Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

ΟΙ ΜΠΑΛΛΟΙ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΗΝ "ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ" ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Θεοφάνεια σημαίνουν και ...Μανταλένα! 
Η θρυλική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου (1960) με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στο ρόλο του παπα - Φώτη ο αξέχαστος Παντελής Ζερβός. 
Ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτιμηθεί θεολογικά η φιγούρα του παπά του νησιού στην ταινία, όπως την αποτύπωσε στο σενάριό του ο Γιώργος Ρούσσος.


Λένε ότι η ταινία βασίστηκε σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία, που μάλλον συνέβη στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε η ταινία ή και αλλού. Σε κάθε περίπτωση ο παπα - Φώτης δίνει ρεσιτάλ ήθους, ανθρωπιάς και παρεμβατικότητας στα πράγματα που δεν τ' αφήνει στην τύχη τους. Έτσι, αποφασίζει να χρίσει "ευλογημένη" την ορφανή και δακτυλοδεικτούμενη Μανταλένα πετώντας τη - κυριολεκτικά - στη θάλασσα τη μέρα των Φώτων και τα ...μαγειρεύει κατά τρόπο ώστε εκείνη να πιάσει το Σταυρό. Αλησμόνητη σκηνή!...


Τη μουσική στην ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος βρισκόταν στην Αντίπαρο (μιλάμε για το 1960) με το υπόλοιπο συνεργείο και ηχογραφούσε μουσική και τραγούδια του νησιού, προκειμένου να εμπνευστεί για τα τραγούδια της ταινίας. Μεταξύ αυτών και "Το τραγούδι της βάρκας", όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του αγαπημένου "Θάλασσα πλατιά". Ο Χατζιδάκις "χάρισε" στην Αλίκη κι άλλο ένα τραγούδι σ' αυτή την ταινία, το "Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή". 
Όμως, από την ενασχόληση και καταγραφή του Χατζιδάκι της παραδοσιακής μουσικής της Αντιπάρου εκείνη την εποχή, προέκυψαν και τρία χαρακτηριστικά δημοτικοφανή συνθέματα που χρησιμοποιεί ο συνθέτης προς το τέλος της ταινίας, εκεί στη σκηνή με τις φωτιές τ' Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για τους μπάλλους: "σ' αυτή τη γειτονίτσα", "μπάλλος αφεντάδικος" και "τσαμπούνες". Το "Σ' αυτή τη γειτονίτσα" είναι σε στίχους του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος καταγόταν και από την Αντίπαρο και έγραψε κατά μίμηση παραδοσιακού τραγουδιού. 
Το τραγούδι ερμηνεύει η σπουδαία και ειδική στα νησιώτικα Αιμιλία Χατζηδάκη με τη συνοδεία χορωδίας.


Σ' αυτή τη γειτονίτσα 
σ' αυτή τη γειτονιά 
Αγάπησα μια νέα 
μ' ολόσγουρα μαλλιά 
Ούτε στον ήλιο βγαίνει 
ούτε και στη δροσιά 
Μα βγαίνει στο φεγγάρι 
και στην αστροφεγγιά

Ο "Μπάλλος αφεντάδικος" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μελωδία που μεταπλάθει ο Χατζιδάκις στο "Τραγούδι της Σειρήνας" (Με τ' άσπρο μου μαντήλι) σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ακούγεται δύο χρόνια αργότερα (1962) στην ταινία Aliki, my love. Ιδιοφυής και η σύλληψη και η διαφορετική χρήση. Το τραγούδι ερμήνευσαν στη δισκογραφία: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαίρη Λίντα (αναφέρομαι στις αρχικές ηχογραφήσεις).
Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι "τσαμπούνες" νομίζω πως είναι το καθαρά παραδοσιακό κομμάτι. Ο Χατζιδάκις αφήνει τους λαϊκούς μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν σ΄ ένα ξέφρενο ρυθμό που τού είναι απαραίτητος για την κορύφωση της σκηνής. 
Παραθέτουμε εδώ αυτούς τους εξαίσιους τρεις μπάλλους του Χατζιδάκι από τη Μανταλένα, με την ευχή να αξιωθούμε να τους χορέψουμε κάποτε με πάθος. Πραγματικά ή στην φαντασία μας δεν έχει σημασία.

