Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ "ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ" ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Την Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025 το βιβλιοπωλείο "Γωνιά του Βιβλίου" και οι εκδόσεις "Καστανιώτη" διοργάνωσαν την παρουσίαση του μυθιστορήματος του Κώστα Λογαρά “ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ”, στην ιστορική αίθουσα της Φιλαρμονικής - Ωδείου Πατρών. 
Για το μυθιστόρημα μίλησε η κριτικός Λογοτεχνίας Μίνα Πετροπούλου. 
Ακολούθησε εκτενής και ενδιαφέρουσα συζήτηση με το κοινό, την οποία συντόνισε η δημοσιογράφος Κρίστυ Κουνινιώτη. 
Μουσικό χρώμα στην εκδήλωση  έδωσε ο πιανίστας Ανδρέας Κότσιφας. 


Σχεδόν ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου του Κώστα Λογαρά, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού παραμένει αμείωτο. Ακόμα γράφονται κριτικές και γίνονται παρουσιάσεις στο διαδίκτυο. Η σύγχρονη και συναρπαστική γραφή του Κώστα Λογαρά, που προβαίνει σε μια ωμή ανατομία τού σήμερα, είναι ταυτόχρονα ιδιαίτερα γοητευτική και ελκυστική για τον αναγνώστη. 
Επίσης, όπως πολύ εύστοχα γράφτηκε «ο Λογαράς, χωρίς περιστροφές, θέτει τον αναγνώστη προ των ευθυνών του. Οι πιο συντηρητικές πεποιθήσεις μας θα συγκρουστούν με τις ηθικά πιο ολισθηρές. Με άλλα λόγια, μια ιδανική μυθιστορηματική συνθήκη" (Αλέξανδρος Ζωγραφάκης). 

Κριτική του Φίλιππου Δρακονταειδή στο περιοδικό "Πόρφυρας" (τεύχος 187)

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ "ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ" ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Την Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025 η Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS και οι Εκδόσεις Καστανιώτη, διοργάνωσαν την παρουσίαση του νέου μυθιστορήματος του Κώστα Λογαρά με τίτλο: «Διπλή ζωή». 
Για το βιβλίο μίλησαν οι: 
- Φίλιππος Δρακονταειδής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, 
- Παυλίνα Μάρβιν, συγγραφέας, 
- Μίνα Π. Πετροπούλου, φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας, δρ κοινωνιολογίας.
Πολλοί φίλοι του Κώστα Λογαρά, αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών της Αθήνας, πήγαν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του πατρινού συγγραφέα, ο οποίος κυριολεκτικά μας εκπλήσσει με την γραφή του σ' αυτό το νέο του πόνημα: δυνατό, εικονοποιητικό, απρόβλεπτο, απολύτως σημερινό, γι' αυτό και αυριανό! Τα ζητήματα που θέτει αριστοτεχνικά ο Κ. Λογαράς στην "Διπλή ζωή" είναι ό,τι απασχολεί την ελληνική κοινωνία, αλλά και τον άνθρωπο γενικότερα. Είναι ένα μυθιστόρημα που μας δίνει ανάγλυφη την πραγματικότητα της καθημερινότητάς μας και των εύθραυστων σχέσεών μας. Πάντα με απόλυτη αίσθηση του εφήμερου, που κάποιες φορές γίνεται - φευ! - τραγικό. 
Δεν είναι τυχαίο ότι οι κριτικές έχουν υμνήσει το μυθιστόρημα, γιατί ακριβώς συνιστά μια ανατομία της σύγχρονης ζωής που κουβαλάει όλους μας στην πλάτη της...
Παραθέτουμε φωτογραφικά στιγμιότυπα από την παρουσίαση στον ΙΑΝΟ, καθώς και το βίντεο της εκδήλωσης. 


Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Ο ΠΑΣΧΩΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΗΝ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

Σπύρος Καράμπελας, "Υπαγε ανίατε, η ζωή σου θα είναι πόνος" (Η Φαρμακολύτρια)

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Με αφορμή την μνήμη της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας (22 Δεκεμβρίου) δεν μπορεί να μην μνημονεύσουμε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ήτοι το διήγημά του για την Αγία "Η Φαρμακολύτρια" (1900).
Στο διήγημα αυτό ο μεγάλος σκιαθίτης συγγραφέας μας περιγράφει την περιπλάνησή του στις εξοχές της Σκιάθου, την επίσκεψή του στο εγκαταλελειμμένο εκκλησάκι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας και τη συνάντησή του με την ξαδέρφη του Μαχούλα που είχε να τη δει μια εικοσαετία. Ο συγγραφέας μας περιγράφει ένα περιστατικό από το παρελθόν, μια περίεργη «λειτουργία» που είχε τελέσει η ξαδέρφη του σ’ εκείνο το εκκλησάκι ελπίζοντας να γλιτώσει ο γιος της από τα «μάγια» του έρωτα.
Ο Παπαδιαμάντης, όπως έχει προσφυώς χαρακτηριστεί, είναι ο «πάσχων αμαρτωλός». Και αυτό είναι απόλυτα φανερό στα διηγήματά του όπου ο έρωτας είναι πάσχων και συνήθως ανεκπλήρωτος. Ο Κώστας Στεργιόπουλος μελετώντας την Φαρμακολύτρια, όπου πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, επεσήμανε το πάθος του Παπαδιαμάντη, ένα πάθος από το οποίο δεν θέλει να θεραπευτεί. Ο ήρωας καταφεύγει στον ναό της Αγίας Αναστασίας της «Φαρμακολυτρίας», για την οποία λεγόταν ότι αν έζωνε κάποιος τον ναό της επτά φορές με σκοινί από γνήσιο κερί θα μπορούσε να λυτρωθεί από τα μάγια του έρωτος.
Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, ονομάστηκε έτσι, επειδή, κατά το Συναξάρι της, στα χρόνια των μεγάλων διωγμών (3ος αι,) πριν μαρτυρήσει η ίδια, έτρεχε άφοβα στις φυλακές όπου βασανίζονταν οι Χριστιανοί και τους άλειβε με φάρμακα τις πληγές ή τους φρόντιζε με κάποια θεραπευτική αγωγή. Μπορεί η λέξη να ήταν αρχικά «Φαρμακολύτειρα», δηλ. η σώζουσα με φάρμακα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο διήγημα αντιπαραβάλλονται ξεκάθαρα δυο κόσμοι που συμβολίζουν την ενδόμυχη διαμάχη του αφηγητή. Από τη μια μεριά η σελήνη-Εκάτη Φαρμακίδα της οποίας ο ναός βρίσκεται στο ίδιο σημείο με της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας. Άρα, ο χριστιανικός ναός γειτνιάζει με έναν ναό της αρχαίας θρησκείας, της «προ του Προμηθέως εποχής».
Είναι νύχτα, ανατέλλει σχεδόν πανσέληνος πίσω από το λόφο και είναι σαν να βάζει φωτιά σε ένα δέντρο: «η Εκάτη, αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν απόκαυμα» (σελ.161). Η μεταφυσική παρουσία της καταστροφικής σελήνης-Εκάτης, της μάγισσας, συμβολίζεται ως ολέθρια φωτιά, την ολέθρια φωτιά του έρωτα που αφήνει πίσω του αποκαϊδια.
Στο ναό της χριστιανής Φαρμακολυτρίας θα καταφύγει ο ερωτοχτυπημένος και μετά από έναν ύπνο στο στασίδι, χωρίς όνειρα, θα έχει την ενδόμυχη επαφή με το θείο από το βάθος της συνείδησής του, μια φωνή που μοιάζει με χρησμό να ψιθυρίζει: «Ύπαγε, ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου...». Και αισθάνεται «αγρίαν χαράν» (σελ. 171) γιατί κατά βάθος δεν ήθελε να λυθούν τα μάγια του έρωτα. Το εωσφορικό ανάστημα που ορθώνει εδώ ο αφηγητής είναι άλλη μια έμμεση αναφορά σε έναν έρωτα διαρκή και παθιασμένο, προτιμότερο από μια άνευρη, συμβατική ζωή.
Άλλωστε ο Παπαδιαμάντης έτσι κατανοεί και τον θείο έρωτα, ως πόθο - πάθος ασίγαστο!
Γι' αυτό και βλέπει την Αγία - αμνάδα να κράζει προς τον Χριστό «Σέ, νυμφίε μου, ποθῶ!». Είναι μια φράση από το Απολυτίκιο της Αγίας: "Σὲ νυμφίε μου ποθῶ, καί σέ ζητούσα άθλῶ, συσταυροῦμαι, καί συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου ° καί πάσχω διά σέ..."
Παραθέτουμε εδώ δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το διήγημα: 
"… Καὶ τώρα, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ὅταν ἤρχισα ἤδη νὰ φθίνω, ἀφοῦ κατὰ κόρον ἐγεύθην τῆς ζωῆς ὅλην τὴν τρύγα καὶ τὴν πικρίαν, ἐὰν ἐγὼ ἐζήτουν νὰ ζώσω μὲ κηρίον τὸν ναὸν τῆς Μάρτυρος, οὔτε κηρίον πλέον ἁγνὸν θὰ ἠδυνάμην νὰ εὕρω, διότι ἀπὸ πολλοῦ ὅλοι οἱ κηροπλάσται ἐπώλουν νοθευμένα κηρία, καὶ οἱ μελισσοτρόφοι αὐτοὶ εἶχον μάθει νὰ νοθεύωσι τὸ κηρίον πρὶν τὸ πωλήσουν. Καὶ ὁ ναΐσκος τῆς Ἁγίας εἶχε περιέλθει εἰς παρακμὴν καὶ ἀτημελησίαν οἰκτράν, διότι ἡ θρησκευτικὴ εὐλάβεια μεγάλως εἶχεν ἐκπέσει ἐν τῷ μεταξύ. Δύο εἰκόνες λαδωμέναι καὶ φθαρμέναι ὑπῆρχον μόνον εἰς τὸ τέμπλον τὸ σαπρόν, ἡ μορφὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δεξιά, καὶ ἀριστερὰ ἡ εἰκὼν τῆς ἀμνάδος του, τῆς στρεφούσης πρὸς αὐτὸν τὸ πρόσωπον, καὶ φαινομένης ὡς νὰ ἔκραζε μεγάλῃ τῇ φωνῇ: «Σέ, νυμφίε μου, ποθῶ!» Αἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου εἶχον γίνει ἄφαντοι. Ἴσως εἶχον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὰς χεῖρας φιλαρχαίων ἢ ἐραστῶν τῆς Βυζαντινῆς τέχνης…
Ὤ! ἑπτάκις μόνον;… Ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ θὰ εἶχον τώρα ἀνάγκην νὰ περιζώσω τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας!… Τοσάκις εἶχε περιεζωσμένην τὴν καρδίαν μου ἡ ἄκανθα τῆς πικρᾶς ἀγάπης, τοσάκις τὴν εἶχε περισφίγξει τὸ ἑρπετὸν πάθος, τὸ δολερόν… εὐλαβούμην νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἁγίαν, ᾐσχυνόμην νὰ ὁμολογήσω πρὸς ἐμαυτόν, ὅτι ἤμην, ὀψὲ ἤδη τῆς ἡλικίας, λεία τοῦ πάθους καὶ ἕρμαιον… Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προσφέρω λαμπάδας καὶ μοσχολίβανον, πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγα τὴν βραδεῖαν… Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων;… Τάχα ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Φαρμακολυτρίας, εἰς τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο μεγαλομάρμαρον κτίριον τὸ αἰνιγματῶδες, νὰ ὑπῆρχε τὸ πάλαι ἱερὸν τῆς Ἀφροδίτης, νὰ ὑπῆρχε βωμὸς τοῦ Ἔρωτος; Ὤ! καὶ ὅμως ἐτηκόμην… ὥρας-ὥρας ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἰατρευθῶ. Βοήθει, Ἁγία Ἀναστασία!"

