Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παντελής Μπουκάλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παντελής Μπουκάλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ: "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ" / ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ - ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Η πρώτη σελίδα του χειρογράφου του ποιήματος «Οι Άγιοι Επτά Παίδες»,
με διαγραφές και διορθώσεις, στις δύο όψεις φύλλου και στο recto δεύτερου φύλλου.
Αυτοσχέδιος φάκελος με χειρόγραφο τίτλο και χρονολογική ένδειξη.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Tω αυτώ μηνί [Αυγούστω] Δ΄, μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. 
Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων,
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω.
Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά. 
Επτά παιδιά, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δεκίου (251) για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από σχεδόν 200 χρόνια, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (445).
Μάλιστα, το "ξύπνημά" τους ήταν απτό δείγμα της ανάστασης των νεκρών, που την εποχή εκείνη αμφισβητούσε μια αίρεση.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων δύο φορές το χρόνο. Στις 4 Αυγούστου και στις 22 Οκτωβρίου.


Ο μέγιστος Κωνσταντίνος Καβάφης, ο οποίος ήξερε και μελετούσε πολλά και ...απίθανα, εμπνεόμενος, προφανώς, από το Συναξάρι της ημέρας έγραψε ένα ποίημα για τους Αγίους Επτά Παίδες, τον Ιανουάριο του 1925.
Ποιον Συναξαριστή, άραγε, είχε υπ' όψιν του ο Καβάφης; Στην Βιβλιοθήκη του βρίσκουμε και τους τρεις τόμους του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, σε μία έκδοση του 1868 στη Ζάκυνθο. Άρα, δεν μπορεί να είναι άλλη η πηγή του.
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού μεταφρασθείς δε αμέσως εκ του ελληνικού χειρογράφου συναξαριστού και μεθ’ όσης πλείστης επιμελείας ανακαθαρθείς, διορθωθείς, πλατυνθείς, αναπληρωθείς, σαφηνισθείς, υποσημειώσεσι διαφόροις καταγλαϊσθείς και εις τρεις τόμους διαιρεθείς υπό του αοιδίμου μοναχού Nικοδήμου Aγιορείτου. 
Eν Zακύνθω, Eκ του τυπογραφείου «O Παρνασσός» Σεργίου X. Pαφτάνη, 1868.
Ιδού, λοιπόν, το Καβαφικό ποίημα - συναξάρι:

Oι Άγιοι Επτά Παίδες 
Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον: 
"ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς" με τους αγίους 
"κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, 
"ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι" 
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν. 

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που 
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν 
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν - 
και την επαύριον εξύπνησαν. επαύριον γι' αυτούς. 
μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. 

ξύπνησε την επαύριον και πήγε 
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον, 
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον, 
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί - 
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς, 
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου, 
και τους προσκύνησεν κι αυτός, ως πρέπον, ο ευλαβέστατος. 

και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 


Ο Καβάφης από το Συναξάρι των Επτά Παίδων, μνημονεύει δύο μόνο ονόματα:
του Ιάμβλιχου, ενός των Επτά Παίδων, ο οποίος πήγε να αγοράσει ψωμί στην Έφεσο όταν ξύπνησαν οι Παίδες, και του Θεοδοσίου του βασιλέως, γιού του Αρκαδίου, επί των ημερών του οποίου αναστήθηκαν οι Παίδες. 
Σε σχετικό άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα, από πολλές πλευρές, ανάλυση του ποιήματος: 
Tο ποίημα αυτό, «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες», περιλαμβάνεται στον τόμο «K. Π. Kαβάφης, Aτελή ποιήματα 1918-1932», που εκδόθηκε με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια της Renata Lavagnini (Iκαρος, 1994). H γραφή του ανάγεται στο 1925, έτος κατά το οποίο ο Kαβάφης έγραψε έξι από «κανονικά» ποιήματά του. Θρησκευτικό το θέμα του ατελούς ποιήματος και μάλιστα χριστιανολογικό, όπως προσημαίνει ο τίτλος του κατά συνέπεια, από τα συνομήλικά του με το μόνο με το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί είναι το «Aπολλώνιος ο Tυανεύς εν Pόδω», και όχι για το καθαυτό περιεχόμενο του «Aπολλωνίου» όσο επειδή μας παραπέμπει αυτόματα στο «Eίγε ετελεύτα» του 1920, στους στίχους του οποίου «ένας από τους λίγους εθνικούς, / τους πολύ λίγους που είχαν μείνει» σε μια εποχή που «η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής», τους «αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν», διαβάζει «Tα εις Tυανέα Aπολλώνιον» του Φιλοστράτου και αναρωτιέται «πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;», ο θαυματοποιός Aπολλώνιος ο Tυανέας που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.X., ένα αντίπαλο δέος των Eθνικών στον Iησού των Xριστιανών. 
Για παρόμοιους, θρησκειολογικής τάξεως λόγους, για να δούμε δηλαδή τις εκάστοτε καβαφικές «εφαρμογές» του θέματος «χριστιανισμός-παγανισμός», οι «Aγιοι Eπτά Παίδες» μπορεί να συσχετιστούν, χωρίς να απομακρυνθούμε από το χρονικό (άρα και πνευματικό) περιβάλλον της γέννησής τους, με το «O Iουλιανός εν Nκομηδεία» του 1924, και με το «O Iουλιανός ορών ολιγωρίαν» του 1923 (ας θυμηθούμε και το «ανέκδοτο» «O Iουλιανός εν τοις μυστηρίοις» του 1896, όπου «ο ανόητος» Iουλιανός «επείσθη με των Eλλήνων τα άθεα τα λόγια»), καθώς και το «Iερεύς του Σεραπίου» του 1926). Kαι, σαν αγιολογικό που είναι, δεν μπορεί να μην αντικριστεί το ποίημα αυτό με το ποίημα «Συμεών», ένα «εγκώμιο» του Στυλίτη αγίου, και μάλιστα από τη σκοπιά ενός εθνικού που ομολογεί: «Xώθηκα ανάμεσα στους Xριστιανούς / που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν, / και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Xριστιανός / την ψυχική γαλήνη των δεν είχα / κι έτρεμε ολόκληρος και υπόφερνα· / κ’ έφριττα και ταράττομουν, και παθαινόμουν». 
«Tο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά έντονο στον πρώτο Kαβάφη», σημειώνει η Λαβανίνι, παραπέμποντας και στις σκέψεις που διατυπώνει η Diana Haas στο κείμενό της «“Aι αρχαί του χριστιανισμού”: ένα θεματικό κεφάλαιο του Kαβάφη» (βλ. «Eισαγωγή στην ποίηση του Kαβάφη. Eπιλογή κριτικών κειμένων», επιμ. Mιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1994). «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες» αποτελούν ένα επιπλέον μαρτύριο της διαρκούς θεολογίας του Kαβάφη, η οποία του επέτρεψε να σκεφτεί βαθύτερα την ιστορία και, διά της ταλαντεύσεώς του ανάμεσα σε δύο πόλους, να αποφύγει την ευθύγραμμη ευκολία. Στο συγκεκριμένο ποίημα φαίνεται ότι ο Kαβάφης, που αντιγράφει προσεκτικά και σχεδόν καταλογάδην τον Συναξαριστή, προσυπογράφει την ιδέα της αναστάσεως των νεκρών, και ότι ο δαίμων της αμφιβολίας αυτοτιθασεύεται, από κοινού όμως με την ευρετική φωνή της ποιήσεως. Iσως γι’ αυτό ακριβώς να έκρινε και ο ίδιος το ποίημά του ανάξιο δημοσίευσης, μη εμπιστευόμενος την αντιγραφική του αμεσότητα και την «αφελή» προφάνειά του (μια προφάνεια, εν τούτοις, που σε πολλά άλλα ποιήματά του συνιστά το μείζον δέλεαρ, την κυριολεκτικώς ειπείν σαγήνη). 
Aπό τον ύπνο στον ύπνο, από την «κοίμηση» στον θάνατο. Σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια οι άγιοι και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε προς τα πού θα οδηγούσε το ποίημα ο Kαβάφης αν συνέχιζε να παλεύει μαζί του για να το τελειώσει. Aριστος αρχαιογνώστης όπως ήταν, ίσως έβρισκε τρόπο να συσχετίσει (ειρωνικά;) τον μακρότατο ύπνο των Παίδων με τον μακρό ύπνο του Eπιμενίδη από την Kνωσό, σοφού και προφήτη που κατά τον θρύλο κοιμήθηκε κι αυτός επί πενήντα επτά χρόνια, σε σπήλαιο επίσης («ούτός ποτε πεμφθείς παρά του πατρός εις αγρόν επί πρόβατον, της οδού κατά μεσημβρίαν εκκλίνας υπ’ άντρω τινί κατεκοιμήθη επτά και πεντήκοντα έτη. Διαναστάς δε μετά ταύτα εζήτει το πρόβατον, νομίζων επ’ ολίγον κεκοιμήσθαι», γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο δικό του συναξάρι). 
Eιρωνεία της ιστορίας 
Kι αν δεν συσχέτιζε τον άγιο Iάμβλιχο με τον ομώνυμο μυθιστοριογράφο του 2ου αιώνα μ.X., στα «Bαβυλωνιακά» τού οποίου δεν λείπουν οι σχέσεις με τον Kάτω Kόσμο μέσα σε σπηλιές, δεν θα μπορούσε να μη θαυμάσει, είρων αυτός, την ειρωνεία της ιστορίας, φέρνοντας στον νου του έναν άλλον Iάμβλιχο, πολύ διασημότερο, τον «αποκρυφιστή» φιλόσοφο του 3ου/4ου αι. μ.X., ενθουσιώδης οπαδός του οποίου υπήρξε ο σημαδιακός εκείνος Iουλιανός. Iσως πάλι, για να συνεχίσουμε να αυθαιρετούμε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την άριστη ευκαιρία για να παρουσιάσει (διά χειρός των «αυτοπτών» αναστηθέντων) ένα σκαρίφημα του άλλου κόσμου, για το «μετέπειτα»· οπότε πώς θα το εικόνιζε; Xριστιανικό ή «παγανιστικό», όπως οι αρχαίοι κι όπως το δημοτικό τραγούδι, που πολύ το αγαπούσε; Eδώ ακριβώς είναι ο κόμπος, στην ακοίμητη σύγκρουση της πίστης με την επιφύλαξη, της αποδοχής με τη μελαγχολική αμφιβολία, στον νου ενός ποιητή που, όπως και ο Σύρος σπουδαστής Mυρτίας του ποιήματός του «Tα επικίνδυνα», υπήρξε «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».
Αυτά τα καίρια και ουσιαστικά επισήμανε ο Παντελής Μπουκάλας. 
Στη συνέχεια παραθέτουμε μια μετάφραση του Καβαφικού ποιήματος στα ιταλικά. Αυτό δείχνει πως οι ανά τον κόσμο μελετητές του Καβάφη δεν μένουν μόνο στο κύριο corpus των "αναγνωρισμένων" ποιημάτων του, αλλά αναδιφούν και στα υπόλοιπα, που δεν είναι ίσως αντιπροσωπευτικά της ποίησης του μεγάλου Αλεξανδρινού, όπως τελικά εξελίχθηκε. 


Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

"ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ / ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ - ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Η πρώτη σελίδα του χειρογράφου του ποιήματος «Οι Άγιοι Επτά Παίδες»,
με διαγραφές και διορθώσεις, στις δύο όψεις φύλλου και στο recto δεύτερου φύλλου.
Αυτοσχέδιος φάκελος με χειρόγραφο τίτλο και χρονολογική ένδειξη.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Tω αυτώ μηνί [Αυγούστω] Δ΄, μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. 
Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων,
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω.
Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά. 
Επτά παιδιά, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δεκίου (251) για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από σχεδόν 200 χρόνια, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (445).
Μάλιστα, το "ξύπνημά" τους ήταν απτό δείγμα της ανάστασης των νεκρών, που την εποχή εκείνη αμφισβητούσε μια αίρεση.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων δύο φορές το χρόνο. Στις 4 Αυγούστου και στις 22 Οκτωβρίου.


Ο μέγιστος Κωνσταντίνος Καβάφης, ο οποίος ήξερε και μελετούσε πολλά και ...απίθανα, εμπνεόμενος, προφανώς, από το Συναξάρι της ημέρας έγραψε ένα ποίημα για τους Αγίους Επτά Παίδες, τον Ιανουάριο του 1925.
Ποιον Συναξαριστή, άραγε, είχε υπ' όψιν του ο Καβάφης; Στην Βιβλιοθήκη του βρίσκουμε και τους τρεις τόμους του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, σε μία έκδοση του 1868 στη Ζάκυνθο. Άρα, δεν μπορεί να είναι άλλη η πηγή του.
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού μεταφρασθείς δε αμέσως εκ του ελληνικού χειρογράφου συναξαριστού και μεθ’ όσης πλείστης επιμελείας ανακαθαρθείς, διορθωθείς, πλατυνθείς, αναπληρωθείς, σαφηνισθείς, υποσημειώσεσι διαφόροις καταγλαϊσθείς και εις τρεις τόμους διαιρεθείς υπό του αοιδίμου μοναχού Nικοδήμου Aγιορείτου. 
Eν Zακύνθω, Eκ του τυπογραφείου «O Παρνασσός» Σεργίου X. Pαφτάνη, 1868.
Ιδού, λοιπόν, το Καβαφικό ποίημα - συναξάρι:

Oι Άγιοι Επτά Παίδες 
Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον: 
"ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς" με τους αγίους 
"κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, 
"ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι" 
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν. 

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που 
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν 
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν - 
και την επαύριον εξύπνησαν. επαύριον γι' αυτούς. 
μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. 

ξύπνησε την επαύριον και πήγε 
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον, 
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον, 
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί - 
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς, 
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου, 
και τους προσκύνησεν κι αυτός, ως πρέπον, ο ευλαβέστατος. 

