Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

ΟΙ "ΜΟΝΑΧΟΙ" ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ ΚΑΙ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κόντογλου και Τσαρούχης στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, με καλογερική αμφίεση, πλαισιώνοντας ένα κληρικό και πλαισιωμένοι από λαϊκούς

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Στις αρχές του 1932 το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών προέβη σε επίσημη, έμμισθη πρόσληψη του Φώτη Κόντογλου, για να αναλάβει τη συντήρηση βυζαντινών εικόνων και την κατασκευή αντιγράφων. Σχετικά έγγραφα φυλάσσονται στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου. Όσα έχουν εντοπισθεί πιστοποιούν την σχετική απασχόληση του Κόντογλου στο Μουσείο από το 1930-1932 και πιο αραιά, με ολιγόμηνες προσλήψεις, το 1933 και το 1934. 
Το 1932 ο Κόντογλου, κατά την έμμισθη σχέση εργασίας του στο Μουσείο, φιλοτέχνησε διάφορα αντίγραφα. Δύο από αυτά αντιγράφουν τοιχογραφίες από μοναστήρια των Μετεώρων - το Μαρτύριο του αγίου Μάμαντα από τη Μονή Βαρλαάμ και τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση σε προτομή από τη Μονή της Υπαπαντής - και είναι ζωγραφισμένα στη διάρκεια ταξιδιού που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης μαζί με τον μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη στα Μετέωρα.
Ο Δημήτρης Παυλόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισήμανε ότι ο ίδιος ο Γιάννης Τσαρούχης είχε αντιγράψει έναν Άγιο Γεώργιο στα Μετέωρα, του Φράγκου Κατελάνου, μια νωπογραφία του 1548, στο καθολικό της Μονής Βαρλαάμ. Αυτό το έργο το οικειοποιήθηκε ο Κόντογλου και το υπέγραψε εκείνος. Παραθέτουμε στη συνέχεια σχετικό άρθρο αλλά και βίντεο με συνέντευξη του καθηγητή Δημήτρη Παυλόπουλου, όπου αναφέρεται τόσο στην εικόνα αυτή όσο και στη γενικότερη σχέση Τσαρούχη και Κόντογλου. 
Δημοσιεύουμε εδώ δύο φωτογραφίες από εκείνο το ταξίδι στα Μετέωρα, το 1932. Κόντογλου και Τσαρούχης φωτογραφίζονται με ράσα – κάτι σαν δόκιμοι μοναχοί, θα λέγαμε - και κρατώντας τα αντίγραφα που φιλοτέχνησαν.
Όμως, παραθέτουμε και μία φωτογραφία του Φώτη Κόντογλου με τον Νίκο Εγγονόπουλο, που είναι επίσης ρασοφορούντες και μάλιστα ως μοναχοί. 

Κόντογλου και Εγγονόπουλος 

Φαίνεται ότι ο μοναχισμός εκείνης της δεκαετίας (1930-1940) ασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία στους μεγάλους ζωγράφους που ανακάλυπταν την βυζαντινή τέχνη και την ελληνικότητα. 
Ο Εγγονόπουλος, σε διάλεξή του που έδωσε με ευκαιρία την αναδρομική του έκθεση στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο (1963), διακήρυσσε ότι: «Η βυζαντινή τέχνη είναι η πιο κοντινή σε μάς μορφή της ελληνικής τέχνης. Είναι καθήκον, ιδιαίτερα για κάθε Έλληνα καλλιτέχνη, να υπακούσει στα κελεύσματά της και να πειθαρχήσει στις υποδείξεις της. Καθήκον, αλλά και μεγάλη βοήθεια». Κι ακόμα, θυμάται: «Τη βυζαντινή τέχνη σπούδασα κοντά σε δυο άξιους διδασκάλους, τον μεγάλο επιστήμονα, τον καθηγητή Ανδρέα Ξυγγόπουλο, τον υπερεξαίρετο γνώστη της βυζαντινής ζωγραφικής, και τον πασίγνωστο Φώτη Κόντογλου, τον ζωγράφο και τον συγγραφέα με τη γενναία ψυχή». Θα προσθέσει όμως αργότερα (1975) κάποιες εξηγήσεις για την προσέγγισή του στη βυζαντινή ζωγραφική: «Σκέφθηκα παράλληλα να σπουδάσω και βυζαντινή ζωγραφική. Όχι πως θεωρώ ότι είναι ποτέ δυνατό να ξαναζήση μια παρωχημένη τεχνοτροπία. Αλλά πιστεύω ότι είναι απαραίτητο στον σημερινό Έλληνα καλλιτέχνη να είναι ενήμερος όλων των παραδόσεων της Φυλής». 

Ο Γιάννης Τσαρούχης αριστερά και ο Φώτης Κόντογλου δεξιά σαν καλογεράκια, στα Μετέωρα το 1932
(φωτ. Περικλής Παπαχατζηδάκης). Ανάμεσά τους, στο κάτω μέρος, διακρίνεται εικόνα, αντίγραφο του Τσαρούχη, σε ιδιωτική συλλογή.

Γιάννης Τσαρούχης: Άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης, από τα Μετέωρα
(1931) - Ακουαρέλλα σε χαρτί, 34 x 23,8 εκ. 

Φώτης Κόντογλου, Τα Μετέωρα, 1923. Από περιοδικό Αθηναίος,
Ελληνοαμερικανικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθηνών, σελ. 35.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Κ. Παρθένης, Η Ανάστασις (1917) - Εθνική Πινακοθήκη

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στον 20ο αιώνα πολύ λίγο απασχόλησε, κατά πως φαίνεται, τους νεοέλληνες ζωγράφους, η Ανάσταση του Χριστού. Δεν είναι πράγματι συνηθισμένο θέμα, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη ελληνική γιορτή, που συνδέθηκε μάλιστα και με την Ανάσταση του Γένους. Ζωγραφικούς πίνακες με την Ανάσταση δεν έχουμε, με εξαίρεση το γνωστό έργο του Παρθένη. Έτσι οι άλλες τρεις παραστάσεις της Ανάστασης, που θα παρουσιάσουμε εδώ, έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό είδος της τέχνης της αγιογραφίας που αφορά κυρίως στο ναό.

