Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το βήμα των νομικών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το βήμα των νομικών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου του καθηγητή Ιωάννη Κονιδάρη


Οι Εκδόσεις «Επίκεντρο» διοργανώνουν εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου βιβλίου του ομ. Καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη «Πολιτεία και Εκκλησία στην πράξη. Απάνθισμα άρθρων». 
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Τρίτη, 13 Μαϊου 2025 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα «Γεώργιος Καραντζάς», στον 1ο όροφο του Μεγάρου της ‘Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.), επί της οδ. Ακαδημίας 20, στην Αθήνα. 
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: 
* Eυάγγελος Βενιζέλος, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπ. Εξωτερικών, ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ. 
* Ιωάννης Σαρμάς, τ. Υπηρεσιακός Πρωθυπουργός, επίτιμος Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και 
* Φίλιππος Σπυρόπουλος, ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
Θα ακολουθήσει αντιφώνηση από τον συγγραφέα του βιβλίου. 
Τη συζήτηση θα συντονίσει ο κ. Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Δρ. Βαλκανικών Σπουδών, εκδότης και συγγραφέας. 

H εκδήλωση θα μεταδοθεί ζωντανά (live) μέσω:  


Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Ανασυγκρότηση στο Δ.Σ. της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου


Σε ανασυγκρότηση του Διοικητικού της Συμβουλίου προχώρησε η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, μετά την υποβολή παραιτήσεως για προσωπικούς λόγους του καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Θεολογική του ΑΠΘ κ. Δημ. Νικολακάκη, από τη θέση του Προέδρου και του μέλους του Συμβουλίου ταυτόχρονα. 
Κατόπιν αυτού εκλήθη να αναλάβει ως μέλος του Δ.Σ. ο πρώτος επιλαχών στις εκλογές του περασμένου Απριλίου κ. Χαρ. Ανδρεόπουλος, μετά δε από συνεδρία του οργάνου που συγκάλεσε ο κ. Αθαν. Κόντης, Αντιπρόεδρος της Εταιρείας, το Δ.Σ. (της περιόδου 2024 – 2027) συγκροτήθηκε σε σώμα, με ομόφωνη απόφαση, ως ακολούθως: 
Πρόεδρος: Aθανάσιος Κόντης, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος, 
Αντιπρόεδρος: Γεώργιος Ιατρού, Δρ. Νομικής – Δικηγόρος, 
Γενική Γραμματέας: Ζωή Καραμήτρου, Δρ. Νομικής - Δικηγόρος - Ειδική Επιστήμων στο "Συνήγορο τoυ Πολίτη", 
Ταμίας: Δημ. Κρεμπενιός, Δρ. Νομικής - Δικηγόρος, και 
Έφορος Δημοσίων Σχέσεων: Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας - Διευθυντής του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λαρίσης. 
Το Δ.Σ. συζήτησε το θέμα της διοργανώσεως επιστημονικού συνεδρίου στη Λάρισα, όπως είχε προαναγγελθεί, με τη συμβολή της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου και του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, με θέμα την «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη». Το Συνέδριο προγραμματίζεται να διεξαχθεί περί τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου. 
Σκοπός της Εταιρείας η οποία εδρεύει στην Αθήνα και στις τάξεις της καταλέγονται πανεπιστημιακοί, δικαστικοί, δικηγόροι και θεολόγοι αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων (M.Sc., Ph.D.), είναι η προώθηση και ο συντονισμός της επιστημονικής έρευνας στο χώρο του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Στους ειδικότερους σκοπούς της περιλαμβάνεται η εξέταση γενικών ή ειδικών θεμάτων που άπτονται του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ιδίως δε των σχετικών με τη θρησκευτική ελευθερία θεμάτων, των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, καθώς και της νομικής, πολιτικής και πολιτιστικής θέσεως των θρησκευτικών συσσωματώσεων εντός και εκτός Ελλάδος, μέσω της διοργανώσεως συνεδρίων, σεμιναρίων ή επιστημονικών συμποσίων. Επιστημονικό όργανο της Εταιρείας είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) "Νομοκανονικά" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

Οι “κώδικες” των μοναστηριών


Μελέτη του καθηγητή της Νομικής Αθηνών κ. Γ. Ανδρουτσοπούλου για το αναμορφωμένο νομοθετικό πλαίσιο στις Ιερές Μονές και τα Hσυχαστήρια 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Οι Ιερές Μονές δεν αποτελούν μόνο τόπο για την πνευματική άσκηση των μοναχών στο πλαίσιο της ησυχαστικής τους αφιερώσεως και τόπο προσευχής και περισυλλογής των (ως επισκεπτών) προσερχομένων πιστών, αλλά συγχρόνως, σύμφωνα με τη νομική τυποποίησή τους, στο πλαίσιο του υφισταμένου συστήματος της «νόμω κρατούσης πολιτείας» στις σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας, συνιστούν οργανωτικές υποδιαιρέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ειδικότερα νομικά πρόσωπα που έχουν περιενδυθεί τη νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Την ίδια στοχοθεσία υπηρετούν και τα Ιερά Ησυχαστήρια, τα οποία, όμως, ανήκουν στην κατηγορία των ΝΠΙΔ. 
Η παρουσιαζομένη και αφορώσα στο θέμα του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών και Ι. Ησυχαστηρίων μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Γεωργίου Ανδρουτσοπούλου αποτελεί το πρώτο μέρος μιας πραγματείας, η οποία έχει ως σκοπό να αποτυπώσει και ανασυνθέσει κριτικά, αλλά και με προτάσεις de lege ferenda («θετέου δικαίου»), το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την οργάνωση και διοίκηση των Ιερών Μονών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, στην ελληνική επικράτεια, όπως αυτό συντίθεται από νέες νομοθετικές διατάξεις και κανονιστικές αποφάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τη νομολογιακή τους επεξεργασία, έχουν αναμορφώσει το σχετικό Δίκαιο. 
Πρόκειται αναμφιβόλως για ένα έργο - σταθμό στο χώρο του Εκκλησιαστικού Δικαίου καθώς παρά την ύπαρξη των δημοσιευμένων (από το 2002) «Εσωτερικών Κανονισμών» των Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, των ενταγμένων στις «Πηγές» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» των εκδόσεων Σάκκουλα, είχε καταστεί εμφανής η ανάγκη της παρουσιάσεως του νομικού καθεστώτος που διέπει τις Ι. Μονές και τα Ι. Ησυχαστήρια υπό το φως των ισχυουσών νομοθετικών ρυθμίσεων. Την ανάγκη επέτεινε και το γεγονός ότι το τελευταίο συναφές έργο συστηματικής επεξεργασίας του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών, το οποίο είχε εκπονήσει ο καθ. Παν. Παναγιωτάκος (ΑΠΘ), αποτύπωνε το δίκαιο που ίσχυε το 1957 (έτος εκδόσεως του έργου του), ήτοι είκοσι χρόνια πριν τη ψήφιση του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτου (Κ.Χ.) της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977). Άρα υπήρχε στο χώρο ένα κενό νομικής βιβλιογραφίας. Με πνεύμα σύγχρονο, γραφή περιεκτική και ουσιώδη, με κριτική αξιολόγηση / αποτίμηση και στοχευμένη νομολογιακή και θεωρητική επεξεργασία του εν λόγω αντικειμένου, το κενό αυτό ήλθε να καλύψει το παρόν πόνημα του κ. Ανδρουτσοπούλου, το οποίο κυκλοφορεί από τις έγκυρες νομικές (για τον κλάδο και του Εκκλησιαστικού Δικαίου) και ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα («Το νομικό καθεστώς Μονών και Ησυχαστηρίων στην ελληνική επικράτεια – Εκκλησία της Ελλάδος», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2023, σσ. 424). 
H μονογραφία αυτή αποτελώντας, ως προς το περιεχόμενο, τον πρώτο τόμο της πραγματείας, αναφέρεται στην Εκκλησία της Ελλάδος, δηλ. τόσο στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος (όπως αυτή περιγράφεται στο αρθ. 11, § 1Α’, Ν. 590/1977), όσο και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (αρθ. 11, § 1Β’, Ν. 590/1977), τις «επιτροπικώς» παραχωρηθείσες εκ μέρους του Οικ. Πατριαρχείου στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, κατά τη διοίκηση, υπό τους Όρους της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως (Π.Σ.Π.) του 1928. Ο δεύτερος τόμος που θ΄ ακολουθήσει θα αναφέρεται στα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα της Ορθόδοξης Εκκλησίας τα οποία συνυπάρχουν στην ελληνική επικράτεια, ήτοι στην ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, στις εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου, για τις οποίες τέθηκε προσφάτως σε ισχύ, για πρώτη φορά, νέος οιονεί «Καταστατικός Χάρτης» (αρθ. 317-346 Ν. 4957/2022), και, βεβαίως, στο συνταγματικώς αυτοδιοικούμενο Άγιον Όρος. 


