Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λιγνάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λιγνάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟ "ΕΦΗΒΟ" ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ


Την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024 στον Πολυχώρο αίσθημα (Αθηνάς 30), παρουσιάστηκε το βιβλίο "Ο Έφηβος" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, το οποίο αποτελεί μια θεατρική μεταφορά του Γιάννη Λιγνάδη, βασισμένη σε διασκευή Τάσου Λιγνάδη (Εκδόσεις 24γράμματα). 
Κατά την παρουσίαση του βιβλίου μίλησαν οι: 
Δημήτρης Μπαλτάς, Δρ Φιλοσοφίας 
Σοφούλης Πανανός, Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΚΠΑ -Τμήμα Ρωσσικής Γλώσσας, Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών 
Παναγιώτης Ανδριόπουλος, Θεολόγος, Συγγραφέας 
Γιάννης Λιγνάδης, Δρ Θεατρολογίας, Συγγραφέας του βιβλίου. 
Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε η Έλενα Κορρέ, Θεατρολόγος, Ηθοποιός.
Χαιρετισμό στην εκδήλωση απηύθυνε ο εκδότης Γ. Δαμιανός. 


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο Έφηβος γράφτηκε το 1875 και συναρμόζει τέλεια ανάμεσα στους Δαιμονισμένους και τους Αδελφούς Καραμαζώφ. Δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά με την Άννα Καρένινα του Τολστόι, μάλιστα με τον ίδιο τρόπο: σε συνέχειες σε λογοτεχνικό περιοδικό. 
Ο Ντοστογιέφσκι έχει επιλέξει για ήρωά του έναν έφηβο, υπερτονίζοντας την ηλικία, σημαδεύοντας τον χρόνο. Όχι βέβαια τυχαία και αβασάνιστα. Είναι η ηλικία που οι άνθρωποι κάνουν ακόμη όνειρα, ανώριμοι αλλά αθώοι. Όπως χαρακτηριστικά λένε οι μελετητές του έργου του, είναι από τα πιο εξομολογητικά βιβλία του. 
Το αριστουργηματικό αυτό μυθιστόρημα, γεμάτο έξαρση και πάθος, συνδυάζει το τραγικό με το κωμικό. Συλλαμβάνει την πληθωρικότητα και τις απογοητεύσεις της εφηβείας, την ευδαιμονία και την κακοδαιμονία της, την αστάθεια και την εκρηκτικότητά της. 
Ο Χέρμαν Έσσε γράφει ότι τον συνεπήρε η γενική ατμόσφαιρα που υπάρχει στο βιβλίο, μια ατμόσφαιρα όπου εκφράστηκαν οι έγνοιες και τα προβλήματα μιας ολόκληρης γενιάς, ενός κόσμου που βασανίστηκε από σκοτεινούς εφιάλτες στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και του ονείρου. Πρόκειται, εν ολίγοις, για ένα απολύτως μοντέρνο έργο. Ως εκ τούτου πήρε τον δρόμο του προς το θέατρο. 
Ο Ντοστογιέφσκι δεν υπήρξε θεατρικός συγγραφέας, ούτε, νομίζω, φανταζόταν τα έργα του επί σκηνής. Κατήντησε, όμως, να στοιχειώνει το σύγχρονο θέατρο! Είναι πλέον αντικείμενο διατριβών ο «θεατρικός Ντοστογιέφσκι» τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Πώς θα μπορούσε να …ξεφύγει ο Έφηβος, ο οποίος και λόγω της θεματολογίας και της πλοκής του καθίσταται διαχρονικός; 
Ο εραστής του Ντοστογιέφσκι, ο μεγάλος δάσκαλος Τάσος Λιγνάδης, δεν μπορούσε παρά να καταθέσει την δική του συμβολή. Όχι ως φιλολογική ή δραματουργική άσκηση, αλλά ως υπαρξιακή ανάγκη.
Φέτος, συμπληρώνονται 35 χρόνια από τον θάνατο του Τάσου Λιγνάδη και 30 χρόνια από την παράσταση του «Εφήβου» του στο Εθνικό Θέατρο, με πρωταγωνιστή τον γιό του Δημήτρη. 
Ο Λέανδρος Πολενάκης, σε κριτικό του κείμενο στην «Αυγή» (10-4-1994) για το ανέβασμα του «Εφήβου» στο Εθνικό Θέατρο, έγραψε για την θεατρική προσαρμογή από τον Τάσο Λιγνάδη: 
«Ο Τάσος Λιγνάδης αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι η μυθιστορηματική πλοκή των έργων του Ντοστογιέφσκι ήταν μια ανάγκη εν χρόνω, κι ότι η ουσία τους ξεπερνά τη συγκεκριμένη μορφή κι ανοίγεται στον άπειρο χρόνο της ποίησης που είναι πάντα μια μορφή και ουσία μαζί, μορφή που πηγάζει από έναν καταυγάζοντα εσωτερικό πυρήνα κι όχι πεποικιλμένη πρόσοψη, κενή περιεχομένου. Ποίηση που γίνεται θέατρο μέσα από μια διαδικασία ομόκεντρου κύκλου. Γι’ αυτό ο Τάσος Λιγνάδης πέτυχε να διασκευάσει τον «Έφηβο» του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα σε θέατρο, χωρίς να προδώσει ούτε την μορφή ούτε την ουσία, την θεατρικότητα, το ύφος, το ήθος. Η διασκευή του «Εφήβου», πράγματι, τα περιλαμβάνει όλα: και την πλοκή και την δράση και τους χαρακτήρες με την εξέλιξή τους και τα επεισόδια και τις δραματικές συγκρούσεις. Τα συνθέτει δημιουργικά όλα και το αποτέλεσμα είναι άξιο». 
Νομίζω πως οι παραπάνω κρίσεις του Λέανδρου Πολενάκη ισχύουν στο ακέραιο και για την έκδοση του «Εφήβου» που παρουσιάζουμε σήμερα. Άλλωστε όπως ο ίδιος ο Γιάννης Λιγνάδης σημειώνει στον πρόλογο: «Η νέα θεατρική διασκευή του Εφήβου εν πολλοίς πατάει στα ίχνη της αρχικής, διαφοροποιείται όμως σημαντικά από εκείνη ως προς την γένει λογοτεχνική και δραματουργική αντίληψη και μορφή». 
Σωστά! Γιατί ο Γιάννης Βαρβέρης είχε επισημάνει σε κριτική του για την παράσταση του 1994: «Η διασκευή προσέρχεται στον Έφηβο με περισσότερη μέριμνα πιστότητας προς το μυθιστορηματικό κείμενο και τις ποικίλες διακλαδώσεις του και με εμφανώς λιγότερη προς το αίτημα της θεατρικής σύνθεσης. Έτσι το κέντρο του θεατρικού πια υλικού τείνει εν πορεία να μετατοπίζεται. Η πληρότητα και η αξιοπιστία την οποία ευαγγελίζεται η αγάπη του Λιγνάδη προς τον ποιητή και προς τις πρωτότυπες σελίδες του, φοβάμαι ότι στερούν το εγχείρημα από κεντρομόλα δραματική κρισιμότητα. Στις περιπτώσεις αυτές, η αυστηρότερη επιλογή σκηνών ή η αποφασιστικότερη επικέντρωση του διασκευαστή στην κεντρική ιδέα ή στο κεντρικό πρόσωπο, νομίζω ότι παρέχουν περισσότερα εχέγγυα επιτυχούς δραματουργικής ανασύνθεσης». 
Νομίζω ότι στο σημείο αυτό ο Γ. Βαρβέρης συμφωνεί με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, οικογενειακό φίλο των Λιγνάδηδων, ο οποίος είχε πει στον Γιάννη Λιγνάδη μετά το τέλος της πρεμιέρας της παράστασης του 1994 «βρε παιδί μου, ήθελε δουλειά το κείμενο, κόψιμο, μάζεμα…». Αυτό το έκανε ο Γιάννης Λιγνάδης στον Έφηβο που έχουμε στα χέρια μας. 
