Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησιαστική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησιαστική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ο ΠΑΤΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με αριθμό 2659/4434/1462/14-10-1998, ορίστηκε όπως την δεύτερη Κυριακή του μηνός Ιανουαρίου, συνεορτάζεται ο Μέγας Βασίλειος με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του που αγίασαν, δηλαδή, μαζί με την γιαγιά του Μακρίνα, τους γονείς Βασίλειο και Εμμέλεια και τα τέκνα Γρηγόριο Νύσσης, Πέτρο επίσκοπο Σελευκείας, τον όσιο Ναυκράτιο και τις αδελφές Μακρίνα και Γοργονία. 


Ο πρώτος επίσημος εορτασμός της Αγίας Οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2000 στον Ιερό Ναό των Αγίων Βασιλείου του Μεγάλου και Κοσμά του Αιτωλού Νέας Φιλαδελφείας. 
Της πανηγυρικής Θ. Λειτουργίας προέστη ο μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος, συλλειτουργούντων του μακαριστού Μητροπολίτου Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας Κωνσταντίνου και του Επισκόπου Διαυλείας, νυν Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Δαμασκηνού. Την Ακολουθία της Αγίας Οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου συνέταξε ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, όσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. 


Φωτογραφίες από το αρχείο του αρχιμ. π. Τιμοθέου Ηλιάκη

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ


Παραθέτουμε ένα ξεχωριστό απόσπασμα από τον Επιτάφιο Λόγο που συνέγραψε και εκφώνησε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τον Μέγα Βασίλιεο, στο οποίο περιγράφει αναλυτικά την διαβίωσή τους στην Αθήνα κατά τα φοιτητικά τους χρόνια, όπως μεταφράστηκε από τον Αθανάσιο Κοτταδάκη και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός.


«… Μετὰ πηγαίνει στὸ Βυζάντιο–Κωνσταντινούπολη, τὴν πρωτεύουσα τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ φημιζόταν γιὰ τοὺς καλύτερους δασκάλους τῆς φιλοσοφίας καὶ τοὺς σοφιστές της, ὅπου χάρη στὴν εὐστροφία καὶ τὴ στὸ μεταξὺ ἀνάπτυξη τοῦ πνεύματός του ἀφομοιώνει πολύ γρήγορα ὅ,τι κρίνει καλύτερο. Καὶ ἀπὸ κεῖ, ὁ Θεὸς καὶ τὸ εὐλογημένο πάθος του γιὰ σπουδὲς τὸν ὁδηγοῦν στὴν ᾿Αθήνα, τὴν πηγὴ τῶν γραμμάτων καὶ τῆς σοφίας. Σ’ αὐτὴ τὴν ὄντως χρυσή πόλη, τὴν πρόξενο τῆς μεγαλύτερης εὐεργεσίας σὲ μένα. Γιατὶ ἐδῶ συνδέθηκα πολύ στενὰ μ’ αὐτὸν τὸν ἄνδρα, ποὺ βέβαια δὲ μοῦ ἦταν ἄγνωστος καὶ πρίν. Καὶ ‘κεῖ ποὺ πήγαινα ἁπλῶς γιὰ σπουδές κέρδισα τὴν ἴδια τὴν εὐτυχία! Κατὰ ἕνα τρόπο ἔπαθα ὅ,τι ὁ Σαούλ, τότε ποὺ ἔψαχνε γιὰ τοῦ πατέρα του τὶς ὄνους, καὶ κέρδισε τὴ Βασιλεία, καὶ μὲ ἔργο μικρὸ καὶ δεύτερο ἀντάλλαξε ἀγαθὸ μεγάλο καὶ πρῶτο! 
Ὡς ἐδῶ τὸ ἐγκώμιο αὐτοῦ τοῦ ἄνδρα κινήθηκε νομίζω καλά, ἀπὸ δρόμο ὁμαλὸ εὐκολοδιάβατο, σὰν ἀπὸ βασιλικὴ λεωφόρο. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ὅμως ὁ δρόμος γίνεται ἀνηφορικός, αἰσθάνομαι νὰ μὴν ξέρω πρὸς τὰ ποῦ νὰ στραφῶ καὶ πῶς νὰ μιλήσω. Ὁ λόγος μου ἔφτασε στὸ χρόνο ἐκεῖνο καὶ τὸ σημεῖο ὅπου θὰ ἤθελα νὰ πῶ πολλά, νὰ παραθέσω μερικά πράγματα προσωπικά, νὰ ἐξηγήσω ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε καὶ πῶς στήθηκε ἡ μεταξύ μας φιλία ἢ γιὰ νὰ τὸ πῶ πιὸ σωστά, αὐτὴ τῶν δυό μας ἡ σύμπνοια καὶ ὁ τέλειος ἀδελφικὸς δεσμός μας. Νιώθω ἐδῶ ὅ,τι καὶ τὸ μάτι ὅταν βλέπει κάτι εὐχάριστο καὶ δὲν θέλει νὰ τὸ ἀφήσει. Κι ἂν ἀναγκαστεῖ νὰ ἀπομακρυνθεί, γυρίζει κάθε τόσο καὶ κοιτάζει πίσω! Καὶ ὁ λόγος ἀντίστοιχα θέλγεται νὰ γυρίζει σὲ εὐχάριστες διηγήσεις. Φοβοῦμαι λοιπὸν ὅτι εἶναι δύσκολο τὸ ἐγχείρημα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ κινηθῶ σὲ κάποια λογικὰ ὅρια καὶ πλαίσια. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴ πῶ καὶ κάτι. Νικιέμαι, τὸ ὁμολογῶ ἀπὸ αὐτὸ τὸν πόθο καὶ ἐλπίζω νὰ μοῦ συγχωρεθεῖ αὐτὴ ἡ ἀδυναμία. Μιὰ ἀδυναμία, θαρρῶ, ἀπὸ ὅλες πιὸ δίκαιη, καὶ στὴν ὁποία ὅσοι ἔχουν κοινὸ νοῦ κατανοοῦν ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶναι πιὸ μεγάλη ἡ ζημιὰ νὰ μὴν ἐνδώσεις! 
Ἡ ᾿Αθήνα μᾶς εἶχε τότε δεχτεῖ σὰν ἑνὸς ποταμοῦ τὸ ρέμα! Εἴχαμε ξεκινήσει ἀπὸ τὴν ἴδια πηγή, τὴν κοινὴ πατρίδα μας Καππαδοκία, καὶ ὅπως ἐκεῖνο, ἀφοῦ καθένας μας διέσχισε διαφορετικές χῶρες ἀπὸ ἔρωτα γιὰ σπουδὴ καὶ γνώση, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ βρεθοῦμε πάλι στὸ ἴδιο σημεῖο. Εἶχα φτάσει νωρίτερα ἐγὼ καὶ κάποιο χρόνο μετὰ ἦρθε κι ἐκεῖνος, ποὺ τὸν περίμενα μὲ πολλὲς προσδοκίες. Πολλοὶ μιλοῦσαν γι’ αὐτὸν πρὶν ἀκόμα φτάσει, κάποιοι μάλιστα θεωροῦσαν ἐπιτυχία τους νὰ μαντέψουν σωστὰ τί πρόκειται νὰ σπουδάσει. Καὶ δὲν εἶναι ἴσως περιττὸ ἐδῶ, ἔτσι γιὰ νὰ διανθίσω τὸ λόγο, νὰ παραθέσω μιὰ σύντομη διήγηση, νὰ τὴ θυμίσω σὲ κάποιους ποὺ ἴσως τὴ γνωρίζουν, νὰ τὴν ἀκούσουν ὅσοι τὴν ἀγνοοῦν καὶ νὰ βγάλουν τὰ συμπεράσματά τους. 
Οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι τῆς ᾿Αθήνας, καὶ οἱ πιὸ ἄμυαλοι ἴσως, θὰ ἔλεγα ὅτι ἔχουν καταληφθεῖ ἀπὸ μιὰ μανία νὰ σπουδάσουν στοὺς σοφιστές -«σοφιστομανοῦσιν». Όχι μόνο αὐτοὶ ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄσημες οἰκογένειες, ἀλλὰ κι ἐκεῖνοι ποὺ κατάγονται ἀπὸ ἐπιφανεῖς καὶ ὀνομαστές. Ὅλοι αὐτοὶ ἀπαρτίζουν ἕνα ἑτερόκλητο πλῆθος, τὸ ὁποῖο δύσκολα μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τὸ νεανικὸ αὐθορμητισμό του. Οἱ ἐκδηλώσεις τους θὰ ἔλεγα εἶναι ἀντίστοιχες μὲ κεῖνες τῶν θεατῶν ποὺ ὑποστηρίζουν στὸν ἱππόδρομο διαφορετικοὺς ἀναβάτες. Καὶ ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὶς θέσεις τους, κραυγάζουν, πετᾶνε χώματα ψηλά, κάνουν πὼς ἡνιοχοῦν, πὼς χτυποῦν στὸν ἀέρα, πὼς λύνουν καὶ δέ- νουν τὰ ἄλογα χρησιμοποιώντας γιὰ λουριὰ τὰ δάχτυλά τους. Χωρὶς νὰ κατέχουν τίποτα, κάνουν πὼς ἀνταλλάσσουν μὲ τὴν πᾶσα εὐκολία ἡνίοχους, ἄλογα, σταύλους, ἐπόπτες τῶν ἀγώνων. Καὶ ὅλα αὐτὰ ποιοί; Ὄχι σπάνια νέοι ἄποροι καὶ φτωχοί, νέοι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἐξασφαλίσουν οὔτε τὸ φαγητὸ τῆς ἡμέρας. Κάτι σχετικό, ἀδέξια μᾶλλον καὶ ἄτεχνα κάνουν αὐτοὶ οἱ νέοι καὶ γιὰ νὰ τραβήξουν ὅσο μποροῦν πιὸ πολλοὺς σπουδαστές στοὺς δικούς τους δασκάλους, θὰ ἔλεγα, ἔτσι σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ βοηθηθοῦν οἰκονομικά. Τὸ πράγμα θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτο, ἂν ὄχι καὶ πονηρό. Γιατὶ πιάνουν ἀπὸ πρὶν πόλεις, δρόμους, λιμάνια, πεδιάδες, ἀκόμα καὶ ὑψώματα καὶ μέρη ἀπόκεντρα σὲ ὅλη τὴν ᾿Αττικὴ καὶ τὴν ἄλλη Ἑλλάδα καὶ παρακολουθοῦν τοὺς περισσότερους κατοίκους –τοὺς ἔχουν μοιράσει ἀνάλογα μὲ τὶς σπουδὲς ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν– ἀποβλέποντας νὰ μάθουν ποιός τυχόν θὰ ἔρθει καὶ τί πρόκειται νὰ σπουδάσει. 


