Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Φωτεινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Φωτεινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Ο "ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ" ΣΕ ΦΑΝΑΡΙΩΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Λιθογραφία από τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Μνήμη Άντειας Φραντζή

Ο λόγος για τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού (18ος αι.), από μεγαλύτερο άρθρο μας για τον σημαντικό αυτό λόγιο από την Πάτρα που έδρασε στη Ρουμανία. 
Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Διονυσίου Φωτεινού είναι ο «Νέος Ερωτόκριτος». 
«Εν καιρώ της αργίας του» έκαμε μία παράφραση του «Ερωτόκριτου», του γνωστού κρητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στη Ρουμανία. Πρόκειται για μία έμμετρη διασκευή σε καθαρεύουσα φαναριώτικη γλώσσα. «Η εργασία αυτή», σημειώνει ο Κ. Θ. Δημαράς, «εκφράζει πολύ καθαρά και τον αδιάκοπο σύνδεσμο του Κορνάρου με τον νέο ελληνισμό και, αφετέρου, το νεοκλασικιστικό πνεύμα, που πρυτανεύει τότε στα γράμματά μας».
Το έργο εκδόθηκε στη Βιέννη το 1818 σε δύο τόμους και με ωραιότατες λιθογραφίες. Ενδεικτικό της αλλοτινής δημοτικότητας της διασκευής αυτής είναι ότι γνώρισε τουλάχιστον τέσσερις επανεκδόσεις: μία στην Κωνσταντινούπολη (1845), δύο στη Σμύρνη (1864 και 1879), και οπωσδήποτε μία «λαϊκή» στην Αθήνα (το αντίτυπο του Γ. Π. Σαββίδη χωρίς χρονολογία). 
Ο ίδιος ο Φωτεινός στον πρόλογο του έργου εξηγεί στους φιλογενείς αναγνώστες το εγχείρημά του:
«Η παρούσα εποποιία με το να ευρίσκετο εις φράσιν παλαιάν της Γραικικής Κρητικής διαλέκτου, με ιδιωτισμούς πολλά αηδείς και λέξεις βαρβαρικάς σχεδόν δυσνοήτους, έκρινα εύλογον να παραφράσω ταύτην εν καιρώ της αργίας μου προς περιδιάβασίν μου, κατά την νυν καθομιλουμένην ανθηράν και γλυκυτάτην φράσιν των του ημετέρου γένους πεπαιδευμένων Γραικών. Προς περισσοτέραν χάριν δε του συγγράμματος και περιδιάβασιν τερπνοτέραν των αναγινωσκόντων δεν εφύλαξα το αυτό είδος των στίχων απ’ αρχής μέχρι τέλους, ως έθος της εποποιίας, αλλά παραβλέψας τούτο, τη παρακινήσει των εν Βουκουρεστίω της Βλαχίας ελλογίμων και ευγενών φίλων μου, έκαμα ποικίλον το σύγγραμμα, συνθέσας αυτό από διάφορα μέτρα προς τέρψιν των αναγινωσκόντων˙ εφύλαξα μεν το νόημα της του παλαιού Ερωτοκρίτου μυθιστορίας, επηύξησα δε και παρέκτεινα τούτο επί μάλλον και μάλλον με διάφορα έντονα και ανθηρά στιχουργήματα και με τραγώδια κατά τα διάφορα συμβεβηκότα των περιστάσεων». 
Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι η παρεμβολή διαφόρων αποσπασμάτων από δημοφιλή έργα της εποχής, όπως το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» του Ρήγα Βελεστινλή, το «Έρωτος αποτελέσματα» που αποδίδεται στον Αθαν. Ψαλλίδα, τα «Διάφορα ηθικά και αστεία στιχουργήματα» του Ζήση Δαούτη κ.ά. Το έργο εξάλλου διανθίζεται και με ποικίλα στιχάκια, που κυκλοφορούσαν ανώνυμα και είχαν μεγάλη διάδοση στο αστικό περιβάλλον από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις παραδουνάβιες επαρχίες. Αυτά τα παρέμβλητα στιχουργήματα φέρουν την ένδειξη «ξένον» και, όπως υπογραμμίζει η Άντεια Φραντζή, «ολοκληρώνουν την ένταξη στο φαναριώτικο κλίμα της μεταγραφής του Φωτεινού, καθώς προσθέτουν στη συνολική γλωσσική και στιχουργική ταυτότητα της μεταγραφής αυτήν του νέου πολιτισμικού κλίματος». «Ελαφρά τραγουδάκια σαλονιού» τα ονομάζει ο Mario Vitti και παρατηρεί: είναι φανερό πως τέτοια στιχάκια, «που ο Δ. Φωτεινός παραθέτει, μεταφρασμένα ίσως από τα ιταλικά, στον “Νέο Ερωτόκριτο”, απηχούν έναν πολιτισμένο τρόπο ερωτοτροπίας στα πλούσια σαλόνια μιας κοινωνίας που διασκεδάζει διακριτικά, κρατώντας μακριά τις βαριές ευθύνες που οι άντρες αντιμετώπιζαν σε άλλους, πλέον κατάλληλους χώρους». 