και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 



Ο Καβάφης από το Συναξάρι των Επτά Παίδων, μνημονεύει δύο μόνο ονόματα:
του Ιάμβλιχου, ενός των Επτά Παίδων, ο οποίος πήγε να αγοράσει ψωμί στην Έφεσο όταν ξύπνησαν οι Παίδες, και του Θεοδοσίου του βασιλέως, γιού του Αρκαδίου, επί των ημερών του οποίου αναστήθηκαν οι Παίδες. 
Σε σχετικό άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα, από πολλές πλευρές, ανάλυση του ποιήματος: 
Tο ποίημα αυτό, «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες», περιλαμβάνεται στον τόμο «K. Π. Kαβάφης, Aτελή ποιήματα 1918-1932», που εκδόθηκε με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια της Renata Lavagnini (Iκαρος, 1994). H γραφή του ανάγεται στο 1925, έτος κατά το οποίο ο Kαβάφης έγραψε έξι από «κανονικά» ποιήματά του. Θρησκευτικό το θέμα του ατελούς ποιήματος και μάλιστα χριστιανολογικό, όπως προσημαίνει ο τίτλος του κατά συνέπεια, από τα συνομήλικά του με το μόνο με το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί είναι το «Aπολλώνιος ο Tυανεύς εν Pόδω», και όχι για το καθαυτό περιεχόμενο του «Aπολλωνίου» όσο επειδή μας παραπέμπει αυτόματα στο «Eίγε ετελεύτα» του 1920, στους στίχους του οποίου «ένας από τους λίγους εθνικούς, / τους πολύ λίγους που είχαν μείνει» σε μια εποχή που «η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής», τους «αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν», διαβάζει «Tα εις Tυανέα Aπολλώνιον» του Φιλοστράτου και αναρωτιέται «πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;», ο θαυματοποιός Aπολλώνιος ο Tυανέας που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.X., ένα αντίπαλο δέος των Eθνικών στον Iησού των Xριστιανών. 
Για παρόμοιους, θρησκειολογικής τάξεως λόγους, για να δούμε δηλαδή τις εκάστοτε καβαφικές «εφαρμογές» του θέματος «χριστιανισμός-παγανισμός», οι «Aγιοι Eπτά Παίδες» μπορεί να συσχετιστούν, χωρίς να απομακρυνθούμε από το χρονικό (άρα και πνευματικό) περιβάλλον της γέννησής τους, με το «O Iουλιανός εν Nκομηδεία» του 1924, και με το «O Iουλιανός ορών ολιγωρίαν» του 1923 (ας θυμηθούμε και το «ανέκδοτο» «O Iουλιανός εν τοις μυστηρίοις» του 1896, όπου «ο ανόητος» Iουλιανός «επείσθη με των Eλλήνων τα άθεα τα λόγια»), καθώς και το «Iερεύς του Σεραπίου» του 1926). Kαι, σαν αγιολογικό που είναι, δεν μπορεί να μην αντικριστεί το ποίημα αυτό με το ποίημα «Συμεών», ένα «εγκώμιο» του Στυλίτη αγίου, και μάλιστα από τη σκοπιά ενός εθνικού που ομολογεί: «Xώθηκα ανάμεσα στους Xριστιανούς / που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν, / και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Xριστιανός / την ψυχική γαλήνη των δεν είχα / κι έτρεμε ολόκληρος και υπόφερνα· / κ’ έφριττα και ταράττομουν, και παθαινόμουν». 
«Tο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά έντονο στον πρώτο Kαβάφη», σημειώνει η Λαβανίνι, παραπέμποντας και στις σκέψεις που διατυπώνει η Diana Haas στο κείμενό της «“Aι αρχαί του χριστιανισμού”: ένα θεματικό κεφάλαιο του Kαβάφη» (βλ. «Eισαγωγή στην ποίηση του Kαβάφη. Eπιλογή κριτικών κειμένων», επιμ. Mιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1994). «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες» αποτελούν ένα επιπλέον μαρτύριο της διαρκούς θεολογίας του Kαβάφη, η οποία του επέτρεψε να σκεφτεί βαθύτερα την ιστορία και, διά της ταλαντεύσεώς του ανάμεσα σε δύο πόλους, να αποφύγει την ευθύγραμμη ευκολία. Στο συγκεκριμένο ποίημα φαίνεται ότι ο Kαβάφης, που αντιγράφει προσεκτικά και σχεδόν καταλογάδην τον Συναξαριστή, προσυπογράφει την ιδέα της αναστάσεως των νεκρών, και ότι ο δαίμων της αμφιβολίας αυτοτιθασεύεται, από κοινού όμως με την ευρετική φωνή της ποιήσεως. Iσως γι’ αυτό ακριβώς να έκρινε και ο ίδιος το ποίημά του ανάξιο δημοσίευσης, μη εμπιστευόμενος την αντιγραφική του αμεσότητα και την «αφελή» προφάνειά του (μια προφάνεια, εν τούτοις, που σε πολλά άλλα ποιήματά του συνιστά το μείζον δέλεαρ, την κυριολεκτικώς ειπείν σαγήνη). 
Aπό τον ύπνο στον ύπνο, από την «κοίμηση» στον θάνατο. Σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια οι άγιοι και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε προς τα πού θα οδηγούσε το ποίημα ο Kαβάφης αν συνέχιζε να παλεύει μαζί του για να το τελειώσει. Aριστος αρχαιογνώστης όπως ήταν, ίσως έβρισκε τρόπο να συσχετίσει (ειρωνικά;) τον μακρότατο ύπνο των Παίδων με τον μακρό ύπνο του Eπιμενίδη από την Kνωσό, σοφού και προφήτη που κατά τον θρύλο κοιμήθηκε κι αυτός επί πενήντα επτά χρόνια, σε σπήλαιο επίσης («ούτός ποτε πεμφθείς παρά του πατρός εις αγρόν επί πρόβατον, της οδού κατά μεσημβρίαν εκκλίνας υπ’ άντρω τινί κατεκοιμήθη επτά και πεντήκοντα έτη. Διαναστάς δε μετά ταύτα εζήτει το πρόβατον, νομίζων επ’ ολίγον κεκοιμήσθαι», γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο δικό του συναξάρι). 
Eιρωνεία της ιστορίας 
Kι αν δεν συσχέτιζε τον άγιο Iάμβλιχο με τον ομώνυμο μυθιστοριογράφο του 2ου αιώνα μ.X., στα «Bαβυλωνιακά» τού οποίου δεν λείπουν οι σχέσεις με τον Kάτω Kόσμο μέσα σε σπηλιές, δεν θα μπορούσε να μη θαυμάσει, είρων αυτός, την ειρωνεία της ιστορίας, φέρνοντας στον νου του έναν άλλον Iάμβλιχο, πολύ διασημότερο, τον «αποκρυφιστή» φιλόσοφο του 3ου/4ου αι. μ.X., ενθουσιώδης οπαδός του οποίου υπήρξε ο σημαδιακός εκείνος Iουλιανός. Iσως πάλι, για να συνεχίσουμε να αυθαιρετούμε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την άριστη ευκαιρία για να παρουσιάσει (διά χειρός των «αυτοπτών» αναστηθέντων) ένα σκαρίφημα του άλλου κόσμου, για το «μετέπειτα»· οπότε πώς θα το εικόνιζε; Xριστιανικό ή «παγανιστικό», όπως οι αρχαίοι κι όπως το δημοτικό τραγούδι, που πολύ το αγαπούσε; Eδώ ακριβώς είναι ο κόμπος, στην ακοίμητη σύγκρουση της πίστης με την επιφύλαξη, της αποδοχής με τη μελαγχολική αμφιβολία, στον νου ενός ποιητή που, όπως και ο Σύρος σπουδαστής Mυρτίας του ποιήματός του «Tα επικίνδυνα», υπήρξε «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

ΜΝΗΜΕΙΟ ΑΘΕΟΛΟΓΗΤΗΣ ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΑΤΙ


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ 
Οποιος κι αν σωζόταν από του Χάρου τα δόντια, όπως σώθηκε ο Ιταλός που το φορτηγό του σταμάτησε μιαν ανάσα από το χείλος της γκρεμισμένης γέφυρας στη Γένοβα, και ιδιαιτέρως πιστός αν δεν ήταν, τα ίδια θα έλεγε: ότι τον έσωσε ο Θεός. Εντρομος και ευγνώμων συγχρόνως, ο Ιταλός, σαν χριστιανός, δεν μπορούσε παρά να σκεφτεί την Παναγία, παραμονή της Κοιμήσεως. Αν γιόρταζε ο Αγιος Γεώργιος, αν ήταν Πάσχα ή Χριστούγεννα, θα ονόμαζε άλλον σαν σωτήρα του, όπως κι αν ήταν βουδιστής, μουσουλμάνος, ζωροαστριστής, Εβραίος. 
Μες στην τρελή χαρά του, θα ήταν των αδυνάτων αδύνατο, αδιανόητο μάλλον και ανήθικο, να επιτρέψει στον εαυτό του τη στοιχειώδη λογική. Να σκεφτεί δηλαδή ότι καμία θεότητα, πλην του Βάαλ, δεν θα επέτρεπε στον δικό της εαυτό τέτοια ανθρωποφάγα επίδειξη δύναμης, τέτοια τερατωδώς μικρόψυχη μεγαλοψυχία: να σώζει έναν τη στιγμή που αφήνει να πεθάνουν πολλοί. Οι σαράντα νεκροί της Γένοβας δεν ήταν οπωσδήποτε περισσότερο αμαρτωλοί από τον φορτηγατζή, άρα λιγότερο άξιοι διασώσεως. Ηταν και παιδιά άλλωστε ανάμεσά τους. Πότε πρόλαβαν να αμαρτήσουν, ώστε να αποφασίσει την τιμωρία τους η αμείλικτη θεϊκή καρικατούρα που προσκυνούν οι Αμβρόσιοι αυτού του κόσμου, όποιας θεότητας τοποτηρητές και πρέσβεις κι αν δηλώνουν; 
Πριν από δεκατρία χρόνια, επίσης παραμονή της Κοιμήσεως, το κυπριακό αεροπλάνο «Ηλιος» συνετρίβη στο Γραμματικό. Σκοτώθηκαν 121 άνθρωποι. Αν το Μπόινγκ έπεφτε σε κατοικημένη περιοχή, οι νεκροί θα ήταν πολύ περισσότεροι. «Η Παναγία έκανε το θαύμα της, σώζοντας την Αθήνα» γράφτηκε τότε από ανθρώπους που, παλιά ιστορία, δεν ξέρουν τι ακριβώς να πράξουν με την πίστη και την ευλάβειά τους (ή με το νόθο ομοίωμά τους). Πάλι φονική λοιπόν η ουράνια φιλανθρωπία. 
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Μητρόπολης Μεσογαίας, που διαβεβαίωσε με αλγεινή οίηση το χαροκαμένο ποίμνιο ότι από την πυρκαγιά στο Μάτι «καμία εκκλησία και κανένα προσκυνητάρι δεν υπέστη την παραμικρή ζημιά, ούτε καν μουντζούρα», θα μείνει μνημείο αθεολόγητης αναλγησίας για όσο θα κρατάει το πένθος: εσαεί. Πρέπει λοιπόν να πιστέψουμε πως οι ουρανοί απέδειξαν την ισχύ τους διαφυλάσσοντας τις πέτρες και τα ξύλα και αδιαφορώντας για τους ανθρώπους που απανθρακώνονταν; Κι αν αυτό αποτελεί τεκμήριο πως υπάρχει Θεός και είναι παντοδύναμος, τι πρέπει να πιστέψουμε για τις πάμπολλες περιπτώσεις όπου πυρκαγιές, σεισμοί ή πλημμύρες καταστρέφουν και ναούς; Οτι δεν υπάρχει Θεός; Ή ότι δεν είναι παντοδύναμος;

