Τρίτη 6 Μαΐου 2025
Εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου του καθηγητή Ιωάννη Κονιδάρη
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024
Ανασυγκρότηση στο Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου
Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024
Οι “κώδικες” των μοναστηριών
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024
Τα «Νομοκανονικά» περί εκκλησιαστικής περιουσίας Ελλάδος και Κύπρου
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024
Βιβλίο του Ιωάννη Μ. Κονιδάρη για την διαπάλη της (πολιτειακής) νομιμότητας με την (εκκλησιαστική) κανονικότητα
Τετάρτη 24 Απριλίου 2024
Νέο Δ.Σ. στην Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου
![]() |
| Ο νέος πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Δημήτρης Νικολακάκης |
Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024
Ευάγγελος Βενιζέλος: “Εσχατολογικά το μέλλον μας είναι άφυλο”
Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022
"ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ" ΜΕ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΒΑΒΟΥΣΚΟ (ΒΙΝΤΕΟ)
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021
ΕΠΑΝΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ Ι.Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021
Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης
‘Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα
Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του
ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων
ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε
προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο
της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι.
Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής
Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.
Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην
επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά
ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της
Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού
χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το
1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά»
(από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο
της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της
οποίας υπήρξε ο ίδιος.
Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το
δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων
νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και της (μετά από χρόνια δισταγμών και
καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου
ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική
βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής
και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν
με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και
νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός
μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους,
αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών
επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας /
θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και
προβληματισμό.
Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε
πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης
μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του,
υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη
επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…) η σορός
μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον
πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου
Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι,
ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση
της Εκκλησία εκφράζοντας την άποψη πως ότι
το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά
θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το
σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης.
Τελικά, η αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε
στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα
και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν
απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο
επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.
Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο
Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την
επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα
τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του
Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του
Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το
ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου
διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος
Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο
καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η
οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300
με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και
συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία –
υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του
1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την
παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο
πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον
του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική
καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί
ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ
νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για
τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο
αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και
την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν
έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους,
αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν
Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).
Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται
από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία
περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το
αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά
αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης, προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και
της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο
γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα
περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο
περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και
κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των
κανδηλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται
στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική
έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.
Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών»
αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με
τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του
τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι
εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον
τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου
ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες
ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και
συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ)
Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο,
έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν.
4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή
και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με
συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του
στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα
συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική)
διαμάχη των τελευταίων ημερών.
* Το έργο επιστεγάζει
ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη
η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί
και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς
τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).
Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021
"Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ" ΣΤΑ "ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΦΥΛΛΑ"
Κυριακή 25 Απριλίου 2021
ΠΑΝΟΣ ΔΟΜΑΛΗΣ: Λαϊκισμός και ευθύνες για το επίπεδο της κοινής γνώμης
Γράφει ο Πάνος Δόμαλης*
Η «κοινή γνώμη», όπως αποκαλούμε συχνά τη γενική εικόνα που
έχουμε για τις απόψεις της πλειονότητας, πέρα από προβληματισμό, προκαλεί
-ομολογουμένως- και μελαγχολία. Εντούτοις η αίσθηση αυτή δεν είναι και τόσο
ακριβής αν αναλογιστεί κανείς ότι η λέξη «κοινή» αναφέρεται μόνο στις
εκπεφρασμένες απόψεις· τις απόψεις που απλώς εξωτερικεύτηκαν χωρίς όμως να
είναι απαραίτητα αντιπροσωπευτικές του συνόλου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όσο
«κοινή» και αν είναι πραγματικά αυτή η γνώμη, η γενική αίσθηση είναι -αν μη τι άλλο-
ανησυχητική.