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΚΤΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ "Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΞΑΝΘΑ ΜΑΛΛΙΑ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
«Η Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ είναι μία από τις εμπορικότερες ταινίες από καταβολής του Ελληνικού κινηματογράφου. Ήρθε πρώτη σε εισπράξεις ανάμεσα σε 99 ελληνικές παραγωγές της σεζόν 1969-70, με 739.001 εισιτήρια στις αίθουσες Α΄προβολής. 
Η «Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» είναι μία ταινία για το έπος του ’40 και την Κατοχή που γυρίστηκε στην Μακρινίτσα του Πηλίου. 
Την μουσική της ταινίας έγραψε ο σπουδαίος έλληνας συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης. 
Έχουμε, λοιπόν, υπέροχα πλάνα από την ταινία στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην πλατεία της Μακρινίτσας και το στριφογυριστό δρόμο όπου η Αλίκη-δασκάλα συνοδεύει τους μαθητές της, οι οποίοι με τις φωνές της Παιδικής Χορωδίας των Ανακτόρων, τραγουδούν ένα ωραίο εμβατήριο σε στίχους Ντίνου Δημόπουλου, που είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας. 
Τα Χριστούγεννα, όπου τα παιδιά του χωριού μαζεύονται στο σχολείο για να ετοιμάσουν υλικό για τους φαντάρους στο μέτωπο, ακούγεται ένα αισθαντικό παιδικό χριστουγεννιάτικο τραγουδάκι σε στίχους Διονύση Σαββόπουλου. Κι αυτό ερμηνευμένο από την Παιδική Χορωδία των Ανακτόρων. 
Το 1999 από τη δισκογραφική εταιρία «Universal» κυκλοφόρησε το σάουντρακ με τα 26 ορχηστρικά θέματα και τα δύο παιδικά τραγουδάκια. Στο cd αναγράφεται κανονικά: Παιδική Χορωδία των Ανακτόρων. 


Θυμίζουμε ότι η Παιδική Χορωδία του Παρεκκλησίου των Βασιλικών Ανακτόρων ιδρύθηκε το 1950, σύμφωνα με επιθυμία της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως Παύλου. Την οργάνωση και διεύθυνσή της ανέλαβε ο νεαρός τότε συνθέτης Μιχάλης Αδάμης. Ήταν ένα χορωδιακό σύνολο από παιδιά 8-14 ετών. Η χορωδία είχε στο ρεπερτόριό της εκκλησιαστικούς ύμνους της Ορθόδοξης Λατρείας, παραδοσιακή μουσική εναρμονισμένη, αλλά συμμετείχε και σε σημαντικά έργα ελλήνων συνθετών, όπως οι «Όρνιθες» του Μάνου Χατζιδάκι κ.α. 
Στην χορωδία έπαιξε σημαντικό ρόλο και ο συνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός Στέφανος Βασιλειάδης, στενός συνεργάτης του Μιχάλη Αδάμη στην χορωδιακή πράξη. Ο Βασιλειάδης υπάρξε χορωδός και βοηθός για μια δεκαετία (1951-61), διευθυντής της χορωδίας την περίοδο 1961-65 και συνεργάτης την διετία 1965-67. 
Παραθέτουμε το εμβατήριο αλλά και ολόκληρο το σάουντρακ, όπου και το παιδικό τραγουδάκι στα 23 λεπτά από την αρχή. 


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του φιλολόγου - θεολόγου Γιάννη Γιγουρτσή
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το 'λεγε έτσι φτηνά-, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του φιλολόγου Γιάννη Γιγουρτσή
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το 'λεγε έτσι φτηνά-, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

ΟΙ ΜΠΑΛΛΟΙ ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΗΝ "ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ" ΣΤΟ LIFO.GR


Το κείμενό μας "Οι μπάλλοι του Μάνου Χατζιδάκι στη «Μανταλένα» των Φώτων" στα Μικροπράγματα του Άρη Δημοκίδη στο lifo.gr
Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Θεοφάνεια σημαίνουν και ...Μανταλένα! 
Η θρυλική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στο ρόλο του παπα - Φώτη ο αξέχαστος Παντελής Ζερβός. 
Ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτιμηθεί θεολογικά η φιγούρα του παπά του νησιού στην ταινία, όπως την αποτύπωσε στο σενάριό του ο Γιώργος Ρούσσος.


