Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτικός τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτικός τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΑΧΑΪΑΣ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΑ ΩΣ ΤΗΝ "ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΟΛΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ"


Το παραπάνω δημοσίευμα της εφημερίδας Κόσμος της Πάτρας (17.5.2013) στηρίζεται, προφανώς, στην πρόσφατη, σχετική ανάρτηση της Ιδιωτικής Οδού. 
Μετά την είδηση ότι ο Σταυρός του Μαρτυρίου του Πρωτοκλήτου θα μεταφερθεί στη Ρωσία, προς προσκύνησιν υπό των ομοδόξων αδελφών, μόνο ένα σχόλιο αρμόζει:
Είναι ευκολότερο να μεταφερθεί ο Σταυρός του Αποστόλου στη Ρωσία, από το να επισκεφθεί ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος την Πάτρα, στο πλαίσιο της επικειμένης επισκέψεώς του στην Ελλάδα,  και να προσκυνήσει στο Ναό του Πρωτοκλήτου. 


Πάνω στην ώρα, το Επιμελητήριο Αχαϊας προβάλλει με τον δικό του τρόπο την Πάτρα ως "Αποστολική Πόλη όλων των Ορθοδόξων"!
Στην έκδοση TRAVEL magazine που ετοιμάσθηκε ειδικά για το 1ο ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΟ FORUM που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη 16 και 17 Μαϊου 2013, προβάλλεται η Πάτρα ως Αποστολική Πόλη όλων των Ορθοδόξων, με κείμενο στην Ρωσική γλώσσα! Νομίζω πως είναι το πρώτο κείμενο στα ρωσικά με πρωτοβουλία πατρινού φορέα, που αφορά στον πολιούχο Άγιο Ανδρέα. 


Το Επιμελητήριο Αχαϊας θα συμμετάσχει και στο Β’ Συνέδριο Θρησκευτικού Τουρισμού, που διοργανώνει προσεχώς η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος (Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων) και θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη με μεγάλη συμμετοχή από Ρωσικές αποστολές.
Αυτά επί του παρόντος από το ...μέτωπο του θρησκευτικού τουρισμού, σε σχέση με την Πάτρα.
Νομίζω πως έχουμε να δούμε πολλά ακόμη...

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Σε παλαιότερες αναρτήσεις μας όπως, Ο θρησκευτικός τουρισμός σε άνθηση (πλην Πατρών) και επίσης Έπεα πτερόεντα περί θρησκευτικού τουρισμού, πριν δύο και τρία χρόνια, αγαπητοί συνοδίτες, είχαμε επισημάνει το αυτονόητο, ότι δηλ. δεν υπάρχει καμία ανάπτυξη θρησκευτικού τουρισμού στην πόλη του Πρωτοκλήτου, παρά τα παχιά λόγια που ακούγονται κατά καιρούς. Τότε δεν ήσαν λίγοι αυτοί που μας επέκριναν με τη γνωστή προπέτεια.
Σήμερα έρχεται ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών Αθανάσιος Μπέλλας, με άρθρο του στην οικονομική εφημερίδα Εξπρές, να πει τα πράγματα με το όνομά τους, ώστε να μην τρέφονται αυταπάτες και κυρίως να πάψουν την ακατάσχετη φλυαρία περί του θέματος οι απράγμονες. Γράφει μεταξύ άλλων ο καθηγητής:
Η Πάτρα θα μπορούσε να ωφεληθεί ιδιαίτερα λόγω του μοναδικού προνομίου της σχέσης της με τον Αγ. Ανδρέα και του γεγονότος ότι εδώ βρίσκεται η κάρα του Αγίου και άλλα σημαντικά λείψανα. Ειδικά στην Πάτρα, την πόλη του Πρωτόκλητου Ανδρέα, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν έχουν γίνει σοβαρές προσπάθειες στο θέμα αυτό. Ατυχώς, παρά το μοναδικό, σε παγκόσμιο επίπεδο, προνόμιο της πόλης, να είναι ο τόπος όπου δίδαξε και μαρτύρησε ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού και να κατέχει ιερά λείψανα του Αποστόλου, η περιοχή ελάχιστα το έχει αξιοποιήσει, σε σύγκριση με άλλους ανάλογους θρησκευτικούς προορισμούς. Οσο η μοναδική αυτή φυσιογνωμία της περιοχής δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστή στο εξωτερικό με ανάλογη διαφήμιση και προβολή, είναι φυσιολογικό το ρεύμα του προσκυνηματικού τουρισμού από τα άλλα κράτη να βρίσκεται σε μη ικανοποιητικά επίπεδα.
Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι ολόκληρη η ευρεία περιοχή διαθέτει μεγάλο πλούτο θρησκευτικών θησαυρών (βυζαντινές εκκλησίες, μονές, σκήτες, σκηνώματα αγίων), όπως για παράδειγμα οι Μονές Μεγ. Σπηλαίου, Αγίας Λαύρας και άλλες ιστορικές μονές και ναοί, θα διαπιστώσουμε ότι πραγματικά η σημερινή κατάσταση δεν είναι διόλου ικανοποιητική.
Η ευθύνη γι'αυτό βαρύνει όλους μας, ιδιαίτερα όμως όσους είχαν στις προηγούμενες δεκαετίες τις τύχες της πόλης στα χέρια τους και δεν φρόντισαν να δημιουργηθεί ένα στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού.
Και ο καθηγητής Αθ. Μπέλλας αναφέρεται, στη συνέχεια του άρθρου του, στις σχέσεις που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν μεταξύ Πατρών και Αγίας Πετρούπολης, πάντοτε λόγω Αγίου Ανδρέου, τον οποίο τιμούν ιδιαίτερα και οι Ρώσοι ως φωτιστή τους.
Είδα ότι το θέμα θα ανέλυαν στην ενότητα «Θρησκευτικός τουρισμός», σε επιχειρηματικό διήμερο που θα γινόταν αυτές τις μέρες στην Πάτρα, ο καθηγητής Πανεπιστημίου Αθανάσιος Μπέλλας και εκπρόσωπος του Ρωσικού Οργανισμού Θρησκευτικού Τουρισμού Αγίας Πετρούπολης.
Τα καταγράφω για την ιστορία χωρίς να περιμένω πως θα συμβεί κάτι το σημαντικό, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει αυτό που ο καθηγητής επεσήμανε: "στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης". 

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ


Η δημοσιογράφος Λώρη Κέζα γράφει σήμερα στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ένα άρθρο με τίτλο "Ο τζίρος του προσκυνήματος", στο οποίο προσεγγίζει το φαινόμενο του θρησκευτικού τουρισμού, με αφορμή κάποιες κινήσεις του Υπουργείου Πολιτισμού προς την κατεύθυνση αυτή. Ας δούμε το σκεπτικό:
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού υπολογίζει ότι οι θρησκευτικές εκδρομές κάνουν τζίρο περί τα 15 δισ. ευρώ ετησίως. Αυτό έμαθε ο υπουργός Τεχνών και Διακοπών κ. Παύλος Γερουλάνος και αποφάσισε να διερευνήσει το θέμα. Η Ελλάδα θα διεκδικήσει ορθόδοξους προσκυνητές, καθώς από τον πακτωλό εδώ ξοδεύονται 15 εκατ. ευρώ. Μια άτυπη επιτροπή συγκροτήθηκε για να καταγράψει τις συνθήκες και να προχωρήσει σε προτάσεις. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδήμων για να υποθέσει ότι το Αγιον Ορος είναι εν Ελλάδι ο δημοφιλέστερος προορισμός της χριστιανοσύνης. Ακολουθούν τα Μετέωρα, το Σπήλαιο της Αποκάλυψης και η Παναγιά της Τήνου.
Για να καταλάβουμε τη δυναμική που υπάρχει στον θρησκευτικό τουρισμό αρκεί να κάνουμε μια υπόθεση εργασίας: αν το Σπήλαιο της Αποκάλυψης βρισκόταν στην Αμερική, με ποιον τρόπο θα είχε αξιοποιηθεί; Εντάξει, δεν λέμε να φτάσουμε στις ακρότητες μιας Ντίσνεϊλαντ της Ορθοδοξίας, αλλά είναι κατανοητό ότι η Αποκάλυψη έχει απήχηση και σε πληθυσμούς που δεν έχουν αληθινή πίστη. Είναι τόσο ισχυρός ο συμβολισμός που η Πάτμος θα μπορούσε να είναι προορισμός εκδρομής σε όλη τη διάρκεια του έτους. Δεν χρειάζεται ούτε να χτιστεί η νήσος από άκρη σε άκρη ούτε να χάσει τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. Η επιτροπή Γερουλάνου εξετάζει τις τοποθεσίες κατά περίπτωση και μόνον έτσι μπορεί να λειτουργήσει το φιλόδοξο σχέδιο.
Επί παραδείγματι, για την περίπτωση της Τήνου προωθούνται προτάσεις για τον εμπλουτισμό του προγράμματος των προσκυνητών. Το Ιδρυμα της Μονής διαθέτει εξαιρετική γλυπτοθήκη και πινακοθήκη με έργα καλλιτεχνών όπως ο Λύτρας, ο Γύζης, ο Χαλεπάς, ο Ιακωβίδης, ο Σώχος. Η καταγωγή της πλειονότητας αυτών από την Τήνο σχετίζεται με τις υποτροφίες που έδινε το Ιδρυμα της Παναγίας από το 1840 για σπουδές στον τομέα της τέχνης. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται η ιδέα της πεζοπορίας στα μεσαιωνικά μονοπάτια του νησιού, που έχουν αρχίσει να αποκαθίστανται. Δυνατότητες λοιπόν υπάρχουν, το ερώτημα είναι κατά πόσον οι υποδομές μπορούν να στηρίξουν τα μεγαλόπνοα πλάνα.
Η επιτροπή από την πρώτη συνάντηση αναφέρθηκε σε στόχους: οι Ρώσοι, οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι είναι εκείνοι που λόγω ορθόδοξης πίστης, αλλά και γεωγραφικής εγγύτητας μπορούν να αυξήσουν τα αποτελέσματα στον θρησκευτικό τουρισμό. Ας είμαστε όμως ρεαλιστές: χρειάζεται συντονισμός σε εθνικό επίπεδο. Το πούλμαν που φτάνει στο λιμάνι θα πρέπει να έχει έναν εύλογο χρόνο ως την ανταπόκριση με το βαπόρι, τα μουσεία και οι πινακοθήκες θα πρέπει να είναι ανοιχτά περισσότερες ώρες, το σέρβις σε όλες τις συναλλαγές πρέπει να αναβαθμιστεί. Σε κάθε περίπτωση τέτοιες ενέργειες, η προβολή της χώρας μέσα από θεματικές, μπορούν να αποδώσουν πολύ περισσότερο από τη βαρετή εικόνα μιας ξαπλώστρας ή ενός υπουργού που κρεμιέται από τα σκοινιά ιστιοπλοϊκού.
Η επέκταση της ιδέας του θρησκευτικού τουρισμού αφορά τις περιηγήσεις στους λεγόμενους «δρόμους του κρασιού», τον αγροτουρισμό και γενικώς τις επισκέψεις ειδικού ενδιαφέροντος. Οι αριθμοί που καταγράφονται στο εξωτερικό είναι πειστικοί. Επτά εκατομμύρια πιστοί ταξιδεύουν κάθε χρόνο στην Παναγία της Λούρδης στη Γαλλία. Αν δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για όσα θεωρητικά καταγράφονται είναι επειδή έχουν καταγραφεί και στο παρελθόν. Το 2008 κάποια ανάλογη επιτροπή με τη σημερινή είχε οραματιστεί «Τα βήματα του Αποστόλου Παύλου», δηλαδή ανάδειξη και προβολή των σημείων από τα οποία πέρασε ο μαθητής του Ιησού. Υπάρχουν πιστοί περιπατητές πρόθυμοι να πατήσουν άγιες διαδρομές, όπως γίνεται από τον 9ο αιώνα στην Ισπανία στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα. Οπότε;

Σχολιάζω πολύ σύντομα, αγαπητοί συνοδίτες.
Στην Εκκλησία πέφτει μεγάλο μέρος της ευθύνης για το θέμα, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να αξιοποιήσει τον θρησκευτικό τουρισμό για μια σειρά από λόγους, πέρα από τον οικονομικό, και βέβαια θα πρέπει να φροντίσει να είναι προσκυνηματικός και όχι διεκπεραιωτικά θρησκευτικός. Αυτό προϋποθέτει πολλή δουλειά.
Το ελληνικό κράτος, από την άλλη, είναι ήδη πίσω στην αξιοποίηση του φαινομένου ακόμα και σε σχέση με τη γείτονα Τουρκία. Άραγε θα αφυπνισθεί για να προωθήσει το θέμα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κι όχι απλώς με τουριστική λογική;

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

"Пути богомольцев" και ο Χαιρετισμός του Μητροπολίτη Ζακύνθου στο Στ΄ Πανρωσικό Συνέδριο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων

Άρχισε σήμερα το πρωί, στο Προσκυνηματικό Κέντρο του Πατριαρχείου Μόσχας, το Στ΄ Πανρωσικό Συνέδριο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων, με γενικό θέμα "Пути богомольцев", δηλαδή "Οδοί των προσκυνητών" ή επί το ελληνορθοδοξότερον "Πορεία των προς Θεόν δεομένων".