Ὅταν λοιπὸν φτάνει στὴν ᾿Αθήνα γιὰ σπουδές κάποιος νέος, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, πέφτει στὰ χέρια ἐκείνων ποὺ ἔχουν τὶς σχετικές πληροφορίες καὶ τὸν πιάνουν πρῶτοι. Καὶ τότε ἀκολουθεῖ κάτι σὰν ἔθιμο καὶ παιχνίδι ᾿Αττικό, κάτι μεταξύ σοβαροῦ καὶ ἀστείου. ᾿Αρχικὰ κάποιος ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἔπιασαν, καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι γνωστός, φίλος, συγγενής, συμπατριώτης του ἢ κάποιος παράγοντας τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης τῶν καθηγητῶν ἀμειβόμενος ἀπὸ τὴ σχολή, ἀναλαμβάνει νὰ τὸν κατατοπίσει. Κατόπιν παίρνουν τὸ νεοφερμένο καὶ τὸν ὑποβάλλουν σὲ ἕνα ὁμαδικὸ καταιγισμὸ πειραγμάτων ὡς καὶ ἀπειλῶν, ἔτσι γιὰ νὰ τοῦ σπάσουν τὸ ἠθικὸ καὶ νὰ τὸν βάλουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸ χέρι. ῎Αλλων τὰ πειράγματα εἶναι εὐγενικὰ καὶ πολιτισμένα καὶ ἄλλων κακόγουστα καὶ χοντροκομμένα, ἀνάλογα μὲ τὸ ἀπὸ ποῦ καὶ τί εἶναι ὁ καθένας, ἐκλεπτυσμένος ἀστὸς ἢ χωρικὸς ἀγροῖκος. Ὅσοι φτάνουν στὴν ᾿Αθήνα ἐντελῶς ἀνίδεοι, θεωροῦν τὸ ἔθιμο τρομερὸ καὶ βάρβαρο, ἐνῶ ὅσοι ἔρχονται κάπως προϊδεασμένοι τὸ βρίσκουν πολὺ εὐχάριστο καὶ τὸ διασκεδάζουν. Γιατὶ τὸ βάρος τῆς ὑπόθεσης πέφτει στὴν ὅλη σκηνοθεσία καὶ τὰ πειράγματα. Καθώς κι αὐτὲς ἀκόμα οἱ ἀπειλὲς δὲν ἐκτοξεύονται γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν, ἀλλὰ ἔτσι γιὰ νὰ γίνει ὁ συνηθισμένος νεανικός θόρυβος καὶ ἡ σχετικὴ φασαρία. Κατόπιν τὸν παίρνουν καὶ τὸν ὁδηγοῦν μὲ πομπὴ στὰ λουτρὰ περνώντας ἀπὸ τὴν ἀγορά, τὸ κέντρο τῆς πόλης. Μπροστὰ πηγαίνει ἡ ὁμάδα ποὺ ὁδηγεῖ τὴν πομπή, συντεταγμένη σὲ δυάδες ποὺ κρατοῦν ἴση ἀπόσταση ἡ μιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὅταν πλησιάζουν στὰ λουτρά, ἀρχίζουν νὰ φωνάζουν, νὰ χοροπηδοῦν, νὰ καταλαμβάνονται ἀπὸ ἔξαλλο ἐνθουσιασμό, ἐνῶ ἀκούγονται κραυγὲς ποὺ παραγγέλλουν νὰ σταματήσει ἡ πορεία, γιατὶ τάχα τοὺς ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὰ λουτρά. Αὐτὸ εἶναι κάτι σὰν συνθηματικό, καὶ ἀρχίζουν νὰ χτυποῦν τὶς πόρτες ἄγρια καὶ νὰ κάνουν τέτοια φασαρία γιὰ νὰ τρομοκρατηθεῖ ἀκόμα πιὸ πολὺ ὁ νεοφερμένος. Ώσπου κάποια στιγμὴ ἀνοίγονται οἱ πόρτες καὶ περνάει στὰ λουτρά. Μετὰ τὸ λουτρὸ εἶναι πιὰ ἐλεύθερος, γίνεται δεκτὸς ὡς ἰσότιμος στὴ φοιτητική συντροφιὰ καὶ θεωρεῖται ἄνθρωπος δικός τους, πράγμα τὸ ὁποῖο βέβαια εἶναι γι' αὐτὸν καὶ τὸ πιὸ εὐχάριστο μέρος τῆς τελετῆς. 
Ὅταν λοιπὸν ἔμαθα ὅτι ἔρχεται ὁ δικός μου Μέγας Βασίλειος φρόντισα νὰ τὰ προλάβω ὅλα αὐτά. Πῆγα καὶ τὸν ὑποδέχτηκα προσωπικὰ μὲ τὸ σεβασμὸ ποὺ ταίριαζε σὲ ἄνθρωπο ὑψηλοῦ ἤθους καὶ ἰδιαίτερα σοβαρό. Ἔπεισα μάλιστα καὶ κάποιους ἄλλους σπουδαστές ποὺ δὲν τὸν γνώριζαν νὰ κινηθοῦν στὴν ἴδια γραμμή, νὰ τηρήσουν ἀνάλογη στάση. Κι ἐκεῖνοι ἀνταποκρίθηκαν, καθὼς μὲ τὸ ποὺ τὸν εἶδαν κατάλαβαν ὅτι ὄντως ἦταν πρόσωπο ποὺ ἐνέπνεε σεβασμό, ὅπως οἱ φῆμες τὸ εἶχαν προφτάσει. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι σχεδὸν μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅσους εἶχαν ἔρθει τότε στὴν ᾿Αθήνα ἀπέφυγε αὐτὸ τὸ ἔθιμο καὶ ἔγινε δεκτὸς μὲ πιὸ μεγάλη τιμὴ ἀπὸ ἐκενην ποὺ συνηθιζόταν γιὰ τοὺς νεοφερμένους. 
Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῆς φιλίας μας, ἀπὸ δῶ ξεπετάχτηκε ἡ σπίθα τῆς ἀδελφικῆς σχέσης καὶ ἀληθινῆς ἀγάπης ποὺ πλήγωσε ἀμοιβαῖα τὴν καρδιά μας. Κατόπιν συνέβη κάτι ὄχι εὐχάριστο, ἀλλὰ δὲ θὰ τὸ παραλείψω. Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι οἱ ᾿Αρμένιοι δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς ἄνθρωποι, ἀλλὰ κρυψίνοες καὶ ὕπουλοι. Κάποιοι λοιπὸν ἀπὸ αὐτούς, πολὺ γνωστοὶ καὶ φίλοι του, παλαιοί μαθητὲς τοῦ πατέρα του καὶ συμμαθητές του –εἶχαν φοιτήσει στὸ ἴδιο σχολεῖο- τὸν πλησίασαν τάχα φιλικά –τὸν ζήλευαν μᾶλλον, παρὰ τὸν συμπαθοῦσαν– καὶ ἄρχισαν νὰ τοῦ κάνουν διάφορες ἐρωτήσεις πιὸ πολὺ μὲ διάθεση ἐριστική, πίστευαν ὅτι τώρα ποὺ ἦταν στὴν ἀρχὴ θὰ μποροῦσαν εὔκολα νὰ τὸν νικήσουν. Ἤξεραν ἀπὸ παλιὰ πόσο ἔξυπνος ἦταν καὶ ἤθελαν, φαίνεται, νὰ τὸν ταπεινώσουν, καθὼς ἀπὸ τότε δὲν ἄντεχαν νὰ τὸν βλέπουν νὰ ξεχωρίζει. Τώρα μάλιστα ποὺ σχεδὸν κόντευαν νὰ φορέσουν τὸ φιλοσοφικό τρίβωνα καὶ ἀσκοῦνταν νὰ ἀποστομώνουν τοὺς ἄλλους, θεωροῦσαν πολύ ταπεινωτικὸ γι' αὐτοὺς νὰ μὴ φανοῦν ἀνώτεροι ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ τὸ νεοφερμένο ξένο! 
Ἐγὼ πάλι ἐρωτευμένος κυριολεκτικὰ μὲ τὴν ᾿Αθήνα ὁ ἀνόητος –στὴν ἀρχὴ δὲν εἶχα καταλάβει ὅτι τοὺς κινοῦσε ὁ φθόνος, μὲ εἶχε ξεγελάσει τὸ ὑποκριτικὸ ὕφος τους– ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ νικημένοι πιὰ ἀπὸ κεῖνον εἶχαν γυρίσει τὴν πλάτη καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ φύγουν –ἀδυνατώντας νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι μέσα σε λίγα λεπτὰ εἶχε σβήσει στὸ πρόσωπό τους καὶ εἶχε ντροπιαστεῖ ἡ δόξα τῆς ᾿Αθήνας– πῆρα τὸ μέρος τους, ξανάφερα τὴ συζήτηση στὴν ἀρχικὴ βάση της, τοὺς ὑποστήριξα ἀνοιχτά –σὲ τέτοιες περιπτώσεις καὶ μιὰ ἀσήμαντη βοήθεια μπορεῖ νὰ τὰ ἀλλάξει ὅλα– καὶ γιὰ νὰ τὸ πῶ σὲ γλώσσα ὁμηρική, «ἴσας ὑσμίνῃ τὰς κεφαλάς», τουτέστιν ἐξισορρόπησα τὴ διαφωνία! 
Ὅταν ὅμως κατάλαβα ποῦ ἤθελαν νὰ τὸ πᾶνε, πράγμα ποὺ δὲν κρυβόταν πιὰ καὶ δὲν ἄργησε νὰ φανεῖ, ἄλλαξα ἀμέσως στάση, «ἀνέκρουσα πρύμναν», συντάχθηκα μὲ τὸ μέρος του καὶ συντέλεσα ἀποφασιστικὰ στὴ νἱκη. Ἐκεῖνος ἀμέσως μπῆκε στὸ νόημα –ἦταν πολὺ πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τὸν καθένα- εὐχαριστήθηκε, ἐνθουσιάστηκε, καὶ γιὰ νὰ τὸ περιγράψω πάλι ὁλότελα ὁμηρικά, «ἔφεπε κλονέων τῷ λόγῳ», ἐπέλασε μὲ λόγο δυνατό, κλόνισε αὐτοὺς τοὺς ψευτοπαληκαράδες καὶ δὲ σταμάτησε νὰ τοὺς κατακεραυνώνει μὲ ἐπιχειρήματα ἀκαταμάχητα, ὥσπου τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν ἀγώνα καὶ νὰ κερδίσει καθαρὰ τὴ νίκη! Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀπετέλεσε τὴ δεύτερη τῆς φιλίας μας ὄχι σπίθα πιά, ἀλλὰ ἀληθινὸ πυρσὸ ποὺ ἔκαιγε ὁλόλαμπρος στὸν ἀέρα. 
Ἔφυγαν ἄπρακτοι αὐτοὶ καὶ καταμέμφονταν ἀρχικὰ τοὺς ἑαυτούς τους λέγοντας ὅτι εἶχαν ἐνεργήσει ἀπερίσκεπτα. Κατόπιν ὅμως τὰ ἔβαλαν μαζί μου κατηγορώντας με ὅτι τοὺς εἶχα ὑπονομεύσει. Ἔφτασαν μάλιστα νὰ μὲ ἐχθρεύονται ἀνοιχτὰ καὶ νὰ μὲ ἀποκαλοῦν προδότη αὐτῶν καὶ τῆς ᾿Αθήνας. Δὲν τὸ ἄντεχαν, βλέπετε, ποὺ εἶχαν ξεσκεπαστεῖ καὶ εἶχαν ντροπιαστεῖ ἀπὸ κάποιον ποὺ δὲν εἶχε προλάβει καλά - καλὰ νὰ πατήσει τὸ πόδι του καὶ νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὸ περιβάλλον. Ἐκεῖνος πάλι –ἀνθρώπινο αὐτὸ γιὰ κάποιον ποὺ κάνει μεγάλα ὄνειρα γιὰ κάτι καὶ ὅταν ξαφνικὰ τὸ πετύχει τοῦ φαίνεται κατώτερο ἀπὸ ὅ,τι προσδοκοῦσε– ἔγινε μελαγχολικὸς καὶ δυσανασχετοῦσε καὶ δὲ συγχωροῦσε στὸν ἑαυτο του ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἔρθει στὴν ᾿Αθήνα. ᾿Αποζητοῦσε τὸ χαμένο του ὄνειρο καὶ ἀποκαλοῦσε τὴν ᾿Αθήνα «κούφια εὐτυχία». 
Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, βέβαια, τοῦ ξαλάφρωνα ὅσο μποροῦσα πιὸ πολὺ τὸ βάρος τῆς στενοχώριας μιλώντας του λογικὰ μὲ σειρὰ ἐπιχειρημάτων. Προσπαθοῦσα νὰ τοῦ ἐξηγήσω πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει κανεὶς ἀμέσως τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅτι χρειάζεται νὰ περάσει κάποιος καιρός, νὰ σχετιστεῖ μαζί του, νὰ τὸν γνωρίσει καλύτερα. Ἐπίσης ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ βγάλει συμπεράσματα γιὰ τὴ μόρφωσή του, ὅσο κι ἂν τὸ προσπαθήσει ἀπὸ μερικὰ στοιχεῖα μοναχά καὶ μέσα σὲ λίγο χρόνο. Ἔτσι τὸν βοήθησα σιγά-σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἠρεμία του. ᾿Απὸ κεῖ καὶ πέρα ἀκολουθώντας ἀμοιβαῖα ὁ ἕνας τὸ παράδειγμα τοῦ ἄλλου συνδεθήκαμε πιὸ πολὺ ἀκόμα. 
Κι ὅταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καταλάβαμε πόσο ἀληθινὴ καὶ βαθιὰ ἦταν ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς συνέδεε μεταξύ μας, καθὼς κοινή μας προοπτικὴ ἦταν ἡ ἄσκηση στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, τότε εἶναι ποὺ γινήκαμε τὰ πάντα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, ὁμόστεγοι, ὁμοτράπεζοι, ἕνας οἱ δύο, καὶ μὲ ἕνα στόχο, αὐτὴ ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη μας συνεχῶς νὰ δυναμώνει, νὰ γίνεται πιὸ θερμὴ καὶ πιὸ σταθερή. Οἱ φυσικοί, οἱ ἀνθρώπινοι ἔρωτες, ἐπειδὴ συνήθως βασίζονται σὲ πράγματα ποὺ περνοῦν, περνοῦν κι αὐτοὶ καὶ φεύγουν καὶ μαραίνονται σὰν τῆς ἄνοιξης τὰ κρίνα. Καὶ ὅπως ἡ φλόγα ποὺ κρατᾶ ὅσο κρατοῦν τὰ ξύλα καὶ μετὰ σβήνει καὶ χάνεται μαζὶ μ’ ἐκεῖνα ποὺ τὴ συντηροῦσαν, ἔτσι κι αὐτοὶ χάνονται μόλις μαραθεῖ τοῦ προσώπου ή ὀμορφιὰ ποὺ τὴ φλόγα τοῦ πόθου εἶχε ἀνάψει. Οἱ θεῖοι ἔρωτες ὅμως ἔχουν τοῦτο τὸ ξεχωριστό, θεμελιώνονται σὲ στέρεη βάση, γιὰ τοῦτο καὶ εἶναι πιὸ μόνιμοι. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ δυὸ ψυχὲς ἡ μία προσεγγίζει τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἄλλης, τόσο περισσότερο συνδέονται μεταξύ τους, γιατὶ ἀγαποῦν τὰ ἴδια πράγματα καὶ ἔχουν τὴν ἀρετὴ ὡς ὑψηλό τους στόχο. Αὐτὴ ἦταν ἡ βάση τοῦ δικοῦ μας ἀδελφικοῦ ἔρωτα. Καὶ αἰσθάνομαι βέβαια ὅτι ξεπερνῶ τὰ ὅρια τοῦ χρόνου καὶ τοῦ μέτρου, καὶ δὲν ξέρω ἴσως καὶ πῶς ἔφτασα νὰ παρεμβάλω αὐτὰ ποὺ λέω, ὅμως καὶ δὲν μπορῶ νὰ κρατηθῶ καὶ νὰ μὴ συνεχίσω. Κάθε φορὰ ποὺ παρεμβάλλω κάτι, εἶναι γιατὶ τὸ θεωρῶ ἀπαραίτητο κι ἀνώτερο ἀπὸ ὅσα πιὸ πρὶν ἔχω ἐκθέσει… 
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ρυθμίσαμε τὶς μεταξύ μας σχέσεις. Καὶ καθὼς λέει ὁ Πίνδαρος στηρίξαμε τὸ σπιτικὸ τῆς φιλίας μας σὲ τοίχους ὄμορφους καὶ χρυσές κολῶνες! Καὶ συνεχίσαμε τὴν πορεία μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑνὸς γιὰ τὸν ἄλλο. ᾿Αλήθεια, πῶς μπορῶ νὰ τὰ θυμᾶμαι αὐτὰ καὶ νὰ μὴ δακρύζω! Εἴχαμε τὰ ἴδια ὡραῖα ὄνειρα, καὶ ζῆλο γιὰ σπουδὲς ἰσοδύναμο, πράγμα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει αἰτία καὶ ἀφορμὴ γιὰ φθόνο. Ὁ φθόνος ὅμως ἀνάμεσά μας δὲ βλάστησε, ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα μονάχα! Ὁ ἀγώνας καὶ τῶν δυό μας εἶχε ἐπικεντρωθεῖ ὄχι στὸ ποιός θὰ πάρει τὸ βραβεῖο, ἀλλὰ στὸ ποιός θὰ βρεῖ τὸν καλύτερο τρόπο νὰ παραχωρήσει τὸ πρωτεῖο στὸν ἄλλο! Καθένας μας ἐπιτυχία δική του θεωροῦσε τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἄλλου! Ὄντως ζούσαμε σὰν μιὰ ψυχὴ σὲ δυὸ σώματα! Κι ἂν ὡς χριστιανοὶ ἀρνούμαστε τὴ γνωστὴ πανθεϊστικὴ ἀντίληψη τοῦ ᾿Αναξαγόρα ὅτι «ὅλα εἶναι μέσα σὲ ὅλα», στὴν περίπτωση τῶν δυό μας αὐτὸ ἔβγαινε ἀληθινό, αἰσθανόταν πραγματικὰ ὁ καθένας μας ὅτι ζεῖ καὶ μέσα καὶ πλάι στὸν ἄλλο! Μιὰ ἦταν ἡ φροντίδα καὶ τῶν δύο, ἡ πρόοδος στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς, ἡ ζωὴ μὲ τὴν προοπτικὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τὸ νὰ ζοῦμε ἐδῶ σὰν νὰ εἴμαστε κιόλας ἐκεῖ! Σ’ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ εἴχαμε προσανατολίσει καὶ τὴν ὅλη μας ζωὴ καὶ τὴν κάθε μας πράξη. 
Μιὰ ἐντολὴ νιώθαμε νὰ μᾶς καθοδηγεῖ, ὅτι ὀφείλει νὰ παρακινεῖ στὴν ἀρετὴ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο! Κι ἂν δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, σὲ ὅ,τι τουλάχιστον μὲ ἀφορᾶ, καθένας μας εἶχε κανόνα, μέτρο καὶ κριτήριο γιὰ τὸ λάθος καὶ τὸ σωστὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴν πράξη, τὸ παράδειγμα πιὸ γενικά τοῦ ἄλλου! Μὲ τοὺς συμφοιτητές μας κάναμε συντροφιά, φίλους ὅμως εἴχαμε ὄχι ἐκείνους ποὺ τὸ εἶχαν ρίξει στὴ γλυκιὰ ζωὴ καὶ τὴν ἀσωτία, ἀλλὰ τοὺς πιὸ συνετούς, ὄχι τοὺς ἐριστικοὺς καὶ φιλόνεικους, ἀλλὰ τοὺς φιλήσυχους καὶ εἰρηνικούς, αὐτοὺς ποὺ ἦταν πολὺ ὠφέλιμη ἡ συντροφιά τους. Γνωρίζαμε ὅτι πιὸ εὔκολα μιμεῖται κανεὶς τὸ κακὸ παρὰ μεταδίδει τὸ καλό, ὅπως πιὸ εὔκολα μπορεῖ νὰ κολλήσει μιὰν ἀρρώστια, παρὰ νὰ χαρίσει τὴν ὑγεία. Καὶ σὲ ὅ,τι ἀφοροῦσε στὰ μαθήματα, δὲ μᾶς ἐνθουσίαζαν τὰ εὔκολα κι εὐχάριστα, μᾶς εὐχαριστοῦσαν πιὸ πολὺ τὰ δύσκολα καὶ ἀνώτερα. Τοῦτο γιατὶ κι αὐτὰ μποροῦν νὰ βοηθήσουν τοὺς νέους νὰ διαμορφώσουν χαρακτήρα ἐνάρετο ἢ νὰ τοὺς παρωθήσουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῆς κακίας. 