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΣΙΑΔΗ - ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ


Η 18χρονη Ελευθερία Τσιαδή – Δημητροπούλου μας …ανέτρεψε όλους με το μυθιστόρημά της «Ανάγκασέ με να ελπίζω» (ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2024, σελ. 259). 
Μια συγγραφέας γεννήθηκε με όπλα την ελπίδα και την αγάπη! Ασυνήθιστα μάλλον για τους συνομηλίκους της. Η γραφή της ξεπερνά τα στερεότυπα της ηλικίας της και πάει ίσα στην ουσία αυτών που ορίζουν τη ζωή. 
Η Ελευθερία είναι μια νέα του καιρού της, αλλά ο νους της είναι ελεύθερος από τα τίποτα που συνθέτουν συχνά την καθημερινότητα. Γράφει για το σήμερα, γράφει από και για τον εαυτό της, αλλά τολμά να γράφει και για πράγματα αδιανόητα για την ηλικία της, όπως η εσωτερική ησυχία! 
Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι συναρπαστική, αλλά κυρίως ενδιαφέρει η ματιά της Ελευθερίας, όταν γράφει για την μυθολογία του βλέμματος ή την μνήμη του σώματος. Ή όταν γράφει το ημερολόγιο τής μαμάς τής έφηβης ηρωίδας της, περιγράφοντας και τον ψυχικό κόσμο των μεγάλων. 
Το βιβλίο της Ελευθερίας Τσιαδή – Δημητροπούλου παρουσιάστηκε στην αίθουσα της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών στις 2 Νοεμβρίου 2024. 


Μίλησαν οι: 
Έφη Ταμπακάκη, φιλόλογος – επιμελήτρια κειμένων 
Παναγιώτης Δημητρόπουλος, πολιτισμολόγος – συγγραφέας 
Κώστας Πασχαλίδης, επιμελητής Αρχαιοτήτων – πρόεδρος Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.
Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασαν η Μαρία Δημητροπούλου και η Μαρία Σιγάλα ενώ ηχοτοπία έπλασε η συνθέτρια Μαρία Δαγαλάκη. 
Η όλη εκδήλωση ήταν μια γιορτή της νεότητας, αφού η συγγραφέας ξεκίνησε την δημιουργική πορεία της στην γραφή έχοντας μόλις ενηλικιωθεί. 
Διαβάζοντας το βιβλίο της νεαρής Ελευθερίας, που στάζει αλήθεια, σκεπτόμουν τον λόγο του Τσέχωφ: «Τα δικά μου άγια των αγίων είναι το ανθρώπινο σώμα, η υγεία, το μυαλό, το ταλέντο, η έμπνευση, η αγάπη και η απόλυτη ελευθερία από την καταπίεση και το ψέμα, σε ο,τιδήποτε κι αν αναφέρονται αυτά τα τελευταία». 
Εύχομαι η Ελευθερία να συνεχίσει τον δικό της δρόμο προς την Ελευθερία, ήτοι την ελπίδα και την αγάπη. 
Π.Α.Α.


Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

"Να περάσουμε στο θάνατο με τα μάτια ανοιχτά"


Π.Α. Ανδριόπουλος
Ένα - σχεδόν - 16σέλιδο που κοστίζει σχεδόν δύο ευρώ (!) και θα το ζήλευαν και οι σπουδαιότεροι θεολόγοι ή φιλόσοφοι. 
Σε μια εποχή που η θεσμική Εκκλησία αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον θάνατο κατάματα - αν δεν τον ξορκίζει, ζώντας ουσιαστικά ερήμην της Ανάστασης - ο Αλέξανδρος Ίσαρης (1941-2022) σε πρώτο πρόσωπο εκθειάζει με ποιητικό τρόπο τη θέα από ένα νεκροταφείο που βρίσκεται στον Πύργο της Τήνου και σπεύδει να αγοράσει έναν τάφο «στο λευκότερο σημείο του Αιγαίου» (σ. 12). 
Φαντάζεται ότι, όταν έρθει η ώρα του, θα τον θάψουν εκεί «με άνθη ή φύλλα λεμονιάς, τυλιγμένον με λευκό σεντόνι και για προσκέφαλο ένα μαξιλάρι χωρίς κόμπους, γεμισμένο με λεμονόφυλλα» (σ. 8). 
Την αφορμή για την επίσκεψή του εκεί τη λέει ο συγγραφέας καθώς ξεκινάει το κείμενό του: 
"Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι το τηλεφώνημα που μου έκανε ο Χάνς Βέμπερ, φίλος από το Βερολίνο, στα τέλη Μαΐου του 2000 θα είχε τόσες επιπτώσεις στη ζωή μου.  Οι εκδόσεις Reclam, όπου εργαζόταν ως επιμελητής, είχαν αποφασίσει να εκδώσουν ένα πολυτελές, μεγάλου σχήματος λεύκωμα με τα εκατό ωραιότερα νεκροταφεία της Ευρώπης και ο Χάνς είχε προτείνει εμένα για το νεκροταφείο που βρίσκεται στον Πύργο της Τήνου: "Πέντε σελίδες 24x29, με κείμενα, φωτογραφίες και σχέδια δικά σου", μου είπε στο τηλέφωνο. " Μία εβδομάδα στον Πύργο, όλα πληρωμένα, και η αμοιβή σου θα είναι 4.000 ευρώ. Τί λες;" (σ. 5). 
Ο συγγραφέας πήγε στον Πύργο και θα μείνει, αφού επέλεξε εκεί να είναι η τελευταία του κατοικία. 
« “Εσείς δεν είστε που αγοράσατε έναν τάφο στον Πύργο;”. Έμαθα από τον δήμαρχο ότι η μικρή κοινωνία του χωριού έχει αναστατωθεί από το γεγονός πως ένας ξένος αποφάσισε να ριζώσει στα δικά τους χώματα.» (σελ. 12) 
Μα πώς να μη "ριζώσει στα δικά τους χώματα" αφού ο ίδιος αφηγείται το ιδανικό: 
"Όπως έμαθα από ντόπιους που γνώρισα, τον νεκρό τον σκεπάζουν ακόμα και σήμερα με άνθη ή φύλλα λεμονιάς, τον τυλίγουν μ’ ένα λευκό σεντόνι και για προσκέφαλο του βάζουν ένα μαξιλάρι χωρίς κόμπους, γεμισμένο με λεμονόφυλλα!» (σελ. 8) 
Το "Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς" είναι ένα αφήγημα που μιλάει για το θάνατο μέσα από την κατάφαση της ζωής, που μας προτρέπει, σύμφωνα με τη ρήση της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, "να περάσουμε στο θάνατο με τα μάτια ανοιχτά". 