Ο «Νέος Ερωτόκριτος» είχε μεγάλη απήχηση στη Ρουμανία, μεταφράστηκε εμμέτρως από τον μαθητή του Φωτεινού Anton Pann[xliii] και κυκλοφόρησε «μεταξύ της αστικής τάξεως», αλλά και σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Από τον «Ερωτόκριτο» του Φωτεινού εμπνεύσθηκαν Ρουμάνοι ποιητές, ενώ και σύγχρονοι Ρουμάνοι ακαδημαϊκοί επαινούν το έργο –σε αντίθεση με τους περισσότερους Έλληνες φιλολόγους που κατακρίνουν σφοδρά τον Φωτεινό γι’ αυτή την μεταγραφή. 
Ο κριτικός Στυλιανός Αλεξίου χαρακτηρίζει την μετάφραση του Φωτεινού «ανοσιούργημα».
Ο Άλκης Αγγέλου παρατηρεί: «Από την πλευρά του δικαιολογημένα˙ όχι όμως και από ιστορική πλευρά. Υπήρχε ένα κοινό που όχι μόνο την αποδέχτηκε […], αλλά και ενδεχομένως την είχε προκαλέσει». Ο ίδιος ο Φωτεινός, όπως είδαμε, λέει ότι προέβη στην διασκευή «τη παρακινήσει ελλογίμων φίλων του». 
Ο Mario Vitti, αναφερόμενος στον «Νέο Ερωτόκριτο», αλλά και γενικότερα στην ποίηση της εποχής, κάνει λόγο για «αδράνεια του ποιητικού αισθητηρίου», χαρακτηρίζει ωστόσο «καλοπροαίρετη» την ενέργεια του Διονυσίου Φωτεινού να παραφράσει τον «Ερωτόκριτο», με σκοπό να τον καταστήσει προσιτό στο «γένος» των «πεπαιδευμένων Γραικών». Δεν λείπουν παρ’ όλα αυτά από την ελληνική φιλολογική κριτική και θετικότερες κρίσεις για τον «αβασανίστως χλευαζόμενο» «Νέο Ερωτόκριτο», όπως αυτή του Μιχαήλ Περάνθη, που χαρακτηρίζει «ανθηρή» την παράφραση του Φωτεινού και θεωρεί μεγαλεπήβολο το όλο εγχείρημά του. Παρομοίως και ο Μίλτος Πεχλιβάνος, διαπιστώνοντας τη φαναριώτικη προσοχή προς τη λογοτεχνία της Κρήτης, ξεχωρίζει ως «ωριμότερο δείγμα το δίτομο μεταγλωτισμένο “Νέο Ερωτόκριτο” (1818) του Διονυσίου Φωτεινού».
Δείτε τις σχετικές παραπομπές στην πρώτη δημοσίευση εδώ


Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Ο "ΝΕΟΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ" ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ

Λιθογραφία από τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Με αφορμή την πρόσφατη ανάρτηση, εδώ στην Ιδιωτική Οδό, του θαυμάσιου κειμένου της καθηγήτριας Τ. Μ. Μαρκομιχελάκη, με θέμα: "Υλική και άυλη κληρονομιά του Ερωτόκριτου", αναδημοσιεύουμε κάτι τι για τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού (18ος αι.), από μεγαλύτερο άρθρο μας για τον σημαντικό αυτό λόγιο από την Πάτρα που έδρασε στη Ρουμανία. 
Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Διονυσίου Φωτεινού είναι ο «Νέος Ερωτόκριτος». 
«Εν καιρώ της αργίας του» έκαμε μία παράφραση του «Ερωτόκριτου», του γνωστού κρητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στη Ρουμανία. Πρόκειται για μία έμμετρη διασκευή σε καθαρεύουσα φαναριώτικη γλώσσα. «Η εργασία αυτή», σημειώνει ο Κ. Θ. Δημαράς, «εκφράζει πολύ καθαρά και τον αδιάκοπο σύνδεσμο του Κορνάρου με τον νέο ελληνισμό και, αφετέρου, το νεοκλασικιστικό πνεύμα, που πρυτανεύει τότε στα γράμματά μας».