Σε κάθε περίπτωση και στο θεατρικό κείμενο του Γιάννη Λιγνάδη, όπως και στη βάση αυτού, δηλ. το κείμενο του Τάσου Λιγνάδη, η ποίηση είναι παρούσα! Μια θεατρική ποιητική που υπηρετεί την οντολογική ντοστογιεφσκική γραφή. Μια γραφή που είναι τόσο διαχρονική σαν μεταφυσική! 
Μέσα στον Έφηβο σπουδάζουμε: το τραύμα της παιδικής ηλικίας, την εφηβεία, την οικογένεια σε κρίση, την αντίθεση Δύσης και Ανατολής, την ρωσική πνευματικότητα που έχει ως αρχή και τέλος του πρόσωπο του Χριστού, το ζήτημα της ελευθερίας και το πρόβλημα του κακού. Όλα είναι εκεί! Γι’ αυτό και πολύ σωστά ο Δημήτρης Μπαλτάς στο κείμενό του «Η ανθρωπολογία στον Έφηβο του Ντοστογιέφσκι», που περιλαμβάνεται στο τέλος του βιβλίου, μας παραπέμπει στην γνώμη του ρουμάνου συγγραφέα Νικολάε Στάινχαρτ, ότι μπορεί ο Έφηβος να μην ανήκει στα αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι, αλλά σε αυτό έκρυψε ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς τον θησαυρό του! 
Και στον «Έφηβο» ο Χριστός είναι παρών σε διάφορες σκηνές του έργου. Είναι παρών ως ο ΩΝ, αλλά και ως σημείον αντιλεγόμενον. 
Στην τρίτη σκηνή της δεύτερης Πράξης ο Αρκάντι, ο Έφηβος, διηγείται: 
«Μια γιορτινή μέρα, μόλις μεταλάβαμε στην εκκλησία, με πήρε ο Λαμπέρ να πάμε να διασκεδάσουμε [Ο Λαμπέρ ένας άνθρωπος του υποκόσμου και εκβιαστής]. Θυμάμαι ότι περάσαμε από το Κουζνέτσκι, όπου αγοράσαμε ένα δίκαννο, έναν κυνηγετικό σάκο, φυσέκια, ένα μαστίγιο και εκατό δράμια καραμέλες. Στο δρόμο τρώγαμε τις καραμέλες και ο Λαμπέρ μου έλεγε ότι η Θεία Κοινωνία είναι σαχλαμάρες και ψέματα κι εγώ φοβόμουνα». 
Με αυτή την πολύ απλή αναφορά ο Ντοστογιέφσκι θέτει το ζήτημα του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας στον σύγχρονο κόσμο, όπου θα τίθεται σε αμφισβήτηση, ίσως και σε χλευασμό.
Στην τέταρτη σκηνή της τρίτης Πράξης, ο Αρκάντι λέει στην μητέρα του Σόνια: 
«Μητέρα, θυμάστε στο Λύκειο του Τουσάρ τότε που ήρθατε να με δείτε. Σας είχα πικράνει πολύ, λέγοντάς σας πως δεν πιστεύω στον Χριστό. Όμως έλεγα ψέματα. Ήμουν πάντοτε ψεύτης και εξυπνάκιας». 
Και η Σόνια του λέει: 
«Μα δεν το πίστεψα παιδί μου. Ο Χριστός, μικρέ μου Αρκάσα, σε έχει ήδη συγχωρέσει. Ο Χριστός είναι φίλος μας. Είναι το φως που λάμπει στο σκοτάδι και την παγωνιά. Έξω από Αυτόν τίποτα δεν υπάρχει. Το μηδέν μόνο». 
Και ο Αρκάντι λέει στον εαυτό του: «Κι όμως εγώ σήμερα πάνω σ’ αυτό το «μηδέν» θα ποντάρω».
Έτσι ο Ντοστογιέφσκι μας θέτει προ του Χριστού και του μηδενισμού. Ταυτόχρονα! Αλλά ενός Χριστού που συγχωρεί, που είναι φίλος και φως. Ως τέτοιος είναι απέναντι στο μηδέν. 
Στην πρώτη σκηνή της πέμπτης Πράξης η Σόνια, τέως υπηρέτρια και αστεφάνωτη γυναίκα του ξεπεσμένου ευγενή φεουδάρχη Αντρέι Πέτροβιτς Βερσίλωφ, ο οποίος νοσηλεύεται έπειτα από απόπειρα αυτοκτονίας, συνομιλεί με την Τατιάνα Παύλοβνα, συγγενή των Βερσίλωφ. 
Λέει η Τατιάνα Παύλοβνα στην Σόνια: 
«Άκου τώρα και κάτι να χαρείς: Είπε πως θέλει να μεταλάβει τη Μεγάλη Σαρακοστή». 
Σόνια: «Κύριε των Δυνάμεων! Ο Αντρέι έχει να μεταλάβει είκοσι χρόνια…». 
Τατιάνα: «Από τον προθάλαμο του Νοσοκομείου τον έχω ακούσει πού και πού να σιγοψέλνει: ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός. Και όταν πάω κοντά του, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν από χαρά. «Σήμερα διασκεδάζω Τατιάνα Παύλοβνα», λέει. «Τον αγαπώ τον Θεό, αλλά δεν είμαι ακόμη έτοιμος γι’ Αυτόν». 
Αυτή τη φορά η Θεία Ευχαριστία συνδέεται – όπως ακριβώς είναι - με την εσχατολογία, με τον ερχόμενο Νυμφίο της καρδιάς μας, τον οποίο δεν πιστεύουμε απλώς, αλλά Τον αγαπούμε και γι’ αυτόν Τον κοινωνούμε! 
Στο φινάλε του έργου, ο Μακάρ Ιβάνιτς Ντολγκορούκι, παλιός υπηρέτης στα κτήματα των Βερσίλωφ και νόμιμος σύζυγος της Σόνιας, μια φιγούρα αγιογραφίας, λέει στον έφηβο Αρκάντι πως μιαν αυγή σε ένα δάσος έβλεπε παντού «μια ανείπωτη ομορφιά. Έναν επίγειο παράδεισο. Όλα ήταν γαλήνια Το αεράκι ελαφρύ, το γρασίδι τρυφερό, γρασιδάκι του καλού Θεού! Ένα μωράκι μόλις είχε ξυπνήσει και κλαψούριζε στην αγκαλιά της μητέρας του… Για πρώτη φορά έκλεισα όλη τη θεϊκή ομορφιά μέσα μου. «Όλα εντός σου, Κύριε, κι εγώ, ο δούλος σου, εντός σου!». Τι πιο όμορφο από το θεϊκό μυστήριο!».
Και ο Αρκάντι, νιώθοντας δέος, λέει: «Τι πιο όμορφο από το θεϊκό μυστήριο!» Θα τα θυμάμαι αυτά τα λόγια όσο ζω, Μακάρ Ιβάνιτς. Θα τα κρατήσω πάντα μέσα μου». 
Στον Έφηβο του Γιάννη Λιγνάδη περιλαμβάνεται και ένα κείμενο του πατέρα του Τάσου, με τον τίτλο «Ντοστογιέφσκι: Συνοπτική πλοκή βίου και έργου – Η ζωή είναι ένα μυστήριο που πρέπει να εξηγήσω». 
Πρόκειται για ένα προλόγισμα του Τάσου Λιγνάδη στην παράσταση του "Ηλίθιου" (σε θεατρική διασκευή Μανώλη Σκουλούδη) στο Εθνικό Θέατρο, στις 30 Δεκεμβρίου 1987. 
Σ’ αυτό το κείμενο ο δάσκαλος Λιγνάδης τα λέει όλα με έναν πυκνό τρόπο. Αναδεικνύεται και μεγάλος θεολόγος, καθώς οι σχετικές παρατηρήσεις του στο Ντοστογιεφσκικό έργο είναι καταλυτικές! 
«Τι πιο όμορφο από το θεϊκό μυστήριο!», είπε ο Μακάρ Ιβάνιτς στον έφηβο Αρκάντι. «Η ζωή είναι ένα μυστήριο που πρέπει να εξηγήσω», έγραψε ο Ντοστογιέφσκι στον αδελφό του. 
Ξέρει ότι το Μυστήριο του Θεού «ού φέρει έρευναν». Αλλά διεισδύει σε αυτό καθώς προσπαθεί να εξηγήσει το μυστήριο της ζωής. 
Μάλιστα σε ένα παροξυσμό επιληπτικής κρίσης, που ως γνωστόν τον βασάνιζε, φώναξε: «Ο ουρανός κατέβηκε στη γη και μ’ έπνιξε. Πραγματικά άγγιξα τον Θεό και τον ένιωσα». 
Ο Ντοστογιέφσκι και στον Έφηβο μας αποκαλύπτει τι πάει να πει η μάχαιρα του πνεύματος, που λέει ο Απόστολος Παύλος. 
Ο Ντοστογιέφσκι είναι ένας μεγάλος τραγικός ποιητής! Γιατί, όπως λέει εύστοχα ο Τάσος Λιγνάδης, ως δημιουργός «καταδύθηκε στα σκοτεινά άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, σαν μια μεταφορική Κάθοδος τον Άδη που για την Ορθόδοξη Πίστη αποτελεί προϋπόθεση της Αναστάσεως». Έζησε το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και είναι τραγικός γιατί εμβαθύνει στο μυστήριό της.


Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

ΣΗΜΕΡΑ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "Ο ΕΦΗΒΟΣ" - ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΛΙΓΝΑΔΗ


Ο Έφηβος του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι 
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ του Γιάννη Λιγνάδη 
Βασισμένη σε διασκευή Τάσου Λιγνάδη 
Εκδόσεις 24γράμματα
Η παρουσίαση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί σήμερα Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024 στις 6 το απόγευμα, στον Πολυχώρο αίσθημα (Αθηνάς 30). 
Ομιλητές:
Δημήτρης Μπαλτάς, Δρ Φιλοσοφίας 
Σοφούλης Πανανός, Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΚΠΑ -Τμήμα Ρωσσικής Γλώσσας, Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών 
Παναγιώτης Ανδριόπουλος, Θεολόγος, Συγγραφέας 
Γιάννης Λιγνάδης, Δρ Θεατρολογίας, Συγγραφέας του βιβλίου. 
Αποσπάσματα θα διαβάσει η Έλενα Κορρέ, Θεατρολόγος, Ηθοποιός. 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

"Ο ΕΦΗΒΟΣ" ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ ΣΕ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΛΙΓΝΑΔΗ


Ο Έφηβος του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι 
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ του Γιάννη Λιγνάδη 
Βασισμένη σε διασκευή Τάσου Λιγνάδη 
Εκδόσεις 24γράμματα
Σκέφτηκα [...] να επανασυνθέσω το έργο σε νέα βάση, διατηρώντας μέρος του αρχικού δομικού σχεδίου και κάποια ουσιώδη συστατικά μέρη και επαναγράφοντάς το σε νέο γλωσσικό και υφολογικό κώδικα. Η νέα θεατρική διασκευή του "Εφήβου" εν πολλοίς πατάει στα ίχνη της αρχικής, διαφοροποιείται όμως σημαντικά από εκείνη ως προς την εν γένει λογοτεχνική και δραματουργική αντίληψη και μορφή. Φυσικά δεν είμαι σε θέση να κρίνω αν το θεατρικό κείμενο της ανά χείρας έκδοσης είναι ως προς τα κατά ποιόν βέλτιον της πρώτης γραφής, η οποία, όπως ειπώθηκε, δοκιμάστηκε και ευδοκίμησε θεατρικά πριν από τρεις δεκαετίες. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι αποτελεί προϊόν μιας διαφορετικής θεατρικής ανάγνωσης, ένα καινό δραματικό πλάσμα, συντεθέν «εκ της εμής χειρός», το οποίο ήλθε ετεροχρονισμένα να εκπληρώσει την επίμονη πατρική επιθυμία της επανασυγγραφής του πρώτου χαμένου "Εφήβου" (Δρ Γιάννης Λιγνάδης, απόσπασμα από το προλογικό σημείωμα για το θεατρικό κείμενο τού "Εφήβου"). 
Η παρουσίαση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024 στις 6 το απόγευμα, στον Πολυχώρο αίσθημα (Αθηνάς 30). 
Ομιλητές: 
Δημήτρης Μπαλτάς
Σοφούλης Πανανός
Παναγιώτης Ανδριόπουλος 
Γιάννης Λιγνάδης 
Αποσπάσματα του έργου θα διαβάσει η Έλενα Κορρέ. 


Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΛΙΓΝΑΔΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ο Νίκος Γκάτσος απέδρασε στ’ άστρα σαν σήμερα, στις 12 Μαΐου 1992. Πριν 28 χρόνια...
Φυσικά είναι αεί παρών στη ζωή μας μέσα από την ποίησή του και για τους πολλούς μέσα από τους στίχους που έγραψε για τραγούδια – σταθμούς του νεοελληνικού μας βίου.
Πάντα τέτοια μέρα σκέπτομαι το βιβλίο – ευαγγέλιο που έγραψε για τον Γκάτσο ο αείμνηστος κράτιστος φιλόλογος, ιστορικός και κριτικός Τάσος Λιγνάδης (1926 -1989): «Διπλή επίσκεψη σε μια ηλικία και σ’ έναν ποιητή – Ένα βιβλίο για τον Νίκο Γκάτσο», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1983.
Όποιος έχει διαβάσει ή μέλλει να διαβάσει την «Αμοργό» του Γκάτσου, θα πρέπει να διαβάσει και την «ξενάγηση» του Λιγνάδη στο σημαντικό αυτό ποίημα του 20ού αιώνα. Και τον συνακόλουθο σχολιασμό. Για να δει πώς ο Γκάτσος μετασχηματίζει τον απίθανο πλούτο της ελληνικής παράδοσης σε ένα μοντέρνο υπερρεαλιστικό ποίημα.
Ο Τάσος Λιγνάδης θεώρησε την «Αμοργό» ως «πρότυπο, υπόδειγμα, μοντέλο, το οποίο επετέλεσε κατά τρόπο ραγδαίο τον προορισμό του αμέσως από τη χρονιά που βγήκε».
Και έγραψε εύστοχα ο Λιγνάδης για την «Αμοργό»: "Ο τίτλος είναι αιγαιοπελαγίτικος. Δηλώνει μεταφορικά την ιθαγένεια ενός τοπίου, το οποίο κινηματογραφεί σε μια εκδοχή ονείρου η πλανητική ματιά του Ποιητή. Είναι ευνόητο φαντάζομαι ότι δεν πρέπει να ζητούμε γεωγραφία στην Αμοργό[Η λέξη από το ρήμα αμέργω, σημαίνει  εκείνο που στραγγίζει, που συνθλίβει, που αποστάζει]. Στο ποίημα αυτό η θάλασσα, τα δέντρα, τα βουνά, ο ουρανός, δεν είναι αντίτυπα γεωγραφικά ενός χώρου. Είναι στραγγιγμένα, αποσταγμένα τοπία ψυχής. Και η Αμοργός δεν είναι νησί. Είναι μια κατάσταση του πνεύματος" (σ. 91-92).
Ναι, είναι μια κατάσταση πνεύματος! Γι’ αυτό και ο Γκάτσος δεν πήγε ποτέ στην Αμοργό! Την έφερε μέσα του.


