Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικό Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικό Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΝΩΤΗΣ "Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΓΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΕΙ"


Κείμενο του Γιάννη Λιγνάδη από την παρουσίαση του βιβλίου «Αλέξης Μινωτής «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει»», 2025, επιμ. Θ. Νιάρχου, Εκδόσεις Μετρονόμος. 
Θα μιλήσω για το νέο βιβλίο για τον Αλέξη Μινωτή, ξεκινώντας από την ανατομία του και μετά περνώντας σε μια γενικότερη θεώρηση. 
Το σώμα του βιβλίου, με γραπτά του Α. Μινωτή, πλαισιώνεται από τρία κείμενα, δύο εισαγωγικά και επιλογικό. 
Το πρώτο, σε θέση προλόγου, με τίτλο «Ο μανικός «σκαραβαίος» (δημοσιευμένο στον τόμο «Ο ηθοποιός Αλέξης Μινωτής» 1985, επιμ. Θ. Νιάρχος) είναι του Κ. Γεωργουσόπουλου. Σε αυτό ο φιλόλογος, θεατρολόγος και κριτικός διαγράφει αδρά, πλην περιεκτικά, το θεατρικό και ανθρώπινο πρόσωπο του Μινωτή, ερείδοντας την προσωπογραφία του σε προσωπικές κριτικές απόψεις διανθισμένες με ανεκδοτολογικές μαρτυρίες, αντλημένες από προσωπικές μνήμες και βιώματα από την κοινή συναναστροφή. Πρόκειται για μια γενική αποτίμηση, ένα στοιχειοθετημένο εγκώμιο, του πνευματικού αναστήματος και του ιστορικού αποτυπώματος που κατέλιπε στη θεατρική σκηνή ο μέγας του ελληνικού θεάτρου κατά το μείζον μέρος του 20ου αιώνα. 
Το δεύτερο προλογικό κείμενο, εγκωμιαστικό κι αυτό, είναι του Γιώργου Κιμούλη (πρωτοδημοσιευμένο στο περ. Η Λέξη, 2006). Ο Κιμούλης ερμηνεύει το υποκριτικό φαινόμενο «Μινωτής», μέσα από το πρίσμα του κινήματος του εξπρεσσιονισμού, όρο που μεταχειρίζεται με την καθιερωμένη στη λογοτεχνική κριτική σημασιολογία. Η εν τοις πλείστοις θεατρολογική προσέγγιση του Κιμούλη παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον ως προς το εξής: ότι το τετελεσμένο στον ιστορικό χρόνο έργο ενός κορυφαίου θεατρικού δημιουργού, επί δεκαετίες πρωταγωνιστή της ελληνικής θεατρικής Σκηνής, αποτιμάται από έναν εν ενεργεία ομότεχνό του, καταξιωμένο πρωταγωνιστή ηθοποιό, με σημαντική σκηνική πείρα και στιβαρή θεωρητική συγκρότηση. Η διαλεκτική σχέση παλαιού και νεοτέρου στην εν χρόνω εξέλιξη του θεατρικού γίγνεσθαι, οι παρακαταθήκες του πρώτου και οι οφειλές του δεύτερου, στην γενικότερη προοπτική της καλλιτεχνικής τελείωσης, έχει μοναδική αξία. Όπως λέει ο Τ.Σ. Έλιοτ, που προσφυώς παραθέτει ο Κιμούλης, «Κανείς καλλιτέχνης καμιάς τέχνης δεν έχει την ολοκληρωμένη σημασία του μόνος του. Η σημαντικότητά του, η εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της σχέσης του με τους νεκρούς καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να τον εκτιμήσεις μόνο του. Πρέπει να τον θέσεις, για σύγκριση και σε αντίθεση, ανάμεσα στους νεκρούς» (σ.23). Απ᾽ το κείμενο του Κιμούλη στέκομαι ιδιαίτερα στην περιγραφή των υποκριτικών τεχνικών του Μινωτή στην εκφορά του δραματικού λόγου (ελπίζω το απόσπασμα αυτό να είναι στα αναγνωστέα…). 
Οι δυο αυτοί πρόλογοι συνιστούν την ενότητα των «έξωθεν» μαρτυριών. Τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου (πλην κάποιων επιστολών και του επιλογικού κεφαλαίου) συγκροτούν το σώμα των «έσωθεν» μαρτυριών, που απαρτίζεται από κείμενα, γραπτά ή ομιλίες, του ίδιου του Μινωτή. Περνάω σ᾽ αυτό: 
Το πρώτο κείμενο με τίτλο «Αναφορά στην Κρήτη» (Χανιώτικα Νέα, 1973), είναι μια εξομολόγηση του Μινωτή για τις οφειλές του στη γενέθλια γη, τη Μάνα Γη της Κρήτης που του χάρισε την πρώτη πνευματική τροφή. Ο λόγος είναι για την «εσώτερη Κρήτη», το ψυχικό τοπίο και τα ανθρώπινα στοιχειά του, δηλ. τα πνευματικά αδέλφια του, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ο Καζαντζάκης και ο Πρεβελάκης. 
Στο κεφάλαιο «Η τραγωδία της Ελλάδας» (μεταφρασμένο άρθρο δημοσιευθέν στα αγγλικά σε αμερικάνικο περιοδικό το 1942), ως εθελοπρόξενος του ελληνισμού στις ΗΠΑ, ο Μινωτής περιγράφει τα πάθη και τις θυσίες του τραγικού ελληνικού έθνους κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Η γραφή του διαπνέεται από έντονο πατριωτικό φρόνημα και ζέον ανθρωπιστικό αίσθημα. 
Ακολουθεί το "Τέχνη και Τουρισμός" (εφημ. Ελευθερία, 1964), όπου ο Μινωτής αναφέρεται στην αναγκαιότητα κατάστρωσης εθνικής πολιτικής για τη διατήρηση και προβολή της θεατρικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εδώ θέτει ζητήματα θεσμικής δεοντολογίας που αφορούν στη λειτουργία και την αποστολή του Φεστιβάλ Επιδαύρου\Αθηνών, εκθέτοντας τους κινδύνους που συνεπάγεται η εμπορευματοποίηση και οι επιρροές του συρμού στη θεατρική τέχνη. Ως βέλτιστη «καλλιτεχνική πρόταση» προκρίνει εκείνη που χάραξε η εθνικοθεατρική παράδοση στην αναβίωση του αρχαίου δράματος και προπαντός της αρχαίας τραγωδίας. 
Στο κεφάλαιο με τίτλο «Για τον ηθοποιό η γλώσσα είναι το όργανο της έκφρασής του» (άρθρο, εφημ Ακρόπολις, 1971), κάνει λόγο για την ελληνική γλώσσα και την κρίσιμη σημασία της στη νεοελληνική θεατρική συγγραφή. Ο Μινωτής καταθέτει τον θαυμασμό του στη γραφή των «εκρηκτικών» —όπως τις λέει— προσωπικοτήτων του πνεύματος (διαπιστώνοντας ότι στην εποχή του σπανίζουν), κρίνοντας άκρως γονιμοποιό για την πνευματική τόνωση της ελληνικής θεατρικής παραγωγής τη διατήρηση των δεσμών με τις πηγές της θεατρικής εκφράσεως που εκπροσωπούν οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς. 
Στο κεφάλαιο «Θέατρο: ο ενιαίος ατομικός και κοινωνικός χρόνος» (αναδημοσίευση από το βιβλίο του Θ.Ν. Πραγματογνωμοσύνη της εποχής, 1976), ανασκοπεί τις απαρχές και τους κρίσιμους σταθμούς της θεατρικής του σταδιοδρομίας, μνημονεύοντας πρόσωπα και γεγονότα που άσκησαν επιρροή και διαμόρφωσαν το καλλιτεχνικό του πρόσωπο και τη δυναμική του. Στο εν λόγω κεφάλαιο εντοπίζονται σποράδην γνώμες, αποστάγματα σοφίας, από την πλούσια εμπειρία στη θεατρική διακονία, τα οποία συνθέτουν την καλλιτεχνική «διάνοια», τη θεατρική ιδεολογία του Μινωτή. 
Το κεφάλαιο «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει» (Η Λέξη, 1988), εξ ου ο τίτλος του βιβλίου, ο Μινωτής, σε συνομιλία με τους Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, διατυπώνει καίριες απόψεις για την αρχαία τραγωδία και την έννοια της τραγικότητας, όπως αυτή αναδύεται στα έργα των μεγάλων τραγικών. Εμφατική είναι η αναφορά του στην πρόσληψη των τραγικών έργων στο επίπεδο της επιτέλεσης, ενώ επικρίνει παραναγνώσεις και ανούσιους νεωτερισμούς που απαντούν σε σύγχρονες θεατρικές παραγωγές, ελληνικές και ξένες. 
Το κείμενο με τίτλο «Οι συκοφάντες και η κομματική πολεμική οργίαζαν» (ανέκδοτη γραπτή μαρτυρία που παραχώρησε ο Μινωτής στον Θανάση Νιάρχο και Αντώνη Φωστιέρη το 1988), αποκαλύπτει την κομματική πολεμική που δέχτηκε κατά τη θητεία του ως Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου στα χρόνια της μεταπολίτευσης. 
Ακολουθούν δύο εκτενείς και αμιγώς θεατρολογικές πραγματείες. 
Στην πρώτη με τίτλο «Το αμερικανικό θέατρο» (Νέα Εστία, 1959), ο Μινωτής επισκοπεί τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία του αμερικανικού θεάτρου, καταγράφοντας τους αξιόλογους σταθμούς του και αποτιμώντας κριτικά την αξία της αμερικανικής συγγραφικής και θεατρικής παραγωγής. 
Στη δεύτερη, με τίτλο «Το θέατρο στη Σοβιετική Ένωση και στις Ηνωμένες Πολιτείας Αμερικής» (συνομιλία με Θανάση Νιάρχο) αντικείμενο συζήτησης είναι η καλλιτεχνική κληρονομιά και η αποτίμηση της σύγχρονης θεατρικής παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση και τις Η.Π.Α. Οι δύο μεγαλύτερες και επιδραστικότερες παγκοσμίως εθνικές θεατρικές παραδόσεις θεωρούνται σε μια οιονεί συγκριτική βάση. 