Η ιστορική προσέγγιση του θέματος ανάγεται στην πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια να συγκροτήσει το 1828, λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, την 5μελή εξ Αρχιερέων Επιτροπή για να διακριβώσει την κατάσταση των ναών και των μονών. Ακολούθως εξετάζεται ο σχεδιασμός της Αντιβασιλείας για τη διευθέτηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, ερευνάται η τύχη των ιδιοκτήτων Μονών και αναλύεται ο θεσμός της κτητορείας. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η νομική τυποποίηση των Μονών ως ΝΠΔΔ, κατά το ισχύον Δίκαιο, και ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ του αρθ. 68 Ν. 4235/2014 και γίνεται ειδική μνεία και ανάλυση των ερμηνευτικών ζητημάτων που προκαλεί ο 10ος Όρος της Π.Σ.Π. του 1928. Ακολουθεί στο τρίτο κεφάλαιο η οργάνωση και διοίκηση των Μονών με αναλυτική παρουσίαση του πλαισίου λειτουργίας τους, εκτενή αναφορά στο τρόπο αναδείξεως, αρμοδιότητας και λειτουργίας των οργάνων διοικήσεώς τους, ενώ παρουσιάζεται και ο ρόλος της επισκοπικής / μητροπολιτικής εποπτείας επί των Μονών, στις επιμέρους εκφάνσεις (πνευματική εποπτεία, έγκριση μοναχικής κουράς, έλεγχος νομιμότητας και οικονομικής διαχειρίσεως, κ.α.). Στο τέταρτο κεφάλαιο της μονογραφίας ξεδιπλώνεται ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα της πολιτικής και εκκλησιαστικής ζωής της χώρας, η μοναστηριακή περιουσία(τίτλοι κυριότητας, χρησικτησία, εκποίηση και εκμίσθωση μοναστηριακών ακινήτων, κ.λ.π.). Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τα Ησυχαστήρια, άλλως ειπείν για τις «Μονές ιδιωτικού δικαίου» και εξετάζεται ο τρόπος λειτουργίας τους διαχρονικά, από το πρώτο νομοθετικό αποτύπωμα περί της συστάσεως και λειτουργίας τους με τον Κ.Χ. της δικτατορίας (Ν.Δ. 126 / 1969, αρθ. 33 και Καν. 39/1972), εν συνεχεία με τον Κ.Χ. της μεταπολιτεύσεως (Ν. 590/1977, αρθ. 39 § 10, η οποία όρισε τα Ησυχαστήρια ως sui generis εκκλησιαστικά ΝΠΙΔ), μέχρι – και ιδίως - το πρόσφατο νομικό (αρθ. 50 §2 Ν. 4559/2018) και κανονιστικό (Κανον. 337/2021) πλαίσιο που τα διέπει. Στο ακροτελεύτιο έκτο κεφάλαιο της μονογραφίας αναπτύσσονται αφενός οι εκφάνσεις της μοναστικής ζωής και οργανώσεως, ως μέρος της θρησκευτικής πολιτιστικής κληρονομιάς και αφετέρου η νέα νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα (Ν. 4624/2019), συναφώς δε εξετάζεται και ο νέος Κανονισμός (326/2021) για τα εκκλησιαστικά αρχεία. 
Σημειωτέον ότι από το συγγραφέα της μελέτης έχει ληφθεί μέριμνα ώστε όλα τα αναλυόμενα ζητήματα να σχετίζονται με το έτερο σκέλος του στερεώματος κανόνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ήτοι το Κανονικό Δίκαιο αυτής, αφιερώνοντας μάλιστα στην Εισαγωγή του τόμου σχετικό υποκεφάλαιο (§ 2, «Η εκκλησιολογική και κανονική προσέγγιση των Μονών»). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση και παράρτημα με κατάλογο, κατά χρονολογική τάξη των Εσωτερικών Κανονισμών που έχουν εκδοθεί από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Ιούλιο του 2022, ο οποίος περιλαμβάνει την επωνυμία της Μονής, τη Μητρόπολη στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει και την ακριβή παραπομπή δημοσιεύσεως του κάθε Κανονισμού στο περιοδικό «Εκκλησία».
Ευχής έργο είναι η συγγραφική παραγωγή του καθ. κ. Γ. Ανδρουτσοπούλου να ολοκληρωθεί σύντομα και να δημοσιευθεί / εκδοθεί και ο δεύτερος τόμος της εν θέματι πραγματείας ώστε να έχουμε ένα ολοκληρωμένο «έργο αναφοράς» για το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, εξ επόψεως τόσο θεωρίας, όσο και πράξεως του Εκκλησιαστικού Δικαίου, θέμα του νομικού καθεστώτος των Ι. Μονών στην ελληνική επικράτεια. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ., μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σύμβουλος Εκπαίδευσης Θεολόγων (xaan@theo.auth.gr).

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Τα «Νομοκανονικά» περί εκκλησιαστικής περιουσίας Ελλάδος και Κύπρου


* Η συγκριτική θεώρηση των διαφορετικών νομικών καθεστώτων στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος στο νέο τεύχος της Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Με αφιέρωμα στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου με θέμα «Η Εκκλησιαστική περιουσία στις Εκκλησίες Κύπρου και Ελλάδος: Συγκριτική θεώρηση» κυκλοφορήθηκε το νέο τεύχος (1/2024) της εξαμηνιαίας Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (τα) «Νομοκανονικά». 
Η Ημερίδα που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Κύπρου κυρού Χρυστοστόμου Β΄ πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στη Κυπριακή πρωτεύουσα με κεντρικό θεματικό άξονα τη συγκριτική θεώρηση ενός μείζονος ζητήματος, εκείνου της εκκλησιαστικής περιουσίας στο σύνολό της, μεταξύ δύο ομοδόξων και ομογλώσσων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες, όμως, διαφέρουν ριζικά στο εσωτερικό τους δίκαιο, όπως και στο θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς ενεργούν εντός διαφορετικών συστημάτων σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. 
Το τεύχος προλογίζει ο ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού, ομ. καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννης Κονιδάρης, του οποίου η δημοσιευομένη εναρκτήρια ομιλία, με θέμα «Η εκκλησιαστική περιουσία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Απόπειρα περιθριγκώσεως μιας αχανούς θεματικής», αποτελεί το προοίμιο των επιστημονικών παρεμβάσεων της ημερίδας στη διάρκεια της οποίας ειδικοί επιστήμονες του Εκκλησιαστικού Δικαίου, νομικοί, θεολόγοι και αξιωματούχοι της Εκκλησίας της Κύπρου εξέτασαν συγκριτικά σειρά επιμέρους θεματικών.
ΜΕΛΕΤΕΣ 
Συγκεκριμένα, σε αντίστοιχες συνεδρίες αναλύθηκαν οι ακόλουθες ενότητες με τις σχετικές εισηγήσεις (οι οποίες και καταχωρίζονται στην ύλη του περιοδικού): 
- «Δυνατότητα κρατικής παρέμβασης στη Εκκλησιαστική περιουσία»: Γεωρ. Ιατρού, Δρ. Νομικής, δικηγόρος, για την περίπτωση της Ελλάδος, Αχ. Αιμιλιανίδης, Κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής Λευκωσίας, για την περίπτωση της Κύπρου, 
- «Η εσωτερική διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας»: Γεωρ. Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής ΕΚΠΑ για τα εν Ελλάδι, Δημ. Δήμου, Οικονομικός Δ/ντής Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, για τα εν Κύπρω, 
- «Η Εκκλησία ως επιχειρηματική οντότητα»: Zωή Kαραμήτρου, Δρ. Ν. - δικηγόρος, ειδική επιστήμων στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη») για την Εκκλησία της Ελλάδος και Κων. Κατσαρός, δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος Ι. Αρχιεπισκοπής Κύπρου, για την οικεία Εκκλησία, 
- «Μισθοδοσία του κλήρου»: Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Τρομπούκης, Ε.ΔΙ.Π. Νομικής Αθηνών (για τον κλήρο της Ελλάδος) και Ιωαν. Χαριλάου, Διευθυντής Εκκλησιαστικού Ταμείου Κύπρου (για τον κλήρο της μεγαλονήσου), 
- «Δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ρυθμίσεις για την περιουσία κληρικών/μοναχών»: Aθ. Κόντης, Δρ. Ν., δικηγόρος (για τα εν Ελλάδι), Ιωαν. Καστανάς, Δρ. Ν, διδάσκων στη Νομική Λευκωσίας (για τα εν Κύπρω), και, τέλος, 
- “Φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας»: Θεοδ. Τσιβόλας, Δρ. Ν., δικηγόρος (για Ελλάδα), Θεογνωσία Κούσπη, Δρ. Ν., διδάσκουσα στη Νομική Λευκωσίας (για Κύπρο). 
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 
Στο νέο τεύχος παρουσιάζονται και αναλύονται σημαντικές δικαστικές αποφάσεις που άπτονται ζητημάτων εκκλησιαστικής και ευρύτερα θρησκευτικής φύσεως, όπως οι αποφάσεις: 
• 1536/2023 του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ, Ολομ.) περί του δικαιώματος απαλλαγής από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών μέσω της επικλήσεως λόγων θρησκευτικής συνειδήσεως για μαθητές ετεροδόξους, αλλοθρήσκους, αθρήσκους, αθέους και αγνωστικιστές, δια της οποίας εκρίθη νόμιμη η αίτηση απαλλαγής - καθώς και η επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων – προβλεπομένης για τους απαλλασσομένους μαθητές της θεσπίσεως και οργανώσεως, υπό του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, «ισότιμου εναλλακτικού μαθήματος συναφούς περιεχομένου» (ΣτΕ, 1478/2022, Ολομ.). [ανάλυση – σχολιασμός υπό Μιχ. Τσαπόγα, Διδάκτορος Νομικής – δικηγόρου, Ειδικού Επιστήμονα στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη» και Ελένης Παλιούρα, δικηγόρου, Μ.Sc. και υποψ. Δρος Εκκλησιαστικού Δικαίου], 
• 2137/2023 του ΣτΕ (Ολομ.) δια της οποίας εκρίθησαν ως ανεκτά κατά το Σύνταγμα, υπό προϋποθέσεις, μέτρα που συνιστούν σοβαρή επέμβαση στη θρησκευτική ελευθερία σε κατάσταση υγειονομικής κρίσεως. Πρόκειται για τη “νομολογία της πανδημίας” (κορωνοϊού / covid-19) που περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες και πρωτοποριακές κρίσεις, τόσο εξ επόψεως δικονομίας, όσο και ουσίας, τις οποίες επισημαίνει και αναλύει σε εκτενές σχόλιό του ο κ. Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος, αναπλ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, 
• 589/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμ. 2ο) με την οποία στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής (res extra commercium) πραγμάτων θείου δικαίου (res divini iuris) των εξυπηρετούντων θρησκευτικούς σκοπούς κατατάσσονται και οι ιδιόκτητοι ναοί που ανήκουν στο σωματείο των ΓΟΧ («Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών», των λεγομένων “παλαιοημερολογιτών”) [ανάλυση – σχολιασμός υπό Δημ. Κρεμπενιού, Δρος Ν. – δικηγόρου). Για το ίδιο θέμα, αναφορικώς, με τους ναούς της Εκκλησίας της Ελλάδος, η υπ. αριθμ. 3567/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στην οποία επιπροσθέτως, ορίζεται ότι οι αγνώστου ιδιοκτήτου ναοί και τα παρεκκλήσια ελλείψει νομίμου τίτλου ανήκουν στη κυριότητα του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και συγκεκριμένα στον πλησιέστερο ενοριακό ναό (ανάλυση-σχολιασμός υπό Ευαγ. Παπαηλία, Μ. Sc. Εκκλησιαστικού Δικαίου – δικηγόρου), 
• 60/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου αφορώσα σε περίπτωση διαφωνίας γονέων ως προς την επιλογή ονόματος και τόπου βαπτίσεως του ανηλίκου τέκνου τους, καθοριζομένων αμφοτέρων υπό του δικαστηρίου με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου, 
• 6170/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την οποία τα προ του Ν. 4301/2014 υφιστάμενα καθιδρύματα της (Ρωμαιο-) Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα αναγνωρίζονται αυτοδικαίως ως ίδια θρησκευτικά νομικά πρόσωπα, η λειτουργία των οποίων διέπεται από το Κανονικό Δίκαιο της εν λόγω Εκκλησίας (Codex Iuris Canonici), συνεπεία δε τούτων ο κάθε, εν Ελλάδι, Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποκτά δικαίωμα εκπροσωπήσεως με μόνο το διορισμό του κατά το Δίκαιο αυτό (ανάλυση – σχολιασμός υπό Ζωής Καραμήτρου, δικηγόρου, Δρος Ν., Ειδικής Επιστήμονος στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Πολίτη»). 
Τέλος, δημοσιεύεται η υπ. αριθμ 140/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων η οποία που αφορά στα κριτήρια για την επιλογή θρησκεύματος ανηλίκου σε περίπτωση διαφωνίας των αλλοθρήσκων γονέων του (ανάλυση-σχολιασμός υπό Γεωργίου Ζιαζοπούλου, Μ. Sc. Εκκλησιαστικού Δικαίου – δικηγόρου).
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ 
Στη στήλη των Βιβλιoκρισιών του παρόντος τεύχους δημοσιεύονται οι ακόλουθες βιβλιοπαρουσιάσεις: * του καθ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη για το βιβλίο του Μητροπολίτου Σελευκείας κ. Θεοδώρου (Μεϊμάρη) [του και καθηγητού Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης], «Η αναδιοργάνωσις της Γεροντικής Μητροπόλεως Εφέσου. Το Εφεσιακόν ή Κυδωνιακόν Μητροπολιτικόν Ζήτημα (1905-1908)», Θεσσαλονίκη: Εκδ. οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, 2023, σσ. 364) και 
* του Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου (Σαββάτου) [του και καθηγητού στο γνωστικό αντικείμενο «Ιστορία Δογμάτων και Συμβολική», της Θεολογικής του ΕΚΠΑ], για το βιβλίο του αναπλ. καθηγητή της Δογματικής στην ίδια Σχολή, κ. Σταύρου Γιαγκάζογλου «Θεολογία και Νεωτερικότητα. Δοκίμια για τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με τον σύγχρονο κόσμο»: Aθήνα, Εκδ. Αρμός, 2023, σσ. 610, 
* Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (http://www.etekkad.gr), διευθύνονται υπό του ομ. καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Προέδρου της Εταιρείας κ. Ιωαν. Μ. Κονιδάρη, εκδίδονται από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. (https://www.sakkoulas.gr) και κυκλοφορούν Νοέμβριο/Δεκέμβριο και Μάϊο/Ιούνιο κάθε έτους. 
Απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και ήλθαν να καλύψουν την απουσία, που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί στη Β/θμια Εκπ/ση ως Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Βιβλίο του Ιωάννη Μ. Κονιδάρη για την διαπάλη της (πολιτειακής) νομιμότητας με την (εκκλησιαστική) κανονικότητα