Το έργο εκδόθηκε στη Βιέννη το 1818 σε δύο τόμους και με ωραιότατες λιθογραφίες. Ενδεικτικό της αλλοτινής δημοτικότητας της διασκευής αυτής είναι ότι γνώρισε τουλάχιστον τέσσερις επανεκδόσεις: μία στην Κωνσταντινούπολη (1845), δύο στη Σμύρνη (1864 και 1879), και οπωσδήποτε μία «λαϊκή» στην Αθήνα (το αντίτυπο του Γ. Π. Σαββίδη χωρίς χρονολογία). 
Ο ίδιος ο Φωτεινός στον πρόλογο του έργου εξηγεί στους φιλογενείς αναγνώστες το εγχείρημά του:
«Η παρούσα εποποιία με το να ευρίσκετο εις φράσιν παλαιάν της Γραικικής Κρητικής διαλέκτου, με ιδιωτισμούς πολλά αηδείς και λέξεις βαρβαρικάς σχεδόν δυσνοήτους, έκρινα εύλογον να παραφράσω ταύτην εν καιρώ της αργίας μου προς περιδιάβασίν μου, κατά την νυν καθομιλουμένην ανθηράν και γλυκυτάτην φράσιν των του ημετέρου γένους πεπαιδευμένων Γραικών. Προς περισσοτέραν χάριν δε του συγγράμματος και περιδιάβασιν τερπνοτέραν των αναγινωσκόντων δεν εφύλαξα το αυτό είδος των στίχων απ’ αρχής μέχρι τέλους, ως έθος της εποποιίας, αλλά παραβλέψας τούτο, τη παρακινήσει των εν Βουκουρεστίω της Βλαχίας ελλογίμων και ευγενών φίλων μου, έκαμα ποικίλον το σύγγραμμα, συνθέσας αυτό από διάφορα μέτρα προς τέρψιν των αναγινωσκόντων˙ εφύλαξα μεν το νόημα της του παλαιού Ερωτοκρίτου μυθιστορίας, επηύξησα δε και παρέκτεινα τούτο επί μάλλον και μάλλον με διάφορα έντονα και ανθηρά στιχουργήματα και με τραγώδια κατά τα διάφορα συμβεβηκότα των περιστάσεων». 
Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι η παρεμβολή διαφόρων αποσπασμάτων από δημοφιλή έργα της εποχής, όπως το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» του Ρήγα Βελεστινλή, το «Έρωτος αποτελέσματα» που αποδίδεται στον Αθαν. Ψαλλίδα, τα «Διάφορα ηθικά και αστεία στιχουργήματα» του Ζήση Δαούτη κ.ά. Το έργο εξάλλου διανθίζεται και με ποικίλα στιχάκια, που κυκλοφορούσαν ανώνυμα και είχαν μεγάλη διάδοση στο αστικό περιβάλλον από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις παραδουνάβιες επαρχίες. Αυτά τα παρέμβλητα στιχουργήματα φέρουν την ένδειξη «ξένον» και, όπως υπογραμμίζει η Άντεια Φραντζή, «ολοκληρώνουν την ένταξη στο φαναριώτικο κλίμα της μεταγραφής του Φωτεινού, καθώς προσθέτουν στη συνολική γλωσσική και στιχουργική ταυτότητα της μεταγραφής αυτήν του νέου πολιτισμικού κλίματος». «Ελαφρά τραγουδάκια σαλονιού» τα ονομάζει ο Mario Vitti και παρατηρεί: είναι φανερό πως τέτοια στιχάκια, «που ο Δ. Φωτεινός παραθέτει, μεταφρασμένα ίσως από τα ιταλικά, στον “Νέο Ερωτόκριτο”, απηχούν έναν πολιτισμένο τρόπο ερωτοτροπίας στα πλούσια σαλόνια μιας κοινωνίας που διασκεδάζει διακριτικά, κρατώντας μακριά τις βαριές ευθύνες που οι άντρες αντιμετώπιζαν σε άλλους, πλέον κατάλληλους χώρους». 