"Προς το βράδυ οι σκιές σφίγγονται γύρω από τα δέντρα που θροΐζουν τρυφερά και η ατμόσφαιρα γεμίζει ψιθύρους. Καθισμένος σε κάποιο πεζούλι, συλλογίζομαι τη ζωή που πέρασε. Τους ανθρώπους και τις θάλασσες που γνώρισα. Τις πληγές και τις ανθοφορίες που εναλλάσσονταν στο σώμα της ιστορίας μου. Τα νοσοκομεία που επισκέφθηκα. Τους έρωτες, τους χωρισμούς, τις ναυαγισμένες φιλίες. Τους κήπους των παιδικών μου χρόνων. Τις συναρπαστικές περιπέτειες στα στενά δωμάτια της Τέχνης. Τα ποιήματα, τα σχήματα, τα χρώματα, τις μουσικές. Τη μοναξιά μου σε μικρές και μεγάλες πολιτείες. Τη μοναξιά μου στην άκρη ενός βράχου, στην αίθουσα αναμονής κάποιου σταθμού, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Τους φόβους που στοίχειωναν το κρεβάτι μου τις νύχτες. Τα καράβια που με πήγαιναν σε καινούργιες ερημιές. Τους βαρείς χειμώνες και τα καυτά καλοκαίρια..." (σ. 13).
Κι ο συγγραφέας αναλογίζεται καθώς όλο μάτια ρουφάει τον Πύργο και τη ζωή: 
«…όλα αυτά τα θαυμαστά, τα πολύχρωμα και μυρωδάτα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά από μένα. Το κελάηδισμα του σπίνου, οι πρώτες ομιλίες το πρωί, το μουρμουρητό της λεύκας κοντά στο παράθυρο. “Τι υπέροχο αίνιγμα που είναι η ζωή!” αναλογίζομαι.» (σελ. 14)

«Στο νεκροταφείο του Πύργου, όπου θα εγκατασταθώ για τα καλά κάποτε στο μέλλον, προς το βράδυ οι σκιές
σφίγγονται γύρω από τα δέντρα που θροΐζουν τρυφερά και η ατμόσφαιρα γεμίζει ψιθύρους».
(Σκίτσο: Αλέξανδρος Ίσαρης) 


Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Η ΝΕΛΛΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΟΣ" ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ


Της Νέλλης Βουτσινά

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ 
Η γραμμή του ορίζοντος
Εστία 1991 
Είναι η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρόνων, μελαχρινή, πολιτική επιστήμων, παντρεμένη, ελαφρά πάντα ντυμένη. Χωρίζει και αναχωρεί για το πρώτο ελληνικό νησί που θα βρει στο δρόμο της και που καθόλου τυχαία είναι η Πάτμος. Δεν εξηγεί πολλά, δεν ξέρει τα γιατί. Ξέρει ότι μέχρι το ’68 κατοικούσε στο κέντρο του γνωστού κόσμου που ήταν η Κυψέλη, υπήρχε η πλατεία, υπήρχε το ραδιόφωνο, υπήρχαν οι ουρές για τις απογευματινές προβολές στο Κυψελάκι και υπήρχε και η επιτακτική ανάγκη να αρέσεις. Υπήρχε η εβδομάδα που έμοιαζε μ’ ένα ανθεκτικό απόγευμα Σαββάτου, υπήρχαν τα καλοκαίρια που ήταν πολύ εύκολο να μπεις στη θάλασσα και πάνω απ’ όλα υπήρχε τότε η μουσική. Τον Αύγουστο του ’68 δύο ιδρωμένοι τύποι εγκατέστησαν μια τηλεόραση στο σαλόνι τους και από τη στιγμή εκείνη ο κόσμος εισέβαλλε στο σπίτι, η Κυψέλη δεν ήταν πια το κέντρο του και έκτοτε είναι δύσκολο να θυμηθεί πως ήταν η ζωή πριν τον Αύγουστο του ’68. Αργότερα, τον Ιούλιο του ’71, αυτή και άλλοι συνομήλικοι έλληνες, αμήχανοι και μελαγχολικοί ταξίδεψαν στον έξω ξανθό κόσμο για να προσηλυτιστούν στην πραγματική ζωή και να πάψουν να ‘ναι ντροπαλοί. Κάποιοι, μαζί και αυτή δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά, επέστρεψαν και συνέχισαν να χαμηλώνουν το βλέμμα. Αλλά πάντως αργότερα το ’85, όταν στην Βενετία ο Γιάννης της έκανε πρόταση μπροστά στον Άγιο Μάρκο, δε γινόταν να μη δεχτεί, έτσι που η στιγμή ήταν σαν βγαλμένη από διαφημιστικό. Η ζωή έγινε επιτέλους διαφημιστικό, έγινε πραγματική, το καταιγιστικό παρόν νίκησε τη μουσική, όλοι τράβηξαν όσο μακρύτερα γινόταν από τον παιδικό τους εαυτό, κανείς δε νοσταλγούσε τα απογεύματα, κανείς δεν είχε χρόνο. Ακόμα μακρύτερα από το κέντρο, στο νησί-απόκεντρο του κόσμου, η Ρέα Φραντζή παρακολουθεί το ξανθό πλήθος που μαυρίζει ομοιόμορφα, που νομίζει ότι υπάρχει ακόμα μουσική και την παίζει δυνατά, που ξέρει να διασκεδάζει, να μη διστάζει, να μην πονά, να φωτογραφίζει τα απογεύματα και να βουτά στη θάλασσα συχνά. Μέσα από τις εικόνες που περνούν από μπροστά της, ψάχνει την εικόνα που είναι βαθιά φυλαγμένη μέσα της από τη ζωή πριν τον Αύγουστο του ’68, ψάχνει τη μια μικρή φράση, όχι για να εξηγηθεί (ας μείνει οριστικά απληροφόρητη, ας δώσει και μια εξήγηση λιγότερη), αλλά να θυμηθεί και να βρει επιτέλους τη στιγμή , την απολύτως σωστή να πέσει στη θάλασσα, γιατί για την ώρα δεν μπορεί. Εν ολίγοις, στο νησί της Αποκάλυψης, η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρόνων, ελαφρά ντυμένη, περιμένει ένα σημάδι από τον άγνωστο κόσμο που δεν υπήρξε ποτέ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του γνωστού κόσμου. 


Ξαναδιαβάζοντας δεκαπέντε και βάλε χρόνια μετά, βιβλίο τόσο σφιχτά δεμένο με την εμπειρία μιας γενιάς (αυτής που ενηλικιώθηκε και πολιτικοποιήθηκε τη δεκαετία του ’70 μετά την Χούντα, και που στις αναζητήσεις της, η επόμενη δεκαετία αντέταξε την εισηγμένη καταναλωτική ευφορία), ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς η γενιά σου (αφού μια δεκαετία μετά, εσύ δεν μπορείς να ξέρεις πώς ήταν πριν ο ορίζοντας καταληφθεί από παχύρρευστα στρώματα εικόνων και δεν «θυμήθηκες» τις εικόνες που έχει ξεχάσει η Ρέα Φραντζή), μετράς θες δε θες και την απόσταση και την αντοχή. Πολύ περισσότερο που οι κατά Βακαλόπουλο όροι της διελκυστίνδας μεταξύ γνωστού και άγνωστου κόσμου, κουβαλούν ιδεολογικό φορτίο πιο βεβαρημένο με την πάροδο της εικοσαετίας, πιο περιπλεγμένο, ειδικά μέσα στα τρέχοντα συμφραζόμενα και στο όπως όλα δείχνουν, επίπονο κλείσιμο του μεταπολιτευτικού κύκλου. 
Καθώς η απώλεια του βαθύτερου εαυτού, η υπαρξιακή δηλαδή κρίση της Ρέας Φραντζή, στέκεται μετέωρη πάνω σε μια ρήξη μεταξύ δύο κόσμων. Γνωστού και άγνωστου, καινούργιου και παλιού: δύο διακριτά σύμπαντα, που οι όροι τους συντίθενται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Είναι από τη μία, η Ελλάδα του ’60, με τις γνωστές και ριζωμένες στις συνειδήσεις εικόνες τής γειτονιάς και του χωριού. Ένας οροθετημένος και δεδομένος φαντασιακός χώρος, ένα περιβάλλον-μήτρα όπου ο εαυτός μπορεί να είναι αρραγής και αθώος, ο χρόνος μπορεί να είναι συνεχής, αφού μέσα στο παρόν αναπνέει και το παρελθόν, κυοφορείται και το μέλλον. Είναι ο κόσμος της συνοχής και της συνέχειας, του συμπαθητικού και ντροπαλού παρόντος και του βλέμματος που μπορεί να χαμηλώνει. Και ακόμα με τους όρους του Βακαλόπουλου: ο κόσμος του αιώνιου απογεύματος του Σαββάτου, της μουσικής -που ακόμα υπάρχει και κοιτά στα μάτια τον πόνο, και της αυτονόητης θάλασσας -που είναι πάντα τόσο εύκολο να μπεις. 
Και είναι μετά η ρήξη: το άνοιγμα στον ξανθό κόσμο, η εισβολή και η έκτοτε αναπόφευκτη παρεμβολή άλλων εικόνων. Εικόνων που επιβάλλονται ως πραγματική ζωή, ως ένα αδιαφιλονίκητο και αυτάρεσκο παρόν που έστειλε στον αγύριστο τους αιώνες. Εικόνων που τελεσίδικα διαρρηγνύουν τη σχέση με τον παρελθόντα χρόνο και τον παλιό εαυτό. Είναι οι εικόνες ενός γενναίου νέου κόσμου που εκφυλίζει τον πόνο σε πόζα, και που προκύπτει σαν ιστορική αναγκαιότητα από τη μακρινή εκείνη μέρα, που ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος με τους σταυροφόρους του μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη και τα έκαναν γυαλιά-καρφιά. Και ήταν έκτοτε, ιστορική αναγκαιότητα να γνωρίσει η ανθρωπότητα τον εαυτό της μέσα από τα υπέροχα δυτικά διαφημιστικά, ήταν ιστορική αναγκαιότητα να υποκλιθούν όλοι στην αναγκαιότητα των πολιτικών επιστημών και ήταν ιστορική αναγκαιότητα οι Κέλτες επιτέλους να διαβούν και το απόγευμα να παραδώσει το πνεύμα. Έτσι όμως βρέθηκε η Ρέα Φραντζή χαμένη κάπου ανάμεσα στον μελαγχολικό ύπνο της Ανατολής και στην κουρασμένη αϋπνία της Δύσης, ανήμπορη να μπει στη θάλασσα. 
Έτσι, αν η Γραμμή του ορίζοντος, εξαντλούνταν στο παλιό, κραταιό και αναλόγως πάντα φορτισμένο «Δύση ή Ανατολή», η ανάγνωση δεκαπέντε χρόνια μετά, απλώς θα διαπίστωνε την απόσταση. Όμως η συναρμογή από τον Βακαλόπουλο των όρων της διελκυστίνδας, δεν της επιτρέπει να τελειώνει έτσι εύκολα μ’ αυτό, άσε που διαβάζοντας παρατηρεί ότι ξαναγοητεύεται. Αφού είναι μία συναρμογή, που ακόμα και όταν χρησιμοποιεί δεδομένους συμβολικούς τόπους (το νησί, η θάλασσα, ο παιδικός εαυτός, τα απογεύματα), χτίζεται και φορτίζεται βήμα το βήμα, με τις αναδιπλώσεις και τις επωδούς της, από δικά της υλικά, ακροβατώντας με αυθάδικη χάρη από το πολύ συγκεκριμένο στο καθαρά ποιητικό, για να εντοπίσει κάθε τόσο, το καίριο και το αγωνιώδες. Τα υλικά της είναι βασικά «πεζά»: οι εικόνες και τα σημεία των καιρών, και εδώ ο Βακαλόπουλος εισέρχεται με όλες τις αποσκευές του Παρισιού (τους φαινομενολόγους και τους θεωρητικούς της επικοινωνίας), για να υπαινιχθεί τους τρόπους που η εικόνα διαβρώνει τόσο τη σχέση με την πραγματικότητα, όσο και με τον εαυτό ή αλλιώς τους τρόπους που η εποχή σκηνοθετεί την επιθυμία. Η χρήση παρ’ όλ’ αυτά, παντού ποιητική, δεν ενδιαφέρεται να εκθέσει ένα δίλημμα, ούτε να ασκήσει κριτική, αλλά να συντάξει αφήγηση, να αναζητήσει μια στάση ή ένα βλέμμα ειλικρινέστερο και αισθαντικότερο στη σχέση του με τα πράγματα. Αίτημα μπορεί ρομαντικό και καθαρά απογευματινό, αλλά ακόμα επιτακτικό. Ανθεκτικά επιτακτικό. Και η αφήγηση σώζεται, (πράγμα που μπορεί να ήταν κι από την αρχή αναμενόμενο), όπως σώζεται και η Ρέα Φραντζή, ή όπως σώζεται κάποιος, όταν συναντάει τον παιδικό του εαυτό, ακόμα και με τρύπες σ’ ολόκληρο το σώμα.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Ο "ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ" ΣΕ ΦΑΝΑΡΙΩΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Λιθογραφία από τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Μνήμη Άντειας Φραντζή