* Επανακυκλοφορεί εμπλουτισμένο το βιβλίο του καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη με θέμα την διαπάλη της (πολιτειακής) νομιμότητας με την (εκκλησιαστική) κανονικότητα 
Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Τη τελευταία τριετία δύο ήταν τα μεγάλα ζητήματα που προκάλεσαν τριγμούς στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Το πρώτο ήταν κατά την περίοδο της πανδημίας covid-19 όταν το Υπ. Υγείας, στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων που εισηγούνταν οι αρμόδιοι επιστήμονες, συμπεριέλαβε περιοριστικά μέτρα και στην άσκηση της ελευθερίας της λατρείας, ιδίως μάλιστα στη συλλογική έκφρασή της (περιορίζοντας τον αριθμό των πιστών στους ναούς) εν όψει της προστασίας ενός άλλου, επίσης σπουδαίου, συνταγματικώς κατοχυρωμένου εννόμου αγαθού, αυτού της δημόσιας υγείας. 
Το δεύτερο ζήτημα που προκάλεσε, επίσης, ένταση στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας ήταν πρόσφατο και συγκεκριμένα αυτό που αφορούσε στη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη θεσμοθέτηση στην ελληνική έννομη τάξη του γάμου των ομοφύλων ζευγαριών. Eπρόκειτο για μια ενέργεια η οποία από την πλευρά της κυβερνήσεως θεωρήθηκε (ιδεολογικά) επιβεβλημένη με το (πολιτικό) σκεπτικό ότι προασπίζει και διασφαλίζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Αντιθέτως, από την πλευρά της Εκκλησίας το περιεχόμενο της (ήδη ψηφισθείσης) διατάξεως του Υπ. Επικρατείας Άκη Σκέρτσου αποδοκιμάσθηκε εξ αρχής και καθ΄ ολοκληρίαν καθώς από θεολογικής σκοπιάς η ομοφυλοφιλία θεωρείται αμαρτία (Ρωμ. 1, 25-27), ενώ η έννοια του γάμου μπορεί να νοηθεί μόνο ως σχέση / συνάφεια άνδρα και γυναίκας. «Nuptiae sunt conjunctio maris et feminae consortium omni vitae, divini et humani juris communicatio…» (Γάμος εστίν ανδρός καί γυναικός συνάφεια, συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε καί ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία), σύμφωνα με τον επιγραμματικό ορισμό του σπουδαίου ρωμαίου νομικού του 3ου αι. μ.Χ, Μοδεστίνου περί του γάμου (Modestin, lib. I. Reg.1.1 Digest de ritu nupt 23,2), τον οποίο αποδέχεται η χριστιανική Εκκλησία και υπό την θεολογική / δογματική του διάσταση. Και οι δύο ενδεικτικές αυτές περιπτώσεις ανέδειξαν μια κρίσιμη παράμετρο που χαρακτηρίζει την αμφίθυμη σχέση Πολιτείας / Κράτους και Εκκλησίας˙ τη διαπάλη νόμων και κανόνων. 
Η διαπλοκή δύo δικαίωv είvαι έvα θέμα oύτως ή άλλως ιδιαιτέρως εvδιαφέρoν, πoλύ περισσότερo όταv πρόκειται για δύo δικαιϊκά συστήματα τελείως διαφoρετικά μεταξύ τoυς, τόσο ως προς τη φύση τους, όσο και ως προς τα όρια της δεσμευτικότητάς τους όπως στηv περίπτωση τoυ δικαίoυ της Πoλιτείας (οι νόμοι της οποίας δεσμεύουν όλα τα υποκείμενα δικαίου που ευρίσκονται μέσα στα εδαφικά της όρια) και εκείνoυ των κανόνων της Ορθόδoξης Εκκλησίας (της οποίας οι κανόνες δεσμεύουν μόνο τα μέλη της, τους πιστούς της). Mε το θέμα αυτό της συγκρούσεως - διαπάλης Νόμων και Κανόνων έχει ασχοληθεί επισταμένως ο ομ. καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης με το προ 30ετίας (1994) μνημειώδες έργο του «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους». Το βιβλίο, εξαντλημένο από πολλού χρόνου στην 1η του έκδοση, επανακυκλοφορεί από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα (2022, σσ. 286) εμπλουτισμένο με ένα εκτεταμένο επίμετρο, όπου ερευνώνται οι εξελίξεις κατά τη διαρρεύσασα τριακονταετία στον τομέα αυτό για την εναρμόνιση νομιμότητας και κανονικότητας με την επισήμανση των μεταβολών που έγιναν, αλλά και των περιοχών εκείνων των σχέσεων που παραμένουν προβληματικές. Στη 2η αυτή έκδοση παρατίθεται, επίσης, στο τέλος του βιβλίου, επιλεγμένη (και απολύτως εξειδικευμένη θεματολογικά) νεότερη βιβλιογραφία (1994-2022). 
Τo βασικό πόρισμα της μακρόχρoνης εvασχoλήσεως του συγγραφέα με τη διαπάλη πoυ εvδημεί στις σχέσεις Πoλιτείας και Εκκλησίας στη χώρα μας, όπως αναλύεται με εύληπτο τρόπο στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είvαι ότι πoλλά από τα ζητήματα πoυ ταλάvισαv θεωρία και πράξη έχoυv δημιoυργηθεί εκ τoυ μη όvτoς και θα ήταv ευχερής η επίλυσή τoυς, ακόμη και υπό τo σύστημα σχέσεωv Πoλιτείας και Εκκλησίας πoυ καθιερώvει τo ισχύoν Σύvταγμα και στο πλαίσιο των διακριτών τους ρόλων. 
Στο δεύτερο μέρος, που αναφέρεται στην εναρμόνιση νομιμότητας και κανονικότητας στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, προτείνονται λύσεις για μείζονα εκκρεμή ζητήματα, όπως η συνταγματική κατοχύρωση όλων των ιερών κανόνων (δογματικών τε και διοικητικών - καθώς νομολογιακώς υπάρχει κατοχύρωση μόνο των δογματικών, επί τη βάσει αποφάσεων του ΣτΕ), η συμμετοχή των λαϊκών στη διοίκηση της Εκκλησίας, η αναμόρφωση της εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης (θέμα που θ΄ απασχολήσει και το Συνέδριο που προγραμματίζει για το ερχόμενο φθινόπωρο στη Λάρισα η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου σε συνεργασία με τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου, βλ. σχετ. Ιδιωτική Οδός, 24.04.2024), κ.α. 
* Με τον καθηγητή κ. Κονιδάρη με συνδέει μια πολύχρονη, διττή σχέση μαθητείας: πρώτον και εμμέσως, υπό την προτέρα ιδιότητά μου ως δημοσιογράφου – εκκλησιαστικού συντάκτη που προσέτρεχα στα επιστημονικά - περί το Εκκλησιαστικό Δίκαιο - συγγράμματά του για να τεκμηριώσω νομοκανονικά τα (εκκλησιαστικά) ρεπορτάζ μου - ιδίως σε περιόδους εξημμένων παθών και συσσωρευμένων εντάσεων (όπως κατά τις αρχές της δεκαετίας του ΄90, οπότε την Εκκλησία ταλάνισε επί μακρόν η υπόθεση των 12 εκπτώτων – από το 1974 – “ιερωνυμικών” λεγομένων μητροπολιτών, μετά τη δικαιωτική γι΄ αυτούς - τον Οκτώβριο του 1990 - απόφαση του ΣτΕ) και δεύτερον, και αμέσως, υπό την σημερινή επαγγελματική μου ιδιότητα ως θεολόγου καθηγητή Β/θμιας και ιδίως στην περίπτωση της εκδόσεως σε εμπλουτισμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα που αφορά στο εκκλησιαστικό ζήτημα της Επταετίας (1967-1974). 
Εχοντας προ πολλού ασχοληθεί και ο ίδιος ο κ. καθηγητής με το εν λόγω ζήτημα, από την 1η έκδοση (1994) του εν θέματι προαναφερθέντος μνημειώδους έργου του (το ειδικότερο μέρος του οποίου περί της Εκκλησίας κατά την Επταετία θεωρώ οιονεί πρόδρομο της δικής μου μελέτης), μου προσέφερε τις πολύτιμες επιστημονικές του συμβουλές για την έκδοση της διατριβής μου σε βιβλίο προσέτι δε μου έκαμε και την εξαιρετική τιμή να προλογίσει το υπό τον τίτλο «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση» (Θεσσαλονίκη: Εκδ. Επίκεντρο, 2017, σσ. 424) κυκλοφορηθέν βιβλίο μου. Το θεωρώ υψίστη τιμή από τη θέση αυτή το καταθέτω· εγκαρδίως και ευγνωμόνως. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σύμβουλος Εκπαίδευσης Θεολόγων (ΠΕ01), δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr)

