξόρκι στο κακό και φως ανέσπερο που θα διαλύει κάθε σκοτάδι που απειλεί να μας πνίξει από παντού. Είτε ως Άμλετ της Σελήνης, είτε Ντυμένος Άμλετ στη βροχή, είτε ως πατέρας του Άμλετ, θ’ αποκαλύπτεις τα προσωπεία μας, θα κουβαλάς το βάρος όλου του κόσμου και θα υπερασπίζεσαι το αίμα των αθώων που λέρωσε τον ουρανό. 
Αλλά το αύριο πώς θα ’ρθει ποιητή μέσα στο αίμα; Πάψαμε να πιστεύουμε στον Θεό, γιατί πάψαμε ν’ αγαπάμε τον άνθρωπο. Κι όμως, οι πασχαλιές ανθίζουν στη γη. Έαρ εσταυρωμένο, για τούτο και αναστάσιμο. «Ο Άδης επικράνθη». Μάρτυρας του Φωτός κι εσύ να διακηρύττεις την αλήθεια. Ανάσταση θα πει πως τίποτα δεν τελειώνει. Όλοι και όλα ξαναγεννιούνται από την αρχή. Mεταμορφωμένα, υπέροχα, ακέραια. 
Κοίτα Μάνο, η Άνοιξη είναι παρούσα. Η Ανάσταση ήλθε στη σταυρωμένη Καισαριανή. Είδαμε τα πρόσωπά τους. Εκείνα που εσύ έκανες αθάνατα. Γίναμε μάρτυρες της ένδοξης τραγωδίας. Πόσο ανυπότακτοι πορεύονται προς τον θάνατο, σαν σε γιορτή. Θα έγραφες και πάλι για εκείνους. Θα έγραφες και για τους άλλους που βρισκόταν πέρα από τον φράχτη και ύψωναν το δάχτυλο δίχως πρόσωπο. Θα έγραφες για όλους εκείνους που προσκυνούν τα ιερά και τα όσια της ζωής. Στο δικό σου αγιολόγιο όλοι αναπνέουν και οι πόρτες του Παραδείσου ορθάνοιχτες. Όλα τα χωρά η Ποίησή σου.
Μυροφόρα απόψε η νυχτιά. Το έαρ το γλυκύτατο κυρίαρχο παντού. Σαν τελετάρχης θα φορέσεις αργά τα ρούχα σου και θα τοποθετήσεις το δικό σου λιθαράκι σε ό,τι γκρεμίζουν οι βομβαρδισμοί και η αθλιότητα, θ’ ανάψεις ένα κεράκι να φωτίσεις την άβυσσο και να συντροφεύσεις κάθε άνθρωπο που διψά για λίγο ουρανό. Με την Ποίησή σου να κυοφορεί για πάντα την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο, την άνοιξη της ύπαρξης που θριαμβεύει ως νικηφόρα αγάπη που όλα τα μπορεί. Ένας κόσμος που δεν πεθαίνει ποτέ, γιατί η ομορφιά νικά πάντοτε. 
Μάνο δεν σε συνάντησα ποτέ από κοντά. Δεν ήπιαμε μαζί έναν καφέ. Δεν ακούμπησε το πρόσωπό μου το διαπεραστικό σου βλέμμα, ούτε το αινιγματικό σου μειδίαμα γέννησε μέσα μου την αμφιβολία: άραγε τώρα αστειεύεται ή μιλά σοβαρά; Τι σημασία έχει στ’ αλήθεια; Κάθε μέρα, κάθε στιγμή σ’ αισθάνομαι, σε νιώθω κοντά μου. Ακούω τα τραγούδια σου. Διαβάζω τον λόγο της αλήθειας σου. Μιλώ για σένα στους μαθητές μου. Το ξέρω. Εμπόδιο κανένα δεν υπάρχει μπροστά στη θέληση του ανθρώπου. Χώρος δεν υπάρχει στη Χώρα του Αχωρήτου. Χρόνος δεν υπάρχει μπροστά στην αιωνιότητα. Θάνατος δεν υπάρχει μπροστά στην αγάπη. Υπάρχεις εσύ. Το ξέρω πως μ’ ακούς. 
Στον Άδη τώρα σεργιανώντας, προσδοκάς Ανάσταση νεκρών. Τα χέρια σου μυρίζουν μοσκοκάρφι. Σκέπασε τους άστεγους και της πολιτείας τα αδέσποτα, με τα χερουβικά φτερά σου. Αρχάγγελε εσύ, απόστησον, φυγάδευσον του Άδου την ισχύ. Στέκεις τώρα νέος, ακέραιος και όμορφος στην άκρη του χρόνου. Στην άπειρη την αγκαλιά του σύμπαντος αναπνέεις. Θα σε ξανάβρω στους μαλαματένιους μπαξέδες του Παραδείσου Μάνο. Και θα ’ναι μια μέρα λουσμένη στο φως. Και δεν θα υπάρχει ούτε λύπη, ούτε πόνος, ούτε στεναγμός, αλλά χαρά ατελεύτητος. 
Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου 
Θεσσαλονίκη, Ζώγια 18 Απριλίου 2026.


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

«Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» στον Ιανό της Αθήνας


Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το βιβλίο της Μαρίας Χατζηαποστόλου «Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, στην εκδήλωση-αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου που διοργανώθηκε από την Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS, με αφορμή τα 88 χρόνια από τη γέννησή του και πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026. 
Την εκδήλωση διοργάνωσε σε συνεργασία με τον Ιανό η αδελφή του δημιουργού, Λιλή Ελευθερίου, η οποία εδώ και χρόνια με αφοσίωση και συνέπεια κρατά ζωντανή τη μνήμη και το έργο του. 
Πολλοί ήσαν οι καλλιτέχνες που προσήλθαν να τιμήσουν τη μνήμη του Μάνου Ελευθερίου, ενώ κορυφαία στιγμή της βραδιάς ήταν τα τραγούδια που ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας. 
Παραθέτουμε, στη συνέχεια, το βίντεο ολόκληρης της εκδήλωσης. 