Δυό δρόμους γνωρίζαμε πολύ καλὰ στὴν ᾿Αθήνα! Ὁ πρῶτος καὶ πιὸ σημαντικὸς ὁδηγοῦσε στὴν Ἐκκλησία, στοὺς ἐκεῖ ἱερεῖς καὶ πνευματικούς, ὁ δεύτερος, καὶ ὄχι τῆς ἴδιας ἀξίας, στὸ Πανεπιστήμιο καὶ τοὺς δασκάλους τῆς Ἑλληνικῆς γνώσης καὶ παιδείας. Ὅλους τοὺς ἄλλους δρόμους τοὺς χαρίσαμε σὲ κείνους ποὺ ἀγαποῦσαν τὶς γιορτές, τὰ θέατρα, τὰ πανηγύρια καὶ τὶς διασκεδάσεις. Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι τίποτα δὲν ἀξίζει στὴ ζωὴ καὶ οὔτε εἶναι σπουδαῖο, ἂν δὲν προάγει τὴν ἀρετή, ἂν δὲ βοηθεῖ ὅσους τὸ ἀκολουθοῦν νὰ γίνονται καλύτεροι. 
Κάθε ἄνθρωπος κρατάει κάποιο ὄνομα ποὺ σχετίζεται μὲ τὶς ἀξίες ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του ἢ τὸ κατέκτησε μόνος του ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἀσκεῖ, ἀπὸ τὶς δραστηριότητές του. Ὅμως γιὰ μᾶς τὸ πιὸ μεγάλο ὄνομα καὶ προσὸν ἦταν ὅτι λεγόμασταν καὶ ἤμασταν χριστιανοί. Ἐμεῖς αὐτὸ τὸ θεωρούσαμε ἀνώτερο κι ἀπὸ τὸ δαχτυλίδι τοῦ Γύγη, ἐκεῖνο μὲ τὴν περιστρεφόμενη σφενδόνα –ἂν βέβαια δὲν πρόκειται γιὰ παραμύθι, ποὺ τὸν βοήθησε νὰ γίνει βασιλιὰς τῶν Λυδῶν, ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ χρυσάφι μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποιήθηκε ἡ εὐχὴ τοῦ Μίδα, ἀλλὰ καὶ ἔγινε ἡ αἰτία τοῦ χαμοῦ του, καθὼς ὅ,τι ἔπιανε γινόταν χρυσός κι αὐτὸ ὅπως λέει ἄλλος μύθος, Φρυγικὸς τώρα. Καὶ νὰ μὴν ἐπεκταθῶ νὰ πῶ κι ἀπὸ τὸ βέλος τοῦ Σκύθη ῎Αβαρη ἢ τὸν ᾿Αργεῖο Πήγασο, ποὺ δὲν πετοῦσαν τόσο ψηλά, ὅσο μπορούσαμε νὰ ὑψωθοῦμε ἐμεῖς στὸ Θεὸ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἄλλου! Νὰ πῶ ὅμως ἀκόμα, πολὺ ἁπλὰ καὶ σύντομα, ὅτι ἄλλους μπορεῖ καὶ νὰ τοὺς ἔβλαψαν οἱ σπουδὲς στὴν Ἀθήνα. Μὲ ἄλλα λόγια νὰ δεχτῶ ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόσο λαθεμένη ἡ σχετικὴ ἀντίληψη κάποιων εὐσεβῶν χριστιανῶν, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι εἶναι ἡ πιὸ πλούσια σὲ πλοῦτο κακό, ἐννοῶ σὲ εἴδωλα, πόλη ὅλης τῆς Ἑλλάδας. Οὔτε βρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἐπηρεαστεῖ ἢ καὶ νὰ παρασυρθεῖ ἀκόμα κανεὶς ἀπὸ τοὺς τόσους ὑμνητὲς καὶ ὑπερασπιστὲς καὶ μύστες τους. Ἐμεῖς ὅμως δὲν ἐπηρεαστήκαμε καθόλου, οὔτε βέβαια καὶ παρασυρθήκαμε ἀπὸ τοῦτα ἢ ἀπὸ κείνους. Εἴχαμε ἀρκετὸ μυαλό, καὶ πίστη σταθερὴ καὶ κατοχυρωμένη. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα, καὶ μὴ φανεῖ παράδοξο αὐτό, ἀπὸ ὅσα ἀκούγαμε καὶ βλέπαμε νὰ συμβαίνουν γύρω μας, γινόμασταν πιὸ σταθεροὶ στὴν πίστη, καταλαβαίναμε ἀκόμα πιὸ πολὺ πόσο ἀπατηλὰ καὶ ψεύτικα εἶναι τὰ εἴδωλα καὶ και καταφρονούσαμε αὐτὰ τὰ δαιμονικὰ στὸν ἴδιο αὐτὸ τόπο, ὅπου θαυμάζονταν καὶ τιμώνταν! Κι ἂν ὑπάρχει ἢ ἔστω ἂν πιστεύεται ὅτι ὑπάρχει ποταμὸς ποὺ κυλάει μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα τὰ γλυκά νερά του ἢ ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ μένει ἄθικτος πάνω σὲ φωτιὰ ποὺ τὰ κατακαίει ὅλα, αὐτὸ ἤμασταν ἐμεῖς ἀνάμεσα στοὺς συνομηλίκους μας! 
Καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτό! Τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι σχηματίστηκε γύρω ἀπὸ μᾶς μιὰ σπουδαία συντροφιὰ σπουδαστῶν καὶ νέων μὲ ἀρχηγὸ καὶ πνευματικὸ ὁδηγὸ ἐκεῖνον, ποὺ τὴν εὐχαριστοῦσαν ὅσα εὐχαριστοῦσαν κι ἐκεῖνον! Καὶ ὅπου βέβαια ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι μπροστά του μοιάζαμε μὲ πεζοὺς ποὺ τρέχουν πλάι σὲ Λυδικὸ ἄρμα, ἂν ἡ εἰκόνα αὐτὴ μπορεῖ νὰ δείξει τὴ διαφορὰ πορείας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἤθους ἐκείνου. Ἀπ’ αὐτὰ γίναμε γνωστοὶ στοὺς καθηγητὲς καὶ τοὺς συναδέλφους καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, στοὺς πιὸ ἐπιφανεῖς Ἕλληνες μάλιστα. Ἡ φήμη μας βγῆκε καὶ παρὰ ἔξω, ὅπως φαίνεται πιὰ ἀπὸ τὶς διηγήσεις πολλῶν. Οἱ καθηγητές μας ἦσαν πασίγνωστοι, εἶχαν γνωριμίες παντοῦ, τοὺς γνώριζαν σχεδὸν ὅσοι καὶ στὴν ᾿Αθήνα. Ἔτσι ὅλοι, μαζί μ’ αὐτοὺς μάθαιναν καὶ γιὰ ‘μᾶς, καὶ ὅταν μιλοῦσαν γι’ αὐτοὺς ἀναφέρονταν καὶ σὲ ‘μᾶς, τὸ διάσημο δίδυμο, καθώς ἔλεγαν. Καὶ ὄχι μόνο ὅταν μᾶς ἔπαιρναν μαζὶ καὶ τοὺς συνοδεύαμε, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἤμασταν μακριά τους. Θὰ μποροῦσα ἴσως καὶ νὰ πῶ ὅτι τίποτα πιὰ δὲ σήμαιναν γι’ αὐτοὺς ὀνόματα ὅπως Ορέστης καὶ Πυλάδης! Οὔτε οἱ δίδυμοι ἀδελφοὶ Μολιονίδες ποὺ ἐξυμνοῦνται στὸ Ὁμηρικὸ ἔπος καὶ ἔγιναν γνωστοὶ γιὰ τὶς κοινές τους συμφορές, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἄριστο τρόπο ποὺ ἡνιοχοῦσαν τὰ ἄλογα στὸ ἄρμα τους, ἀλλάζοντας ταυτόχρονα μεταξύ τους μαστίγια καὶ ἡνία. ᾿Αλλὰ τί εἶναι πάλι ὅλα αὐτὰ ποὺ κάθομαι καὶ λέω, πῶς ἀπολησμονήθηκα, πῶς παρασύρθηκα οὐσιαστικά σὲ δικούς μου ἐπαίνους, ἐγὼ ποὺ ποτὲ δὲν ἔχω δεχτεῖ νὰ ἐπαινεθῶ ἀπὸ κανέναν; Ας εἶναι ὅμως, κι ἂς μὴ φανεῖ παράδοξο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, ἀπολαμβάνω κι ἐγὼ κάτι ἀπὸ τὴ φιλία μου μαζί του, ὅπως τότε ποὺ ζοῦσε τὴν ἀρετή, τώρα ποὺ πέθανε, κάποια δόξα ἀπὸ τὸ ἐγκώμιό του. Εἶναι ὥρα ὅμως νὰ τὰ ἀφήσουμε αὐτὰ καὶ νὰ ἐπανέλθουμε στὸ θέμα μας. 
Ποιός λοιπὸν ἦταν τόσο ἀσπρομάλλης στὴ σύνεση, πρὶν ἀκόμα ἀσπρίσουν τὰ μαλλιά του, καθὼς θὰ ἔλεγε ὁ Σολομώντας ποὺ συσχετίζει τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο; Ποιόν σύγχρονό μας ἢ πιὸ παλιὸ σέβονταν τόσο πολύ καὶ οἱ γεροντότεροι καὶ οἱ νέοι; Ποιός εἶχε πιὸ λίγη ἀνάγκη ἀγωγῆς λόγῳ τοῦ καλοῦ του χαρακτήρα; ᾿Αλλά καὶ ποιός συσχέτισε ἀπὸ κεῖνον πιὸ θαυμάσια ἀγωγὴ καὶ χαρακτήρα; Σὲ ποιόν τομέα τῆς γνώσης δὲν ἐπιδόθηκε; Ἢ, γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα, σὲ ποιόν τομέα τῆς γνώσης δὲν ἀφοσιώθηκε μὲ ζῆλο ὑπερβολικὸ σὰν νὰ ἤταν ὁ μοναδικός του; Τὰ σπούδασε ὅλα τόσο καλά, ὅσο κανένας ἄλλος τὸ ἕνα! Καὶ τὸ καθένα τόσο τέλεια, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε ἄλλο κανένα! Συνδύαζε εὐφυΐα καὶ ἐπιμέλεια, τὶς δυὸ βάσεις κάθε ἐπιστήμης καὶ τέχνης. Λόγῳ τῆς φιλοπονίας του ἀπασχολοῦσε ἐλάχιστα τὴ μεγάλη εὐστροφία του, ἀλλὰ καὶ χάρη στὴ μεγάλη εὐστροφία του ἐλάχιστα κουραζόταν! Τὰ εἶχε συνδυασμένα καὶ τὰ δυὸ σὲ μιὰν τόσο τέλεια ἑνότητα, ποὺ νὰ μὴ ξεχωρίζει κανεὶς γιὰ ποιό ἀπὸ τὰ δυὸ ἦταν πιὸ ἀξιοθαύμαστος! Ποιός ἦταν τόσο δυνατὸς στὴ Ρητορική, ποὺ νὰ σὲ κάνει νὰ λὲς ὅτι ἀπὸ τὸ στόμα του, «φλόγας ἀναμμένης τρομερὴ μανία ξεφυσοῦσε», χωρὶς νὰ τὸν διακρίνει βέβαια κάτι ἀπὸ κεῖνο τὸ ἐπίπλαστο ἦθος τῶν ρητόρων; Ποιός στη Γραμματικὴ ποὺ διαμορφώνει τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καθορίζει τοὺς κανόνες τῆς γραφῆς καὶ τῆς ποίησης τὰ μέτρα; Ποιός στὴ Φιλοσοφία, τὴν ὄντως ὑψηλή, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω, τὴν πρακτικὴ καὶ τὴ θεωρητικὴ καὶ κείνη ποὺ καταπιάνεται μὲ τὶς λογικές ἀποδείξεις, τὶς ἀντιθέσεις καὶ τὶς ἀμφισβητήσεις καὶ ποὺ διαλεκτικὴ τὴν ὀνομάζουν; Τόσο δυνατὸς μάλιστα, ποὺ πιὸ εὔκολα θὰ διέφευγε κανεὶς ἀπὸ τὸ λαβύρινθο, παρὰ ἀπὸ τὰ δίχτυα τῶν δικῶν του φιλοσοφικῶν ἐπιχειρημάτων! 
᾿Απὸ ᾿Αστρονομία, Γεωμετρία καὶ ᾿Αριθμητικὴ ἔμαθε ὅσα χρειαζόταν γιὰ νὰ μὴν τὸν μπερδεύουν οἱ Μαθηματικοί. Τὰ ἄλλα τὰ ἀπέρριψε ὡς περιττὰ γιὰ ὅσους βάζουν σὲ πρώτη γραμμὴ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν πίστη! Καὶ εἶναι ἄξιος θαυμασμοῦ ἐδῶ, τόσο γιὰ ὅ,τι νὰ κρατήσει διάλεξε, ὅσο καὶ γιὰ ὅ,τι ἀποφάσισε νὰ ἀπορρίψει. Σπούδασε καὶ Ἰατρική, θεωρητικὰ καὶ πρακτικά, πιὸ πολὺ γιατὶ ἦταν φιλάσθενος καὶ εἶχε συνεχῶς ἀνάγκη ἀπὸ νοσοκομειακὴ φροντίδα. ᾿Αλλὰ ἐνῶ ἀπ᾿ αὐτὸ ξεκίνησε, ἔφτασε νὰ κατέχει καλὰ καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη. Ὄχι ἐπιπόλαια καὶ ἐπιφανειακά, ἀλλὰ βαθιὰ καὶ οὐσιαστικά! 
Τώρα θὰ πεῖ κανεὶς ποιά ἀξία ἔχουν ὅλα αὐτά, παρότι εἶναι σπουδαῖα καὶ μεγάλα, μπρὸς στὸ ὑπέροχο ἦθος αὐτοῦ τοῦ ἄνδρα; Γιὰ ὅσους μάλιστα τὸν γνώρισαν καλὰ μοιάζουν θαρρεῖς παραληρήματα τὰ ὅσα ἀποδίδονται στὸ Μίνωα καὶ τὸ Ραδάμανθυ, ποὺ οἱ Ἕλληνες ἔκριναν ἄξιους γιὰ τὰ ἀνθοφόρα λειβάδια καὶ τὰ Ἠλύσια πεδία, αὐτοὺς τοὺς φανταστικούς τόπους τοῦ δικοῦ μας Παράδεισου, ποὺ νομίζω ὅτι ἐμπνεύστηκαν ἀπὸ τὰ Μωσαϊκὰ καὶ τὰ δικά μας ἱερὰ βιβλία καὶ τοὺς ἔδωσαν ἄλλο ὄνομα. 
Ἔτσι ἔχουν ὅλα τὰ ἀφορῶντα στὶς σπουδές του. Τὸ σκαρὶ τοῦ πνεύματός του φορτώθηκε μὲ γνώση πολλή, ὅση δὲν μπορεῖ νὰ σηκώσει ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ κατὰ πὼς λέει ἡ παροιμία, «πέρα ἀπὸ τὰ Γάδειρα -Γιβραλτάρ- δὲν ταξιδεύει κανένας»! Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γυρίσουμε στὴν πατρίδα καὶ νὰ ἐπιδοθοῦμε στὴν ἀνώτερη ζωὴ ποὺ εἴχαμε σχεδιάσει καὶ ἀποφασίσει. Ἔφτασε καὶ ἡ μέρα τῆς ἀναχώρησης μὲ ὅλα τὰ σχετικά, λόγους ἀποχαιρετιστήριους, κατευοδώματα, ἐναγκαλισμούς, παρακλήσεις, δάκρυα καὶ κλάματα ἀκόμα! Ἴσως νὰ μὴν ὑπάρχει ὥρα πιὸ λυπητερὴ ἀπὸ ἐκείνην ποὺ χωρίζονται συσπουδαστὲς καὶ φίλοι ἀπὸ τὴν ᾿Αθήνα καὶ μεταξύ τους! Μὲ μᾶς μάλιστα συνέβη καὶ κάτι παραπάνω, πολὺ συγκινητικὸ καὶ ἀξίζει νὰ τὸ περιγράψω. 
Ξαφνικά βρεθήκαμε περικυκλωμένοι ἀπὸ ἕνα πλῆθος φίλων, συνομήλικων καὶ μερικῶν ἀπὸ τοὺς καθηγητές μας, ποὺ διαδήλωναν συνάμα καὶ δήλωναν ἀπερίφραστα ὅτι, εἴτε μὲ τὶς παρακλήσεις τους, εἴτε μὲ τὴν πειθώ τους, εἴτε ἀκόμα καὶ μὲ τὴ βία, δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ φύγουμε! Καὶ τί δὲν ἔλεγαν καὶ τί δὲν ἔκαναν ἀπὸ ὅσα κάνουν ἐκεῖνοι ποὺ πονοῦν! Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ κατηγορήσω γιὰ κάτι τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ ὅσο κι ἂν φανεῖ τολμηρό, κι αὐτὴν τὴν ἄφθαστη ψυχὴ καὶ ἁγία σὲ ὅλα! Γιατὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐξήγησε τοὺς λόγους ποὺ τοῦ ἐπέβαλλαν νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα, ἔκαμψε κάπως τὴν ἀν τίσταση αὐτῶν ποὺ πάσχιζαν νὰ τὸν κρατήσουν καί, μὲ μεγάλη δυσκολία βέβαια, τελικὰ τὸν ἄφησαν νὰ φύγει! Ἐγὼ ὅμως ἔμεινα στὴν ᾿Αθήνα, ἀπὸ τὴ μιὰ γιατὶ ἔδειξα κάποιαν ἀδυναμία –αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως γιατὶ κατὰ κάποιον τρόπο προδόθηκα ἀπὸ κεῖνον, ποὺ πείστηκε νὰ μὲ ἀφήσει, παρ’ ότι τὸν κρατοῦσα σφιχτὰ καὶ δὲν ἤθελα νὰ τὸν ἀφήσω, καὶ νὰ μὲ παραδώσει σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ τραβοῦσαν, πράγμα τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν πίστευα ὅτι μποροῦσε νὰ γίνει! 
Κι ἔγινε τότε μὲ μᾶς τοὺς δυὸ ὅ,τι μὲ ἕνα σῶμα ποὺ στὰ δύο τὸ κόβουν καὶ νεκρώνονται καὶ τὰ δύο κομμάτια! Ὅ,τι μὲ δυὸ μοσχάρια ὁμόζυγα, συντροφικὰ ποὺ πιάνουν καὶ τὰ χωρίζουν, καὶ βγάζουν γοερὰ μουγκανητὰ τὸ ἕνα γιὰ τὸ ἄλλο ἀδυνατώντας νὰ ὑποφέρουν τὸ χωρισμό τους. Βέβαια ἡ δυσάρεστη αὐτὴ κατάσταση δὲν κράτησε γιὰ πολύ. Δὲν ἄντεχα ἄλλο νὰ μὲ βλέπουν λυπημένο, νὰ μὲ ρωτοῦν καὶ νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δίνω ἐξηγήσεις στὸν καθένα γιὰ τὸ χωρισμό μας. Γιὰ τοῦτο καὶ δὲν ἔμεινα πολὺ χρόνο στὴν ᾿Αθήνα. Καὶ καθὼς ὁ πόθος μου δυνάμωνε, ὅπως ὁ Ὁμηρικός Πάρης, «ἔσπασα κάποια στιγμὴ σὰν ἄλογο τὰ σκοινιὰ ποὺ μὲ κρατοῦσαν καὶ κάλπασα κατὰ τὴν πεδιάδα», ἔτρεξα νὰ βρῶ τὸν ἀδελφὸ καὶ σύντροφό μου…».