Λένε ότι η ταινία βασίστηκε σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία, που μάλλον συνέβη στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε η ταινία ή και αλλού. Σε κάθε περίπτωση ο παπα - Φώτης δίνει ρεσιτάλ ήθους, ανθρωπιάς και παρεμβατικότητας στα πράγματα που δεν τ' αφήνει στην τύχη τους. Έτσι, αποφασίζει να χρίσει "ευλογημένη" την ορφανή και δακτυλοδεικτούμενη Μανταλένα πετώντας τη - κυριολεκτικά - στη θάλασσα τη μέρα των Φώτων και τα ...μαγειρεύει κατά τρόπο ώστε εκείνη να πιάσει το Σταυρό. Αλησμόνητη σκηνή!...


Τη μουσική στην ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος βρισκόταν στην Αντίπαρο (μιλάμε για το 1960) με το υπόλοιπο συνεργείο και ηχογραφούσε μουσική και τραγούδια του νησιού, προκειμένου να εμπνευστεί για τα τραγούδια της ταινίας. Μεταξύ αυτών και "Το τραγούδι της βάρκας", όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του αγαπημένου "Θάλασσα πλατιά". Ο Χατζιδάκις "χάρισε" στην Αλίκη κι άλλο ένα τραγούδι σ' αυτή την ταινία, το "Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή". 
Όμως, από την ενασχόληση και καταγραφή του Χατζιδάκι της παραδοσιακής μουσικής της Αντιπάρου εκείνη την εποχή, προέκυψαν και τρία χαρακτηριστικά δημοτικοφανή συνθέματα που χρησιμοποιεί ο συνθέτης προς το τέλος της ταινίας, εκεί στη σκηνή με τις φωτιές τ' Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για τους μπάλλους: "σ' αυτή τη γειτονίτσα", "μπάλλος αφεντάδικος" και "τσαμπούνες". Το "Σ' αυτή τη γειτονίτσα" είναι σε στίχους του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος καταγόταν και από την Αντίπαρο και έγραψε κατά μίμηση παραδοσιακού τραγουδιού. 
Το τραγούδι ερμηνεύει η σπουδαία και ειδική στα νησιώτικα Αιμιλία Χατζηδάκη με τη συνοδεία χορωδίας.


Σ' αυτή τη γειτονίτσα 
σ' αυτή τη γειτονιά 
Αγάπησα μια νέα 
μ' ολόσγουρα μαλλιά 
Ούτε στον ήλιο βγαίνει 
ούτε και στη δροσιά 
Μα βγαίνει στο φεγγάρι 
και στην αστροφεγγιά

Ο "Μπάλλος αφεντάδικος" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μελωδία που μεταπλάθει ο Χατζιδάκις στο "Τραγούδι της Σειρήνας" (Με τ' άσπρο μου μαντήλι) σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ακούγεται δύο χρόνια αργότερα (1962) στην ταινία Aliki, my love. Ιδιοφυής και η σύλληψη και η διαφορετική χρήση. Το τραγούδι ερμήνευσαν στη δισκογραφία: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαίρη Λίντα (αναφέρομαι στις αρχικές ηχογραφήσεις).

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι "τσαμπούνες" νομίζω πως είναι το καθαρά παραδοσιακό κομμάτι. Ο Χατζιδάκις αφήνει τους λαϊκούς μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν σ΄ ένα ξέφρενο ρυθμό που τού είναι απαραίτητος για την κορύφωση της σκηνής. 
Παραθέτουμε εδώ αυτούς τους εξαίσιους τρεις μπάλλους του Χατζιδάκι από τη Μανταλένα, με την ευχή να αξιωθούμε να τους χορέψουμε κάποτε με πάθος. Πραγματικά ή στην φαντασία μας δεν έχει σημασία.


Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το λεγε έτσι φτηνά -, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΜΠΑΛΛΟΙ ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΗΝ "ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ" ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Θεοφάνεια σημαίνουν και ...Μανταλένα! 
Η θρυλική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στο ρόλο του παπα - Φώτη ο αξέχαστος Παντελής Ζερβός. 
Ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτιμηθεί θεολογικά η φιγούρα του παπά του νησιού στην ταινία, όπως την αποτύπωσε στο σενάριό του ο Γιώργος Ρούσσος.