Σκέψεις για ένα ξεχωριστό βιβλίο 
Του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη 
Και παίζανε στο τζόγο και του Θεού το λόγο… 
Μ. Ε. ‘Σόδομα’ 
Είμαι πολύ ευτυχής που γράφω δυο λόγια για ένα βιβλίο που σχετίζεται με τον Μάνο Ελευθερίου. Και μάλιστα το πρώτο του είδους. Τολμώ να πω, ότι πρόκειται για μια εξαιρετική εργασία, μια μελέτη για την ακρίβεια, ένα εκτενέστατο δοκίμιο πάνω στο έργο του. Και όταν λέμε έργο εννοούμε βέβαια όλα αυτά τα είδη Λόγου με τα οποία ασχολήθηκε ο Ελευθερίου. Ποιήματα, τραγούδια, διηγήματα, μυθιστορήματα, χρονικά, μελέτες. Αυτά και πολλά άλλα. Ετούτο αποτελεί για μένα κι ένα μεγάλο του πρώτο πλεονέκτημα. Το ότι δηλαδή η αγαπητή Μαρία Χατζηαποστόλου είχε να αναμετρηθεί με ένα σχετικά μεγάλο όγκο γραπτής ύλης, να τον τιθασεύει, να τον κατανοήσει, να τον κατηγοριοποιήσει, να επιλέξει, να τον μελετήσει προφανώς και να μας προσφέρει ένα πολύ ζουμερό βιβλίο 486 σελίδων, πυκνογραμμένο, το οποίο σίγουρα θα αποτελέσει στο μέλλον μια πρώτη βάση για μελλοντικές εργασίες και προσεγγίσεις πάνω στο έργο του αγαπημένου μας Μάνου. Ο τίτλος του μου θυμίζει μια ομοιοκαταληξία του Μάνου το τοπία-ουτοπία. Μπορώ να καταλάβω από τη διατύπωση, το πλούσιο λεξιλόγιο, τη σύνταξη και πολλές άλλες φιλολογικού τύπου λεπτομέρειες, ότι πρέπει να αναθεωρήθηκε η γραφή πολλές φορές και η συγγραφέας να το ‘παίδεψε’ που λένε το πράγμα. Αξίζει ένα δεύτερο εύγε για αυτό. Έτσι ήταν και ο Μάνος. Παλεύει με τις λέξεις –έγραψε κάποτε ως πρώτο ποίημα μιας συλλογής του– όπως οι άρρωστοι με τα σεντόνια τους. Και τις μαζεύει από τους δρόμους αποτσίγαρα…
Ένα δεύτερο στοιχείο που αξίζει να επισημάνω είναι η διάρθρωση αυτού του βιβλίου και το ύφος του. Η γραφή του θυμίζει έναν εσωτερικό μονόλογο σα να απευθύνεται συχνά στον ίδιο τον ποιητή. Σαν ένα διάλογο δηλαδή μαζί του, σαν τα λόγια που θα ήθελε η Μαρία να του πει και δεν πρόλαβε. Έχει δηλαδή ένα εξομολογητικό ύφος. Χωρίζεται σε 8 μέρη, σε ενότητες αρκετά μεγάλες και αναλυτικές, οι οποίες βέβαια περιέχουν και επιμέρους κατηγοριοποιήσεις ενσωματωμένες. Στήνεται δε, ακόμα και λεκτικά, με έναν αντίστοιχο τρόπο που θυμίζει το πώς αξιοποιεί ο Ελύτης την εκκλησιαστική παράδοση. Διόλου τυχαίο βέβαια αν γνωρίζει κάποιος και μια από τις εξειδικευμένες σπουδές και ιδιότητες της Μαρίας. Θέλω να πω, πως αναδεικνύει μια πλευρά Θεολογικού τύπου, είτε σε λεκτικό, –όταν ονομάζει στην εισαγωγή της το κεφάλαιο Εισοδικόν– είτε στο ουσιαστικότερο για μένα, όταν στέκεται σε θέματα και μοτίβα του έργου του που σχετίζονται ποικιλότροπα με την εκκλησιαστική παράδοση. Αναφέρομαι π.χ. στα κεφάλαια με τους εύγλωττους τίτλους Η παντοδυναμία και ο κόσμος των αγγέλων, ή, το Η περί Χριστού σκέψη. Με άλλα λόγια, μελετά εμπεριστατωμένα τη στιχουργική του Ελευθερίου, αλλά και μια κοσμοθεωρία του ίδιου που αντλεί, εμπνέεται, αξιοποιεί όλον αυτόν τον κόσμο της εκκλησιαστικής Παράδοσης. Δεν είναι τόσο περιοριστικό όσο ακούγεται. 
Ξέρω καλά –το βλέπεις άλλωστε αυτό ξεκάθαρα στο έργο του Ελευθερίου– πως η πλούσια παράδοσή μας βρίσκεται καλά χωνεμένη μέσα στο έργο του, σε κάθε στίχο και λέξη, σε κάθε ανάσα, εικόνα ή αφήγηση. Συμβαίνει αυτό συχνά στους δημιουργούς, και όσο γυρίζουμε πίσω στις δεκαετίες αυτό είναι πιο έντονο. Σήμερα πολύ εύκολα γράφει κάποιος, χωρίς να έχει ίσως καθόλου διαβάσματα, υπόβαθρο, ή μια σπουδή που λέμε σε ότι προηγήθηκε. Αυτό όμως είναι και απαραίτητο και αυτονόητο για ένα καλό αποτέλεσμα. Σκεφτείτε ότι ο Ελευθερίου άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του μετά τα 50 του! 
Ήδη είμαστε σε επικοινωνία από το 2001, με είχε γνωρίσει σ’ αυτόν η Λήδα η Παναγιωτοπούλου η οποία του είχε κάνει ένα αφιέρωμα στις σχολές Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου και μου είχε ζητήσει να μιλήσω γι’ αυτόν, θα της το ΧΡΩΣΤΩ πάντα. Τότε δεν είχε βγει βέβαια Ο καιρός των χρυσανθέμων και ήταν μια εποχή που ο ίδιος ήταν σα να μην υπήρχε πουθενά. Θυμάμαι ούτε φωτογραφίες του μπορούσαμε να βρούμε καλά καλά, ούτε συνεντεύξεις, σχεδόν τίποτα. Αυτό βέβαια άλλαξε μετά σταδιακά. 
Λέγαμε για την Παράδοση. Θυμάμαι στο διεθνές συνέδριο για τον Γκάτσο βρεθήκαμε δίπλα δίπλα στους ομιλητές. Είχε λοιπόν αναφέρει τότε έναν στίχο από δημοτικό τραγούδι τρομερής υπερρεαλιστικής τόλμης και υπέρβασης και μιλούσε για αυτόν δύο λεπτά στο κοινό εντυπωσιασμένος. Στο βιβλίο λοιπόν εδώ η Μαρία φωτίζει αυτή την πηγή ας πούμε έμπνευσης του Ελευθερίου, που τον γοητεύει. Οι άγγελοι που περιδιαβαίνουν στον κόσμο μας, ο Διάβολος που παίρνει τη μορφή του φονιά και του ληστή, του καταδότη ή του βασανιστή, τα Ιερά κείμενα και η Αποκάλυψη που ζούμε σήμερα μέσα από τους πολέμους και το αίμα που μας περικυκλώνει από παντού. Όλα είναι εκεί μέσα στο έργο του. Έναν ευαίσθητο άνθρωπο όλα ετούτα τον απασχολούν και τα αποτυπώνει όταν μπορεί ως Προφήτης, Σηματωρός και Κήρυκας. Πάντα με πόνο. Γιατί τα κείμενα του Μάνου έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Είναι σκληρά, διαπραγματεύονται το Άδικο και το Αίμα, όσο και να προσπαθούν να το εξωραΐσουν, να το καταλάβουν, ή να το αλαφρύνουν. To έγραψε εξάλλου κι ο ίδιος στο οριακό τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά, είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά. 