Ο Μέγας Βασίλειος χειροτονεί τον Γρηγόριο Θεολόγο 

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

ΕΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΑΡΗ ΔΗΜΟΚΙΔΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΡΙΑΜ ΣΟΥΛΑΚΙΩΤΗ


Η σκληρή αλήθεια για τη Μαριάμ Σουλακιώτη, την «πρώτη Ελληνίδα σίριαλ κίλερ» 
Ένα αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη για την ανατριχιαστική ιστορία της ηγουμένης που θεωρήθηκε η πρώτη σίριαλ κίλερ της χώρας 
Μιλούν οι: 
- Παναγιώτης Ανδριόπουλος, θεολόγος 
- Γιάννης Πανούσης, εγκληματολόγος 
Στο σημερινό ηχητικό ντοκιμαντέρ ο Άρης Δημοκίδης ασχολείται με μια σκοτεινή ιστορία, αυτήν της Μαριάμ Σουλακιώτη (κατά κόσμον Μαρίνα Σουλακιώτη), μιας παλαιοημερολογίτισσας μοναχής, ηγουμένης της Μονής Παναγίας Πευκοβουνογιάτρισσας, που καταδικάστηκε ως κατά συρροή δολοφόνος και απατεώνισσα. Ήταν, όμως, πράγματι; Έκανε όλα αυτά που την κατηγόρησαν ή μεγαλοποιήθηκαν στην αρένα μιας έντονης θρησκευτικής διαμάχης της εποχής, στο πλαίσιο της οποίας η Ορθόδοξη Εκκλησία κινήθηκε εναντίον των Γνήσιων Ορθόδοξων Χριστιανών (ΓΟΧ) έως ότου κηρύχθηκαν παράνομοι;
            
Έδρασε μεταξύ 1939 και 1950 και ενώ ως μοναχή αποκαλούνταν «Μητέρα της Κερατέας», έμεινε γνωστή επίσης με το προσωνύμιο «Η γυναίκα Ρασπούτιν» λόγω δημοσιευμάτων στον Τύπο. 
Γεννήθηκε περίπου το 1883 στην Κερατέα Αττικής και το πατρικό της σπίτι αργότερα μετατράπηκε σε ένα από τα κτίρια του μοναστηριού. Το μόνο γνωστό στοιχείο για τη ζωή της προτού χειροτονηθεί είναι ότι ήταν εργάτρια σε εργοστάσιο. 
Η Σουλακιώτη χειροτονήθηκε μοναχή στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά σύντομα έγινε έμπιστη του θρησκευτικού της προϊσταμένου, του επισκόπου Ματθαίου Καρπαθάκη. Μετά την υιοθέτηση του Νέου Ημερολογίου από την επικρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1924 εντάχθηκε στο παλαιοημερολογήτικο κίνημα και έγινε οπαδός του αυτοαποκαλούμενου Αρχιεπισκόπου Βρεσθένης, Ματθαίου, τον οποίο τόσο η κυρίαρχη Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και άλλοι παλαιοημερολογίτες (ΓΟΧ) θεωρούσαν ότι βρισκόταν σε σχίσμα και δεν είχαν επαφή μαζί του. 
Μαζί με τον Ματθαίο ίδρυσαν τη Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιάτρισσας το 1927. Το μοναστήρι ιδρύθηκε επίσημα για να «τιμήσει τα Εισόδια της Θεοτόκου», αλλά ο Ματθαίος ξεκαθάρισε επίσης ότι στόχος του μοναστηριού ήταν να υποστηρίξει οικονομικά το παλαιοημερολογήτικο κίνημα. Κατά την ίδρυσή του, ο Ματθαίος ήταν ήδη 66 ετών. Έτσι, ενώ η επίσημη θητεία της Σουλακιώτη ως ηγουμένης άρχισε το 1950, στην πραγματικότητα λειτουργούσε ως ηγουμένη από το 1939 και ανέλαβε την πλήρως το μοναστήρι όταν ο Ματθαίος έγινε 78 ετών. Εκείνος άφησε όλες τις καθημερινές εργασίες πάνω της, καθώς για ένα διάστημα ήταν στη φυλακή και μετά ζούσε ως ιερομόναχος, αναζητώντας πνευματικές ανταμοιβές για ασκητικές μοναστικές πρακτικές όπως η νηστεία σαράντα ημερών, η εθελοντική παραμονή σε στερητικά κελιά απομόνωσης και το δέσιμο του σώματος με βαριές μεταλλικές αλυσίδες.
Toν Δεκέμβριο του 1950 η τότε επονομαζόμενη Αστυνομία Πόλεων συλλαμβάνει για πρώτη φορά τη Σουλακιώτη με δύο κατηγορίες που αφορούσαν δήθεν παράνομες επιχειρηματικές πρακτικές: εξαγωγή ελαιόλαδου στην Κύπρο και εισαγωγή ελαστικών. Τον επόμενο μήνα, ο εισαγγελέας απήγγειλε σε αυτήν και δεκατρείς μοναχές και μοναχούς περαιτέρω κατηγορίες για ανθρωποκτονία, απάτη, πλαστογραφία διαθήκης, εκβιασμό και βασανιστήρια – η Σουλακιώτη κατέληξε με το πιο αυστηρό κατηγορητήριο. Καθώς προέκυπταν περισσότερα στοιχεία και καταθέσεις μαρτύρων, το κατηγορητήριο εναντίον της αναθεωρήθηκε επανειλημμένα. Φέρεται να διέπραξε τους φόνους και άλλα εγκλήματα στη Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιάτρισσας. Κατέληξε με πολλαπλές καταδίκες μετά από τρεις δίκες, που συνολικά έφτασαν τα δεκατέσσερα χρόνια κάθειρξη. Η ίδια αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες εναντίον της, χλευάζοντάς τες ως «σατανικές μυθοπλασίες». Λέγεται ότι δέχτηκε όλες τις ποινικές καταδίκες της «χωρίς συγκίνηση», κάνοντας μόνο τον σταυρό της και λέγοντας μια σιωπηλή «προσευχή εκδίκησης» στον «Άγιο Ματθαίο». Φυλακίστηκε και πέθανε στις φυλακές Αβέρωφ το 1954. 
Όλες οι αιρέσεις των παλαιοημερολογιτών στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των Ματθαιικών, τέθηκαν εκτός νόμου τον Ιανουάριο του 1951. 
Από το 2022 το μοναστήρι των παλαιοημερολογιτών που κάποτε διηύθυνε η Σουλακιώτη παραμένει ανοιχτό. Πολλοί παλαιοημερολογίτες της ματθαιικής παράταξης εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ήταν αθώα και τιμούν τη μορφή της ως αγία. Πολλοί, ωστόσο, απορρίπτουν την ιδέα της αθωότητάς της με βάση τον συντριπτικό αριθμό των καταθέσεων μαρτύρων και το πλήθος των αποδεικτικών στοιχείων, αν και υπάρχει διαφωνία ως προς τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων της.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΔΙΑΤΡΙΒΗ 1.160 ΣΕΛΙΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΤΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟ


Ηλίας Δ. Μογλενίδης 
Ο από Ζιχνών και Νευροκοπίου Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς: Βιος, δράση και μουσικολογική σπουδή (2024) 
From Zichnon and Neurokopio Arbishop of Patra Nikodimos Ballindras: Life, work and musicological studies 
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού 
Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή, υπό τον τίτλο: «Ο από Ζιχνών και Νευροκοπίου Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς. Βίος, δράση και μουσικολογική σπουδή» συνιστά μια πολυδιάστατη επιστημονική έρευνα, η οποία διερευνά εις βάθος την προσωπικότητα, το έργο και την συμβολή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την Βυζαντινή Μουσική. Η Διδακτορική Διατριβή αναπτύσσεται σε πέντε θεματικά κεφάλαια, τα οποία προσφέρουν πλήρη και εμπεριστατωμένη ανάλυση της ζωής, της θεολογικής, της διοικητικής και της μουσικολογικής του προσφοράς. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται ο βίος και η δράση του από τα πρώτα του βήματα στον εκκλησιαστικό χώρο έως τη μοναχική του κουρά και τις πρώτες ιερατικές του χειροτονίες. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην επιρροή, που άσκησαν οι μορφές του Αγίου Νικολάου Πλανά και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσάνθου Φιλιππίδη, επί της πνευματικής του διαμόρφωσης και δράσεως. Τεκμηριώνεται η συμμετοχή του στα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και η εκκλησιαστική του προσφορά κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, ιδίως μέσω της στρατιωτικής ιερωσύνης. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην δεκαετή αρχιερατεία του στη ιστορική Ιερά Μητρόπολη Ζιχνών και Νευροκοπίου (1965–1974). Μελετάται το εκκλησιαστικό και κοινωνικό του έργο, καθώς και η στάση του έναντι των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και εκκλησιαστικών κρίσεων της εποχής, όπως το ζήτημα των αφορισμών και η παρέμβασή του στην εκκλησιαστική πολιτική κατά την διάρκεια της Δικτατορίας. Τεκμηριώνεται η δραστήρια συμβολή του στην ανάδειξη της τοπικής αγιολογίας και στην συγγραφή ιερών κειμένων. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η μακρά και πλούσια διακονία του ως Μητροπολίτου Πατρών (1974–2005). Εξετάζονται οι θεσμικές του πρωτοβουλίες, η συμμετοχή του σε διεθνείς αποστολές της Εκκλησίας της Ελλάδος, η δράση του εντός της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και ως Αντιπροέδρου και η συνεισφορά του σε μείζονα ζητήματα, όπως η αγιοκατάταξη σύγχρονων αγίων, η μετάφραση της Καινής Διαθήκης και το ζήτημα του Αυτόματου Διαζυγίου. Καταγράφεται, επιπλέον, η επετειακή αναγνώριση της προσφοράς του από εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς φορείς. Το τέταρτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην εργογραφία και λειτουργική δραστηριότητά του. Παρουσιάζονται το συγγραφικό του έργο σε ιστορικά, εκκλησιαστικά, εθνικά, πνευματικά, θεολογικά, λειτουργικά, ποιμαντικά και κοινωνικά ζητήματα, καθώς και η συμβολή του στην υμνογραφία με την σύνταξη ιερών ακολουθιών, απολυτικίων και κοντακίων. Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο αναδεικνύει την μουσικολογική προσφορά του, ιδιαιτέρως στον τομέα της Θρησκευτικής Ελληνικής Βυζαντινής Ψαλτικής Τέχνης. Γίνεται αναλυτική παρουσίαση του μουσικού και μελοποιητικού του έργου, με συγκριτική προσέγγιση των τροπικών και μελικών του συνθέσεων, τεκμηριώνοντας την εκκλησιαστική, την μουσική αλλά και καλλιτεχνική του κληρονομιά η οποία ακολούθησε την παραδοσιακή πορεία. Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή κατέχει την πρωτοτυπία. Περιέχει πρωτόλειο υλικό. Προσφέρει πολύτιμο πρωτογενές υλικό, με αρχειακές πηγές και μαρτυρίες, που αναδεικνύουν την ολιστική προσέγγιση του συγγραφέα στον βίο και έργο ενός εκκλησιαστικού ανδρός με πολυδιάστατη προσφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Θεολογία και στην Τέχνη της Ψαλτικής. Πρόκειται για σημαντική συμβολή στους νευραλγικούς Τομείς της Ανθρωπογεωγραφίας, της Προσωπογραφίας, της Τοπικής Εκκλησιαστικής Γεωγραφίας, της Γενικής Τοπικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας, της Εκκλησιαστικής και της Εθνικής Ιστορίας, της Ιστορίας της Λατρείας και της Μουσικής Ιστορίας. Ο μελετητής και ο ερευνητής του παρόντος και του μέλλοντος εστιάζει στον βίο, στην δράση και στην μουσικολογική σπουδή του. 