φωτογραφίες από καμένα σπίτι στο Μάτι: Διονύσιος Κούρτης 

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Κομματιζόμενοι ιεράρχες, πολιτευόμενη Εκκλησία


Του Παντελή Μπουκάλα
Δύσκολα δεν θα συμφωνούσε κάποιος με την προχθεσινή ομολογία του κ. Μάθιου Νίμιτς, διαμεσολαβητή του ΟΗΕ για την ονομασία της ΠΓΔΜ, ότι στο όλο πρόβλημα «δεν υπάρχει τίποτε εντελώς καινούργιο, κάτι νέο μαγικό». Αν λύνονταν ως διά μαγείας προβλήματα που χωρίζουν λαούς και χώρες, δεν θα υπήρχε η ανάγκη των διαπραγματεύσεων, της φρόνιμης συζήτησης και της τίμιας αναζήτησης κάποιας συμβιβαστικής ή συμφιλιωτικής φόρμουλας. Καμία από τις συνθήκες και τις συμφωνίες που διευκολύνουν τον ανθρώπινο βίο δεν ήταν ουρανοκατέβατη, καμία δεν οφείλεται σε θαύμα. Αλλωστε οι θεσμοί που χρωστούν πολλή από την ισχύ τους στη θαυματουργία –ή μάλλον στη θαυματολογία–, οι θρησκείες και οι Εκκλησίες, επιμένουν να μιλούν ένα λόγο χωριστικό, βίαιο, αντισυναινετικό, ακόμα κι αν εμπλουτίζουν τα λεγόμενά τους με τη χρυσόσκονη της «καταλλαγής». Οσον αφορά ειδικά τον χριστιανισμό, βαθιά διχασμένο σε δόγματα και «αιρέσεις» και καθηλωμένο σε συγκρούσεις για τιμάρια εξουσίας, δύσκολα πείθει ότι συγκρατεί στη μνήμη του άθικτη την επιταγή περί οικουμενικότητας, καταστατικά αδιάφορη για έθνη και φυλές. 
Θα αστοχούσε, λοιπόν, εντελώς όποιος επιχειρούσε να συζητήσει με όρους Γραφών τα εκκλησιαστικά – τα πραγματικά εννοείται, τα όντως υπάρχοντα, όχι τα διακηρυκτικά και μεταφυσικά. Στα Ευαγγέλια και στις Επιστολές των αποστόλων, και ιδιαίτερα του Παύλου, ως κατεξοχήν καθοδηγητή, δεν υπάρχουν χωρία που να νομιμοποιούν ιδέες περί εθνικών θρησκειών και εκκλησιαστικές - ιεραρχικές πρακτικές που καλύπτουν ταχύτατα την απόσταση ανάμεσα στο εθνικό και το εθνικιστικό. Αυτό όμως δεν σήμαινε ποτέ πολλά για τον ευρωπαϊκό χριστιανισμό γενικά και για τον ελληνικό ειδικά. Αλλωστε, αν οι Εκκλησίες είχαν ταυτιστεί αποκλειστικά με λαούς ή χώρες, θα λέγαμε απλώς ότι όσο θεόπνευστοι κι αν είναι οι ηγέτες τους, παραμένουν δημιουργήματα της Ιστορίας, ή μάλλον δέσμιοί της· ως εκ τούτου, αφήνουν την πραγμάτωση των ευαγγελικών ή αποστολικών εντολών για κάποια άλλη ζωή, εξωιστορική, στο επέκεινα. Στο πέρασμα των αιώνων βέβαια έχουν ταυτιστεί και με αποτρόπαια τυραννικά καθεστώτα, και έχουν ευλογήσει (πάντα για το καλό κάποιου έθνους) πολέμους και γενοκτονίες. 
Δεν έχουν άραγε το δικαίωμα οι ιεράρχες να μιλούν για τα κοσμικά; Ουδείς μπορεί να τους το στερήσει. Το δικαίωμα να πολιτεύονται δεν έχουν, να φέρονται σαν ηγέτες κόμματος που επιχειρεί να εκβιάσει την πολιτεία με κωδωνοκρουσίες πλαστού εθνικού πανικού, αρές και αναθέματα. Δεν αποτελείται από πρόβατα το ποίμνιο. Πολίτες το απαρτίζουν.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΓΕΡΜΑΝΟΦΑΓΟ" ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟ

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ 
Μητροπολιτική κακότητα 
Η Καθημερινή

Πρώτα κατακεραυνώνει την κ. Μέρκελ, στην πύρινη ιστοσελίδα του, ο ευλογημένος. Κι ύστερα επιτίθεται στον κ. Σόιμπλε, «τον κομπλεξικό υπουργό των Οικονομικών της Γερμανίας, η έκφραση του προσώπου του οποίου φανερώνει όλο το μίσος που τρέφει εναντίον όλων όσοι, κατά καλή τους τύχη, δεν χρησιμοποιούν αναπηρικό καροτσάκι για τις μετακινήσεις τους!» Το θαυμαστικό είναι του κειμένου, όχι δικό μου. Αντέγραψα, άλλωστε, με προσοχή, όπως πρέπει να κάνουμε πάντα με λόγια που υποτίθεται ότι απορρέουν από θεία φώτιση. Εκείνη τη θεία φώτιση που –και πάλι υποτίθεται– διαθέτουν εκ σχήματος οι ιερωμένοι.
Αλλά τι ακριβώς θαυμάζει ο γερμανοφάγος μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Αμβρόσιος; Τη γεροντική του πραότητα; Την ψυχαναλυτική του δεινότητα; Την ικανότητά του να διαβάζει φυσιογνωμίες καλύτερα και από τον Λομπρόζο; Την κακότητα που επιφυλάσσει σ’ έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει καθημερινά ένα σοβαρό πρόβλημα που δεν το έχουν «όσοι, κατά καλή τους τύχη, δεν χρησιμοποιούν αναπηρικό καροτσάκι για τις μετακινήσεις τους»; Τη χλευαστική του προπέτεια; Τον ιδιόρρυθμο τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιεί τις Εντολές που κηρύσσει από τον άμβωνά του, θεωρώντας τες απαράβατες για τους άλλους, αδιάφορες όμως για τη σεβασμιότητά του; Ο Θεός κι η ψυχή του. Ο Ελληνας Θεός, βέβαια. Γιατί για τον δεσπότη, που γελάει με τον πόνο ενός άλλου, ο Θεός είναι Ελληνας. Πάππου προς πάππου. 
Οποιος κι αν εξαπέλυε τέτοια ανάλγητα, και εναντίον οποιουδήποτε, η θλίψη θα ήταν η ίδια. Οταν, όμως, τα εξαπολύει ένας αξιωματούχος της ιεροσύνης, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Γιατί, για να μείνουμε στον χώρο των υποθέσεων, κάποιος που επέλεξε να φορέσει το ράσο, υποτίθεται ότι δεν το έπραξε για την κοσμική δόξα, την υλική άνεση, τα «λάικ». Αλλά για να υπηρετήσει με πάθος και χωρίς εθνικές, φυλετικές ή άλλες διακρίσεις την κατανόηση, την αγάπη και τη συγχώρεση, ακόμα κι όταν (ιδίως τότε) τον δυσκολεύουν αφόρητα. Ακόμα κι όταν δεν του προκύπτουν αμέσως και αυθόρμητα, αλλά πρέπει να προηγηθεί πόλεμος με τον πειρασμό της μεροληψίας.
Οσο ορκισμένος αντίπαλος της Ελλάδας κι αν είναι ο κ. Σόιμπλε (ή μάλλον της τωρινής ελληνικής κυβέρνησης, αφού με την προηγούμενη μοιράζονταν τις νεοφιλελεύθερες ιδέες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος)· με όποια αγενή ειρωνεία κι αν εκφράζεται για τον Ελληνα ομότιμό του· όσο χλευαστικά και μειωτικά κι αν είναι συχνά τα λεγόμενά του για τους Ελληνες, ό,τι λέει κι ό,τι κάνει δεν έχει καμία σχέση με το καροτσάκι στο οποίο τον καταδίκασε η επίθεση κάποιου «σαλού» (και όχι ο τιμωρός Ελλην Θεός). Δεν τον καταλαβαίνουμε; Δεν συμμεριζόμαστε τις απόψεις του; Δικαίωμά μας. Οταν, όμως, επιτρέπουμε στο δικαίωμά μας αυτό να πάρει τον δρόμο του κανιβαλισμού (που δεν τον ακολουθεί μόνος του ο μητροπολίτης, έχει μεγάλη σοβινιστική παρέα), χάνουμε κάτι πολύτιμο, τουλάχιστον όσο το δίκιο μας: την ανθρωπιά μας.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΡΧΩΝ ΦΑΡΙΣΑΪΣΜΟΣ