Ο δημόσιος διάλογος μοιάζει αθεράπευτα εθισμένος στις
κραυγές, τις υπερβολές και τις προσβολές. Η περιήγηση στα μέσα κοινωνικής
δικτύωσης το επιβεβαιώνει. Μήπως η ελληνική κοινωνία έχει κάποια ενδιάθετη ροπή
στις υπερβολές κάθε είδους; Ίσως και να έχει. Αυτό που σίγουρα έχει, είναι μια
αποστροφή προς τις ήρεμες φωνές και τις λογικές λύσεις. Πάντα είχε. Το γούστο
της ελληνικής κοινωνίας όμως, ούτε τώρα διαμορφώθηκε ούτε και τις συνέπειές του
βιώνουμε τώρα για πρώτη φορά, απλώς τα social media κάνουν τον εκτροχιασμό
αυτόν περισσότερο αισθητό από ποτέ.
Από την προβληματική αυτή εικόνα προκύπτουν δύο κρίσιμα
ερωτήματα.
Ποιος έχει ευθύνη για το πρόβλημα; Ποιος επωφελείται από
αυτήν την κατάσταση;
Υπάρχει η πεποίθηση πως αιτία της υποβαθμισμένης κοινής
γνώμης είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ουσιαστικά η δυνατότητα που
δίνουν σε όλους ανεξαιρέτως να εκφραστούν. Δεν είναι όμως τα social media το
πρόβλημα, διότι το να εκφραστεί κανείς διαδικτυακά, είναι απλώς μια μορφή του
δικαιώματος στον ελεύθερο λόγο. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος άσκησης του
δικαιώματος, στον οποίο καθρεφτίζεται το χαμηλό επίπεδο. Χαμηλό επίπεδο με
ρίζες -ως έναν βαθμό- ορατές. Οι συγκεκριμένες ρίζες, βέβαια, δεν αναπτύσσονται
μόνες τους· χρειάζονται κάποιον να τις καλλιεργεί διαρκώς.
Μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το επίπεδο της κοινής γνώμης έχουν
τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία την έχουν εθίσει σε έναν συγκεκριμένο τρόπο
αντίληψης των γεγονότων και την έχουν μυήσει σε έναν συγκεκριμένο τρόπο
έκφρασης των απόψεων.
Από τα καλτ τηλε-δικαστήρια των 90s, τις πλατείες των
αγανακτισμένων, το δημοψήφισμα του 2015, τα capital controls αλλά και σήμερα με
το κίνημα me too και τον κορωνοϊό, ορισμένοι δημοσιογράφοι επιβεβαιώνουν κάθε
φορά πως, όταν το χαμηλό πνευματικό επίπεδο συνδυαστεί με την κάθε είδους
ιδιοτέλεια, η γνώμη της κοινωνίας μπορεί να ζημιωθεί ανεπανόρθωτα. Η παθολογία
δεν περιορίζεται σε ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Οι πολεμικές
διατυπώσεις των διαφόρων δημοσιογράφων-νταήδων προκαλούν, πέρα από πόλωση,
εθισμό σε έναν τρόπο επιθετικής και αναιδούς έκφρασης. Όλη αυτή η συμπεριφορά
προκειμένου να δημιουργείται η αίσθηση μιας ψευδεπίγραφης και υποκριτικής
συμπαράστασης προς τον δοκιμαζόμενο λαό. Η ζημιά όμως στο συλλογικό
υποσυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας είναι τεράστια.