This PhD Thesis, under the title: "The Bishop of Zikhon and Nefrokopi, Metropolitan of Patras Nicodemus Vallindras. Life, action and musicological study" constitutes a multidimensional scientific research, which explores in depth his personality, his work and his contribution to the Orthodox Church and Byzantine music. The Doctoral Dissertation is developed in five thematic chapters, which offer a complete and in-depth analysis of his life, theological, administrative and musicological contributions. The first chapter examines his life and activity from his first steps in the ecclesiastical field to his monastic life and his first priestly ordinations. Particular emphasis is placed on the influence of the figures of St. Nicholas Plana and Archbishop Chrysanthos Filippides of Athens and All Greece on his spiritual formation and action. His participation in the events of World War II is documented, as well as his ecclesiastical contribution during the Civil War, especially through the military priesthood. The second chapter focuses on his ten-year archpriesthood in the historic Metropolis of Zikhon and Nefrokopi (1965-1974) and examines his ecclesiastical and social work, as well as his attitude towards the institutional reforms and ecclesiastical crises of the period, such as the issue of excommunications and his intervention in ecclesiastical politics during the dictatorship. His active contribution to the promotion of local hagiology and the writing of sacred texts is documented. The third chapter presents his long and rich ministry as Metropolitan of Patras (1974-2005), examining his institutional initiatives, his participation in international missions of the Church of Greece, his activity within the Permanent Holy Synod and as Vice President, and his contribution to major issues such as the canonization of modern saints, the translation of the New Testament and the issue of Automatic Divorce. It also records the anniversary recognition of his contribution by ecclesiastical and social bodies. The fourth chapter is devoted to his ergonomics and operational activity. It presents his writings on historical, ecclesiastical, national, spiritual, theological, liturgical, pastoral and social issues, as well as his contribution to hymnography with the composition of sacred sequences, apolytikia and kontakia. The fifth and last chapter highlights his musical contribution, especially in the field of Religious Greek Byzantine Chant. A detailed presentation of his musical and melodic work is given, with a comparative approach to his tropical and melodic compositions, documenting his ecclesiastical, musical and artistic heritage which followed the traditional path. This PhD Thesis holds the originality. It contains original material. It offers valuable primary material, with archival sources and testimonies, which highlight the author's holistic approach to the life and work of an ecclesiastical man with a multidimensional contribution to the Orthodox Church, Orthodox Theology and the Art of Chant. This is a significant contribution to the key fields of Anthropogeography, Portraiture, Local Ecclesiastical Geography, General Local Ecclesiastical History, Ecclesiastical and National History, History of Worship and Music History. The scholar and researcher of the present and the future focuses on his life, activity and musicological study.



Ολόκληρη η διατριβή ΕΔΩ

Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Όσιος Ανίκητος Σηχμάτωφ ο ελεήμων και εν Αθήναις τελειωθείς την 7η Ιουνίου 1837


Επιμέλεια: Αρχιμ. Μιχαήλ Σταθάκης

1783: Στό Ντέρνωφ τοῦ Κυβερνείου (Νομαρχίας) Σμολένσκ τῆς περιφερείας Βιάζεμσκ γεννήθηκε ὁ πρίγκιπας Σέργιος Ἀλεξάνδροβιτς Σιρήνσκυ-Σηχμάτωφ, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς, οἱ ὁποῖοι μέ τό παράδειγμα τοῦ ἔντιμου καί ἁρμονικοῦ βίου τους ἐνέπνεαν στό γιό τους τήν ταπεινοφροσύνη καί τό φόβο τοῦ Θεοῦ. 
Σύμφωνα μέ τή συνήθεια τῆς ἐποχῆς, τίς πρώτες γραμματικές του γνώσεις ἔλαβε στό σπίτι, ἀπό τό Ψαλτήριο καί τό Ωρολόγιο. Στή συνέχεια διδάχθηκε τά ἐγκυκλοπαιδικά μαθήματα, ἐπιδεικνύοντας ἐξαιρετική πρόοδο καί ἱκανότητα σέ ὅλα. Εἶχε ἰδιαίτερη εὐχέρεια στήν ἐκμάθηση τῆς γαλλικῆς καί τῆς γερμανικῆς γλώσσας. Ὁ μικρός Σέργιος ἐλάμβανε μέρος σέ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, πού ἐτελοῦντο στήν οἰκία του στίς παραμονές τῶν μεγάλων ἑορτῶν, καί ἔτσι συνήθιζε ἀφ᾿ ἑνός νά δοξολογεῖ καί νά λατρεύει τό Θεό καί ἀφ᾿ ἑτέρου νά ἐντρυφᾶ στό κάλλος τῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων τῆς σλαβονικῆς γλώσσας. 
1796: Σέ ἡλικία 13 ἐτῶν ἐστάλη στήν Πετρούπολη, γιά νά ἐγγραφεῖ στή Σχολή Ναυτικῶν Δοκίμων. Στή Σχολή τελειοποίησε τή γνώση τῆς γαλλικῆς καί τῆς γερμανικῆς γλώσσας καί ἔμαθε τήν ἀγγλική, τήν ἑλληνική καί τή λατινινή. 
1800: Τόν Ὀκτώβριο ἀποπεράτωσε ἐπιτυχῶς τίς σπουδές του, ὀνομάστηκε δόκιμος καί διορίστηκε συνεργάτης τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συλλόγου τοῦ Ναυαρχείου. Ὁ πρόεδρος τοῦ Συλλόγου, ἐκτιμώντας τήν προσωπικότητά του, τόν πῆρε ὑπό τήν προστασία του καί ἔκτοτε παρέμεινε στήν Πετρούπολη. Τά καλοκαίρια στελλόταν στό στόλο τῆς Βαλτικῆς καί τῆς Βορείου Θαλάσσης. 
1808: Ἔγινε ἀνθυποπλοίαρχος. 
1809: Ἡ Ρωσική Ἀκαδημία τόν ἐξέλεξε τακτικό μέλος της σέ ἡλικία μόλις 26 ἐτῶν. 
1811: Προσελήφθη στόν παρά τήν Ἀκαδημία Σύλλογο Φίλων τῆς Ρωσικῆς Λογοτεχνίας. 
1813: Ἔγινε πλοίαρχος. Ἀργότερα ἀποσπάστηκε στήν Αὐτοκρατορική Φρουρά, διατηρώντας καί τή θέση τοῦ πλοιάρχου -ἀπόδειξη τῆς εὐμένειας καί τῆς τιμῆς τοῦ αὐτοκράτορα σ' αὐτόν. Σ᾿ ὅλη τή διάρκεια τῆς νεότητός του ὁ πρίγκιπας Σηχμάτωφ καλλιέργησε τό νοῦ του μέ τίς ἐπιστῆμες καί ἀσχολήθηκε μέ ζῆλο μέ τή ρωσική λογοτεχνία, ἔχοντας ἐξαιρετική κλίση πρός τήν ποίηση. Σ᾿ ὅλα του τά ποιήματα διακρίνεται ἡ ψυχική του ἀνωτερότητα καί ἡ πνευματική του ὡριμότητα. Τά θέματά του τά ἐμπνέεται ἀπό τή βαθειά του πίστη καί ἀπό μεγάλα ἱστορικά γεγονότα. Ἡ ποίηση τοῦ πρίγκιπα τιμήθηκε μέ θαυμάσιες κριτικές ἀπό τούς συγχρόνους του καί ἐπέσυρε τήν εὐμενή προσοχή τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξάνδρου Α΄. Ὁ αὐτοκράτορας τόν παρασημοφόρησε μέ «οὐκάζιο», στό ὁποῖο ἀναγράφεται ὅτι «διά τῶν ἔργων καί τῆς κλίσεως πρός τάς ἐπιστήμας τελειοποιήσας τά φυσικά του πρός τήν ποίησιν χαρίσματα, ἐχρησιμοποίησε ταῦτα μέ τάς μελέτας του ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τῆς λογοτεχνίας καί τῆς ἠθικῆς». 
1817: Ἡ Ἀκαδημία τοῦ ἀπένειμε τό χρυσό μετάλλιο γιά «τάς ἐξαιρέτους ὑπηρεσίας του εἰς τόν Ρωσικόν Λόγον». 
1823: Τιμήθηκε μέ τό παράσημο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου γιά τήν ὑπηρεσιακή ἀφοσίωση καί τό ζῆλο του. 
1824: Μέ πρόταση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας ὁ πλοίαρχος Σηχμάτωφ ἔγινε μέλος τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Σχολῶν -δείγμα τῆς αὐτοκρατορικῆς εὔνοιας παραμένοντας καί σέ ὅλες τίς προηγούμενες θέσεις. 
1827: Παρασημοφορήθηκε μέ τό ἀνώτατο στρατιωτικό παράσημο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου Δ΄ τάξεως. 
1827: Το Νοέμβριο ὑποβάλλει αἴτηση ἀποχωρήσεως ἀπό τήν ὑπηρεσία. Οἱ μισθοί ἀπό τίς πολλές ὑπηρεσιακές του θέσεις τοῦ ἀπέφεραν ποσό μεγαλύτερο τῶν 7.000 ρουβλίων ἐτησίως. Χρησιμοποιοῦσε τά ποσά αὐτά γιά περίθαλψη ἀσθενῶν καί ἐνίσχυση πτωχῶν, ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε μέ ἀπαράμιλλη ἐγκράτεια καί ὑπερβολική άσκηση. 
1836: Ἐπιστρέφοντας, πηγαίνει ἀρχικά στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου τήν 9η Μαΐου κατέλυσε στή Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιού. Ἔλαβε μέρος στή θεμελίωση τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους καί, ἀφοῦ παρέδωσε στούς πατέρες τά ποσά πού τοῦ εἶχαν δώσει Ρώσοι πιστοί γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ, ἀναχώρησε γιά τήν Ἀθήνα. Ὡς προϊστάμενος τοῦ ναοῦ τῆς Ρωσικῆς Πρεσβείας*, ἐκτός τῶν καθαρῶς ἱερατικῶν καθηκόντων του, ἀνέπτυξε σέ εὐρεία κλίμακα φιλανθρωπική δράση μέ ἐπιδόματα πρός τόν ἑλληνικό κλῆρο, τούς ναούς καί τούς ἀναξιοπαθοῦντες. Πέντε μῆνες μετά τήν ἄφιξή του στήν Ἀθήνα, ἡ ὑγεία του ἄρχισε νά κλονίζεται σοβαρότατα λόγῳ ἀλλεπάλληλων αἱμορροϊδικῶν κρίσεων, ἀπό τίς ὁποῖες χρόνια ὑπέφερε καί πολλές φορές κινδύνεψε. 
1837: Παρά τήν ἐξάντληση τοῦ ὀργανισμοῦ του ἀπό τίς συνεχεῖς αἱμορραγίες, ἐξακολουθοῦσε νά ἱερουργεῖ καί νά ἀσκεῖ τά λοιπά καθήκοντά του στό ναό. Ἔτσι πέρασε μαρτυρικά ἀλλά ἀγόγγυστα τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἤδη τό καντήλι τῆς ἐπίγειας ζωῆς του τρεμόσβηνε. Οἱ τελευταίες προσπάθειες τῶν γιατρῶν καί τοῦ βασιλικοῦ ἀρχιάτρου ἀποδείχθηκαν ἀνώφελες. 
Τήν 6η Ἰουνίου, παραμονή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέχθηκε μέ φλογερή πίστη τό Εὐχέλαιο καί τή Θεία Κοινωνία. 
Τήν ἑπομένη τό πρωί, 7η Ἰουνίου, σέ ἡλικία 54 ἐτῶν, ὁ ἱερομόναχος Ἀνίκητος, ἤδη νεκρός γιά τόν κόσμο τοῦτο, μέ πλήρη πνευματική διαύγεια καί ψυχική ἠρεμία, παρέδωσε εἰρηνικά τό πνεῦμα του, ἀναφωνώντας «Καιρός, καιρός γιά τήν Ἱερουσαλήμ». 
Ἡ κηδεία του ἔγινε μεγαλοπρεπῶς ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν καί τόν ἀθηναϊκό κλῆρο, μέ τή συνοδεία πλήθους ἀνθρώπων πού εἶχαν εὐεργετηθεῖ ἀπό τόν ἐλεήμονα ἱερομόναχο. 
Ἡ εὑρεθεῖσα μετά τόν θάνατό του περιουσία, ἀποτελουμένη ἀπό εἰκόνες, ἄμφια καί βιβλία, παραδόθηκε στή Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιού, ὅπως εἶχε παραγγείλει πρίν κοιμηθεῖ. 
1840: Τρία χρόνια μετά τό θάνατό του καί σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία του, τά ὀστά του μεταφέρθηκαν ἀπό τή Μονή Πετράκη, ὅπου ἐτάφη, στή Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιού, στό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐναποτέθηκαν στό σηκό τοῦ δεξιοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους, ὅπου καί ἔκτοτε φυλάσσονται. 
Τό 1875, ὅταν ὁ στρατηγός Νικολάι Βασίλιεβιτς Γιελάκης, συνδεόμενος ἀπό παλαιά μέ τόν μακαριστό ἱερομόναχο Ἀνίκητο, ἐπισκέφθηκε τό Ἅγιον Ὄρος καί πληροφορήθηκε πού βρίσκονται τά ὀστά του, δήλωσε ὅτι στήν Πετρούπολη θεωρεῖται ἅγιος καί ὅτι δέν πρέπει τά ὀστά του νά μείνουν κρυμμένα. Τότε ἀνασήκωσαν τό κάλυμμα τῆς κρύπτης καί τά ἀποκάλυψαν. Ὅλοι οἱ παρόντες αἰσθάνθηκαν γιά ὥρα πολλή εὐωδία νά ἐξέρχεται ἀπό τά ὀστά ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προσέφερε τή ζωή του ὡς θυμίαμα εὐῶδες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 