Ο ποιητής Παντελής Μπουκάλας

Του Παντελή Μπουκάλα 
Δεκάμηνη φυλάκιση στον σατιρικώς αυτοονομασθέντα «Πατέρα Παστίτσιο» για «εξύβριση των Θείων»; Μα και με το ένα εκατομμυριοστό του πάθους της Ιεράς Εξέτασης αν δουλεύαμε, θα φυλακίζαμε τους δέκα στους δέκα Ελληνες, και τα παιδάρια μαζί, θα κλεινόμασταν μαζί τους κι εμείς, θα πετάγαμε τα κλειδιά και θ’ αρχίζαμε να βριζόμαστε χωρίς άλλο φόβο. Διότι οι δέκα στους δέκα Ελληνες, και οι ιερωμένοι, εξυβρίζουμε παντοιοτρόπως τα Θεία, το όνομα και πρωτίστως το πνεύμα τους. Κάθε μέρα. Και όχι μία φορά. 
Υπερβολικό; Μάλλον δεν είναι. Ας το δούμε συγκεκριμένα. Η δίωξη του κ. Φίλιππου Λοΐζου, για τη σελίδα του «Γέρων Παστίτσιος» στο φέισμπουκ, ασκήθηκε κατόπιν ερωτήσεως στη Βουλή του προφυλακισμένου βουλευτή της (δωδεκαθεϊστικά χριστιανικής) «Χ.Α.» κ. Χρήστου Παππά, που υποστήριξε ότι ο «Παστίτσιος» «υβρίζει, ειρωνεύεται και προσπαθεί να ευτελίσει την ιερή μορφή της Ελληνορθοδοξίας, τον γέροντα Παΐσιο». Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να αναγορευτεί κανείς «ιερή μορφή της Ελληνορθοδοξίας», δεν είναι πάντως δουλειά κανενός βουλευτή αυτό. Υπάρχει η επίσημη Εκκλησία, ο Αρχιεπίσκοπος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Αυτοί αποφασίζουν. Οχι η τηλεόραση, οι έμποροι «προφητειών» του Αγιορείτη και οι λοιποί φαρισαίοι. Και δεν θυμάμαι να συμπεριελήφθη στο αγιολόγιο ο γέροντας. Ούτε γνωρίζω αν είναι τόσο εύκολος ο εξαγιασμός ή η ιεροποίηση κάποιου που πολέμησε στον Εμφύλιο μόλις χθες, και μάλιστα και από την πρώτη γραμμή. 
Από την άλλη, ο κ. βουλευτής ανήκει σε όσους μισούν όχι μόνο τους ξένους αλλά και τα 9/10 των Ελλήνων που δεν έχουν χρυσαυγίτικες ιδέες. Και αυτό, ναι, συνιστά βαρύτατη εξύβριση των Θείων, της ουσίας τους. Διότι ακόμα κι αν ξεχάσουμε όσα είπε ο Χριστός, ένας ξένος, υπέρ των ξένων, κήρυξε και τα εξής: «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς». Αλλά πού να τα ξέρει, να τα θυμάται ή να τα τηρεί αυτά κάθε Παππάς, όταν τα παραβλέπουν συχνά πυκνά οι ίδιοι οι παπάδες. Και οι επίσκοποι επίσης. Ο γέρων Παΐσιος σίγουρα θα τα γνώριζε. Κι αν ήταν όντως ό,τι λένε οι πιστοί του και ζούσε σήμερα, θα κατέθετε ως μάρτυρας υπεράσπισης του «επηρεάζοντος αυτόν» Παστιτσίου.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

"ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ" (1925) ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ


Tω αυτώ μηνί Δ΄, μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. 
Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων, Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω. Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά. 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης εμπνεόμενος από το Συναξάρι της ημέρας έγραψε το παρακάτω ποίημα:

Oι Άγιοι Επτά Παίδες (1925) 
Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον: 
"ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς" με τους αγίους 
"κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, 
"ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι" 
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν. 

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που 
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν 
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν - 
και την επαύριον εξύπνησαν. επαύριον γι' αυτούς. 
μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. 

ξύπνησε την επαύριον και πήγε 
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον, 
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον, 
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί - 
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς, 
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου, 
και τους προσκύνησεν κι αυτός, ως πρέπον, ο ευλαβέστατος. 

και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 


Σε σχετικό άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας σχολιάζει:
Tο ποίημα αυτό, «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες», περιλαμβάνεται στον τόμο «K. Π. Kαβάφης, Aτελή ποιήματα 1918-1932», που εκδόθηκε με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια της Renata Lavagnini (Iκαρος, 1994). H γραφή του ανάγεται στο 1925, έτος κατά το οποίο ο Kαβάφης έγραψε έξι από «κανονικά» ποιήματά του. Θρησκευτικό το θέμα του ατελούς ποιήματος και μάλιστα χριστιανολογικό, όπως προσημαίνει ο τίτλος του κατά συνέπεια, από τα συνομήλικά του με το μόνο με το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί είναι το «Aπολλώνιος ο Tυανεύς εν Pόδω», και όχι για το καθαυτό περιεχόμενο του «Aπολλωνίου» όσο επειδή μας παραπέμπει αυτόματα στο «Eίγε ετελεύτα» του 1920, στους στίχους του οποίου «ένας από τους λίγους εθνικούς, / τους πολύ λίγους που είχαν μείνει» σε μια εποχή που «η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής», τους «αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν», διαβάζει «Tα εις Tυανέα Aπολλώνιον» του Φιλοστράτου και αναρωτιέται «πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;», ο θαυματοποιός Aπολλώνιος ο Tυανέας που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.X., ένα αντίπαλο δέος των Eθνικών στον Iησού των Xριστιανών. 
Για παρόμοιους, θρησκειολογικής τάξεως λόγους, για να δούμε δηλαδή τις εκάστοτε καβαφικές «εφαρμογές» του θέματος «χριστιανισμός-παγανισμός», οι «Aγιοι Eπτά Παίδες» μπορεί να συσχετιστούν, χωρίς να απομακρυνθούμε από το χρονικό (άρα και πνευματικό) περιβάλλον της γέννησής τους, με το «O Iουλιανός εν Nκομηδεία» του 1924, και με το «O Iουλιανός ορών ολιγωρίαν» του 1923 (ας θυμηθούμε και το «ανέκδοτο» «O Iουλιανός εν τοις μυστηρίοις» του 1896, όπου «ο ανόητος» Iουλιανός «επείσθη με των Eλλήνων τα άθεα τα λόγια»), καθώς και το «Iερεύς του Σεραπίου» του 1926). Kαι, σαν αγιολογικό που είναι, δεν μπορεί να μην αντικριστεί το ποίημα αυτό με το ποίημα «Συμεών», ένα «εγκώμιο» του Στυλίτη αγίου, και μάλιστα από τη σκοπιά ενός εθνικού που ομολογεί: «Xώθηκα ανάμεσα στους Xριστιανούς / που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν, / και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Xριστιανός / την ψυχική γαλήνη των δεν είχα / κι έτρεμε ολόκληρος και υπόφερνα· / κ’ έφριττα και ταράττομουν, και παθαινόμουν». 
«Tο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά έντονο στον πρώτο Kαβάφη», σημειώνει η Λαβανίνι, παραπέμποντας και στις σκέψεις που διατυπώνει η Diana Haas στο κείμενό της «“Aι αρχαί του χριστιανισμού”: ένα θεματικό κεφάλαιο του Kαβάφη» (βλ. «Eισαγωγή στην ποίηση του Kαβάφη. Eπιλογή κριτικών κειμένων», επιμ. Mιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1994). «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες» αποτελούν ένα επιπλέον μαρτύριο της διαρκούς θεολογίας του Kαβάφη, η οποία του επέτρεψε να σκεφτεί βαθύτερα την ιστορία και, διά της ταλαντεύσεώς του ανάμεσα σε δύο πόλους, να αποφύγει την ευθύγραμμη ευκολία. Στο συγκεκριμένο ποίημα φαίνεται ότι ο Kαβάφης, που αντιγράφει προσεκτικά και σχεδόν καταλογάδην τον Συναξαριστή, προσυπογράφει την ιδέα της αναστάσεως των νεκρών, και ότι ο δαίμων της αμφιβολίας αυτοτιθασεύεται, από κοινού όμως με την ευρετική φωνή της ποιήσεως. Iσως γι’ αυτό ακριβώς να έκρινε και ο ίδιος το ποίημά του ανάξιο δημοσίευσης, μη εμπιστευόμενος την αντιγραφική του αμεσότητα και την «αφελή» προφάνειά του (μια προφάνεια, εν τούτοις, που σε πολλά άλλα ποιήματά του συνιστά το μείζον δέλεαρ, την κυριολεκτικώς ειπείν σαγήνη). 
Ο Παντελής Μπουκάλας παραθέτει στο σημείο αυτό το Καβαφικό ποίημα και σχολιάζει: 
Aπό τον ύπνο στον ύπνο, από την «κοίμηση» στον θάνατο. Σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια οι άγιοι και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε προς τα πού θα οδηγούσε το ποίημα ο Kαβάφης αν συνέχιζε να παλεύει μαζί του για να το τελειώσει. Aριστος αρχαιογνώστης όπως ήταν, ίσως έβρισκε τρόπο να συσχετίσει (ειρωνικά;) τον μακρότατο ύπνο των Παίδων με τον μακρό ύπνο του Eπιμενίδη από την Kνωσό, σοφού και προφήτη που κατά τον θρύλο κοιμήθηκε κι αυτός επί πενήντα επτά χρόνια, σε σπήλαιο επίσης («ούτός ποτε πεμφθείς παρά του πατρός εις αγρόν επί πρόβατον, της οδού κατά μεσημβρίαν εκκλίνας υπ’ άντρω τινί κατεκοιμήθη επτά και πεντήκοντα έτη. Διαναστάς δε μετά ταύτα εζήτει το πρόβατον, νομίζων επ’ ολίγον κεκοιμήσθαι», γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο δικό του συναξάρι). 
Eιρωνεία της ιστορίας 
Kι αν δεν συσχέτιζε τον άγιο Iάμβλιχο με τον ομώνυμο μυθιστοριογράφο του 2ου αιώνα μ.X., στα «Bαβυλωνιακά» τού οποίου δεν λείπουν οι σχέσεις με τον Kάτω Kόσμο μέσα σε σπηλιές, δεν θα μπορούσε να μη θαυμάσει, είρων αυτός, την ειρωνεία της ιστορίας, φέρνοντας στον νου του έναν άλλον Iάμβλιχο, πολύ διασημότερο, τον «αποκρυφιστή» φιλόσοφο του 3ου/4ου αι. μ.X., ενθουσιώδης οπαδός του οποίου υπήρξε ο σημαδιακός εκείνος Iουλιανός. Iσως πάλι, για να συνεχίσουμε να αυθαιρετούμε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την άριστη ευκαιρία για να παρουσιάσει (διά χειρός των «αυτοπτών» αναστηθέντων) ένα σκαρίφημα του άλλου κόσμου, για το «μετέπειτα»· οπότε πώς θα το εικόνιζε; Xριστιανικό ή «παγανιστικό», όπως οι αρχαίοι κι όπως το δημοτικό τραγούδι, που πολύ το αγαπούσε; Eδώ ακριβώς είναι ο κόμπος, στην ακοίμητη σύγκρουση της πίστης με την επιφύλαξη, της αποδοχής με τη μελαγχολική αμφιβολία, στον νου ενός ποιητή που, όπως και ο Σύρος σπουδαστής Mυρτίας του ποιήματός του «Tα επικίνδυνα», υπήρξε «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΗ (!)