Ακολουθεί το κείμενο με τίτλο «Η ζωή μου με την Κατίνα Παξινού» (Η Λέξη, 1988). Εδώ ο Μινωτής καταθέτει συνοπτικά τις απαρχές της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας της Κατίνας Παξινού, τη θητεία της στη Μουσική, αναφέροντας τον καθοριστικό ρόλο του ίδιου στη στροφή της από τη μουσική στο θέατρο. Το σύντομο απομνημόνευμα λειτουργεί ως προοίμιο στις δύο επιστολές που ἐπονται, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η σχέση του με την Κατίνα Παξινού. 
Στην πρώτη επιστολή «Απορώ με την Κατίνα. Πόσο άλλαξε;» (Η Λέξη 1988), ο Μινωτής, ευρισκόμενος το 1937 στη Γερμανία με εκπαιδευτική άδεια που του χορήγησε το Ε.Θ., απευθύνεται στον Διευθυντή Δημ. Ροντήρη, ενημερώνοντάς τον για τα εκεί καλλιτεχνικά τεκταινόμενα και για άλλα προσωπικά θέματα, εξομολογούμενος την κρίση που περνάει η σχέση του με την Κατίνα Παξινού. 
Η δεύτερη επιστολή «Μια νύχτα με τον Βέρνερ Κράους», απευθύνεται στη σύντροφό του Κατίνα (Η Λέξη, 1996, με εισαγωγή Κ. Γεωργουσόπουλου), στην οποία ενθουσιωδώς περιγράφει τη γνωριμία του με τον σπουδαίο γερμανό ηθοποιό Βέρνερ Κράους. Οι δύο επιστολές, με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο και προσωπικό τόνο, φωτίζουν πτυχές της προσωπικής ζωής του Μινωτή, φορτισμένης συναισθηματικά, τον καιρό εκείνο, από το ρομάντζο με την Κατίνα Παξινού. Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζει το πως ο εξωτερικός βίος - που όπως λέει αλλού αφοριστικά ο Μ. «δεν αξίζει μια πεντάρα» - είναι στην περίπτωσή του άρρηκτα συνυφασμένος με τις βαθιές πνευματικές του ανησυχίες και τα φιλόδοξα καλλιτεχνικά του όνειρα. 
Ακολουθούν οι «Πέντε ανέκδοτες επιστολές προς τον Αλέξη Μινωτή» του Νίκου Καζαντζάκη: (Η Λέξη 1985). Μέσα από τη πηγαία γραφή του μεγάλου έλληνα συγγραφέα φωτίζεται η αμοιβαία πνευματική δοσοληψία, οι αμφίδρομες ωσμώσεις στο πεδίο της δραματουργίας ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναδημιουργό Μινωτή, σχέσεις που σμιλεύτηκαν μέσα από τη στενή φιλία των δύο σπουδαίων ανδρών. 
Το «Σάμιουελ Μπέκετ, ένας τραγικός χωρίς κάθαρση» (Η Λέξη, 1984) είναι μια διεισδυτική κριτική αποτίμηση του Μινωτή για το θέατρο του Μπέκετ και την ιδιότυπη τραγικότητα του, που την χαρακτηρίζει το γκροτέσκ στοιχείο και η απόλυτη απουσία του θείου. 
Στο «Αναμνήσεις από τον Κώστα Καρυωτάκη» (Η Λέξη, 1988), ο Μινωτής ιστορεί τη γνωριμία του με τον ποιητή Κ. Καρυωτάκη μια εξιστόρηση μεστή θαυμασμού για την πνευματική αρχοντιά, την ποιητική ευφυία και την «πεισιθάνατη» (όπως την αποκαλεί) ιδιοσυγκρασία του ποιητή. 
Το κείμενο «Φώτης Κόντογλου, ο πιστός της ουσίας» (δημοσιευμένο στον τόμο Μνήμη Κόντογλου, Αστήρ, 1975) αποτελεί μια κατάθεση θαυμασμού στο συγγραφικό και εικαστικό έργο του Φώτη Κόντογλου. Το κείμενο περιέχει μια γλαφυρή διήγηση ενός θεατρικού ζωντανέματος της γραφής του Κόντογλου από τον Μινωτή στο πλαίσιο μιας ταξιδιωτικής εμπειρίας στη Μονεμβασιά. 
Στο «Καλύτερα μια καλή κλωτσιά παρά μια κακή παράσταση» (συνέντευξη στον Στέλιο Λουκά, Η Λέξη, 2002), ο Μινωτής αναφέρεται στη μακρά θητεία του στο αρχαίο δράμα και την τραγωδία, στις αρχές και τους κανόνες της υποκριτικής, στο ρόλο του σκηνοθέτη, στο ανέβασμα της αρχαίας τραγωδίας από ξένους σκηνοθέτες, και την υψηλή αποστολή του θεάτρου που δεν είναι άλλη από το να υπηρετεί το «αληθινό» θέατρο. 
Το κείμενο που κλείνει το βιβλίο «Αν ζούσε σήμερα ο Α.Μινωτής» (Τα Νέα, 2025) είναι του Θανάση Νιάρχου. Πρόκειται για ένα στοχαστικό δοκίμιο που επισημαίνει την άρρηκτη σχέση μεταξύ του «εξωτερικού βίου» και της «έσω κοίτης» (του εσωτερικού, πνευματικού κόσμου) στο αποτύπωμα που καταλείπει ο μεγάλος καλλιτέχνης, εξαίροντας το ρόλο της ανεκδοτολογικών και αυτοβιογραφικών μαρτυριών στην ανασύνθεση ενός καθολικού πορτραίτου. Το κείμενο δικαιώνει την πρωτοβουλία του επιμελητή της έκδοσης Θ.Ν. για τη επιλογή και έκδοση του συγκεκριμένου υλικού. 
Η επισκόπηση των κεφαλαίων κατέδειξε, νομίζω, έκτυπα ότι το βιβλίο είναι ένας «κέντρων», μία ανθολογία, συνισταμένη από ετερογενή, ετερόχρονα και, στην πλειονότητά τους, δημοσιευμένα γραπτά. Τα ανομοιογενή υλικά αυτής της συγγραφικής «ανακύκλωσης» (αν μου επιτρέπεται ο όρος) συγκροτούνται εντούτοις σε ένα ενιαίο σώμα. 
Νομίζω ότι ο άξονας που συνέχει όλα τα παραπάνω είναι η «μινώτεια πνοή» στη γραπτή αποτύπωσή της. Το ενδιάθετο πνεύμα του Μινωτή που στοιχειώνεται στον γραπτό λόγο του ίδιου και εκείνων που τον γνώρισαν και ένιωσαν τον κραδασμό του. Και συνιστά πράγματι πολύτιμη δωρεά η κοινωνία αυτού του πνεύματος, διότι είναι το ίδιο πνεύμα, δυνάμει του οποίου ο μέγας «αναδημιουργός» εκπνευμάτωσε τους μεγάλους ρόλους που μοναδικά ενσάρκωσε - «ενσάρκωσε», όπως έλεγε ο ίδιος, όχι «ερμήνευσε» ούτε «υποδύθηκε». Οι σπινθήρες αυτού του πνεύματος όπως εκπέμπονται μέσα από τα απολιθωμένα λόγια των σελίδων φωτίζουν στην αντίληψη του αναγνώστη την εικόνα του διανοητικού και ψυχικού τοπίου, της «έσω μηχανής» ή του «οπλοστασίου» του Μινωτή. Είναι αλήθεια ότι τα περίφημα υποκριτικά του «μέσα» δεν ήταν αφομοιωμένες τεχνικές αλλά ιδιοσυστασιακά πνευματικά χαρίσματα, εν πολλοίς εγγενή εν μέρει κερδισμένα, εκγυμνασμένα πάντως μέσα από την ασκητική κατατριβή ενός πρωταθλητή και επαληθευμένα από τη μυστική κοινωνία του με τους ενοίκους «της Πόλης των Ιδεών», όπως την αποκαλεί ο γνώριμός του Καβάφης από την οδοιπορία στα «μαγικά δάση» των «χαμένων ποιητών» με τον δεσπόζοντα αρχαίο, ελληνοπρεπή θεατρικό ναό της, τον οποίο ο Μ. ελάτρεψε (υπηρέτησε) ισόβια από διάκονος έως πρωθιερέας. 
Ακριβώς σ᾽ αυτό έγκειται η αξία αυτού του βιβλίου στο ότι σε μία εποχή που γενικά χαρακτηρίζεται από πνευματική δυσανεξία, ένδεια και ερήμωση, επαναφέρει - και μάλιστα δια στόματος Μινωτή - την αξία της πνευματικότητας ως αυτονόητη προϋπόθεση της γνήσιας, ελεύθερης και αληθώς ρηξικέλευθης καλλιτεχνικής δημιουργίας. 
Ο Μινωτής, εν ζωή, δεν υπήρξε ποτέ του δάσκαλος, με τη στενή, επαγγελματική έννοια του όρου. Υπήρξε βέβαια δάσκαλος για τους νέους ηθοποιούς και καλλιτέχνες δια του παραδείγματός του, των υποκριτικών και θεατρικών άθλων του. Τα λόγια όμως και τα γραπτά που άφησε, όπως αυτά που περιέχονται στο βιβλίο (σημειωτέον ο Μινωτής είχε εκδώσει πέντε δικά του βιβλία!) είναι εξόχως διδακτικά, παιδευτικά και επίκαιρα. Ειδικώς επίκαιρα στο Σήμερα και ειδικώς παιδευτικά για τον κόσμο των καλλιτεχνών του σημερινής ελληνικής σκηνής τους «διονυσοτεχνίτες» (με ή άνευ εισαγωγικών) και τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή τους, που δείχνει παγιδευμένη πότε σε μια άγονη ομφαλοσκόπηση πότε σε ένα εμμονικό κυνήγι αισθητισμού πότε σε μια αμήχανη περιδίνηση σε χαμηλά ύψη. Η διδαχές του Μινωτή είναι προπάντων λυσιτελείς για τους νέους καλλιτέχνες (και εδώ με ή χωρίς εισαγωγικά) αλλά και τους επίδοξους, που, κατά μείζονα λόγο, εμφορούνται από anorexia nervosa για τα μεγάλα έργα και τους μεγάλους κλασικούς συγγραφείς. 
Η ροή της συλλογιστικής μοιραία εκβάλλει στον βαρύσημο τίτλο του βιβλίου, που με υφέρπουσα οδύνη διαπιστώνει την τραγική δυστοπία της εποχής μας: «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει». Κατά τη διατύπωσή αυτού του αφορισμού, για την άγνοια της τραγικής μοίρας, ο Μινωτής είχε σίγουρα στο νου του τον σοφόκλειο Οιδίποδα το προσωπείο του τραγικού ήρωα που κάπως αυτάρεσκα συνταύτιζε με το δικό του πρόσωπο κατά την μυθώδη περιπέτεια του καλλιτεχνικού του βίου. Αν και ο αφορισμός του Μινωτή για τη δική του εποχή ενέχει αρκετή ασάφεια (δημιουργική) και υπεργενίκευση, εντούτοις τον επικυρώνω. Ναι. Η εποχή μας είναι τραγική γιατί είναι απνευμάτιστη και πνευματοκτόνος. Γιατί έπαψε να «κοινωνεί» και να «εκκλησιάζεται» εν πνεύματι (μεταφορικά και τα δύο). Γιατί οι ναρκισσευόμενοι «δημιουργοί» της απομακρύνθηκαν από τη θεϊκή όσο και την ανθρώπινη κοίτη. Και η Τέχνη, χωρίς την αλήθεια της πνευματικής κοινωνίας, σχεδόν καταντά Τέχνασμα καταγέλαστο. 
Γιάννης Λιγνάδης 


«ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΑΛΕΞΗ ΜΙΝΩΤΗ, ΑΠΟ ΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΑΦΟ»* 
- Επίδαυρος 1975. Καθισμένοι με τον πατέρα μας στις κερκίδες του θεάτρου. Είναι πρώτη παράσταση αρχαίας τραγωδίας που βλέπουμε, ο αδελφός μου 10 κι εγώ 11 χρόνων. ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ του Σοφοκλή. Ένας γέρος τυφλός κάθεται σε ένα βράχο. Μοιάζει κι εκείνος με βράχο. Λέει κάποια λόγια περίεργα σαν ποιητικά. «Αυτός είναι ο Μινωτής που σας έλεγα», ψιθύρισε ο πατέρας μας. Στο τέλος ο Μινωτής, λουσμένος στο φως απέρχεται της σκηνής και μετακομίζει μέσα μου για πάντα. 
- 1979 Εθνικό Θέατρο, κεντρική σκηνή: ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ. Ο Γιάννης κι εγώ στην πρώτη σειρά - μας είχε βάλει ο πατέρας μας τότε, ως πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του Ε.Θ. Το θέατρο μυρίζει γηραιά αρώματα, σκόνη από πολυκαιρισμένες βαριές κουρτίνες και ανεπαίσθητο κάτουρο γάτας. Εγώ κοιτάζω τον Μινωτή με τον φανατικό θαυμασμό τού οπαδού. Ο αδελφός μου, από την άλλη, έχει αποκοιμηθεί στον ώμο μιάς κυρίας. Η κυρία ήταν η Ελένη Χαλκούση! 
- 1988. Εθνικό θέατρο. ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ του Ευριπίδη. Περάσανε χρόνια, έχω αποφοιτήσει από τη σχολή του Εθνικού. Ο Μινωτής, μετά την αποπομπή του, με τα νέα πολιτικά πράγματα, επανακάμπτει στο Εθνικό για να σκηνοθετήσει και να παίξει «το Οιδιποδάκι», όπως έλεγε. Μου δίνει τον ρόλο του νεαρού Μενοικέα. Με ένα all-star-cast. Η σκληρότητά του απέναντι σε όλους...παροιμιώδης! Ειδικά απέναντί μου. «Λιγνάδη, με το που θα τελειώσει η πρόβα, θα πας στη Σχολή θα βρείς αυτούς που είχες καθηγητές και εκ μέρους μου θα τους χέσεις!». Δεν τους έχεσα. Αλλά και δεν κλονίστηκα. Στις γενικές δοκιμές, με αγκαλιάζει με τα πιο ενθαρρυντικά λόγια. Αυτός ήταν. Ή, μάλλον, εγώ τον έβλεπα έτσι…
- 1989. Υπηρετώ στο Ναυτικό. Έχω άδεια μία βδομάδα. Η παρέα μου θα πάει σε νησί. Ο Μινωτής ξαναπαίζει τον ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ. Προγραμματίζω να πάω ένα διήμερο Επίδαυρο να δω καμμιά πρόβα και μετά να πάω να βρω την παρέα μου στο νησί. Τελικά ...παρασύρομαι και κάθομαι όλη τη βδομάδα των προβών και στην παράσταση. Αρκεί να μπορώ να τον βλέπω να σκηνοθετεί και να παίζει. Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ του Μινωτή ήταν η πρώτη και η τελευταία παράσταση που είδα μαζί με τον πατέρα μου. Πέθανε το ίδιο καλοκαίρι. 
- 1990 Ένας φροντιστής του Εθνικού Θεάτρου, στην πρόβα, μας αναγγέλλει τον θάνατο του Μινωτή. «Τον έχουν στον Ερυθρό Σταυρό», λέει. Χωρίς να το σκεφτώ φεύγω από την πρόβα και πηγαίνω εκεί. Ρωτάω «πού είναι;», με στέλνουν σε ένα υπόγειο, σε ένα δωματιάκι. Το γυμνό σώμα του πάνω σε έναν μεταλλικό πάγκο. ´Εχει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο περιπαικτικό. Του κρατώ το παγωμένο χέρι. Απορώ πώς με άφησαν να μπω εκεί. Πιο πολύ απορώ που δεν έχει εμφανιστεί κανείς άλλος. Κανένας οικείος, κανένας φίλος. Κανείς. Μου πήρε πολύν καιρό και άλλη τόση οδύνη για να καταλάβω ότι δεν θα έπρεπε να απορώ... 
Δημήτρης Λιγνάδης 
*Στο σύντομο σημείωμα ο Δ. Λιγνάδης σταχυολογεί αναμνήσεις από τον Α. Μινωτή. Το κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Το 2026 συμπληρώνονται 50 χρόνια από το ανέβασμα στο Εθνικό Θέατρο της παράστασης «Καποδίστριας» του Νίκου Καζαντζάκη σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και μουσική διδασκαλία Έλλης Νικολαΐδη. 
Ηθοποιοί: Ν. Τζόγιας, Ζ. Τσάπελης, Λ. Καλλέργης, Αλέκα Κατσέλη, Θ. Μορίδης, Δ. Μαλαβέτας, Γ. Αργύρης κ.ά. 
Ο Καζαντζάκης έγραψε τον «Καποδίστρια» στην Αίγινα το 1944 και η ιστορική τραγωδία του έγινε θεατρικό έργο. Η πρώτη παράσταση του έργου δόθηκε από το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος στις 25 Μαρτίου 1946, στο πλαίσιο των εορτασμών για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η σκηνοθεσία ήταν του Σωκράτη Καραντινού και τα σκηνικά και τα κουστούμια του Νίκου Εγγονόπουλου. Την παράσταση παρακολούθησαν ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη. 
Το έργο ανέβηκε μετά από 30 χρόνια, πάλι από το Εθνικό Θέατρο, το 1976 (ανέβηκε από 5/11/1976-12/12/1976) και επαναλήφθηκε την Θεατρική περίοδο 1981 – 1982 (26/2/1982). 
Η τραγωδία διαδραματίζεται στις τελευταίες στιγμές πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια. Ο ήρωας γνωρίζει ότι υπάρχει συνωμοσία εναντίον του και προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κρίση με εσωτερικό και εξωτερικό διάλογο με άλλους ιστορικούς χαρακτήρες, όπως ο Μακρυγιάννης και ο Κολοκοτρώνης. Το έργο εξερευνά την ένταση ανάμεσα στις αρχές της ελευθερίας και της τάξης, και τις συνέπειες της πολιτικής αδιαλλαξίας. 

Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου

Η μουσική της παράστασης είναι γραμμένη από τον Μίκη Θεοδωράκη για χορωδία, βιολιά (Ι, ΙΙ & ΙΙΙ), φλάουτο, κιθάρα και βιολοντσέλο. Μέσα στην παρτιτούρα ορχήστρας και κυρίως στο σπαρτίτο διακρίνεται η συνοδεία κιθάρας. Ωστόσο, ανάμεσα στις παρτιτούρες δεν βρέθηκε πάρτα για κιθάρα, σύμφωνα με σχετική σημείωση στο Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου. 
Στο σπαρτίτο για φωνή και κιθάρα αναγράφονται τα λόγια της φωνής με τις συγχορδίες που την συνοδεύουν καθώς και κάποιες μελωδικές γραμμές, γραμμένες μόνο για φωνή. Οι συγχορδίες φαίνεται να είναι γραμμένες για κιθάρα. Η μουσική απευθύνεται κυρίως στον χορό, εκτός από το σόλο της Γριάς Σουλιώτισσας, το οποίο ερμήνευσε η Αλέκα Κατσέλη. 
Ο Θεοδωράκης στοιχείται στη λογική του συγγραφέα. Ο Καζαντζάκης δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Χορό των Γυναικών, οι οποίες λειτουργούν ως το πολιτισμικό απόθεμα σοφίας, ελπίδας και μελλοντικής ανάτασης της κοινωνίας: «Καινούργια Ελλάδα θυγατέρα βαθιά στον κόρφο μου κρατώ και τη βυζαίνω». 
Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί γενικά ποιητική γλώσσα και στοιχεία χορού, με έντονη λυρική διάσταση και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Η θεατρική γραφή συνδυάζει ιστορικά γεγονότα με υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με την προσωπική ελευθερία, την ηθική ευθύνη και την ιστορική μοίρα. 
Στις παρτιτούρες των χορωδιακών μερών αναγράφονται τα ονόματα των ερμηνευτών του χορού. Πρόκειται για τους Καρδαρά Ασπασία, Φρούση Λένα, Καρτσάτου Κατερίνα, Ιωάννου Ιφιγένεια.


Μουσική δομή της παράστασης: 
Αρ. 1 Οι μεγάλες πόρτες, Χορωδία «Οι μεγάλες πόρτες ανοίξανε» 
Αρ. 2 Αχ στης γης να πιαστώ (unissono), Χορωδία inc. «Αχ στη γης να πιαστώ να ριζώσω» 
Αρ. 3 Ο μεγάλος ο νούς σου. inc. «Ο μεγάλος ο νους σου πατέρα μου» 
Αρ. 4 Κυβερνήτη μας, χορωδία inc. «Κυβερνήτη μας δάφνες σου στρώσαμε» 
Αρ. 4α Το τραγούδι της Σουλιώτισσας (σόλο Αλέκας, αργά), inc. «Αν δεν στοίχειωσε τ’ ανθρωπογεφύρι» 
Αρ. 5 Presto, inc. «Τρεις κυράδες σαν ήρθες σε δέχτηκαν».