Ο «Νέος Ερωτόκριτος» είχε μεγάλη απήχηση στη Ρουμανία, μεταφράστηκε εμμέτρως από τον μαθητή του Φωτεινού Anton Pann[xliii] και κυκλοφόρησε «μεταξύ της αστικής τάξεως», αλλά και σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Από τον «Ερωτόκριτο» του Φωτεινού εμπνεύσθηκαν Ρουμάνοι ποιητές, ενώ και σύγχρονοι Ρουμάνοι ακαδημαϊκοί επαινούν το έργο –σε αντίθεση με τους περισσότερους Έλληνες φιλολόγους που κατακρίνουν σφοδρά τον Φωτεινό γι’ αυτή την μεταγραφή. 
Ο κριτικός Στυλιανός Αλεξίου χαρακτηρίζει την μετάφραση του Φωτεινού «ανοσιούργημα».
Ο Άλκης Αγγέλου παρατηρεί: «Από την πλευρά του δικαιολογημένα˙ όχι όμως και από ιστορική πλευρά. Υπήρχε ένα κοινό που όχι μόνο την αποδέχτηκε […], αλλά και ενδεχομένως την είχε προκαλέσει». Ο ίδιος ο Φωτεινός, όπως είδαμε, λέει ότι προέβη στην διασκευή «τη παρακινήσει ελλογίμων φίλων του». 
Ο Mario Vitti, αναφερόμενος στον «Νέο Ερωτόκριτο», αλλά και γενικότερα στην ποίηση της εποχής, κάνει λόγο για «αδράνεια του ποιητικού αισθητηρίου», χαρακτηρίζει ωστόσο «καλοπροαίρετη» την ενέργεια του Διονυσίου Φωτεινού να παραφράσει τον «Ερωτόκριτο», με σκοπό να τον καταστήσει προσιτό στο «γένος» των «πεπαιδευμένων Γραικών». Δεν λείπουν παρ’ όλα αυτά από την ελληνική φιλολογική κριτική και θετικότερες κρίσεις για τον «αβασανίστως χλευαζόμενο» «Νέο Ερωτόκριτο», όπως αυτή του Μιχαήλ Περάνθη, που χαρακτηρίζει «ανθηρή» την παράφραση του Φωτεινού και θεωρεί μεγαλεπήβολο το όλο εγχείρημά του. Παρομοίως και ο Μίλτος Πεχλιβάνος, διαπιστώνοντας τη φαναριώτικη προσοχή προς τη λογοτεχνία της Κρήτης, ξεχωρίζει ως «ωριμότερο δείγμα το δίτομο μεταγλωτισμένο “Νέο Ερωτόκριτο” (1818) του Διονυσίου Φωτεινού».
Δείτε τις σχετικές παραπομπές στην πρώτη δημοσίευση εδώ

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ "ΜΟΥΣΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ" ΣΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Γεώργιος Κωνστάντζος, Θωμάς Ταμβάκος, Αθανάσιος Τρικούπης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η ισχύς εν τη ενώσει! 
Τρεις ακάματοι εργάτες της έρευνας της ελληνικής μουσικής μας έδωσαν ένα βιβλίο - οδηγό. Ένα προσκύνημα στη Θράκη των Ελλήνων. 
Ένα πόνημα, εθνικού περιεχομένου θα έλεγα, που αποτελεί καρπό πολυετούς και υπεύθυνης έρευνας τριών συγγραφέων: του διδάκτορα του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου Γεωργίου Κωνστάντζου, του μουσικογράφου, κριτικού και ερευνητή Θωμά Ταμβάκου και του μεταδιδάκτορα ερευνητή του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Μουσικού Πανεπιστημίου του Graz Αυστρίας Αθανασίου Τρικούπη. 
Σε μια εποχή που η Θράκη επανέρχεται στο προσκήνιο ως χώρος ...ευαίσθητος και χρήζων ειδικής προσοχής απ' όλους μας, το βιβλίο «ΜΟΥΣΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ» (Αλεξανδρούπολη 2014, σ. 320) που εξέδωσε η Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Έβρου, μας αποκαλύπτει πλέρια την ελληνικότητα όχι μόνο της σημερινής Θράκης του Ελλαδικού κράτους, αλλά και της μείζονος Θράκης, που ήταν μία από τις σημαντικότερες περιοχές του μείζονος Ελληνισμού. 
Γιατί μέσα από την εν λόγω επιστημονική μελέτη καταγράφεται για πρώτη φορά η άγνωστη, ως επί το πλείστον, λόγια/έντεχνη αστική μουσική της ευρύτερης Θράκης (Ανατολική Ρωμυλία, Ανατολική και Δυτική Θράκη) και οι μουσουργοί της, τόσο αυτοί που έδρασαν στο πεδίο της βυζαντινής και ανατολικής μουσικής, όσο και στο πεδίο της δυτικής λόγιας μουσικής. Επίσης στο συνοδευτικό ηχογράφημα (CD) παρουσιάζονται 21 άγνωστα μουσικά έργα 17 σπουδαίων Θρακών μουσουργών του 19ου και του 20ού αιώνα, όλα σε πρώτη παγκόσμια φωνογράφηση. Το βιβλίο εμπεριέχει, επίσης, εν είδει λευκώματος, σημαντικό φωτογραφικό υλικό (προσωπογραφίες συνθετών, παρτιτούρες, εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων, φωτογραφίες μουσικών συνόλων αλλοτινών εποχών).