Tου Παντελή Mπουκάλα
Η αριθμητική της πίστης. Ή η λογιστική της. Ο εκχρηματισμός της δηλαδή. Η εκμετάλλευση. Η ακύρωση. Ιδού όσα ενθουσιωδώς γνωστοποιήθηκαν: Τριάμισι εκατομμύρια Ρώσοι προσκύνησαν την Αγία Ζώνη της Παρθένου, που τιμάται ως το μοναδικό θεομητορικό κειμήλιο παγκοσμίως. Είκοσι έως είκοσι εφτά ώρες χρειάστηκε να περιμένουν στην παγωνιά, ενώ ο πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ μπήκε στην εκκλησία δίχως χρονοτριβή, γιατί είχε πιεστικές υποχρεώσεις· μπορεί οι πλούσιοι και οι ισχυροί να μην εισέλθουν ούτε διά τρυμαλιάς ραφίδος στη βασιλεία των ουρανών, επί Γης πάντως έχουν παντού προτεραιότητα και οι δρόμοι ανοίγονται ελεύθεροι μπροστά τους, στρωμένοι με τα κόκκινα χαλιά της ματαιοδοξίας.
Αλλοι αριθμοί: Κατασκευάστηκαν και εισήχθησαν στην αγορά τρία εκατομμύρια απεικονίσματα της Τίμιας Ζώνης και ισάριθμες «ευλογημένες κορδέλες». Δεν ξέρω πώς ευλογήθηκαν οι κορδέλες ούτε πώς μεταδίδουν την ενσωματωμένη ευλογία τους. Τις ακούμπησαν πάνω στο ιερό κειμήλιο; Τις έκοψαν στο Αγιον Ορος; Τις ακούμπησε η αγία χειρ του ηγουμένου Εφραίμ; Δεν ξέρω επίσης αν η ευλογία τους είναι της ίδιας τάξεως με τη χάρη που διαθέτουν τα ευλογημένα ψάρια του Ιορδάνη, τα οποία εκτίθενται σε πρωτοποριακά μοναστήρια της Ελλάδας, με τα μυριάδες «φυλαχτά Αγίου Ορους» που πωλούνται στα πανηγύρια ή με το «ιερό νερό» που αναβλύζει σε αμέτρητες μονές, περισσότερες και από τις εταιρείες εμφιαλώσεως που διαφημίζουν το «γνήσιο, αυθεντικό νερό» τους. Δεν ξέρω επίσης αν ο κατασκευαστής και έμπορος των απεικονισμάτων και των κορδελών είναι η εγνωσμένου πραγματισμού Μονή του Βατοπεδίου, στην οποία «ανήκει» η Αγία Ζώνη, η Εκκλησία της Ρωσίας, κάποια κοινοπραξία ή η «ελεύθερη αγορά», με τη συμβολή μάλιστα της «μαύρης», η οποία στη ρωσική επικράτεια ανθεί. Δεν ξέρω αν η Ζώνη τιμάται από όλες τις εκκλησίες, τα δόγματα και τις «αιρέσεις» του χριστιανισμού ή μόνο από τους ορθοδόξους, οι οποίοι έχουν έτσι στην κυριότητά τους κάτι αντίστοιχο με την Αγία Σινδόνη των καθολικών, που κι αυτή έλκει μαζικά τους πιστούς αλλά και όσους κολυμπούν μέσα στο ρεύμα του θρησκευτικού τουρισμού. Αλλά δεν ξέρω ούτε ποια από τις αφηγήσεις για την ανακάλυψη της Αγίας Ζώνης και τις μετακινήσεις της ώσπου να βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη κι από εκεί στο Αγιον Ορος ισχύει.
Την αμφιβολία, πάντως, την καθιστά υποχρεωτική το γεγονός ότι, σύμφωνα με την παράδοση, την Αγία Ζώνη την παρέλαβε από τα χέρια της Παναγίας ο «δύσπιστος» Απόστολος Θωμάς, που δεν πρόλαβε την κηδεία, όπως οι άλλοι οι εκ περάτων συναθροισθέντες απόστολοι, γιατί βρισκόταν στη Ινδία και μεταφέρθηκε θαυματουργικά στη Γεθσημανή τρεις μέρες μετά, ταξιδεύοντας στον χώρο αλλά και στον χρόνο. Επιπλέον, η μεθοδική κατασκευή ιερών κειμηλίων και η δι’ αυτών εκμετάλλευση της πίστης όσων θέλουν να πιστεύουν, για τους λόγους του ο καθένας και με τον τρόπο του, είναι μια υπόθεση συνομήλικη των θρησκειών. Συνομήλική τους επίσης είναι η αμφιπλεύρως ωφέλιμη διαπλοκή των ιερατείων με τους πολιτικούς εξουσιαστές. Αραγε, πόσο εύκολο είναι να θεωρήσουμε αθώα τη μεταφορά της Αγίας Ζώνης στη Ρωσία, όπου, άκρον άωτον της θρησκοληψίας και του φαρισαϊσμού, την υποδέχτηκαν με τιμές αρχηγού κράτους, όπως υποδεχόμαστε εμείς το εξ Ιεροσολύμων φως κάθε Πάσχα; Να πιστέψουμε δηλαδή ότι δεν προσφέρθηκε σαν πολιτικό όπλο στον Βλαδίμηρο Πούτιν, τώρα που πέφτει στις δημοσκοπήσεις; Και ότι ακριβώς αυτή η δοσοληψία ανάγκασε τον ηγέτη των Ρώσων κομμουνιστών Γκενάντι Ζιουγκάνοφ να ξεχάσει όσα περιέχονται στα «ευαγγέλια» της ιδεολογίας του, περί της θρησκείας ως οπίου του λαού, και, οδηγώντας σε μεταθανάτιο αυτοχειριασμό τον Μαρξ και τον Λένιν, να ζητήσει διά της κομματικής ιστοσελίδας τη βοήθεια της Παναγίας, της «προστάτιδας της Ρωσίας» (χμ, κι εμείς που λέμε πως είναι της Ελλάδας;) ώστε να βγει η χώρα από την κρίση της;
Δεν πολιτεύεται φυσικά η Αγία Ζώνη, αλλά και κανένα άλλο κειμήλιο ή λείψανο. Οι περιστασιακοί ιδιοκτήτες και καπηλικοί χρήστες τους πολιτεύονται. Στη Ρωσία ή στην Ελλάδα, παντού όπου οι ισχυροί χρειάζονται μια κάποια επικύρωση, ένα δάνειο πνευματικότητας, οι δε αδύναμοι, πάσχοντες ή μη, αναζητούν παραμυθία. Και οι πάσχοντες αυτοί, ή οι «ανώνυμοι» πιστοί, δεν μπορούν να ελπίζουν ότι, αν παρακαλούσαν τον άγιο Εφραίμ, θα τους επισκεπτόταν στο σπίτι τους, μαζί με την Αγία Ζώνη, για να τους παρηγορήσει. Αυτό είχε κάνει πάντως με τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και άλλους πολιτικούς και οικονομικούς προεστούς, προσφέροντάς τους γενναιόκαρδα, το 1995, ένα ημίωρο κατ’ οίκον προσκύνημα της Αγίας Ζώνης, άνευ ανταποδόσεως βεβαίως.
Δεκαέξι χρόνια πριν λοιπόν, άνοιξη του 1995, είχε γίνει στη Νέα Φιλαδέλφεια, στον ναό του Αγίου Κοσμά, ό,τι έγινε τώρα στις δεκατέσσερις ρωσικές πόλεις, όπου περιφέρθηκε η Αγία Ζώνη. Πλήθος οι προσκυνητές, και οι περίεργοι ανάμεσά τους, πλήθος οι πωλητές ευλογημένων παραπροϊόντων, πλήθος μέγα και οι δραχμές που είχαν γεμίσει το ειδικό παγκάρι (περί τα ογδόντα εκατομμύρια). Οι καταγγελίες για τη μοίρα του συγκεντρωθέντος ποσού αλλά και για την καπηλεία τόσο των κειμηλίων όσο και των αισθημάτων των πιστών δεν ήταν ακριβώς πλήθος, πάντως υπήρξαν. Για «ευτελή αργυρολογία που προσβάλλει τη χριστιανική πίστη, διασύρει το κύρος της Εκκλησίας και τραυματίζει βαρύτατα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» είχε μιλήσει ο επίσκοπος Εδέσσης Χρυσόστομος. Εκείνος πάντως που θριάμβευσε τελικά, παρά τα κάποια προβλήματα, είναι ο άγιος Εφραίμ. Αλλά, μέρες κρίσης που είναι, θα συνεχίσω την επόμενη Κυριακή με ένα πνευματοτονωτικό «ποιημάτιον» του 7ου αιώνα μ.Χ., γραμμένο μάλιστα από επίσκοπο, τον Χριστοφόρο Μυτιλήνης. Ενα ποιημάτιο που, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του ελληνικού έθνους», «εμπαίζει την πολυειδή κατάχρησιν, την παρεισαχθείσαν περί την χρήσιν και την εμπορείαν των ιερών λειψάνων».
Πίνακας: Διαμαντής Διαμαντόπουλος, "Η Έντιμος Πενία".