Στην πολυσήμαντη αυτή συνάντηση λαμβάνουν μέρος εκπρόσωποι διαφόρων Ορθοδόξων Εκκλησιών, μεταξύ των οποίων είναι οι Μητροπολίτες Πέτρας και Χερρονήσου Νεκτάριος (Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως), Κυρήνης Αθανάσιος (Πατριαρχείου Αλεξανδρείας), Αρχιεπίσκοπος Φιλιππουπόλεως Νήφων (Πατριαρχείου Αντιοχείας) Επίσκοπος Μοράβιτς (Πατριαρχείου Σερβίας), ο Μητροπολίτης Βάρνας και Βελικιπρεσλάβ Κύριλλος (Πατριαρχείου Βουλγαρίας), ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος (Εκκλησίας Ελλάδας), ο Χωρεπίσκοπος Μεσαορίας Γρηγόριος (Εκκλησίας Κύπρου).

Παρακάτω δημοσιεύουμε κατ' αποκλειστικότητα τον Χαιρετισμό που απηύθυνε προς το Συνέδριο ο Μητροπολίτης Ζακύνθου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ:


Σεβασμιώτατε Εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Μόσχας και Πάσης Ρωσίας κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ,
Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Εκπρόσωποι των Παλαιφάτων Πατριαρχείων και των λοιπών Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών,
Θεοφιλέστατε Επίσκοπε EJORJEVSK κ. Μάρκε,
Αξιότιμε κ. SERGIE ΖHITENEV, Διευθυντά του Προσκυνηματικού Κέντρου της Ορθοδόξου Ρωσικής Εκκλησίας,
Aξιότιμοι κ. Πρέσβεις, Πρόξενοι και λοιποί Εκπρόσωποι των Πολιτικών Αρχών της Χώρας αλλά και των Οργανισμών Τουρισμού,
Εκπρόσωποι των Ταξιδιωτικών Γραφείων,
Αδελφοί μου Κληρικοί και Λαϊκοί Εκπρόσωποι των Ιερών Μητροπόλεων και των Ι. Μονών της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ,

Επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία της συγκλήσεως του ΣΤ΄ Πανρωσικού Συνεδρίου εδώ στην καρδιά της Ρωσικής γης, στην πανέμορφη μεγαλούπολη της Μόσχας, να απευθύνω, ως ο Εκπρόσωπος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος και του Σεπτού Προκαθημένου Αυτής, Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου, στην αγάπη Σας, την χαρά μας και την εν Κυρίω εγκαύχηση, τα θερμά συγχαρητήρια και τους επαίνους μας, για την συνέχιση των πρωτοβουλιών σας, όπως η πραγματοποίηση και του Συνεδρίου αυτού, σαν φυσική συνέχεια του προηγουμένων πέντε που με πολύ επιτυχία πραγματοποιήθηκαν κατά τα παρελθόντα έτη.
Αισθάνομαι επίσης την προσωπική χαρά και την εν Κυρίω ικανοποίηση γιατί τις ημέρες αυτές στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Ιδιαιτέρα Πατρίδα μου, την χιλιοτραγουδισμένη και πολύ παινεμένη Ζάκυνθο, όπου η Εκκλησία από 15ετίας με κατέστησε Επίσκοπό Της και Μητροπολίτη Της, έλαβε χώρα με απόλυτη επιτυχία το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για θέματα Προσκυνηματικών Περιηγήσεων με την παρουσία των Στελεχών των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το Συνέδριο αυτό, το πρώτο για την Εκκλησία της Ελλάδος, που είχε ως γενικό θέμα του "ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ (ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ) ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ" τίμησαν με την υψηλή παρουσία τους, τόσο οι Προκαθήμενοι των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών της Αλεξανδρείας, της Κύπρου και της Ελλάδος, όσο και Εκπρόσωποι του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως και του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Σιναίου, χορεία περί τους εξήντα (60) Μητροπολίτες και Επίσκοποι, Ηγούμενοι Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και της Πάτμου, διακόσιοι (200) και πλέον Κληρικοί και περισσότεροι από τετρακόσιοι (400) λαϊκοί Σύνεδροι.
Στο Συνέδριο μας αυτό, μάς δόθηκε η ευκαιρία να ακούσουμε θαυμάσιες και πολυσήμαντες επιστημονικά και θεολογικά τεκμηριωμένες ανακοινώσεις και εισηγήσεις, τόσο για την διαχρονική αντίληψη της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας περί των προσκυνηματικών περιηγήσεων, της ιστορίας του θεσμού αυτού εντός της Αγιωτάτης Εκκλησίας μας, όσο και για την ποιμαντική αντιμετώπιση όλων των θεμάτων που αφορούν στις προσκυνηματικές περιηγήσεις, καθώς και τη σύγχρονη προβληματική αλλά και την ανοδική πορεία τους. Εντοπίσαμε, ότι τελείως διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο κόσμος μας και οι διάφοροι τουριστικοί παράγοντες το θέμα του Θρησκευτικού Τουρισμού και ότι τελείως διαφορετικά βιώνει και ζει και δραστηριοποιείται η Εκκλησία μας στον τομέα αυτό της συγχρόνου ποιμαντικής της.
Έτσι, αισθανόμαστε χαρούμενοι που σήμερα βρισκόμαστε ανάμεσα Σας, ανάμεσα σε λίαν αγαπητούς και από πολλά χρόνια γνώριμους αδελφούς μας, Κληρικούς και λαϊκούς και που μας δίνεται η ευκαιρία της συν-αντιλήψεως και της αλληλοκατανοήσεως, αλλά και της επιβεβλημένης εκ των νέων παγκοσμίων δεδομένων, χαράξεως κοινών δρόμων και κοινών στόχων, κοινής πορείας των δεομένων προς τον Θεό, στην μοναδική προσκυνηματική κατεύθυνση των πιστών μελών της Μίας Αγίας μας Εκκλησίας, στην συνάντηση όλων μας, ουσιαστικά, και στην εν Αγίω Πνεύματι σύνδεσή μας με Αυτόν τον Κύριο μας.

Η ευλογία του Κυρίου προς τον Νώε και τους υιούς του, προς όλους εμάς δηλαδή, "αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην" ( Γεν. 9,7), οδηγεί τον άνθρωπο σε μια κίνηση που τον ωθεί σε όλη τη γη και πέραν αυτής.
Από τα αρχαία χρόνια πάντως, από τα χρόνια τα θαμμένα στην άμμο της προϊστορίας, το ζητούμενο για πολλούς ανθρώπους ήταν όχι μόνον η μετάβαση, ο πηγαιμός, αλλά και η επιστροφή. Το ταξίδι αυτό υπηρετούσε το εμπόριο. Στόχος του ήταν το κέρδος. Μόνο στην ελληνική αρχαιότητα, βλέπουμε για πρώτη φορά να ταξιδεύει και κάποιος ακόμα: αυτός που ήθελε να δει τις χώρες και τη ζωή των άλλων λαών ( π.χ. ο Ιστορικός Ηρόδοτος ).
Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, κάνουν την εμφάνισή τους και αυτοί που ταξιδεύουν όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά για ιεραποστολή ή προς ωφέλειαν ψυχής. Αυτοί που πηγαίνουν να δώσουν τη μαρτυρία τους. Να βρούν θησαυρούς πνευματικούς. Αυτοί που δεν θέλουν να αποκτήσουν, αλλά να δώσουν και η μόνη τους επιθυμία ήταν να προσκυνήσουν.
Είναι μάλλον περιττό να υπενθυμίσουμε, ότι αιώνες τώρα στον κόσμο όπου μας έταξε ο Θεός να ζούμε, τον χαράζουν οι δρόμοι των προσκυνητών όλων των θρησκειών, φυτεύοντας τη γη μας με την πίστη. Πρώτοι βέβαια δίδαξαν οι Άγιοι Απόστολοι της Εκκλησίας μας με την δική τους περιοδεία ανά τον κόσμο.
Στην συνέχεια οι χριστιανοί προσκυνητές, με το σεβασμό τους στους χώρους όπου έζησαν οι άγιοι και όπου φανερώθηκε θαυματουργικά η δύναμη και η αγάπη του Κυρίου, με τις παρακλήσεις τους στην Παναγία και τους Αγίους, με τη μετάνοια στους ασκητές και την ταπείνωση προς τα λείψανα, έγιναν διδάσκαλοι μιας κοινωνικότητας που θεμελιώνεται στην πίστη και την πνευματικότητα την οποία αυτή καλλιεργεί και φανερώνει.
Οι ιερές αποδημίες τους έχτισαν τη χριστιανική συνείδηση της Εκκλησίας μας , διδάσκοντας όλους τους λαούς μας, ότι πέρα και πάνω από τις αντιθέσεις τους, έχουν και οφείλουν να διατηρήσουν ταυτότητα θεμελιωμένη στην κοινή πίστη τους.
Όμως, αν άλλοτε το ταξίδι ήταν περιπέτεια, στο σημερινό κόσμο ο λεγόμενος τουρισμός είναι διασκέδαση και ξεκούραση, γνώση και θεραπεία, αναψυχή και ευλογία.
Η Χριστιανική Εκκλησία με την ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ ΔΕΟΜΕΝΩΝ και εισηγουμένη την προσκυνηματική περιήγηση και την συστηματική από κάθε άποψη ανάπτυξή της, αλλά και την συνεργασία με όλους τους φορείς και θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας μας, θέλει να προτείνει στον άνθρωπο έναν τουρισμό-ένα προσκύνημα, μία πορεία που θα πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την απόλαυση και την διασκέδαση των εξωτερικών στοιχείων του κόσμου τούτου.
Η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία μας, προτείνει σήμερα στον άνθρωπο είτε θρησκεύει πολύ είτε λίγο, τον θρησκευόμενο ή λιγότερα θρησκευόμενο, να πορευθεί και να επισκεφθεί χώρους που έχουν καθαγιάσει οι άγιοι, χώρους στους οποίους φανερώθηκε θαυμαστά η δύναμη και η αγάπη του Κυρίου. Του προτείνει να αξιοποιήσει και πνευματικά το ταξίδι και έτσι τελικά να το κάνει αληθινά ένα ταξίδι μία πορεία αναψυχής και ξεκούρασης. Μαζί με την απαιτούμενη αναψυχή να βρει και να αφουγκραστεί και την ψυχή του. Θέλει να αποδώσει στον σύγχρονο χριστιανό μεταμοντέρνο άνθρωπο αυτό που του ανήκει: να του δώσει δηλαδή τη χαρά των διακοπών, χωρίς να τον αφήσει να ξεπέσει σε έναν διαλυτικό καταναλωτισμό.
Να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει, ότι άλλο τουρισμός άλλο προσκύνημα. Να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει επίσης, ότι το ζητούμενο στις διακοπές του είναι να βρει τον εαυτό του κι όχι να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτόν. Να βρει τον εαυτό του, που τον αλλοτριώνει η τύρβη της καθημερινότητας. Να βρει τον εαυτό του και να τα βρει με τον εαυτό του, ανασαίνοντας τον καθαρό πνευματικό αέρα των κορυφαίων θαυμάτων και προσκυνημάτων. Έτσι μόνο μπορούν οι προσκυνηματικές περιηγήσεις και πορείες μπορούν να αποτελέσουν ένα στοιχείο ενότητας. «…τα ίχνη αυτής της ιερότητας έρχεται να γνωρίσει ὁ άνθρωπος. Για τούτο έρχεται, οφείλει να έρχεται ως προσκυνητής. Να έρχεται, να συμπεριφέρεται και ν’ απέρχεται ως προσκυνητής. Να εμβιώνει, να συμβιώνει και να αποβιώνει ως εὐλαβὴς επισκέπτης» (Κ. Ε. Τσιρόπουλος, Ανάμεσα σε δύο αιώνες, Αθήνα 2002, σ. 134).
Χαιρόμεθα συνεπώς και με την συστηματική πολύχρονη συνεργασία μας, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Εκκλησίας της Ρωσίας και σε αυτόν το σημαντικό τομέα της ποιμαντικής ευθύνης και δράσεως μας για τον άνθρωπο και τον πιστό άνθρωπο του 21ου αιώνα, πράγμα άλλωστε το οποίο δηλώνεται πάλιν και πολλάκις και με την παρουσία μας σήμερα εν μέσω υμών. Η τριαντάχρονη και πλέον άριστη συνεργασία μου και με την Εκκλησία της Ρωσίας στον τομέα της αναπτύξεως των προσκυνηματικών περιηγήσεων είναι σε όλους και από όλους τους Εκκλησιαστικούς Φορείς και Οργανισμούς και γνωστή και λίαν επαινετή.