Λένε ότι η ταινία βασίστηκε σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία, που μάλλον συνέβη στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε η ταινία ή και αλλού. Σε κάθε περίπτωση ο παπα - Φώτης δίνει ρεσιτάλ ήθους, ανθρωπιάς και παρεμβατικότητας στα πράγματα που δεν τ' αφήνει στην τύχη τους. Έτσι, αποφασίζει να χρίσει "ευλογημένη" την ορφανή και δακτυλοδεικτούμενη Μανταλένα πετώντας τη - κυριολεκτικά - στη θάλασσα τη μέρα των Φώτων και τα ...μαγειρεύει κατά τρόπο ώστε εκείνη να πιάσει το Σταυρό. Αλησμόνητη σκηνή!...


Τη μουσική στην ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος βρισκόταν στην Αντίπαρο (μιλάμε για το 1960) με το υπόλοιπο συνεργείο και ηχογραφούσε μουσική και τραγούδια του νησιού, προκειμένου να εμπνευστεί για τα τραγούδια της ταινίας. Μεταξύ αυτών και "Το τραγούδι της βάρκας", όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του αγαπημένου "Θάλασσα πλατιά". Ο Χατζιδάκις "χάρισε" στην Αλίκη κι άλλο ένα τραγούδι σ' αυτή την ταινία, το "Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή". 
Όμως, από την ενασχόληση και καταγραφή του Χατζιδάκι της παραδοσιακής μουσικής της Αντιπάρου εκείνη την εποχή, προέκυψαν και τρία χαρακτηριστικά δημοτικοφανή συνθέματα που χρησιμοποιεί ο συνθέτης προς το τέλος της ταινίας, εκεί στη σκηνή με τις φωτιές τ' Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για τους μπάλλους: "σ' αυτή τη γειτονίτσα", "μπάλλος αφεντάδικος" και "τσαμπούνες". Το "Σ' αυτή τη γειτονίτσα" είναι σε στίχους του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος καταγόταν και από την Αντίπαρο και έγραψε κατά μίμηση παραδοσιακού τραγουδιού. 
Το τραγούδι ερμηνεύει η σπουδαία και ειδική στα νησιώτικα Αιμιλία Χατζηδάκη με τη συνοδεία χορωδίας.


Σ' αυτή τη γειτονίτσα 
σ' αυτή τη γειτονιά 
Αγάπησα μια νέα 
μ' ολόσγουρα μαλλιά 
Ούτε στον ήλιο βγαίνει 
ούτε και στη δροσιά 
Μα βγαίνει στο φεγγάρι 
και στην αστροφεγγιά

Ο "Μπάλλος αφεντάδικος" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μελωδία που μεταπλάθει ο Χατζιδάκις στο "Τραγούδι της Σειρήνας" (Με τ' άσπρο μου μαντήλι) σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ακούγεται δύο χρόνια αργότερα (1962) στην ταινία Aliki, my love. Ιδιοφυής και η σύλληψη και η διαφορετική χρήση. Το τραγούδι ερμήνευσαν στη δισκογραφία: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαίρη Λίντα (αναφέρομαι στις αρχικές ηχογραφήσεις).

Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι "τσαμπούνες" νομίζω πως είναι το καθαρά παραδοσιακό κομμάτι. Ο Χατζιδάκις αφήνει τους λαϊκούς μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν σ΄ ένα ξέφρενο ρυθμό που τού είναι απαραίτητος για την κορύφωση της σκηνής. 
Παραθέτουμε εδώ αυτούς τους εξαίσιους τρεις μπάλλους του Χατζιδάκι από τη Μανταλένα, με την ευχή να αξιωθούμε να τους χορέψουμε κάποτε με πάθος. Πραγματικά ή στην φαντασία μας δεν έχει σημασία.


Copyright © ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΜΠΑΛΛΟΙ ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΗΝ ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Θεοφάνεια σημαίνουν και ...Μανταλένα! 
Η θρυλική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Στο ρόλο του παπα - Φώτη ο αξέχαστος Παντελής Ζερβός. 
Ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτιμηθεί θεολογικά η φιγούρα του παπά του νησιού στην ταινία, όπως την αποτύπωσε στο σενάριό του ο Γιώργος Ρούσσος.


Λένε ότι η ταινία βασίστηκε σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία, που μάλλον συνέβη στην Αντίπαρο όπου γυρίστηκε η ταινία ή και αλλού. Σε κάθε περίπτωση ο παπα - Φώτης δίνει ρεσιτάλ ήθους, ανθρωπιάς και παρεμβατικότητας στα πράγματα που δεν τ' αφήνει στην τύχη τους. Έτσι, αποφασίζει να χρίσει "ευλογημένη" την ορφανή και δακτυλοδεικτούμενη Μανταλένα πετώντας τη - κυριολεκτικά - στη θάλασσα τη μέρα των Φώτων και τα ...μαγειρεύει κατά τρόπο ώστε εκείνη να πιάσει το Σταυρό. Αλησμόνητη σκηνή!...