 Σημειώσεις π. Μιχαήλ Σταθάκη
* Ἀξίζει στό σημεῖο αὐτό νά θυμηθοῦμε ξανά ὅτι τό 1834 ἐπελέγη ἡ Ἀθήνα ὡς ἡ βασιλικὴ καθέδρα καί νέα πρωτεύουσα τοῦ νεοσυστάτου Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρεσβεία τῆς Ρωσίας ἐγκαταστάθηκε πλησίον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Σώτειρας τοῦ Κοττάκη στήν Πλάκα (Ἀλίκοκκου), τόν ὁποῖο καί ἀρχικῶς ζήτησε νά τῆς παραχωρηθεῖ γιά νά ἐξυπηρετοῦνται οἱ λειτουργικὲς ἀνάγκες τῶν Ρώσων πού διέμεναν στήν Ἀθήνα. Πρός τοῦτο συγκατένευσε ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Νεόφυτος καί ἄρχισαν οἱ ἐπισκευές.
Παραλλήλως εἶχε προκύψει τό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα τῆς μονομεροῦς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ ὑποστηρικτές τοῦ ἐμπνευστῆ τῆς ἀποσχίσεως Θεοκλήτου Φαρμακίδη κατηγοροῦσαν τόν πολέμιο τοῦ σχίσματος, Κωνσταντῖνο Οἰκονόμου ὡς δάκτυλο τῆς Ρωσίας. Σέ συνδυασμό καί μέ ἄλλες πολιτικές παραμέτρους δημιουργήθηκε ἕνα ἔντονο κλίμα δυσπιστίας πρός τή Ρωσία, τό ὁποῖο δέν ἐπέτρεψε τήν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματος γιά τήν παραχώρηση ναοῦ καί ξεπεράστηκε μόνο μετά τήν ἔκδοση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1850. 
Τότε καταφθάνει στήν Ἀθήνα ὡς ἱερέας τῆς Ρωσικῆς κοινότητας ὁ σπουδαῖος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Κιέβου, θεολόγος, ἱστορικός καί ἀρχαιολόγος, ἀρχιμανδρίτης Ἀντωνίνος Καπούστιν, ὁ ὁποῖος τελικά ἔπεισε τήν Ρωσική Κυβέρνηση καί ζήτησε ἐκ νέου νά τῆς παραχωρηθεῖ ναός γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἐν Ἀθήναις Ρώσων, ἀλλά αὐτή τή φορά τό αἴτημα ἀφοροῦσε στό ναό τῆς Σώτειρας τοῦ Λυκοδήμου καί ὄχι στόν προαναφερθέντα τοῦ Κοττάκη. 
Ὁ πρεσβευτής τῆς Ρωσίας στήν Ἑλλάδα Ἄλεξανδρος Πετρου Ὀζερώφ διέμενε τό 1857 στά Πατήσια, στό Μέγαρο Μαυροκορδάτου, τό κατόπιν Τρικούπη καί μετέπειτα Ἄσυλο Ἀνιάτων, ὅπως μᾶς διασώζει στά Ἀπομνημονεύματά του ὁ Δημήτριος Καμπούρογλου. Ὁ πρεσβευτής λοιπόν ἀποφάσισε νά ἀνακαινίσει τό γειτονικό τῆς οἰκίας του παρεκκλήσιο γιά νά ἐκκλησιάζεται ἐκεῖ μέ τήν οἰκογένειά του.
Ὁ ναΐσκος πού ἦταν ἀφιερωμένος στήν Ἁγ. Ζώνη διασώζεται ἕως σήμερα πίσω ἀπό τό Ἱερό Βῆμα τοῦ ὁμωνύμου καί περικαλλοῦς Ἐνοριακοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀνακαινίσεως προέστη ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἀντωνίνος, ὁ ὁποῖος ἐπέλεξε γιά ἁγιογράφο τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου τόν μοναχό Γεννάδιο Παπαδόπουλο. Πάλι ὁ Καμπούρογλου μᾶς διασώζει περί αὐτοῦ ὅτι «Ἦτο Πελοποννήσιος. Ἡ μήτηρ του φαίνεται ὅτι ἦτο ὑδραία. Ἐσπούδασε τήν ζωγραφικήν εἰς Μόσχαν καί κατόπιν μετέβη εἰς Ἅγιον Ὅρος πρός συμπλήρωσιν τῶν τεχνικῶν γνώσεών του. Κατέκτησε δέ ἀληθῶς τήν γνησίαν βυζαντινήν γραμμήν ἀλλά καί ἐκαλογέρευσεν ἐκεῖ μετονομασθείς εἰς Γεννάδιον. Ἀγνοῶ διατί ἦλθεν εἰς Ἀθήνας περί τό ἔτος 1850, ὅπου ὅμως ἦτο καί ὁ ἀδελφός του ἀξιωματικός τοῦ πεζικοῦ. 
Τότε παρέμεινεν –ἐφιλοξενήθη μᾶλλον– στήν Μονήν τῶν Ἀσωμάτων... Ὁ μακαρίτης Κρής καλόγηρος Πετρακιώτης Καλλιόπρος μοῦ ἔδειξε καί τό κελλί στό ὁποῖον παρέμεινεν ὁ Γεννάδιος». 
Ὁ Ὀζερώφ κατά τή διάρκεια τῆς ἀνακαινίσεως τῆς Ἁγίας Ζώνης ἔμαθε περί τῆς ρωσικῆς παιδείας τοῦ Γενναδίου «Ὡρίσθη τότε καί ὡς ἐφημέριος τοῦ ναΐσκου μισθοδοτούμενος καταλλήλως ἀπό τόν πρεσβευτήν. Μετά τινα χρόνον ὁ ναός τῆς Ἄγίας Ζώνης κατέστη ἐνοριακός καί τότε διωρίσθη ἄλλος ἱερεύς ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν ἀρχήν». 
Ὁ Γεννάδιος τότε περιορίσθηκε στήν τέχνη του καί μάλιστα εἶχε ἱδρύσει σχολή πρός ἐκμάθησή της στά Πατήσια. Ὅμως «...προσβληθεῖς ἀπό ἐρυσίπελας ἀπέθανε κατά τό ἔτος 1864, ὡς ὑποθέτω, ταφεῖς στό προαύλιον τοῦ ναοῦ εἰς θέσιν κατά παράδοσιν γνωστήν. Διότι οὔτε σταυρός οὔτε μάρμαρον ὑπάρχει πού».
Πίσω ἀπό δύο ξεχωριστά καί ἑτεροχρονισμένα περιστατικά πού ἀφηγούμαστε στό ἐν λόγῳ ἄρθρο, δηλαδή γιά τήν ἐκδημία τοῦ Ὁσίου Ἀνίκητου καί γιά τήν ἁγιογράφηση τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Ζώνης στήν Κυψέλη ἀπό τόν μοναχό Γεννάδιο, βρίσκεται ἡ ἐπιστηρικτική, διακριτική καί ἀξιομνημόνευτη παρουσία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη, παρά τό γεγονός ὅτι ἐκείνη τήν περίοδο βρισκόταν σέ πολύ δύσκολη κατάσταση καθώς ἔληξε μετά ἀπό αἰῶνες ἡ διαδοχή τῶν Ἡγουμένων ἀπό τήν οἰκογένεια Πετράκη, τό Κράτος ἐχθρικό πολλές φορές πρός αὐτήν προσπάθησε νά ἐπιτύχει τη συνένωσή της μέ τήν Ἱερά Μονή Πεντέλης ἐποφθαλμιόν τά κεκτημένα της ἢ ἀκόμα θέτοντας προσκόμματα στή λειτουργία της, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν μεταφέθηκε ἐκεῖ ἡ Κρατική Πυριτιδαποθήκη καί ἔγινε ἔξωση τῶν μοναχῶν ἀπό τά κελλιά τους καί πολλά ἄλλα παρόμοια... 

Το χρονολόγιο της ζωής του οσίου Ανικήτου είναι του μακαριστού π. Τιμοθέου Σακκά διατελέσαντος Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Παρακλήτου και εφημερίου του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος οδού Φιλελλήνων. Τη φωτογραφία του οσίου εντόπισε ο π. Συνέσιος Βικτωράτος, πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος οδού Φιλελλήνων.

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΤΡΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟ

Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος 
δια χειρός του ζωγράφου Γιώργου Μπογδανόπουλου

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Διδακτορική Διατριβή με τίτλο: «Ο από Ζιχνών και Νευροκοπίου Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς. Βίος, Δράση και Μουσικολογική Σπουδή» εγκρίθηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 
Την Διατριβή εκπόνησε ο θεολόγος κ. Ηλίας Δημ. Μογλενίδης και ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Ιστορικής Θεολογίας την Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2025. Επιβλέπων Καθηγητής ο κ. Βασίλειος Κουκουσάς, Καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ. 
Μέλη της 7μελούς Επιστημονικής Επιτροπής Κρίσεως ήσαν οι Ελλογιμώτατοι Καθηγητές: π. Νεκτ. Πάρης, Ομότιμος Καθηγητής Τμ. Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης ΠΑΜΑΚ, π. Χρυσ. Νάσσης, Αν. Καθηγητής Τμ. Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ., Κων. Χρήστου, Καθηγητής Τμ. Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ., Γρ. Λιάντας, Αν. Καθηγητής Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ., Παναγ. Τζουμέρκας, Αν. Καθηγητής Τμ. Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ., Εμμ. Ξυνάδας, Επικ. Καθηγητής Τμ. Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ. Η διαδικασία υποστηρίξεως και κρίσεως της Διδακτορικής Διατριβής πραγματοποιήθηκε υπό την Προεδρεία του Επιβλέποντος Καθηγητού και Προέδρου της Τριμελούς Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής κ. Βασ. Κουκουσά. 


Ο Δρ Ηλίας Μογλενίδης μελέτησε εξονυχιστικά την προσωπικότητα του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά (1915-2008) και η διατριβή του είναι σχεδόν 1.200 σελίδες, καθώς φέρνει στο φως και σπάνιο αρχειακό υλικό. Μέσα από αυτή την μελέτη – σπουδή αναδεικνύεται η φυσιογνωμία του Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά ως ξεχωριστού ιεράρχου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που άφησε ανεξίτηλο το ιστορικό του αποτύπωμα. Δεν ήταν μόνον δεινός ιεροκήρυξ, σπουδαίος υμνογράφος ή περιώνυμος ψάλτης, αλλά υπηρέτησε σε νευραλγικές θέσεις της Εκκλησίας, σε δύσκολες εποχές, και η φήμη του παραμένει ζωηρή μέχρι τις μέρες μας. Εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννησή του και 17 από την κοίμησή του, συμπληρώνονται φέτος. 
Να σημειωθεί πως έχουν γίνει και άλλες εργασίες, διπλωματικές και μεταπτυχιακές, στις Θεολογικές Σχολές της χώρας για τον μακαριστό Πατρών Νικόδημο (κυρίως για το υμνογραφικό του έργο), αλλά η Διατριβή του Ηλία Μογλενίδη είναι η πρώτη που εξετάζει συνολικά και με σημαντικά τεκμήρια την προσωπικότητά του. 


Ο Δρ Ηλίας Δημ. Μογλενίδης γεννήθηκε το 1986 στο Αμύνταιο Φλώρινας. Σπούδασε Θεολογία στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Πραγματοποίησε Μεταπτυχιακές Σπουδές στο Μεταπτυχιακό Τμήμα Θεολογικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Νεαπόλεως Πάφου Κύπρου και ακολούθως έγινε Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τυγχάνει κάτοχος Πτυχίου Βυζαντινής Μουσικής και Διπλώματος Μουσικοδιδασκάλου. Διακονεί ως Ιεροψάλτης στον Ιερό Ναό των Αγίων Νικολάου και Δημητρίου Χαριλάου Θεσσαλονίκης. Υπηρετεί, ως Λαϊκός Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας. Εργάζεται, ως Διευθυντής της Βιβλιοθήκης και του Ιστορικού Αρχείου του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού «Μέλαθρον Αναστασίου-Ιουλίας Μπίλλη». Έχει συμμετάσχει σε διάφορα ερευνητικά και επιμορφωτικά Προγράμματα και Σεμινάρια και ως ομιλητής σε Επιστημονικά Συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει συγγράψει αρκετές μελέτες Θεολογικού, Ιστορικού και Μουσικολογικού περιεχομένου. Αρθρογραφεί τακτικά και είναι συνεργάτης εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Είναι Αναπληρωματικό Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού «Μέλαθρον Αναστασίου - Ιουλίας Μπίλλη». Επίτιμο Μέλος του Κέντρου Εκκλησιαστικών, Ιστορικών και Πολιτισμικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου και Ικαρίας. Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Θρησκείας με έδρα την Μπολόνια της Ιταλίας. Τακτικό Μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκης.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Άη-Γιάννης Πρόδρομος Σουνίου


Αριστείδης Γ. Κανατούρης
29 Αυγούστου 2024 
Στην καρδιά του Σουνίου, αντικρυστά με τον αρχαίο Ναό του Ποσειδώνος, στέκεται το μικρό χαριτωμένο εκκλησάκι του Άη-Γιάννη Πρόδρομου, ρημαγμένο και λεηλατημένο από βάνδαλα και ιερόσυλα χέρια, που δεν τους φάνηκε αρκετό να γκρεμίσουν το απέριττο μικρό καμπαναριό του και να το απογυμνώσουν από τους σοβάδες εξωτερικά και από όλες τις εικόνες και τα ιερά σκεύη του εσωτερικά, αλλά έφθασαν μέχρι να σκάψουν το ιερό του, ψάχνοντας να βρουν ένα θησαυρό! (Εφημ. Πρώτο Θέμα 4/11/2014) (φωτ.1). 
Είναι ένα εκκλησάκι που κάποτε, μέχρι πριν από χρόνια ως τις αρχές του αιώνα μας, αποτελούσε ένα κόσμημα της περιοχής, κι’ ας βρισκόταν άλλοτε – πριν τη μεγάλη πυρκαγιά του 1994 – κρυμμένο ανάμεσα στα πεύκα. Ένα εκκλησάκι χτισμένο το 1919 με δαπάνη της Καλούλας Ι. Βατίστα, όπως γράφει η μαρμάρινη επιγραφή πάνω από την πόρτα του (φωτ.2). 


Ένα εκκλησάκι με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία, που του αξίζει και θάπρεπε να είχε κηρυχθεί νεώτερο μνημείο από την πολιτεία. Ένα εκκλησάκι που τόσο όμορφα απεικόνισε το 1933 η καλλιτέχνιδα Mary Peters σε κεραμικό πιάτο του «ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ» (φωτ.3). 