Στη χώρα μας τα αρνητικά ρεκόρ της δημοσιογραφίας
καταρρίπτονται σε καθημερινή βάση. Δημοσιογράφοι -με λαμπρές μεν, λίγες δε,
εξαιρέσεις- επιβεβαιώνουν με κάθε ευκαιρία ότι δεν επιθυμούν να αναβαθμίσουν το
επίπεδο της κοινής γνώμης, από τη θέση που έχουν. Δεν είναι λίγοι αυτοί που
πιστεύουν ότι, λόγω της ιδιότητάς τους έχουν την ικανότητα ή και το καθήκον να
εκφράζουν γνώμες και κρίσεις επί παντός επιστητού. Δημοσιογράφοι οι οποίοι
θεωρούν ότι το δημοσιογραφικό επάγγελμα περιλαμβάνει και την άσκηση ενός οιονεί
δικαιοδοτικού έργου χωρίς όμως καμία ειδική γνώση, αφού αυτές είναι
«τυπολατρικά δικολαβικά τερτίπια» τα οποία ακούγονται ακατανόητα και
ενδεχομένως να κουράσουν το κοινό. Το αποτέλεσμα; Με την υποτιμητική αυτή στάση
προς τον έγκυρο νομικό λόγο, οι δημοσιογράφοι αυτοί καταφέρνουν να
διαστρεβλώσουν την όποια -έστω εμπειρική- γνώση έχει ο κόσμος για το νόμο και
τις σχετικές διαδικασίες. Ωστόσο, άλλο ενστικτώδης αίσθηση για το δίκαιο και το
άδικο και άλλο (ευτυχώς) απονομή δικαιοσύνης. Η ημιμάθεια (εξ ορισμού ημι-,
λόγω της αποκλειστικά εμπειρικής προέλευσής της) και οι διαστρεβλωμένες έννοιες
συναντούν, τώρα, τις ενστικτώδεις προ-ερμηνευτικές αντιλήψεις του κάθε
ανθρώπου λόγω του περιβάλλοντος και της προσωπικότητάς του, με καταστροφικές
συνέπειες. Καταστροφικές για την ικανότητα αξιολόγησης του κάθε ανθρώπου ως
μονάδα και κατ’ επέκταση ως μέρους του συνόλου.
Στα διάφορα -εύκολα και δύσκολα- ζητήματα της απλής
καθημερινότητας δεν μπορούμε πάντα να αρκεστούμε σε απαντήσεις «ναι-όχι» και σε
κρίσεις τύπου «σωστό-λάθος». Με αυτήν τη θεμελιώδη εμπειρική παρατήρηση ως
βάση, είναι απορίας άξιο το πως έχει δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι σε σύνθετα
ζητήματα που απαιτούν επιστημονικές γνώσεις, μπορούν να δοθούν απλοϊκές και
αυθόρμητες απαντήσεις. Επιστημονική τεκμηρίωση και αυθορμητισμός. Κοινώς: η
ημέρα και η νύχτα. Από πού προέκυψε αυτή η βεβαιότητα ορισμένων για τις
απλουστευτικές κρίσεις που εκφράζουν; Προέκυψε από την ασυνείδητη μίμηση των
αρνητικών προτύπων που αποτελούν οι διάφοροι «σίγουροι» τηλεοπτικοί και
ιντερνετικοί «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης. Όταν δημοσιογράφοι και
διαμορφωτές αντιμετωπίζουν την επιστήμη ως «κόλπο», τι να διδαχθεί ο άμοιρος
δέκτης της ακατάσχετης μπουρδολογίας τους; Σίγουρα διδάσκεται έναν τρόπο
έκφρασης μέσω βαρύγδουπων χαρακτηρισμών και χονδροειδών αναλογιών. Η περίσσεια
ευκολία με την οποία κάποιοι ξεστομίζουν τη λέξη «χούντα», έχει ως βάση της τον
εθισμό στον παραπάνω τρόπο έκφρασης. Άνθρωποι που βρίσκουν τις αναλογίες με την
21η Απριλίου, χαριτωμένες και εύστοχες δείχνουν, πέρα από την πνευματική
τους ένδεια, ασέβεια στο δημοκρατικό κεκτημένο. Το κεκτημένο εκείνο που τους
δίνει την ελευθερία να το αμφισβητούν. Τα ίδια ακριβώς έλεγαν και στα χρόνια
της βαθιάς αντι-μνημονιακής κοινωνικής παράκρουσης και όχι μόνο. Το πότε όμως μια
Δημοκρατία μετατρέπεται σε απολυταρχικό καθεστώς και τίθεται ζήτημα -της
πολυπόθητης για διάφορους- θεμιτής λαϊκής ανυπακοής, δεν είναι μια υποκειμενική
κρίση του κάθε influencer [sic] αλλά απαιτεί εξέταση μιας σειράς βασικών
στοιχείων της Δημοκρατίας. Στοιχεία τα οποία βέβαια οι συγκεκριμένοι κρίνοντες
δεν έχουν την υπομονή ούτε και τις γνώσεις να εξετάσουν. Η σκληρή αλήθεια για
τους θιασώτες των υπερβολών, όμως, είναι ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων λέξεων δεν
καθιστά την άποψή τους σοβαρή ούτε και άξια αντιλόγου.