Σάββατο 29 Μαΐου 2021

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΑΝΝΗ ΜΕΤΑΛΛΙΝΟ


Το συγκεκριμένο promo CD “Euripides – Bacchae” [Private Pressing] τού Ιωάννη Τ. Μεταλλινού, με τη δική του μουσική για ένα χορόδραμα προσαρμοσμένο (από τον Ισίδωρο Σιδέρη) στην τραγωδία Βάκχαι του Ευριπίδη, κυκλοφόρησε κατά πρώτον το 2017, όπως βλέπουμε στο discogs, ενώ πρωτοπαρουσιάστηκε το 2003. Στην πορεία, βεβαίως, ο συνθέτης το ξανακοίταξε, για να βρει την συγκεκριμένη μορφή του μέσω της εν λόγω παραγωγής, sound editing και μείξης από τον Μίνω Μαμαγκάκη (γιος του Νίκου Μαμαγκάκη). 
Στην εγγραφή λαμβάνουν μέρος: το φωνητικό ensemble Six (Δάφνη Πανουργιά κ.ά.), η γυναικεία χορωδία Ensemble Fons Musicalis (Γιολάντα Αθανασοπούλου κ.ά.), ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος στον ρόλο του Διονύσου, ενώ υπάρχει και πρόζα (με την Δήμητρα Χατούπη στον ρόλο της Αγαύης και άλλους ηθοποιούς). Βεβαίως πάνω απ’ όλα εκείνο που υπάρχει είναι η μουσική τού Ιωάννη Τ. Μεταλλινού, η οποία κυριαρχεί, εννοείται, στα απολύτως περισσότερα μέρη του άλμπουμ. 
Τι είδους μουσική είναι αυτή; 
Κατ’ αρχάς να πούμε πως πρόκειται για μια μουσική εμπνευσμένη, με πολύ έντονα στοιχεία αυθυπαρξίας, κάτι που οπωσδήποτε δεν είναι άμοιρο τού γενικότερου editing, που δίνει στην παρούσα ηχογράφηση την βεβαιότητα ενός ολοκληρωμένου έργου. Με τα φωνητικά και τα αφηγηματικά μέρη να μεταφέρουν το λόγο του τραγικού ποιητή στην εγγραφή γίνεται οπωσδήποτε... ευκολότερη η παρακολούθηση τού άλμπουμ, η οποία (παρακολούθηση) σε κανένα σημείο της δεν αποδιώχνει τον ακροατή. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα άκουσμα με εξαιρετική ροή και με όλα εκείνα τα δραματικά στοιχεία εν εξάρσει, προκειμένου να καταστεί επιτυχής η διακύμανση της δράσης. Ηχητικής και άλλη. 
Η μουσική είναι αυτό που θα λέγαμε «σύγχρονη». Με πολλά στοιχεία (ρυθμικά, μελωδικά) δανεισμένα από την παράδοση, μ’ ένα πρόγραμμα που τρέχει με γοργό ρυθμό, με έγχορδα, πνευστά και κρουστά να καταλαμβάνουν καίριες θέσεις και ρόλους, χωρίς να απουσιάζει από την ηχητική παλέτα ακόμη και το rock (Πέμπτο στάσιμο) ή άλλοι πιο σημερινοί, πειραματικοί (έως και noisy) υπαινιγμοί. 
Έτσι λοιπόν, σε μουσικά κείμενα εμπνευσμένα από την τραγωδία Βάκχαι του Ευριπίδη, όπως είναι εκείνα του Μάνου Χατζιδάκι, του Νικηφόρου Ρώτα, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Στέφανου Βασιλειάδη, του Πέτρου Ταμπούρη, του Γιώργου Κουμεντάκη και όποιων άλλων δεν μας έρχονται στη μνήμη αυτή τη στιγμή, ας προστεθεί και το παρόν τού Ιωάννη Τ. Μεταλλινού και μάλιστα σε περίοπτη θέση.
Χορηγός του cd: Ίδρυμα Ιωάννη Φ. Κωστoπούλου. 


Γιάννης Μεταλλινός: Καθρέφτης της γης (1997) 
Ο δίσκος "Καθρέφτης της γης" (1997) είναι ο μοναδικός μέχρι στιγμής δίσκος με καταγραμμένη μουσική εργασία του συνθέτη Γιάννη Μεταλλινού. Πρόκειται για πολύ αξιόλογη έκδοση, η οποία έγινε για λογαριασμό του Πολιτιστικού και Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης που εδρεύει στην Ξάνθη, την ιδιαίτερη πατρίδα του συνθέτη. Περιλαμβάνει μουσικές συνθέσεις γραμμένες σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα για διάφορες θεατρικές παραστάσεις και διάφορα θεατρικά σχήματα της περιφέρειας. 
Το ύφος του Γιάννη Μεταλλινού κινείται στο χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, ενώ οι αναφορές σε παλαιότερα πρότυπα είναι εμφανείς. Θα έλεγα ότι ο "Καρυωτάκης" της Λένας Πλάτωνος βρίσκεται πολύ κοντά σ' αυτό το ύφος. Ταυτόχρονα όμως ο συνθέτης δείχνει απόλυτα ώριμος "σαν έτοιμος από καιρό" κι έτσι αυτή η πρώτη του δισκογραφική κατάθεση σε ηλικία 38 ετών μοιάζει να έχει συγχωνεύσει τη γνώση και την άσκηση μακρού χρονικού διαστήματος, για να μας προσφερθεί ως μία ολοκληρωμένη μουσική πρόταση. Ατυχώς όμως δεν είχαμε μέχρι στιγμής κάποια συνέχεια, για να δούμε την παραπέρα εξέλιξη του ενδιαφέροντος αυτού συνθέτη. 
Στο δίσκο είναι συγκεντρωμένες μουσικές επενδύσεις για θεατρικές παραστάσεις πάνω σε κλασικά κείμενα ελληνικά και ξένα από την αρχαιότητα μέχρι τη σημερινή εποχή. Ξεκινά από τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, περνάει από τη λατινική γραμματεία με ένα κείμενο του Πλαύτου, κάνει μια στάση στον Διονύσιο Σολωμό και μετά περνάει στη διεθνή δραματουργία με κείμενα του Λόρκα και του Καντίνσκι, για να καταλήξει στον σύγχρονο Έλληνα δραματουργό Μπάμπη Τσικληρόπουλο.
Σημείωμα του συνθέτη Γ. Μεταλλινού στον δίσκο
Τα κομμάτια της επιλογής αυτής προέρχονται – χρονικά και θεματολογικά – από θεατρικές ή λυρικές ενότητες. Είναι για μένα ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, στο οποίο υπάρχει μία νοητή γραμμή, που συνδέει τις σκέψεις μου για τον έρωτα, το όνειρο, το χρόνο και το θάνατο. Ο μουσικός χαρακτήρας και ύφος, διαμορφωμένα αρχικά για τις ανάγκες της θεατρικής πράξης, βασίστηκαν ενορχηστρωτικά στον συνδυασμό φωνών, φυσικών οργάνων και συνθετικών ήχων. Η συμβολή όλων των εκτελεστών και ερμηνευτών, όπως και η ξεχωριστή ευαισθησία του Μίνου Μαμαγκάκη στην ηχητική επεξεργασία του μουσικού υλικού υπήρξε καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα. Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο κ. Ηλία Βασιλούδη και το Διοικητικό συμβούλιο του ΠΑΚΕ.ΘΡΑ., του οποίου η ηθική και οικονομική υποστήριξη έκανε δυνατή την παραγωγή αυτή. 

Στη συνέχεια παραθέτουμε προγράμματα παραστάσεων του Εθνικού Θεάτρου, όπου την μουσική έχει γράψει ο συνθέτης Γιάννης Μεταλλινός. Επίσης, δείγματα από παρτιτούρες του συνθέτη από το Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου. 


Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ: «Τίποτα πιο πραγματικό από το τίποτα»


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ήταν οι πρώτες μέρες του Απριλίου, το σωτήριον έτος 1987, που είδα τον μεγάλο θεατράνθρωπο Αλέξη Μινωτή στα περίφημα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ «Το τέλος του παιχνιδιού» και «Πράξη χωρίς λόγια», στο Εθνικό Θέατρο. 
Και σκέφτομαι τώρα πως ο Μπέκετ γεννήθηκε 13 του Απρίλη του 1906. Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 114 χρόνια!... 
Ο Μινωτής είχε ανεβάσει το "Τέλος του παιχνιδιού" στο Εθνικό Θέατρο και το 1977 και τότε σημείωνε στο πρόγραμμα: «είναι σίγουρα μια γνήσια τραγική φύση που “το ρίχνει στο χωρατό”, σαν γενναίος Ιρλανδός και φανατικός ανθρωπολάτρης που είναι»… Ωστόσο, σε μια επιστολή του προς τον Μινωτή, εκείνη τη χρονιά (27/01/1977) ο Μπέκετ σημείωνε: «Το έργο δεν το βλέπω σαν τραγωδία – όπως δεν βλέπω και γιατί ένα τραγικό έργο δεν θα έπρεπε να προξενεί ευχαρίστηση»!.
Τότε κατάλαβα γιατί δεν αρέσκομαι στις κωμωδίες… Παρά βλέπω «με ευχαρίστηση» τις τραγωδίες.


Τότε που έβλεπα Μπέκετ στο Εθνικό δεν είχα φανταστεί ούτε κατ’ ελάχιστον ότι αρκετά χρόνια μετά θα διάβαζα με αληθινή ευχαρίστηση ένα βιβλίο για μια συνάντηση θεολογίας και λογοτεχνίας με αφορμή τα έργα του Σάμουελ Μπέκετ. Παρ’ ότι προσωπικά από τότε θεωρούσα τον Μπέκετ «μεγάλο θεολόγο». 
Το βιβλίο της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου – Κυπρίου «Κείμενα για το Τίποτα» (εκδ. Αρμός), μας αποκαλύπτει πως ο Μπέκετ «λυρικός, ανθρώπινος, σαρκαστικός, συχνά ιδιαίτερα κωμικός, μελαγχολικός αλλά με δόσεις αισιοδοξίας, πρωτοπόρος, προκλητικός και βλάσφημος αλλά με αφομοιωμένο θεολογικό λόγο, ένας από τους γνωστότερους εκπροσώπους του Θεάτρου του Παραλόγου, γίνεται η αφορμή για να συζητηθούν οι όροι και η σημασία του διαλόγου θεολογίας και λογοτεχνίας.». 
Οι μορφές που έχει λάβει και μπορεί να λάβει ένας τέτοιος διάλογος αναφέρονται στο βιβλίο όπου και παρουσιάζονται διαφορετικού τύπου αναγνώσεις γνωστών έργων του Μπέκετ, όπως το «Περιμένοντας τον Γκοντό» και το «Τέλος του παιχνιδιού». 