Η κτήτωρ του ναού, Καλλιόπη (Καλούλα), κόρη του γιατρού Νικολάου Ξάνθου, ήταν σύζυγος του Ιωάννη Νικ. Βατίστα (Πειραιάς, 1869-1934), ο πατέρας του οποίου – προερχόμενος από το Λάχι Λακωνίας – υπήρξε ένας από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά. Ο Ιωάννης Βατίστας ήταν δικηγόρος, βιομήχανος, μέτοχος και σημαντικό στέλεχος σε διάφορες οινοποιητικές εταιρείες, και τραπεζίτης. Διετέλεσε επίσης δημοτικός σύμβουλος και για πολλά χρόνια βουλευτής Πειραιώς, γι’αυτό και η πόλη του τον τίμησε αποδίδοντας το όνομά του σε ένα δρόμο της. Απέκτησε ακίνητη περιουσία και στο Σούνιο όπου, γύρω από το εκκλησάκι έχτισε την έπαυλή του, που αργότερα μετατράπηκε σε ξενοδοχείο, και τα λοιπά κτίσματα που σήμερα είναι ερείπια, για να χρησιμεύσουν ως καταλύματα στους κυνηγούς που έρχονταν τότε στην περιοχή, φημισμένη για το κυνήγι της. 
Το εκκλησάκι χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Παπακωνσταντίνου, μηχανικού του Δήμου Πειραιώς, ο οποίος είχε σχεδιάσει στον Πειραιά και το κτήριο της Δημοτικής Πινακοθήκης που χτίστηκε το 1899 για να στεγάσει τα Τ-Τ-Τ (Ταχυδρομείο-Τηλέγραφος-Τηλέφωνο). Την κατασκευή του ναού ανέλαβε ο Νικόλαος Παχούλης, τεχνίτης οικοδόμος από το Λαύριο, υπό την επίβλεψη του παραπάνω αρχιτέκτονος, ο οποίος έμεινε τόσο πολύ ικανοποιημένος ώστε να του χορηγήσει ένα πολύ θερμό πιστοποιητικό καλής εκτέλεσης (φωτ.4). 


Τα εγκαίνιά του έγιναν επίσημα σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας, ανήμερα της γιορτής του, στις 29 Αυγούστου 1919, από τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη (1918-1920), όπως πιστοποιεί το «αντιμήνσιον» που σώζεται στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Λαυρίου (φωτ.5). 


Αυτό το εκκλησάκι μού φέρνει στο νου τα παιδικά μου χρόνια, όταν ανήμερα της γιορτής του (29 Αυγούστου, η Εκκλησία μας τιμά την «Μνήμη της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Προφήτου Προδρόμου»), πρωί-πρωί παίρναμε το λεωφορείο για το Σούνιο μαζί με άλλα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα και πηγαίναμε σ’ αυτό για να λειτουργηθούμε και να περάσουμε την υπόλοιπη μέρα κάτω από τα πυκνά πεύκα που το περιτριγύριζαν, έχοντας μαζί μας και τα απαραίτητα εφόδια: ψωμί, ντομάτες, ελιές, σταφύλια και σύκα (νηστεία γαρ!). Και κατά το σούρουπο, παίρναμε το λεωφορείο για την επιστροφή στο Λαύριο. 
Φέτος όμως, όπως και εδώ και πολλά χρόνια, το εκκλησάκι του Άη-Γιάννη παρέμεινε αλειτούργητο, σιωπηλό, χωρίς παπά και πιστούς, χωρίς εικόνες και καντήλια αναμμένα (δεν άφησαν τίποτε οι ιερόσυλοι, τα έχουν κλέψει όλα). Στέκει εκεί όρθιο (για πόσο καιρό ακόμη;) για να αποτελεί ένα όνειδος εις βάρος των τωρινών ιδιοκτητών στα μάτια των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και ξένων επισκεπτών που περνούν απ’εκεί πηγαίνοντας στο Ναό του Ποσειδώνος! Κι αφού οι ιδιοκτήτες του δεν ενδιαφέρονται να το διασώσουν, δεν θα ‘πρεπε να φροντίσει η Μητρόπολη, ο Δήμος, το Υπουργείο Πολιτισμού ή κάποιος άλλος κρατικός ή ιδιωτικός φορέας; 
Σημ. Μια συντομότερη αναφορά μου στο θέμα έχει δημοσιευθεί στην τοπική εφημερίδα «ΝΤΕΛΑΛΗΣ Σαρωνικού και Λαυρεωτικής», Σεπτ.-Οκτ.2018, σ.18. Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμμιά πρόοδος. 
Φωτογραφίες: 
Οι φωτ.1 & 2 ανήκουν στον Γιώργο Γιατράκο 
Η φωτ.3 (πιάτο Κεραμεικού) από το διαδίκτυο 
Η φωτ. 4 (πιστοποιητικό) ανήκει στην κα Σούλα Αργυροπούλου, εγγονή του Νικ.Παχούλη 
Η φωτ. 5 (αντιμήνσιον) ανήκει στον Αρχιμ. Τιμόθεο Αγγελή

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

Οι “κώδικες” των μοναστηριών


Μελέτη του καθηγητή της Νομικής Αθηνών κ. Γ. Ανδρουτσοπούλου για το αναμορφωμένο νομοθετικό πλαίσιο στις Ιερές Μονές και τα Hσυχαστήρια 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Οι Ιερές Μονές δεν αποτελούν μόνο τόπο για την πνευματική άσκηση των μοναχών στο πλαίσιο της ησυχαστικής τους αφιερώσεως και τόπο προσευχής και περισυλλογής των (ως επισκεπτών) προσερχομένων πιστών, αλλά συγχρόνως, σύμφωνα με τη νομική τυποποίησή τους, στο πλαίσιο του υφισταμένου συστήματος της «νόμω κρατούσης πολιτείας» στις σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας, συνιστούν οργανωτικές υποδιαιρέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ειδικότερα νομικά πρόσωπα που έχουν περιενδυθεί τη νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Την ίδια στοχοθεσία υπηρετούν και τα Ιερά Ησυχαστήρια, τα οποία, όμως, ανήκουν στην κατηγορία των ΝΠΙΔ. 
Η παρουσιαζομένη και αφορώσα στο θέμα του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών και Ι. Ησυχαστηρίων μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Γεωργίου Ανδρουτσοπούλου αποτελεί το πρώτο μέρος μιας πραγματείας, η οποία έχει ως σκοπό να αποτυπώσει και ανασυνθέσει κριτικά, αλλά και με προτάσεις de lege ferenda («θετέου δικαίου»), το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την οργάνωση και διοίκηση των Ιερών Μονών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, στην ελληνική επικράτεια, όπως αυτό συντίθεται από νέες νομοθετικές διατάξεις και κανονιστικές αποφάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τη νομολογιακή τους επεξεργασία, έχουν αναμορφώσει το σχετικό Δίκαιο. 
Πρόκειται αναμφιβόλως για ένα έργο - σταθμό στο χώρο του Εκκλησιαστικού Δικαίου καθώς παρά την ύπαρξη των δημοσιευμένων (από το 2002) «Εσωτερικών Κανονισμών» των Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, των ενταγμένων στις «Πηγές» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» των εκδόσεων Σάκκουλα, είχε καταστεί εμφανής η ανάγκη της παρουσιάσεως του νομικού καθεστώτος που διέπει τις Ι. Μονές και τα Ι. Ησυχαστήρια υπό το φως των ισχυουσών νομοθετικών ρυθμίσεων. Την ανάγκη επέτεινε και το γεγονός ότι το τελευταίο συναφές έργο συστηματικής επεξεργασίας του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών, το οποίο είχε εκπονήσει ο καθ. Παν. Παναγιωτάκος (ΑΠΘ), αποτύπωνε το δίκαιο που ίσχυε το 1957 (έτος εκδόσεως του έργου του), ήτοι είκοσι χρόνια πριν τη ψήφιση του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτου (Κ.Χ.) της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977). Άρα υπήρχε στο χώρο ένα κενό νομικής βιβλιογραφίας. Με πνεύμα σύγχρονο, γραφή περιεκτική και ουσιώδη, με κριτική αξιολόγηση / αποτίμηση και στοχευμένη νομολογιακή και θεωρητική επεξεργασία του εν λόγω αντικειμένου, το κενό αυτό ήλθε να καλύψει το παρόν πόνημα του κ. Ανδρουτσοπούλου, το οποίο κυκλοφορεί από τις έγκυρες νομικές (για τον κλάδο και του Εκκλησιαστικού Δικαίου) και ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα («Το νομικό καθεστώς Μονών και Ησυχαστηρίων στην ελληνική επικράτεια – Εκκλησία της Ελλάδος», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2023, σσ. 424). 
H μονογραφία αυτή αποτελώντας, ως προς το περιεχόμενο, τον πρώτο τόμο της πραγματείας, αναφέρεται στην Εκκλησία της Ελλάδος, δηλ. τόσο στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος (όπως αυτή περιγράφεται στο αρθ. 11, § 1Α’, Ν. 590/1977), όσο και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (αρθ. 11, § 1Β’, Ν. 590/1977), τις «επιτροπικώς» παραχωρηθείσες εκ μέρους του Οικ. Πατριαρχείου στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, κατά τη διοίκηση, υπό τους Όρους της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως (Π.Σ.Π.) του 1928. Ο δεύτερος τόμος που θ΄ ακολουθήσει θα αναφέρεται στα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα της Ορθόδοξης Εκκλησίας τα οποία συνυπάρχουν στην ελληνική επικράτεια, ήτοι στην ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, στις εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου, για τις οποίες τέθηκε προσφάτως σε ισχύ, για πρώτη φορά, νέος οιονεί «Καταστατικός Χάρτης» (αρθ. 317-346 Ν. 4957/2022), και, βεβαίως, στο συνταγματικώς αυτοδιοικούμενο Άγιον Όρος. 


Η ιστορική προσέγγιση του θέματος ανάγεται στην πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια να συγκροτήσει το 1828, λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, την 5μελή εξ Αρχιερέων Επιτροπή για να διακριβώσει την κατάσταση των ναών και των μονών. Ακολούθως εξετάζεται ο σχεδιασμός της Αντιβασιλείας για τη διευθέτηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, ερευνάται η τύχη των ιδιοκτήτων Μονών και αναλύεται ο θεσμός της κτητορείας. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η νομική τυποποίηση των Μονών ως ΝΠΔΔ, κατά το ισχύον Δίκαιο, και ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ του αρθ. 68 Ν. 4235/2014 και γίνεται ειδική μνεία και ανάλυση των ερμηνευτικών ζητημάτων που προκαλεί ο 10ος Όρος της Π.Σ.Π. του 1928. Ακολουθεί στο τρίτο κεφάλαιο η οργάνωση και διοίκηση των Μονών με αναλυτική παρουσίαση του πλαισίου λειτουργίας τους, εκτενή αναφορά στο τρόπο αναδείξεως, αρμοδιότητας και λειτουργίας των οργάνων διοικήσεώς τους, ενώ παρουσιάζεται και ο ρόλος της επισκοπικής / μητροπολιτικής εποπτείας επί των Μονών, στις επιμέρους εκφάνσεις (πνευματική εποπτεία, έγκριση μοναχικής κουράς, έλεγχος νομιμότητας και οικονομικής διαχειρίσεως, κ.α.). Στο τέταρτο κεφάλαιο της μονογραφίας ξεδιπλώνεται ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα της πολιτικής και εκκλησιαστικής ζωής της χώρας, η μοναστηριακή περιουσία(τίτλοι κυριότητας, χρησικτησία, εκποίηση και εκμίσθωση μοναστηριακών ακινήτων, κ.λ.π.). Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τα Ησυχαστήρια, άλλως ειπείν για τις «Μονές ιδιωτικού δικαίου» και εξετάζεται ο τρόπος λειτουργίας τους διαχρονικά, από το πρώτο νομοθετικό αποτύπωμα περί της συστάσεως και λειτουργίας τους με τον Κ.Χ. της δικτατορίας (Ν.Δ. 126 / 1969, αρθ. 33 και Καν. 39/1972), εν συνεχεία με τον Κ.Χ. της μεταπολιτεύσεως (Ν. 590/1977, αρθ. 39 § 10, η οποία όρισε τα Ησυχαστήρια ως sui generis εκκλησιαστικά ΝΠΙΔ), μέχρι – και ιδίως - το πρόσφατο νομικό (αρθ. 50 §2 Ν. 4559/2018) και κανονιστικό (Κανον. 337/2021) πλαίσιο που τα διέπει. Στο ακροτελεύτιο έκτο κεφάλαιο της μονογραφίας αναπτύσσονται αφενός οι εκφάνσεις της μοναστικής ζωής και οργανώσεως, ως μέρος της θρησκευτικής πολιτιστικής κληρονομιάς και αφετέρου η νέα νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα (Ν. 4624/2019), συναφώς δε εξετάζεται και ο νέος Κανονισμός (326/2021) για τα εκκλησιαστικά αρχεία. 
Σημειωτέον ότι από το συγγραφέα της μελέτης έχει ληφθεί μέριμνα ώστε όλα τα αναλυόμενα ζητήματα να σχετίζονται με το έτερο σκέλος του στερεώματος κανόνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ήτοι το Κανονικό Δίκαιο αυτής, αφιερώνοντας μάλιστα στην Εισαγωγή του τόμου σχετικό υποκεφάλαιο (§ 2, «Η εκκλησιολογική και κανονική προσέγγιση των Μονών»). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση και παράρτημα με κατάλογο, κατά χρονολογική τάξη των Εσωτερικών Κανονισμών που έχουν εκδοθεί από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Ιούλιο του 2022, ο οποίος περιλαμβάνει την επωνυμία της Μονής, τη Μητρόπολη στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει και την ακριβή παραπομπή δημοσιεύσεως του κάθε Κανονισμού στο περιοδικό «Εκκλησία».
Ευχής έργο είναι η συγγραφική παραγωγή του καθ. κ. Γ. Ανδρουτσοπούλου να ολοκληρωθεί σύντομα και να δημοσιευθεί / εκδοθεί και ο δεύτερος τόμος της εν θέματι πραγματείας ώστε να έχουμε ένα ολοκληρωμένο «έργο αναφοράς» για το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, εξ επόψεως τόσο θεωρίας, όσο και πράξεως του Εκκλησιαστικού Δικαίου, θέμα του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών στην ελληνική επικράτεια. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ., μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σύμβουλος Εκπαίδευσης Θεολόγων (xaan@theo.auth.gr).