Στο τέλος υπάρχουν τα "εργαλεία" για κάθε ερευνητή: Σχολιασμός των μουσικών παραδειγμάτων του ψηφιακού δίσκου που συνοδεύει - τεκμηριώνει την έκδοση, βιογραφικά των συγγραφέων και των ερμηνευτών, βιβλιογραφία και ευρετήριο. 
Η ματιά των συγγραφέων είναι αναμφισβήτητα ευρύτατη και πολλές φορές εκπλήσσει. Για μένα προσωπικά αποτελεί ιδιαίτερη τιμή η αναφορά στην μικρή μελέτη μου για τον Διονύσιο Φωτεινό, τον εκ Παλαιών Πατρών, που έδρασε στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας (σ. 103-104 του βιβλίου). 
Η πρώτη παρουσίαση του τόμου έγινε στην Αλεξανδρούπολη στις 9 Αυγούστου και τώρα, την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014, στις 7 το απόγευμα, θα πραγματοποιηθεί η παρουσίασή του στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 
[Παραθέτω εδώ το βίντεο της deltatv για την παρουσίαση του βιβλίου στην Αλεξανδρούπολη]


Η παρουσίασή του στο Μέγαρο Μουσικής θα γίνει από τον ακαδημαϊκό και πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών Θεόδωρο Αντωνίου, τον πρόεδρο του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Νικόλαο Μαλιάρα και τον πρόεδρο της Ένωσης Μουσικών και Θεατρικών Κριτικών Κυριάκο Λουκάκο. Θα παρέμβουν επίσης οι τρεις συγγραφείς και θα παρουσιασθούν ενδεικτικές συνθέσεις που περιλαμβάνονται στον ψηφιακό δίσκο του βιβλίου. Ερμηνεύουν: η υψίφωνος Αντωνία Καλογήρου και ο Θανάσης Τρικούπη στο πιάνο .
Δείτε την κριτική της Έφης Αγραφιώτη για το βιβλίο εδώ

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΑ ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Στις 17 Ιανουαρίου 2002, δηλαδή πριν δώδεκα χρόνια αγαπητοί συνοδίτες, πραγματοποιήσαμε στην Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών μία ειδική ομιλία με θέμα: "Η Εκκλησιαστική Μουσική στην Πάτρα", στο πλαίσιο πολύχρονης έρευνάς μας γύρω από την ψαλτική πατρινή μουσική παράδοση. 
Χορός πατρινών ψαλτών υπό τον πρωτοψάλτη Ιωάννη Κόττορο, έψαλε μέλη πατρινών μελοποιών που έφερε στο φως η σχετική έρευνά μας. 
Τα μέλη αυτά είναι: 
- Στίχοι από Δοξολογία του Διονυσίου Φωτεινού (εκ Πατρών λογίου που διέπρεψε στην Ρουμανία τον 18ο αιώνα) σε ήχο πλ.α'. 
- Άξιον εστί, Χρήστου Σπηλιόπουλου (πρωτοψάλτου του Μητροπολιτικού Ναού Πατρών, +1941) σε ήχο πλ.δ' 
- Ψαλμικοί στίχοι στην εορτή των Θεοφανείων, σε ήχο β'. Καταγραφή μέλους από τον αείμνηστο Μουσικοδιδάσκαλο της Μ.τ.Χ.Ε. Κωνσταντίνο Πανά. 
- Τας μυστικάς σήμερον του πνεύματος σάλπιγγας, Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά (1915-2008), σε ήχο πλ.β'.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚ ΠΑΤΡΩΝ ΛΟΓΙΟ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΦΩΤΕΙΝΟ



Mόλις κυκλοφόρησε το 115 φύλλο της Πολιτικής - Φιλολογικής των Πατρών, της εφημερίδας - Ιδιωτικής Οδού του έγκριτου νομικού και συγγραφέα Γεωργίου Θ. Γιαννοπούλου. Μια πρωτοβουλία της άλλης Ελλάδας, αυτής της αρχοντιάς και του πνεύματος.