Ο λόγος για τον "Νέο Ερωτόκριτο" του Διονυσίου Φωτεινού (18ος αι.), από μεγαλύτερο άρθρο μας για τον σημαντικό αυτό λόγιο από την Πάτρα που έδρασε στη Ρουμανία. 
Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Διονυσίου Φωτεινού είναι ο «Νέος Ερωτόκριτος». 
«Εν καιρώ της αργίας του» έκαμε μία παράφραση του «Ερωτόκριτου», του γνωστού κρητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στη Ρουμανία. Πρόκειται για μία έμμετρη διασκευή σε καθαρεύουσα φαναριώτικη γλώσσα. «Η εργασία αυτή», σημειώνει ο Κ. Θ. Δημαράς, «εκφράζει πολύ καθαρά και τον αδιάκοπο σύνδεσμο του Κορνάρου με τον νέο ελληνισμό και, αφετέρου, το νεοκλασικιστικό πνεύμα, που πρυτανεύει τότε στα γράμματά μας».
Το έργο εκδόθηκε στη Βιέννη το 1818 σε δύο τόμους και με ωραιότατες λιθογραφίες. Ενδεικτικό της αλλοτινής δημοτικότητας της διασκευής αυτής είναι ότι γνώρισε τουλάχιστον τέσσερις επανεκδόσεις: μία στην Κωνσταντινούπολη (1845), δύο στη Σμύρνη (1864 και 1879), και οπωσδήποτε μία «λαϊκή» στην Αθήνα (το αντίτυπο του Γ. Π. Σαββίδη χωρίς χρονολογία). 
Ο ίδιος ο Φωτεινός στον πρόλογο του έργου εξηγεί στους φιλογενείς αναγνώστες το εγχείρημά του:
«Η παρούσα εποποιία με το να ευρίσκετο εις φράσιν παλαιάν της Γραικικής Κρητικής διαλέκτου, με ιδιωτισμούς πολλά αηδείς και λέξεις βαρβαρικάς σχεδόν δυσνοήτους, έκρινα εύλογον να παραφράσω ταύτην εν καιρώ της αργίας μου προς περιδιάβασίν μου, κατά την νυν καθομιλουμένην ανθηράν και γλυκυτάτην φράσιν των του ημετέρου γένους πεπαιδευμένων Γραικών. Προς περισσοτέραν χάριν δε του συγγράμματος και περιδιάβασιν τερπνοτέραν των αναγινωσκόντων δεν εφύλαξα το αυτό είδος των στίχων απ’ αρχής μέχρι τέλους, ως έθος της εποποιίας, αλλά παραβλέψας τούτο, τη παρακινήσει των εν Βουκουρεστίω της Βλαχίας ελλογίμων και ευγενών φίλων μου, έκαμα ποικίλον το σύγγραμμα, συνθέσας αυτό από διάφορα μέτρα προς τέρψιν των αναγινωσκόντων˙ εφύλαξα μεν το νόημα της του παλαιού Ερωτοκρίτου μυθιστορίας, επηύξησα δε και παρέκτεινα τούτο επί μάλλον και μάλλον με διάφορα έντονα και ανθηρά στιχουργήματα και με τραγώδια κατά τα διάφορα συμβεβηκότα των περιστάσεων». 
Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι η παρεμβολή διαφόρων αποσπασμάτων από δημοφιλή έργα της εποχής, όπως το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» του Ρήγα Βελεστινλή, το «Έρωτος αποτελέσματα» που αποδίδεται στον Αθαν. Ψαλλίδα, τα «Διάφορα ηθικά και αστεία στιχουργήματα» του Ζήση Δαούτη κ.ά. Το έργο εξάλλου διανθίζεται και με ποικίλα στιχάκια, που κυκλοφορούσαν ανώνυμα και είχαν μεγάλη διάδοση στο αστικό περιβάλλον από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις παραδουνάβιες επαρχίες. Αυτά τα παρέμβλητα στιχουργήματα φέρουν την ένδειξη «ξένον» και, όπως υπογραμμίζει η Άντεια Φραντζή, «ολοκληρώνουν την ένταξη στο φαναριώτικο κλίμα της μεταγραφής του Φωτεινού, καθώς προσθέτουν στη συνολική γλωσσική και στιχουργική ταυτότητα της μεταγραφής αυτήν του νέου πολιτισμικού κλίματος». «Ελαφρά τραγουδάκια σαλονιού» τα ονομάζει ο Mario Vitti και παρατηρεί: είναι φανερό πως τέτοια στιχάκια, «που ο Δ. Φωτεινός παραθέτει, μεταφρασμένα ίσως από τα ιταλικά, στον “Νέο Ερωτόκριτο”, απηχούν έναν πολιτισμένο τρόπο ερωτοτροπίας στα πλούσια σαλόνια μιας κοινωνίας που διασκεδάζει διακριτικά, κρατώντας μακριά τις βαριές ευθύνες που οι άντρες αντιμετώπιζαν σε άλλους, πλέον κατάλληλους χώρους». 
Ο «Νέος Ερωτόκριτος» είχε μεγάλη απήχηση στη Ρουμανία, μεταφράστηκε εμμέτρως από τον μαθητή του Φωτεινού Anton Pann[xliii] και κυκλοφόρησε «μεταξύ της αστικής τάξεως», αλλά και σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Από τον «Ερωτόκριτο» του Φωτεινού εμπνεύσθηκαν Ρουμάνοι ποιητές, ενώ και σύγχρονοι Ρουμάνοι ακαδημαϊκοί επαινούν το έργο –σε αντίθεση με τους περισσότερους Έλληνες φιλολόγους που κατακρίνουν σφοδρά τον Φωτεινό γι’ αυτή την μεταγραφή. 
Ο κριτικός Στυλιανός Αλεξίου χαρακτηρίζει την μετάφραση του Φωτεινού «ανοσιούργημα».
Ο Άλκης Αγγέλου παρατηρεί: «Από την πλευρά του δικαιολογημένα˙ όχι όμως και από ιστορική πλευρά. Υπήρχε ένα κοινό που όχι μόνο την αποδέχτηκε […], αλλά και ενδεχομένως την είχε προκαλέσει». Ο ίδιος ο Φωτεινός, όπως είδαμε, λέει ότι προέβη στην διασκευή «τη παρακινήσει ελλογίμων φίλων του». 
Ο Mario Vitti, αναφερόμενος στον «Νέο Ερωτόκριτο», αλλά και γενικότερα στην ποίηση της εποχής, κάνει λόγο για «αδράνεια του ποιητικού αισθητηρίου», χαρακτηρίζει ωστόσο «καλοπροαίρετη» την ενέργεια του Διονυσίου Φωτεινού να παραφράσει τον «Ερωτόκριτο», με σκοπό να τον καταστήσει προσιτό στο «γένος» των «πεπαιδευμένων Γραικών». Δεν λείπουν παρ’ όλα αυτά από την ελληνική φιλολογική κριτική και θετικότερες κρίσεις για τον «αβασανίστως χλευαζόμενο» «Νέο Ερωτόκριτο», όπως αυτή του Μιχαήλ Περάνθη, που χαρακτηρίζει «ανθηρή» την παράφραση του Φωτεινού και θεωρεί μεγαλεπήβολο το όλο εγχείρημά του. Παρομοίως και ο Μίλτος Πεχλιβάνος, διαπιστώνοντας τη φαναριώτικη προσοχή προς τη λογοτεχνία της Κρήτης, ξεχωρίζει ως «ωριμότερο δείγμα το δίτομο μεταγλωτισμένο “Νέο Ερωτόκριτο” (1818) του Διονυσίου Φωτεινού».
Δείτε τις σχετικές παραπομπές στην πρώτη δημοσίευση εδώ