Το αρρώστια και γιατρειά εξάλλου αποτελεί ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο του βιβλίου. Το ζήτημα αυτό τον απασχόλησε πολύ και χαίρομαι που εδώ έχουμε μια σπουδαία εξερεύνηση του θέματος από τη Μαρία. Εξερεύνηση που όπως σας είπα παραπάνω προεκτείνεται σε όλο του το έργο, από κάτι που θα σταχυολογήσει μέσα από ένα παραμύθι του (άλλος τομέας αυτός μεγάλος η γραφή του για παιδιά τον οποίο ελπίζω κάποτε ένας ταλαντούχος διδάκτορας του Παιδαγωγικού τμήματος να ερευνήσει χωριστά) ή ακόμα και μέσα από μια μικρή του σημείωση, όταν ας πούμε η συγγραφέας στη σελίδα 260 ανασύρει από ένα απόσπασμα ημερολογίου του Ελευθερίου μια σκέψη του για τον αγαπημένο του Παλαμά. Ο Παλαμάς τις τελευταίες ώρες της ζωής του παραμιλούσε ζητώντας από τη μητέρα του τη σάκα του για να πάει σχολείο. Με σκοτώνει κάτι τέτοιο. Με σκοτώνει σημείωνε ο Μάνος. Το ίδιο ακριβώς θυμάμαι αντίστοιχα είχα διαβάσει να είχε γράψει για τον σπουδαίο Δημήτρη Λάγιο που έφυγε τόσο νωρίς. Κάτι σαν δε το θυμάμαι ακριβώς δεν άντεξα να πάω στο νοσοκομείο για να μην αντικρίσω το γκρέμισμα του σώματός του. Θυμάμαι τώρα ότι αυτή η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει γκρέμισμα με είχε στοιχειώσει καιρό και τη σκεφτόμουνα και επιβεβαίωνα για άλλη μια φορά πόσο ένας σπουδαίος ποιητής, γιατί ένας αληθινός ποιητής ήταν στην ουσία ο Ελευθερίου, μπορεί με μία μόνο λέξη, την κατάλληλη να συμπυκνώσει πάρα πολλά. Η Μαρία λοιπόν σκιαγραφεί με κάποιον τρόπο, τον ιδανικό κι αγαπημένο του Καβάφη, τη μορφή αυτού του ανθρώπου για τους επόμενους. Πως θα τον περιέγραφε άραγε σε κάποιον που δεν έχει ακούσει τίποτα για αυτόν και με τι θα του πρότεινε να αρχίσει να τον γνωρίζει, με ένα τραγούδι ίσως, ένα διήγημα, ένα παραμύθι ή κάτι άλλο; 
Στο κεφάλαιο τώρα που επιγράφεται Η ανθρωπολογική διάσταση και ο αγιασμός των πραγμάτων όπως υποδηλώνεται στον τίτλο η Μαρία στέκεται –να το πω λίγο σχηματικά και απλουστευμένα– σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της γραφής του Ελευθερίου, το πώς επικεντρώνεται ο δημιουργός στον Άνθρωπο με Α κεφαλαίο βέβαια, τα Πάθη και τις Δόξες του, όλα με κεφαλαίο. Και όταν ανέφερα παραπάνω για υποενότητες εγκιβωτισμένες μέσα στα κεφάλαια, εδώ ας πούμε μπορεί να δούμε σε πολλές σελίδες να αναλύεται η εμμονή του ποιητή για την τραγική μορφή του Άμλετ στην οποία επανέρχεται συνέχεια σε διαφορετικά κείμενά του, αφού όπως γνωρίζουμε το Θέατρο είναι ένας χώρος που τον γοητεύει και στον οποίο κινείται διαρκώς. Πέρα από τα αιώνιο ερώτημα που απασχολεί τον ήρωα του Σαίξπηρ ή τους αρχαίους τραγικούς –και τον Ελευθερίου κατά προέκταση– όταν μιλάμε δηλαδή για τις κορυφογραμμές, εξίσου, αν όχι πιο πολύ, αναγνωρίζουμε εδώ, μέσα από τις επισημάνσεις της Μαρίας, πόσο γέρνουν πιο πολύ στη ζυγαριά (αγαπημένη λέξη του αυτή) οι δραματικοί ανώνυμοι ή επώνυμοι ήρωες της μυθολογίας του που είναι εκατοντάδες αλλά συμπυκνώνονται σε πρόσωπα κλειδιά. Να, εδώ ας πούμε χρειάζεται πάντα για μένα σε βιβλία τόσο ενδιαφέροντα και αναλυτικά ένα ευρετήριο ονομάτων. 
Αναφέρθηκαν πριν οι μορφές μιας προσωπικής μυθολογίας, ο Άνθρωπος και πρόσωπα κλειδιά. Πολλά από αυτά τα πρόσωπα μέσα από τα κείμενα τους παρατίθενται στη φοβερή εισαγωγή του Νοητού Λύκου και δίπλα τους θα βάλουμε ξεπεσμένους ηθοποιούς από μπουλούκια, τον ανώνυμο θαμώνα ενός μπαρ ή καφενείου με την ερωτική του Ιστορία που θα μας την διηγηθεί όταν τυχαία καθίσουμε πλάι του, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρυωτάκη –που λάτρευε– πλάι σε μια ράφτρα στην Κοκκινιά ή τον Σταμάτη Κομνηνό, τον Κάφκα πλάι στον Βαγγέλη Γιακουμάκη. Η λίστα αυτή βέβαια είναι τεράστια. 
Δε θυμάμαι πολλούς τα τελευταία χρόνια να τόλμησαν τόσο ξεκάθαρα, αλλά και τόσο ποιητικά να αποτυπώσουν σε στίχους ένα τόσο τραγικό γεγονός όπως τον άδικο χαμό αυτού του αγοριού στο κελί μιας φυλακής. Ο Ελευθερίου, πέρα από μια μεγάλη ενσυναίσθηση, που τη φέρνει στο φως αυτό το βιβλίο, παρέμεινε πάντα, ως το τέλος ένας δημιουργός με πολιτική θέαση των πραγμάτων, σε καιρούς απολιτικούς συχνά, αδιάφορους, γεμάτους μίσος και κραυγές. Νομίζω σήμερα, αν ήταν εδώ, θα ήταν ακόμα πιο πικραμένος. Τα κατέγραψε λοιπόν όλα αυτά, με φόντο πάντα τον ανώνυμο ήρωα που θα θυσιαστεί, ταπεινό και καταφρονεμένο και βασανισμένο όπως ο Ιησούς, μεγαλειώδη όμως μέσα στη μοναξιά του στα μάτια μας. Χαίρομαι που η Μαρία πολύ αποτελεσματικά αναδεικνύει και αναψηλαφεί αυτό το μοτίβο μέσα στη γραφή του Μάνου. Και το κάνει πολύ καλά. Και δω αναρωτιέμαι πάλι κάτι. Όλη αυτή η χρόνια ενασχόληση με τα κείμενα του Μάνου αν της προσέδωσε κάποια μικρή μελαγχολία ή απογοήτευση. Και το γράφω αυτό γιατί τα θέματα που αγγίζει ο Ελευθερίου πονάνε, στεναχωρούν, εξοργίζουν ίσως. Πώς αντιμετώπισε κάτι τέτοιο μέσα της; Υπήρξε; 