Αγαπητοί μου,
Μεταφέροντες τις πατρικές ευχές και ευλογίες του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου, αλλά και των Αγίων Αδελφών μου Αρχιερέων, των συγκροτούντων την Ιερά Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, σας ευχόμαστε εκ μέσης ψυχής και καρδίας, κάθε επιτυχία στο ΣΤ ' Πανρωσικό Συνέδριο, θα το παρακολουθήσουμε μαζί με την τιμία συνοδεία μας, τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμ. κ. Σπυρίδωνα Κατραμάδο, Γραμματέα του Συνοδικού Γραφείου της Αναπτύξεως των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος και τον Ιερολογιώτατο Αρχιδιάκονό μου κ. Σεραφείμ Κονίδη και ευελπιστούμε ότι, πάντα από κοινού και δι' αυτού του τρόπου, θα διακονείται ο Ορθόδοξος και Χριστιανικός Λαός του Θεού αλλά και γενικότερα ο άνθρωπος και θα οδηγείται σε νομές σωτηρίους.
Επιτρέψατέ μας, ολοκληρώνοντας τον σύντομο αυτό Χαιρετισμό μας, να ευχηθώ εκ μέσης καρδίας και πάλι καλή επιτυχία στο Συνέδριο και τα Πορίσματα και οι Εισηγήσεις αυτού να αποτελέσουν πηγές αλλά και δρόμους και στόχους μίας επιτυχούς ποιμαντικής πορείας και στον τομέα των προσκυνηματικών περιηγήσεων της σύγχρονης ποιμαντικής της Εκκλησίας μας.
Σας ευχαριστώ!

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ: "Προσκυνηματικές Περιηγήσεις - Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές"




ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ
Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εισήγηση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις
Ζάκυνθος 14 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ


1. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό φυσικό του περιβάλλον προσδιορίσθηκε πάντοτε ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ἡ θρησκεία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, χωρίς νά ἀμφισβητήση πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τῆς ὑπάρξεώς τους πρός μία ὑπέρτατη ἐξωκοσμική δύναμη, προσωπική ἤ μή, ἡ ὁποία διέπει τή ζωή τους. Κοινός τόπος τῶν δύο ἑτερόκεντρων ἑρμηνειῶν ὑπῆρξε καί παραμένει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά μέ τίς διαφορετικές προσεγγίσεις τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό ἀπό τή θρησκεία (θεοκεντρική) καί ἀπό τή φιλοσοφία (ἀνθρωποκεντρική). Βεβαίως, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καί ἡ φιλοσοφία προέβαλλαν πάντοτε τήν ἑνότητα τῆς ὑπερβατικῆς θείας δυνάμεως, προσωπικῆς ἤ μή, στήν ὁποία ἀναφερόταν ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτό ἡ διαλεκτική αὐτή μεταξύ τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας καθιέρωσε τήν ἄρρηκτη συζυγία τους ὄχι μόνο στίς μεγάλες πολιτισμικές παραδόσεις, ἀλλά καί στή ζωή τῶν λαῶν.
Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὅλα τά σημαντικά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἤδη ἀπό τό λυκαυγές τῆς ἱστορίας ἐξέφραζαν πάντοτε τήν ἄρρηκτη συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, ἔστω καί ἄν διαφοροποιεῖται κατά περίπτωση ἡ ἔμφαση στά θρησκευτικά ἤ στά πολιτιστικά στοιχεῖα τῆς συζυγίας, μέ γνώμονα ὅμως πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ ἔμφυτη λοιπόν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίση τό οἰκοσύστημά του καί τούς ἄλλους ἐνοίκους σέ αὐτό ἐκφράσθηκε μέ ποικίλους τρόπους καί μέ διαφορετικά κριτήρια (μεταναστεύσεις λαῶν, κατακτητικές διεκδικήσεις, ἐμπορικές σχέσεις, συμμαχίες κ.λπ.), ἀλλά πάντοτε κατέληγε σέ μία γόνιμη συνάντηση λαῶν, θρησκειῶν καί πολιτιστικῶν παραδόσεων.
Εἶναι ὅμως εὐνόητον ὅτι ἡ κινητικότητα ἀνθρώπων καί λαῶν προσδιορίσθηκε στήν ἀρχαιότητα ἀπό τίς πολιτικές θεωρίες γιά τήν ταυτότητα τοῦ κράτους, ἀπό τή συνύπαρξή τους στήν ἴδια εὐρύτερη περιοχή, ἀπό τά οἰκονομικά κίνητρα τῶν ἐμπορικῶν τους σχέσεων καί ἀπό τήν περιορισμένη ἱκανότητα τῶν μεταφορικῶν μέσων σέ κάθε ἐποχή. Πράγματι, διαφορετική εἶναι ἡ κινητικότητα τῶν Ἑλλήνων κατά τούς κλασικούς χρόνους γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων κάθε πόλεως-κράτους μέ τήν ἴδρυση ἀποικιῶν στίς παράκτιες ζῶνες τῆς Μεσογείου καί τοῦ Εὐξείνου πόντου, ὅπως ἦταν διαφορετική ἡ κινητικότητά τους κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους στά πλαίσια τῆς ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τῶν ἐπιγόνων του. Ἐν τούτοις, τόσο στούς κλασικούς, ὅσο καί στούς ἑλληνιστικούς χρόνους διατηρήθηκε ἀλώβητη ἡ συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, καίτοι ἐκφράσθηκε μέ διαφορετικούς τρόπους. Ἔτσι, οἱ ἀφιερωμένοι στούς θεούς πανελλήνιοι ἀθλητικοί ἀγῶνες συνδύαζαν τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ τά ἀθλητικά ἀγωνίσματα τῶν ἀθλητῶν ἀπό τίς ἑλληνικές πόλεις καί τίς ἀποικίες τους, τούς ὁποίους συνόδευαν καί φιλοθεάμονες πολίτες τους. Ἡ σταδιακή παρακμή τους κατά τούς ὕστερους ἑλληνιστικούς χρόνους δέν ἀποδυνάμωσε τίς λατρευτικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα Ἱερά τῆς ἀπολλώνειας κυρίως λατρείας, (ὅπως λ.χ. στά ἱερά τῶν Δελφῶν, τῆς Ἠλείας, τῆς Ἀντιοχείας κ.λπ.).
Ἡ ἐμφάνιση καί ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο διαφοροποίησαν τόν λόγο καί τόν τρόπο ἐκφράσεως τῆς προσκυνηματικῆς κινητικότητας τῶν χριστιανῶν. Τό ἱερό πλέον κέντρο τῆς θρησκευτικῆς εὐλάβειας τῶν χριστιανῶν ρωμαίων πολιτῶν μετατοπίσθηκε στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου γεννήθηκε, ἔδρασε καί σταυρώθηκε ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαταστάσθηκε ἡ ἑνότητα Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, ἐνῶ τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθυνόταν σέ ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς γιά νά ὑπερβαθοῦν οἱ συγχύσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τή σχέσή του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ συνεργοί τους ἀνέλαβαν συνεχεῖς καί ἐπίπονες περιοδεῖες σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο καί στόν εὐρύτερο περίγυρο γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο καί ἵδρυσαν τίς πρῶτες χριστιανικές ἐκκλησίες στίς σημαντικότερες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖες συνέχισαν τό ἱεραποστολικό τους ἔργο παρά τούς ἀπηνεῖς διωγμούς τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.
Βεβαίως, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους ὑποστήριζαν τίς νεοσύστατες τοπικές ἐκκλησίες μέ ἐπισκέψεις, ἀποστολές καί ἐπιστολές, ἐνῶ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα ἦσαν στό ἐπίκεντρο τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ἐρέθιζαν τήν εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στούς θεοβάδιστους ἱερούς τόπους τῆς Παλαιστίνης. Ἡ πραγματοποίηση ὄμως τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς ἐπιθυμίας ἦταν δυνατή μόνο γιά ὅσους χριστιανούς ἀνῆκαν σέ πλησιόχωρες τοπικές ἐκκλησίες ἤ εἶχαν τήν εὐχέρεια χρόνου καί χρημάτων γιά νά τό ἀποφασίσουν. Ὅσοι πραγματοποιοῦσαν τήν ἐπιθυμία τους συνδύαζαν τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν τόπων μέ τή συμμετοχή τους καί στίς ἰδιαίτερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖες ἀνεφέροντο στή σχέση τῶν ἱερῶν τόπων μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ἀδυνατοῦσαν νά ἀναλάβουν μία τόσο δαπανηρή προσκυνηματική ἐπίσκεψη ἐξέφραζαν τήν εὐλάβειά τους μέ τήν ἐπίσκεψη τῶν τάφων τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἀποστόλων, ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, στούς ὁποίους συνέρρεαν οἱ πιστοί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά νά τιμήσουν τούς μάρτυρες καί νά ἐνισχυθοῦν στήν πίστη τους.
2. Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καί τό τέλος τῶν διωγμῶν ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἀναζήτησε πνευματικά ἐρείσματα στόν ὑποδειγματικό βίο τῶν σκληρῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῶν ἀσκητῶν, τά ὁποῖα ὁ Μ. Ἀθανάσιος παραλληλίζει πρός τόν ἀγώνα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως (P.G. 26, 1173) καί ὁ Ἱερώνυμος τά χαρακτηρίζει ὡς «καθημερινό μαρτύριο» (cotidianum martyrium, Epist., 108, 31). Βεβαίως, στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν σαφής ἡ ὑπεροχή τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος ἔναντι τοῦ «μαρτυρίου τῶν δακρύων τῆς μετανοίας», ἀλλά ἦταν γενική ἡ ἀναγνώριση ὅτι τό δεύτερο ἦταν μία αὐθεντική συνέχεια τοῦ πρώτου. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἐξηγεῖται ὄχι μόνον ὁ εὔλογος θαυμασμός τῶν πιστῶν γιά νά ἀσκητικά κατορθώματα τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τους νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό πραγματοποιοῦσαν προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα μοναστικά κέντρα τῆς Αἰγύπτου, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Συρίας, ἀκόμη καί σέ ὅσα εἶχαν ἀναπτυχθῆ στά βάθη τῆς ἐρήμου (Νιτρίας, Σινᾶ, Λαύρα τοῦ ἁγίου Σάβα κ.ἄ.).
Ἡ ἵδρυση μεγάλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κπόλεως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ε’ αἰώνα λειτουργοῦσε ὡς συνεχής πρόσκληση ἤ καί ὡς πρόκληση πρός τούς πιστούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις. Ὁ συνδυασμός τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τῶν μοναχῶν μέ τήν ἀδιάκοπη εἰκοσιτετράωρη θεία λατρεία στίς μονές τῶν Ἀκοιμήτων, καίτοι ἦταν καινοτομία στίς ἀσκητικές παραδόσεις, αὔξησε μέ ἐντυπωσιακό τρόπο ὄχι μόνο τόν ἀριθμό τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἀπό τήν Κπόλη καί τήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί τήν πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μονῆς. Ὁ εἰσηγητής τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἡγούμενος Ἀλέξανδρος κατένειμε τούς μοναχούς σέ ἕξι χορούς γιά τήν κάλυψη τῆς συνεχοῦς εἰκοσιτετράωρης θείας λατρείας, γι᾽ αὐτό καί ἐγκωμιάζεται ὅτι «νόμον εἰσάγει καινόν μέν, ἀλλά τόν ἁπανταχοῦ κάλλιστον, μηδέποτε τῶν εἰς Θεόν ὕμνων τό συνεχές διακόπτεσθαι, ἀλλά, τῇ κατά διαδοχήν τῶν λειτουργούντων ὑπαλλαγῇ, τήν ἀσίγητον ταύτην καί ἄπαυτον τῷ Δεσπότῃ περιποιεῖσθαι δοξολογίαν» (PG 116, 705-746). Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἀκτινοβολία καί τῶν ἐκκεντρικῶν μορφῶν ἀσκήσεως, ὅπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη στή Β. Συρία, ὁ Στύλος τοῦ ὁποίου προσείλκυε προσκυνητές ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή καί ἐπηρέαζε μέ τήν ἀκτινοβολία του ὄχι μόνο τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν πολιτική ζωή τῆς Συρίας κ.λπ.