Η ύλη και αυτού του φύλλου άκρως ερεθιστική: Ρωμανός ο Μελωδός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κώστας Τσιρόπουλος, Σαράντος Καργάκος, η περίφημη στήλη Τα Γλωσσικά, πολιτικές αναλύσεις και μια έκπληξη για με. Ο κ. Γιαννόπουλος, με την ευγένεια και την αληθινή Πατρινολατρία που τον διακρίνει, διάβασε το μικρό κείμενό μου για τον λόγιο Διονύσιο Φωτεινό, και προέβη σε μια παρουσίαση για την οποία τον ευχαριστώ θερμότατα από καρδιάς. Τον διαβεβαιώ ότι το κίνητρό μου δεν ήταν άλλο παρά η ανάδειξη ενός λησμονημένου, εν πολλοίς, λογίου ανδρός, που καταγόταν από την Πάτρα και διέπρεψε στη Ρουμανία. Μια ψηφίδα στην ιστορία των πατρινών λογίων.

Παραθέτω εν συνεχεία την παρουσίαση του κ. Γ.Θ. Γιαννοπούλου.

Παναγιώτου Ἀντ. Ἀνδριοπούλου
«Διονύσιος Φωτεινός ἐκ Πατρῶν λόγιος τοῦ 18ου-19ου αἰῶνος».

Ὁ πολυτάλαντος φίλος κ. Παναγιώτης Ἀνδριόπουλος, θεολόγος καί μουσικός, εἶχε τήν ἀγαθήν ἔμπνευσιν νά παρουσιάσῃ ἕν λησμονημένον τέκνον τῆς πόλεως Πατρῶν ἀθλῆσαν εἰς πολλά ἐπίπεδα, τόν Διονύσιον Φωτεινόν, συνδέσαντα τό ὄνομά του μέ τήν Ρουμανίαν, τότε (ἀρχάς τοῦ 19ου αἰῶνος) γνωστήν ὡς Μολδοβλαχίαν ἤ παραδουναβίους ἡγεμονίας.
Ἡ ἄκρως ἐμπεριστατωμένη μελέτη του ὑπῆρξεν εἰσήγησίς του εἰς συνέδριον ὀργανωθέν εἰς τήν πόλιν τοῦ Αἰγίου (26 Μαΐου 2006) ὑπό τῆς Ἑταιρείας Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν, ἡ ὁποία μετά ταῦτα ἐξεδόθη ὡς ἀνάτυπον ἐκ τῶν πρακτικῶν (2009).
Ὁ Διονύσιος Φωτεινός, λόγιος, ἱστοριογράφος, ποιητής καί μουσικός, ἐγεννήθη εἰς τάς Πάτρας τό 1777 καί ἀπέθανεν εἰς τό Βουκουρέστι τήν 10ην Ὀκτωβρίου 1821, εἰς ἡλικίαν 44 ἐτῶν.
Ὑπῆρξεν υἱός τοῦ Ἀθανασίου Φωτεινοῦ, ἱατροῦ καί ψάλτου ἀπό τά Νεζερά, περιοχήν ἀπέχουσαν τῶν Πατρῶν περί τά 40 χιλιόμετρα, εἰς τήν ὁδόν Πατρῶν-Καλαβρύτων. Ὁ πατήρ του ἤσκησε καί τάς δύο τέχνας του εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, ὅπου κατώρθωσε νά προσληφθῇ ὡς ἰατρός τοῦ Σουλτάνου, μετά τόν θάνατον τοῦ ὁποίου ἐπέστρεψεν εἰς τήν Πελοπόννησον, ἐνῶ ὁ υἱός του Διονύσιος ἔκαμε ἀντίστροφον πορείαν: μετέβη εἰς τήν Πόλιν δι᾿ εὐρυτέρας σπουδάς καί ἐφοίτησε πιθανῶς εἰς τήν εκεῖ Ἀκαδημίαν.
Ὁ Διονύσιος, ἔχων μυηθῆ εἰς τήν βυζαντινήν μουσικήν ἀπό τόν πατέρα του, ὡλοκλήρωσε τήν κατάρτισίν του εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν πλησίον μεγάλων διδασκάλων, τοῦ Ἰακώβου Πρωτοψάλτου καί τοῦ Πέτρου Βυζαντίου.