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Νέο Δ.Σ. στην Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

Ο νέος πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Δημήτρης Νικολακάκης

Σε σώμα συγκροτήθηκε το νεοεκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και στις τάξεις της καταλέγονται πανεπιστημιακοί, δικαστικοί, δικηγόροι και θεολόγοι αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων (M.Sc., Ph.D.). 
Η απολογιστική Γενική Συνέλευση της Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί την περασμένη εβδομάδα (Πέμπτη, 18.04.2024) στην αίθουσα συνεδριάσεων των Εκδόσεων Σάκκουλα και στη διάρκειά της ο Πρόεδρος του απερχομένου – ήδη απελθόντος – Δ.Σ. και ιδρυτής (2014) της Εταιρείας, ομ. Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης ανεκοίνωσε την απόφασή του να απόσχει από την υποβολή υποψηφιότητας προκειμένου ν΄ αναλάβουν τις τύχες της Εταιρείας επιστήμονες της νεώτερης γενιάς, τονίζοντας ότι η μέριμνά του για την Εταιρεία θα παραμείνει διαρκής και άγρυπνη και θα σταθεί μ΄ όλες του τις δυνάμεις στο πλευρό του νέου Δ.Σ. από τη θέση του απλού μέλους. Επίσης, ο κ. Κονιδάρης ενημέρωσε τα μέλη για τα βήματα που έχουν γίνει αναφορικώς με το προγραμματιζόμενο επιστημονικό Συνέδριο της Εταιρείας με κεντρικό θέμα την «Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη» το ερχόμενο φθινόπωρο στη Λάρισα, με συνδιοργανωτές την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου και τον Δικηγορικό Σύλλογο Λαρίσης. 
Χθές (Τρίτη, 23.04.2024) μετά από πρόσκληση του πλειονοψηφίσαντος στις αρχαιρεσίες της Εταιρείας Συμβούλου, καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. κ. Δημητρίου Νικολακάκη (φωτ.), συνήλθαν σε συνεδρία τα μέλη που εξελέγησαν στο νέο Δ.Σ. (για την τριετία 2024-2027) με θέμα τη συγκρότησή τους σε σώμα, το οποίο, μετά από συζήτηση, συγκροτήθηκε ομοφώνως ως ακολούθως: 
Πρόεδρος: Δημ. Νικολακάκης, Αντιπρόεδρος: Αθαν. Κόντης, δικηγόρος, Δρ. Νομικής, Γενική Γραμματέας: Ζωή Καραμήτρου, δικηγόρος, Δρ. Νομικής, ειδική επιστήμων στον Συνήγορο του Πολίτη, Ταμίας: Δημ. Κρεμπενιός, δικηγόρος, Δρ. Νομικής και, τέλος, Έφορος Δημοσίων Σχέσεων: Γεωργ. Ιατρού, δικηγόρος, Δρ. Νομικής. 
Αντιστοίχως στην Εξελεγκτική Επιτροπή εξελέγησαν και ανέλαβαν καθήκοντα οι κ.κ. Θεοδ. Τσιβόλας, δικηγόρος, Δρ. Νομικής, Βασιλική Δημάκη, δικηγόρος, M.Sc. Νομικής και Χρ. Ξουρής, δικηγόρος, M.Sc. Νομικής. 
Το Δ.Σ. ευχαριστεί όλα τα μέλη για τη συμμετοχή και την εμπιστοσύνη τους και προτίθεται ν΄αναλάβει σχετικές πρωτοβουλίες αλλά και να αξιοποιήσει κάθε πρόταση μέλους που θα αφορά στην εκπλήρωση των σκοπών της Εταιρείας.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Ευάγγελος Βενιζέλος: “Εσχατολογικά το μέλλον μας είναι άφυλο”


Όπως είναι γνωστό, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε με ευρεία πλειοψηφία το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την νομιμοποίηση του γάμου για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. 
Το νομοσχέδιο, με τίτλο «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και άλλες διατάξεις», είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από τις 24 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2024 και ώρα 21:00.
Μιά μέρα πριν από την δημόσια διαβούλευση, το μη κερδοσκοπικό Σωματείο ”Κύκλος Ιδεών”, που ιδρύθηκε το 2015 από τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο ΑΠΘ και πρώην αντιπρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης, Ευάγγελο Βενιζέλο, οργάνωσε συζήτηση σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, με θέμα: «Γάμος ομοφύλων, τεκνοθεσία, παρένθετη μητρότητα. Συνταγματικό πλαίσιο και νομοθετική ρύθμιση».
Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, πήραν μέρος οι: Αικατερίνη Φουντεδάκη, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Αντώνης Καραμπατζός, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια, Νομικής Σχολής ΑΠΘ. 
Παρά την ψήφιση του νόμου «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και άλλες διατάξεις», η συζήτηση διατηρεί το ενδιαφέρον και την επικαιρότητα της και γι’ αυτό παραθέτουμε το σχετικό βίντεο.


Ο Ευάγγελος Βενιζέλος τόνισε χαρακτηριστικά: 
"Μετά την Ανάσταση δεν υπάρχει έμφυλος βίος. Έχει σημασία αυτό, διότι όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, στη γνωστή σκηνή με τους Σαδδουκαίους που κάνουν ερωτήματα στον Ιησού, για το τι θα γίνει μία γυναίκα που παντρεύτηκε διαδοχικά επτά αδέλφια και πέθαναν όλοι, και στην Ανάσταση τίνος γυναίκα θα είναι αυτή η γυναίκα; Απάντησε ο Ιησούς ότι δεν έχετε καταλάβει τι σας λέω, δεν έχετε καταλάβει ότι «εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν, ούτε εκγαμίζονται, αλλ’ ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισί», δηλαδή άνευ φύλου, ως άγγελοι. Δεν υπάρχει λοιπόν έμφυλη εσχατολογία και αυτό σημαίνει ότι στην προοπτική δεν θα υπάρχει και αυτή η διάκριση μεταξύ ομοφυλοφίλων και ετεροφυλοφίλων και ούτω καθεξής. Οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί αλλά και οι ταυτότητες των φύλων θα έχουν αρθεί μέσα από αυτή την προοπτική της άφυλης εσχατολογίας". 
Δείτε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο εδώ


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

"ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ" ΜΕ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΣΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΒΑΒΟΥΣΚΟ (ΒΙΝΤΕΟ)


Η ενορία του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού παρουσιάζει την διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται εργάτες του πνεύματος και της τέχνης. 
Στην τεσσαρακοστή πέμπτη εκπομπή προσκεκλημένος ο Δρ Αναστάσιος Βαβούσκος, Δικηγόρος, Άρχων Ασηκρήτης της Μ.τ.Χ.Ε 
Επιμελείται και παρουσιάζει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Κάμερα, τεχνική επεξεργασία: Κατερίνα Δ. Λεονάρδου, Μαργαρίτα Κυρ. Στασινού 

 

Ο Αναστάσιος Βαβούσκος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1967 και είναι Δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, από το 1992. Μετά τη ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του εισήχθη το 1986 στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε το 1990 με βαθμό πτυχίου Άριστα. Κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο έτος των σπουδών του (ακαδημαϊκά έτη 1987 – 1988, 1988 – 1989 και 1989 – 1990) έλαβε και υποτροφία λόγω των επιδόσεών του στα μαθήματα των ετών αυτών. Στη συνέχεια, το έτος 1990, εισήχθη κατόπιν εξετάσεων στο μεταπτυχιακό τμήμα του Τομέα Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών Θεσσαλονίκης, από όπου έλαβε τον αντίστοιχο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών επιπέδου Master, με βαθμό πτυχίου Άριστα. 