Βεβαίως, ὁ μοναχισμός καθιερώθηκε στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ὡς μία ὑπεροχική ἔκφραση τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ὄχι μόνο στήν Ἀνατολή, ἀλλά καί στή Δύση, ὅπου διαδόθηκε ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τούς ἄλλους ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξορίσθηκαν στή Δύση ἀπό τούς ἀρειανόφρονες αὐτοκράτορες. Ὁ Βίος τοῦ Μ. Ἀντωνίου, οἱ ἀσκητικοί Ὅροι τοῦ Μ. Βασιλείου καί ὁ ζῆλος τοῦ Ἱερωνύμου καί τοῦ Ρουφίνου γιά τή μεταφορά τοῦ μοναχισμοῦ στή Δύση ἀπέδωσαν καρπούς. Ὁ Ρουφίνος ἵδρυσε μία ἀξιόλογη γυναικεία μονή στά Ἱεροσόλυμα (374) μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς πλούσιας ρωμαίας Μελανίας, ἡ ὁποία ἔγινε μοναχή, ἐνῶ ὁ Ἱερώνυμος ἵδρυσε μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς ἐπίσης πλουσίας ρωμαίας χήρας Παύλας τρεῖς γυναικεῖες καί μία ἀνδρική μονή στά Ἱεροσόλυμα (389), ὅπου συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές ἀπό τή Δύση. Ἔτσι, ὁ μοναχισμός διαδόθηκε στήν Ἰταλία, τή Γαλλία, τήν Ἱσπανία καί τή Β. Ἀφρική, ἀλλά ἡ ἀκμή του ἄρχισε μέ τήν ἵδρυση ἀπό τόν καταφυγόντα στή Δύση διάκονο τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου Κασσιανό στήν περιοχή τῆς Μασσαλίας δύο μονῶν, μιᾶς γυναικείας καί μιᾶς ἀνδρικῆς.
Οἱ μονές αὐτές ἔγιναν ὑπόδειγμα ὄχι μόνο γιά τήν ἵδρυση καί ἄλλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἀγγλία, τήν Ἰρλανδία καί τή Σκωτία, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκαν οἱ περίφημοι γιά τό ἱεραποστολικό τους ἔργο στόν κόσμο τῶν Φράγκων ἰρλανδοσκῶτοι μοναχοί. Ἡ ἵδρυση ἀπό τόν ἅγιο Βενέδικτο τῆς περίφημης κοινοβιακῆς μονῆς στό Μόντε Κασσίνο τῆς Καμπανίας (529) ἐπηρέασε τήν ἐξέλιξη τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Δύσεως. Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου συντάχθηκε μέ βάση τούς Ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου καί ἔγινε ἡ κύρια πηγή γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῶν κοινοβιακῶν μονῶν τῆς Δύσεως, ἐνῶ τό τάγμα τῶν Βενεδικτίνων ἔγινε ὑπόδειγμα γιά τή λειτουργία τους. Ὡστόσο, ὁ δυτικός μοναχισμός ἐνισχύθηκε ἀπό ἀθρόα μετακίνηση πρός τή Δύση πολλῶν μοναχῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἀκμαῖες μονές στήν Ἰταλία καί τή Β. Ἀφρική ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ ΣΤ’ αἰώνα καί ἐπηρέασαν μέ τήν ἀκτινοβολία τους ὅλες τίς πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου τῆς Δύσεως, ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843).
Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ὁ μοναχισμός δημιούργησε γιά τούς εὐλαβεῖς πιστούς νέα πνευματικά κέντρα προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, οἱ ὁποῖες προσέφεραν καί οἰκονομική ὑποστήριξη ὄχι μόνο γιά τή λειτουργία τους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομική αὐτή προοπτική τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων δέν παραβίαζε τά ὅρια τῆς ἀκτημοσύνης τῶν μοναχῶν, γι᾽ αὐτό καί κατά τήν πρώτη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκδηλώθηκαν ἀκραῖες πλουτομανεῖς τάσεις ἀπό τούς μοναχούς ἤ τίς μονές μέ καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα, παρά τίς αὐθαιρεσίες ὁρισμένων μοναχῶν στίς περιοδεῖες τους γιά τήν «ἱερή ζητεία» ὑπέρ τῶν ἀναγκῶν τῆς μονῆς. Οἱ αὐθαιρεσίες αὐτές, καίτοι ἀποδοκιμάσθηκαν ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν ἀποδυνάμωσαν τήν ἰδιαίτερη πνευματική εὐαισθησία τῶν πιστῶν γιά τήν ἀσκητική ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Ἄλλωστε, οἱ σκληροί διωγμοί τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοναχῶν συνοδεύθηκαν μέ τό κλείσιμο πολλῶν μονῶν καί τή δήμευση τῶν περιουσιῶν τους, τά ὁποῖα ἱεροποιοῦσαν ὄχι μόνο τούς ἀγῶνες τους, ἀλλά καί τίς ὁποιεσδήποτε ὑπερβολές στίς «ἱερές ζητεῖες».
Οἱ σκληρές ὅμως δοκιμασίες τοῦ μοναχισμοῦ κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843) κατέστησαν ἀναγκαία τή δημιουργία σέ ἀπομακρυσμένες ἀπό τίς πόλεις δυσπρόσιτες ὀρεινές περιοχές μεγάλων μοναστικῶν πολιτειῶν, στίς ὁποῖες κατέφευγαν ὅλοι οἱ διωκόμενοι μοναχοί γιά νά ἐπιδοθοῦν στά ἀσκητικά ἀγωνίσματα τῆς προσωπικῆς τους ἐπιλογῆς (Ὄλυμπος Βιθυνίας, Λάτρος κ.λπ.). Ἡ παράλληλη ἀνάπτυξη στίς μοναστικές αὐτές πολιτεῖες ὅλων τῶν μορφῶν τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας (Κοινόβια, Λαῦρες, Σκῆτες, Ἐρημίτες, Στυλίτες, Σπηλαιῶτες κ.λπ.) καί οἱ κοινοί ἀγῶνες ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας ἀνέδειξαν τά νέα μοναστικά κέντρα ὡς τούς αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς βαθυτέρας σχέσεως τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας πρός τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, γι᾽ αὐτό συνέρρεαν σέ αὐτά εὐλαβεῖς πιστοί, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, γιά νά ἐνισχυθοῦν στή δική τους πνευματική ζωή ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀσκητῶν. Ἡ ἵδρυση τῆς μοναστικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή χερσόνησο τοῦ Ἄθω καθιέρωσε τή νέα αὐτή προοπτική τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ ὄχι μόνο μέ τή σταδιακή ἵδρυση τῶν εἴκοσι μεγάλων κοινοβιακῶν μονῶν, ἀλλά καί μέ τήν πολλαπλῆ ὑποστήριξη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ μοναχισμοῦ στίς νεοσύστατες Ἐκκλησίες τῶν σλαβικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖες ἱδρύθηκαν ἀπό τήν ἐντυπωσιακή δράση τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς κατά τούς Θ’ καί Ι’ αἰῶνες. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ πανορθόδοξη ἀκτινοβολία τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ λειτούργησε κατά τή δεύτερη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐγγύηση τόσο γιά τήν πνευματική ἑνότητα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὅσο καί γιά τήν πιστότητά του στίς παραδοσιακές ἀρχές τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό καθιερώθηκε ὡς κέντρο προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων ὄχι μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς χριστιανούς.
3. Ἀντιθέτως, ὁ μοναχισμός τῆς Δύσεως ἀποσυνδέθηκε σταδιακά μέσα τόν ΙΑ’ αἰώνα ἀπό τίς παραδοσιακές ἀρχές τοῦ Κανόνα τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου καί εἰσήγαγε νέες ἀρχές στήν ὀργάνωση καί στή διοίκηση τῶν μοναστικῶν ταγμάτων, τά ὁποῖα εἶχαν ὡς κέντρο τή μητέρα μονή καί ἀνέπτυξαν θυγατρικές μονές σέ πολλές χῶρες τῆς Δύσεως μέ τή δωρεά μεγάλων ἐκτάσεων γῆς ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες (τάγμα Κλουνιακῶν) ἤ καί χωρίς τήν ἀποδοχή δωρεῶν (τάγμα Κιστερσιανῶν). Ἡ ἐσωτερική ἑνότητα τῆς μητέρας καί τῶν θυγατέρων μονῶν κατοχυρωνόταν ἀπό τόν ἰδιαίτερο Κανόνα κάθε τάγματος καί βεβαιωνόταν ἀπό τήν ἐξαιρετική αὐθεντία τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς στίς τακτικές ἐτήσιες συνελεύσεις τῶν ἡγουμένων ὅλων τῶν θυγατρικῶν μονῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ μονές τοῦ τάγματος εἶχαν τήν ἀναφορά τους διά τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς κατ᾽ εὐθείαν στόν πάπα καί ὄχι στούς ἐπιχωρίους ἐπισκόπους. Ἡ σημαντική ἐκκλησιαστική, ἐκπαιδευτική καί κοινωνική προσφορά τῶν μοναστικῶν ταγμάτων αὔξησε ὄχι μόνο τόν πλοῦτο τοῦ τάγματος μέ τήν ἀποδοχή γαιῶν καί οἰκονομικῶν προνομίων ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες ἤ φεουδάρχες, ἀλλά καί τήν ἀποδοκιμασία ἀπό τούς πιστούς τόσο τῆς ἀκόρεστης πλουτομανίας τῶν μοναχῶν, ὅσο καί τῆς ἐξαρτήσεως τῶν ἡγουμένων ἀπό τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Ἡ παρακμή τοῦ πανίσχυρου τάγματος τῶν Κλουνιακῶν κατά τόν ΙΒ’ αἰώνα καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀπήχηση τῆς αἱρέσεως τῶν Καθαρῶν ἤ Ἀλβιγίων ἐξηγοῦν τίς ἐπιλογές τῶν λεγομένων «ἐπαιτικῶν» μοναστικῶν ταγμάτων (Δομινικανῶν, Φραγκισκανῶν) ἀφ᾽ ἑνός μέν νά μιμηθοῦν τήν ἀπόλυτη πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ νά ἀφιερωθοῦν μέ ἀποστολικό ζῆλο γιά τό κήρυγμα Εὐαγγελίου. Ὡστόσο, ἡ τήρηση τῶν ἐπιλογῶν αὐτῶν ἀτόνησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μέ τόν πλασματικό μάλιστα συλλογισμό ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη ἀναφέρεται στούς μοναχούς καί ὄχι στό τάγμα, γι᾽ αὐτό ἐνέταξαν στά οἰκονομικά τους κίνητρα ἀκόμη καί τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως στούς ἐλεγχόμενους ἀπό τούς Σταυροφόρους Ἁγίους Τόπους.Στόν ἀντίποδα ὅμως τῆς πτωχείας τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀναπτύχθηκαν τά καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα τῶν λεγομένων «ἱπποτικῶν» ταγμάτων (Ἰωαννιτῶν, Ναϊτῶν), τά ὁποῖα συνδύαζαν τίς μοναστικές ὑποσχέσεις (ἀγαμία, ἀκτημοσύνη, ὑπακοή) καί ἄρτια στρατιωτική ὀργάνωση μέ τό πρόσχημα ὅτι ἔτσι μποροῦσαν νά προσφέρουν πολυτιμότερη προστασία τόσο στούς δυτικούς προσκυνητές, ὅσο καί στούς λατίνους ἡγεμόνες τῶν Ἱεροσολύμων. Τά «ἱπποτικά» τάγματα ἀξιοποίησαν τή συρροή δυτικῶν προσκυνητῶν στούς Ἁγίους Τόπους καί πλούτισαν ὄχι μόνο ἀπό τά ἔσοδα γιά τή φιλοξενία καί τήν προστασία τους, ἀλλά καί ἀπό τίς οἰκονομικές συμφωνίες τους μέ ὅσους ἀναλάμβαναν τή μεταφορά τῶν προσκυνητῶν. Ἔτσι, ἀπέκτησαν τεράστια περιουσία τόσο στήν Παλαιστίνη, ὅσο καί στά σημαντικότερα κέντρα τῆς ἐμπορικῆς ὁδοῦ ἀπό τή Δύση πρός τήν Παλαιστίνη. Βεβαίως, ἡ συρροή πλούτου προκάλεσε τή χαλάρωση τῶν μοναστικῶν ὑποσχέσεων καί τήν τόνωση τῶν οἰκονομικῶν τους δραστηριοτήτων στά μεγάλα κράτη τῆς Δύσεως (Γαλλία, Ἱσπανία, Ἀγγλία κ.ἄ.), οἱ βασιλεῖς τῶν ὁποίων εἶχαν δεχθῆ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τοῦ πολύπλοκου τραπεζικοῦ συστήματος τῶν δύο «ἱπποτικῶν ταγμάτων» μέ ἐπαχθῆ μάλιστα ἀνταλλάγματα (δωρεές γαιῶν, εὐνοϊκές οἰκονομικές ρυθμίσεις κ.ἄ.). Μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Σταυροφόρων ἀπό τήν Παλαιστίνη (1291) τά «ἱπποτικά» τάγματα μετέφεραν τήν ἕδρα τους στήν Κύπρο, ἀλλά τό μέν τάγμα τῶν Ναϊτῶν καταδικάσθηκε ὡς αἱρετικό ὑπό τήν πίεση τοῦ βασιλιά τῆς Γαλλίας Φιλίππου Δ’ τοῦ Ὡραίου καί διαλύθηκε (1307) γιά τήν ἁρπαγή τῆς μεγάλης περιουσίας του στή Γαλλία, ἐνώ τό τάγμα τῶν Ἰωαννιτῶν ἐγκαταστάθηκε τελικῶς στή Ρόδο μέχρι τήν ἅλωση τῆς νήσου ἀπό τούς τούρκους (1309-1522) καί μετά στή Μάλτα μέχρι τήν κατάληψη τῆς νήσου ἀπό τόν Ναπολέοντα (1522-1798) καί τή διάλυση τοῦ τάγματος γιά τή δήμευση τῆς περιουσίας του. Συνεπῶς, οὔτε τά ἐπαιτικά τάγματα ἄντεξαν στή μόνιμη τήρηση τῆς πτωχείας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, οὔτε τά ἱπποτικά τάγματα ἄντεξαν στήν πρόκληση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν καταχρηστική οἰκονομική ἐκμετάλλευση τοῦ προσκυνηματικοῦ ζήλου τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως, ὅπως καί τό τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν δέν ἄντεξε στήν ὀρθή χρήση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀποικιοκρατικῶν καθεστώτων τῆς Ν. Ἀμερικῆς, γι᾿ αὐτό διαλύθηκε σέ ὅλα τά κράτη τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΗ’ αἰώνα. Ἐν τούτοις, ὁ εὔκολος πλουτισμός τῶν «ἱπποτικῶν» ταγμάτων καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀνάπτυξη τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀποτέλεσαν σημαντικά κίνητρα γιά τόν ἐμπερίστατο παπικό θρόνο κατά τήν περίοδο τῆς «βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας» του στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας (1309-1378) νά ἀναζητήση τήν κάλυψη τῶν πιεστικῶν οἰκονομικῶν του δυσκολιῶν μέ τήν ἐπίσημη καθιέρωση ὁμαδικῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν τῶν ρωμαιοκαθολικῶν πιστῶν πρός τή Ρώμη. Ἔτσι, ὁ πάπας Βονιφάτιος Η’ (1294-1303) συνέδεσε τόν θεσμό τῶν «ἰωβηλαίων ἐτῶν» μέ τίς περίφημες «ἀφέσεις», ἤτοι τά συγχωροχάρτια (indulgentiae), γιά νά ἐπιτύχη τήν ὁμαδική συμμετοχή τῶν πιστῶν στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες πρός τή Ρώμη, τίς ὁποῖες ὑποστήριζαν μέ ὑπερβάλλοντα ζῆλο τά «ἐπαιτικά» τάγματα, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ Δομινικανοί. Ὁ θεσμός εἶχε τίς ρίζες του στίς ἰουδαϊκή παράδοση (Λευιτ., 25, 8 κἑξ.), ἡ ὁποία ἀφιέρωνε κάθε πεντηκοστό ἔτος στόν Θεό μέ σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις (ἐπιστροφή πωληθέντων κτημάτων, ἀπελευθέρωση δούλων κ.λπ.), ἡ ἔναρξη δέ τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους κηρυσσόταν ὑπό τόν ἦχο σάλπιγγας (ἑβρ. γιομπέλ=σάλπιγγα). Ὁ Βονιφάτιος ὅρισε τόν ἑορτασμό τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν κάθε ἑκατό ἔτη (1300), ἀλλά οἱ διογκούμενες οἰκονομικές ἀνάγκες τοῦ παπικοῦ θρόνου κατέστησαν ἀναγκαία καί τή συντόμευση τοῦ ἐνδιάμεσου χρόνου μεταξύ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν. Ἔτσι, ὁ πάπας Βενέδικτος Β’ περιόρισε τόν ἐνδιάμεσο χρόνο στά πενήντα ἔτη (1340), ὁ Οὐρβανόν ΣΤ’ στά τριάντα ἔτη (1389) καί ὁ Παῦλος Β’ στά εἰκοσιπέντε ἔτη (1470).Ἡ πρόθυμη ὑποστήριξη τῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν ἀπό τά «ἐπαιτικά» τάγματα, τά ὁποῖα ἐπενέδυαν σέ αὐτές καί δικά τους οἰκονομικά κίνητρα (φιλοξενεῖες κ.λπ.), ἐξηγεῖ ὄχι μόνο τή συρροή προσκυνητῶν στή Ρώμη, ἀλλά καί τά σημαντικά οἰκονομικά ἔσοδα ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων σέ αὐτές ἐκκλησιαστικῶν φορέων. Οἱ συμμετέχοντες στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους πιστοί ἀπό ὅλα σχεδόν τά κράτη τῆς Δύσεως ὄφειλαν νά παραμείνουν 15 τουλάχιστον ἡμέρες στή Ρώμη, ὅπου συμμετεῖχαν σέ εἰδικές λατρευτικές τελετές, ἐξομολογοῦντο στούς πνευματικούς καί λάμβαναν «ἀφέσεις» (συγχωροχάρτια) ἁμαρτιῶν καί τιμωριῶν. Ὅσοι πιστοί ἀδυνατοῦσαν γιά διάφορους λόγους νά πραγματοποιήσουν τήν προσκυνηματική ἐπίσκεψη στή Ρώμη μποροῦσαν νά ἀποστείλουν τό ἀνάλογο χρηματικό ποσό γιά νά λάβουν τά συγχωροχάρτια. Ἡ ἀποσύνδεση ὅμως αὐτή ἐπιβάρυνε περισσότερο τήν ἤδη ἐπικίνδυνη σύγχυση πνευματικῶν καί οἰκονομικῶν κινήτρων, καίτοι προβαλλόταν πάντοτε ὡς πρόσχημα κάποιος συγκεκριμένος ἱερός σκοπός γιά τήν πώληση τῶν συγχωροχαρτίων. Ἔτσι, οἱ γνωστές καταχρηστικές ἐνέργειες τοῦ παπικοῦ θρόνου καί τῶν ἐπαιτικῶν ταγμάτων γιά τήν πώληση συγχωροχαρτίων μέ πρόσχημα τήν ἀνέγερση τῆς περικαλλοῦς Βασιλικῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στή Ρώμη, εἶχαν ὡς ἀναπόφευκτες συνέπειες ὄχι μόνο τήν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν, ἀλλά καί τήν τραγική διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΣΤ’ αἰώνα, χωρίς μάλιστα νά καταστήσουν πλουσιότερο τόν παπικό θρόνο.
4. Εἶναι λοιπόν προφανές τό συμπέρασμα ὅτι τά ὀργανωμένα προσκυνηματικά προγράμματα ἐμπεριεῖχαν πάντοτε τόν πειρασμό μιᾶς ἐπικίνδυνης συγχύσεως μεταξύ τῶν πνευματικῶν καί τῶν ὑλικῶν στοιχείων, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ὁ πειρασμός αὐτός παρενοχλεῖ τή σκέψη ὅλων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐμπλέκονται σέ ἕνα προσκυνηματικό πρόγραμμα, ἤτοι τούς διαχειριστές τῶν ἱερῶν τόπων ὑποδοχῆς ἤ καί φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, τούς ἀναλαμβάνοντες τή διακίνηση ἤ καί τή διαμονή τῶν προσκυνητῶν, τήν τοπική κοινωνία τῶν ἱερῶν τόπων καί, τέλος, τούς ἴδιους τούς προσκυνητές. Ἡ ἀπόκρουση τοῦ πειρασμοῦ ἤ ἔστω τῶν ἐπικινδύνων συγχύσεων εἶναι ἀνέφικτη ἀκόμη καί μέ τήν ἀξιοποίηση τῆς παραδοσιακῆς σέ τέτοιες περιπτώσεις «εὐλαβοῦς ὑποκρισίας», ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση κινήτρων ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατόν νά συγκαλυφθῆ, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως προκαλεῖ τελικῶς καί τόν σκανδαλισμό τῶν προσκυνητῶν μέ εὐνόητες ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν συγκεκριμένο τουλάχιστον προσκυνηματικό προορισμό. Προφανῶς, ἡ ὀρθή διαχείριση τοῦ τρόπου, τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων στούς ἱερούς τόπους λατρείας ἤ ἀσκήσεως προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν πρόθυμη ὑποδοχή τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τόν σεβασμό τῶν προσκυνητῶν πρός τήν ἱερότητα τῶν σκοπῶν καί τῆς λειτουργίας τοῦ τόπου, τά ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή μή ἀλλοτρίωση τοῦ πνευματικοῦ χαρακτήρα τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων. Ὁ κίνδυνος αὐτός εἶναι σήμερον μεγαλύτερος, ἀφοῦ οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἐντάσσονται πλέον στά εὐρύτερα πλαίσια ὀργανωμένων τουριστικῶν προγραμμάτων καί προορισμῶν ὡς προτάσεις τῶν ὀργανωτῶν καί ὄχι ὡς ἐπιλογές τῶν συμμετεχόντων, γι᾽ αὐτό ὑφέρπει πάντοτε ὁ κίνδυνος ἐμπορευματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν προγραμματισμένων ἐπισκέψεων σέ ἱερούς τόπους.
Οἱ κίνδυνοι αὐτοί εἶναι μεγαλύτεροι γιά τούς ἱερούς τόπους τῶν καθιερωμένων γνωστῶν τουριστικῶν προορισμῶν, στούς ὁποίους ἐξέχουσα θέση κατέχουν τά νησιά τοῦ Ἰονίου καί τοῦ Αἰγαίου πελάγους καί ἡ Κρήτη, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί οἱ ἐπισκέπτες εἶναι συνήθως πολλοί καί μέ διαφορετικές πνευματικές ἀναζητήσεις, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί οἱ ἱεροί τόποι ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς ὡς ἀξιοθέατα στοιχεῖα τῆς περιοχῆς. Ἄν λοιπόν οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἀντιγράψουν τά τουριστικά προγράμματα, τότε δέν εἶναι ἀναγκαῖες ὄχι μόνο γιατί οἱ ἐπισκέπτες τῶν ἱερῶν τόπων εἶναι ἤδη πολλοί, ἀλλά καί γιατί ἡ αὐξησή τους θά πολλαπλασιάση τά προβλήματα γιά τήν κατάλληλη πνευματική ἀξιοποίηση τῶν ἐπισκέψεων. Ἄν ὅμως ἀποσυνδεθοῦν ἀπό τά τουριστικά προγράμματα, τότε θά πρέπει νά συνδεθοῦν μέ κατάλληλες λατρευτικές ἐκδηλώσεις γιά νά εἶναι οἱ ἐπισκέψεις πράγματι προσκυνηματικές. Τά Ἑπτάνησα διαθέτουν ὅλα τά ἑλκυστικά στοιχεῖα φυσικοῦ κάλλους καί εὐλαβῶν παραδόσεων, τά ὁποῖα ἐπιτρέπουν μία ἐποικοδομητική σύνθεση προσκυνηματικῶν καί τουριστικῶν ἐπισκέψεων μέ ἐπίκεντρο τίς καθιερωμένες στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἀκολουθίες (σύντομο ἑσπερινό, παράκληση κ.λπ.). Ἡ προοπτική τῆς συνθέσεως εἶναι ἐποικοδομητική, γιατί ἔτσι καθορίζονται ἀφ᾽ ἑνός μέν ὁ κατάλληλος χρόνος προγραμματισμοῦ τῶν ἐπισκέψεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὁ κατάλληλος τρόπος ἐκκλησιαστικῆς ὑποδοχῆς τῶν ἐπισκεπτῶν, οἱ ὁποῖοι θά πλουτίσουν τή φυσιοκρατική περιέργεια τοῦ τουρισμοῦ μέ τήν πνευματική ἐμπειρία μιᾶς προσκυνηματικῆς ἐπισκέψεως.