Τη μουσική στην ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος βρισκόταν στην Αντίπαρο (μιλάμε για το 1960) με το υπόλοιπο συνεργείο και ηχογραφούσε μουσική και τραγούδια του νησιού, προκειμένου να εμπνευστεί για τα τραγούδια της ταινίας. Μεταξύ αυτών και "Το τραγούδι της βάρκας", όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του αγαπημένου "Θάλασσα πλατιά". Ο Χατζιδάκις "χάρισε" στην Αλίκη κι άλλο ένα τραγούδι σ' αυτή την ταινία, το "Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή". 
Όμως, από την ενασχόληση και καταγραφή του Χατζιδάκι της παραδοσιακής μουσικής της Αντιπάρου εκείνη την εποχή, προέκυψαν και τρία χαρακτηριστικά δημοτικοφανή συνθέματα που χρησιμοποιεί ο συνθέτης προς το τέλος της ταινίας, εκεί στη σκηνή με τις φωτιές τ' Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για τους μπάλλους: "σ' αυτή τη γειτονίτσα", "μπάλλος αφεντάδικος" και "τσαμπούνες". Το "Σ' αυτή τη γειτονίτσα" είναι σε στίχους του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος καταγόταν και από την Αντίπαρο και έγραψε κατά μίμηση παραδοσιακού τραγουδιού. 
Το τραγούδι ερμηνεύει η σπουδαία και ειδική στα νησιώτικα Αιμιλία Χατζηδάκη με τη συνοδεία χορωδίας.


Σ' αυτή τη γειτονίτσα 
σ' αυτή τη γειτονιά 
Αγάπησα μια νέα 
μ' ολόσγουρα μαλλιά 
Ούτε στον ήλιο βγαίνει 
ούτε και στη δροσιά 
Μα βγαίνει στο φεγγάρι 
και στην αστροφεγγιά

Ο "Μπάλλος αφεντάδικος" δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μελωδία που μεταπλάθει ο Χατζιδάκις στο "Τραγούδι της Σειρήνας" (Με τ' άσπρο μου μαντήλι) σε στίχους Νίκου Γκάτσου και ακούγεται δύο χρόνια αργότερα (1962) στην ταινία Aliki, my love. Ιδιοφυής και η σύλληψη και η διαφορετική χρήση. Το τραγούδι ερμήνευσαν στη δισκογραφία: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαίρη Λίντα (αναφέρομαι στις αρχικές ηχογραφήσεις).


Οι "τσαμπούνες" νομίζω πως είναι το καθαρά παραδοσιακό κομμάτι. Ο Χατζιδάκις αφήνει τους λαϊκούς μουσικούς να αυτοσχεδιάσουν σ΄ ένα ξέφρενο ρυθμό που τού είναι απαραίτητος για την κορύφωση της σκηνής. 
Παραθέτουμε εδώ αυτούς τους εξαίσιους τρεις μπάλλους του Χατζιδάκι από τη Μανταλένα, με την ευχή να αξιωθούμε να τους χορέψουμε κάποτε με πάθος. Πραγματικά ή στην φαντασία μας δεν έχει σημασία.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΜΑΝΟΣ ΠΡΙΝ 50 ΧΡΟΝΙΑ... ΚΑΙΣΑΡ ΚΑΙ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ!


Σαν σήμερα, 23 Ιουλίου του 1996, έφυγε η Αλίκη.
Μόλις είχε γιορτάσει τα γενέθλιά της, ανήμερα του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου).
Στην Ιδιωτική Οδό διαβάστε για τον πρώτο χρυσό δίσκο της ελληνικής δισκογραφίας, που έκανε η Αλίκη με τον Μάνο Χατζιδάκι (τα τραγούδια για την ταινία "Το ξύλο βγήκε απ'τον παράδεισο"). Για τη μουσική σχέση Αλίκης και Μάνου διαβάστε το κατατοπιστικότατο κείμενο του φίλου Αλέξη Λιόλη εδώ.
Εδώ κάνω μια απλή αναφορά στη συνεργασία τους στο έργο του Bernard Shaw "Καίσαρ και Κλεοπάτρα", που παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο θέατρο "Κοτοπούλη - Rex". Πέρασαν κιόλας 50 χρόνια!... 
Το έργο ανέβηκε σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, σκηνικά και κοστούμια Νίκου Εγγονόπουλου και πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Τζαβαλά Καρούσο. Οι στίχοι των τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι. Η μουσική διδασκαλία τραγουδιστών και ορχήστρας της Έλλης Νικολαίδου. Τραγούδι: Ευγενία Συριώτη, Σπύρος Σακκάς, Ζωή Φυτούση, Γιώργος Κωνσταντίνου.