Θεόφιλος 
Η Ανάσταση του Χριστού, Εκκλησία Μακρυνίτσας

Γύρω στα 1907 έχουμε μαρτυρίες πολλές ότι ο ζωγράφος Θεόφιλος κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα μέρη της Παλαιάς Ελλάδας και συγκεκριμένα στο Βόλο και στο Πήλιο. Εκεί ο Θεόφιλος, έδειξε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας και μερικοί θεωρούν την εξαιρετικά δημιουργική αυτή δραστηριότητά του ως την πιο χαρακτηριστική της τέχνης του, όπως μαρτυρούν τα καφενεία και τα σπίτια της Ανακασιάς και του Άνω Βόλου. Στην εκκλησία της Μακρυνίτσας ο Θεόφιλος φαίνεται να θυμάται τον παππού του τον αγιογράφο, αφού ζωγραφίζει αγίους και εικονογραφικές παραστάσεις ολότελα αντιπροσωπευτικές της υψηλής λαϊκής τέχνης της Τουρκοκρατίας. Η ανάστασις του Χριστού (0,68x0,46) είναι σύνθεση με έντονη διακοσμητική διάθεση και μια κάποια δόση απλοϊκότητας πρωτόγονης. Το εικονογραφικό πρότυπο δεν έχει σχέση με το Βυζαντινό, αλλά μάλλον με το αντίστοιχο δυτικό. Ο Χριστός απεικονίζεται μετέωρος πάνω από τον Τάφο, καθώς ανεβαίνει θριαμβευτικά στους ουρανούς περιβαλλόμενος από απαστράπτουσα φωτεινή δόξα. Κρατά σημαία με τον σταυρό (λάβαρο) και το σουδάριό του σκεπάζει ένα μέρος του σώματός του, ενώ το υπόλοιπο ανεμίζει ανάμεσα στα σύννεφα και τη δόξα. Ο άγγελος που κάθεται πάνω στο μνημείο δείχνει τον κενό τάφο, ενώ οι τρεις στρατιώτες, που αποτελούν την φρουρά, ζωγραφίζονται σε διαφορετικές στάσεις. Ο ένας κοιμάται, ο άλλος φαίνεται θαμπωμένος από το θαύμα και το φως, ο τρίτος παρακολουθεί με έκπληξη τα γενόμενα. Δύο από τις μυροφόρες στέκουν, στα δεξιά της εικόνας, κρατώντας μυροδοχεία αφού σκοπός τους ήταν να αλείψουν με μύρο τον νεκρό Ιησού. Η σύνθεση περιλαμβάνει και κτήρια που προφανώς παριστάνουν την πόλη της Ιερουσαλήμ. Οι ζωγραφικοί νόμοι που γνωρίζει ο Θεόφιλος αδιαφορούν για την προοπτική κι αυτή η δυσκολία προσαρμογής του στη διάσταση του βάθους, κάνουν την Ανάσταση κατ' εξοχήν "ανατολική" αν και το πρότυπο έχει δυτική καταγωγή. Άλλωστε η δυτική εικονογραφικά και τεχνοτροπικά - απεικόνιση της Αναστάσεως, υπήρξε θέμα ιδιαίτερα αγαπητό για τους Κρήτες ζωγράφους του 17ου αι., αλλά και για τους ζωγράφους της λεγόμενης "Επτανησιακής Σχολής" του 17ου και του 18ου αι.
Η Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), είναι ένα έργο του 1917, και ανήκει στη θρησκευτική "τριλογία" (τα άλλα δύο είναι: Οι τρεις Μάγοι και Ο Θρήνος) που δημιουργήθηκε την ίδια χρονιά. H Ανάσταση του Παρθένη (ελαιογραφία σε μουσαμά 114x130 εκ. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου 6505) είναι αποκαλυπτική της μοναδικής ικανότητας που είχε ο ζωγράφος να αποδίδει στους πίνακές του το πνευματικό και γενικά το αιθέριο. Η πνευματικότητα καθίσταται ορατή με το χρώμα, τη λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες. Το σώμα του Χριστού -που εικονίζεται λίγο δεξιότερα από το μέσο τυλιγμένος με το σάβανο- είναι εξαιρετικά σχηματοποιημένο, και συνδυάζει θερμά και ψυχρά χρώματα, που ανταποκρίνονται και στα χρώματα των άλλων μορφών και του χώρου (κυπαρίσσια, λόφοι). "Στην περίπτωση των φρουρών ο Παρθένης χρησιμοποιεί το μανιεριστικό τύπο της figura serpentinata, για να δώσει σαφέστερα τη δύσκολη θέση τους. Έτσι, με την καθετότητα του Χριστού τονίζονται η βεβαιότητα και η ασφάλεια, με την κυρτότητα των φρουρών, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια" (Χρ. Χρήστου). Αξιοσημείωτο είναι ότι το πρόσωπο του Χριστού συνδέεται με τη Βυζαντινή παράδοση. Η Ανάσταση του Παρθένη έχει τη σφραγίδα της ιδιοτυπίας του ελληνικού και ειδικότερα του αττικού φωτός. Έτσι το έργο παίρνει ένα δοξαστικό χαρακτήρα, όπως είναι αυτός της Ανάστασης του Χριστού, της νίκης της ζωής πάνω στο θάνατο.

Φώτης Κόντογλου, Η Εις Άδου Κάθοδος
Παρεκκλήσιο οικογενείας  Ζαΐμη, Ρίο Πατρών

Ο Φώτης Κόντογλου (1895-1965) ιστόρησε την Εις Άδου Κάθοδο, τον βυζαντινό εικονογραφικό τύπο της Αναστάσεως, στην Αγία Λουκία, το παρεκκλήσιο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών, το οποίο εξ ολοκλήρου αγιογράφησε τη διετία 1934-35. Το έργο αυτό είναι ο αντίποδας της σύνθεσης του Παρθένη και αποτελεί, όπως όλο το έργο του Κόντογλου, μια ενσυνείδητη στροφή προς το βυζαντινό παρελθόν, προκειμένου να εξαρθεί η σωτηριολογική διάσταση. Ο Χριστός τραβά από τις σαρκοφάγους και ανασταίνει τους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, που εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού, βρίσκονται δηλαδή μεταξύ τους απέναντι. Η σκηνή περιλαμβάνει τον Πρόδρομο Ιωάννη και τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα από τη μια πλευρά και το χορό των Δικαίων από την άλλη. Αυτή η διάταξη αναδεικνύει την ιδιαίτερη συμμετρία της παράστασης. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα πολλά βουνά που ζωγραφίζονται, υψώνονται και φτάνουν ως την κορυφή της τοιχογραφίας. "Η εικόνα, τόσο στη διάταξη του κεντρικού θέματος όσο και στα βουνά, σχηματικά και χρωματικά, έχει ισχυρές αναμνήσεις από την παράσταση που διαμόρφωσε ο κύκλος των ζωγράφων που δούλεψε στη Μονή Φιλανθρωπηνών, στη Μονή Μυρτιάς, στη Μονή Ζάβορδας και στο παρεκκλήσια του Αγίου Νικολάου στη Μονή Λαύρας" (Ν. Ζίας). Έτσι ο Φώτης Κόντογλου επιχειρεί στον 20ο αιώνα μια δυναμική επιστροφή στη Βυζαντινή Τέχνη, με σκοπό την αναβάπτιση της αγιογραφίας στις καθάριες πηγές της ανατολικής ορθόδοξης πνευματικότητας.