Γι’ αυτό ο Λιγνάδης λέει πάλι: «...αυτό το φαινομενικά φυσιοκρατικό ποίημα επαληθεύει τη θέση του Paul Eluard ότι «τα φαινόμενα της φύσης είναι φαινόμενα του πνεύματος συνάμα». Εκείνο που είναι πραγματικό στην Αμοργό είναι μόνο η ποίηση. Και κατά τον μυστικό λόγο του Novalis «η Ποίηση είναι το απολύτως πραγματικό».
Στο βιβλίο του για τον Γκάτσο ο Λιγνάδης αναφέρεται και σε άλλα έργα του ποιητή. Για παράδειγμα σχολιάζει «Το τραγούδι του παλιού καιρού» το οποίο ο Γκάτσος αφιερώνει στον Γιώργο Σεφέρη.
Όπως λέει ο Λιγνάδης "είναι ένα λυρικό αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη. Έχει διατυπωθεί σε έμμετρο λόγο με ομοιοκαταληξία. Γι’ αυτό και του “παλιού καιρού”, για να δηλώσει την παραδοσιακή μορφή του. Το περιεχόμενό του είναι σαφές, μιας και λειτουργεί μέσ’ από σήματα που προτιμούν να μιλήσουν με το ανακάλεσμα της σεφερικής μνήμης, χρησιμοποιώντας συνοψισμένα σύμβολα και όχι το αφηρημένο και το κρυπτικό της συνεκδοχικής μεταφοράς… Το ποίημα φτιάχνεται με υπαινιγμούς, αναφορές, μεταμφιέσεις, αναγνωρίσιμου σεφερικού υλικού…".
Επίσης, ο Λιγνάδης αναφέρεται και στο ποίημα του Γκάτσου «Ο ιππότης κι ο θάνατος» - που συνοδεύει την «Αμοργό» - το οποίο μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις και το ενέταξε στον σπουδαίο δίσκο του «Τα παράλογα».
Κι ακόμα έχει ένα κείμενο για το «Ελεγείο», ένα τραγούδι επιτύμβιο, που κλείνει την «Αμοργό» της έκδοσης του 1969, επίμετρο με κείμενο για τις μεταφράσεις του Νίκου Γκάτσου σπουδαίων θεατρικών έργων του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, μια προσωπική ανθολογία τραγουδιών, βιβλιογραφία και πολύτιμο ευρετήριο.
Νομίζω πως αυτό το βιβλίο του Λιγνάδη για τον Γκάτσο, συστηματικό μα όχι στυγνά ακαδημαϊκό, παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα.

Ο Τάσος Λιγνάδης 

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Ο ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΟΡΣ

Προμηθέας Δεσμώτης, 1979 - Αρχείο Εθνικού Θεάτρου


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την θρυλική παράσταση «Προμηθεύς Δεσμώτης» του Αισχύλου, που ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στις 4 και 5 Αυγούστου 1979. 
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο «Προμηθεύς Δεσμώτης» του 1979 έκανε διεθνή περιοδεία, καθώς μέσα σε τρία χρόνια (1979-1981) παρουσιάστηκε στις εξής χώρες: Κροατία (Ντουμπρόβνικ), Ιαπωνία (Τόκυο, Οζάκα, Κυότο), Κίνα (Πεκίνο, Σαγκάη, Ναγκίν), Ρωσία (Μόσχα), Γαλλία (Παρίσι), Βέλγιο (Βρυξέλλες). 
Οι συντελεστές της παράστασης ένας κι ένας! 
Μετάφραση: Τάσος Ρούσσος 
Σκηνοθεσία: Αλέξης Μινωτής 
Σκηνογραφία – Ενδυματολόγος: Βασίλης Φωτόπουλος 
Συνθέτης: Γιώργος Κουρουπός 
Χορογράφος: Μαρία Χορς 
Μουσική διδασκαλία: Έλλη Νικολαϊδου 
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Μεσσάλας 
Στον ρόλο του Προμηθέα ο Αλέξης Μινωτής και στους υπόλοιπους μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών (Θόδωρος Μορίδης, Ελένη Χατζηαργύρη, Στέλιος Βόκοβιτς, Βασίλης Κανάκης, Νικήτας Τσακίρογλου κ.α.). 
Με αφορμή αυτή την παράσταση – σταθμό, θα προσεγγίσουμε, στο παρακάτω κείμενό μας, την μοναδική δουλειά που έκανε η χορογράφος Μαρία Χορς στον Αισχύλο και στο αρχαίο δράμα γενικότερα. Ουσιαστικά πρόκειται για νύξεις προς περαιτέρω έρευνα και μελέτη. 