Τά Ἑπτάνησα ὑπῆρξαν πάντοτε σταθερή γέφυρα ἐπικοινωνίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀξιοποιήθηκε μέ ἐντυπωσιακή συνέχεια ἀπό τούς κλασικούς ἤδη χρόνους γιά τήν ἐπικοινωνία τῶν ἑλληνικῶν πόλεων μέ τίς ἀποικίες τους στήν Ἰταλία, ἔγινε πυκνότερη κατά τούς ρωμαϊκούς χρόνους καί κορυφώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο μέ κύριο ἄξονα τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο. Ὅλες αὐτές οἱ ἐποχές ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ἴχνη τους ὄχι μόνο στά ἐδάφη τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους, ἀλλά καί στήν ἱστορική μνήμη τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρόσθετους λόγους νά ἐντάσσουν τά Ἑπτάνησα στίς κύριες ἐπιλογές τῶν τουριστικῶν τους ἐπισκέψεων.Πράγματι, ἡ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο προσέθεσε ἰδιαίτερα στοιχεῖα στόν φυσικό καί ἱστορικό πλοῦτο τῶν Ἑπτανήσων ὄχι μόνο μέ τήν ἑνότητα τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας, ἀλλά καί μέ τίς τραγικές συνέπειες τοῦ σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως (1054). Ἔτσι, τά Ἑπτάνησα ἀπέκτησαν κατά τήν δεύτερη χιλιετία τῆς χριστιανικῆς περιόδου καθοριστική στρατηγική ἀξία ὄχι μόνο γιά τίς ἐμπορικές δραστηριότητες τῆς ναυτικῆς δημοκρατίας τῆς Βενετίας, ἀλλά καί γιά τά γενικότερα συμφέροντα τῶν χριστιανικῶν κρατῶν τῆς Δύσεως τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου. Κατά τή μακρά περίοδο τῆς βενετοκρατίας τά Ἑπτάνησα, καίτοι γνώρισαν τήν οἰκονομική καί τήν ὁμολογιακή καταπίεση τῶν κρατούντων, διατήρησαν σημαντικά προνόμια κοινοτικῆς ὀργανώσεως καί οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων, γιατί οἱ Βενετοί θεωροῦσαν ἀναγκαία τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων ὄχι μόνο στίς ἐμπορικές τους δραστηριότητες, ἀλλά καί στούς ἀλλεπάλληλους πολέμους ἐναντίον τῶν Τούρκων.
Ἡ ἀλληλέγγυα ὅμως ἀνοχή σέ ἕνα ἀναπόφευκτο ἱστορικό συμβιβασμό ὑπῆρξε ἐπωφελής καί γιά τίς δύο πλευρές, ἀφοῦ οἱ μέν Βενετοί κέρδισαν τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων σέ κάθε ἐξωτερική ἀπειλή, οἱ δέ Ἑπτανήσιοι κέρδισαν τήν ἐλεγχόμενη ἔστω συμμετοχή τους στήν οἰκονομική εὐμάρεια τῆς Βενετίας. Ἡ ἰδιότυπη αὐτή ἀλληλέγγυα ἀνοχή παρήγαγε μία ἐπίσης ἰδιότυπη πολιτιστική συνάντηση Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀποτυπώθηκε μέ ποικίλους τρόπους ὄχι μόνο στό χῶρο, ἀλλά καί στόν τρόπο ὅλων σχεδόν τῶν ἐκφράσεων τῆς κοινοτικῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑπτανησίων. Εἶναι λοιπόν εὐνόητος ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τά Ἑπτάνησα παρέμειναν ἀνοικτή γέφυρα γιά τήν ἀμφίδρομη κίνηση ἀνθρώπων καί ἰδέων μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἦταν ποικιλοτρόπως εὐεργετική γιά τούς ἐμπερίστατους Ἕλληνες ὄχι μόνο τῶν βενετοκρατούμενων, ἀλλά καί τῶν τουρκοκρατούμενων περιοχῶν, ἰδιαίτερα δέ γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς τουρκοκρατίας.
Συνεπῶς, τά μνημεῖα καί οἱ μνῆμες τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἑπτανήσων ἐκφράζουν ὄχι βεβαίως μουσειακά στοιχεῖα μιᾶς ἰδιότυπης συγκυρίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλά μιᾶς ἰδιοφυοῦς ἤ καί ἰδιότροπης ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν, γι᾽αὐτό ἀποτελοῦν ζωντανά στοιχεῖα στήν πολιτιστική παράδοση καί στή ζωή τῶν Ἑπτανησίων μέχρι σήμερον. Ἄλλωστε, ἕνας ἀλληλέγγυος συμβιβασμός μεταξύ Βενετσάνων καί Ἑπτανησίων δέν μποροῦσε νά εἶναι παρά μόνο ἰδιοφυής στή σύλληψή του καί ἰδιότροπος στήν ἐφαρμογή του, γι᾽ αὐτό στά Ἑπτάνησα οἱ ζωντανές πολιτιστικές καί ἐκκλησιαστικές παραδόσεις εἶναι τό αὐθεντικότερο ὑπόμνημα γιά τήν ἑρμηνεία τῶν μνημείων τῆς τέχνης καί τῆς πίστεως. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τά Ἑπτάνησα εἶναι ἤδη στόν ὑψηλότερο δείκτη τῶν τουριστικῶν ἐπιλογῶν καί προσφέρονται γιά ἕνα συνετό προγραμματισμό τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, ἀφοῦ ἡ ἰδιοτροπία τῶν πολιτιστικῶν τους παραδόσεων ἐκφράζεται μέ τήν ἴδια εὐαισθησία καί στόν ἱερό χῶρο τῆς λατρείας.
Γενεύη, 8 Ὀκτωβρίου 2009
Βλάσιος Φειδᾶς