Σπ. Βασιλείου, Εις Άδου Κάθοδος 
Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης

Ένα άλλο τυπικό παράδειγμα αγιογράφησης, όπου μέσα στους παραδοσιακούς κανόνες χτυπάει η καρδιά του δημιουργού, είναι η Εις Άδου Κάθοδος, που ζωγράφησε το 1930 ο Σπύρος Βασιλείου στην εκκλησία του πολιούχου της Αθήνας, στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (Κολωνάκι). Κυριαρχούν, στη σύνθεση, τα ρόδινα χρώματα που εναλλάσσονται με τα απαστράπτοντα λευκά, κι έτσι η χρωματική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη σύνθεση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Βασιλείου παριστάνει έναν άγγελο να δένει τον Βεελζεβούλ, ακολουθώντας έτσι την περιγραφή του Διονυσίου του εκ Φουρνά, στην "Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης" δύο αιώνες πριν (περί το 1730). Ιδιαίτερη θέση στη σύνθεση κατέχει το "πλήθος" των Αγγέλων -ασυνήθιστο στοιχείο στην εις Άδου Κάθοδο- που ξεπροβάλλουν πίσω από τους βράχους και πλαισιώνουν τον νικητή Χριστό. Επίσης, ενώ ο Χριστός ανασταίνει τον Αδάμ με το ένα του χέρι, με το άλλο κρατάει τον Σταυρό και δεν σηκώνει την Εύα, η οποία βρίσκεται στα αριστερά -ως προς τον θεατή- δηλ. δεν βρίσκεται μαζί με τον Αδάμ και είναι στη συνήθη στάση της Δέησης, (με καλυμμένα μάλιστα τα χέρια). "Όλος ο Σπύρος Βασιλείου που αγαπήσαμε μετά βρίσκεται σ' αυτή τη σχετικώς νεανική εργασία του" (Μαρία Καραβία).
Ίσως πολλές φορές οι κατηγοριοποιήσεις που προέρχονται από εξειδικεύσεις θεματολογικές του τύπου: "Η Ανάσταση στη Νεοελληνική ζωγραφική" να εγκυμονούν τον κίνδυνο της αποσπασματικότητας ή ακόμα και μιας γενικευμένης θεώρησης. Όμως από τις τέσσερις συνθέσεις που επιλέξαμε αναδεικνύονται τρεις διαφορετικές τάσεις που κατά παράδοξο τρόπο συνυπήρχαν παράλληλα κατά την διάρκεια του μεταπελευθερωτικού μας βίου: Το λαϊκό στοιχείο, η λογιοσύνη στην τέχνη και η επανανακάλυψη του Βυζαντινού κόσμου.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ ΣΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ ΤΟ 1932 - ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ...

Κόντογλου και Τσαρούχης στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, με καλογερική αμφίεση, πλαισιώνοντας ένα κληρικό και πλαισιωμένοι από λαϊκούς

Στις αρχές του 1932 το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών προέβη σε επίσημη, έμμισθη πρόσληψη του Φώτη Κόντογλου, για να αναλάβει τη συντήρηση βυζαντινών εικόνων και την κατασκευή αντιγράφων. Σχετικά έγγραφα φυλάσσονται στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου. Όσα έχουν εντοπισθεί πιστοποιούν την σχετική απασχόληση του Κόντογλου στο Μουσείο από το 1930-1932 και πιο αραιά, με ολιγόμηνες προσλήψεις, το 1933 και το 1934. 
Το 1932 ο Κόντογλου, κατά την έμμισθη σχέση εργασίας του στο Μουσείο, φιλοτέχνησε διάφορα αντίγραφα. Δύο από αυτά αντιγράφουν τοιχογραφίες από μοναστήρια των Μετεώρων - το Μαρτύριο του αγίου Μάμαντα από τη Μονή Βαρλαάμ και τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση σε προτομή από τη Μονή της Υπαπαντής - και είναι ζωγραφισμένα στη διάρκεια ταξιδιού που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης μαζί με τον μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη στα Μετέωρα.
Ο Δημήτρης Παυλόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισήμανε ότι ο ίδιος ο Γιάννης Τσαρούχης είχε αντιγράψει έναν Άγιο Γεώργιο στα Μετέωρα, του Φράγκου Κατελάνου, μια νωπογραφία του 1548, στο καθολικό της Μονής Βαρλαάμ. Αυτό το έργο το οικειοποιήθηκε ο Κόντογλου και το υπέγραψε εκείνος. Παραθέτουμε στη συνέχεια σχετικό άρθρο αλλά και βίντεο με συνέντευξη του καθηγητή Δημήτρη Παυλόπουλου, όπου αναφέρεται τόσο στην εικόνα αυτή όσο και στη γενικότερη σχέση Τσαρούχη και Κόντογλου. 
Δημοσιεύουμε εδώ δύο φωτογραφίες από εκείνο το ταξίδι στα Μετέωρα, το 1932. Κόντογλου και Τσαρούχης φωτογραφίζονται με ράσα – κάτι σαν δόκιμοι μοναχοί, θα λέγαμε - και κρατώντας τα αντίγραφα που φιλοτέχνησαν.
Πρίν ενενήντα χρόνια... 
π.α.α.

Ο Γιάννης Τσαρούχης αριστερά και ο Φώτης Κόντογλου δεξιά σαν καλογεράκια, στα Μετέωρα το 1932
(φωτ. Περικλής Παπαχατζηδάκης). Ανάμεσά τους, στο κάτω μέρος, διακρίνεται εικόνα, αντίγραφο του Τσαρούχη, σε ιδιωτική συλλογή.

Γιάννης Τσαρούχης: Άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης, από τα Μετέωρα
(1931) - Ακουαρέλλα σε χαρτί, 34 x 23,8 εκ. 