Ἀλλ᾿ εἰς τήν Πόλιν δέν ἔμεινε πολύ. Κατέφυγεν εἰς τήν Βλαχίαν, περί τό ἔτος 1797, ὅπου εἰργάσθη ὡς ψάλτης καί διδάσκαλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, ἐνῶ ἠσχολεῖτο καί μέ τήν εὐρωπαϊκήν (ἔπαιζε πιάνο) ἀποκτήσας τήν εὐαρέσκειαν τῆς ἐκεῖ κοινωνίας. Κατέκτησε καί τήν ἐκεῖ διοικοῦσαν φαναριωτικήν αὐλήν, ἡ ὁποία τόν ἀνεβίβασεν εἰς καίρια διοικητικά ἀξιώματα.
Κατά τόν Παν. Ἀνδριόπουλον ὁ Φωτεινός ἐμυήθη καί εἰς τήν Φιλικήν Ἑταιρείαν ἀπό τόν φίλον του Ἰακωβάκην Ρίζον Νερουλόν καί ὑπῆρξε «γνήσιος Φαναριώτης καί πατριώτης».
Τό ἔργον του ὑπῆρξε πολυσχιδές καί, διά τά μέτρα τῆς ἐποχῆς, ἐντυπωσιακόν.
Τά μουσικά του ἔργα, ἅπαντα εἰς τόν χῶρον τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, ἀπήρτισαν τόμον ἐκ 491 σελίδων, περιλαμβάνοντα ἄπειρον ποικιλίαν ἐκ δοξαστικῶν, δοξολογιῶν, χερουβικῶν, ἰδιομέλων, ἀναστασίμων καί λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν μελῶν. Τό ἔργον του ἐπηρέασε βαθύτατα τήν ρουμανικήν ἐκκλησιαστικήν μουσικήν, διαδοθέν ὑπό πολλῶν μαθητῶν του. Παρά ταῦτα, ὁ Φωτεινός δέν εἶναι εὐρύτερα γνωστός ὡς μελοποιός· ἡ «μουσική του προσωπικότητα παρέμεινε μέχρι σήμερα στό ἡμίφως». Παρεγνωρισμένος παρέμεινεν ὁ Φωτεινός καί διά τό λογοτεχνικόν του ἔργον. Ὁμιλοῦντες διά λογοτεχνικόν ἔργον τοῦ Φωτεινοῦ ἐννοοῦμεν κατ᾿ ἐξοχήν ἕν ριψοκίνδυνον, ὅσον καί δυσχερές, ἐγχείρημά του: τήν παράφρασιν τοῦ Ἐρωτοκρίτου τοῦ Βιτσέντζου Κορνάρου, εἰς τήν ὁποίαν ἔδωσε τό ὄνομα «Νέος Ἐρωτόκριτος». Πρόκειται δι᾿ ἔμμετρον διασκευήν εἰς «φαναριωτικήν καθαρεύουσαν», ἡ ὁποία κατέστη τόσον δημοφιλής, ὥστε τό ἔργον ἐγνώρισε τέσσαρας τοὐλάχιστον ἐπανεκδόσεις: μίαν εἰς Κωνσταντινούπολιν (1845), δύο εἰς Σμύρνην (1864 καί 1879) καί μίαν εἰς Ἀθήνας.
Ὁ Παν. Ἀνδριόπουλος παραθέτει, ἐκτός ἄλλων, δύο κρίσεις περί τοῦ ἔργου αὐτοῦ τοῦ Φωτεινοῦ. Ἡ πρώτη, εἶναι τοῦ Γ. Σαββίδη, καθ᾿ ὅν: «ἀφετηρία τῆς σημερινῆς παραγνωρίσεως τοῦ Διονυσίου Φωτεινοῦ ἀπετέλεσε ἡ δημοτικιστική προκατάληψη ἐναντίον τοῦ Νέου Ἐρωτοκρίτου, τῆς νεοκλασικῆς του διασκευῆς τοῦ ἀριστουγήματος τοῦ Κορνάρου».
Ἡ Δευτέρα, ἀνήκει εἰς τόν Κ. Δημαρᾶν, καθ᾿ ὅν: «ἡ ἐργασία αὐτή ἐκφράζει πολύ καθαρά τόν ἀδιάκοπο σύνδεσμο τοῦ Κορνάρου μέ τόν Νέο Ἑλληνισμό καί, ἀφ᾿ ἑτέρου, τό νεοκλασικιστικό πνεῦμα, πού πρυτανεύει τότε στά γράμματά μας».