Η αρέσκεια κάποιων να χρησιμοποιούν νομικούς χαρακτηρισμούς
προκειμένου να προσδώσουν «πόντους» σοβαρότητας στα λεγόμενά τους, είναι
επιτυχημένη εκεί που η σοβαροφάνεια υπερισχύει της αλήθειας. Μην απορούμε με
εκείνους που λιβανίζουν το άρθρο 120 του Συντάγματος, το οποίο με κάθε ευκαιρία
υφίσταται σοβαρή ερμηνευτική κακοποίηση. Πριν μερικές ημέρες, η μητέρα ενός
μαθητή στη Θεσσαλονίκη, συνέδεσε το άρθρο 120 με τα self-test κορωνοϊού (!).
Συνταγματικός λαϊκισμός, μια ακόμη όψη του προβλήματος. Βέβαια αυτή η τρικυμία
εν κρανίω είναι χρήσιμη για κάποιους. Η σύγχυση εννοιών δεν είναι
αποκλειστικότητα του κακού δημοσιογραφικού λόγου· αντιθέτως, τη συναντούμε
επίσης ως πάγια τακτική λαϊκιστών πολιτικών που τεχνηέντως μπερδεύουν τις
έννοιες. Η σύνδεση της ποιοτικά χαμηλής δημοσιογραφίας με τον κάθε είδους
λαϊκισμό και δη τον πολιτικό, γίνεται σταδιακά όλο και πιο ξεκάθαρη. Ο λόγος
εκείνων των δημοσιογράφων προετοιμάζει το έδαφος όπου θα αναπτυχθεί ο λόγος
εκείνων των πολιτικών.
Η ομοιότητα της γλώσσας και του τρόπου έκφρασης που
χρησιμοποιείται από δημοσιογράφους της κακώς εννοούμενης φιλολαϊκής
δημοσιογραφίας, κρύβει τη βαθύτερη σύνδεσή της με τον πολιτικό λαϊκισμό. Ποια
όμως είναι ακριβώς η σύνδεση της δημοσιογραφικής γλώσσας με τον πολιτικό
λαϊκισμό;
Η βασική ομοιότητα είναι η αόριστη και κενή περιεχομένου
ρητορεία· η προκατασκευασμένη κοινοτοπία. Το «απόλυτο τίποτα» το οποίο
θεωρείται άποψη, αντικείμενο ανάλυσης και επιχείρημα. Ο δημοσιογραφικός και
πολιτικός λαϊκιστικός λόγος έχει ως πυρήνα την απλοϊκότητα. Απλοϊκός λόγος
βασισμένος σε απλοϊκά συνθηματοποιημένα επιχειρήματα. Σύνδεση του σύνθετου και
του τεκμηριωμένου με το ελιτίστικο, με σκοπό τον ευτελισμό της όποιας
σοβαρότητας. Ταύτιση του επιτηδευμένα αντισυμβατικού με την ανανέωση και την
πρόοδο. Όλα αυτά προλειαίνουν το έδαφος όπου ο λαϊκιστής πολιτικός θα αναπτύξει
τις ιδέες του. Ιδέες που βασίζονται πάντοτε στο ίδιο κόνσεπτ· ότι υπάρχουν
δηλαδή προφανείς λύσεις για τα προβλήματα της χώρας, τις οποίες όμως, ορισμένες
ανάλγητες πολιτικές ελίτ επιδεικτικά παρακάμπτουν και δεν εφαρμόζουν.