Φώτης Κόντογλου, Τα Μετέωρα, 1923. Από περιοδικό Αθηναίος,
Ελληνοαμερικανικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθηνών, σελ. 35.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020

Οι Τουρκοκύπριοι επέστρεψαν έργα Ελληνοκυπρίων και Ελλήνων ζωγράφων


Επιστράφηκαν και έργα Γιάννη Μόραλη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκου Χατζηκυριάκου - Γκίκα, Φώτη Κόντογλου 
Του Αριστείδη Βικέτου 
Σαράντα έξι χρόνια, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι Τουρκοκύπριοι επέστρεψαν 219 έργα τέχνης Ελληνοκυπρίων και Ελλήνων ζωγράφων, που ήταν από την κατεχόμενη Αμμόχωστο και οπτικο-ακουστικό υλικό από το αρχείο του ΡΙΚ, που παρουσιάζει Τουρκοκύπριους καλλιτέχνες και δημοσιογράφους την περίοδο 1955-1963, εγκαινίασαν ο πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακκιντζί. 
Την έκθεση, στην οποία παρουσιάζονται περίπου 60 από τα 219 έργα, εγκαινίασαν στο Λήδρα Πάλας («νεκρή» ζώνη Λευκωσίας) ο πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Μουσταφά Ακιντζί). 
Ο πρόεδρος Αναστασιάδης τόνισε ότι η ανταλλαγή των έργων αυτών, συμβάλλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων και προβάλλει τις κοινωνικο-πολιτισμικές τους ταυτότητες. Η τέχνη και ο πολιτισμός, πρόσθεσε, μπορούν να συμβάλλουν απτά στις προσπάθειες επίτευξης ειρήνης και συμφιλίωσης και αποτελούν μέσο ανάπτυξης εκατέρωθεν πολιτισμικής αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή ή εναλλακτική, τόνισε ο πρόεδρος Αναστασιάδης, από το να φέρουμε την ειρήνη στην πατρίδα μας. Και ο μόνος τρόπος, πρόσθεσε, για να πραγματοποιηθεί αυτό, είναι μέσω της αντιμετώπισης των δικαιολογημένων ευαισθησιών και ανησυχιών της κάθε κοινότητας, με την οικοδόμηση αμοιβαίου σεβασμού και ενώνοντας αυτό που αποτελεί τα κοινά συμφέροντα των Κυπρίων και μόνο των Κυπρίων. Μόνο τότε, τόνισε ο πρόεδρος Αναστασιάδης, θα επιτευχθεί διαρκής ειρήνη και θα υπάρχει βιώσιμο και λειτουργικό ομόσπονδο κράτος, που να διασφαλίζει το κοινό μέλλον σε μια ενωμένη Κύπρο, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ελεύθερο από εξαρτήσεις οποιασδήποτε τρίτης χώρας, με πλήρη σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες όλων των νομίμων πολιτών του. 


Ο Μουσταφά Ακιντζί ανέφερε ότι ο ίδιος θεωρεί πως η έκθεση αυτή αποτελεί «εκδήλωση του σεβασμού Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων για τις πολιτιστικές αξίες της κάθε πλευράς και (αυτό) το βρίσκω υποσχόμενο όσον αφορά το μέλλον». Η προστασία και η διατήρηση των έργων τέχνης, πριν το 1974, Ελληνοκύπριων ζωγράφων κατέστησε δυνατό για μας να τα επιστρέψουμε, κάτι που κατέστησε εφικτή και αυτή την έκθεση, είπε. Κατά τον ίδιο τρόπο, πρόσθεσε ο κ. Ακιντζί, χαιρετίζουμε το γεγονός ότι τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά αρχεία για Τουρκοκύπριους που ανήκουν στην περίοδο πριν το 1963, τα οποία έχουν διατηρηθεί και έχουν δοθεί στην κοινότητά μας από το ΡΙΚ, ως μια κίνηση καλής θέλησης και σεβασμού. «Το παρελθόν μας θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό, αλλά δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε το παρελθόν», σημείωσε. Ωστόσο, πρόσθεσε, «μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη για ένα ειρηνικό μέλλον και να δείξουμε την απαραίτητα θέληση γι αυτό.Το να σεβόμαστε και να προστατεύουμε τα πολιτιστικά σύμβολα και έργα τέχνης ο ένας του άλλου αποτελεί μία από τις κύριες ευθύνες μας για ένα ειρηνικό μέλλον», κατέληξε. 
Η Ειδική Αντιπρόσωπος του ΓΓ του ΟΗΕ και επικεφαλής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ Ελίζαμπεθ Σπέχαρ ανέφερε ότι η έκθεση αποτελεί μια «μοναδική ευκαιρία για να ανακαλυφθούν εκ νέου αυτά τα σπάνια πολιτιστικά κοσμήματα και για να τα φροντίσετε μαζί ως ένα νησί». Πιο σημαντικό, πρόσθεσε, αποτελεί το γεγονός ότι μεταδίδει «ένα ισχυρό μήνυμα για την ανεκτίμητη αξία της ειρήνης». Η κ. Σπέχαρ εξέφρασε επίσης την ετοιμότητα του ΟΗΕ «να συνεχίσει να υποστηρίζει τις πλευρές στην εφαρμογή αξιόλογων πρωτοβουλιών που μπορούν να προωθήσουν περαιτέρω διάλογο, επαφές και συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων, οικοδομώντας έτσι τα απαραίτητα θεμέλια για να επιτευχθεί και να διατηρηθεί μια συνολική διευθέτηση». 
Στα εγκαίνια της έκθεσης στο Λήδρα Πάλας παρευρέθηκαν η Ειδική Αντιπρόσωπος του Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο, Ελίζαμπεθ Σπέχαρ, διπλωμάτες, καλλιτέχνες και συγγενείς των καλλιτεχνών που δεν είναι στη ζωή. 