Δε θέλω να σας κουράσω με περαιτέρω αναλύσεις, το βιβλίο αυτό είναι ό,τι πρέπει για μια εισαγωγή ας πούμε στον πλούσιο κόσμο του Μάνου Ελευθερίου. Χαίρομαι πολύ που υπάρχει. Χάρηκα ακόμα πιο πολύ όταν μου το πρωτοείπε ο Θανάσης Συλιβός του Μετρονόμου ότι θα το βγάλει. Χάρηκα διπλά όταν το είδα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου πλάι στο δικό μου για τον αγαπημένο του Γκάτσο. Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Γκάτσο και του το είχα πάει, κάποια στιγμή –σε ανύποπτο χρόνο– με το γνωστό του περιπαικτικό ύφος μου είχε πετάξει κάτι σαν άντε τελείωνε με τον Γκάτσο να ασχοληθείς και με κανέναν άλλο. Του είχα πει βέβαια ότι ήθελα να κάνω κάτι για τον ίδιο και το εννοούσα, και δεν αποκλείεται στο μέλλον κάτι να γραφτεί από εμένα επικεντρωμένο σε έναν άλλο τομέα. 
Όμως με κάποιο μεταφυσικό τρόπο θεωρώ ότι είναι και δικό μου αυτό το βιβλίο, αφού βέβαια η Μαρία γράφει και αναλύει με ένα τρόπο που μου είναι πολύ οικείος και γνώριμος, ενώ συμφωνώ απόλυτα επίσης με τα συμπεράσματά της. Και τίποτα άλλο να μη γραφτεί για τον αγαπημένο μας Μάνο αυτό το βιβλίο είναι αρκετό. Θα γραφτεί όμως πιστεύω στο μέλλον και η βιβλιογραφία του θα εμπλουτίζεται ολοένα. Το έργο του είναι εκεί ‘προς ανακάλυψιν’. Είμαι δε, σίγουρος, ότι αν παρακολουθούσε ο Μάνος ή διάβαζε το τελικό κείμενο με τη γνωστή του ταπεινότητα θα της έλεγε συνέχεια (για να βρεθούμε λίγο και στο κλίμα του βιβλίου): Αχ, Μαρία μου σταμάτα πια να με αγιοποιείς, αυτό είναι ελάττωμα, δεν είμαι αυτό που παρουσιάζεις, δεν είμαι πια και τόσο σπουδαίος όσο γράφεις, ούτε έγραψα πια και τίποτα τόσο φοβερό. Άλλοι το έκαναν αυτό. Γι’ αυτούς να γράψεις! 
Τέλος, δε μπορώ να μην πω κι ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπητή αδερφή του. Για τον διακριτικό και ευγενή τρόπο που διαχειρίζεται το έργο του, για τη βοήθεια που ξέρω πρόσφερε ποικιλότροπα ώστε να βγει αυτό το βιβλίο, για τα υπέροχα κείμενα εκτός εμπορίου που μας εφοδιάζει και που κάποτε ελπίζω να συγκεντρωθούν κάπου. Και για κάτι άλλο που μου χάρισε. 
Y. Γ. Ο Ελευθερίου κάποτε με πήρε μετά από ένα χρόνο αργά το βράδυ (του είχα αφήσει το χειρόγραφό μου να το διαβάσει και να μου κάνει επισημάνσεις –τον ενδιέφερε πολύ–) και αναφώνησε μια φράση: Το διάβασα ΟΛΟ! Λίγες μέρες μετά στο σπίτι του μού έδειχνε κάποιες σημειώσεις που είχε κάνει σε ορισμένα σημεία και μου έδωσε άλλο ένα μάθημα χωρίς να το θέλει. Εδώ προσπαθείς να κάνεις αγιογραφία, δεν ήταν έτσι, πρέπει να στέκεσαι και στις αδύναμες στιγμές, δεν ήταν όλα τόσο ιδανικά. Υπήρξαν πολλές αδυναμίες όπως σε όλους μας. Δεν κατάφερα, ομολογώ, να εφαρμόσω απόλυτα ΑΥΤΗ την επισήμανσή του. Αλλά την έλαβα υπόψη. Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί ΑΝ έχει μια μικρή αχίλλειο πτέρνα το βιβλίο της αγαπητής Μαρίας είναι το ότι η μεγάλη της αγάπη για τον Ελευθερίου ‘σκιάζει’ κάποτε τις αδυναμίες. Αλλά την καταλαβαίνω απόλυτα. Και δε θα ήθελα να άλλαζε λέξη.


Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου 
Αθήνα, Ιανός, 12 Μαρτίου 2026.
Ανοιχτή Επιστολή στον Μάνο Ελευθερίου 
Κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια… Θεοφάνους Ομολογητού, Γρηγορίου Διαλόγου, Συμεών του Νέου Θεολόγου και Συμεών του Ευλαβούς η μνήμη σήμερον. Εσύ τους γνώριζες καλύτερα από εμένα. Κι ας είμαι θεολόγος. Εσύ Μάνο πηγαινοερχόσουν στων αγγέλων τα τάγματα, γιατί πιο γήινος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Στην Άβυσσο κατέβαινες, να συναντάς στον Άδη τις αλύτρωτες ψυχές. Γιατί πιο ουράνιος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Βλέπεις, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως για ν’ αγγίξεις τον ουρανό, οφείλεις πρώτα να γευτείς τη γη. 
Γεννήθηκες στις 12 του Μάρτη για να μην πεθάνεις ποτέ. Ογδόντα οχτώ χρόνια πριν, στην αγαπημένη τη Σύρο των ανέμων και των νεοκλασικών, του θεάτρου και των προσφύγων της Ανατολής, των αρχοντικών και των καπηλειών. Είδες τις γειτονιές ν’ ανάβουν τις φωτιές, τα πρόσωπα να πορφυρίζουν απ’ της γιορτής την έκσταση, έζησες της στέρησης την αδικία, τη βία της φτώχιας, μα και την ευλογία, χτύπησες πόρτες σφαλιστές κι άλλες τις άνοιξες διάπλατα, μπήκες ενήλικος με δέος σε σπίτια μυθικά, για να θυμηθείς την ηλικία την παιδική της ανάμνησης που μύριζε ανθισμένες λεμονιές και χρυσάνθεμα. 
Όταν έγραφα το βιβλίο μου για σένα δεν ήμουν μόνη. Η αύρα σου μύρωνε τον αέρα. Εκείνες τις ατελείωτες νύχτες της αγρύπνιας σαν να σε άκουγα: «Βρε κορίτσι, μην ασχολείσαι μαζί μου. Πήγαινε να πιεις κάνα ποτό με την παρέα σου. Οι φίλοι μας είναι η αληθινή περιουσία μας». Ήξερες καλά από φίλους. Χάρηκες την κοινωνία των προσώπων τους. Μοιράστηκες μαζί τους την αγωνία σου. Απόψε, Μάνο, ήλθαν οι φίλοι σου. Δεν με γνωρίζουν. Γνωρίζουν, όμως, εσένα. Κι αυτό αρκεί. Τώρα πια είναι και δικοί μου φίλοι. 


Και συναντήθηκα και πάλι με τα τραγούδια σου που είναι ανάσες του Θεού στον λυγμό του ανθρώπου. Οξυγόνο μέσα στην ασφυξία του. Αντίσταση του έρωτα σε ό,τι ανέραστο. Μάχη της μνήμης με τη λήθη. Φως εκ Φωτός. Γέννησες και μας χάρισες ένα σύμπαν. Κι ας εύρισκαν τα λόγια σου πολλές φορές «ώτα μη ακουόντων». Έκανες τον τόπο, ουτοπία. Γιατί στο σύμπαν το δικό σου κανείς δεν μένει ασκεπής. Οι ανέστιοι αποκτούν εστία, οι απόκληροι βρίσκουν μια μεγάλη αγκαλιά και όσοι δεν αγαπήθηκαν, βιώνουν την αγάπη που ποτέ δεν έζησαν. Κάθε κακό παύει, κάθε αδικία αποκαθίσταται. Οι ηττημένοι νικούν. Όλοι και όλα καθαγιάζονται. Μάνο χρονοποιέ, της μνήμης τρυγητή και των ψυχών μας υπερασπιστή, της συνείδησής μας φωνή και των στιγμών μας μεθυστή. 
Μάνο θαυματοποιέ, τώρα σ’ έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Όσο η βαρβαρότητα θα παρελαύνει με θρασύτητα στις λεωφόρους του κόσμου, τα μαλαματένια σου λόγια θα γίνονται ξόρκι στο κακό και φως ανέσπερο που θα διαλύει κάθε σκοτάδι που απειλεί να μας πνίξει από παντού. Είτε ως Άμλετ της Σελήνης, είτε Ντυμένος Άμλετ στη βροχή, είτε ως πατέρας του Άμλετ, θ’ αποκαλύπτεις τα προσωπεία μας, θα κουβαλάς το βάρος όλου του κόσμου και θα υπερασπίζεσαι το αίμα των αθώων που λέρωσε τον ουρανό. Αλλά το αύριο πώς θα ’ρθει ποιητή μέσα στο αίμα; 