Η διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία του με τίτλο: «Κληρονομική διαδοχή μοναχών κατά τα εν Ελλάδι ισχύοντα», βαθμολογήθηκε από την Εξεταστική Επιτροπή ομοφώνως με βαθμό δέκα (10) Άριστα και δημοσιεύθηκε στην Επιστημονική Επετηρίδα του νομικού περιοδικού «Αρμενόπουλος», που εκδίδει ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (έτος 1994). Κατά την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του το έτος 1998 μετέβη στη Γενεύη Ελβετίας όπου ενεγράφη στο Ινστιτούτο Μεταπτυχιακών Σπουδών Ορθόδοξης Θεολογίας παρά τω Ορθοδόξω Κέντρω του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Chambézy Γενεύης, από το οποίο αποφοίτησε το 2000 λαμβάνοντας μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών Ορθοδόξου Θεολογίας επιπέδου Master, διετούς διάρκειας, με βαθμό πτυχίου: Άριστα (summa cum laude). Η διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία του με τίτλο: «La notion de competence dans le droit canon» (Η έννοια της αρμοδιότητος στο Κανονικό Δίκαιο), η οποία παρουσιάσθηκε ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής, στην οποία συμμετείχαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ελβετίας (και μετέπειτα Ανδριανουπόλεως) κυρός Δαμασκηνός ως Πρόεδρος και οι Βλ. Φειδάς Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, G. Vergauwen Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Φριμπούρ και Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αχαϊας κ.κ. Αθανάσιος (νυν εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες), βαθμολογήθηκε ομοφώνως με βαθμό Άριστα (summa cum laude). Το 2001 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τίτλο διδακτορικής διατριβής «Θεμελιώδεις Αρχές Εκκλησιαστικής Δικονομίας – Η αρχή της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των οργάνων απονομής της εκκκλησιαστικής δικαιοσύνης», κατόπιν υποστηρίξεως ενώπιον Εξεταστικής Επιτροπής, στην οποία συμμετείχαν οι Καθηγητές Χαρ. Παπαστάθης ως Πρόεδρος και Γ. Νάκος, Σ. Βαρναλίδης, Ι. Κονιδάρης, Β. Ζησιάδης, Αθ. Καϊσης και Κ. Κυριαζόπουλος και η οποία Επιτροπή απένειμε τον βαθμό: Άριστα.


Πέραν της διδακτορικής διατριβής του έχει συγγράψει τα κάτωθι βιβλία: 
1. «Το Εκκλησιαστικό καθεστώς της Δωδεκανήσου (1912 – 2005)», σσ. 333, Δίκαιο και Θεσμοί (Διευθυντής σειράς: Καθηγητής Χαράλαμπος Παπαστάθης), αριθ. 5, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 2005, 
2. «Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων», σσ. 269, εκδ. Παν. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2010 για την εξυπηρέτηση των διδακτικών αναγκών του ομότιτλου μαθήματος, που διδάσκεται στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, 
3. «Οι θεσμοί του αυτοκεφάλου και του αυτονόμου καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Μελέτες – Πηγές)», (σε συνεργασία με τον Γρηγόριο Λιάντα Επίκουρο Καθηγητή Α.Ε.Α.Θ.), σσ. 215, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014, 
4. «Κώδικας Νομοκανονικός. Ιεροί Κανόνες – Βυζαντινό Δίκαιο – Κανονικά Παραπτώματα», σσ. 1140, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 
5. «Το Ουκρανικό Ζήτημα», σς. 330, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2020. 
Μελέτες, άρθρα, βιβλιοκρισίες, παρατηρήσεις και σχόλια επί δικαστικών αποφάσεων στα γνωστικά αντικείμενα του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. 
Από το 2008 μέχρι το 2013 δίδαξε στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης με την ιδιότητα του Εκτάκτου Επικούρου Καθηγητή τα παρακάτω μαθήματα: α) Εκκλησιαστικό Δίκαιο, β) Κανονικό Δίκαιο, γ) Νομική προστασία Εκκλησιαστικών Κειμηλίων, δ) Ερμηνευτική προσέγγιση ιερών κανόνων. 
Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια και ημερίδες πάντοτε στα γνωστικά αντικείμενα του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και υπήρξε μέλος: 1) της Συντακτικής Επιτροπής της Εξαμηνιαίας Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά», που εκδίδεται από την Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, της οποίας είναι και ιδρυτικό μέλος. 2) της Επιτροπής της Εκκλησίας της Ελλάδος περί καταρτίσεως σχεδίου αναθεωρήσεως του Ν. 5383/1932: «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας» επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, 3) της Επιτροπής της Εκκλησίας της Ελλάδος περί καταρτίσεως σχεδίου αναθεωρήσεως του Ν. 5383/1932: «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας» επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, 4) αναπληρωματικό της Συνοδικής Επιτροπής Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως του Εφημεριακού Κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 
Υπηρέτησε ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού (ειδικότητα Στρατολόγος). Απόφοιτος της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού Κρήτης. Ως Έφεδρος Αξιωματικός αναμείχθηκε ενεργά μετά την λήξη της θητείας του με τα θέματα των Εφέδρων Αξιωματικών. Δραστηριοποιήθηκε στον Σύνδεσμο Εφέδρων Αξιωματικών Νομού Θεσσαλονίκης, του οποίου διετέλεσε Αντιπρόεδρος (δύο θητείες) και Γενικός Γραμματέας (δύο θητείες) και απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του. Λόγω των ειδικών γνώσεων του στα νομικά θέματα των Εφέδρων Αξιωματικών, επελέγη από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ανακληθείς από την εφεδρεία ως Εκπρόσωπος της Ελλάδος στη Νομική Επιτροπή της Διασυμμαχικής Ενώσεως Εφέδρων Αξιωματικών (CIOR) από το έτος 1998 μέχρι 2001 και το έτος 2004, συμμετέχοντας ταυτοχρόνως και στην Υποεπιτροπή για το Δίκαιο του Πολέμου, εκπροσωπώντας πάντοτε την Ελλάδα. 
Είναι: 1) Διδάσκαλος Ορθοδόξου Θεολογίας δυνάμει του υπ’ αριθ. πρωτ. 13/Οκτωβρίου 2000 Πατριαρχικού Γράμματος της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου Α΄, λόγω της λήψεως του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Ορθόδοξη Θεολογία από το ομώνυμο Μεταπτυχιακό Ινστιτούτο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Chambézy Γενεύης. 2) Αναγνώστης της Ιεράς Μητροπόλεως Ελβετίας χειροθετηθείς από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ελβετίας κυρό Δαμασκηνό το έτος 1990. 
Στις 21 Νοεμβρίου 2019 ως αναγνώριση της προσφοράς στην προάσπιση των δικαίων του Οικουμενικού Θρόνου αλλά και του εν γένει επιστημονικού έργου του, η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ τον τίμησε με την απονομή του οφφικίου του Άρχοντα Ασηκρήτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Μιλά Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

ΕΠΑΝΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ Ι.Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


Σε σώμα συγκροτήθηκε το νεοεκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και στις τάξεις της καταλέγονται πανεπιστημιακοί, δικαστικοί, δικηγόροι και θεολόγοι αυξημένων ακαδημαϊκών προσόντων (M.Sc., Ph.D.). Μετά από πρόσκληση του πλειονοψηφίσαντος στις αρχαιρεσίες που έλαβαν χώρα στην Αθήνα κατά τη Γενική Συνέλευση της 1ης Νοεμβρίου 2021 Συμβούλου, Καθηγητή κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη (φωτ.), συνήλθαν την 9η Νοεμβρίου 2021 σε συνεδρία τα μέλη (τακτικά και αναπληρωματικά) που εξελέγησαν στο νέο Δ.Σ. (για τη τριετία 2021-2024) με θέμα τη συγκρότησή τους σε σώμα, το οποίο, μετά από συζήτηση, συγκροτήθηκε ως ακολούθως: 
Πρόεδρος: Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών, Αντιπρόεδρος: Γεώργιος Ανδρουτσόπουλoς, Επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών, Γενικός Γραμματέας: π. Βασίλειος Τρομπούκης, ΕΔΙΠ Νομικής Αθηνών, Ταμίας: Αθανάσιος Κόντης, Δικηγόρος, Δρ. Νομικής και Έφορος Δημοσίων Σχέσεων Ζωή Καραμήτρου – Σταθοπούλου, Δρ. Νομικής, δικηγόρος, ειδική επιστήμων στον Συνήγορο του Πολίτη. Αντιστοίχως στην Εξελεγκτική Επιτροπή εξελέγησαν οι δικηγόροι και Δρ. Νομικής κ.κ. Θ. Τσιβόλας, Αναστασία Πρεκετέ και Δ. Κρεμπενιός. 
Ο επανεκλεγείς Πρόεδρος, Καθηγητής κ. Ι. Μ. Κονιδάρης ευχαρίστησε τα μέλη τόσο του Δ.Σ. όσο και της Γ.Σ. για την ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, ιδιαιτέρως δε ευχαρίστησε όλους εκείνους οι οποίοι προσήλθαν στη Γ.Σ. από περιοχές εκτός Αθηνών (από Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα, Σέρρες, κ.α.).
* Σκοπός της Εταιρείας (http://www.etekkad.gr ) είναι η προώθηση και ο συντονισμός της επιστημονικής έρευνας στο χώρο του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ενώ στους ειδικότερους σκοπούς της περιλαμβάνεται η εξέταση γενικών ή ειδικών θεμάτων που άπτονται του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, ιδίως δε των σχετικών με τη Θρησκευτική Ελευθερία θεμάτων, των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, καθώς και της νομικής, πολιτικής και πολιτιστικής θέσεως των θρησκευτικών συσσωματώσεων εντός και εκτός Ελλάδος, μέσω της διοργανώσεως συνεδρίων, σεμιναρίων ή επιστημονικών συμποσίων. Επιστημονικό όργανο της Εταιρείας είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης

‘Ένα νέο βιβλίο από την επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά «Παράφυλλα» των εκδόσεων Σάκκουλα

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.

Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο ίδιος.

Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και  της (μετά από χρόνια δισταγμών και καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του, υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…)  η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (…)". Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι, ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση της Εκκλησία εκφράζοντας  την άποψη πως ότι το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης. Τελικά, η  αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’  Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.  

Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300 με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και συνεχίζει να παραμένει - η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία – υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του 1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).

Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης,  προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των κανδηλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.

Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών» αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού - το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς - απασχόλησε τις προηγούμενες ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ) Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο  (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο, έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν. 4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος - όπως την είχε εκφράσει με συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 - για την κηδεία και την ταφή του στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική) διαμάχη των τελευταίων ημερών.

* Το έργο επιστεγάζει ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Συντονιστής Εκπ/κού Έργου κλ. ΠΕ01-Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου (xaan@theo.auth.gr ).