Σάββατο 27 Μαΐου 2023

Η ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ


Κατερίνα Κωστίου
Καθηγήτρια Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών
Από τη γραφή του εφήμερου στο ιστορικό μυθιστόρημα 

Σήμερα, το Πανεπιστήμιο Πατρών τιμά το ιστορικό μυθιστόρημα και, παράλληλα, τη συγγραφική αξιοσύνη και την πνευματική ακεραιότητα στο πρόσωπο της Αθηνάς Κακούρη. 
Η εβδομηκονταετής πνευματική και συγγραφική πορεία της από τη γραφή του εφήμερου (τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις και το χρονογράφημα) στο ιστορικό μυθιστόρημα αναδεικνύει τα παραπάνω χαρακτηριστικά που παγιώθηκαν σταδιακά ως στοιχεία της πνευματικής της ιδιοπροσωπίας. Αλλά πώς διαμορφώθηκε αυτή η ιδιοπροσωπία μέσα από την ιδιότυπη αλληλουχία των επιλογών αλλά και των δεσμεύσεων της συγγραφέως; Όπως ήδη αναφέρθηκε από τον Πρύτανη, η συγγραφική δράση της Αθηνάς Κακούρη ξεκίνησε στο Νεολόγο Πατρών το 1950 με ρεπορτάζ από τη Μέση Ανατολή και συνεχίστηκε στον Ταχυδρόμο με τον οποίο συνεργάστηκε σε συστηματική βάση. Το 1952 εμφανίστηκε ως μεταφράστρια σε πανελλήνιο διαγωνισμό μετάφρασης λογοτεχνίας, που προκήρυξαν οι εκδόσεις «Ίκαρος», και κέρδισε το πρώτο βραβείο (με κριτική επιτροπή τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Κ.Θ. Δημαρά και τον Απόστολο Σαχίνη) για τη μετάφραση του διηγήματος Ο διάβολος και ο Ντάνιελ Ουέμπστερ του Στέφεν Βίνσεντ Μπέντετ, που περιλήφθηκε σε σχετικό τόμο των εκδόσεων «Ίκαρος» τον επόμενο χρόνο. Έκτοτε η ενασχόλησή της με τη μετάφραση αγγλικής και γαλλικής λογοτεχνίας, καθώς και ιστορικών συγγραμμάτων υπήρξε συστηματική. 
Η δημοσίευση το 1959 στον Ταχυδρόμο του διηγήματος «Τσάι στης Όλγας», συνοδευόμενου από εικονογράφηση του Μποστ, ήταν η αρχή μιας λαμπρής θητείας στην αστυνομική λογοτεχνία. Τέσσερα χρόνια αργότερα εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο με αστυνομικά διηγήματα (218 ονόματα, 1963), ενώ περίπου ύστερα από μια δεκαετία πέρασε σε μεγαλύτερη φόρμα, γράφοντας το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα (Κυνηγός φαντασμάτων, 1974). Έκτοτε, η συγγραφική της ενασχόληση με την αστυνομική λογοτεχνία συστηματοποιήθηκε οδηγώντας την σε ένα προσωπικό ύφος και σε αναγνωρίσιμους λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Για την εμφάνισή της στα νεοελληνικά γράμματα και τις επιδόσεις της στην αστυνομική λογοτεχνία, ο Στρατής Τσίρκας έγραφε στον Ταχυδρόμο, τον Νοέμβριο του 1963: "Η μεγαλύτερη αρετή της Αθήνας Κακούρη είναι ότι για κάθε διήγημα διαλέγει κι από έναν χώρο, ένα επάγγελμα ή ένα έθιμο, που όχι μόνο τα κατέχει και τα περιγράφει σωστά, αλλά και κάνει την πλοκή να βγαίνει εντελώς φυσικά μέσα από τις ειδικές λεπτομέρειες της κάθε περίπτωσης. Δεν είναι επίσης λίγο το κατόρθωμα να κινήσει σ' ελληνικό χώρο πρόσωπα του αστυνομικού διηγήματος που συνηθίσαμε να βλέπουμε τυλιγμένα με τις ομίχλες της Δύσης". 
Παράλληλα, το 1970, με πρόταση του Άλκη Αγγέλου, ξεκίνησε η ενασχόλησή της με το ιστορικό μυθιστόρημα. Το νεανικό μυθιστόρημα Ο δραπέτης της Αυλώνας εγκαινίασε τη συγγραφή ιστορικών λογοτεχνικών έργων και ακολούθησαν πολλά ιστορικά μυθιστορήματα για τα οποία έχει λάβει βραβεία και διακρίσεις. Παράλληλα, δεν σταμάτησε να δημοσιεύει χρονικά για την νεότερη ελληνική ιστορία, καθώς, όπως η ίδια έχει επισημάνει σε συνεντεύξεις της, «Η ιστορία δεν είναι ούτε το τιμόνι, ούτε τα πανιά, ούτε η πυξίδα, ούτε οι χάρτες ενός πλοίου. Είναι το έρμα. Χωρίς αυτό το πλοίο θα ανατραπεί». Τα περισσότερα έργα της έχουν γνωρίσει πολλές ανατυπώσεις και πολλά έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. 
Πέρα από τα βραβεία και τις διακρίσεις και ακόμα τις μεταφράσεις των έργων της, είναι φανερή η διαρκής εγρήγορσή της: περνώντας από τον χώρο της δημοσιογραφίας και του ρεπορτάζ στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας υπήρξε από τους πρωτοπόρους του είδους στην Ελλάδα, συμβάλλοντας με τα δικά της έργα και με την επιμέλεια συλλογικών έργων αστυνομικής λογοτεχνίας στην καθιέρωσή του είδους. Και παρόλο που σύντομα καθιερώθηκε σε έναν χώρο άβατο τότε για τις γυναίκες συγγραφείς, κερδίζοντας την προσωνυμία «η Αγκάθα Κρίστι της Ελλάδας», η ανήσυχη φύση της την έστρεψε προς το ιστορικό μυθιστόρημα, όπου διακρίθηκε καλλιεργώντας συστηματικά το είδος και συγκροτώντας μια πολύ διακριτή συγγραφική ταυτότητα. 
Είδος ιδιαίτερα απαιτητικό και ολισθηρό, το ιστορικό μυθιστόρημα γνώρισε στην Ελλάδα ευτυχισμένες στιγμές τόσο κατά τον 19ο αιώνα που γεννήθηκε όσο και κατά τον 20ό αιώνα και συνεχίζει να θάλλει έως σήμερα. Άλλοτε με στόχο παιδευτικό, για να συμβάλει στη διαμόρφωση εθνικών συνειδήσεων, ή στη διερεύνηση της ταυτότητας μέσω της αναδίφησης του παρελθόντος, άλλοτε για να φωτίσει το παρελθόν ή και να μιλήσει για ζητήματα του παρόντος παρακάμπτοντας τη λογοκρισία, το ιστορικό μυθιστόρημα έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο φάσμα στοχεύσεων, αλλά και αφηγηματικών τρόπων. Κλασικό, νεωτερικό, μοντέρνο ή μεταμοντέρνο, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα, στον ρεαλισμό του 20ού αιώνα και στην εμβληματική γενιά του 30 ως την εποχή μας το ιστορικό μυθιστόρημα συνεχίζει να ανανεώνεται επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση της τέχνης του λόγου με την ιστοριογραφία και δημιουργώντας πολυφωνικά πεδία ανοιχτά στην ερμηνεία και την αναθεώρηση. 
Μέσα σ’ αυτήν την λαμπρή εξέλιξη του είδους, τα ιστορικά μυθιστορήματα της Αθηνάς Κακούρη κατέχουν μια απολύτως διακριτή και εξέχουσα θέση καθιστώντας τη συγγραφική της φωνή μοναδική για το είδος που καλλιεργεί: βασισμένα σε εξαντλητική έρευνα των πηγών και της βιβλιογραφίας, τα μυθιστορήματά της ανασυνθέτουν δύσκολες ιστορικές εποχές, φωτίζοντας συχνά τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας. Με το ιδιαίτερο ύφος της και τη ματιά της στραμμένη στο παρόν, η συγγραφέας ανασυνθέτει την κοινωνική δομή του παρελθόντος και ανατέμνει το ήθος κάθε εποχής, χωρίς παραχωρήσεις ή ωραιοποιήσεις. 
Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις εποχές στις οποίες επιλέγει η συγγραφέας να τοποθετήσει τις ιστορίες της για να καταλάβει την προτίμησή της για κρίσιμες σελίδες της ιστορίας ή για φάσεις της ιστορίας που ο απόηχός τους επηρεάζει και το δικό μας παρόν. Η ανθρωπογεωγραφία της κινείται από τις ελληνικές παροικίες της Ρόδου, της Κύπρου, της Αλεξάνδρειας των αρχών του 20ού αιώνα στο μυθιστόρημα Με τα φτερά του Μαρίκα (1993), στα Βαλκάνια του 18ου αιώνα στο μυθιστόρημα Η σπορά του ανέμου (1994) και από την Πάτρα του τέλους του 19ου αιώνα στα Πριμαρόλια (1998), στην Αθήνα των Λαυρεωτικών, και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα μυθιστορήματα Χαρταετός (2004) και Ξιφίρ Φαλέρ (2018), αντιστοίχως ή στη γραμμή του Μετώπου των Βαλκανικών πολέμων στο μυθιστόρημα Θέκλη (2005). 
Για λόγους οικονομίας, θα σκιαγραφήσω τη συγγραφική της ταυτότητα μέσα από τα μυθιστορήματά της Πριμαρόλια και Θέκλη: δημιουργήματα της ώριμης συγγραφικής φάσης και τα δύο έχουν γνωρίσει πολλές ανατυπώσεις, έχουν προκαλέσει εξαιρετικά κριτικά κείμενα, ενώ το πρώτο ανέβηκε και στο θέατρο. Επιπλέον, τα Πριμαρόλια είχαν λάβει το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου το 1999, ενώ η Θέκλη, το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών το 2005. Χώρος δράσης στο μυθιστόρημα Πριμαρόλια είναι η Πάτρα των σταφιδέμπορων του 1890 «κοσμοπολίτισσα και ξεφαντώστρα, αρπακτική και φιλάλληλη, όμορφη και πλούσια και δυναμική», όπως αυτοσυστήνεται στο βιβλίο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα 780 σελίδων που συνεχίζει τη διαδρομή της Πάτρας στη λογοτεχνία, η οποία ξεκινά με τον Κοσμά Πολίτη και την Γαλάτεια Σαράντη για να βρει στο πρόσωπο νεότερων άξιους συνεχιστές. Μυθιστόρημα-ποταμός, τοιχογραφία μιας εποχής, που καταγράφει τη σταφιδική κρίση της πόλης, παράλληλα με την απογείωση αλλά και το απόγειο της αστικής τάξης, καθώς και διαχρονικές τροπικότητες της ανθρώπινης φύσης σε οριακές συνθήκες, το μυθιστόρημα επαινέθηκε από την κριτική για την πιστή χρήση της ιστορίας, την πλοκή, τους χαρακτήρες, την οικονομία, τη γλώσσα του, στα οποία θα επανέλθω. Το μυθιστόρημα Θέκλη τοποθετείται στην καρδιά των Βαλκανικών Πολέμων (από τον χειμώνα του 1912 έως την άνοιξη του 1913), που καθόρισαν την εδαφική επικράτεια της σημερινής Ελλάδας, αλλά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις του Εθνικού Διχασμού. Ο δραματικός χώρος μεταφέρεται στο Μέτωπο, το προσωπικό αναδεικνύεται μέσα από το συλλογικό, το δημόσιο συμπλέκεται με το ιδιωτικό. 
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η συγγραφέας δουλεύει με τη μεθοδικότητα και την εμβρίθεια του ιστορικού, αλλά και με την ευαισθησία και την οξυδέρκεια του κοινωνιολόγου και του ψυχολόγου. Η έρευνά της δεν αφορά μόνο το μεγάλο κάδρο της Ιστορίας όπου διαδραματίζονται τα έργα της αλλά και την μικροϊστορία, τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς της εποχής, των συνηθειών, των τόπων. Η Κακούρη γνωρίζει καλά να εντάσσει αρμονικά τη μικροϊστορία στον ρου της συλλογικής ιστορίας και να στερεώνει το νήμα που τις συνέχει. Γνωρίζει ακόμη η συγγραφέας να αξιοποιεί ευρηματικά τα τεκμήρια της αρχειακής της έρευνας, αλλά και να πλάθει ό,τι λείπει κατ’ αναλογίαν των πραγματικών με αληθοφάνεια και πειστικότητα. Μια από τις αδιαμφισβήτητες συγγραφικές αρετές της είναι η διαγραφή χαρακτήρων με οικονομία και λειτουργικότητα, το σημαντικότερο ενδεχομένως εργαλείο για έναν πεζογράφο. Βασικό στοιχείο συγκρότησης της ταυτότητάς τους είναι η γλώσσα, καθώς όσο πιο απομακρυσμένη είναι η εποχή τόσο πιο δύσκολο είναι να αποκτήσουν οι διάλογοι ενάργεια και φυσικότητα. Η εξαιρετική παιδεία της Κακούρη της επιτρέπει να αξιοποιεί την ταξική διαστρωμάτωση της ελληνικής γλώσσας και σε διαφορετικές εποχές. Όπως μαρτυρούν οι αρετές του ύφους της και η ιδεολογική επένδυση των χαρακτήρων που πλάθει, η γραφή της δεν ενδίδει σε ευκολίες. Το ύφος της λιτό και απέριττο διανθίζεται με χιούμορ σε στιγμές οριακής συναισθηματικής πύκνωσης, ενώ, όπως έχει παρατηρήσει η κριτική, πολλές από τις τεχνικές της ενδεχομένως να αρδεύονται από τη θητεία της στην αστυνομική λογοτεχνία, είδος που συγγενεύει, τηρουμένων των αναλογιών, με την κλασική τραγωδία και που μόνο πρόσφατα βρήκε τη θέση του στην ιεραρχική κλίμακα της λογοτεχνίας. Ενδεχομένως εκεί να εδράζεται η ικανότητα της Κακούρη να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με ανατροπές, προοικονομία και εγκιβωτισμούς, καθώς και αυστηρή πειθαρχία της δομής. Η νηφαλιότητα και η αποστασιοποίηση της συγγραφέως αποτυπώνονται στο δικονομικό ρητό «audietur et altera pars» (να ακουσθεί και η άλλη πλευρά), που προτάσσεται ως επιγραφή στο μυθιστόρημα Θέκλη, επιγραφή με καταστατική ισχύ για το μυθιστόρημα, αλλά και για όλο το έργο της συγγραφέως η οποία σε συνέντευξή της επισημαίνει: «Ιστορική αφήγηση χωρίς παράθεση στοιχείων και ελευθερία του αναγνώστη να πεισθεί ή όχι δεν είναι Ιστορία αλλά προπαγάνδα, είναι ένα δόλιο παραμυθάκι. Βέβαια, είναι επίσης ένα βολικό παραμυθάκι.» (Ιντζέμπελης, 26.10.2016). Ακριβώς αυτή τη δολιότητα μάχεται ως συγγραφέας φροντίζοντας να παρέχει στον αναγνώστη τα ιστορικά στοιχεία, τα οποία αφήνει στην κρίση του. 
Με την Αθηνά Κακούρη το ιστορικό μυθιστόρημα βρίσκεται σε μια από τις πιο ευτυχισμένες του στιγμές. Όπως η ίδια έχει δηλώσει σε συνέντευξή της, η διαχείριση της ιστορίας και ο τρόπος δουλειάς της συγγενεύει με της Πηνελόπης Δέλτα. Πέρα από την τεκμηρίωση και τη συναρπαστική της γραφή, η Κακούρη ξέρει να πυροδοτεί τον μηχανισμό της κριτικής σκέψης και να κατευθύνει την αναγνωστική εμπειρία πέρα από την μυθοπλασία στην ενδεχομενικότητα της Ιστορίας, όπως για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα Θέκλη, όπου, όπως έχει επισημάνει η κριτική, με τόλμη και παρρησία υπερβαίνει το επικό εθνικό αφήγημα της επίσημης ιστορίας για να προβληματιστεί πάνω στις επιλογές των ηγετών και τις συνέπειες της ιστορίας, θέτοντας ξανά τον αρχικό προβληματισμό μέσα από τον δρόμο και με τον τρόπο της λογοτεχνίας. 
Πριν περατώσω αυτή την αναγκαστικά λειψή περιδιάβαση θάθελα να προσθέσω μια άλλη όψη της προσωπικότητάς της συναρτημένη με ένα ήθος παλαιάς κοπής, που συνάδει με το συγγραφικό της έργο: Η Αθηνά Κακούρη υπήρξε πάντα στην πρώτη γραμμή του εθελοντισμού υπηρετώντας από διάφορες θέσεις, επιτελικές και μη, το νεοελληνικό πολιτισμό και την κοινωνία. Ήδη από τα χρόνια της Πάτρας είχε αναπτύξει πλούσια κοινωνική δράση: Υπηρέτησε ως Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ερυθρού Σταυρού Πατρών, ως ιδρυτικό μέλος του Τμήματος Αιμοδοσίας Πατρών, ως στέλεχος του Σώματος Ελληνίδων Οδηγών και αργότερα ως μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών και εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. 
Το 2021 η Αθηνά Κακούρη παραχώρησε το προσωπικό της αρχείο και την πλούσια συλλογή της βιβλίων για την Πάτρα στο Εργαστήριο Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου μας. Αξιότιμη και αγαπητή κυρία Κακούρη, ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη σας και υπόσχομαι να αξιοποιήσουμε την πολύτιμη παρακαταθήκη σας. Αλλά πριν από αυτό σας ευχαριστούμε για το έργο σας και ευχόμαστε να δρέψουμε και άλλους καρπούς του συγγραφικού σας ταλέντου και της αξιοθαύμαστης πνευματικής σας ικμάδας.
Ομιλία κατά την αναγόρευση της κας Αθηνάς Κακούρη σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. 

Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

Η ΚΥΡΙΑ ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΘΗΚΕ ΕΠΙΤΙΜΗ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ


Η συγγραφέας, αειθαλής Κυρία Αθηνά Χ. Κακούρη, αγαπημένη της Ιδιωτικής Οδού, αναγορεύθηκε Επίτιμη Διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας, την Τετάρτη 24 Μαΐου 2023, στην Αίθουσα Τελετών "Οδυσσέας Ελύτης" του Πανεπιστημίου Πατρών. 
Το έργο και την προσωπικότητα της τιμώμενης παρουσίασε η Καθηγήτρια του Τμήματος Φιλολογίας Κατερίνα Κωστίου, ενώ ακολούθησε η αναγόρευση της τιμώμενης σε Επίτιμη Διδάκτορα από την Πρόεδρο του Τμήματος Φιλολογίας, Καθηγήτρια Ευφημία Καρακάντζα και η περιένδυσή της από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, Καθηγητή Χρήστο Μπούρα. 
Η εκδήλωση της επιτιμοποίησης ολοκληρώθηκε με την ομιλία της τιμώμενης με τίτλο: «Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;» 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγγραφέας έχει παραχωρήσει όλη τη βιβλιοθήκη της που αφορά στην Πάτρα, καθώς επίσης και το αρχείο της, στο Εργαστήριο Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου (ΕΑΤΤ) του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Το ΕΑΤΤ είναι ερευνητικός φορέας, ενταγμένος σε ακαδημαϊκό πλαίσιο, που αποσκοπεί στην επιστημονική αξιοποίηση αρχειακού υλικού και του Τύπου μέσω του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών και συνεργασιών με ερευνητές και άλλα πανεπιστήμια. Ήδη το έργο της Αθηνάς Κακούρη αποτελεί θέμα εργασιών για τους φοιτητές του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, καθώς και πλαίσιο μεταπτυχιακών εργασιών. 