Κοίτα Μάνο, η Άνοιξη είναι παρούσα. Η Ανάσταση ήλθε στη σταυρωμένη Καισαριανή. Είδαμε τα πρόσωπά τους. Εκείνα που εσύ έκανες αθάνατα. Γίναμε μάρτυρες της ένδοξης τραγωδίας. Πόσο ανυπότακτοι πορεύονται προς τον θάνατο, σαν σε γιορτή. Θα έγραφες και πάλι για εκείνους. Θα έγραφες και για τους άλλους που βρισκόταν πέρα από τον φράχτη και ύψωναν το δάχτυλο δίχως πρόσωπο. Θα έγραφες για όλους εκείνους που προσκυνούν τα ιερά και τα όσια της ζωής. Στο δικό σου αγιολόγιο όλοι αναπνέουν και οι πόρτες του Παραδείσου ορθάνοιχτες. Όλα τα χωρά η Ποίησή σου.
Μυροφόρα απόψε η νυχτιά. Το έαρ το γλυκύτατο κυρίαρχο παντού. Σαν τελετάρχης θα φορέσεις αργά τα ρούχα σου και θα τοποθετήσεις το δικό σου λιθαράκι σε ό,τι γκρεμίζουν οι βομβαρδισμοί και η αθλιότητα, θ’ ανάψεις ένα κεράκι να φωτίσεις την άβυσσο και να συντροφεύσεις κάθε άνθρωπο που διψά για λίγο ουρανό. Με την Ποίηση σου να κυοφορεί για πάντα την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο, την άνοιξη της ύπαρξης που θριαμβεύει ως νικηφόρα αγάπη που όλα τα μπορεί. Ένας κόσμος που δεν πεθαίνει ποτέ, γιατί η ομορφιά νικά πάντοτε. 
Μάνο δεν σε συνάντησα ποτέ από κοντά. Δεν ήπιαμε μαζί έναν καφέ. Δεν ακούμπησε το πρόσωπό μου το διαπεραστικό σου βλέμμα, ούτε το αινιγματικό σου μειδίαμα γέννησε μέσα μου την αμφιβολία: άραγε τώρα αστειεύεται ή μιλά σοβαρά; Τι σημασία έχει στ’ αλήθεια; Κάθε μέρα, κάθε στιγμή σ’ αισθάνομαι, σε νιώθω κοντά μου. Ακούω τα τραγούδια σου. Διαβάζω τον λόγο της αλήθειας σου. Μιλώ για σένα στους μαθητές μου. Το ξέρω. Εμπόδιο κανένα δεν υπάρχει μπροστά στη θέληση του ανθρώπου. Χώρος δεν υπάρχει στη Χώρα του Αχωρήτου. Χρόνος δεν υπάρχει μπροστά στην αιωνιότητα. Θάνατος δεν υπάρχει μπροστά στην αγάπη. Υπάρχεις εσύ. Το ξέρω πως μ’ ακούς. 
Στον Άδη τώρα σεργιανώντας, προσδοκάς Ανάσταση νεκρών. Τα χέρια σου μυρίζουν μοσκοκάρφι. Σκέπασε τους άστεγους και της πολιτείας τα αδέσποτα, με τα χερουβικά φτερά σου. Αρχάγγελε εσύ, απόστησον, φυγάδευσον του Άδου την ισχύ. Στέκεις τώρα νέος, ακέραιος και όμορφος στην άκρη του χρόνου. Στην άπειρη την αγκαλιά του σύμπαντος αναπνέεις. Θα σε ξανάβρω στους μαλαματένιους μπαξέδες του Παραδείσου Μάνο. Και θα ’ναι μια μέρα λουσμένη στο φως. Και δεν θα υπάρχει ούτε λύπη, ούτε πόνος, ούτε στεναγμός, αλλά χαρά ατελεύτητος. 


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

"ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ" ΤΩΝ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ, ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ,  Έργο 31 (1973) είναι ένα κύκλος τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι με θεατρική μορφή, σε κείμενα και στίχους Μάνου Ελευθερίου και του συνθέτη. Για δύο γυναικείες φωνές, δύο ανδρικές, μικρή ορχήστρα, χορευτές και ηθοποιούς. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση του έργου έγινε στο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ στην Πλάκα, στις 13 Δεκεμβρίου του 1973.
Τραγουδούν: Ευτύχιος Χατζηττοφής, Μαρία Κάτηρα, Γιάννης Δημητράς, Φερενίκη Βαλαρή, Εύα Καναβαράκη. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη.
Παραθέτουμε εδώ το τραγούδι "Στα νερά του Ιορδάνη", σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, που τραγουδάει η Μαρία Κάτηρα. 


η κόκκινη γυναίκα
Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό, θα κρεμαστεί.

το πράσινο κορίτσι
Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή

Ήταν στ' όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ-
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ' τον καπνό

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Μαρία Χατζηαποστόλου: Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας


Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας 
Μαρία Χατζηαποστόλου 
Εκδόσεις Μετρονόμος 
Ένα βιβλίο για τον Μάνο Ελευθερίου, τον δημιουργό των πιο εμβληματικών στίχων που ακόμη βρίσκονται στα χείλη όλων και που συντροφεύουν κάθε στιγμή της ζωής μας, στην εργασία, την παρέα, την πορεία, τον έρωτα και τον θάνατο. Τραγούδια αγιασμένα που γεννήθηκαν με πόνο και αγάπη και από ανοιχτή πηγή εκπορεύτηκαν και σμιλεύτηκαν μέσα σε κλίμα ιεράς οργής και αγανάκτησης για την κυρίαρχη κοινωνική αδικία, αποτελώντας δυνάμεις φωτός και αντίστασης. 
Οι σημαντικότεροι σταθμοί της ζωής του, η πολυδιάστατη σκέψη του και η πλούσια εργογραφία του, η στιχουργική μα και λογοτεχνική δημιουργία, οι συναντήσεις με θρυλικές μορφές και η δημιουργική αλληλεπίδραση, η παθιασμένη αγάπη για το θέατρο και η στοργή προς τους λειτουργούς του, οι προδοσίες, οι ήττες, οι νίκες, οι αγώνες, οι φίλοι, τα μαλαματένια λόγια του ποιητή, τα λόγια και τα χρόνια που δεν πήγαν χαμένα... 
Η καθοριστική έννοια του χρόνου στη σκέψη του και η νοητή κάθοδος του ποιητή και των ηρώων του στον Άδη, η δύναμη της Παντοδυναμίας και ο αόρατος κόσμος των αγγέλων που γίνεται ορατός, η ανθρωπολογική διάσταση και ο αγιασμός των πραγμάτων στο σύμπαν του Μάνου Ελευθερίου, η αρρώστια και η γιατρειά, η περί Χριστού σκέψη και φυσικά η αγιότητα και η σχέση της με το περιθώριο στην κοινωνία των ανθρώπων. 