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Η ομιλία του π. Παναγιώτη Καποδίστρια στο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις



Του πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια
Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Μητροπόλεως Ζακύνθου

[Εισήγηση κατά το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος, Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αρκαδίων, Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009]

Μακαριότατε Πάπα και Πατριάρχα Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρε, Μακαριότατε Αρχιεπίσκοπε Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομε, Μακαριότατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμε, Άγιοι Εκπρόσωποι της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της Σιωνίτιδος, Πολυσέβαστή μας Χορεία των Ιεραρχών, Σεβαστοί Πατέρες, Εντιμότατοι Άρχοντες, Ελλογιμότατοι Κύριοι Καθηγητές και Σύνεδροι, Κυρίες και Κύριοι,

Κατ’ αρχήν οφείλω χάριτες υιϊκές στον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ότι, ως Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, ανέθεσε στην ταπεινότητά μου να παρουσιάσει στο παρόν Συνέδριο το θέμα «Τα Επτάνησα ως Πανορθόδοξοι Προσκυνηματικοί Προορισμοί - Ζάκυνθος, Ιστορία – Παραδόσεις».
Πρόκειται για ένα πλατύ, βαθύ και απαιτητικό θέμα, το οποίο αγκαλιάζει έναν ολόκληρο Πολιτισμό (τον Επτανησιακό), εστιάζοντας μάλιστα στην πάλαι ποτέ «Φλωρεντία της Ανατολής», τουτέστιν το νησί μας τη Ζάκυνθο.

Περί των ιδιαιτεροτήτων του Επτανησιακού Πολιτισμού έχουν πλείστα όσα γραφεί από σημαίνοντες επιστήμονες, οι οποίοι έχουν δαπανήσει τη ζωή τους στην έρευνα και την καταγραφή των ιστορικών δεδομένων του Ιόνιου χώρου. Τα δεδομένα υπάρχουν, οι θαυμαστικές αναφορές στις ιδιαιτερότητες του τόπου περισσεύουν, οι προγονικές δάφνες πότε μαραίνονται, πότε αναθαρρεύουν, ουδέποτε όμως εκπίπτουν.

Τα Επτάνησα δεν αποτελούν μονάχα γεωγραφικό χώρο, αλλά λειτουργούν και ως ιδέα. Ανέκαθεν (και όχι τόσο στις μέρες μας, ως προς την καθημερινή ζωή και πράξη) απετέλεσαν ένα γεωγραφικό σώμα, γνωρίζοντας την αυτή τύχη κάτω από τις ίδιες εξουσίες. Ευνόητο είναι, ότι θα διαμόρφωναν παρόμοια πολιτισμική, θρησκευτική, ιστορική αυτοσυνειδησία, η οποία θα μπορούσε να συνοψισθεί στη φράση, ότι κατέστησαν διαιώνια «δύση της Ανατολής και ανατολή της Δύσης» (1). Τούτο σημαίνει, ότι απετέλεσαν το κατώφλι της συνάντησης της λεγόμενης «καθ’ ημάς Ανατολής» με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Δυο κόσμοι αλληλοπεριχωρούμενοι βελούδινα στην Ιόνια επικράτεια, δίχως αδιέξοδες εκπλήξεις, μεγαλόστομες εντάσεις ή φοβίες έναντι των ετεροτήτων του Άλλου ή του Ξένου.