Από το πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου

Ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου είναι ο «διάλογος» του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης με τον Μπέκετ. Διαβάζοντας τις ερμηνευτικές παρατηρήσεις του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης πάνω στον «Εκκλησιαστή» της Παλαιάς Διαθήκης, τις οποίες ευφυώς η συγγραφέας τις βάζει να διαλέγονται με αντίστοιχες του Μπέκετ, σκέπτομαι πως το κείμενο του «Εκκλησιαστή», επειδή είναι σκληρό, ανέλπιδο, μηδενιστικό και κωμικό, με τον τρόπο που οι μεγαλύτερες τραγωδίες υποθάλπουν το πιο τρανταχτό γέλιο, συνεχίζει να τροφοδοτεί την τέχνη, ακόμη και σήμερα, όπως τον Μπέκετ.
Φαντάζομαι τον Μπέκετ να διαβάζει τον «Εκκλησιαστή»: «Δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω εκ των προτέρων, ούτε εκ των υστέρων, ούτε κατά τη διάρκεια, το μέλλον θα δείξει, κάποια στιγμή στο μέλλον, αργά ή γρήγορα, εγώ δεν θ’ ακούσω, εγώ δεν θα καταλάβω, όλα πεθαίνουν τόσο γρήγορα, αμέσως μόλις γεννηθούν». Κι αμέσως μετά να γράφει τα «Κείμενα για το τίποτα». 
Φαντάζομαι, επίσης, ένα θεατρικό αναλόγιο, με τα «Κείμενα για το τίποτα» και τον «Εκκλησιαστή». Αντικριστά! Αντιστικτικά. 
Αυτό, νομίζω, πως πρέπει να κρατήσουμε από τον Μπέκετ. Την βαθιά υπαρξιακή του αναζήτηση. Ο «εκχριστιανισμός» του δεν μας ενδιαφέρει. Ούτε και η συγγραφέας, Σπυριδούλα Αθανασοπούλου – Κυπρίου, επιδιώκει, νομίζω, κάτι τέτοιο και αυτή είναι η ουσιαστικότερη προσφορά της. Εντοπίζει, συσχετίζει, παραλληλίζει, και στέκεται σταθερά στην «συνομιλία». Προς προβληματισμόν πάντων ημών. Και κυρίως προς επίγνωσιν της μεγάλης Μπεκετικής αλήθειας: «Τίποτα πιο πραγματικό από το τίποτα».


Η Σπυριδούλα (Ντένια) Αθανασοπούλου-Κυπρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973 και σπούδασε θεολογία στο τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Παν/μίου Αθηνών. Στο ίδιο πανεπιστήμιο πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη συστηματική θεολογία. Συνέχισε τις θεολογικές μεταπτυχιακές σπουδές της στην Αγγλία, στο University of Manchester, όπου έλαβε το δίπλωμα ειδίκευσης (MA in Religions and Theology) το 1998. Ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. έλαβε από το ίδιο ακαδημαϊκό ίδρυμα το 2002 το διδακτορικό δίπλωμα (Ph.D.) στη συστηματική θεολογία. Το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 εργάστηκε ως λέκτορας στο τμήμα Religions and Theology του Παν/μίου του Manchester διδάσκοντας χριστιανική ανθρωπολογία και φεμινιστική θεολογία σε πρωτοετείς και τελειόφοιτους φοιτητές αντίστοιχα. Από το Σεπτέμβριο του 2003 εργάζεται στην ιδιωτική μέση εκπαίδευση ως θεολόγος και είναι επιστημονικός συνεργάτης στο πρόγραμμα του πανεπιστημίου Αθηνών «Φύλο και Θρησκεία». Έχει διατελέσει επί τριετία βοηθός σύνταξης και επιστημονικός συνεργάτης του περιοδικού Literature and Theology (Oxford University Press), έχει συμμετάσχει στην οργάνωση διεθνών συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, έχει παρουσιάσει επιστημονικές εργασίες σε συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα και βιβλιοκρισίες σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη διαπλοκή θεολογίας και λογοτεχνίας, στις κριτικές θεωρίες, στη φεμινιστική θεολογία και στη φιλοσοφία της θρησκείας.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

ΜΝΗΜΗ ΜΑΙΡΗΣ ΑΡΩΝΗ


π.α. ανδριόπουλος
Την πρόλαβα ως δασκάλα φίλων μου στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου εκεί γύρω στο 1988. Ήξερα την αξία της - ανήκε ήδη στην προσωπική μου μυθολογία - και πάντα όταν την έβλεπα αισθανόμουν δέος απέναντί της. 
Ήταν μια μεγάλη Κυρία του θεάτρου και της ζωής. Κόρη του περίφημου καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής Λέανδρου Αρβανιτάκη και σύζυγος του ηθοποιού Θεόδωρου Αρώνη. 
Η Μαίρη Αρώνη έφυγε σαν σήμερα... 16 Ιουλίου 1992. 
Σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή της ελληνικής σκηνής, ερμηνεύοντας πολλούς και διαφορετικούς ρόλους, τόσο του κλασσικού όσο και του σύγχρονου δραματολογίου. Αναδείχθηκε ιδανική αριστοφανική ερμηνεύτρια. Έκανε και πολλές περιοδείες στο εξωτερικό με αντίστοιχες παραστάσεις, όπως στο Φεστιβάλ των Εθνών (Παρίσι 1957), Μέση Ανατολή (1958), Λονδίνο (1967), Πολωνία, Ουγγαρία (1969), Ιαπωνία (1972).
"Στοίχειωσε" με την παρουσία της όσους ηθοποιούς την είχαν δασκάλα στην Δραματική του Εθνικού, όπου δίδασκε από το 1968. 
Έγινε γνωστή στο ευρύτερο κοινό από τις πέντε κινηματογραφικές ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε και έγιναν επιτυχίες, αλλά το θέατρο ήταν ο χώρος της. Έλεγε χαρακτηριστικά: 
"Μην το ξεχνάτε, ο πιο μεγάλος μου έρωτας είναι το θέατρο. Πιστεύω ότι όλα εδώ αρχίζουν και όλα εδώ τελειώνουν. Φοβάμαι το χρόνο - σε μας τους ηθοποιούς από ένα σημείο και μετά γίνεται εφιάλτης - γιατί δεν ξέρω τι υπάρχει μετά το θάνατο. Αλλά αν υπάρχει μια άλλη ζωή πέρα από 'δω, εγώ πιστεύω πως το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ. Και θέλω να το πω, πως και στην Κόλαση ακόμη θεατρίνα θα γινόμουν."
«Προϊόν μιας πολύ μεγάλης υποκριτικής σχολής, με δάσκαλο τον Ροντήρη, που δίδασκε την υψηλή ποίηση και τη συνεχή άσκηση του "εργαλείου" που λέγεται ηθοποιός», θεωρούσε την Μαίρη Αρώνη ο Κ. Γεωργουσόπουλος, ενώ ο Σπύρος Ευαγγελάτος έλεγε ότι η Αρώνη διέθετε «κάτι που δε διδάσκεται: Ανεπανάληπτη σκηνική γοητεία, "δαιμονική" προσωπικότητα, θηριώδη ερμηνευτική ικανότητα και μοναδική μαστοριά που έδινε ιδιαίτερο νόημα και χρώμα στην κάθε συλλαβή της κάθε λέξης».
Ευτυχώς έχουμε έναν τόμο - βιοεργογραφική μελέτη της Λίλιαν Καραμητσοπούλου, με τίτλο «Μαίρη Αρώνη (Η μεγάλη κυρία του θεάτρου)» (εκδόσεις «Ergo»), όπου καταγράφεται πολύτιμο υλικό της πενηντάχρονης θεατρικής πορείας της μεγάλης ηθοποιού. 
Ας τη θυμηθούμε, λοιπόν, με το συγκλονιστικό μονόπρακτο του Ζαν Κοκτώ Η ανθρώπινη φωνή, από την εκπομπή "Το μικρό θέατρο στο Β' Πρόγραμμα" (1978), σε μετάφραση Αλέξη Σολομού. 



Στη συνέχεια και ένα βίντεο - αφιέρωμα στην Μαίρη Αρώνη



Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Ο ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΟΡΣ

Προμηθέας Δεσμώτης, 1979 - Αρχείο Εθνικού Θεάτρου


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την θρυλική παράσταση «Προμηθεύς Δεσμώτης» του Αισχύλου, που ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στις 4 και 5 Αυγούστου 1979. 
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο «Προμηθεύς Δεσμώτης» του 1979 έκανε διεθνή περιοδεία, καθώς μέσα σε τρία χρόνια (1979-1981) παρουσιάστηκε στις εξής χώρες: Κροατία (Ντουμπρόβνικ), Ιαπωνία (Τόκυο, Οζάκα, Κυότο), Κίνα (Πεκίνο, Σαγκάη, Ναγκίν), Ρωσία (Μόσχα), Γαλλία (Παρίσι), Βέλγιο (Βρυξέλλες). 
Οι συντελεστές της παράστασης ένας κι ένας! 
Μετάφραση: Τάσος Ρούσσος 
Σκηνοθεσία: Αλέξης Μινωτής 
Σκηνογραφία – Ενδυματολόγος: Βασίλης Φωτόπουλος 
Συνθέτης: Γιώργος Κουρουπός 
Χορογράφος: Μαρία Χορς 
Μουσική διδασκαλία: Έλλη Νικολαϊδου 
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Μεσσάλας 
Στον ρόλο του Προμηθέα ο Αλέξης Μινωτής και στους υπόλοιπους μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών (Θόδωρος Μορίδης, Ελένη Χατζηαργύρη, Στέλιος Βόκοβιτς, Βασίλης Κανάκης, Νικήτας Τσακίρογλου κ.α.). 
Με αφορμή αυτή την παράσταση – σταθμό, θα προσεγγίσουμε, στο παρακάτω κείμενό μας, την μοναδική δουλειά που έκανε η χορογράφος Μαρία Χορς στον Αισχύλο και στο αρχαίο δράμα γενικότερα. Ουσιαστικά πρόκειται για νύξεις προς περαιτέρω έρευνα και μελέτη. 