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

"Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ" ΣΤΑ "ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΦΥΛΛΑ"


Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ A.E. μας πληροφορούν: 
"Η συμπλήρωση δεκαπενταετίας από την έκδοση της Επιθεωρήσεως Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ και η καθιέρωσή της στον επιστημονικό κόσμο της χώρας μας ως πηγής έγκυρης και έγκαιρης πληροφόρησης για τα ζητήματα των δύο κλάδων, έδωσε την ιδέα και υπήρξε η αφορμή για την ίδρυση της νέας σειράς με τίτλο «Νομοκανονικά Παράφυλλα». 
Η σειρά αυτή περιλαμβάνει νομοκανονικές επιστημονικές μελέτες ευρύτερου ενδιαφέροντος, σε εύληπτο ύφος, έτσι, ώστε να απευθύνονται, πέρα από νομικούς, κανονολόγους και ειδικούς του εκκλησιαστικού δικαίου, και σε ένα ευρύτερο κοινό που ασχολείται ή απλώς θέλει να είναι ενήμερο για το αντικείμενο κάθε έργου". 
Μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορηθεί τρία τεύχη: 
- Γ. Ανδρουτσόπουλος, Οι ανεξάρτητες αρχές για ζητήματα θρησκείας, 2018 
- Ι. Σαρμάς, Σχέσεις πολιτείας και εκκλησίας, 2019 
- Γ. Ανδρουτσόπουλος/Β. Μάρκος, Το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης, 2021. 
Στεκόμαστε στο πρόσφατο, 3ο τεύχος, το οποίος παρουσιάζει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών.
Στο πρώτο μέρος, υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια», εξετάζεται η εκκλησιαστική και η λεγόμενη «πολιτική» κηδεία και προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. 
Στις πρώτες σελίδες του τεύχους (3-5), υπάρχει μια «ιστορική προσέγγιση» της αποτέφρωσης. Εκεί γίνεται αναφορά στην περίπτωση του μεγάλου μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος είχε επιλέξει την καύση. Είχαμε αναφερθεί στο θέμα σε παλαιότερο κείμενό μας για τον Δ. Μητρόπουλο, στο οποίο παραπέμπει ο εκ των συγγραφέων  του τεύχους, Γ. Ανδρουτσόπουλος. 


Συγκεκριμένα αναφέρουν: «Ωστόσο, το ζήτημα βρέθηκε το πρώτον, και μάλιστα μετ’ επιτάσεως, στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στη χώρα μας, το 1960, με τον θάνατο και την αποτέφρωση του μουσικού Δ. Μητρόπουλου, ο οποίος ζήτησε με διαθήκη του να καεί στο εξωτερικό και η τέφρα του να ενταφιαστεί στην Ελλάδα». 
Στην σχετική παραπομπή (υπ. αρ. 9), αναφέρεται: «Ο Μητρόπουλος υπήρξε, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του: «Η σορός μου να μη εκτεθεί εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον». Όπως παρατηρεί ο Π. ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ, σε Τιμητικό Τόμο «Φιόρα Τιμής» για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ (Συνετό), Ζάκυνθος 2009, σ. 159 επ., εδώ σ. 168 επ: «Η επιλογή του Μητρόπουλου για καύση ήταν απολύτως συνειδητή και πρωτοποριακή για την εποχή. Η ιδιωτική του οδός του επέβαλε την αποφυγή κάθε συμβατικού τέλους». 
Π.Α.Α.

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

ΠΑΝΟΣ ΔΟΜΑΛΗΣ: Λαϊκισμός και ευθύνες για το επίπεδο της κοινής γνώμης

Γράφει ο Πάνος Δόμαλης*

THE ATHENIAN TIMES

Η «κοινή γνώμη», όπως αποκαλούμε συχνά τη γενική εικόνα που έχουμε για τις απόψεις της πλειονότητας, πέρα από προβληματισμό, προκαλεί -ομολογουμένως- και μελαγχολία. Εντούτοις η αίσθηση αυτή δεν είναι και τόσο ακριβής αν αναλογιστεί κανείς ότι η λέξη «κοινή» αναφέρεται μόνο στις εκπεφρασμένες απόψεις· τις απόψεις που απλώς εξωτερικεύτηκαν χωρίς όμως να είναι απαραίτητα αντιπροσωπευτικές του συνόλου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όσο «κοινή» και αν είναι πραγματικά αυτή η γνώμη, η γενική αίσθηση είναι -αν μη τι άλλο- ανησυχητική.

Ο δημόσιος διάλογος μοιάζει αθεράπευτα εθισμένος στις κραυγές, τις υπερβολές και τις προσβολές. Η περιήγηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το επιβεβαιώνει. Μήπως η ελληνική κοινωνία έχει κάποια ενδιάθετη ροπή στις υπερβολές κάθε είδους; Ίσως και να έχει. Αυτό που σίγουρα έχει, είναι μια αποστροφή προς τις ήρεμες φωνές και τις λογικές λύσεις. Πάντα είχε. Το γούστο της ελληνικής κοινωνίας όμως, ούτε τώρα διαμορφώθηκε ούτε και τις συνέπειές του βιώνουμε τώρα για πρώτη φορά, απλώς τα social media κάνουν τον εκτροχιασμό αυτόν περισσότερο αισθητό από ποτέ.

Από την προβληματική αυτή εικόνα προκύπτουν δύο κρίσιμα ερωτήματα.

Ποιος έχει ευθύνη για το πρόβλημα; Ποιος επωφελείται από αυτήν την κατάσταση;

Υπάρχει η πεποίθηση πως αιτία της υποβαθμισμένης κοινής γνώμης είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ουσιαστικά η δυνατότητα που δίνουν σε όλους ανεξαιρέτως να εκφραστούν. Δεν είναι όμως τα social media το πρόβλημα, διότι το να εκφραστεί κανείς διαδικτυακά, είναι απλώς μια μορφή του δικαιώματος στον ελεύθερο λόγο. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος, στον οποίο καθρεφτίζεται το χαμηλό επίπεδο. Χαμηλό επίπεδο με ρίζες -ως έναν βαθμό- ορατές. Οι συγκεκριμένες ρίζες, βέβαια, δεν αναπτύσσονται μόνες τους· χρειάζονται κάποιον να τις καλλιεργεί διαρκώς.

Μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το επίπεδο της κοινής γνώμης έχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία την έχουν εθίσει σε έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίληψης των γεγονότων και την έχουν μυήσει σε έναν συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης των απόψεων.

Από τα καλτ τηλε-δικαστήρια των 90s, τις πλατείες των αγανακτισμένων, το δημοψήφισμα του 2015, τα capital controls αλλά και σήμερα με το κίνημα me too και τον κορωνοϊό, ορισμένοι δημοσιογράφοι επιβεβαιώνουν κάθε φορά πως, όταν το χαμηλό πνευματικό επίπεδο συνδυαστεί με την κάθε είδους ιδιοτέλεια, η γνώμη της κοινωνίας μπορεί να ζημιωθεί ανεπανόρθωτα. Η παθολογία δεν περιορίζεται σε ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Οι πολεμικές διατυπώσεις των διαφόρων δημοσιογράφων-νταήδων προκαλούν, πέρα από πόλωση, εθισμό σε έναν τρόπο επιθετικής και αναιδούς έκφρασης. Όλη αυτή η συμπεριφορά προκειμένου να δημιουργείται η αίσθηση μιας ψευδεπίγραφης και υποκριτικής συμπαράστασης προς τον δοκιμαζόμενο λαό. Η ζημιά όμως στο συλλογικό υποσυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας είναι τεράστια.

Στη χώρα μας τα αρνητικά ρεκόρ της δημοσιογραφίας καταρρίπτονται σε καθημερινή βάση. Δημοσιογράφοι -με λαμπρές μεν, λίγες δε, εξαιρέσεις- επιβεβαιώνουν με κάθε ευκαιρία ότι δεν επιθυμούν να αναβαθμίσουν το επίπεδο της κοινής γνώμης, από τη θέση που έχουν. Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι, λόγω της ιδιότητάς τους έχουν την ικανότητα ή και το καθήκον να εκφράζουν γνώμες και κρίσεις επί παντός επιστητού. Δημοσιογράφοι οι οποίοι θεωρούν ότι το δημοσιογραφικό επάγγελμα περιλαμβάνει και την άσκηση ενός οιονεί δικαιοδοτικού έργου χωρίς όμως καμία ειδική γνώση, αφού αυτές είναι «τυπολατρικά δικολαβικά τερτίπια» τα οποία ακούγονται ακατανόητα και ενδεχομένως να κουράσουν το κοινό. Το αποτέλεσμα; Με την υποτιμητική αυτή στάση προς τον έγκυρο νομικό λόγο, οι δημοσιογράφοι αυτοί καταφέρνουν να διαστρεβλώσουν την όποια -έστω εμπειρική- γνώση έχει ο κόσμος για το νόμο και τις σχετικές διαδικασίες. Ωστόσο, άλλο ενστικτώδης αίσθηση για το δίκαιο και το άδικο και άλλο (ευτυχώς) απονομή δικαιοσύνης. Η ημιμάθεια (εξ ορισμού ημι-, λόγω της αποκλειστικά εμπειρικής προέλευσής της) και οι διαστρεβλωμένες έννοιες συναντούν, τώρα, τις ενστικτώδεις προ-ερμηνευτικές αντιλήψεις του κάθε ανθρώπου λόγω του περιβάλλοντος και της προσωπικότητάς του, με καταστροφικές συνέπειες. Καταστροφικές για την ικανότητα αξιολόγησης του κάθε ανθρώπου ως μονάδα και κατ’ επέκταση ως μέρους του συνόλου.