Αν και τα στοιχεία δεν είναι πολλά για την βυζαντινή εποχή των Εφτά Νησιών, λόγω της απόστασής τους από το πάλαι ποτέ βυζαντινό κέντρο των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι είχαν και αυτά τον ρόλο τους ως συναντώμενα από τους πρωταγωνιστές της μεγάλης αυτής περιόδου στη μέση της Μεσόγειας λεκάνης. Πρωτοσυναντώνται ενωμένα τα νησιά (πλην των Κυθήρων, που συνδέονται κυρίως με την Πελοπόννησο έως τη Βενετική Κυριαρχία) ως Ναυτικό Θέμα της Κεφαλληνίας, τον 8ο αιώνα (2). Σπαράγματα έργων τέχνης της αξιομνημόνευτης αυτής περιόδου εδώ κι εκεί στα Νησιά μαρτυρούν τον όσο επηρεασμό από τη Βυζαντινή Τέχνη, την κυρίως εκκλησιαστική. Για παράδειγμα, φθάνουν έως τις μέρες μας βυζαντινά μνημεία στην Παλαιόπολη των Κορφών, στους Παξούς, στο Φισκάρδο της Κεφαλονιάς, στο Μελινάδο, στο Νησί Σχοιναρίου, στον Σκοπό και στο Κάστρο της Ζακύνθου, στον Ποταμό ή στην Παλαιόπολη των Κυθήρων. Η βυζαντινή αγιογράφηση των ναών αυτών και άλλων ανθεί και διαρκεί αρκετά, παράγοντας σημαντικά έργα, παρά το γεγονός ότι εν τω μεταξύ (14ος αιώνα) κυριαρχεί πλέον η Βενετική παρουσία στα Επτάνησα. Τώρα πλέον η επικοινωνία με την Δύση, αλλά και η συνάντηση στα Νησιά πνευματικών ανθρώπων από την αλωμένη Κωνσταντινούπολη, την Κρήτη, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, είναι καθοριστική για την διαμόρφωση της επτανησιακής ιδιαιτερότητας, η οποία δεν εκφράζεται μονάχα στην Τέχνη ή τα Γράμματα, αλλά στην ίδια την ψυχοσύνθεση του λαού των Νησιών, κάτι που ως γονίδιο φθάνει έως τον 21ο αιώνα. Το απλοποιημένο δυτικό Μπαρόκ στην οικοδόμηση ναών, οδήγησε στο λεγόμενο «επτανησιακό μπαρόκ». Παρά το γεγονός, ότι έχουμε σημαντικά έργα αυτής της περιόδου ως προς την τοιχογράφηση εκκλησιών, η υγρασία του Ιόνιου χώρου προξενεί προβλήματα. Τα μεταβυζαντινά έργα ως προς τα Εικονίσματα είναι κάτι περισσότερο από θαυμαστά.

Οι Κρήτες ζωγράφοι, δίνοντας νέα πνοή και ανθεκτικά φτερά στη Βυζαντινή Αγιογραφία, παράγουν κορυφαία έργα. Είναι η Εποχή (με κεφαλαίο το έψιλον) των Φιλόθεου Σκούφου, Ηλία Μόσχου, Θεόδωρου Πουλάκη, Αδελφών Τζάνε και αργότερα των Γερόλυμου Πλακωτού ή Πιττόρου, Στέφανου Τζανκαρόλα Κωνσταντίνου Κονταρίνη, Ανδρέα Καραντινού, Λέοντος Λειχούδη, Γεωργίου Χρυσολωρά, Σπυρίδωνος Σπεράντζα, Άγγελου Δημισιάνου, Νικολάου Καλλέργη. Η κράση με την Ιταλική Τέχνη φέρει στο προσκήνιο σημαντικούς δημιουργούς κι έργα σπουδαία: Δοξαράδες (Παναγιώτης και Νικόλαος), Νικόλαος Κουτούζης ο και πρωτοκορυφαίος της επτανησιακής ζωγραφικής, Νικόλαος Καντούνης, Γιαννάκης Κοράης (3).

Αξίζει εδώ εμφατικά να τονισθεί η μεγάλη και γονιμότατη επιρροή των Κρητών στην επτανησιακή ιδιοπροσωπία. Μετά την πτώση του Χάνδακα (1669) οι Κρήτες πρόσφυγες μπολιάζουν καλότυχα τους Ιόνιους με ό,τι όμορφο και πρωτοποριακό της εποχής εκείνης ως προς τα Γράμματα και τις Τέχνες. Κατά κύριο λόγο τη Ζάκυνθο (4).

Ο φερόμενος πάντως ως Επτανησιακός Πολιτισμός διαμορφώθηκε υπό την λειτουργία και λειτουργικότητα των ορθόδοξων κοινωνιών των Νησιών. Επτανήσιοι κυρίως σπουδάζουν σ’ ελληνικά κολέγια στην Ιταλία, τα οποία φρενάρουν με τον τρόπο τους την διείσδυση των Ρωμαιοκαθολικών στην Ορθόδοξη Ανατολή. Λόγιοι πηγαινοέρχονται στην Δύση, επηρεαζόμενοι από τις νέες ιδέες και τροφοδοτώντας με νέες γνώσεις τα μετόπισθεν, καθείς εφ’ ω ετάχθη. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ερμόδωρο Λήσταρχο, Μάξιμο Μαργούνιο, Θωμά Φλαγγίνη, Ιωάννη Κωττούνιο, Νικόλαο Κούρτσολα, Θωμάς Διπλοβατάτζη και κατά την περίοδο του νεοελληνικού Διαφωτισμού τους Αντώνιο Κατήφορο, Βικέντιο Δαμοδό, Ευγένιο Βούλγαρι, Νικηφόρο Θεοτόκη, Ηλία Μηνιάτη, Ιωαννίκιο και Σωφρόνιο Λειχούδη και πλείστους άλλους σπουδαίους και αξιομνημόνευτους με πρωτοποριακό έργο (5).

Ως προς την Λογοτεχνία, καθοριστική -αν όχι θεμελιακή- είναι η παρουσία του φαινομένου Διονύσιος Σολωμός στην Επτανησιακή Γραμματεία, η οποία επηρεάζει έκτοτε, γονιμοποιητικά την εν γένει Λογοτεχνία των Ελλήνων. Βέβαια και ο Σολωμός δεν προήλθε από παρθενογένεση. Είχε βαθιές ρίζες στην αλληλοπεριχώρηση των Ιονίων με την Κρήτη και την Δύση, αλλά ετούτος ο Παμμέγιστος έχτισε πολύ ψηλά τη φωλιά του κι εκεί πάντα παραμένει δυσθεώρητος για εμάς τους επιγενόμενους (6). Δίπλα του ακριβώς οι αυτάδελφοι ως προς την ποιότητα Ανδρέας Κάλβος και Ούγκος Φώσκολος. Όμως και όσοι Επτανήσιοι ακολουθούν μετά από αυτόν, αφενός μεν υπάρχουν στην παρασκιά του, αφετέρου δε έχουν πολύ ψηλά τον πήχη της Ποιότητας. Γι’ αυτό ακριβώς από τότε μέχρι τις μέρες μας συναντώνται Ιόνιοι Τεχνίτες του Λόγου κορυφαίοι: Γεώργιος Τερτσέτης, Αντώνιος Μάτεσης, Ανδρέα Λασκαράτος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ιωάννης Ζαμπέλιος, Ιάκωβος Πολυλάς, Λορέντζος Μαβίλης, Κωνσταντίνος Θεοτόκης και πολλοί άλλοι (7).

Ανάλογα άλματα ποιότητας έχουν διαιώνια κατορθωθεί και σε όλες τις μορφές της Τέχνης (8), με σημαντικότερες εκφράσεις τη Ζωγραφική και τη Μουσική (9).

Ως προς τα Εκκλησιαστικά των Επτανήσων στεκόμαστε στους σημαντικότερους σταθμούς του Χριστιανισμού τους: Επί Λατινοκρατίας-Φραγκοκρατίας καταργείται σταδιακά ο Επίσκοπος στα Νησιά και ο θεσμός των Πρωτοπαπάδων (10) είναι αυτός που θα ισχύει πλέον, τον οποίον διατηρεί και η Βενετική Κυριαρχία (11), με κάποια διαλείμματα εκλογής επισκόπων, ανάλογα με τα συμφέροντα της Γαληνοτάτης, παράλληλα με το υφιστάμενο αξίωμα του Λατίνου Επισκόπου. Εννοείται, ότι ακραγγίζουμε το θέμα, επειδή το καθένα από τα νησιά υπήχθη στη Βενετία σε διάφορο χρόνο, οπότε τα εκκλησιαστικά του διαμορφώθηκαν ανάλογα με τις ορέξεις και τα υφιστάμενα πολιτικο-κοινωνικά δεδομένα του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, πολλάκις μες από έριδες και προβλήματα στον τρόπο συνύπαρξης των δύο δογμάτων στα Νησιά. Ορθόδοξο Επίσκοπο απέκτησε η Κέρκυρα το 1799-1800. Το πέρασμα των Ρώσων σηματοδότησε την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας. Το Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας του 1803 την καθιστά δόγμα επικρατέστερο έναντι της «δεκτής και προστατευομένης» «Καθολικορωμάνας».

Η Βρετανική Κυριαρχία του 19ου αιώνα χειραγωγεί τα Επτάνησα στην Ένωση με την Ελλάδα του 1864 με ό,τι θετικό ή και αρνητικό αυτό συνεπάγεται σε όλες τις εκφάνσεις του κοινοτικού βίου των Ιονίων.

Ως προς τα Εκκλησιαστικά της περιόδου αυτής, σημαντικός σταθμός είναι το επί αρμοστείας Μαίτλαντ Σύνταγμα του 1817, το οποίο επαναφέρεται ο θεσμός του Επισκόπου σε καθένα από τα Εφτά Νησιά. Σημαντικές προσωπικότητες παρήλασαν ως Μητροπολίτες ή Επίσκοποι και μάλιστα σε πολύ ευαίσθητη περίοδο, δεδομένης της Επανάστασης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Αναφέρουμε μονάχα τον φλογερό Φιλικό Νικόλαο Κοκκίνη τον Ζακύνθου και τον Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα Κοντομίχαλο, οι οποίοι μάλιστα καθυστέρησαν, όσο άνθεξαν, την εκκλησιαστική αφομοίωση των Ιονίων από την Εκκλησία της Ελλάδος, μετά την Ένωση (12).

Σημαντική είναι η παρουσία των Τριών Αγίων της Επτανήσου στην διαμόρφωση της θρησκευτικότητας των Ιονίων. Δεν είναι απλές ή απλοϊκές περιπτώσεις τα ανέγγιχτα από τον Χρόνο Λείψανα Διονυσίου του εν Ζακύνθω, Γερασίμου του εν Κεφαλληνία και Σπυρίδωνος του εν Κερκύρα. Αλλά και των Αγίων Θεοδώρας της Αυγούστας εν Κερκύρα και Ιωσήφ του Κρητός εν Γαϊτανίω Ζακύνθου. Θα μού επιτρέψετε να ισχυρισθώ, ότι απετέλεσαν τονωτική ένεση για την συσπείρωση εντός του σώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας των πιστών, παρά τους κλυδωνισμούς, εξαιτίας της συνάντησης και συνύπαρξης με τους Δυτικούς.

* * *
Μετά από αυτά τα συνοπτικά στοιχεία, τα αφορώντα γενικά στα Επτάνησα και τα οποία δύναται ο υποψιασμένος και απαιτητικός επισκέπτης ν’ ακραγγίξει ταξιδεύοντας στα Ιόνια, περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας στο νησί της Ζακύνθου, την «υλήεσσαν» κατά Όμηρον, την «ωραίαν και μόνην» κατά Κάλβον.

Ψαύοντας τα χνάρια της τοπικής θρησκευτικότητας θα συναντήσει αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες, οι οποίες πάντως υπηρετούν την κοινή των Ορθοδόξων Πίστη, δίχως όμως τις ακρότητες και τις ευσεβοφάνειες, οι οποίες κατά κωμικοτραγικό τρόπο σημειώθηκαν ή και ακόμη παρατηρούνται σε άλλες τοπικές Εκκλησίες της Ελλάδας (13).

Κατά την Παράδοση τον Χριστιανισμό εκήρυξε στη Ζάκυνθο η Μαρία η Μαγδαληνή, όταν ναυάγησε στα βορειοδυτικά του νησιού το πλοίο που την μετέφερε στη Ρώμη, για να διαμαρτυρηθεί για την στάση του Πιλάτου έναντι του Ιησού (14).

Παρενθετικά εδώ χρειάζεται ν’ αναφερθεί, ότι το 1777, προερχόμενος από την Κεφαλονιά, βρέθηκε στη Ζάκυνθο ο εθνεγέρτης Κοσμάς ο Αιτωλός. Όμως δεν κατόρθωσε να κηρύξει, επειδή τον απέπεμψε -δυστυχώς- το αρχοντολόι του καιρού, συμπαραστατούμενο από τον τοπικό Κλήρο (15).