Παραθέτουμε, στη συνέχεια, την ομιλία της Κυρίας Αθηνάς Κακούρη. 
Τo Iστορικό μυθιστόρημα  - Ιστορικό η μυθιστόρημα; 
Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι είδος σχετικά πρόσφατο, πράγμα φυσικό διότι δεν μπορούσε να υπάρξει πριν από την εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης από τη μια και την διαμόρφωση του μυθιστορήματος ως είδους από την άλλη. Κι αυτό έγινε χοντρικά στα μέσα του 18ου αιώνα. 
Πατέρας του ιστορικού μυθιστορήματος θεωρείται ο Ουώλτερ Σκωτ, πού έγραψε στις αρχές του 19ου αιώνος – σα να λέμε, τόν καιρό πού ωρίμαζε στις περιοχές μας ἡ δυναμική της Εθνεγερσίας. Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα, ὁ Αυθέντης του Μωρέως, του Ραγκαβή, γράφηκε στα 1850, αρκετά κοντά δηλαδή στην πρώτη εμφάνιση του είδους στη Δύση. Έκτοτε το ιστορικό μυθιστόρημα γνώρισε καί γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση παντού, καί φυσικά και στην Ελλάδα. 
Ορισμοί του λογοτεχνικού αυτού είδους έχουν δοθεί τρείς βασικά, αλλά ας μείνουμε σ’εκείνον πού ὁ εξαιρετικός κριτικός λογοτεχνίας Απόστολος Σαχίνης, θεωρεί τόν καλύτερο: ιστορικό είναι το μυθιστόρημα πού έχει ως θέμα πρόσωπα καί γεγονότα μιας περασμένης εποχής καί δημιουργεί το ιδιαίτερο χρώμα του τόπου καί του χρόνου. 
Τα όσα θα πω σήμερα για το Ιστορικό μυθιστόρημα δεν είναι άλλο από τα όσα μου δίδαξε ἡ πείρα – δεν είμαι θεωρητικός (ούτε ιστορικός, ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας, μήτε φιλόλογος,) αλλά ένας ενθουσιώδης αναγνώστης καί ένας τεχνίτης, πού έμαθε κάμποσα πάνω στη δουλειά καί συχνά διερωτήθηκε –τί βαραίνει περισσότερο, η Ιστορία η το Μυθιστόρημα; Καί ἡ απάντηση πού δίνω είναι:
Ακόμη κι ένα μέτριο μυθιστόρημα στέκει - ἤ τουλάχιστον δεν βλάπτει- εάν είναι σωστή ἡ Ιστορία, δηλαδή ὁ ιστορικός ιστός πού πάνω του πλέκονται οι περιπέτειες της ζωής τών ηρώων. 
Ενώ ακόμη κι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα δεν στέκει,-η ενδέχεται να είναι καί βλαβερό - αν ἡ ιστορία δεν είναι σωστή. 
Η Ιστορία, βλέπετε, εκτός από διασκεδαστική καί ενδιαφέρουσα, μπορεί να γίνει και εργαλείο. Εάν το κατασκευάσουμε καί το συντηρήσουμε καλά, τότε μας δίνει πολλές πληροφορίες για τόν εαυτό μας και για τούς άλλους, μας δίνει παραλληλισμούς πού μας βοηθούν να εκτιμήσουμε μια κατάσταση, μας προσφέρει στοιχεία πού – είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι –επηρεάζουν την σκέψη μας και τίς αποφάσεις μας. 
Εάν όμως δεν το φροντίσουμε όπως πρέπει, το εργαλείο αυτό μπορεί καί να παραπλανήσει, να θολώσει την εικόνα τού τί είμαστε εμείς καί, ακόμη χειρότερο, τού τι είναι κάποιοι άλλοι, να δημιουργήσει επικίνδυνες συναισθηματικές φορτίσεις, να μας βάλει σέ λανθασμένους δρόμους καί να μας οδηγήσει σέ καταστροφές. 
Σκοπιμότητες του είδους πού ψευτίζουν την αλήθεια είναι τόσο επικίνδυνες όσο και τα σκανταλέματα της πυξίδας ενός πλοίου. 
Τα παραδείγματα είναι πλήθος – σας συνιστώ μάλιστα το μικρό -αλλά πολύ σοβαρό βιβλίο Dangerous games, επικίνδυνα παιχνίδια, The uses and abuses of history, χρήσεις και καταχρήσεις της Ιστορίας, της διάσημης ιστορικού Margaret Macmillan πού διευθύνει τίς Σπουδές της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. 
Στο βιβλίο αυτό ἡ ΜακΜίλαν αναπτύσσει το πώς -είτε από αμέλεια είτε σκόπιμα -ἠ Ιστορία μπορεί να γίνει εργαλείο παρανοήσεων ἤ και αυτόχρημα προπαγάνδας. 
Θα μου πείτε, ίσως, ότι αυτά ισχύουν μεν για την συγγραφή της Ιστορίας, αλλά όχι για το ιστορικό μυθιστόρημα, όπου ὁ συγγραφέας μπορεί να αφήσει ελεύθερη τη φαντασία του. Έτσι φαίνεται∙ αλλά στην πράξη ἡ ελευθερία αυτή έχει αυστηρά πλαίσια. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι το μυθιστόρημα -επειδή διαβάζεται από ένα ευρύτατο κοινό- μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ ισχυρό μέσον δημιουργίας κοινής γνώμης, προδιαθέσεως, αισθημάτων, φρονήματος. Εδώ όμως αγγίζουμε ένα σημείο πού είναι πολύ λεπτό καί πολύ επικίνδυνο: το ιστορικό μυθιστόρημα πού στοχεύει σέ κάτι. Νομιμοποιείται να γράφεται ένα τέτοιου είδους μυθιστόρημα; Δηλαδή στην ουσία ένα είδος προπαγάνδας; 
H ερώτηση είναι μάταιη, διότι έτσι κι αλλιώς αυτή είναι κοινή πρακτική καί έχουμε πολλά τέτοια μυθιστορήματα, είτε ιστορικά είτε όχι. Η Χάριετ Μπήτσερ Στόου έγραψε «Το Καλύβι του Μπάρμπα Θωμά» στοχεύοντας στην κατάργηση της δουλείας. 
O Ντίκενς έγραψε τόν Όλιβερ Τουίστ στοχεύοντας νά συγκινήσει τούς συμπατριώτες του (μεταξύ άλλων καί) για την άθλια κατάσταση των ορφανοτροφείων. Ὁ Κανταρέ έγραψε το Ὁ Στρατηγός της νεκρής στρατιάς στοχεύοντας (μεταξύ άλλων) στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών.
Αυτό λοιπόν γινόταν καί γίνεται καί θα εξακολουθήσει να γίνεται. Μπορούμε όμως να κρίνουμε πότε νομιμοποιείται καί πότε όχι; 
Πιστεύω πώς ναι. Πιστεύω πώς υπάρχει ένα απόλυτο κριτήριο: ἡ ιστορική αλήθεια, τα εξακριβωμένα στοιχεία. Αυτά, ὁ μυθιστοριογράφος έχει την υποχρέωση να τα αναζητήσει με όλες του τις δυνάμεις, όπως ακριβώς την έχει καί ὁ ιστορικός. 
Πώς βρίσκει την αλήθεια; Ψάχνοντας για να εξακριβώσει τί συνέβη καί γιατί. Σαν καλός ανακριτής θα φροντίσει να ακούσει όλες τίς πλευρές, να εξετάσει αμερόληπτα όλα τα τεκμήρια, να επισημάνει τίς αντιφάσεις, να σταθεί εφεκτικός σέ ὅ τι του φαίνεται αναξιόπιστο, να εξιχνιάσει τα κίνητρα καί κυρίως –κυριότατα- να αντισταθεί στον πειρασμό να προσαρμόσει τα ευρήματά του στις προκαταλήψεις του.
«Μα δεν είναι αυτό δουλειά του Ιστορικού»; θα με ρωτήσετε. «Δεν αρκεί εγώ να πάρω ένα Εγχειρίδιο Ιστορίας, να μάθω τα γεγονότα καί μετά να αφήσω την φαντασία μου ελεύθερη στο μυθιστόρημα;» Όχι, αυτό δεν αρκεί καθόλου! Καί παρακάτω θα σας εξηγήσω γιατί. 
O μυθιστοριογράφος θα δουλέψει ως ιστορικός, θα μεταχειριστεί πηγές, δηλαδή Ημερολόγια ανθρώπων εκείνης της εποχής, εφημερίδες, αλληλογραφία, αρχεία, διπλωματικά έγγραφα...Καλό είναι να μην ξεχνά ότι δεν είναι εκπαιδευμένος ιστορικός, ὅ τι δεν έχει εξασκηθεί στην τεχνική πού απαιτείται καί δεν έχει ασκήσει το μυαλό του να αμφιβάλει, να αντιπαραθέτει, να κρίνει, κοντολογίς ότι του λείπουν πολλά εφόδια καί άρα πρέπει να προσέχει διπλά. 