Στα διάφορα -εύκολα και δύσκολα- ζητήματα της απλής καθημερινότητας δεν μπορούμε πάντα να αρκεστούμε σε απαντήσεις «ναι-όχι» και σε κρίσεις τύπου «σωστό-λάθος». Με αυτήν τη θεμελιώδη εμπειρική παρατήρηση ως βάση, είναι απορίας άξιο το πως έχει δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι σε σύνθετα ζητήματα που απαιτούν επιστημονικές γνώσεις, μπορούν να δοθούν απλοϊκές και αυθόρμητες απαντήσεις. Επιστημονική τεκμηρίωση και αυθορμητισμός. Κοινώς: η ημέρα και η νύχτα. Από πού προέκυψε αυτή η βεβαιότητα ορισμένων για τις απλουστευτικές κρίσεις που εκφράζουν; Προέκυψε από την ασυνείδητη μίμηση των αρνητικών προτύπων που αποτελούν οι διάφοροι «σίγουροι» τηλεοπτικοί και ιντερνετικοί «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης. Όταν δημοσιογράφοι και διαμορφωτές αντιμετωπίζουν την επιστήμη ως «κόλπο», τι να διδαχθεί ο άμοιρος δέκτης της ακατάσχετης μπουρδολογίας τους; Σίγουρα διδάσκεται έναν τρόπο έκφρασης μέσω βαρύγδουπων χαρακτηρισμών και χονδροειδών αναλογιών. Η περίσσεια ευκολία με την οποία κάποιοι ξεστομίζουν τη λέξη «χούντα», έχει ως βάση της τον εθισμό στον παραπάνω τρόπο έκφρασης. Άνθρωποι που βρίσκουν τις αναλογίες με την 21η Απριλίου, χαριτωμένες και εύστοχες δείχνουν, πέρα από την πνευματική τους ένδεια, ασέβεια στο δημοκρατικό κεκτημένο. Το κεκτημένο εκείνο που τους δίνει την ελευθερία να το αμφισβητούν. Τα ίδια ακριβώς έλεγαν και στα χρόνια της βαθιάς αντι-μνημονιακής κοινωνικής παράκρουσης και όχι μόνο. Το πότε όμως μια Δημοκρατία μετατρέπεται σε απολυταρχικό καθεστώς και τίθεται ζήτημα -της πολυπόθητης για διάφορους- θεμιτής λαϊκής ανυπακοής, δεν είναι μια υποκειμενική κρίση του κάθε influencer [sic] αλλά απαιτεί εξέταση μιας σειράς βασικών στοιχείων της Δημοκρατίας. Στοιχεία τα οποία βέβαια οι συγκεκριμένοι κρίνοντες δεν έχουν την υπομονή ούτε και τις γνώσεις να εξετάσουν. Η σκληρή αλήθεια για τους θιασώτες των υπερβολών, όμως, είναι ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων λέξεων δεν καθιστά την άποψή τους σοβαρή ούτε και άξια αντιλόγου.

Η αρέσκεια κάποιων να χρησιμοποιούν νομικούς χαρακτηρισμούς προκειμένου να προσδώσουν «πόντους» σοβαρότητας στα λεγόμενά τους, είναι επιτυχημένη εκεί που η σοβαροφάνεια υπερισχύει της αλήθειας. Μην απορούμε με εκείνους που λιβανίζουν το άρθρο 120 του Συντάγματος, το οποίο με κάθε ευκαιρία υφίσταται σοβαρή ερμηνευτική κακοποίηση. Πριν μερικές ημέρες, η μητέρα ενός μαθητή στη Θεσσαλονίκη, συνέδεσε το άρθρο 120 με τα self-test κορωνοϊού (!). Συνταγματικός λαϊκισμός, μια ακόμη όψη του προβλήματος. Βέβαια αυτή η τρικυμία εν κρανίω είναι χρήσιμη για κάποιους. Η σύγχυση εννοιών δεν είναι αποκλειστικότητα του κακού δημοσιογραφικού λόγου· αντιθέτως, τη συναντούμε επίσης ως πάγια τακτική λαϊκιστών πολιτικών που τεχνηέντως μπερδεύουν τις έννοιες. Η σύνδεση της ποιοτικά χαμηλής δημοσιογραφίας με τον κάθε είδους λαϊκισμό και δη τον πολιτικό, γίνεται σταδιακά όλο και πιο ξεκάθαρη. Ο λόγος εκείνων των δημοσιογράφων προετοιμάζει το έδαφος όπου θα αναπτυχθεί ο λόγος εκείνων των πολιτικών.

Η ομοιότητα της γλώσσας και του τρόπου έκφρασης που χρησιμοποιείται από δημοσιογράφους της κακώς εννοούμενης φιλολαϊκής δημοσιογραφίας, κρύβει τη βαθύτερη σύνδεσή της με τον πολιτικό λαϊκισμό. Ποια όμως είναι ακριβώς η σύνδεση της δημοσιογραφικής γλώσσας με τον πολιτικό λαϊκισμό;

Η βασική ομοιότητα είναι η αόριστη και κενή περιεχομένου ρητορεία· η προκατασκευασμένη κοινοτοπία. Το «απόλυτο τίποτα» το οποίο θεωρείται άποψη, αντικείμενο ανάλυσης και επιχείρημα. Ο δημοσιογραφικός και πολιτικός λαϊκιστικός λόγος έχει ως πυρήνα την απλοϊκότητα. Απλοϊκός λόγος βασισμένος σε απλοϊκά συνθηματοποιημένα επιχειρήματα. Σύνδεση του σύνθετου και του τεκμηριωμένου με το ελιτίστικο, με σκοπό τον ευτελισμό της όποιας σοβαρότητας. Ταύτιση του επιτηδευμένα αντισυμβατικού με την ανανέωση και την πρόοδο. Όλα αυτά προλειαίνουν το έδαφος όπου ο λαϊκιστής πολιτικός θα αναπτύξει τις ιδέες του. Ιδέες που βασίζονται πάντοτε στο ίδιο κόνσεπτ· ότι υπάρχουν δηλαδή προφανείς λύσεις για τα προβλήματα της χώρας, τις οποίες όμως, ορισμένες ανάλγητες πολιτικές ελίτ επιδεικτικά παρακάμπτουν και δεν εφαρμόζουν.

Κλασσική περίπτωση ήταν η υπόσχεση «σκισίματος» του μνημονίου, η οποία καλλιέργησε στον κόσμο την εσφαλμένη εντύπωση ότι για την έξοδο από την κρίση υπάρχει και η άκοπη οδός. Θα μπορούσαμε δηλαδή να λύσουμε το πρόβλημα εύκολα· απλώς σκίζοντάς το. Η αποθέωση του λαϊκισμού· φτηνή μαγκιά μέσω ενός γλαφυρού συμβολισμού που πουλάει (με αντίτιμο την ψήφο) ελπίδα γελοιοποιώντας το πρόβλημα. Στην ίδια βάση κινείται το φλερτ με τα δημοψηφίσματα. Γνωστή τακτική κομμάτων που αναπαράγουν έναν δήθεν αγανακτισμένο και υποκριτικό αντί-ελιτισμό. Η αισίως απελθούσα Χρυσή Αυγή είχε ουκ ολίγες φορές εκφράσει την προτίμησή της προς τα δημοψηφίσματα, το δε ΚΚΕ υπόσχεται μηνιαία (!) δημοψηφίσματα για πάσης φύσεως ζητήματα. Βεβαίως από τέτοιου επιπέδου εξαγγελίες δεν θα μπορούσε να λείπει και ένα δημοψήφισμα με αντικείμενο την επαναφορά της θανατικής ποινής, όπως ακριβώς ακούστηκε (μεταξύ άλλων) κατά την τελευταία προεκλογική περίοδο από την Ελληνική Λύση. Ο ρόλος των καναλιών απέναντι στις προαναφερθείσες εξαγγελίες είναι γνωστός. Δημοσιογράφοι απρόθυμοι ή και αδύναμοι να αντιλέξουν στην προκλητική ρητορεία των καλεσμένων τους, επιτρέποντας με τη στάση τους αυτή να ριζώνει η εντύπωση των τάχα εύκολων λύσεων. Ο διάλογος προϋποθέτει και αντίλογο αλλιώς είναι ένας μονόλογος, όπου όλα τα επιχειρήματα γίνονται δεκτά αφού κανείς δεν τα κρίνει.

Η δημοσιογραφία με αυτοσκοπό τους δείκτες τηλεθέασης οι οποίοι ανεβαίνουν όσο ανεβαίνουν οι τόνοι και πληθαίνουν οι ακραίες διατυπώσεις, θα υποβαθμίζει ολοένα και περισσότερο το επίπεδο της κοινής γνώμης. Ένας λαός που δεν είναι συνηθισμένος στις υπερβολές, τις φωνές και την ανθρωποφαγία, δίνει σαφώς λιγότερο χώρο στο δημαγωγικό λόγο να αναπτυχθεί.

Ας πάψουμε επιτέλους να συγχέουμε την έλλειψη αγωγής και την υποκριτική περιφρόνηση των τύπων με την επαναστικότητα. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από δημοσιογραφικό λόγο που δημιουργεί αντισώματα απέναντι στον λαϊκισμό των κατ’ επάγγελμα διαμαρτυρόμενων. Ανάγκη από νηφάλιες φωνές προοδευτικής επιχειρηματολογίας και από κομματικά αδέσμευτο πολιτικό στοχασμό. Μακριά από υστερόβουλα μέσα ενημέρωσης και (αδι)αμόρφωτους διαμορφωτές γνώμης που συντηρούν έναν απερίσκεπτο τρόπο έκφρασης γεμάτο μελοδραματικές παρομοιώσεις· διατυπώσεις που προκαλούν σύγχυση και ανοίγουν τον δρόμο στους διάφορους «φίλους» του λαού.

Ο Πάνος Δόμαλης σπουδάζει στη Νομική του ΕΚΠΑ

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Emmanuel Roucounas: A Landscape of Contemporary Theories of International Law / Το διεθνές δίκαιο ως έργο ζωής


Ο ακαδημαϊκός Μανώλης Ρούκουνας έχει χαρακτηριστεί από φοιτητές του ως «ο χαριέστερος και χαρισματικότερος των καθηγητών της Νομικής Σχολής Αθηνών». 
Στα 86 του χρόνια, μετά από έρευνα 10 ετών, συνέγραψε ένα ογκώδες και πολύτιμο έργο για το διεθνές δίκαιο στα αγγλικά. 
Emmanuel Roucounas: A Landscape of Contemporary Theories of International Law, Εκδόσεις Brill 2019. 
Το βιβλίο του σημαντικού έλληνα νομικού Εμμανουήλ Ρούκουνα παρουσιάζει στο σημερινό (1-11-2020) φύλλο της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ, ο ακαδημαϊκός Πασχάλης Κιτρομηλίδης, επισημαίνοντας ότι το πόνημα αυτό «χαρτογραφεί το τοπίο των σύγχρονων θεωριών του πεδίου» και ότι «είναι ένα πραγματικό σχολείο όχι μόνο για διεθνολόγους, ειδικούς του δικαίου και των διεθνών σχέσεων, αλλά για όλους τους μελετητές των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας τους». 
Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης σημειώνει εύστοχα ότι «το έργο του Εμμανουήλ Ρούκουνα προσκαλεί συνεχώς σε προβληματισμό, με τα ερωτήματα τι είναι ακριβώς το διεθνές δίκαιο, πώς παράγεται, σε τι αποβλέπει και ποιος είναι ο λόγος ύπαρξής του». 
Το βιβλίο του Εμμ. Ρούκουνα έχει διεθνή απήχηση και οι κριτικές των ξένων επιστημόνων είναι διθυραμβικές. 