Προμηθέας Δεσμώτης, 1963 στην Επίδαυρο.
Η Μαρία Χορς με τους: Αλέξη Μινωτή, Ελένη Χατζηαργύρη, Γιάννη Χρήστου, Ανδρέα Παρίδη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 
Η χορογράφος Μαρία Παναγιωτοπούλου – Χορς (1921-2015) θεωρείται μια από τις κορυφαίες μορφές της παράδοσης των χορικών της αρχαίας τραγωδίας στη σύγχρονη ελληνική σκηνή.
Σπούδασε στο τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα παρακολούθησε μαθήματα χορού στη Σχολή Γυμναστικής και Ρυθμικής της Κούλας Πράτσικα (1899-1984). Ως μέλος της ομάδας χορού της Σχολής Πράτσικα για πολλά χρόνια, η Μαρία Χόρς έλαβε μέρος στις περισσότερες από τις παραστάσεις της ομάδας από το 1938. Το 1940 λόγω του Β’ Παγκοσμίου πολέμου διακόπτεται η λειτουργία της σχολής και απ’ το 1943 επαναλειτουργεί ένας μικρός πυρήνας ως το 1955 στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Μετά την αποφοίτησή της από την Σχολή, η Χορς παρακολούθησε μαθήματα χορού στη Γαλλία με πολύ σημαντικούς χορογράφους: Harald Kreuzberg, Rosalia Chladek, Anna Sokolow, Mary Wigman κ.α. 
Το 1950 ίδρυσε το τμήμα Ρυθμικής στο Λύκειο Ελληνίδων στο οποίο δίδαξε επί σειρά ετών και επιμελήθηκε τη χορογραφία παραστάσεών του σε διάφορα θέατρα. Από το 1964 και για 42 χρόνια δίδαξε εκφραστική κίνηση, χορό και αυτοσχεδιασμό στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Για δέκα χρόνια δίδαξε και στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Έχει, επίσης, διδάξει στην Σχολή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στο “Εργαστήριο Υποκριτικής Τέχνης” του Αμφι-Θεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου. Η πρώτη επαγγελματική δουλειά της στο αρχαίο δράμα έγινε το 1956 (χορικά για την Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Αλέξη Δαμιανού) και το 1958 εγκαινίασε τη μακρά συνεργασία της με τον Αλέξη Μινωτή και το Εθνικό Θέατρο. Με το Εθνικό Θέατρο χορογράφησε πολλά θεατρικά είδη και όλες σχεδόν τις τραγωδίες, πολλές απ’ αυτές δύο και τρεις φορές σε διαφορετικές εκδοχές και με άλλους συνεργάτες. Η εργασία της αυτή αριθμεί περισσότερες από 50 παραγωγές αρχαίων τραγωδιών, αλλά και αρκετά έργα πρόζας. Οι τραγωδίες ανέβηκαν στην Επίδαυρο και σε άλλα αρχαία θέατρα στην Ελλάδα, και περιόδευσαν σε Ευρώπη, Αμερική, Καναδά, Κίνα, Ρωσία και Ιαπωνία. 
Συνεργάστηκε, επίσης, με το Εμπειρικό Θέατρο του Αλέξη Μινωτή και της Κατίνας Παξινού, το Αρχαίο Αττικό Θέατρο του Αλέξη Δαμιανού, το Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, το Θέατρο Ουτοπία, την Εθνική Λυρική Σκηνή και την Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης. 
Από τις εργασίες της στο εξωτερικό ξεχωρίζουν τρεις: Το 1961 υπέγραψε τα χορικά της Μήδειας του Κερουμπίνι, που ανέβηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου και στη συνέχεια στη Σκάλα του Μιλάνου, με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά - κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Το 1963 χορογράφησε τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή στο Φεστιβάλ του Θεάτρου Vicenza του Palladio, (σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή) και το 1964 επιμελήθηκε τα χορικά της Μήδειας του Ευριπίδη που ανέβηκε στο ίδιο θέατρο με ιταλικό θίασο, σε διδασκαλία Κατίνας Παξινού. 
Εκτός από το αρχαίο δράμα η Χορς επιμελήθηκε χορογραφικά πολλά έργα σημαντικών συγγραφέων του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου, που παρουσιάστηκαν από το Εθνικό Θέατρο. Μιλάμε για μία δουλειά από το 1956 έως το 1993. 
Σταθμός στην πορεία της το γεγονός ότι χορογράφησε επί 42 χρόνια (1964-2006), τις Τελετές Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Στη μακρόχρονη σταδιοδρομία της συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους σημαντικούς καλλιτέχνες της σκηνής (σκηνοθέτες, ενδυματολόγους, σκηνογράφους, συνθέτες).

Προμηθέας Δεσμώτης, 1979 - Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΧΟΡΣ ΣΤΟΝ ΑΙΣΧΥΛΟ 
Αισχύλος: ο πρώτος από τους τρεις μεγαλύτερους τραγικούς ποιητές, όπου ο χορός κατέχει μεγαλύτερο ρόλο σε σχέση με τον πιο περιορισμένο ρόλο του στα έργα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Την εποχή του Αισχύλου, η τραγωδία παριστάνεται από έναν υποκριτή και τον Χορό, που συγκροτείται από δώδεκα μέλη. Γι’ αυτό στις πρώιμες αισχυλικές τραγωδίες, όπως τους Πέρσες, ο ηθοποιός συχνά διαλέγεται απευθείας με τον Χορό. Ο ίδιος ο ποιητής, προσθέτει δεύτερο υποκριτή. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται ο λόγος, αυξάνονται τα διαλογικά μέρη και μειώνονται σταδιακά τα χορικά. Στους Πέρσες, για παράδειγμα, ο Χορός έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκτεταμένη συμμετοχή του Χορού και στις «Ικέτιδες», όπου ο Χορός είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής, κυριολεκτικά στο προσκήνιο. 
Η Χορς χορογράφησε τις εξής τραγωδίες του Αισχύλου για το Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή): Προμηθεύς δεσμώτης (1963), Ορέστεια: Αγαμέμνων (1965), Αγαμέμνων (1966), Ορέστεια: Αγαμέμνων (1967), Πέρσαι (1971), Προμηθεύς δεσμώτης (1974), Ικέτιδες (1977, 1978), Προμηθεύς δεσμώτης (1979). 
Επίσης, η Μ. Χορς χορογράφησε τους Πέρσες για το "Εμπειρικό Θέατρο" Αλέξη Μινωτή (1984), και για το "Αμφι-Θέατρο" του Σπύρου Ευαγγελάτου τις Αισχύλειες τραγωδίες: Ευμενίδες (Επίδαυρος 1986), Χοηφόροι (Επίδαυρος 1987) και Ορέστεια (1990). 
Ακόμα κι όταν μία τραγωδία ανέβαινε σε άλλη σκηνοθεσία, η Χορς φαίνεται πως έκανε μια καινούργια χορογραφία, προσαρμοζόμενη στα νέα δεδομένα (σκηνοθεσία, μουσική). 
Για παράδειγμα, ο Τάσος Λιγνάδης στην κριτική που έκανε για τους «Πέρσες» του Αλέξη Μινωτή (1984), έγραψε για τον χορό και την δουλειά της Μ. Χορς: 
«…Ο Χορός στους Πέρσες είναι ένα πρόβλημα. Ο Αισχύλος και στον Χορό αλλά και στα επεισόδια (με τον κινητικότατο τροχαίο) δείχνει ότι απαιτεί μια ιδιάζουσα παραστατική κίνηση στα κορμιά. Στην παράσταση που είδαμε ήταν σαφής η αντιδικία ανάμεσα στο μέλος της παράστασης και στη χορογραφία της κ. Μ. Χορς. Ο κ. Θ. Αντωνίου συνέθεσε μια μουσική πραγματεία, που, παρά την κατάρα της μαγνητοφωνημένης εγγραφής, ταίριαζε με τη σκηνοθετική αντίληψη του υπερβατικού κόσμου της τραγωδίας. Προϋπόθετε όμως έναν Χορό πιο στατικό απ’ ό,τι προβλέπει το κείμενο. Έτσι, η χορογράφος αναγκάσθηκε να μειώσει τον ορχηστικό χαρακτήρα του περσικού θρόνου και να τονίσει περισσότερο τον κινησιογραφικό. Αποτέλεσμα; Χάθηκε σε πολλά σημεία το τραγούδι (παρά την έμπειρη διδασκαλία της κ. Έλλης Νικολαϊδη) και η «εκμαίευση» του φάσματος του Δαρείου από τον τάφο, αντί να δώσει οργιαστικό τόνο, φλυάρησε σε ενδεικτικές χειρονομίες. Αυτό ήταν μια ένδεια της παράστασης.» [ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ (Η Καθημερινή, 26 Αυγούστου 1984), σε: Τάσος Λιγνάδης, Κριτικές θεάτρου, Αρχαίο Δράμα (1975-1989). Αθήνα 2013, σ. 319]. 
Ο ηθοποιός Μάνος Βακούσης που συνεργάστηκε στην παράσταση των Περσών με το Εμπειρικό Θέατρο Μινωτή – Παξινού, κρατάει έντονα στη μνήμη του τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε η Μαρία Χορς τον Χορό. 
«…Αυτό που την χαρακτήριζε στη δουλειά της ήταν η μαθητεία ταυτόχρονα με τη γνώση. Η γνώση γύρω από τα πρόσωπα που ήθελε να ζωντανέψει και η μαθητεία γύρω από την ανίχνευση του καθενός από εμάς που καλούμασταν να τα ενσαρκώσουμε. Δεν υπήρχε μάζα στο Χορό, η συμπεριφορά της απέναντι στα πρόσωπα ήταν ατομική. Από τη στιγμή που μαζί με τον Μινωτή είχαν ήδη προεπιλέξει τα πρόσωπα, αυτά αποτελούσαν πια μονάδες και όχι μάζα. Έτσι το τρόπος που έκανε την προσέγγιση στον κάθε έναν από εμάς ήταν μαζί μοναδικός και μοναχικός. Στην πορεία ο ένας θα συναντούσε τον άλλο στη δημιουργία ενός «σώματος», του Χορού της τραγωδίας. Δεν έφερνε ποτέ κάτι έτοιμο. Όλα προέκυπταν μέσα από ατέλειωτες κουβέντες, αναζητήσεις, αυτοσχεδιασμούς. Την ενδιέφερε να εντοπίσουμε τις ψυχικές μας ενέργειες και όχι την εξωτερική κίνηση» (Μαρία Χορς, στον Τόμο Χορός και Θέατρο, επιμέλεια: Ελένη Φεσσά – Εμμανουήλ, σ. 494).