Η έκθεση φέρνει στο φως εμβληματικά έργα σημαντικών Ελληνοκυπρίων καλλιτεχνών από το 1940 ως το 1970, όπως των Γεώργιου Πολ. Γεωργίου, Γιώργου Σκοτεινού, Στέλιου Βότση, Χριστόφορου Σάββα, Ανδρέα Χαραλαμπίδη, Μιχαήλ Κκάσιαλου, Ιωάννη Κισσονέργη, Νίκου Νικολαΐδη, Ρέας Μπέιλι, Αδαμάντιου Διαμαντή, Τηλέμαχου Κάνθου. Επίσης παρουσιάζονται έργα σημαντικών Ελλαδιτών καλλιτεχνών όπως των Γιάννη Μόραλη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, Φώτη Κόντογλου κ.ά. 
Τα 140 από τα 219 προέρχονται από τη Δημοτική Πινακοθήκη της Αμμοχώστου. Από το σύνολο των έργων μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας είναι τα 44 έργα του Γ. Πολ. Γεωργίου που υπήρχαν στο εργαστήρι του στην οδό Ερμού 136 της Αμμοχώστου, ανάμεσά τους και το έργο «1963. Η συμβολική διαίρεση της Κύπρου». Στον πίνακα εικονίζονται τα 13 σημεία του δοτού συντάγματος και γράφει επίσης «Κάτω η Ζυρίχη». 
Ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας είναι και 25 έργα του Στέλιου Βότση, τα οποία είχαν σταλεί στο Λονδίνο για μια έκθεση, επιστράφηκαν στην Κύπρο λίγο πριν από την εισβολή και παρέμειναν σε κάποια αποθήκη στο λιμάνι της Αμμοχώστου. 
Ιδιαίτερα συγκινημένοι ήταν οι καλλιτέχνες που παρευρέθηκαν στα εγκαίνια της έκθεσης, έργα των οποίων περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, αλλά και οι συγγενείς των δημιουργών που δεν είναι πια στη ζωή. Ανάμεσά τους ο Μάρκος Διαμαντής, εγγονός του Αδαμάντιου Διαμαντή, ο οποίος ζει στην Αυστραλία και αυτές τις μέρες έτυχε να είναι στην Κύπρο. 
«Τα έργα των Ελληνοκυπρίων διασώθηκαν χάρη στην ευαισθησία των Τουρκοκυπρίων που τα συγκέντρωσαν και τα φύλαξαν από το 1974», ανέφερε η Αντρούλλα Βασιλείου, συμπρόεδρος της Δικοινοτικής Επιτροπής για τον Πολιτισμό, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιστροφή των έργων. Όπως τονίζει, «η παράδοση των έργων, στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, αλλά και η ανταλλαγή με το αρχειακό υλικό του ΡΙΚ, είναι μια πράξη που θα βοηθήσει στη φιλία και την αδερφοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων». Ο Γιάννης Τουμαζής, που είχε την ευθύνη για την έρευνα, τη συντήρηση και την ταυτοποίηση των έργων, χαρακτήρισε αριστουργήματα τα έργα και τόνισε πως αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουμε την κυπριακή τέχνη των δεκαετιών του ’50, ’60 και ’70. 
Τα έργα θα παραδοθούν στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες και θα εκτεθούν στην Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης για το ευρύ κοινό. Ειδική Επιτροπή που συστάθηκε από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες θα αναλάβει την παράδοση των έργων στους νόμιμους δικαιούχους, σε συνεργασία με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Από το σύνολο των 219 έργων ταυτοποιήθηκε το 95%. 
ΦΩΤΟ: Στ. Ιωαννίδης (ΓΤΠ)

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Η ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (Κείμενο και ηχητικό ντοκουμέντο)


ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΔΗΡΑΣ
Η τέχνη της βυζαντινής αγιογραφίας έχει να επιδείξει ανά τους αιώνες μοναδικής καλλιτεχνίας και υψηλής θεολογικής προσεγγίσεως αριστουργήματα στα οποία απεικονίζεται το μεμαρτυρημένο γεγονός της Θείας Επιφανείας, των Θεοφανείων ή Φώτων, κατά την βάπτιση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού υπό Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού εν τω Ιορδάνη Ποταμώ. 
Οι ίδιες οι αγιογραφημένες παραστάσεις της βαπτίσεως του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού υπομνηματίζουν θεολογικά το γεγονός με έναν μοναδικά αριστοτεχνικό, σαφή και εύληπτο τρόπο, επειδή ακριβώς οι ορθόδοξες αγιογραφίες ως υψηλή έκφραση της βυζαντινής τέχνης και ορατή-απτή απεικόνιση της ορθοδόξου θεολογίας, αποτελούν το «σχολείο του λαού». 
Ο πολύς ορθόδοξος Αγιογράφος, αοίδιμος Φώτιος Κόντογλου, στο περισπούδαστο και μνημειώδες πόνημά του, υπό τον τίτλο: «Έκφρασις Ορθοδόξου Εικονογραφίας. Α΄ Κείμενον», αναφέρεται στην καθιερωμένη και παραδεδομένη, μέσα από την μακραίωνα αγιογραφική βυζαντινή παράδοση, γνήσια τεχνοτροπία και ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία της κλασικής εικονογραφημένης παραστάσεως της Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού.
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη συνέχεια 


Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ Radikal ΓΙΑ ΤΟ ΑΪΒΑΛΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ


«Μια  εικονογράφηση της μελαγχολίας» 
Του Bağış Erten 
Εξαιρετικό άρθρο του Bağış Erten για τις Κυδωνίες (Ayvali), την πατρίδα των Φώτη Κόντογλου και Ηλία Βενέζη, δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα Radikal (15/1/2016). Το άρθρο μετέφρασε στα ελληνικά ο Αντώνης - Φοίβος Νομικός για τις εκδόσεις Istos
(ΣΗΜ: Στην πρώτη φωτογραφία η προκυμαία με τα παλιά ελληνικά καφενεία, στην δεύτερη και τρίτη η εκκλησία των Ταξιαρχών, που συντηρήθηκε, και στην τέταρτη η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που έχει μετατραπεί σε τέμενος)
«Το Αϊβαλί είναι ένα graphic novel του σήμερα, όχι του χθες. Ένας απ' τους σύγχρονους καθρέφτες των ιστορικών δεινών που, στα χώματα που ζούμε, επαναλαμβάνονται συνέχεια με κάποιον τρόπο, σαν να κόλλησε η βελόνα. Υπήρχε μια σειρά που λεγόταν Boomtown, δε θα τη θυμούνται πολλοί (εκτός από τον Elçin Yahşi). Άρχισε το 2002 και σταμάτησε να προβάλλεται το 2003 χωρίς καλά καλά να ολοκληρωθεί η δεύτερη σεζόν. Φημολογείται ότι ήταν πολύ σοφιστικέ για τους Αμερικάνους, δεν καταλάβαιναν. Όμως για κάποιους αποτελεί ένα απ' τα πολύτιμα δείγματα του είδους της. Κι αυτό διότι –όπως το Rashomon του Κουροσάβα– έβλεπε κάθε περιστατικό όχι μόνο απ' τη σκοπιά των «καλών» αλλά ξεχωριστά από κάθε πλευρά. Ας πούμε πρώτα απ' την πλευρά του αστυνομικού, έπειτα του δολοφόνου κι ύστερα των τρίτων, των θυμάτων του συμβάντος. Πώς είναι στις αμερικάνικες σειρές εκείνες οι τυπικές στιγμές στις περίφημες τελευταίες σκηνές που όλα σπάνε και διαλύονται; Ε, πριν φτάσετε στη σκηνή αυτή, κατανοήστε τα πάντα καλά, δείτε το σφαιρικά κι ανάλογα διαλέξτε πλευρά λέει. 
Ένα απ' τα σοβαρά προβλήματα ορισμένων λογοτεχνικών ιστορικών αφηγήσεων είναι το εξής. Βλέπουμε τα πάντα απ' τη σκοπιά του αφηγητή. Διαμορφώνει τον κόσμο μας η ματιά του, το μέρος που στάθηκε. Με το πάθος της αφήγησης παίρνουμε θέση πάντα στο πλευρό του. Αυτό «κρατάμε». Όμως πάντοτε υπάρχει κι η άλλη πλευρά της ιστορίας. Το αντικείμενο αυτού του άρθρου, το «Αϊβαλί», κάνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή αυτό που έκανε το Boomtown και το Rashomon. Πιάνει κι αφηγείται με μια νέα γλώσσα και σχέδια τις πολλαπλές οπτικές γωνίες μαζί με τις αντίθετές τους όπως φαίνονται στον καθρέφτη, χωρίς να παραλείπει και την ‘ηχώ’ που ακολουθεί το γεγονός. Κατά βάση, είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα που μπαίνει σε δύσκολο θέμα χωρίς να χάνεται στις σκοτεινιές του, σέβεται τα κλισέ χωρίς να πέφτει στην παγίδα του κοινότοπου, αγγίζει προσεχτικά κάθε λεπτομέρεια για να είναι δίκαιο, βλέπει κι απ' τη μια κι απ' την άλλη όχθη· είναι πνευματώδες και μελαγχολικό, ρεαλιστικό και σουρρεαλιστικό. Το θέμα του, η Ανταλλαγή και ο πόνος, τα ντέρτια, οι δυσκολίες της εποχής εκείνης. 