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2024

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΟ ΛΑΥΡΙΟ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1930


Αριστείδης Γ. Κανατούρης, 
24 Ιουλίου 2024 
Γιορτή αύριο της Αγίας Παρασκευής, πολιούχου του Λαυρίου, και άρχισαν να σημαίνουν χαρμόσυνα οι καμπάνες του Ναού της στην πόλη μας, καλώντας τους πιστούς να προσκυνήσουν τη χάρη της. 
Με την ευκαιρία αυτή, παραθέτω ένα ιστορικό τεκμήριο που είχε την καλωσύνη να μου παραχωρήσει ο εκλεκτός φίλος Κώστας Καλογείτων, από παλιά λαυριώτικη οικογένεια, ο οποίος το είχε κληρονομήσει από την μητέρα του. 
Πρόκειται για το πρόγραμμα εορτασμού της πανηγύρεως που ανάγεται στην δεκαετία του 1930· αναγράφεται σ’ αυτό η χρονολογία “25 Ιουλίου 193.”, χωρίς να προσδιορίζεται το έτος. Μια σημαντική όμως λεπτομέρεια μάς οδηγεί στη λύση της απορίας μας. Ενώ όλο το πρόγραμμα είναι τυπωμένο, στο τέλος του έχει προστεθεί με την γραφομηχανή η φράση “Κατά την θείαν λειτουργίαν θα ψάλλη χορός καλλιφώνων νέων”. Ποιος ήταν ο χορός των καλλιφώνων νέων; Μα ποιος άλλος από την ανδρική Χορωδία Λαυρίου που γνωρίζουμε ότι ιδρύθηκε το 1939 με πρωτοβουλία του Αρχιμανδρίτη Αντωνίου Σιδερή και επί κεφαλής τον αείμνηστο συμπολίτη μας Γεώργιο Τζανετάκη που διετέλεσε μαέστρος της για πολλές δεκαετίες και αυτή θα πρέπει να ήταν η πρώτη συμμετοχή της στη θεία λειτουργία! 
Με τις ευχές σε όλες και όλους η Αγία Παρασκευή να σκέπει την πόλη μας και να μας προστατεύει.
Ακολουθεί το κείμενο του προγράμματος, όπως ακριβώς έχει τυπωθεί, και η φωτογραφία του εντύπου.
Τὴν 26ην τρέχ. Μηνὸς Ἰουλίου ἑορτήν της ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ἑορτάζει ὁ ἐνταῦθα φερώνυμος Ἱερὸς Ναός διὰ κατανυκτικοῦ ἑσπερινοῦ τὴν παραμονήν καὶ μεγαλοπρεποῦς λειτουργίας τὴν πρωίαν. 
Μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν γενήσεται περιφορά τῆς Ἁγίας Εἰκόνος ἀνὰ τὴν πόλιν. Παρακαλοῦνται οἱ φιλέορτοι ὅπως προσέλθωσιν. 
Λαύριον, 25 Ἰουλίου 193. 
Ἡ Ἐκκλ. Ἐπιτροπή 
Κατὰ τὴν θείαν λειτουργίαν θὰ ψάλλη χορὸς καλλιφώνων νέων.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ


Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, από την 24η Ιουλίου του 1974, όταν στα ξημερώματα της ημέρας αυτής, μετά την πτώση (ουσιαστικά: αυτοδιάλυση…) του δικτατορικού καθεστώτος της Επταετίας (1967-1974), με την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως Πρωθυπουργού, από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ξημέρωνε Δημοκρατία! Ποιες ήταν απόψεις του Κων. Καραμανλή για τη στάση της δικτατορίας απέναντι στην Εκκλησία και πως η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας στη χώρα συνδέθηκε με την διασφάλιση της σταθερότητας και ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στη κοινωνία, όπως η Εκκλησία; 
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Κων. Καραμανλής επανειλημμένως είχε “καυτηριάσει” την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το καθεστώς. Στα τέλη του 1969, εποχή κατά την οποία εξελίσσεται εμφαντικώς η προπαγάνδα του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ο αυτοεξόριστος τότε στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα “Journal de Geneve” (1η Οκτωβρίου 1969), διακωμωδώντας την «ελληνοχριστιανική» εκδοχή της πολιτικής της δικτατορίας θα δηλώσει: «Το καθεστώς των Αθηνών στερούμενον ιδιαιτέρου ιδεολογικού προσανατολισμού εις ουδεμίαν μορφήν πολιτεύματος – ούτε καν της κλασικής δικτατορίας – ανταποκρίνεται. Και το εν λόγω κενόν δεν δύναται να πληρωθεί ούτε με μεσαιωνικάς θεοκρατικάς εννοίας, ούτε με συνθήματα ως το “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”, ενώ αι μέθοδοι του καθεστώτος είναι ελάχιστα χριστιανικαί…». 
Είναι σαφές ότι με τις δηλώσεις του αυτές ο Καραμανλής επιχειρεί να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο της δικτατορίας από τον χώρο της συντηρητικής δημοκρατικής παρατάξεως που θα μπορούσε θεωρητικώς να παράσχει στο στρατιωτικό καθεστώς μια υποτυπώδη αποδοχή. Από τις δηλώσεις του Καραμανλή δεν λείπει και η καυστική ειρωνεία για την πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας και μάλιστα, όπως σημειώνει, μια εκμετάλλευση «με μεθόδους ελάχιστα χριστιανικάς». Πρόκειται για αιχμηρή κριτική αναφορά στις καθεστωτικές πρακτικές στον χώρο της θρησκείας, τις οποίες ο Καραμανλής διακωμωδεί θεωρώντας τες ως μια παρωδία θρησκευτικότητας, με την οποία η αυθεντική θρησκεύουσα συντηρητική δημοκρατική παράταξη ουδεμία μπορεί να έχει σχέση. 
Την άνοιξη του 1973 ο Καραμανλής με βαρυσήμαντες δηλώσεις του (23.04.1973) στις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Θεσσαλονίκη» θα απευθύνει σκληρή κριτική κατηγορώντας τη στρατιωτική Κυβέρνηση ότι με την ανερμάτιστη πολιτική της αποσυνθέτει κρίσιμους θεσμούς του κράτους και της κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτούς τους «δεινοπαθούντες» θεσμούς και την Εκκλησία. «Η Κυβέρνησις πειραματιζομένη διαρκώς αποδιοργάνωσε τη Διοίκηση, την Εκκλησία και την Παιδεία, κατά τρόπον ώστε να παρουσιάζουν την εικόνα επικινδύνου αποσυνθέσεως», θα τονίσει ο αυτοεξόριστος τότε Έλληνας πολιτικός, ο οποίος, όπως φαίνεται, ενδιαφέρεται και παρακολουθεί στενά το «μαρτύριο» που βιώνει την περίοδο αυτή η Εκκλησία. Ο Καραμανλής αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως ηθικοποιητικό και φρονηματιστικό φορέα της κοινωνίας που έχει ως αποστολή να συνδράμει στο έργο της Πολιτείας, εντός πάντα ενός πλαισίου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τον οποίο, πάντως, ο ίδιος, ως φιλελεύθερο πνεύμα, εννοιολογικά και σημασιολογικά προσλαμβάνει ως αναφορά στο δίπολο του κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και της χριστιανικής ορθοδοξίας, ως ένα «ιδεώδες» πολιτισμού και όχι ως πολιτικοθρησκευτικό ιδεολόγημα. Θεωρεί την Εκκλησία ως φορέα κοινωνικοποιήσεως με πολύ σημαντική αποστολή, καθώς το έργο της άπτεται θεμελιωδών παραδοσιακών αξιών – του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού – που ταυτοχρόνως αποτελούν βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τμήμα του οποίου σκοπεύει να καταστήσει και την Ελλάδα. Ο Καραμανλής της Μεταπολιτεύσεως, έχοντας ως στόχο να κάνει την Ελλάδα Ευρώπη, να εγκαταστήσει σ’ αυτή μια Δημοκρατία τύπου δυτικοευρωπαϊκού, εντάσσει σ’ αυτή την προσπάθεια του δυναμικού ανοίγματος προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό και την Εκκλησία, την οποία θέλει ελεύθερη από τον κρατικό εναγκαλισμό και κινουμένη εντός του δικού της φύσει δημοκρατικού – του συνοδικού – πολιτεύματος, ακριβώς για να εκπληρώνει αυτή την «ηθικήν και εθνικήν αποστολήν της». Σ’ αυτή την κρίσιμη για τη χώρα φάση αυτό που επιδιώκει είναι να έχει δίπλα του την Εκκλησία ως στήριγμα για την αποκατάσταση στη χώρα της δημοκρατικής ομαλότητας. Και το επιτυγχάνει. 
Ο Καραμανλής τον Ιούλιο του 1974 βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος να διάγει μια περίοδο οιονεί κανονικότητας. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), αν και είχε ανέλθει στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα στη διάρκεια της δεύτερης φάσεως του δικτατορικού καθεστώτος (στις 12.01.1974, επί Δημ. Ιωαννίδη), δεν είχε ταυτισθεί με τη δικτατορία, όπως ο προκάτοχός του Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Κοτσώνης, 1967-1973). Τούτο εξηγείται λόγω τόσο του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε μέχρι τότε (12.01.1974-23.07.1974) διανύσει ο Σεραφείμ, όσο και –κυρίως– επειδή συμβόλιζε την εκκλησιαστική παράταξη που ανέλαβε τα ηνία της Ιεραρχίας έχοντας έλθει σε «μετωπική» ρήξη με τον Ιερώνυμο και ευρύτερα με τη μερίδα εκείνη της Ιεραρχίας που αντιπροσώπευε το σύστημα που είχε επιβάλει από τις πρώτες ημέρες της εγκαθιδρύσεώς του και για μια ολόκληρη εξαετία (1967-1973) το (επί Γ. Παπαδοπούλου, σ΄ αυτή την πρώτη φάση του) δικτατορικό καθεστώς της «21ης Απριλίου». 
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεσφάλιζε στον Καραμανλή την κρίσιμη περίοδο 1974-1975 ησυχία και τάξη στο εσωτερικό της Εκκλησίας, γεγονός που επηρέασε θετικά και έδρασε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη μιας αγαστής συνεργασίας στις σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών και κατά συνέπεια στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας αφενός, αλλά και της αποκαταστάσεως των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφετέρου. Στην ανάπτυξη αυτού του θετικού κλίματος συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο Σεραφείμ αμέσως μετά την ανάρρησή του στην Αρχιεπισκοπή (12.01.1974) επεδίωξε και επέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο. Οι σχέσεις αυτές είχαν σοβαρά διασαλευθεί κατά την περίοδο της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (1967-1973) εξαιτίας της καταστρατηγήσεως κατά την περίοδο εκείνη των θεμελιωδών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου [ΠΣΤ] του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως [ΠΣΠ] του 1928) που καθορίζουν το νομοκανονικό πλαίσιο των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Φανάρι. Επρόκειτο για μια πρακτική που αποσκοπούσε στη βαθμιαία αποδυνάμωση των κανονικών δικαιωμάτων του Πατριαρχείου στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα στις εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων Χωρών» (Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Αιγαίου) των οποίων η “επιτροπική διοίκηση”, δια της ΠΣΠ του 1928, είχε παραχωρηθεί στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, διατηρηθείσης, ωστόσο, της πνευματικής υπαγωγής τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. 
Η αποκατάσταση αυτών των σχέσεων με το Φανάρι επέδρασε πολύ θετικά στον Μακεδόνα πολιτικό, καθώς ο Κων. Καραμανλής, ως γεννηθείς το 1907, είχε γαλουχηθεί με τις αξίες της μακεδονικής περιφερείας των αρχών του 20ού αιώνα, τις αξίες των γηγενών οικογενειών που υπήρξαν πιστές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, αντιπαλεύοντας τη βουλγαρική επιρροή που επιχειρούσε τότε η κηρυχθείσα σχισματική από το Πατριαρχείο βουλγαρική (εκκλησιαστική) «Εξαρχία». Ακριβώς, λοιπόν, λόγω καταγωγής - από την επαρχία Σερρών που ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου – ο Καραμανλής έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό στη Μητέρα Εκκλησία, αυτή της Κωνσταντινουπόλεως. 


Στην ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή περίοδο αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε τον Κων. Καραμανλή ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής σταθερότητας στη χώρα, μια σταθερότητα που συνδεόταν άμεσα με τη διασφάλιση της ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στην κοινωνία, όπως η Εκκλησία. Από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών και μ’ ό,τι στη συλλογική μνήμη ταυτίσθηκε μαζί της, όπως π.χ. η περίοδος της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973), ο Καραμανλής, όπως προαναφέρθηκε, είχε έγκαιρα αποστασιοποιηθεί και ασκήσει δριμεία κριτική, ενεργώντας όχι ως πρόσωπο μόνο, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, ως βασικός εκφραστής της πιστής στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον κοινοβουλευτισμό ευρύτερης συντηρητικής παρατάξεως για την οποία δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι παρέχει τα ελάχιστα έστω ερείσματα στο δικτατορικό καθεστώς. 
Για την Εκκλησία της Ελλάδος δύο είναι οι μεγάλες και σπουδαίες θεσμικές τομές που επιχειρεί και προωθεί ο Καραμανλής κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του (1974-1980) στη Μεταπολίτευση: πρώτον, η ψήφιση τον Ιούνιο του 1975 του νέου Συντάγματος με τα άρθρα 3, 13, 18 § 8, 28 § 1, 72, § 1 και 105 του οποίου καθορίζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις οι οποίες διέπουν μέχρι και σήμερα τις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας (επί το ακριβέστερον δε τις σχέσεις του κράτους και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα μας). Με το αρθ. 3 για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής νομοθεσίας κατοχυρώνεται ο ΠΣΤ του 1850 και η ΠΣΠ του 1928, δηλ. θωρακίζεται το κανονικό θεσμικό πλαίσιο οργανώσεως και λειτουργίας της εκκλησιαστικής διοικήσεως (ήτοι η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συμφώνως προς τις σχετικές πατριαρχικές [ΠΣΤ 1850 / ΠΣΠ 1928] διατάξεις), το οποίο είχε κλονισθεί κατά τη περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας (με την συγκρότηση της όλως αντικανονικής “Αριστίνδην” Συνόδου, με τα έκτακτα “Ιεροδικεία” η σύσταση και λειτουργία των οποίων αποδοκιμάσθηκε ως κατάλυση του όλου συστήματος του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, κλπ.). Δεύτερον, η ψήφιση (επι υπουργίας - στο Παιδείας - του Γεωργίου Ράλλη) του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590) με τον οποίο κατοχυρώθηκαν (και) νομοθετικά οι πατριαρχικές πράξεις (1850/1928), χειραφετήθηκε η Εκκλησία από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Πολιτείας και ετέθησαν οι βάσεις της αρμονικής σχέσεώς τους στο πλαίσιο των διακριτών (τους) ρόλων. 
Εν συμπεράσματι: Στη διάρκεια των πρώτων και κρισίμων χρόνων της Μεταπολιτεύσεως η συνετή εκκλησιαστική πολιτική που χάραξε ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής όχι μόνο έφερε την ποθουμένη γαλήνη και ηρεμία στο σκάφος της Εκκλησίας, που είχε σοβαρά κλυδωνισθεί στη διάρκεια της προηγηθείσης Επταετίας, αλλά θεμελίωσε τον εκδημοκρατισμό της με σειρά συνταγματικών ρυθμίσεων (κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 στο Σύνταγμα του 1975), και νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης: N. 590/1977) που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. Με τις θεσμικές τομές του Κων. Καραμανλή ετέθησαν οι βάσεις για την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και χαράχθηκε ο δρόμος της αγαστής συνεργασίας της με το Κράτος, στο συνταγματικό πλαίσιο μιας πολιτειοκρατικής μεν πάντα σχέσεως, αλλ’ εφεξής ηπιότερης μορφής και σαφώς χαλαρότερης εξαρτήσεως, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε ένα καθεστώς αρμονικής συναλληλίας, αμοιβαίου σεβασμού και διακριτών ρόλων, το οποίο σε γενικές γραμμές διατηρείται και στις μέρες μας. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σύμβουλος Εκπαίδευσης κλ. ΠΕ01 Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. 

BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
* Ανδρεόπουλος, Χαράλαμπος, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, Μέρος Δ΄: Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση, σσ. 353-372 (πανεπιστημιακά συγγράμματα: '’ΕΥΔΟΞΟΣ”: 68377860) 
* Κονιδάρης, Ιωάννης, “Περίοδος της δικτατορίας 1967-1974” και “Περίοδος της Μεταπολιτεύσεως”, στο «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020 (με τη συνεργασία Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλου), σσ. 129 – 143 (”EYΔΟΞΟΣ’’: 94690151) 
* Ριζάς, Σωτήριος, “Στις απαρχές της Mεταπολίτευσης”, στο «Η στιγμή του 1974. Το χρονικό της μετάβασης στη Δημοκρατία», Νέα Εστία, Αθήνα, 2014, τχ. 1862, σσ. 398-424. 
* Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, “Η σύσταση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος 1974-1981”, στο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 2000, τομ. ΙΣΤ’, σσ. 294-295.
Related Posts with Thumbnails