Θυμίζουμε ότι ο Εμμανουήλ Ρούκουνας είναι και ένας σημαντικός Αιγυπτιώτης, γεννημένος στο Ζαγαζίκ του Νείλου. Το 2009 μας χάρισε το έξοχο βιβλίο: "Πάμε στα νερά - Ελληνικές διαδρομές στην Αίγυπτο" (εκδ. Εστία). Πρόκειται για μνήμες άσβεστες από τη ζωή των Ελλήνων στην Αίγυπτο από το 1930 ως το 1960. 
Δείτε περισσότερα για το βιβλίο αυτό σε παλαιότερη ανάρτησή μας. 
Εμμανουήλ Ρούκουνας: Ένας οικουμενικός έλληνας! 
Του ευχόμαστε από καρδιάς το Εις πολλά έτη, με υγεία και δύναμη από τη Νειλοχώρα! 
Π.Α.Α.


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2020

Βιβλιοπαρουσίαση: Ι. Μ. Κονιδάρη, ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


«Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» 
Νέο βιβλίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Ιωάννη Μ. Κονιδάρη από τις Εκδόσεις Σάκκουλα 
Του Χάρη Ανδρεόπουλου
Ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις καθώς είναι πολύ γνωστός όχι μόνο στον πανεπιστημιακό χώρο και ιδιαιτέρως σ΄ αυτόν της νομικής επιστήμης, αλλά και στο ευρύ κοινό χάρη στις αρθογραφικές του παρεμβάσεις, κυρίως από των στηλών της εφημερίδος «Το Βήμα» - της οποίας τυγχάνει τακτικός συνεργάτης - αλλά και από τις συχνές εμφανίσεις του στη κρατική (δημόσια) τηλεόραση, σε συζητήσεις που αφορούν στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, εκφράζοντας λόγο καθαρό και μετρημένο και εν παντί επιστημονικά τεκμηριωμένο.
Πρόκειται για τον ακαδημαϊκό δάσκαλο ο οποίος, με το πλούσιο επιστημονικό του έργο στη Νομική Σχολή του Eθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο επί θεμάτων τα οποία εν γένει άπτονται των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία και επί το ειδικότερον ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της Εκκλησίας - και εν γένει των θρησκευτικών κοινοτήτων - στην ελληνική επικράτεια, έχει συμβάλλει τα μέγιστα την ανάπτυξη του ιδιαιτέρου περί των εν λόγω θεμάτων κλάδου Δικαίου της νομικής επιστήμης και συγκεκριμένα αυτού που έχει επικρατήσει να ονομάζεται, με τον πολύ στενότερο από το περιεχόμενό του όρο, «Εκκλησιαστικό» καθώς, υπό αυτόν τον ομολογιακώς προσανατολισμένο χαρακτηρισμό, περιλαμβάνεται η διδασκαλία τόσο του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας όσο και των σχέσεων της Πολιτείας με τις πάσης φύσεως και προελεύσεως θρησκευτικές συσσωματώσεις. 
Έχοντας, λοιπόν, επί πολλά συναπτά έτη, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, διδάξει στα αμφιθέατρα το μάθημα του εν λόγω κλάδου Δικαίου, ο ομ. καθηγητής της Νομικής Αθηνών και πρόεδρος της Εταιρείας Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κονιδάρης μας παραδίδει (με τη συνεργασία του παλαιού μαθητού και διδάκτορός του κ. Γεωργίου Ι. Ανδρουτσοπούλου, ήδη επικούρου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών) ένα νέο έργο – ένα νέο βιβλίο, άρτι εκδοθέν από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα υπό τον τίτλο “Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου”, το οποίο, αποτελώντας καταστάλαγμα αυτής της μακράς ερευνητικής και διδακτικής του διαδρομής, αποσκοπεί στη συστηματική διδασκαλία του «Εκκλησιαστικού Δικαίου». Το εγχείρημα αναπτύσσεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο εκτίθεται, κατά τρόπο εύληπτο και συνεκτικό, η ύλη του γνωστικού αντικειμένου, στην οποία εντός παρενθέσεων παρατίθενται τόσο οι νομοθετικές πηγές, πολιτειακής ή/και εκκλησιαστικής προελεύσεως, όσο και παραπομπές σε δικαστικές αποφάσεις (τις πιο πρόσφατες ή τις πλέον σημαντικές). Στο δεύτερο - το Παράρτημα – παρουσιάζονται επικαιροποιημένα και ανακαθαρμένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, στα οποία στηρίζεται η έκθεση που περιέχεται στο κυρίως μέρος, με στόχο την ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας με τη συστηματική μελέτη των πηγών, τη διασταύρωση και τον έλεγχο των εκτειθεμένων απόψεων. 


Αναφορικώς με τα επί μέρους περιεχόμενα: Στην Εισαγωγή του βιβλίου εξετάζονται με κάθε δυνατή συντομία, η έννοια, το αντικείμενο και η φύση του Εκκλησιαστικού Δικαίου, οι πηγές και η ερμηνεία του. Στο Μέρος Α΄ του έργου αναλύεται η θρησκευτική ελευθερία, το περιεχόμενό της και οι φραγμοί στην άσκηση της λατρείας. Στο αυτό Μέρος αναλύεται, επίσης, και ο Ν. 4301/2014 που αφορά στη ρύθμιση σειράς θεμάτων που αφορούν στη νομική οργάνωση των εν Ελλάδι θρησκευτικών κοινοτήτων πέραν εκείνων που έχουν οργανωθεί με ειδικές νομοθετικές διατάξεις ως ΝΠΔΔ. Το Μέρος Β΄ αφιερώνεται στην εξέταση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Μετά από μια σύντομη έρευνα των επί μέρους συστημάτων σχέσεων, εξετάζονται διεξοδικώς οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στη νεότερη Ελλάδα τόσο ιστορικώς (με ιδιαίτερη έμφαση στις περιόδους της δικτατορίας 1967-1974 και της μεταπολιτεύσεως) όσο και δογματικώς υπό το ισχύον Σύνταγμα. Στη συνέχεια η ύλη του Δικαίου της Εκκλησίας της Ελλάδος διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αναφέρονται αντιστοίχως: το Μέρος Γ΄ στην οργάνωση της Εκκλησίας, το Μέρος Δ΄ στη διοίκηση της Εκκλησίας, την ιδιαίτερη νομική μεταχείριση κληρικών και μοναχών, περιλαμβάνοντας, επίσης, εκτεταμένες αναφορές και αναλύσεις στα θέματα ταφής, καύσεως και αποτεφρώσεως νεκρών που εισάγουν οι πρόσφατοι Ν. 4277/2014 (αρθ. 48) και Ν. 4368/2016 (αρθ. 19 και 92). Το Μέρος Ε΄ ασχολείται με το εκκλησιαστικό ποινικό δίκαιο (εκκλησιαστικά αδικήματα, επιβαλλόμενες ποινές, κ.λ.π.) και το Μέρος ΣΤ΄ με τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και τη δικονομία. Τέλος, στο Ζ΄ Μέρος εξετάζονται συνοπτικώς τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή η Εκκλησία της Κρήτης (με παράθεση των ρυθμίσεων που εισάγουν στη διοίκησή της οι Ν. 4301/2014 [αρθ. 19, 20] και 4310/2014 [αρθ. 51-54], το ΄Αγιον Όρος και οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου [N. 4301, αρθ. 21, 22]). Ακολουθεί το Παράρτημα, που περιλαμβάνει επικαιροποιημένα τα βασικά νομοθετικά κείμενα, α) για την Εκκλησία της Ελλάδος (Ν. 590/77 περί του Κατασταστικού Χάρτου [Κ.Χ.] αυτής, Ν.Δ. 5383/1932, περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, όπως ισχύει σήμερα), β) για την Εκκλησία της Κρήτης (Σύμβαση Οκτωβρίου 1900 μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Κρητικής Πολιτείας και Ν. 4149/1961 περί Κ.Χ. της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας), γ) για το Άγιον Όρος (Κ. Χ Αγίου Όρους 1924 και Ν.Δ. 1926 περί κυρώσεως του Κ.Χ.) και δ) για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα (αρθ. 1 – 18, Ν. 4301/2014). Το έργο κατακλείει εκτενής βιβλιογραφία, η οποία διαιρείται σε τρία τμήματα: το πρώτο περιέχει τα γενικά έργα εκκλησιαστικού δικαίου, το δεύτερο περιλαμβάνει μονογραφίες, μελέτες και άρθρα και το τρίτο πηγές και χρηστικά βοηθήματα. 
Τα «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου» προορίζονται, εν πρώτοις, για τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του γνωστικού αυτού αντικειμένου. Φιλοδοξούν, όμως, ταυτοχρόνως να αποτελέσουν ένα αξιόπιστο και κατατοπιστικό βοήθημα για τους νομικούς τόσο της θεωρίας όσο και της πράξεως, δικηγόρους και δικαστές που έχουν να αντιμετωπίσουν ζητήματα του δυσχερούς και ιδιαιτέρου αυτού κλάδου του Δικαίου. Απευθύνονται, επίσης, σε θεολόγους και σε ερευνητές από το χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.α.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος και δη της νεότερης. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος (xaan@theo.auth.gr) είναι Δρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Υπηρετεί σε θέση Σχολικού Συμβούλου (Συντονιστού) Θεολόγων (Στερεάς Ελλάδος).
Related Posts with Thumbnails