Ο Bruce Clark, ένας απ' τους πιο αρμόδιους στον τομέα αυτό και του οποίου το βιβλίο («Δυο φορές ξένος») έχει το ίδιο θέμα, στην εισαγωγή χρησιμοποιεί μια καταπληκτική περιγραφή για το «Αϊβαλί»: αυτό το βιβλίο [για τον αναγνώστη] είναι «σαν να περνά στην άλλη πλευρά ενός γιγαντιαίου καθρέφτη». Μόνο που σ' αυτή την περίπτωση απέναντί μας δεν υπάρχει η Χώρα των Θαυμάτων, αλλά αντίθετα, πόνος, οργή, κατεστραμμένοι πολιτισμοί και άνθρωποι. 
Το «Αϊβαλί» αρμολογήθηκε πάνω σε μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Βασίζεται σε τέσσερα βιβλία που γράφτηκαν για την Ανταλλαγή. Βέβαια δεν είναι μια ακριβής μεταφορά τους, ούτε και σχόλιο, αλλά μια επιλογή που διασφαλίζει τη ροή ενός graphic novel. Χάρη σ' αυτή τη συναρμολόγηση μπορείτε να περιηγηθείτε ανάμεσα στους καθρέφτες. Διότι το βιβλίο χαστουκίζει τη συνείδησή σας μια από τη μια και μια απ' την άλλη. Ας καταφύγουμε και πάλι στα λόγια του Bruce Clark. Μπορεί κανείς να αφηγηθεί μια τέτοια ιστορία και σ' ένα πεζογράφημα. Αλλά όπως είπε ο Bruce Clark, «τα σκίτσα είναι συχνά ο ιδανικός τρόπος να απεικονίζονται η περιπλοκότητα και το παράδοξο». 
Ο σκιτσογράφος/αφηγητής του βιβλίου Soloúp, πριν ξεκινήσει τη συγγραφική απόπειρα δε διάβασε μόνο ως θραύσματα τα παρακάτω βιβλία που αναπαράστησε: Το «Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου, το «Νούμερο 31328» και το «Μικρασία, χαίρε» του Ηλία Βενέζη και της αδερφής του Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη [ΣτΜ στο «Μικρασία, χαίρε» συμπεριλαμβάνεται αυτούσια η καταγραφή της τελευταίας χωρίς να είναι η ίδια συγγραφέας του βιβλίου] και «Τα παιδιά του πολέμου», του Αχμέτ Γιορουλμάζ. Εκτός απ' αυτά, καταβρόχθισε ενδεχομένως και ό,τι μπορούσε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον ίδιο. Κατανόησε ότι απέναντί του είχε έναν πόνο που δεν θα κατάφερνε να περιορίσει σε μια διάσταση. Γι' αυτό και βυθίστηκε τόσο πολύ στη βιβλιογραφία της Ανταλλαγής: τα διηγείται κι αυτά στο τέλος του βιβλίου αντί βιβλιογραφίας. Σαν να μην έφτανε αυτό, εξιστορεί και τις ιστορίες καθενός από τους ήρωες με λεπτομέρειες. Νομίζω πως εξαιτίας αυτών πήρε την απόφαση: αφού ο πόνος είναι πολυδιάστατος, και το βιβλίο έπρεπε να γίνει έτσι. Γι' αυτό το «Αϊβαλί» ως αφήγηση τεσσάρων συγγραφέων και σπαραχτική ιστορία τριών γενεών, ταιριάζει γάντι στη γραμμή Μυτιλήνη-Αϊβαλί. 


Θα καταλάβετε καλύτερα μόλις φτάσετε στο τέλος του βιβλίου τη σημασία της περιγραφής του Αϊβαλιού που γίνεται στην εισαγωγή δια στόματος Φώτη Κόντογλου. Όσο επικρατεί η γλώσσα της ειρήνης, η ‘μονότονη’ ομορφιά της ομόνοιας κι η έλλειψη δράσης σας ναρκώνουν. Αναρωτιέστε, τι θα γίνει μετά; Ε, μετά ξεκινάει μεμιάς η ‘απεικόνιση της μελαγχολίας’ και αποσβολώνεστε. Ο πόλεμος, όπως πάντα, μιλάει ουρλιάζοντας. Βιασμοί, θάνατοι, καταστροφές, εμπρησμοί, διαγούμισμα, πλιάτσικο. Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Στα πρώτα κεφάλαια υπάρχουν κομμάτια που θα εξοργίσουν όποιον έχει στις φλέβες του λίγο εθνικισμό. Αλλά έπειτα, όταν επαναληφθεί η ιστορία απ' την άλλη πλευρά του καθρέφτη, όταν, καθώς λέμε στις μέρες μας, στο παράλληλο σύμπαν γίνουν τα ίδια, θα ντραπεί που ένιωσε έτσι. Τι ωραία που το λέει στο νεαρό Χασάν ο κυρ-Βλαδίμηρος! "Εκείνος που καταπιέζεται μόνιμα, είτε Έλληνας είτε Τούρκος, είναι ο λαός, αγόρι μου". 
Είναι φανερή και η αρχή και το τέλος του βιβλίου. Η επονομαζόμενη νέα τάξη πραγμάτων που δημιουργούν οι συνθήκες στο τέλος των πολέμων, χτίζεται πάντα πάνω στον ανθρώπινο πόνο. Ο Σμυρνιός νομικός και διπλωμάτης Στυλιανός Σεφεριάδης, πατέρας του Γιώργου Σεφέρη, ορίζει την Ανταλλαγή με μια έξοχη παρομοίωση, ως μια διεθνή διπλωματική παραδοχή  "που πλέον δικαιολογεί οι άνθρωποι να μπορούν να αγοράζονται σαν βόδια, να σκορπίζονται δεξιά κι αριστερά, να θυσιάζονται και να ανταλλάσσονται". Δεν μπορεί κανείς να μην αναστενάξει. Τι παράδοξο να πέφτεις τόσο χαμηλά, ενώ έχεις χτίσει ένα απ' τα καλύτερα παραδείγματα συνύπαρξης, τι παράδοξο να θεωρείς για χρόνια εχθρό, αυτόν που σου μοιάζει περισσότερο απ' όλους! Ας μιλήσουμε και πάλι με τη γλώσσα του βιβλίου: "Ενώ θανα 'πρεπε, αν στ' αλήθεια αγαπάς την πατρίδα σου, να νιώθεις και την αγάπη των αλλονών για τη δική ντως πατρίδα".