Για τον Μάνο Ελευθερίου που άνοιξε νέους δρόμους για τον Πολιτισμό της Ελλάδας και της οικουμένης, η στιχουργική και κατ’ επέκτασιν η ποίηση αποτελεί πράξη αφύπνισης, συνεχούς επαγρύπνησης και αγωνιστικότητας, καθώς ακόμη και αν όλα φαντάζουν από την αρχή μάταια, εκείνος στέκεται γενναία και περήφανα απέναντι σε ό,τι αποτελεί εμπόδιο και τροχοπέδη για τη ζωή. 
Ένας χαιρετισμός είναι το παρόν βιβλίο προς έναν αληθινό άνθρωπο και για αυτό μεγάλο δημιουργό. Μία βαθιά υπόκλιση στο μεγαλείο της απλότητας αυτού του ανένταχτου αναρχικού, μα όχι άναρχου ανθρώπου, που δεν περιχαρακώθηκε σε στεγανά, δεν επιδίωξε ποτέ τίποτε και παρέμεινε πραγματικά ελεύθερος. 
Ο ποιητής του φαρμακωμένου καιρού, ο πρύτανης των στιχουργών, ο άρχοντας των ταπεινών ανατρέπει κάθε μας βεβαιότητα, είναι ο καθρέφτης του προσώπου μας, αλλά και το ίδιο μας το πρόσωπο, η φωνή της συνείδησής μας, η ελπίδα που δεν χάνεται. Η εσωτερική φωνή που μας καλεί μυσταγωγικά να επαναπροσδιορίσουμε τη μεταφυσική μας σχέση με τον κόσμο, ώστε να ανακαλύψουμε και πάλι τη χαμένη αγιότητα. 

 

Της Μαρίας Χατζηαποστόλου 
IN MEMORIAM 
Φθινόπωρο του 2017 στην Κρήτη συνάντησα τον δάσκαλο Χρυσόστομο Σταμούλη. Με παρότρυνε να μελετήσω και να γράψω για τον ποιητή Μάνο Ελευθερίου. 
Και το ταξίδι ξεκίνησε. Η παρότρυνση αυτή μου άνοιξε νέους δρόμους. Ένα σύμπαν με στίχους, τραγούδια, θέατρο, μυθιστορήματα, διηγήματα, μνήμες και μουσικές. Ένας κόσμος που δεν πεθαίνει ποτέ, γιατί η ομορφιά νικά πάντοτε. 
Και συναντήθηκα και πάλι με τα τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου που είναι ανάσες του Θεού στον λυγμό του ανθρώπου. Οξυγόνο μέσα στην ασφυξία του. Αντίσταση του έρωτα σε ό,τι ανέραστο. Μάχη της μνήμης με τη λήθη. Ο Μάνος Ελευθερίου είναι η φωνή της συνείδησής μας. 
Και ευγνωμονώ τον δάσκαλο που μου χάρισε αυτή την ανάσα αιωνιότητας μέσα στη δίκοπη ζωή: Κρυφά και φανερά σ’ ακολουθούνε / oι συμμορίες κι οι βασανιστές / και ψάχνουν μέρα νύχτα να σε βρούνε, / μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε / γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές / το χώμα που πατούν να προσκυνούνε. 

 

Αντί Προλόγου 
Στον Άδη σεργιανώντας 
Σαν ένα ποτήρι αγιωργίτικο κρασί που σου ζεσταίνει την καρδιά και διαλύει όλο το φαρμάκι του κόσμου. Έτσι αισθάνομαι τον Μάνο Ελευθερίου. Σαν έναν ακούραστο ασκητή που συνεχίζει να προσεύχεται, ακόμη κι όταν όλα φαντάζουν ολότελα χαμένα. Κυρίως τότε. Γιατί μονάχα αυτό του απέμεινε. Η ελπίδα. Και τώρα που τίποτα δεν είναι δεδομένο, ήλθε η ώρα του θαυματοποιού Μάνου, τη στιγμή αυτή της γεθσημάνιας αγωνίας και αβεβαιότητας, να μάς μαγέψει και πάλι με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Ένας άλλος Μάνος που δεν γνωρίζουμε, ζει και αναπνέει εδώ. Ο Μάνος που αγαπούσε να ανάβει κάθε βράδυ το καντήλι του, που αισθανόταν κάθε Μεγάλη Παρασκευή την αύρα του Επιταφίου στο πρόσωπό του, που δεν έπαυε να πιστεύει στο θαύμα, με μια βαθιά ευλάβεια που δεν φαινότανε, για τούτο και καθιστούσε ουσιαστική την πίστη του. Ο Μάνος που είχε την εγκαρδιότητα ενός λιτού –αλλά γεμάτου από αγάπη και φίλους– τραπεζιού. 
«Αν μ’ αγαπάς, όταν φύγω από αυτή τη ζωή, αν μου στήσουν προτομή, θέλω να πηγαίνεις αργά τη νύχτα και να τη μουτζουρώνεις», έλεγες στην αδελφή σου. Δεν θέλησες εσύ την εφήμερη δόξα, γιατί κάτεχες καλά τη δόξα των ανέμων. Δεν θέλησες προτομές και ανδριάντες, οδούς και πλατείες. Τα μάταια μεγαλεία του κόσμου τούτου. Δεν θέλησες να δοθεί το όνομά σου σε σχολείο της ιδιαίτερης πατρίδας σου. Θέλησες να μη μείνει τίποτα από εσένα, παρά μόνο τα τραγούδια σου. Αφήνοντας φαρμακωμένο τον καιρό και τις καρδιές μας, άδειες από τη ζεστασιά του βλέμματός σου. Αφήνοντάς μας, μόνους σ’ έναν κόσμο που λιγοστεύουν οι ποιητές. Γιατί εσύ δεν φοβήθηκες την αποδόμηση. Κάπου εκεί θα είμαι κι εγώ Μάνο, στη σκοτεινιά του κήπου, να μουτζουρώνω την προτομή σου, με μαύρο σπρέι –όπως ήθελες και να χλευάζω και εγώ με τη σειρά μου, τη βεβαιότητα και τον ναρκισσισμό. Γιατί δεν χρειαζόμαστε προτομή για να σε θυμόμαστε. Μάς αρκεί να σιγοψιθυρίζουμε τους στίχους σου και να ερωτευόμαστε με αυτούς. Με τα μαλαματένια λόγια, τα πρώτα λόγια, τα λόγια της αγάπης, αλλά και τα παραπονεμένα λόγια, στα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά που είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά. 
Θερμές ευχαριστίες οφείλω στον Υπεύθυνο των Εκδόσεων Μετρονόμος, κ. Θανάση Συλιβό, ο οποίος από την πρώτη στιγμή και λόγω της μεγάλης αγάπης του, προς τον Μάνο Ελευθερίου, αποδέχθηκε με χαρά να φιλοξενήσει αρχοντικά τις σκέψεις μου, στον καλό μου φίλο Ευάγγελο Βεργανελάκη για την εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια και εσχάτη ως πρώτη εσομένη, την αδελφή του Μάνου, την αγαπητή μου, Λιλή Ελευθερίου, που αιμοδοτούσε τη σκέψη μου αδιαλείπτως με ανέκδοτα κείμενα του Μάνου και με ατελείωτες ώρες συζήτησης, ζέσταινε την καρδιά μου, μού έδινε θάρρος και θέριευε την αγάπη μου για εκείνον, η οποία ήλθε η ώρα και σαρκώθηκε στη μορφή του παρόντος βιβλίου. Καλό μας ταξίδι, συνταξιδιώτες! 