Προμηθέας Δεσμώτης, 1979. Αλέξης Μινωτής και Χορός - Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

ΧΟΡΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ 
Ο τρόπος προσέγγισης που διάλεξε η χορογράφος για την κινησιολογική του σύνθεση και δημιουργία ήταν αρκετά καινοτόμος για την εποχή εκείνη. Στις χορογραφίες της ο χορός βιώνει το χώρο και αλληλεπιδρά άμεσα με την όλη εξέλιξη του δράματος δημιουργώντας ατομικά και όχι πάντοτε ως ομάδα μια ιδιαίτερη και προσωπική αντίληψη της κίνησης. Οι ρυθμοί και οι κινήσεις του δεν υπάγονται σε μια προκαθορισμένη εξωτερική νόρμα, αλλά εξαρτώνται από τη συγκίνηση και την εσωτερική ανάγκη του καλλιτέχνη. Ο τρόπος σύνθεσης της χορογράφου έρχεται σε συμφωνία με πολλές από τις αρχές και τις θεωρίες της Mary Wigman. Έτσι λοιπόν η άποψη της χορογράφου για τη χορογραφία του χορού στην αρχαία τραγωδία είναι ότι δεν πρέπει να δημιουργείται κάποια σύνθεση κωδικοποιημένων κινήσεων, αλλά οι μορφές και οι κινήσεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να βγαίνουν βιωματικά από τις καθημερινές ιδιαίτερες για τον καθένα κινήσεις ή χειρονομίες, στα πάθη του, τον πανικό, την οργή ή τη χαρά του. Με βάση αυτό το ζωντανό υλικό μπορεί να αρχίσει η εργασία της αισθητικής οργάνωσης, της απαλλαγής από ότι περιττό, της ενοποίησης με βάση τα κριτήρια της χορογράφου, κάτι που θα προσδώσει στην κίνηση αξία και εκφραστική δύναμη. Ο/Η καλλιτέχνης κατέχεται από τις κινήσεις της ζωής της εποχής του και εκφράζει τη συμβολική τους εικόνα, και με αυτόν τον τρόπο η χορογραφία για το χορό προσδίδει στο σύνολο του έργου διαχρονικότητα. (βλ. Σοφία Παπαδοπούλου, Μ. Χορς, Άνθρωπος με μεγάλο πάθος και αγάπη για το χορό σε http://www.presspublica.gr/m-m-xors-anthropos-me-megalo-pathos-kai-agapi-gia-to-oro/).
Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η Μαρία Χορς είχε δασκάλα την Κούλα Πράτσικα, η οποία συμμετείχε στις Δελφικές Γιορτές που διοργάνωσε το ζεύγος Σικελιανού. Επηρεάζεται, λοιπόν, σίγουρα από τον τρόπο της Εύας Πάλμερ – Σικελιανού, αφού «η χορογραφία σε παραστάσεις αρχαίου δράματος του 20ού αιώνα αρχίζει ουσιαστικά με την Εύα Palmer – Σικελιανού… Η πρωτοποριακή ανάδειξη του άδοντος και ορχούμενου Χορού σε πρωταγωνιστή της σκηνικής παρουσίασης του αρχαίου δράματος έγινε στο πλαίσιο των δύο Δελφικών Εορτών – του 1927 και του 1930…» (Βλ. Φεσσά Ε., Η χορογραφία στο Αρχαίο Δράμα – Η προσφορά της Εύας Palmer – Σικελιανού, περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχ. 93, σ. 23-30). 
Άρα, θα πρέπει να μελετηθούν κάποια στιγμή σοβαρά: 
- Ο τρόπος που εργάστηκε η Μ. Χορς στις τραγωδίες του Αισχύλου. 
- Οι διαφορετικές χορογραφικές προσεγγίσεις της ίδιας τραγωδίας του Αισχύλου. Χορογράφησε τρεις φορές τον Προμηθέα Δεσμώτη για διαφορετικές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου (1963, 1974, 1979). 
- Η σχέση της χορογραφίας της Μ. Χορς με την μουσική του συνθέτη της κάθε παράστασης, με δεδομένο ότι συνεργάστηκε για τις τραγωδίες του Αισχύλου με έξι συνθέτες, οι οποίοι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις για την μουσική στην Αρχαία Τραγωδία. Πρόκειται για τους συνθέτες: Γιάννη Χρήστου (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1963 – Ορέστεια: Αγαμέμνων, 1965), Στέφανο Βασιλειάδη (Πέρσες 1971), Μιχάλη Αδάμη (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1974), Μίκη Θεοδωράκη (Ικέτιδες, 1977 – Ευμενίδες, 1986 – Χοηφόροι 1987), Γιώργο Κουρουπό (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1979), Θόδωρο Αντωνίου (Πέρσες, 1984). 
Μνημονεύουμε την Μαρία Χορς νυν και αεί! Ως την πρωτοπόρο και μοναδική χορογράφο στο Αρχαίο Δράμα και όχι μόνο…

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Παρακολούθησα στο Θέατρο Τέχνης την παράσταση “Θουκυδίδης Δραματικός: Πόλεμος, Βίαιος Διδάσκαλος”, που ήταν καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του προγράμματος “Thucydides Dramaticus: The Theater of War” που διοργάνωσε το Hellenic Education & Research Center (HERC), με την αποκλειστική υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. 
Η παράσταση ήταν μια όντως πρωτότυπη δραματοποιημένη απόδοση αποσπασμάτων της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη. 
Το κείμενο – δραματουργία του φιλολόγου Γιάννη Λιγνάδη ήταν μια έντεχνη συρραφή ιστορικών γεγονότων ανθολογημένων από τα πέντε πρώτα βιβλία της Ιστορίας του Θουκυδίδη. Εύστοχη, πραγματικά, η επιλογή – ενδεικτική της Θουκυδίδειας γραφής και ιστορικής αντίληψης – αλλά σπουδαία και η μετάφραση. Ρέουσα και σε ορισμένα σημεία έως ποιητική. Ευτυχώς η δουλειά του Γιάννη Λιγνάδη αποτυπώθηκε σε μία έκδοση από το Μορφωτικό και Ερευνητικό Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού. Εκεί υπάρχουν και κείμενα που δεν χρησιμοποιήθηκαν στην παράσταση. 