Ἕτερος παρατιθέμενος συγγραφεύς (ὁ Ἄλκης Ἀγγέλου) ἀποδίδει τήν δημοφιλίαν, ἧς ἀπελάμβανεν ὁ Νέος Ἐρωτόκριτος, ἀκριβῶς εἰς τήν γλῶσσαν τῆς παραφράσεως. Γράφει: «τό φαναριώτικο κοινό, ἐνῶ ἀποδέχτηκε τό ἀριστούργημα τοῦ Κορνάρου, μετά ἀπό κάποιο σχετικά μεγάλο διάστημα, δέν μποροῦσε νά τό ἀπολαύση, παρά μέ τήν γλωσσική ἐπένδυση μέ τήν ὁποία ἀπολάμβανε κατά κανόνα τά λογοτεχνικά δημιουργήματα τῆς ἐποχῆς του».
Ἡ ἀπήχησις τοῦ Νέου Ἐρωτοκρίτου εἰς τήν Ρουμανίαν ὑπῆρξε μεγάλη, τόσον μεταξύ τῆς ἀστικῆς τάξεως, ὅσον καί μεταξύ τῶν λαϊκῶν στρωμάτων. Ρουμάνοι ποιηταί ἐνεπνεύσθησαν ἀπό τό ἔργον αὐτό τοῦ Φωτεινοῦ καί Ρουμάνοι ἀκαδημαϊκοί τό ἐπαινοῦν, κατ᾿ ἀντίθεσιν πρός τούς Ἕλληνας ἐπικριτάς του.
Ἄλλο μέγα ἔργον τοῦ Φωτεινοῦ, διά τήν Ρουμανίαν ὅμως,εἶναι ἡ «Ἱστορία τῆς πάλαι Δακίας τά νῦν Τρανσυλβανίας, Βλαχίας καί Μολδαυΐας». Ἐξεδόθη ἐν Βιέννῃ, τό 1818 οἱ δύο πρῶτοι τόμοι καί τό 1819 ὁ τρίτος καί τελευταῖος.
Τό ἱστορικόν αὐτό ἔργον τοῦ Φωτεινοῦ εἶχεν ἀπήχησιν καί εἰς τήν γενέτειράν του, τάς Πάτρας. Μεταξύ τῶν ἐγγραφέντων ὡς συνδρομητῶν ἔχουν διασωθῆ τά ὀνόματα κορυφαίων Πατρινῶν, ὅπως τά: Ἀθανάσιος Κανακάρης Ροῦφος, Α. καί Γ. Καλαμογδάρτης, Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, κ.ἄ.
Τέλος, ὁ Φωτεινός συνέγραψε καί ἔργον ὑπό τόν τίτλον: «Γενική ἐπιτομή τῆς ὀθωμανικῆς Ἱστορίας», δηλαδή τήν βιογραφίαν τῶν Σουλτάνων. Τό ἔργον αὐτό, ὄν ἀνέκδοτον, ἀνεκαλύφθη ἀπό τόν Ρουμᾶνον ἱστορικόν Victor Papacostea, ὁ ὁποῖος ἀνεῦρε καί τάς πηγάς τοῦ Φωτεινοῦ, κυρίως Τούρκους ἱστοριογράφους. Θά ἐλέγομεν ὅτι εἶναι τό πλέον «φαναριωτικόν» ἔργον τοῦ Φωτεινοῦ.
Ἡ μελέτη αὕτη τοῦ Παν. Ἀνδριοπούλου εἶναι ἀξία πάσης ἐξάρσεως. Δέν γνωρίζομεν, ἄν ὑπάρχουν εἰς τάς ἡμέρας μας πολλαί διδακτορικαί διατριβαί, αἱ ὁποῖαι νά παρουσιάζουν τοιαύτην πληρότητα· τοιαύτην ἐξονυχιστικήν συγκέντρωσιν τῆς ὕλης (συμπεριλαμβανομένων καί χειρογράφων βυζαντινῆς μουσικῆς) περί ἑνός λογίου τῆς τουρκοκρατίας, τόν ὁποῖον ἀγνοεῖ ἀκόμη καί ὁ Κ. Σάθας, ὡς καί ὁ διορθωτής τῶν ἐλλείψεών του Ἀνδρόνικος Δημητρακόπουλος.
Ὁ Παν. Ἀνδριόπουλος συμπληρώνει καί ἀρτιώνει τά περί Φωτεινοῦ δυσεύρετα, ἀλλ᾿ ὀλίγα, γραφέντα ὑπό τοῦ ἀοιδίμου ἱστορικοῦ τῶν Πατρῶν Στεφάνου Θωμοπούλου, προσθέσας καί ἀναλύσας πλείστας ἄλλας πηγάς.
Τοῦ ἀξίζει μέγας καί δίκαιος ἔπαινος.
Related Posts with Thumbnails