Τα σκίτσα, τα graphic novel έχουν μια ξεχωριστή δύναμη. Με τη διευκολυντική επίδραση της οπτικής αφήγησης σας αγγίζουν βαθιά, δεν τα ξεχνάτε. Αυτό το δείχνουν πολύ καλά τα έργα του σκιτσογράφου Jacques Tardi, που ταρακουνούν τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, υπάρχουν λίγα έργα που να εξηγούν τη φρίκη του πολέμου τόσο, όσο το «Ιt Was the War of the Trenches». 'H το «Goražde» του Joe Sacco. Υποθέτω πως ο στόχος του Soloúp δεν ήταν αυτός, αλλά μάλλον αυτό πέτυχε. 
Βασικά, αυτό είναι το βιβλίο μιας λάθος εποχής. Ενώ οι πάγοι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχουν λιώσει, η γραμμή Μυτιλήνη-Αϊβαλί (όπως πολύ εύστοχα περιγράφει το βιβλίο) έχει γίνει μια τουριστική λεωφόρος, ο Έλληνας ‘άλλος’ έχει απομακρυνθεί από την πληγωμένη μας εθνική συνείδηση, το να διαβάζουμε αυτά τα πράγματα μπορεί σε κάποιους να φανεί σα μια ωραία νοσταλγία. Όχι! Ακριβώς δίπλα μας, ενώ η μια άκρη της χώρας βάφεται στο αίμα, ενώ οι άνθρωποι στις κουρδικές περιοχές, στους οποίους προσπαθούμε να φανούμε αλληλέγγυοι με 140 χαρακτήρες, δεν μπορούν να θάψουν τους νεκρούς τους ή να βγουν στο δρόμο, όταν παράλληλα στις ακτές τις Μυτιλήνης δίνουν μάχη με το Χάρο χιλιάδες (αυτή τη φορά) Σύροι πρόσφυγες, δεν μπορείτε να στριμώξετε αυτό το αφήγημα στο κουτάκι της ελληνοτουρκικής νοσταλγίας. 
Το Αϊβαλί είναι ένα graphic novel του σήμερα, όχι του χθες. Ένας απ' τους σύγχρονους καθρέφτες των ιστορικών δεινών που, στα χώματα που ζούμε, επαναλαμβάνονται συνέχεια με κάποιον τρόπο, σαν να κόλλησε η βελόνα».

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΕ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙ ΣΤΗ ΦΘΟΡΑ

Ο Κόντογλου φιλοτεχνεί το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου
του Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου Ομονοίας το 1950

Το Ρωμαίικο και η λύπη του 
Κείμενο - φωτογραφίες του συνθέτη Φίλιππου Τσαλαχούρη
Στα δεκατέσσερά μου χρόνια, ο Γιάννης Τσαρούχης μου είπε στον κήπο του σπιτιού του στο Μαρούσι: 
-«…να διαβάσεις Κόντογλου!». 
Είχε προηγηθεί συζήτηση για τον Καζαντζάκη, ανάμεσα σε εκείνον και ένα άλλο επισκέπτη. 
Με την παιδική μου αφέλεια, αλλά και το θράσος, είπα πως προσπάθησα να διαβάσω το περασμένο καλοκαίρι ένα από τα βιβλία του και δεν τα κατάφερα διότι η γλώσσα με είχε δυσκολέψει... και ο Τσαρούχης σχολίασε: 
-«…ο Καζαντζάκης ήταν συγγραφέας, αλλά η γλώσσα δεν τον υπηρέτησε ποτέ, ο Κόντογλου δεν ήταν συγγραφέας, αλλά η γλώσσα τον υπηρέτησε πιστά». 
Έτσι άρχισα να διαβάζω Κόντογλου και δεν έχω σταματήσει μέχρι σήμερα. Αν και έχω ολοκληρώσει την ανάγνωση των απάντων του, συχνά ανατρέχω σε κάποιο απ’ αυτά, για να ανακαλέσω κάποια συγκίνηση. 
Δεν θα μπορούσα να μην αναζητήσω και το ζωγραφικό του έργο, το αγιογραφικό. Με την περιέργεια, το σεβασμό και πάνω από όλα τη συγκίνηση, επισκέφτηκα όσες εκκλησίες μπορούσα. Ανάμεσα σ’ αυτές, και το μαγευτικό παρεκκλήσιο του Αγίου Κωνσταντίνου, απέναντι από το Εθνικό Θέατρο. Μου φάνηκε, τότε, σαν ένα από τα μαγικότερα σημεία της πολύβουης και παντελώς ξεκομμένης από καθετί πνευματικό, Αθήνας. Εκεί, κάτω από τη σκάλα με τρόπο σοφό, ευαίσθητο, θεοσεβούμενο, μαγικό, ποιητικό και ανθρώπινο, ο Κόντογλου έφτιαξε ένα αριστούργημα. Μάθημα για κάθε αγιογράφο πώς σε έναν τόσο μικρό χώρο, μπορείς να ακολουθήσεις όλους τους κανόνες και τις παραδόσεις, μάθημα για κάθε καλλιτέχνη για τη βασανιστική σχέση δομής και κλίμακας, απάγκιο για κάθε απλό επισκέπτη που νιώθει γαλήνη, χωρίς να έχει την υποχρέωση να εξηγήσει.