Του επιτρέπεται όμως να παρουσιάσει ένα μέρος μιας περίπλοκης σύνθεσης, ενώ ὁ ιστορικός οφείλει να παρουσιάσει το σύνολό της. 
O μυθιστοριογράφος έχει λοιπόν αυτήν την ελευθερία να διαλέξει ένα μέρος καί να παρουσιάσει αυτό το μέρος, αλλά όσο καλύτερος μυθιστοριογράφος είναι τόσο πιο πιστά θα απεικονίσει αυτό το μέρος, καί τόσο πιο σωστά θα το τοποθετήσει μέσα στο όλον. 
Επανέρχομαι στα τρία παραπάνω παραδείγματα – την «Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά», τόν «Όλιβερ Τουίστ» καί το «Ο στρατηγός της νεκρής στρατιάς». Είναι καί τα τρία από το επικίνδυνο εκείνο είδος των μυθιστορημάτων πού έχουν ως σκοπό να συγκινήσουν καί να επηρεάσουν. 
Τα δύο πρώτα υπηρετούν την αλήθεια - οι συνθήκες στον αμερικανικό Νότο αποδίδονται σωστά από την συγγραφέα, όπως σωστά αποδίδονται καί οι συνθήκες στα ορφανοτροφεία της Βικτωριανής Αγγλίας από τόν Ντίκενς. 
Τί συμβαίνει όμως με τον «Στρατηγό της Νεκρής Στρατιάς»; εδώ ὁ συγγραφέας δημιουργεί ένα επιλεκτικό παρελθόν - όπου οι Ιταλοί και οι Αλβανοί είναι υψηλόφρονες, γενναίοι και τίμιοι, ενώ οι αξιωματικοί ενός άλλου, μη κατονομαζόμενου λαού (προφανώς όμως οι Έλληνες) είναι δειλοί, σκυλεύουν τους νεκρούς, κλέβουν και αρπάζουν. Ὁ φασισμός δεν αναφέρεται πουθενά, ούτε τα πραγματικά γεγονότα της ιταλικής επιθέσεως εναντίον της Ελλάδος το 1940, ούτε τα της συμπράξεως των Αλβανών με τούς Ιταλούς. Το μυθιστόρημα αυτό είναι το τέλειο παράδειγμα μιας μυθιστοριογραφίας στρατευμένης – είναι μια προσπάθεια να καλλιεργηθεί ἡ εχθροπάθεια μεταξύ γειτόνων. 
Το έργο αυτό του Καντερέ είναι ένα ακραίο παράδειγμα, μέσα σέ πολλά, πάρα πολλά αλλά, όχι τόσο κραυγαλέα, πράγμα που τα κάνει και πιο επικίνδυνα. 
Για μένα, σεβαστός και τιμητέος είναι μόνον ὁ συγγραφέας πού συναισθάνεται την βαριά του ευθύνη να εμφανίσει, στο μυθιστόρημά του, πιστά τα πρόσωπα και τα πράγματα της περασμένης εποχής πού επέλεξε. Το έργο του δεν είναι ένα αθώο παιχνίδι, είναι ύλη δυνάμει εκρηκτική καί ὁ χειρισμός της απαιτεί μεγάλη προσοχή. 
Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος για τον οποίον ὁ συγγραφέας πρέπει να πλησιάσει όσο μπορεί πληρέστερα και πιο αμερόληπτα την περασμένη εκείνη εποχή πού θέλει να ζωντανέψει. 
Πιθανότατα θα ξεκινήσει με ένα απλό βιβλίο γενικής Ιστορίας και θα καταγράψει τίς ημερομηνίες κλειδιά - θα αναζητήσει μετά ειδικότερες μελέτες, θα διαβάσει και ξαναδιαβάσει λογοτεχνία της εποχής, επιστολές πού ίσως θα βρει, και φυσικά εφημερίδες. Πάλι και πάλι θα διαβάσει εφημερίδες -και εάν τύχει να έχει επιλέξει μια περίοδο με έντονες συγκρούσεις, θα διαβάσει πολύ τις εφημερίδες και της μιας και της άλλης πλευράς -τα κύρια άρθρα, αλλά και τα χρονογραφήματα, και τίς επιφυλλίδες, και τίς μικρές αγγελίες…Θα φυλλογυρίσει περιοδικά μόδας για να του γίνει οικείος ὁ τρόπος πού ντύνονταν τότε οι άνθρωποι, τί εργασίες έκαναν, το πώς διασκέδαζαν. Θα εξακριβώσει με τί μέσα μετακινούνταν και πόσο γρήγορα. Και θα προσέξει ιδιαιτέρως στα μυθιστορήματα τα γραμμένα την εποχή εκείνη, τούς διαλόγους, για να καταλάβει πώς μιλούσαν τότε οι άνθρωποι -κι αυτό θα του πει πολλά και για τα ήθη της εποχής. 
 Έτσι σιγά σιγά συγκεντρώνεται στο νου του ένα πλήθος από πληροφορίες και εικόνες και σπαράγματα σκηνών και συγκρουομένων αντιλήψεων, ένας κυκεώνας απ’ όπου όμως, -ξαφνικά- ξεχωρίζει μια μορφή – 
Α! αυτή θα είναι ἠ ηρωίδα μου! λέει έκθαμβος. 
Ή ένα γεγονός: Α! Αυτό είναι τόσο χαρακτηριστικό πού αν το εντάξω στην πλοκή μου θα αναδείξω όλο το πρόβλημα! 
Κοντολογίς, τούς ήρωές του και την πλοκή του τους δίνει το υλικό πού συγκέντρωσε -κι έτσι έχει περισσότερες πιθανότητες να δημιουργήσει κάτι πιστό στην εποχή και την αλήθεια της, αλλά δεν πρέπει να ξεγνοιάσει. Είναι τόσο εύκολο να σέ παρασύρει το παρόν σέ αναχρονισμούς – πέντε χρόνια εργαζόμουν για τά Πριμαρόλια∙ στα πραγματολογικά είχα την πολύτιμη βοήθεια του αξέχαστου Κώστα Τριανταφύλλου και του επίσης βαθύτατου γνώστη της Πάτρας και των πατρινών, τοῦ Νίκου Πολίτη, πού είχαν την καλοσύνη να το διαβάσουν και τελειωμένο∙ το περνούσα κάθε λίγο και από τη κριτική ματιά της αδελφής μου Αλεξάνδρας και της αδελφής μου Μαρίας, πού μαζί είχαμε μεγαλώσει στην Πάτρα και ανταλλάσσαμε αναμνήσεις και παλαιές ιστορίες∙ έγινε ἡ παρουσίαση, δημοσιεύθηκαν κριτικές∙ και μόνον έξη χρόνια αργότερα μου έγραψε μια κυρία από τα Κύθηρα και μου ὑπέδειξε ότι στην σελίδα 397 γράφω ότι ἡ Κα Ζίγκαλη έστειλε να αγοράσει δέκα κιλά βερίκοκα… Κιλά! Πώς κατάφερα να γράψω «κιλά» εγώ πού μεγάλωσα με τίς οκάδες και τα δράμια, και έχω ακόμη τα ζύγια της εποχής εκείνης; 
Κοσκίνισμα λοιπόν χρειάζεται, κοσκίνισμα και πάλι κοσκίνισμα για κάθε σκηνή της αφήγησης και για κάθε στοιχείο. 
Πάντοτε με μεγάλη προσοχή και με την επίγνωση πώς κινδυνεύει να κάνει λάθη, πάντοτε δηλαδή με μπόλικη ταπεινοφροσύνη, θα περάσει ὁ μυθιστοριογράφος από το κόσκινο της λογικής, την κάθε του σκηνή. 
Αλλά με το κόσκινο της λογικής θα την περάσει και ὁ κάθε αναγνώστης. Είναι μεν δέκτης, ὁ αναγνώστης, αλλοίμονο όμως εάν μείνει αδρανής δέκτης. Αλλοίμονο εάν καταπίνει ὅ τι του σερβίρεται - αλλοίμονο εάν αφεθεί να τρέφεται με ὅ τι ανοησία του προσφέρεται. Ὁ αναγνώστης έχει κι αυτός την ευθύνη να σκεφτεί καί να αντιδράσει. 
Όπως ακριβώς αντιδρά στο κρύο ή τη ζέστη, στην πνιγηρότητα ή τόν καθαρόν αέρα, στον θόρυβο ή στην μελωδία – έτσι και στο βιβλίο θα αντιδράσει - ο φ ε ί λ ε ι να αντιδράσει, οφείλει να εκπαιδεύσει το μυαλό του να ζυγιάζει και να κρίνει, προκειμένου να ξεχωρίσει τί θα πετάξει ως υποβολιμαία καλλιέργεια βλαβερών παρορμήσεων, τί θέα θεωρήσει ως άχρηστη σαβούρα και θα το παραμερίσει, και τι θα διαβάσει με προσοχή, θα ξαναδιαβάζει με απόλαυση, καί θα ανατρέχει σ αυτό για να εμπλουτίζει τις ιστορικές γνώσεις του, να διευρύνει τους ορίζοντές του, να εξετάζει ξεχασμένους προβληματισμούς έτσι ώστε ἡ περασμένη εποχή στην οποίαν θα ζήσει για λίγο μέσα από το μυθιστόρημα να συμβάλει στο να καταλάβει καλύτερα το παρόν και να προχωρήσει πιο στέρεα προς το μέλλον. 
Αθηνά Κακούρη


Related Posts with Thumbnails