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΜΕ ΑΚΟΜΗ ΤΟΝ ΚΥΡ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ


Το αφιέρωμα στον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που επιμελήθηκε ο Σπύρος Γιανναράς στο φύλλο της περασμένης Κυριακής της εφημερίδας Η Καθημερινή, ήταν εξαιρετικό: Γιατί τον αγαπάμε ακόμη - Εκατό χρόνια χωρίς τον Αλ. Παπαδιαμάντη.
Εξηγεί ο Σπύρος Γιανναράς: "Ζητήσαμε λοιπόν από διαφορετικούς σε ηλικία και επάγγελμα, αναγνώστες του να μας εξηγήσουν γιατί τον διαβάζουν σήμερα. Από τις απαντήσεις προκύπτει ότι ο Παπαδιαμάντης εξακολουθεί να λάμπει παρά τη θέλησή μας, λειτουργώντας ως μεσάζων στην ανακάλυψη ενός βαθύτερου εαυτού μας από τον οποίο δεν έχουμε αποκοπεί πλήρως".

- Για τον Παντελή Μπουκάλα ο Παπαδιαμάντης είναι "ποιητής πάνω απ' όλα".
- Ο επιμελητής των Απάντων του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μας συγκινεί για άλλη μια φορά "με τις ανταύγειες του υψιδρόμου σέλαος". Παραθέτω ολόκληρο το μικρό κείμενο του:
Σε μια απαρατήρητη αλλά οξυδερκέστατη υποσημείωσή του ο Σεφέρης γράφει ότι το δόγμα του Παπαδιαμάντη έγινε «φύσις», τόσο που να τον μειώνει καίρια κανείς όταν το παραβλέπει (το δόγμα). Την επανέλαβε με ολόκληρο δοκίμιο εδώ και 50 χρόνια ο Λορεντζάτος, ωστόσο οι μειώσεις είναι αναρίθμητες. Δεν είναι άσχετες με την «φύσιν» του αυτές οι αράδες του Παπαδιαμάντη : «Ω, αι ώραι του λυκαυγούς!... Ιδού «αυτόμαται ήξαν πύλαι» ας έχον ώραι, πλην ας αφήσωμεν τους παλαιούς, και ας ψάλωμεν μετά του Κοσμά του θεσπεσίου: «Προσενωπίω σοι ώραι, υπεκλίθησαν, φως γαρ και προ ποδών υψίδρομον σέλας, Χριστέ...»» (226. 23-26). Παρέλκει εδώ η ερμηνεία της διάβασης από τον Ομηρο στον Κοσμά. Θέλω να πω μόνο ότι διαβάζω τον Παπαδιαμάντη αχώριστο από την «φύσιν» του, με όσες ανταύγειες του υψιδρόμου σέλαος αξιώνομαι και πάντοτε με σκηνικό την παπαδιαμαντική θάλασσα της Λίμνης Ευβοίας, απείκασμα του «άνω βυθού».
- Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης μας λέει για το πώς επιστρέφει συχνά στη ζωή σαν ηθογραφία του Σκιαθίτη: Με τον καιρό, βυθίστηκα στην πρόζα του, τη μουρμουριστή και εμμελή, ακολούθησα το βλέμμα του πάνω στους ανθρώπους, το βλέμμα του που χαϊδεύει εταστικά λοφίσκους και γραΐδια, τον τρόπο με τον οποίο ιχνογραφεί απαλά το κοινό και το κύριο, εισέπνευσα το ψυχικό άρωμα της ακατακρισίας, της συμπόνιας, της συχώρεσης, της αγάπης. Με τον καιρό, άρχισα να σκέφτομαι ότι ο Παπαδιαμάντης μάς έμαθε να βλέπουμε τον τόπο που ζούμε, τον τρόπο που ζούμε, ανθρώπους αντινομικούς, παλαιούς, παράφορους, αλλοπρόσαλλους, δαιμονισμένους και άγιους, σοφούς, ανθρώπους που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο.
- Ο νομικός Σπύρος Παπαδόπουλος βλέπει τον Παπαδιαμάντη σαν συχωριανό του.
- Ο ποιητής και μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης μας λέει απερίφραστα πώς "ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από τους νοηματοδότες της νεότερής μας ταυτότητας, ένας από τους στυλοβάτες της συλλογικής μας αυτοκατανόησης. Το έργο του μας συναρπάζει επειδή εικονογραφεί όσο λίγα τη σταθερότερη απ' τις σταθερές του νεοελληνικού βίου, τη μόνιμη διελκυστίνδα ανάμεσα στη Δύση και στη δική μας, καθ' ημάς, Ανατολή. Και ό,τι αυτή συνεπάγεται".
- Ο ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος μας προτρέπει ολόψυχα "Να ονειρευόμαστε την ουτοπία της κοινότητας. Μια ουτοπία που είναι πιο κοντά μας κι από την ίδια την πραγματικότητα. Μια ουτοπία που βρίσκεται γύρω μας, αν τη δούμε και την αγαπήσουμε εντός μας. Αυτή την κατ' εξοχήν αλήθεια ανέδειξε το χάρισμα του Παπαδιαμάντη κι αυτήν μας κατέλειπε η αγάπη του, ζωή ολοζώντανη, στο έργο του".
- Τέλος, ο μουσικός Μάνος Αχαλινωτόπουλος μας μιλάει για τον δικό του κυρ Αλέξανδρο που "είναι ο μάγος του ξεπεσμένου δερβίση, είναι εκείνος που μίλησε με τον πιο ποιητικό, μεταφυσικό και εν τέλει γιορταστικό τρόπο για τον ήχο, τη μουσική και την πνοή".