Η Μαρία Χατζηαποστόλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ζωγραφική και Ιστορία της Τέχνης, ενώ είναι Απόφοιτος και Διδάκτωρ του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση, ενώ είναι συγγραφέας των βιβλίων: Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη (εκδόσεις «Αρμός»), το οποίο απέσπασε το Α΄ Διεθνές Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» από τη «Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη» (Δ.Ε.Φ.Ν.Κ.), Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης «συνάντησε» τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (εκδόσεις «Αρμός»), Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας (εκδόσεις «Μετρονόμος»).

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Μαρία Χατζηαποστόλου: Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη


Μαρία Χατζηαποστόλου 
Όταν ο άρχοντας των ταπεινών συνάντησε το σκοτεινό τρυγόνι: ο Μάνος Ελευθερίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. 
Από τον τόμο των Πρακτικών του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Παπαδιαμάντη: "Η διαχρονία του Παπαδιαμάντη", που διοργάνωσε η Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών. 



Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2024

«Ἔνδοξοι, δαφνοστεφεῖς, καταραμένοι»


Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου 
Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.
«Ὅλοι αὐτοὶ ἁγίασαν. / Λάμπουν σ’ αὐτὲς τὶς μαγικὲς φωτογραφίες. / Λάμπουν ἀκόμη στὰ παλιὰ θεατρικὰ προγράμματα. / Χείλη καὶ δόντια καὶ μαλλιά, καπέλα καὶ κοσμήματα / γένεια, μουστάκια καὶ γραβάτες / μέχρι τὸν Κάτω Κόσμο λάμπουν». 
Μάνος Ελευθερίου, Θεατρικὰ προγράμματα. 
Έξω βρέχει… Οι σταγόνες της βροχής γεννούν σκέψεις στο μυαλό που προκαλούν της σιγουριάς τη βεβαιότητα πως συναντούν τις σκέψεις άλλων ανθρώπων που αγρυπνούν κι εκείνοι. Ρόλοι θρυλικοί, φωνές βαθιές και βλέμματα ζεστασιάς. Και μετά οι αβάσταχτες απώλειες. Μηνάς Χατζησάββας, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Γιάννης Φέρτης και τώρα ο Δάνης Κατρανίδης. Ο εμβληματικός compère στην ταινία: «Το κορίτσι του Καμπαρέ» (1979) που βασίστηκε στο θρυλικό “Cabaret” (1972), μία ιστορία αντίστασης που μας μεταφέρει στο –υπό τη σκιά του ναζιστικού εφιάλτη– Βερολίνο του 1930 δεν μένει πια εδώ. Ο Αιμίλιος το μήλο της παιδικής μας ηλικίας από τη «Φρουτοπία» ταξιδεύει πια στη δική του ουτοπία. Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα / ποῦ μυρίζει ἡ γῆ... 
Για τον Μάνο Ελευθερίου που από νεαρή ηλικία εισήλθε στο θέατρο και παρέμεινε εκεί πιστός μέχρι το τέλος, σαν ακούραστος ασκητής, διοχετεύοντας όλη την αγάπη του και την ενέργεια, η θεατρική διάσταση υπήρξε για εκείνον καταφυγή και θεία δωρεά ελευθερίας. Μέσα στο σύμπαν του Ελευθερίου όλος ο κόσμος μοιάζει με θέατρο, μέσα στο οποίο ο συγγραφέας σεργιανά, εκπληρώνοντας επιτέλους το μεγάλο του όνειρο, να γράψει θεατρικό έργο, σκηνοθετώντας τη ζωή του, διαδραματίζοντας τον δικό του ρόλο και τολμώντας να ζήσει ό,τι μυστικά ονειρεύτηκε και δεν θα ήταν δυνατόν να βιώσει στην αντικειμενική πραγματικότητα: 
Μες στο θέατρο του κόσμου τριγυρνώ / μ’ ένα ρόλο που κι εγώ τον συντηρώ / και μια σχέση εκ των προτέρων που ξοδεύεται. / Στο μυαλό μου ζω εκείνα που ζητώ / κι όσα δίνει η φαντασία στο πιοτό / κι ό,τι μες στον κόσμο αυτόν απαγορεύεται. 
Ολόκληρο το κείμενο στη συνέχεια. 


Σάββατο 12 Αυγούστου 2023

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: Παραμονές Δεκαπενταύγουστου

Ο Μάνος Ελευθερίου εν Άνδρω. Μοναστήρι Αγίας Μαρίνας

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Παραμονές Δεκαπενταύγουστου

Σαν τη λαίδη Μακμπέθ σε υπνοβασία 
πιτσιλισμένη απ’ τον ασβέστη 
στα μαλλιά και το φόρεμα. 

Και τα δωμάτια μοσχοβολούσαν 
παραμονές Δεκαπενταύγουστου. 
Οι φωτιές της ροδιάς. Η αυλή με τη βρύση. 

Τα μυρμήγκια που τρέχουν για να γλιτώσουν. 

Τα σκούπιζες και τα ‘ριχνες στο κηπάκι 
για να σωθούν. 

Ώρα έξι το απόγευμα και μάζευες 
την άγκυρα να ελευθερωθεί το σπίτι. 

Μάζευες τα σκοινιά κι άναβες τις μηχανές 
να φύγει το σπίτι, να σαλπάρει το σπίτι 
και να ταξιδέψει 
στο άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε 
και σ’ εκείνο το θεόνυμφε που υποσχόταν δόξες.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

"ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ, ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ,  Έργο 31 (1973) είναι ένα κύκλος τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι με θεατρική μορφή, σε κείμενα και στίχους Μάνου Ελευθερίου και του συνθέτη. Για δύο γυναικείες φωνές, δύο ανδρικές, μικρή ορχήστρα, χορευτές και ηθοποιούς. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση του έργου έγινε στο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ στην Πλάκα, στις 13 Δεκεμβρίου του 1973.
Τραγουδούν: Ευτύχιος Χατζηττοφής, Μαρία Κάτηρα, Γιάννης Δημητράς, Φερενίκη Βαλαρή, Εύα Καναβαράκη. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη.
Παραθέτουμε εδώ το τραγούδι "Στα νερά του Ιορδάνη", σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, που τραγουδάει η Μαρία Κάτηρα.


η κόκκινη γυναίκα
Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό, θα κρεμαστεί.