Το προσαρμοσμένο θεατρικά κείμενο απέδωσαν εξαιρετικά σπουδαστές και απόφοιτοι Δραματικών Σχολών και Κλασικών Γραμμάτων από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις ΗΠΑ, σε θεατρική διδασκαλία Δημήτρη Λιγνάδη και με την σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Παναγόπουλου. Μια ματιά που ανέδειξε τον λόγο, στην απόλυτη υπηρεσία του οποίου ετέθησαν και τα όποια σκηνοθετικά ευρήματα. 
Εξαιρετικές και οι μουσικές επιλογές - οργανικά δεμένες με τις επιμέρους σκηνές - συνέβαλαν στην θεατρική και συναισθηματική ατμόσφαιρα. 
Οι νέοι σπουδαστές – ηθοποιοί μας συνεπήραν με την ορμή της νιότης τους, αλλά και το πάθος τους για το κείμενο, το οποίο φαίνεται πως τους συνείχε! Σημειώνω ιδιαίτερα την παρουσία της νεαρής Τουρκάλας, η οποία και με εκφραστικό τρόπο, μετά τον μονόλογό της στα τουρκικά, τραγούδησε στα ελληνικά το «Νανούρισμα» του Νίκου Κυπουργού («Βλεφαρό μου…»). 
Με το τέλος της παράστασης μου ήρθε στο μυαλό ο αείμνηστος Τάσος Λιγνάδης, ο οποίος σε μια επιφυλλίδα του μας παρέπεμπε στον μεγάλο ιστορικό. Έγραφε: «Στον Θουκυδίδη υπάρχει μια διαπίστωση: Η αιδώς σωφροσύνης πλείστον μετέχει, αισχύνης δε ευψυχία. Αλήθεια! Είναι λοιπόν άξιος μονάχα περιφρόνησης, ο άφρων, που προσβάλλει το δικό του πρόσωπο, καταργώντας την προστατευτική του κύρους του λειτουργία του αυτοσεβασμού και γίνεται αναίσχυντος, αποδεικνύοντας την φύση της ψυχής του, δηλαδή την ολιγοψυχία και την ανανδρία. Η ΑΙΔΩΣ και η ΔΙΚΗ ως ελλείψεις, χαρακτηρίζουν το άθλιο ήθος μιας ζωής και συνθέτουν μια πρακτική νοοτροπία συμβιώσεως, που δεν απέχει από την δολιότητα, την συκοφαντία και την εξαπάτηση.» («Καταρρέω», Αθήνα 1989). 
Μα για τις μέρες μας μιλάει; Σκέφτομαι… 
Αλλά και ο «Πόλεμος, Βίας Διδάσκαλος» της παράστασης, μου θύμιζε συνεχώς τον πόλεμο στην Συρία και τις δραματικές επιπτώσεις του στην περιοχή αλλά και σε όλο τον πλανήτη. 
«Καὶ ἐπέπεσε πολλὰ καὶ χαλεπὰ κατὰ στάσιν ταῖς πόλεσι, γιγνόμενα μὲν καὶ αἰεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ …ἐν μὲν γὰρ εἰρήνῃ καὶ ἀγαθοῖς πράγμασιν αἵ τε πόλεις καὶ οἱ ἰδιῶται ἀμείνους τὰς γνώμας ἔχουσι διὰ τὸ μὴ ἐς ἀκουσίους ἀνάγκας πίπτειν• ὁ δὲ πόλεμος ὑφελὼν τὴν εὐπορίαν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίαιος διδάσκαλος καὶ πρὸς τὰ παρόντα τὰς ὀργὰς τῶν πολλῶν ὁμοιοῖ.»
Θουκυδίδης, Γ’ 82

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Ο ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟΥΣ "ΠΕΡΣΕΣ" ΤΟΥ ΚΘΒΕ ΤΟ 1978


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Με αφορμή μια εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Λιγνάδη "Κριτικές θεάτρου - Αρχαίο δράμα (1975-1989)", Αθήνα, 2013, 563 σελ.(+ ευρετήρια προσώπων, θεατρικών έργων, θεατρικών οργανισμών), που κυκλοφορήθηκε από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, είχα γράψει τα δέοντα στην Ιδιωτική Οδό
Επαναλαμβάνω ότι τον Τάσο Λιγνάδη τον θεωρώ Διδάσκαλο του Γένους και προσωπικά του χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη, διότι μ' αυτόν μεγάλωσα κι ας μη το ξέρει. Διάβαζα φανατικά τις θεατρικές κριτικές του, ρούφαγα τα πονήματά του για τον Ελύτη, τον Γκάτσο, το Αρχαίο Θέατρο και το Ευρωπαϊκό, τον Λόρκα, τον Χουρμούζη. 
Τώρα διαβάζω σαν προσευχή τις κριτικές για το Αρχαίο Δράμα και θαυμάζω πραγματικά την σπάνια διεισδυτική ματιά του και την ακρίβεια της κριτικής του πένας. 
Οφείλουμε χάριτας στην επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καίτη Διαμαντάκου-Αγάθου, τόσο για την επιμέλεια του τόμου αυτού, όσο και για την κατατοπιστικότατη εκτενή εισαγωγή. 
Θα επανέρχομαι κατά διαστήματα σ’ αυτές τις κριτικές. Για τώρα στέκομαι σε μια απ’ αυτές που παρουσιάζει και μουσικολογικό (!) ενδιαφέρον. 
Στην κριτική του για τους Πέρσες του Αισχύλου από το Κ.Θ.Β.Ε. στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 1978 (η κριτική δημοσιεύτηκε στα Επίκαιρα στις 24 Αυγούστου 1978), ο Λιγνάδης προβαίνει σε καίριες παρατηρήσεις σχετικά με την μουσική της παράστασης που έγραψε ο συνθέτης Χριστόδουλος Χάλαρης. Διατυπώνει, όμως, και σημαντικές θέσεις γύρω από την ...ακανθώδη –για τους μουσικολόγους, τουλάχιστον –σχέση βυζαντινού μέλους και ανατολικής μουσικής. 
Παραθέτω στη συνέχεια το σχετικό απόσπασμα (σ. 123) χωρίς να το σχολιάσω περαιτέρω. Ο νοών νοείτω. 