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

ΑΚΗΔΙΑ, ΟΚΝΗΡΙΑ, ΟΛΙΓΩΡΙΑ, ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ... ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ


Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης στο σημερινό άρθρο του Η ακηδία της πλειοψηφίας στην Καθημερινή, σημειώνει μεταξύ άλλων λίαν ευστόχως:

Οι Ελληνες ξυπνούν βίαια από το όνειρο της αιώνιας ευμάρειας· και ξυπνούν μέσα σε έναν εφιάλτη. Δεν πιστεύουν ότι «αυτό» τούς συμβαίνει. Οι αντιδράσεις ποικίλλουν: Αλλοι γυρνάνε απ’ το άλλο πλευρό και συνεχίζουν τον πρότερο ύπνο – κι ας μην ξυπνήσουν ποτέ. Αλλοι παγώνουν από τον φόβο και μένουν παγωμένοι μες στον εφιάλτη. Αλλοι μυκτηρίζουν όλους τους άλλους, εκτός από τους εαυτούς τους: το κράτος, τους δημόσιους υπάλληλους, το κακό ριζικό. Αλλοι αναχωρούν από τη στενόχωρη πραγματικότητα, την περιδιαβάζουν μα δεν την ακουμπούν. Αλλοι πνίγονται από θυμό, άλλοι πνίγονται από αδυναμία κατανόησης.

Τέτοιες αντιδράσεις, θυμικές, όρισαν την εκλογική συμπεριφορά, με προεξάρχουσα την ηχηρή, τη βροντώδη και δυσοίωνη αποχή. Αυτή την αποχή την ονομάζω πάγωμα, κατάθλιψη, αδράνεια, ακηδία. Ακηδία, αυτό προ πάντων: ψυχική και πνευματική νωθρότητα, οκνηρία, ολιγωρία, απουσία εγρήγορσης, αδιαφορία, αθυμία, ανορεξία. Σε αυτή την αμαρτία–ασθένεια έχουμε υποπέσει πλειοψηφικά, σε αυτήν έχουμε αφεθεί και βουλιάζουμε, στη νάρκη του εθισμένου και ανήμπορου, του αιφνιδιασμένου. Μέχρι στιγμής.

Και ο Παντελής Μπουκάλας στο άρθρο του Ο Κανένας σαν ηττημένος θριαμβευτής, καταλήγει:

Για χίλιους λόγους μπορεί να αποφασιστεί η άρνηση της κάλπης, η οποία προχθές σημείωσε νέο ρεκόρ. Η χρόνια απογοήτευση, η αγανάκτηση, οι ιδεολογικές πεποιθήσεις, η εναντίωση στις καιροσκοπικές επιλογές του κόμματος με το οποίο συνήθως συμπορεύεσαι, η επιθυμία αποδοκιμασίας ενός συστήματος που μοιάζει αθεράπευτα φθαρμένο (ή και διεφθαρμένο) αλλά και φθοροποιό, συγκαταλέγονται στους γεννήτορες της αποχής εκείνης που διατηρεί το πολιτικό της περιεχόμενο, διαφοροποιούμενη από την αποχή που υπαγορεύεται παλαιόθεν από τον ωχαδερφισμό, τη ραθυμία ή το κοινωνικό στάτους ορισμένων (προς τι να ψηφίσουν όσοι ούτως ή άλλως ηγεμονεύουν;). Τίποτα ωστόσο δεν νομιμοποιεί την εξιδανίκευση της αποχής – έστω κι αν εκείνο το «τον μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν» ηχεί όντως επιτάφιο.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Ο ΔΙΠΛΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ...


Μητροπολίτες και πολίτες
Tου Παντελή Μπουκάλα
Καθημερινή

Το δικαίωμα του πολίτη να έχει άποψη για τα κοινά και να την εκφράζει δημόσια επικαλείται συχνά πυκνά ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος. Υιοθετεί δηλαδή με τη σειρά του το επιχείρημα που έχουν διατυπώσει και άλλοι αξιωματούχοι της Εκκλησίας πριν από αυτόν. Καμία αντίρρηση. Μόνο που ένας ιερωμένος δεν είναι «μέσος» ή «απλός» πολίτης, όπως συνήθως τον ορίζουν τα μέσα επικοινωνίας και όπως θέλει να αυτοπαρουσιάζεται ο Θεσσαλονίκης, απροσδοκήτως μετριόφρων. Ακόμα και ο ταπεινότερος λευίτης εξακολουθεί να διασώζει, τουλάχιστον στους μη αστικούς χώρους, αρκετό από το σεβασμό με τον οποίο αντιμετωπίζονταν από παλιά οι ιερείς. Κι ο σεβασμός γίνεται δέος όταν το χριστεπώνυμο πλήρωμα έχει απέναντί του κάποιον βαθμοφόρο της ιεροσύνης, όποιος κι αν είναι ο βαρύς τίτλος του.

Δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της χριστιανικής θρησκείας ή της ελληνικής κοινωνίας αυτό. Οι θρησκείες γεννούν (ταυτόχρονα και αδιαχώριστα) την ελπίδα και τον φόβο στην ψυχή των πιστών τους. Κι αν κάθε κράτος διαθέτει στο εσωτερικό του το μονοπώλιο της «νόμιμης» (δηλαδή της αυτονομιμοποιούμενης) υλικής βίας, αυτές διαθέτουν το μονοπώλιο της μεταφυσικής και πνευματικής βίας, που συχνά λειτουργεί περισσότερο εκφοβιστικά απ’ οποιαδήποτε υλική.

Αλλο πολίτης, λοιπόν, άλλο μητροπολίτης. Ποιος απλός πολίτης άραγε έχει το πλεονέκτημα ή το προνόμιο του άμβωνα, που και μόνος του αρκεί για να δώσει στο κήρυγμα ένα βάρος που δεν το έχει και δεν το δικαιούται αφ’ εαυτού; Ποιος απλός πολίτης έχει στη διάθεσή του τακτική εκπομπή, κυριακάτικη, σε κρατικό κανάλι, για να μπορεί να κηρύσσει και από εκεί, συμπληρωματικά, απευθυνόμενος σε όσους δεν φρόντισαν να εκκλησιαστούν; Ποιος απλός πολίτης βρίσκει τις πόρτες και τα παράθυρα όλων των καναλιών ανοιχτά, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, για να παρεμβαίνει σε θέματα πολιτικά, από τη σκοπιά πάντοτε ενός ακραίου συντηρητισμού; Ούτε καν οι άλλοι (πλην του κ. Ανθιμου) μητροπολίτες δεν έχουν τόσα μέσα (ή Μέσα) στη διάθεσή τους, οπότε ποια δυνατότητα παρέμβασης να περιμένουμε από έναν μέσο πολίτη;

Οχι, δεν είναι ο άσημος και δίχως εξουσία τίτλος του απλού πολίτη αυτός που διεκδικεί ο μητροπολίτης Ανθιμος, γιατί σαν απλός πολίτης θα είχε κάθε δικαίωμα να κρίνει, αλλά θα όφειλε να αναγνωρίσει και σε όλους τους υπόλοιπους το δικαίωμα να τον κρίνουν. Στις φιλοδοξίες του ταιριάζει περισσότερο ο τίτλος του εθνάρχη. Γι’ αυτό και, χριστιανός άνθρωπος, αντί να ανέχεται την κριτική που του ασκείται, αναθεματίζει τους κριτές του, στέλνοντάς τους στο πυρ το εξώτερον. Κι επειδή αυτό είναι ολίγον μεταφυσικό και ακίνδυνο, ο πολιτευόμενος μητροπολίτης φροντίζει να κόβει εδώ, στην παρούσα ζωή, τα φτερά όσων δεν τον αποδέχονται διπλά εξουσιαστικό, με τα άμφια και το σκήπτρο του καισαροπαπισμού.
Πίνακας: L' opposition (1963), του Αντώνη Μαλλιαράκη
Related Posts with Thumbnails