Ήταν η πρώτη θιασαρχική δουλειά της Αλίκης Βουγιουκλάκη, και ο θίασος ήταν από κοινού με τον Μ.Χατζιδάκι. Η Αλίκη ένιωθε ήδη εγκλωβισμένη στην εικόνα της και έκανε την πρώτη της προσπάθεια να ξεφύγει από αυτή, στήνοντας μια πολύ προσεγμένη παράσταση με τους εκλεκτότερους συνεργάτες. Ωστόσο το κοινό που σχεδόν δεν αναγνωρίζει την Αλίκη και σοκάρεται με τα τολμηρά ενδύματα της Κλεοπάτρας δεν προτιμά το έργο και δεν γεμίζει το τεράστιο θέατρο. Έτσι η παράσταση "κατεβαίνει" σχεδόν αμέσως, αλλά η μουσική του Χατζιδάκι παραμένει ως σήμερα μια υπέροχη μουσική Ροσσινικής υφής.


Σάββατο 8 Μαΐου 2010

ΑΛΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΝΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΔΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ


Eλληνικός κινηματογράφος σημαίνει οπωσδήποτε Αλίκη Βουγιουκλάκη και Μάνος Χατζιδάκις. Ο Χατζιδάκις, ακόμα κι αν δεν ήταν στις προθέσεις του, έκανε την Αλίκη τραγουδίστρια, και μάλιστα με "χρυσές" επιτυχίες, που εξακολουθούν να τραγουδιούνται και από τα παιδιά της σήμερον, 50 χρόνια μετά από την πρώτη τους εκτέλεση! Ιδού λοιπόν ο πρώτος χρυσός δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας!

Tα Νέα

Η αρχή της σχέσης τους έγινε το 1959 με την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε απ΄ τον παράδεισο» (ο πρώτος χρυσός δίσκος που δόθηκε στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας) για ν΄ ακολουθήσουν: «Το κλωτσοσκούφι» (1960) και η «Μανταλένα» (1960) σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, «Η Αλίκη στο ναυτικό» (1961) με τον Αλέκο Σακελλάριο, «Η Λίζα και η άλλη» (1961) με τον Ντίνο Δημόπουλο, τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» (1963), και το 1964 η χαμένη ταινία «Αliki my love» σε σκηνοθεσία του Rudolf Μate κ.ά.

Ο Χατζιδάκις βέβαια σε κάθε ευκαιρία ξεκαθάριζε ότι έγραψε τραγούδια για τις ταινίες του Φίνου για καθαρά βιοποριστικούς λόγους και ότι τα τραγούδια αυτά δεν εξέφραζαν το ζητούμενό του στην τέχνη της μουσικής. Ο,τι και να ήταν, η Αλίκη είχε την πρωτιά σε κομμάτια όπως «Εχω ένα μυστικό» (Χατζιδάκις, Σακελλάριος), «Η αγάπη θέλει δύο» (Μαμαγκάκης, Ντ. Δημόπουλος), «Θάλασσα Πλατιά» (Χατζιδάκις, Γ. Ρούσσος), «Θαλασσοπούλια μου» (Χατζιδάκις, Γκάτσος), «Λευτέρη» (Ξαρχάκος, Γκάτσος), «Μες σ΄ αυτή τη βάρκα» (Χατζιδάκις, Χατζιδάκις), «Το σύννεφο έφερε βροχή» (Χατζιδάκις, Γκούφας), «Πέρα στον πέρα κάμπο» (Πλέσσας, Ντ. Δημόπουλος), «Πόσο σ΄ αγαπώ» (Λοΐζος, Παπαδόπουλος) κ.ά.
Related Posts with Thumbnails