Κλασσική περίπτωση ήταν η υπόσχεση «σκισίματος» του
μνημονίου, η οποία καλλιέργησε στον κόσμο την εσφαλμένη εντύπωση ότι για την
έξοδο από την κρίση υπάρχει και η άκοπη οδός. Θα μπορούσαμε δηλαδή να λύσουμε
το πρόβλημα εύκολα· απλώς σκίζοντάς το. Η αποθέωση του λαϊκισμού· φτηνή μαγκιά
μέσω ενός γλαφυρού συμβολισμού που πουλάει (με αντίτιμο την ψήφο) ελπίδα
γελοιοποιώντας το πρόβλημα. Στην ίδια βάση κινείται το φλερτ με τα
δημοψηφίσματα. Γνωστή τακτική κομμάτων που αναπαράγουν έναν δήθεν αγανακτισμένο
και υποκριτικό αντί-ελιτισμό. Η αισίως απελθούσα Χρυσή Αυγή είχε ουκ ολίγες
φορές εκφράσει την προτίμησή της προς τα δημοψηφίσματα, το δε ΚΚΕ υπόσχεται
μηνιαία (!) δημοψηφίσματα για πάσης φύσεως ζητήματα. Βεβαίως από τέτοιου
επιπέδου εξαγγελίες δεν θα μπορούσε να λείπει και ένα δημοψήφισμα με
αντικείμενο την επαναφορά της θανατικής ποινής, όπως ακριβώς ακούστηκε (μεταξύ
άλλων) κατά την τελευταία προεκλογική περίοδο από την Ελληνική Λύση. Ο ρόλος
των καναλιών απέναντι στις προαναφερθείσες εξαγγελίες είναι γνωστός.
Δημοσιογράφοι απρόθυμοι ή και αδύναμοι να αντιλέξουν στην προκλητική ρητορεία
των καλεσμένων τους, επιτρέποντας με τη στάση τους αυτή να ριζώνει η εντύπωση
των τάχα εύκολων λύσεων. Ο διάλογος προϋποθέτει και αντίλογο αλλιώς είναι ένας
μονόλογος, όπου όλα τα επιχειρήματα γίνονται δεκτά αφού κανείς δεν τα κρίνει.
Η δημοσιογραφία με αυτοσκοπό τους δείκτες τηλεθέασης οι
οποίοι ανεβαίνουν όσο ανεβαίνουν οι τόνοι και πληθαίνουν οι ακραίες
διατυπώσεις, θα υποβαθμίζει ολοένα και περισσότερο το επίπεδο της κοινής
γνώμης. Ένας λαός που δεν είναι συνηθισμένος στις υπερβολές, τις φωνές και την
ανθρωποφαγία, δίνει σαφώς λιγότερο χώρο στο δημαγωγικό λόγο να αναπτυχθεί.
Ας πάψουμε επιτέλους να συγχέουμε την έλλειψη αγωγής και την υποκριτική περιφρόνηση των τύπων με την επαναστικότητα. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από δημοσιογραφικό λόγο που δημιουργεί αντισώματα απέναντι στον λαϊκισμό των κατ’ επάγγελμα διαμαρτυρόμενων. Ανάγκη από νηφάλιες φωνές προοδευτικής επιχειρηματολογίας και από κομματικά αδέσμευτο πολιτικό στοχασμό. Μακριά από υστερόβουλα μέσα ενημέρωσης και (αδι)αμόρφωτους διαμορφωτές γνώμης που συντηρούν έναν απερίσκεπτο τρόπο έκφρασης γεμάτο μελοδραματικές παρομοιώσεις· διατυπώσεις που προκαλούν σύγχυση και ανοίγουν τον δρόμο στους διάφορους «φίλους» του λαού.
Ο Πάνος Δόμαλης σπουδάζει στη Νομική του ΕΚΠΑ






