Προμηθέας Δεσμώτης, 1963 στην Επίδαυρο.
Η Μαρία Χορς με τους: Αλέξη Μινωτή, Ελένη Χατζηαργύρη, Γιάννη Χρήστου, Ανδρέα Παρίδη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 
Η χορογράφος Μαρία Παναγιωτοπούλου – Χορς (1921-2015) θεωρείται μια από τις κορυφαίες μορφές της παράδοσης των χορικών της αρχαίας τραγωδίας στη σύγχρονη ελληνική σκηνή.
Σπούδασε στο τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα παρακολούθησε μαθήματα χορού στη Σχολή Γυμναστικής και Ρυθμικής της Κούλας Πράτσικα (1899-1984). Ως μέλος της ομάδας χορού της Σχολής Πράτσικα για πολλά χρόνια, η Μαρία Χόρς έλαβε μέρος στις περισσότερες από τις παραστάσεις της ομάδας από το 1938. Το 1940 λόγω του Β’ Παγκοσμίου πολέμου διακόπτεται η λειτουργία της σχολής και απ’ το 1943 επαναλειτουργεί ένας μικρός πυρήνας ως το 1955 στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Μετά την αποφοίτησή της από την Σχολή, η Χορς παρακολούθησε μαθήματα χορού στη Γαλλία με πολύ σημαντικούς χορογράφους: Harald Kreuzberg, Rosalia Chladek, Anna Sokolow, Mary Wigman κ.α. 
Το 1950 ίδρυσε το τμήμα Ρυθμικής στο Λύκειο Ελληνίδων στο οποίο δίδαξε επί σειρά ετών και επιμελήθηκε τη χορογραφία παραστάσεών του σε διάφορα θέατρα. Από το 1964 και για 42 χρόνια δίδαξε εκφραστική κίνηση, χορό και αυτοσχεδιασμό στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Για δέκα χρόνια δίδαξε και στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Έχει, επίσης, διδάξει στην Σχολή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στο “Εργαστήριο Υποκριτικής Τέχνης” του Αμφι-Θεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου. Η πρώτη επαγγελματική δουλειά της στο αρχαίο δράμα έγινε το 1956 (χορικά για την Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Αλέξη Δαμιανού) και το 1958 εγκαινίασε τη μακρά συνεργασία της με τον Αλέξη Μινωτή και το Εθνικό Θέατρο. Με το Εθνικό Θέατρο χορογράφησε πολλά θεατρικά είδη και όλες σχεδόν τις τραγωδίες, πολλές απ’ αυτές δύο και τρεις φορές σε διαφορετικές εκδοχές και με άλλους συνεργάτες. Η εργασία της αυτή αριθμεί περισσότερες από 50 παραγωγές αρχαίων τραγωδιών, αλλά και αρκετά έργα πρόζας. Οι τραγωδίες ανέβηκαν στην Επίδαυρο και σε άλλα αρχαία θέατρα στην Ελλάδα, και περιόδευσαν σε Ευρώπη, Αμερική, Καναδά, Κίνα, Ρωσία και Ιαπωνία. 
Συνεργάστηκε, επίσης, με το Εμπειρικό Θέατρο του Αλέξη Μινωτή και της Κατίνας Παξινού, το Αρχαίο Αττικό Θέατρο του Αλέξη Δαμιανού, το Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, το Θέατρο Ουτοπία, την Εθνική Λυρική Σκηνή και την Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης. 
Από τις εργασίες της στο εξωτερικό ξεχωρίζουν τρεις: Το 1961 υπέγραψε τα χορικά της Μήδειας του Κερουμπίνι, που ανέβηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου και στη συνέχεια στη Σκάλα του Μιλάνου, με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά - κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Το 1963 χορογράφησε τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή στο Φεστιβάλ του Θεάτρου Vicenza του Palladio, (σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή) και το 1964 επιμελήθηκε τα χορικά της Μήδειας του Ευριπίδη που ανέβηκε στο ίδιο θέατρο με ιταλικό θίασο, σε διδασκαλία Κατίνας Παξινού. 
Εκτός από το αρχαίο δράμα η Χορς επιμελήθηκε χορογραφικά πολλά έργα σημαντικών συγγραφέων του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου, που παρουσιάστηκαν από το Εθνικό Θέατρο. Μιλάμε για μία δουλειά από το 1956 έως το 1993. 
Σταθμός στην πορεία της το γεγονός ότι χορογράφησε επί 42 χρόνια (1964-2006), τις Τελετές Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Στη μακρόχρονη σταδιοδρομία της συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους σημαντικούς καλλιτέχνες της σκηνής (σκηνοθέτες, ενδυματολόγους, σκηνογράφους, συνθέτες).

Προμηθέας Δεσμώτης, 1979 - Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΧΟΡΣ ΣΤΟΝ ΑΙΣΧΥΛΟ 
Αισχύλος: ο πρώτος από τους τρεις μεγαλύτερους τραγικούς ποιητές, όπου ο χορός κατέχει μεγαλύτερο ρόλο σε σχέση με τον πιο περιορισμένο ρόλο του στα έργα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Την εποχή του Αισχύλου, η τραγωδία παριστάνεται από έναν υποκριτή και τον Χορό, που συγκροτείται από δώδεκα μέλη. Γι’ αυτό στις πρώιμες αισχυλικές τραγωδίες, όπως τους Πέρσες, ο ηθοποιός συχνά διαλέγεται απευθείας με τον Χορό. Ο ίδιος ο ποιητής, προσθέτει δεύτερο υποκριτή. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται ο λόγος, αυξάνονται τα διαλογικά μέρη και μειώνονται σταδιακά τα χορικά. Στους Πέρσες, για παράδειγμα, ο Χορός έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκτεταμένη συμμετοχή του Χορού και στις «Ικέτιδες», όπου ο Χορός είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής, κυριολεκτικά στο προσκήνιο. 
Η Χορς χορογράφησε τις εξής τραγωδίες του Αισχύλου για το Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή): Προμηθεύς δεσμώτης (1963), Ορέστεια: Αγαμέμνων (1965), Αγαμέμνων (1966), Ορέστεια: Αγαμέμνων (1967), Πέρσαι (1971), Προμηθεύς δεσμώτης (1974), Ικέτιδες (1977, 1978), Προμηθεύς δεσμώτης (1979). 
Επίσης, η Μ. Χορς χορογράφησε τους Πέρσες για το "Εμπειρικό Θέατρο" Αλέξη Μινωτή (1984), και για το "Αμφι-Θέατρο" του Σπύρου Ευαγγελάτου τις Αισχύλειες τραγωδίες: Ευμενίδες (Επίδαυρος 1986), Χοηφόροι (Επίδαυρος 1987) και Ορέστεια (1990). 
Ακόμα κι όταν μία τραγωδία ανέβαινε σε άλλη σκηνοθεσία, η Χορς φαίνεται πως έκανε μια καινούργια χορογραφία, προσαρμοζόμενη στα νέα δεδομένα (σκηνοθεσία, μουσική). 
Για παράδειγμα, ο Τάσος Λιγνάδης στην κριτική που έκανε για τους «Πέρσες» του Αλέξη Μινωτή (1984), έγραψε για τον χορό και την δουλειά της Μ. Χορς: 
«…Ο Χορός στους Πέρσες είναι ένα πρόβλημα. Ο Αισχύλος και στον Χορό αλλά και στα επεισόδια (με τον κινητικότατο τροχαίο) δείχνει ότι απαιτεί μια ιδιάζουσα παραστατική κίνηση στα κορμιά. Στην παράσταση που είδαμε ήταν σαφής η αντιδικία ανάμεσα στο μέλος της παράστασης και στη χορογραφία της κ. Μ. Χορς. Ο κ. Θ. Αντωνίου συνέθεσε μια μουσική πραγματεία, που, παρά την κατάρα της μαγνητοφωνημένης εγγραφής, ταίριαζε με τη σκηνοθετική αντίληψη του υπερβατικού κόσμου της τραγωδίας. Προϋπόθετε όμως έναν Χορό πιο στατικό απ’ ό,τι προβλέπει το κείμενο. Έτσι, η χορογράφος αναγκάσθηκε να μειώσει τον ορχηστικό χαρακτήρα του περσικού θρόνου και να τονίσει περισσότερο τον κινησιογραφικό. Αποτέλεσμα; Χάθηκε σε πολλά σημεία το τραγούδι (παρά την έμπειρη διδασκαλία της κ. Έλλης Νικολαϊδη) και η «εκμαίευση» του φάσματος του Δαρείου από τον τάφο, αντί να δώσει οργιαστικό τόνο, φλυάρησε σε ενδεικτικές χειρονομίες. Αυτό ήταν μια ένδεια της παράστασης.» [ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ (Η Καθημερινή, 26 Αυγούστου 1984), σε: Τάσος Λιγνάδης, Κριτικές θεάτρου, Αρχαίο Δράμα (1975-1989). Αθήνα 2013, σ. 319]. 
Ο ηθοποιός Μάνος Βακούσης που συνεργάστηκε στην παράσταση των Περσών με το Εμπειρικό Θέατρο Μινωτή – Παξινού, κρατάει έντονα στη μνήμη του τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε η Μαρία Χορς τον Χορό. 
«…Αυτό που την χαρακτήριζε στη δουλειά της ήταν η μαθητεία ταυτόχρονα με τη γνώση. Η γνώση γύρω από τα πρόσωπα που ήθελε να ζωντανέψει και η μαθητεία γύρω από την ανίχνευση του καθενός από εμάς που καλούμασταν να τα ενσαρκώσουμε. Δεν υπήρχε μάζα στο Χορό, η συμπεριφορά της απέναντι στα πρόσωπα ήταν ατομική. Από τη στιγμή που μαζί με τον Μινωτή είχαν ήδη προεπιλέξει τα πρόσωπα, αυτά αποτελούσαν πια μονάδες και όχι μάζα. Έτσι το τρόπος που έκανε την προσέγγιση στον κάθε έναν από εμάς ήταν μαζί μοναδικός και μοναχικός. Στην πορεία ο ένας θα συναντούσε τον άλλο στη δημιουργία ενός «σώματος», του Χορού της τραγωδίας. Δεν έφερνε ποτέ κάτι έτοιμο. Όλα προέκυπταν μέσα από ατέλειωτες κουβέντες, αναζητήσεις, αυτοσχεδιασμούς. Την ενδιέφερε να εντοπίσουμε τις ψυχικές μας ενέργειες και όχι την εξωτερική κίνηση» (Μαρία Χορς, στον Τόμο Χορός και Θέατρο, επιμέλεια: Ελένη Φεσσά – Εμμανουήλ, σ. 494).

Προμηθέας Δεσμώτης, 1979. Αλέξης Μινωτής και Χορός - Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

ΧΟΡΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ 
Ο τρόπος προσέγγισης που διάλεξε η χορογράφος για την κινησιολογική του σύνθεση και δημιουργία ήταν αρκετά καινοτόμος για την εποχή εκείνη. Στις χορογραφίες της ο χορός βιώνει το χώρο και αλληλεπιδρά άμεσα με την όλη εξέλιξη του δράματος δημιουργώντας ατομικά και όχι πάντοτε ως ομάδα μια ιδιαίτερη και προσωπική αντίληψη της κίνησης. Οι ρυθμοί και οι κινήσεις του δεν υπάγονται σε μια προκαθορισμένη εξωτερική νόρμα, αλλά εξαρτώνται από τη συγκίνηση και την εσωτερική ανάγκη του καλλιτέχνη. Ο τρόπος σύνθεσης της χορογράφου έρχεται σε συμφωνία με πολλές από τις αρχές και τις θεωρίες της Mary Wigman. Έτσι λοιπόν η άποψη της χορογράφου για τη χορογραφία του χορού στην αρχαία τραγωδία είναι ότι δεν πρέπει να δημιουργείται κάποια σύνθεση κωδικοποιημένων κινήσεων, αλλά οι μορφές και οι κινήσεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να βγαίνουν βιωματικά από τις καθημερινές ιδιαίτερες για τον καθένα κινήσεις ή χειρονομίες, στα πάθη του, τον πανικό, την οργή ή τη χαρά του. Με βάση αυτό το ζωντανό υλικό μπορεί να αρχίσει η εργασία της αισθητικής οργάνωσης, της απαλλαγής από ότι περιττό, της ενοποίησης με βάση τα κριτήρια της χορογράφου, κάτι που θα προσδώσει στην κίνηση αξία και εκφραστική δύναμη. Ο/Η καλλιτέχνης κατέχεται από τις κινήσεις της ζωής της εποχής του και εκφράζει τη συμβολική τους εικόνα, και με αυτόν τον τρόπο η χορογραφία για το χορό προσδίδει στο σύνολο του έργου διαχρονικότητα. (βλ. Σοφία Παπαδοπούλου, Μ. Χορς, Άνθρωπος με μεγάλο πάθος και αγάπη για το χορό σε http://www.presspublica.gr/m-m-xors-anthropos-me-megalo-pathos-kai-agapi-gia-to-oro/).
Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η Μαρία Χορς είχε δασκάλα την Κούλα Πράτσικα, η οποία συμμετείχε στις Δελφικές Γιορτές που διοργάνωσε το ζεύγος Σικελιανού. Επηρεάζεται, λοιπόν, σίγουρα από τον τρόπο της Εύας Πάλμερ – Σικελιανού, αφού «η χορογραφία σε παραστάσεις αρχαίου δράματος του 20ού αιώνα αρχίζει ουσιαστικά με την Εύα Palmer – Σικελιανού… Η πρωτοποριακή ανάδειξη του άδοντος και ορχούμενου Χορού σε πρωταγωνιστή της σκηνικής παρουσίασης του αρχαίου δράματος έγινε στο πλαίσιο των δύο Δελφικών Εορτών – του 1927 και του 1930…» (Βλ. Φεσσά Ε., Η χορογραφία στο Αρχαίο Δράμα – Η προσφορά της Εύας Palmer – Σικελιανού, περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχ. 93, σ. 23-30). 
Άρα, θα πρέπει να μελετηθούν κάποια στιγμή σοβαρά: 
- Ο τρόπος που εργάστηκε η Μ. Χορς στις τραγωδίες του Αισχύλου. 
- Οι διαφορετικές χορογραφικές προσεγγίσεις της ίδιας τραγωδίας του Αισχύλου. Χορογράφησε τρεις φορές τον Προμηθέα Δεσμώτη για διαφορετικές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου (1963, 1974, 1979). 
- Η σχέση της χορογραφίας της Μ. Χορς με την μουσική του συνθέτη της κάθε παράστασης, με δεδομένο ότι συνεργάστηκε για τις τραγωδίες του Αισχύλου με έξι συνθέτες, οι οποίοι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις για την μουσική στην Αρχαία Τραγωδία. Πρόκειται για τους συνθέτες: Γιάννη Χρήστου (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1963 – Ορέστεια: Αγαμέμνων, 1965), Στέφανο Βασιλειάδη (Πέρσες 1971), Μιχάλη Αδάμη (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1974), Μίκη Θεοδωράκη (Ικέτιδες, 1977 – Ευμενίδες, 1986 – Χοηφόροι 1987), Γιώργο Κουρουπό (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1979), Θόδωρο Αντωνίου (Πέρσες, 1984). 
Μνημονεύουμε την Μαρία Χορς νυν και αεί! Ως την πρωτοπόρο και μοναδική χορογράφο στο Αρχαίο Δράμα και όχι μόνο…

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Η "ΝΕΡΑΪΔΑ" ΤΟΥ ΖΑΝ ΖΙΡΩΝΤΟΥ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στην εκπνοή του 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ύψιλον η Νεράϊδα του Ζαν Ζιρωντού (Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις) στην μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη. 
Είναι γνωστό ότι ο Ελύτης έβαλε την υπογραφή του ως μεταφραστής σε τρία θεατρικά έργα: στις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ, στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ και στην «Νεράιδα» του Ζαν Ζιροντού. 
Η μετάφραση του έργου αυτού, είχε πρωτοεκδοθεί τον Μάρτιο του 1973 από την Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραϊτη, στη σειρά Θεατρική Βιβλιοθήκη, με επιμέλεια του Κ.Χ. Κάσδαγλη. 
Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1956 στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού (τότε Βασιλικού) Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και μουσική Αργύρη Κουνάδη. Η Βάσω Μανωλίδου ερμήνευε τον κεντρικό ρόλο. 
Όπως είπε σε σχετική συνέντευξή της η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με δεδομένο το «ενδιαφέρον του Ελύτη για κάθε γραφή τέχνης του λόγου», δεν θα έπρεπε να μας εντυπωσιάζει η μεταφραστική του πλευρά. Και ας μπήκε στη ζωή του «κατά παραγγελία». 
«Αφοσιωμένος καθώς ήταν στην ποιητική τέχνη, έκανε αυτές τις τρεις μεταφράσεις κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης» εξηγεί η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Και συνεχίζει: «Η αλληγορία και το ποιητικό θέατρο του Ζιροντού ήταν πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία του. Η "Οντίν" ή "Νεράιδα" όπως ανέβηκε, ένα έργο σαν ονειρόδραμα, εμπεριέχει την ποιητική του νοοτροπία καθώς και κοινά στοιχεία, όπως η αλληγορία, το παιχνίδι, η σημειολογία και οι ποιητικές δομές». Και προσθέτει: «Επιπλέον, από προσωπικές αφηγήσεις, μπορώ να σας πω ότι είχε αδυναμία στη Βάσω Μανωλίδου, που ερμήνευσε τη Νεράιδα».

Γιώργος Παππάς, Βάσω Μανωλίδου (φωτ. αρχείου Εθνικού Θεάτρου) 

Στην νέα έκδοση της μετάφρασης του Ελύτη που έχουμε στα χέρια μας, από τις εκδόσεις ύψιλον, προτάσσεται το κείμενο του Άγγελου Τερζάκη, με τίτλο «Ο ποιητής της Νεράϊδας», αλλά και το κείμενο του Ζιρωντού «Λα Μοτ Φουκέ», που γράφτηκε στα 1939. Και τα δύο κείμενα περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα της παράστασης. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν τα στοιχεία των συντελεστών της παράστασης του Εθνικού, καθώς και φωτογραφικό υλικό. 
Να σημειώσουμε κάποια ονόματα ηθοποιών, εκτός της Β. Μανωλίδου, οι οποίοι είναι γνωστοί και αγαπημένοι μας: Χριστόφορος Νέζερ, Γιώργος Παππάς, Έλσα Βεργή, Βιβέτα Τσιούνη, Μάρω Κοντού, Ελένη Χαλκούση, Παντελής Ζερβός, Ιάκωβος Ψαρράς, Γιώργος Μούτσιος κ.α. 
Χάρη στο ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες και υλικό για την παράσταση.


Στην ιστοσελίδα του αρχείου του Εθνικού Θεάτρου βλέπουμε μια τετρασέλιδη χειρόγραφη (με μολύβι) παρτιτούρα, η οποία υπογράφεται από τον Μάνο Χατζιδάκι (με ημερομηνία: Δεκέμβριος 1955). Σύμφωνα όμως με το πρόγραμμα της παράστασης, η μουσική του έργου αποδίδεται στον Αργύρη Κουνάδη. Γνωρίζουμε ότι ο Κουνάδης την εποχή εκείνη συνεργαζόταν με τον Χατζιδάκι για το "Ελληνικό Χορόδραμα" της Ραλλούς Μάνου και αυτή η συνεργασία μάλλον είχε προεκτάσεις… Η μοναδική σωζόμενη παρτιτούρα του έργου έχει τίτλο "Οντίν, Ζιρωντού" και περιλαμβάνει τέσσερα (4) μέρη για πιάνο. 
Η κυκλοφορία της μετάφρασης του έργου από τον Ελύτη, μας δίνει την δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε το έργο, στο οποίο αποτυπώνεται το πρόβλημα του ερωτικού ζευγαριού, που ήταν πάντοτε ένα από τα κεντρικά θέματα του Ζιρωντού. Κι ακόμα να προσεγγίσουμε την ύπαρξη της Νεράιδας, την οποία έχει σχεδιάσει ο ποιητής με μιαν αγάπη ερωτική προς ένα ιδανικό ασύλληπτο κι όμως ενσαρκωμένο. Κάτι που σίγουρα συγκινούσε και τον Ελύτη.

Μαρία Βούλγαρη (Α΄ Νεράιδα), Μαρία Μουτσίου (Δ΄ Νεράιδα), Νίκος Παρασκευάς (Νεραϊδοβασιληάς),
Μάρω Κοντού (Γ΄ Νεράιδα), Φλώρα Στυλιανέα (Ε΄ Νεράιδα).
Γιώργος Παππάς (Ιππότης Χανς), Βάσω Μανωλίδου (Νεράιδα), Βασίλης Κανάκης (Μπέρτραμ) 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

ΜΕΡΕΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ 1990...


Ο αγαπημένος μου φίλος, ηθοποιός και φιλόλογος, Δημήτρης Γεωργαλάς ανέβασε στο fb μία φωτογραφία – αυτήν που αναδημοσιεύουμε εδώ - γράφοντας: «Αφιερωμένη στην πρώτη αξεπέραστη παρτενέρ Χριστίνα Αλεξανιάν από το πτυχίο μας στο Εθνικό Θέατρο!!!» 
Από ποια παράσταση, άραγε; 
Θυμήθηκα. Πριν 27 χρόνια… Κυριακή 17 Ιουνίου 1990. 
Την ημέρα εκείνη οι σπουδαστές του Γ’ Έτους της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, έδιναν εξετάσεις στην Υποκριτική, με καθηγήτρια την μεγάλη εκείνη κυρία Μαίρη Αρώνη. 
Ο Δημήτρης Γεωργαλάς και η Χριστίνα Αλεξανιάν έπαιξαν στο μονόπρακτο «Η Ατιμασμένη» του Μαξ Μώρεϋ. 
Βρήκα – τυχαία – το πρόγραμμα εκείνης της μέρας… Και το παραθέτω εδώ. 
Πριν δυο μέρες, στις 15 Ιουνίου 1990, στις εξετάσεις της Υποκριτικής του καθηγητή και ηθοποιού Ιάκωβου Ψαρά, είχα παρακολουθήσει την Χριστίνα Αλεξανιάν ως μητέρα στο "Περλιμπλίν και Μπελίσσα" του Λόρκα και τον Δημήτρη Γεωργαλά ως Όσβαλντ στους "Βρυκόλακες" του Ίψεν. 
Τον έβαλα και μου υπέγραψε στο …πολυγραφημένο πρόγραμμα εκείνης της μέρας. Και μου έγραψε με …πατρινό χιούμορ: 
«Αν και συνήθως ένα ψώνιο δεν υπογράφει ποτέ σ’ ένα άλλο». 
Βάζω και το αυτόγραφό του, για ιστορικούς πλέον λόγους. 
Και κρατώ για μένα τα υπόλοιπα εκείνης της εποχής, που είναι πολλά και μαγικά, στέλνοντας την αγάπη μου στον Δημήτρη και την Χριστίνα. Και την ευγνωμοσύνη μου για κείνες τις μέρες Εθνικού… 
Π.


Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Ο ...ΛΑΪΚΟΣ ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΒΑΘΙΝΟΣ

Ο Στάθης Λιβαθινός κατευθύνει τους ηθοποιούς στις πρόβες της δικής του Αντιγόνης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Απόψε, Κυριακή 3 Ιουλίου 2016 στις 8 το βράδυ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Στάθης Λιβαθινός μιλάει στο Ραδιόφωνο της Εκκλησίας 89,5 για το θέατρο ως χώρο σύγκρουσης της ουτοπίας, της επανάστασης, του ολοκληρωτισμού, της τρομοκρατίας και ταυτόχρονα ως χώρο πραγμάτωσης του ονείρου, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 
Η εκπομπή μεταδίδεται σε επανάληψη, με αφορμή τα 400 χρόνια από τον θάνατο του Σαίξπηρ και το ανέβασμα, στο αρχαίο θέατρο Φρυνίχου των Δελφών και στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, της τραγωδίας «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. 
Την εκπομπή επιμελείται και την παρουσιάζει ο ιερέας και σκηνοθέτης π. Πέτρος Μινώπετρος. 
Πρέπει εδώ να επισημάνουμε τα εξής: 
Η παράσταση της Αντιγόνης, που κάνει πρεμιέρα στην Επίδαυρο, αποτελεί την πρώτη συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Ο Στάθης Λιβαθινός επέλεξε το κορυφαίο έργο του Σοφοκλή, ανεβάζοντας στη σκηνή τρεις γενιές ηθοποιών. Άρα ο Λιβαθινός κάνει πράξη την πολυπόθητη ενότητα – σύμπραξη στο θέατρο και μάλιστα στην Τραγωδία. Για πρώτη φορά τα τρία κρατικά θέατρα μαζί… 
Επίσης, η «Αντιγόνη» ανεβαίνει σε νέα μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. 
Κι ακόμα, ο Λιβαθινός ανέθεσε την μουσική της παράστασης στον ταλαντούχο συνθέτη Χαράλαμπο Γωγιό, γνωστό από την σπουδαία δουλειά του στις «Όπερες των ζητιάνων», που ο ίδιος ίδρυσε, δίνοντας νέα πνοή στο λυρικό θέατρο. Πρόκειται για την δεύτερη συνεργασία του Χαράλαμπου Γωγιού με τον Λιβαθινό (Ο γάμος του Φίγκαρο, 2015), αλλά για την πρώτη μουσική που γράφει ο Γωγιός για αρχαία τραγωδία, κι αυτό έχει μια σημασία. 
Κατά συγκυρία δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ μία συνέντευξη του Στάθη Λιβαθινού, στην οποία εξηγεί την «φιλοσοφία» του για το Εθνικό, από την οποία σταχυολογώ φράσεις που με εκφράζουν: 
- «Δεν θα κάνουμε έκπτωση στα όνειρά μας, δεν θα κάνουμε εμπορικότερες επιλογές για να έρθει το πόπολο. Θα έχουμε ποιοτικά κριτήρια». 
- «Η μεγάλη λαϊκή παράσταση δεν είναι απαραίτητα το ζητούμενο. Θέλουμε το κοινό να πλησιάσει το Εθνικό Θέατρο σαν ένα απολύτως ποιοτικό θέατρο …κι έτσι να προκύψει μια καινούργια λαϊκή πραγματικότητα. Για μένα ο Πίτερ Μπρουκ και ο Τζιόρτζιο Στρέλερ είναι λαϊκοί. Και στις δικές μου παραστάσεις στο ίδιο αποσκοπώ».  
Εδώ μου έρχεται αυθόρμητα στο νου ο …λαϊκός Μάνος Χατζιδάκις: «Λαϊκός είμαι, αλλά όχι με την έννοια του συνηθισμένου. Ως συμπεριφορά είμαι μεγαλοαστός. Ως καλλιέργεια είμαι ποιητής και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία είμαι λαϊκός.» 
Διαβάζοντας την συνέντευξη του Λιβαθινού ψυχανεμίζομαι ότι θα ήθελε το Εθνικό Θέατρο σαν τη «Λαϊκή Αγορά» του Μάνου Χατζιδάκι ή την «Λαϊκή Αγορά» (αστικής κλίμακας έργο) του Παναγιώτη Τέτση. Η ακριβή αισθητική σε όλο της το …λαϊκό μεγαλείο. Ένα Εθνικό γεμάτο από χρώματα, μυρωδιές και ήχους, που θα καταφέρνει να εκπέμπει τη ζωντάνια του «μοντέλου». 
Και επειδή ο Λιβαθινός λέει ότι δεν ήταν γι’ αυτόν όνειρο ζωής η διεύθυνση του Εθνικού γιατί οι άνθρωποι που καθόρισαν την πορεία του ήταν άνθρωποι αφιερωμένοι στο θέατρο, ευχόμαστε να τους μιμηθεί, γενόμενος ο ίδιος μια ζώσα θεατρική ασκητική, όπου δεν υπάρχει ιδιοτέλεια, συμβατικότητα ή εκπτωτική λογική, αλλά τα πάντα και εν πάσι θέατρο για την ψυχή μας.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Η "ΝΕΡΑΪΔΑ" ΤΟΥ ΖΑΝ ΖΙΡΩΝΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Στην εκπνοή του 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ύψιλον η Νεράϊδα του Ζαν Ζιρωντού (Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις) στην μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη. 
Είναι γνωστό ότι ο Ελύτης - συμπληρώνονται φέτος 20 χρόνια από την αναχώρησή του – έβαλε την υπογραφή του ως μεταφραστής σε τρία θεατρικά έργα: στις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ, στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ (και τα δύο αυτά έργα ανέβηκαν την περασμένη χρονιά, 2015, σε Αθηναϊκές σκηνές) και στην «Νεράιδα» του Ζαν Ζιροντού. 
Η μετάφραση του έργου αυτού που μόλις κυκλοφόρησε, είχε πρωτοεκδοθεί τον Μάρτιο του 1973 από την Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραϊτη, στη σειρά Θεατρική Βιβλιοθήκη, με επιμέλεια του Κ.Χ. Κάσδαγλη. 
Κατά συγκυρία, συμπληρώνονται ακριβώς 60 χρόνια από την πρεμιέρα του έργου, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1956 στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού (τότε Βασιλικού) Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και μουσική Αργύρη Κουνάδη. Η Βάσω Μανωλίδου ερμήνευε τον κεντρικό ρόλο. 
Όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή της η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με δεδομένο το «ενδιαφέρον του Ελύτη για κάθε γραφή τέχνης του λόγου», δεν θα έπρεπε να μας εντυπωσιάζει η μεταφραστική του πλευρά. Και ας μπήκε στη ζωή του «κατά παραγγελία». 
«Αφοσιωμένος καθώς ήταν στην ποιητική τέχνη, έκανε αυτές τις τρεις μεταφράσεις κατόπιν παραγγελίας του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης» εξηγεί η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Και συνεχίζει: «Η αλληγορία και το ποιητικό θέατρο του Ζιροντού ήταν πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία του. Η "Οντίν" ή "Νεράιδα" όπως ανέβηκε, ένα έργο σαν ονειρόδραμα, εμπεριέχει την ποιητική του νοοτροπία καθώς και κοινά στοιχεία, όπως η αλληγορία, το παιχνίδι, η σημειολογία και οι ποιητικές δομές». Και προσθέτει: «Επιπλέον, από προσωπικές αφηγήσεις, μπορώ να σας πω ότι είχε αδυναμία στη Βάσω Μανωλίδου, που ερμήνευσε τη Νεράιδα». 

Γιώργος Παππάς, Βάσω Μανωλίδου (φωτ. αρχείου Εθνικού Θεάτρου) 

Στην νέα έκδοση της μετάφρασης του Ελύτη που έχουμε στα χέρια μας, από τις εκδόσεις ύψιλον, προτάσσεται το κείμενο του Άγγελου Τερζάκη, με τίτλο «Ο ποιητής της Νεράϊδας», αλλά και το κείμενο του Ζιρωντού «Λα Μοτ Φουκέ», που γράφτηκε στα 1939. Και τα δύο κείμενα περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα της παράστασης. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν τα στοιχεία των συντελεστών της παράστασης του Εθνικού, καθώς και φωτογραφικό υλικό. 
Να σημειώσουμε κάποια ονόματα ηθοποιών, εκτός της Β. Μανωλίδου, οι οποίοι είναι γνωστοί και αγαπημένοι μας: Χριστόφορος Νέζερ, Γιώργος Παππάς, Έλσα Βεργή, Βιβέτα Τσιούνη, Μάρω Κοντού, Ελένη Χαλκούση, Παντελής Ζερβός, Ιάκωβος Ψαρράς, Γιώργος Μούτσιος κ.α. 
Χάρη στο ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες και υλικό για την παράσταση. 


Στην σχετική ιστοσελίδα βλέπουμε μια τετρασέλιδη χειρόγραφη (με μολύβι) παρτιτούρα, η οποία υπογράφεται από τον Μάνο Χατζιδάκι (με ημερομηνία: Δεκέμβριος 1955). Σύμφωνα όμως με το πρόγραμμα της παράστασης, η μουσική του έργου αποδίδεται στον Αργύρη Κουνάδη. Γνωρίζουμε ότι ο Κουνάδης την εποχή εκείνη συνεργαζόταν με τον Χατζιδάκι για το "Ελληνικό Χορόδραμα" της Ραλλούς Μάνου και αυτή η συνεργασία μάλλον είχε προεκτάσεις… Η μοναδική σωζόμενη παρτιτούρα του έργου έχει τίτλο "Οντίν, Ζιρωντού" και περιλαμβάνει τέσσερα (4) μέρη για πιάνο. 
Η κυκλοφορία της μετάφρασης του έργου από τον Ελύτη, μας δίνει την δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε το έργο, στο οποίο αποτυπώνεται το πρόβλημα του ερωτικού ζευγαριού, που ήταν πάντοτε ένα από τα κεντρικά θέματα του Ζιρωντού. Κι ακόμα να προσεγγίσουμε την ύπαρξη της Νεράιδας, την οποία έχει σχεδιάσει ο ποιητής με μιαν αγάπη ερωτική προς ένα ιδανικό ασύλληπτο κι όμως ενσαρκωμένο. Κάτι που σίγουρα συγκινούσε και τον Ελύτη.

Μαρία Βούλγαρη (Α΄ Νεράιδα), Μαρία Μουτσίου (Δ΄ Νεράιδα), Νίκος Παρασκευάς (Νεραϊδοβασιληάς),
Μάρω Κοντού (Γ΄ Νεράιδα), Φλώρα Στυλιανέα (Ε΄ Νεράιδα).
Γιώργος Παππάς (Ιππότης Χανς), Βάσω Μανωλίδου (Νεράιδα), Βασίλης Κανάκης (Μπέρτραμ) 

Related Posts with Thumbnails