Πρέπει η τελευταία μου επίσκεψη να ήταν κατά τις δοκιμές ενός έργου μου στο Εθνικό Θέατρο, πριν δώδεκα χρόνια. 
Λίγες ημέρες πριν, βρέθηκα εκεί κοντά και ένιωσα την ανάγκη να ανάψω ένα κερί και να επιστρέψω φευγαλέα στα παιδικά μου χρόνια. Η κατάσταση του παρεκκλησίου είναι τραγική. Η φθορά από την υγρασία και την αιθάλη και τα κενά στις επιφάνειες από κλοπές προκαλούν μεγάλη θλίψη και αβάσταχτη απογοήτευση. 
Μέσα σε λίγα χρόνια έχει σχεδόν καταστραφεί ένα μοναδικό κομμάτι της νεοελληνικής Τέχνης. Η σκέψη μου, τα λίγα λεπτά που άντεξα να παραμείνω, σε εκείνον το χώρο είχε ραγίσει. Δεν μπορούσα να πιστέψω το μέγεθος της εγκατάλειψης. Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω το λόγο που εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό. Άδικα σκέφτηκα πως το «παγκάρι» είναι η προτεραιότητα εμπρός στην Τέχνη και τα έργα της. Ποιος χώρος θα παρέμενε επισκέψιμος έπειτα από κλοπή αλλά και εκτεταμένη φθορά; Πληγώθηκα. 


Αποφάσισα να επισκεφθώ το παρεκκλήσιο της Πολυκλινικής Αθηνών στην οδό Πειραιώς, το οποίο επίσης, έχει ιστορήσει ο Κόντογλου. Ευτυχώς το βρήκα σε καλύτερη κατάσταση. Στη διαδρομή σκεφτόμουν την άγνοια. Ζήτημα ένας ή δύο από όσους βάδιζαν πλάι μου να γνώριζαν το όνομα ή και το έργο του Κόντογλου. Δεν θα μπορούσα να κατηγορήσω κάποιον από όλους αυτούς για αυτό. 
Κατηγορώ, όμως, όλους εκείνους που «επικαλούνται» χωρίς να γνωρίζουν, που «κρίνουν» χωρίς αντίκρισμα, που «επιλέγουν» ανερυθρίαστα ότι τους βολεύει, που «στηρίζουν» ιδεολογικά την άγνοια. Ο Κάρολος Κουν θεωρούσε τον Κόντογλου ως δάσκαλό του, λέγοντας πως από εκείνον έμαθε τα «πιο ακριβά και τα καλύτερα». Από εκείνον ανακάλυψε το «ρωμαίικο», από εκείνον γεννήθηκε ο «λαϊκός εξπρεσσιονισμός», χωρίς τον Κόντογλου δεν θα υπήρχε το Θέατρο Τέχνης. Ο Κουν τόνιζε το χαρακτηρισμό «αναχωρητής». Ο Κόντογλου έλεγε, ήταν αναχωρητής, διότι όταν έπιανε το πινέλο «αναχωρούσε». 
Ο Μάριος Πλωρίτης αναφέρει το «χρέος» του Κουν προς τον Κόντογλου και την αποδοχή της «επιστροφής στο ρωμαίικο». Πόσοι από τους θεατρολόγους, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, πόσα από τα εκατοντάδες παιδιά του Θεάτρου Τέχνης γνώριζαν για αυτή την καταβολή – καταγωγή; …και πόσοι από όλους αυτούς ένιωσαν την ανάγκη να διαβάσουν για να «καταλάβουν»;

Ο Φώτης Κόντογλου αγιογράφησε το παρεκκλήσι της Πολυκλινικής Αθηνών
μαζί με τον Πέτρο Βαμπούλη, τη χρονιά του θανάτου του, το 1965.

Ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει συχνά τον Κόντογλου. Διηγείται πως τον πρώτο καιρό της εγκατάστασής του στην Αθήνα, διάβαζε με συγκίνηση την Βασάντα του Κόντογλου. Όλες αυτές οι στρατιές «χατζιδακικών» θαυμαστών, αναδημιουργών, μιμητών, σκέφτηκαν να διαβάσουν την Βασάντα; Εγώ την είχα διαβάσει όταν συνάντησα την πληροφορία για τον θαυμασμό του Χατζιδάκι σε αυτό το κείμενο. Αμέσως το ξαναδιάβασα και προσπάθησα να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που μπορεί να κέρδισε τον νεαρό Μάνο Χατζιδάκι. Δεν το έχω βρει ακόμη. Για την ακρίβεια, δεν το έχω βρει συγκεκριμένα. Μόνον γενικά μπορώ να το προσδιορίσω. 

Μιλάνε καθημερινά «επί παντός του ελληνικού» υπερασπιστές του πολιτισμού, διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των Παλαιολόγων, μικρανίψια των ηρώων της Επανάστασης αλλά και ειδήμονες της γλώσσας, της ιστορίας και κυρίως προφήτες του λαμπρού προορισμού μας και ιππότες που θα μας προστατεύσουν από τις σκοτεινές δυνάμεις που νυχθημερόν σχεδιάζουν την καταστροφή του Ελληνισμού, από φθόνο και μίσος. 
Όποιος επισκεφτεί το παρεκκλήσιο του Αγίου Κωνσταντίνου θα διαπιστώσει πως δεν έχουμε ανάγκη κανέναν κακόβουλο εχθρό, πως η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από κανέναν εξωτερικό παρανοϊκό νου. Όταν θα εμφανιστούν οι πραγματικοί εχθροί δεν θα βρουν τίποτε να καταστρέψουν. Τα έχουμε καταφέρει εξαιρετικά, μεθοδικά και πολύ γρήγορα, να καταστραφούμε μόνοι μας. Το να «είσαι» θέλει κόπο. Πόσο περισσότερο, το να θέλεις να είσαι «Έλληνας», που φέρει «φορτίο βαρύ». Είναι πολύ εύκολο και ανώδυνο να δηλώνεις Έλληνας και να δέρνεις για να το υπερασπιστείς. Είναι πολύ δύσκολο και απαιτεί επίπονη και συστηματική εργασία να «είσαι» Έλληνας, έτσι ώστε, να μη χρειάζεται να υπερασπιστείς τίποτε, διότι απλά «ΕΙΣΑΙ». 
Μια κοινωνία που «αγνοεί», δεν έχει κανένα μέλλον. Μία κοινωνία που δεν προστατεύει τα πονήματα των πνευματικών της γονέων, πεθαίνει. Δεν πείθει κανέναν ο «ράθυμος» εθνικοπατριωτικός λόγος. Εξάλλου, όταν «γνωρίζεις» δεν φοβάσαι, όταν έχεις κληρονομήσει έργα τέτοιας αξίας δεν απελπίζεσαι, όταν αναλαμβάνεις την ευθύνη της διατήρησής τους, έχεις σκοπό και νόημα στη ζωή σου. 
Χωρίς αυτά είσαι απλά «κανείς».

Η επιγραφή στο εκκλησάκι της Πολυκλινικής 
Related Posts with Thumbnails