το πράσινο κορίτσι
Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή

Ήταν στ' όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ-
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ' τον καπνό

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΤΡΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ «ΑΘΕΟ» ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Η Μητρόπολις Πατρών διοργανώνει στις 27 Νοεμβρίου 2019, για φιλανθρωπικούς σκοπούς, μια συναυλία – αφιέρωμα στον μεγάλο στιχουργό Μάνο Ελευθερίου, με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Μίλτο Πασχαλίδη. 
Ο Μάνος Ελευθερίου, ο οποίος πέθανε στις 22 Ιουλίου 2018, συνειδητά επέλεξε την πολιτική κηδεία και την καύση στην Βουλγαρία. Γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε από τους πολλούς, αβασάνιστα, ως «άθεος». 
Δεν ξέρω αν της …ξέφυγε της Μητροπόλεως Πατρών ή αν το ‘κανε μετ’ επιγνώσεως, πάντως ένα αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου της πολιτικής κηδείας και της καύσης, συνιστά, έτσι κι αλλιώς, υπέρβαση. 
Την ώρα, μάλιστα, που μόλις προχθές οι ιερείς της Μητροπόλεως Θηβών, για παράδειγμα, σε σχετικό ψήφισμα τους δήλωναν απερίφραστα: «Δεν θα κηδεύουμε όσους αποτεφρώνονται. Η Εκκλησία δεν δέχεται για τα μέλη της την αποτέφρωση του σώματος». 
Πολλές ταλιμπανικές ιστοσελίδες, «θρησκευτικού περιεχομένου», επιτίθενται στην Μητρόπολη Πατρών για το αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου. Ας ελπίσουμε ότι η Μητρόπολη θα στηρίξει όπως πρέπει την επιλογή της. 
Εμείς, από την άλλη μεριά, έχουμε διερευνήσει τον «ένθεο» Μάνο Ελευθερίου, τον μάλλον άγνωστο ευρύτερα. Κι αυτόν παρουσιάζουμε στη συνέχεια.


Στις αρχές του 1967 ο Μίκης Θεοδωράκης ετοίμαζε ένα καινούργιο κύκλο τραγουδιών σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, που τα προόριζε για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Η απριλιανή δικτατορία ανέτρεψε τα σχέδια του συνθέτη, που συνελήφθη τον Αύγουστο του 1967. Ένα χρόνο αργότερα, από τη Ζάτουνα, όπου είχε τότε εκτοπιστεί ο Μίκης Θεοδωράκης, ολοκλήρωσε τη σύνθεση των τραγουδιών πάνω στα ποιήματα του Ελευθερίου και τα ονόμασε «Τα λαϊκά». Ηχογραφήθηκαν στο Παρίσι και στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν με την Μεταπολίτευση, το 1974. Ανάμεσα στα τραγούδια και το «Έχει ο Θεός».
Ο Μ. Ελευθερίου στήνει στίχους, με βασικό καμβά την γνωστή λαϊκή φράση «έχει ο Θεός», που – ούτως ή άλλως – δηλώνει ελπίδα, αισιοδοξία, εναπόθεση της δυσκολίας στα χέρια του Θεού.
Πολλά χρόνια μετά, το 2016, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» απαντά στην ερώτηση «έχετε δώσει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα περί πίστης;», ως εξής: «Οχι! Έχω νιώσει όμως την ανάγκη να ζητήσω τη βοήθεια του Θεού. Δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει διαφορετικά, αφού βλέπω το αδιέξοδο. Η αμέσως επόμενη κίνηση, το επόμενο βήμα, είναι να πατήσω σε ένα πιο σίγουρο και όχι ετοιμόρροπο σκαλί. Ο Θεός είναι κάτι πέρα από τα ανθρώπινα, και αυτό το επικαλείται κάποιος. Η επίκληση αυτή σίγουρα προσφέρει βοήθεια, δίνει μια ανάταση στον άνθρωπο!». 


Στην ίδια συνέντευξη ο Μάνος Ελευθερίου λέει πολλά θαυμαστά για την εκκλησιαστική υμνογραφία την οποία μελετούσε από παιδί και τον συγκινούσε πολύ. Αναφέρεται και στα λειτουργικά βιβλία, στην τέχνη της αγιογραφίας, στην ποιητική γλώσσα των ύμνων και σε άλλα θέματα της ορθόδοξης παράδοσης, τα οποία γνώριζε καλά και αναζητούσε πάντοτε το απόθετον κάλλος.
Έτσι εξηγείται και το περίφημο ποίημα «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου». Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ψάλτη της Ορθοδοξίας στον ταπεινό Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι. Μια τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του. Μια εσωτερική συνομιλία κι ένας διάλογος σαν νυκτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Σκιαθίτη Γέροντα.
Στο ποίημα αυτό είναι πάμπολλες οι αναφορές του Μάνου Ελευθερίου στην υμνογραφία, την οποία κάτεχε σε απόλυτο βαθμό ο Παπαδιαμάντης. Ακόμα και λέξεις διάσπαρτες δηλώνουν την μεγάλη γνώση της υμνολογίας της Εκκλησίας από τον Μ. Ελευθερίου. Ένα άκρως ενδεικτικό παράδειγμα: «Ρίζα χρυσοπλοκώτατη εἶναι ἡ ψυχή του τώρα», γράφει ο Μ. Ελευθερίου για τον Παπαδιαμάντη, δανειζόμενος – προφανώς – το δυνατό επίθετο από το εξαποστειλάριο της Παναγίας «Χρυσοπλοκώτατε πύργε».
Δεν είναι υπερβολή αυτό που γράφτηκε: «H ευφρόσυνη κατάθεση του Μ. Ελευθερίου με την «Αγρυπνία» συνιστά προσφορά στα νεοελληνικά γράμματα». 
Η ανάγκη αυτή του Μ. Ελευθερίου να συνομιλήσει μυστικά και ποιητικά με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και μάλιστα με τον τρόπο που το έκανε, αποδεικνύει περίτρανα την θρησκευτική φύση του. Μια θρησκευτικότητα λαϊκή, ήτοι γνήσια κι αφτιασίδωτη.
Αξίζει να σημειωθεί, ακόμη, ότι ο Μάνος Ελευθερίου παραχώρησε και μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο Ραδιόφωνο της Εκκλησίας της Ελλάδος (89,5) και στην εκπομπή «Από τέχνη σε τέχνη» που επιμελείται και παρουσιάζει ο ιερέας – σκηνοθέτης π. Πέτρος Μινώπετρος. Στην εκπομπή αυτή, που μεταδόθηκε στις 23-1-2011, γίνονται, μεταξύ άλλων, εκτενείς αναφορές:
- στο μυθιστόρημα που εμπνεύστηκε ο συγγραφέας από την Ελένη Παπαδάκη, «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές»
- στον θεατρικό μονόλογο «Ο γέρος χορευτής»
- στο μεγάλο, συνθετικό, ομοιοκατάληκτο ποίημα «Ο νοητός λύκος», που καταγράφει την ολιγόλεπτη επίσκεψη του ποιητή στον Άδη ακολουθώντας τον Άγγελό του.
Αλλά ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε και το περίφημο κείμενο «Ποιοι ετοιμάζονται να πάνε στην Κόλαση με τον 21ο αιώνα»! Το κείμενο αυτό αφορμάται από το βιβλίο «Χριστοήθεια των χριστιανών» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Πόσοι, αλήθεια, άνθρωποι του ευρύτερου πνευματικού χώρου έχουν υπ’ όψιν τους αυτό το βιβλίο;
Ο Μάνος Ελευθερίου καταγράφει με χιούμορ τους υποψήφιους «κολασμένους» εγχώριους αοιδούς, αφού σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο, τραγουδιστές και χορευτές τούς περιμένει η «εξ ύψους τιμωρία».
ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ! 

Παραθέτουμε στη συνέχεια:
- Την συνέντευξη του Μ. Ελευθερίου στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια».
- Ολόκληρη την «Αγρυπνία» του για τον Παπαδιαμάντη.

Related Posts with Thumbnails