"Ο κ. Χρ. Χάλαρης μας έδωσε με «αρετήν και τόλμην» τη μουσική διάσταση του έργου. Εγκλιμάτισε την παράσταση με την υποβλητικότητα του ριζικού μας «σκοτεινού» ήχου, αξιοποιώντας την περιουσία του βυζαντινού μέλους και του δημοτικού τραγουδιού. Με την επισεσυρμένη φωνή, τον μελισμένο τόνο της εκκλησιαστικής εκφοράς του ιερού αισχυλικού λόγου ή με την κορυβαντική μανία, που «ανατόλιζε» σε ορχηστική και φωνητική έξαρση (υπαινιγμός δερβισικής αντιστοιχίας), η μουσική μας πυροδότησε με μια αίσθηση ιθαγένειας στην ευρασιατική της αντίληψη. Σωστά! Η ελληνική θρέψη φανέρωνε πάντα την ανατολική τροφή. Γι’ αυτό ο «ανατολισμός» στην Τέχνη, η πρόταση δηλαδή να αποδοθεί το εξωτερικό στοιχείο της «βάρβαρης» Χώρας μεσ’από την ελληνική λαϊκή αίσθηση με τα αφομοιωμένα ασιατικά δάνειά της, είναι και θεμιτή και φυσιολογική, γιατί αναφέρεται σε μια πανάρχαιη δοσοληψία. Ο «ανατολισμός» του αισχυλικού μέλους δεν θα ήταν κάτι διαφορετικό. 
Ένας όμως σοβαρός ενδοιασμός εγείρεται ως προς την ψαλμική εκφορά ορισμένων μερών του χορικού λόγου, που οπωσδήποτε ξένισε ή προξένησε σύγχυση. Και δικαιολογημένα. Η σύνθεση που ονομάζουμε Ορθοδοξία ή Ρωμιοσύνη, είμαστε το «εμείς» στη λαϊκή συνείδηση. Και η ψαλμωδία, περ’ από την προέλευσή της, υπήρξε αιώνες αιώνων μια ελληνική έκφραση. Έτσι, η προσπάθεια να αποδοθεί ο εξωτισμός με κάτι πάρα πολύ οικείο, όπως είναι π.χ. η ανάγνωση του Ευαγγελίου, υπήρξε μια λύση που οδηγούσε σε επικίνδυνες παρεξηγήσεις."

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥ ΛΙΓΝΑΔΗ


Τον Τάσο Λιγνάδη τον θεωρώ Διδάσκαλο του Γένους! 
Προσωπικά του χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη, διότι μ' αυτόν μεγάλωσα κι ας μη το ξέρει. Διάβαζα φανατικά τις θεατρικές κριτικές του, ρούφαγα τα πονήματά του για τον Ελύτη, τον Γκάτσο, το Αρχαίο Θέατρο και το Ευρωπαϊκό, τον Λόρκα, τον Χουρμούζη. 
Τον θυμάμαι πολύ καλά και ως δάσκαλο φίλων μου στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. 
Έφυγε νωρίς, χωρίς να έχει γίνει συνείδηση, νομίζω, το μέγεθος της απώλειάς του...
Χαίρομαι, λοιπόν, που τώρα διαβάζω την είδηση: 
Τιμώντας τη μνήμη και την προσφορά του Τάσου Λιγνάδη στο ελληνικό θέατρο, διοργανώνεται στο Εθνικό εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του «Κριτικές θεάτρου-τόμος α': Αρχαίο δράμα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είκοσι πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Τάσου Λιγνάδη. Περιλαμβάνει τις κριτικές για το αρχαίο δράμα (θα ακολουθήσουν και άλλες δύο για το νεοελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο) και προσθέτει άλλη μία ψηφίδα στην ιστορία του θεάτρου. Παράλληλα ανοίγει και έναν άτυπο διάλογο σχετικά με την κριτική θεάτρου στις μέρες μας. H έκδοση του α' τόμου έγινε από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη. 
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Σπύρος Ευαγγελάτος, Σωτήρης Χατζάκης, Ρούλα Πατεράκη, Γρηγόρης Ιωαννίδης (κριτικός θεάτρου), Ματίνα Καλτάκη (κριτικός θεάτρου) και Καίτη Διαμαντάκου (καθηγήτρια τμήματος θεατρικών σπουδών Παν/μίου Αθηνών-επιμελήτρια της έκδοσης). Αποσπάσματα θα διαβάσει ο γιός του Τάσου Λιγνάδη, Δημήτρης Λιγνάδης. 
Τη Δευτέρα 7 Απριλίου στις 19.00 στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, κτίριο Τσίλερ (Αγίου Κωνσταντίνου 22-24).
Πολλές από τις θεατρικές κριτικές του Τ. Λιγνάδη τις έχω σε φακέλλους στο αρχείο μου. Κιτρινισμένες απ' το χρόνο πια, μα πολύτιμες ως διαχρονικές (παρά το επικαιρικόν). 
Η συγκεντρωτική αυτή έκδοση θα αναδείξει, νομίζω, την προσφορά του ανδρός, που έχει καταστεί για μας τους νεώτερους αειδίνητον όφλημα.

Σχολή Εθνικού Θεάτρου στην οδό Πειραιώς, 2-3 μήνες πριν από το τέλος της ζωής του,
ο Τάσος Λιγνάδης πάνω στη σκηνή.

Και επειδή ζούμε στον καιρό των δανείων, ας θυμηθούμε τι έγραφε ο Τάσος Λιγνάδης στο βιβλίο του «Η ξενική εξάρτησις κατά την διαδρομήν του Νεοελληνικού Κράτους (1821-1945) (Αθήνα 1975)» για τα δάνεια της επαναστατικής περιόδου: 
«Η υπερεπάρκεια κεφαλαίων, κυρίως εις Λονδίνον, ωθεί τους χρηματιστάς να τοποθετούν τα χρήματά των εις επισφαλείς επιχειρήσεις, των οποίων όμως ενδεχομένη επιτυχία θα απέφερε τεράστια κέρδη. Τοιαύτη επισφαλής τοποθέτησις εκρίνετο και η ελληνική περίπτωσις, κατά την οποίαν το απεγνωσμένον του αγώνος ενός λαού, μη έχοντας άλλην περιουσίαν ει μη τα "χώματα" των προγόνων του, παρείχε προϋποθέσεις συνάψεως συμφωνίας επί τη βάσει ληστρικών όρων. Αυτή είναι η ερμηνεία, αν όχι κατά κανόνα, τουλάχιστον κατά μέγα μέρος, της συστάσεως των φιλελληνικών εταιρειών». 
Το πρώτο δάνειο του 1824, που διαπραγματεύτηκαν Ελληνες απεσταλμένοι σε συνεργασία με τη Φιλελληνική Εταιρεία του Λονδίνου ήταν ύψους 800.000 λιρών στερλινών με τιμή εκδόσεως 59% και τόκο ετήσιο 5% επί της ονομαστικής αξίας. Η εθνική περιουσία της Ελλάδας, τα εθνικά κτήματα, οι δασμοί των τελωνείων, αλυκών και αλιεύσεων θα ήσαν η παρακαταθήκη διά την αποπληρωμή του δανείου.
Όπως γράφει ο Τάσος Λιγνάδης: «Εκ του ονομαστικού κεφαλαίου των 800.000 λ. στερλ. μόνον αι 454.700 λ. ήσαν το ευεργετικόν ποσόν, το οποίον θα εδίδετο εις την Ελλάδα· εκ τούτου αφηρέθησαν διά προκαταβλητέους τόκους δύο ετών 80.000 λ. και διά χρεόλυτρα δύο ετών 16.000 λ. Ούτω το ποσόν κατήρχετο εις τας 358.700 λ. Εξ αυτού πάλιν αφηρούντο 60.000 λ. διά διαφόρους δαπάνας. (...) Αφαιρουμένου και του ποσού τούτου δεν απέμειναν να δοθούν εις την Ελλάδα ει μη 298.700 λ.».
Π.Α.Α.
Related Posts with Thumbnails