Σταθερή πάντως αξία του Τζάντε και των απανταχού Ζακυνθίων είναι ο Άγιος Διονύσιος (16). Το Σκήνωμά του, αλώβητο κι ευωδιάζον αποτελεί την εγγύηση ποιότητας της ζακυνθινής καθημερινότητας, το σημείο αναφοράς και καταφυγής του καθενός, είτε πιστού, είτε δύσπιστου περί τα πνευματικά. Δεν είναι λίγες οι φορές, που ακούμε το εξαιρετικά παράδοξο, αλλά εύκολα ερμηνεύσιμο: «Δεν ξέρω από εκκλησιές, Χριστούς και Παναγίες… Όσο έχω εγώ το “Άγιο Κορμάκι” δεν έχω τίποτα…». Γι’ αυτό ακριβώς και τα δυο τριήμερα των πανηγύρεων του Αγίου Διονυσίου (της μνήμης του από 16ης έως 19ης Δεκεμβρίου και της μεταθέσεώς του από τα νησιά των Στροφάδων από 23ης έως 26ης Αυγούστου) λειτουργούν ως εγερτήρια ψυχών. Όσοι έχουν βρεθεί κατ’ αυτές τις επίσημες εορτές στο περικαλλέστατο Καθολικό της Μονής Του, θα έχουν ασφαλώς μεταλάβει από τη Χάρη και το Μεγαλείο που εκπέμπει φωτιστικά και ιαματικά προς τον κάθε προσκυνητή η συνάφεια με τον Άγιο της Συγνώμης και της Ανεξικακίας (17).

Μια άλλη πολυσήμαντη παράγραφος του Ζακυνθινού Εκκλησιαστικού Τυπικού είναι οι Τελετές του Μεγαλοβδόμαδου και της Λαμπρής. Στην διάρκειά τους ο Ζακυνθινός και μαζί του οι χιλιάδες επισκέπτες του νησιού, εισοδεύουν με όλο τους το είναι στο Θείο Δράμα και μεταλαμβάνουν μέχρι την ύστατη σταγόνα από το ποτήριο της ημέρας της Λαμπρής. Δεν θα παρουσιάσουμε εδώ λεπτομέρειες (αν και η λεπτομέρεια εν προκειμένω έχει εξέχουσα θέση) μια και κατ’ έτος κυκλοφορεί ειδικό έντυπο, στο οποίο καταγράφονται όλα τα Δρώμενα του Πάθους και της Ανάστασης (18). Μένουμε σε ορισμένες μόνον στιγμές:
Α) Καθ’ όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα οι ναοί, οι ιερείς στις ακολουθίες και ο λαός μαυροφορούν. Τούτο δεν αλλάζει, ει μη μόνον κατά τη στιγμή της «Gloria», δηλαδή της «Πρώτης Ανάστασης», κατά τον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, οπότε «ξεχηρεύουν» χαρμόσυνα και οι καμπάνες, οι οποίες είχαν σιωπήσει εντελώς μετά την Θεία Λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης.
Β) Η ώρα των Ωρών της Μεγάλης Παρασκευής είναι η Λιτανεία του Εσταυρωμένου ανά την πενθηφορούσα πόλη του Τζάντε. Η στιγμή των Στιγμών όμως είναι η λεγόμενη «Ευλογία του Σύμπαντος»: Ο Μητροπολίτης, στο τέλος της Λιτανείας, από ειδική εξέδρα στην Πλατεία Σολωμού και υπό τις πένθιμες νότες του «… και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (τονισμένο πρωτότυπα κατά πάσα πιθανότητα από τον Ιωάννη Πλανήτερο (19), αποδιδόμενο υπέροχα από τη Φιλαρμονική), ευλογεί με τον Εσταυρωμένο τα τέσσερα σημεία του Ορίζοντα. Πολλοί δηλώνουν, ότι αξίζει να ζουν, για να συμμετέχουν σε αυτή και μόνη την ιερότατη Τελετή. Δέος και κατάνυξη! Άκρα δική μας ταπείνωση ενώπιον της άκρας Συγκαταβάσεως του Μεγάλου Νεκρού…

Μια άλλη σημαντική εθιμική Τελετή, την οποίαν αξίζει κανείς να παρακολουθήσει είναι τα λεγόμενα «Κάλαντα του Δεσπότη». Εξηγώ συνοπτικά: Ο Όρθρος των Θεοφανίων ψάλλεται στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου των Ξένων αφ’ εσπέρας. Στο τέλος της Ακολουθίας και με τη συνοδεία των τοπικών Αρχών, του Κλήρου ιεροφορούντος και του Λαού, μεταβαίνει ο Μητροπολίτης στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Είναι το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς ως ευρισκόμενος «εις τόπον» και «τύπον» τού κατ’ εξοχήν Τιμωμένου, δηλαδή του Επιφανέντος Χριστού. Στο Μητροπολιτικό Μέγαρο ακούει ειδικά για την περίπτωση συνθεμένα Κάλαντα με κείμενο ευχετικό για τον «Λειτουργό Θεού Υψίστου» και στη συνέχεια από τον εξώστη του Μεγάρου απευθύνεται στον λαό, που περιμένει έξω, με επίκαιρη και συνήθως βαρυσήμαντη ομιλία του, την σημαντικότερη της χρονιάς. Αυτή η από τον Εξώστη Ομιλία τού εκάστοτε Ζακύνθου ίσως ν’ αποτελεί επιρροή από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Προσωπικά δεν γνωρίζω κάτι ανάλογο στην Ορθοδοξία, που να έχει μάλιστα τόσο βαθιές ρίζες στον Χρόνο.

Όλα όσα προαναφέρθηκαν ακροθιγώς ως προς τις ιδιαιτερότητες του Ζακυνθινού Τυπικού δεν μπορούν να εκφρασθούν δίχως το ανάλογο ένδυμα της Μουσικής. Στη Ζάκυνθο ανθεί παλαιόθεν, ένα ιδιάζον εντόπιο μέλος ως προς την Ψαλτική, το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη του Κρητικού Μέλους (που, κατά τον Μάρκο Δραγούμη (20), επηρέασε την ζακυνθινή ψαλμωδία από τον 16ο αιώνα, κυρίως όμως μετά την πτώση του Χάνδακα), αφού συναντήθηκε και ανακατεύτηκε με τα ευρωπαϊκά ακούσματα.

Τα ζακυνθινά ψαλσίματα ακούγονται κατά προτίμησιν από δύο τετράφωνους χορούς. Τούτο σήμερα τηρείται μόνον στον Ναό του Πολιούχου Αγίου Διονυσίου από τους χορούς των Ιωάννη Σούλη και Σάββα Βοζαΐτη. Κατά τον ερευνητή και συγγραφέα Νίκια Λούντζη, «η προαναφερθείσα ιδιότυπη χρήση των δύο χορών υπήρξε, (…), βενετσιάνικη εισφορά στο Ζακυνθινό Μέλος. Καθιερώθηκε στο ναό του San Marco (…). Η αντιφωνία ήτανε βέβαια σε χρήση τόσο στο Βυζάντιο όσο, κατ’ επέκταση, στην παλιότερη ζακυνθινή εκκλησία. (…) Η “επανάσταση” του Βίλλαερτ στον Άγιο Μάρκο έγκειται στο ότι, με τους δύο χορούς και τα δύο όργανα της εκκλησίας, ξεπέρασε την ψαλμωδία “εξ υπαμοιβής” για να εισαγάγει την ταυτόχρονη, αντιστικτική ή αρμονική, συνήχηση. Η “βενετσιάνικη πρόταση” της λειτουργίας των δύο χορών, αναμφίβολα, αποτέλεσε υπέρβαση»
(21) .

Είναι κατανοητό, ότι σκοπός της εισήγησής μας δεν είναι μουσικολογικός, αλλά επειδή κατά καιρούς διάφοροι ανυποψίαστοι μέμφονται το ζακύνθιον ύφος, κλείνω την παράγραφο αυτήν, δανειζόμενος την άποψη του συνθέτη Μιχάλη Αδάμη, καταγεγραμμένη από τον Μάρκο Δραγούμη: Ότι δηλαδή, όταν άκουγε την ψαλμωδία αυτήν, τού θύμιζε την αρχαία Βυζαντινή Μουσική «περισσότερο απ’ ό,τι το νεοβυζαντινό μέλος που κυριαρχεί σήμερα στο πανελλήνιο»
(22).

Αξίζει εδώ ν’ αναφερθεί μετά λόγου γνώσεως κι εκφράζοντας τα αισθήματα του κάθε Ζακυνθινού, ότι όλες αυτές οι εθιμικές-λατρευτικές ιδιαιτερότητες, εάν τηρηθούν και υπηρετηθούν από τον Κλήρο και δη τον εκάστοτε Μητροπολίτη της Ζακύνθου, τότε η ναυς της τοπικής Εκκλησίας ταξιδεύει μ’ ενότητα και ασφάλεια. Εάν όλα τα παραπάνω δεν τηρηθούν, οι κραδασμοί είναι πάμπολλοι κι επικίνδυνοι. Γι’ αυτό και παλαιό αίτημα των Ζακυνθίων υπήρξε (κάτι που βεβαίως προκύπτει από πλήθος δημοσιευμάτων στον διαχρονικό τοπικό Τύπο) ο Επίσκοπός της να προέρχεται από τα σπλάχνα της, ώστε να δυνηθεί να τηρήσει την τοπική Τάξη, όχι ως βεβιασμένη αναγκαιότητα, αλλά ως ανάγκη αναπνοής και του ίδιου. Κατά την τελευταία 15ετία η Ζάκυνθος έχει ευεργετηθεί να ποιμαίνεται από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Β΄ τον Συνετό, ο οποίος, με τρόπο συνετό, όχι μονάχα ετήρησε κατά πάντα την εκκλησιαστική μας Παράδοση, αλλά της προσέδωσε και νέα πνοή! Όχι επειδή πρέπει, αλλά κυρίως επειδή πηγάζει ανακουφιστικά από μέσα του!!!

Ο επιχειρών περιήγηση στη θρησκευτική πραγματικότητα της Ζακύνθου επισκέπτης, εκτός από το προσκύνημα στο τετιμημένο Σκήνωμα του Αγίου Διονυσίου, θα έχει την ευκαιρία να λάβει γνώση της τοπικής εκκλησιαστικής Ιστορίας, επισκεπτόμενος το νεοσύστατο Μουσείο (23) της Μονής, όπου εκτίθενται πραγματικοί θησαυροί Τέχνης και Πίστης, αποκατεστημένοι κατά κύριο λόγο στο υποδειγματικό Εργαστήριο Συντήρησης Εικόνων (24), που λειτουργεί τα τελευταία χρόνια στη Μονή. Όλα τούτα τα έργα έλκουν την καταγωγή τους κυρίως από την παλαιή έδρα της Μονής στα νησάκια Στροφάδες (25), αμελητέες για τους πολλούς κουκίδες στην νοτιοδυτική άκρη του ελληνικού χάρτη, όπου όμως σώζεται και κατά την τελευταία 15ετία γίνεται τιτάνια προσπάθεια ν’ αποκατασταθεί το περιώνυμο Καστρομονάστηρο των Παλαιολόγων, πάλαι ποτέ πνευματική ακρόπολη της όλης περιοχής.

Ο περιηγητής αξίζει να θαυμάσει εξάλλου τα παλαίφατα κι εσχάτως αποκατεστημένα Μοναστήρια (26) του Προδρόμου στη Λαγκάδα, Αγίου Γεωργίου των Κρημνών (όπου διακρίθηκε ο ρακενδύτης Μοναχός και Δάσκαλος του Γένους Παχώμιος Ρουσάνος), της Σπηλιώτισσας Ορθονιών, της Αναφωνήτρας στο Πλεμοναρίο (όπου ο ασκητής Αρχιεπίσκοπος πρώην Αιγίνης Διονύσιος ο Σιγούρος συναντήθηκε με τον φονέα του αδελφού του, συγχωρώντας τον), αλλά κι ένα πλήθος ενοριακών ναών ή παρεκκλησίων, τα οποία (με σημαντικότερο παράδειγμα την χρυσοποίκιλτη Φανερωμένη της πόλης Ζακύνθου) προσπαθούν ακόμη να ορθοποδήσουν μετά τη φοβερή Σεισμοπυρκαγιά του Αυγούστου 1953.

Στέκομαι ιδιαίτατα σε αυτή τη χρονολογία, επειδή το ιστορικό αυτό γεγονός επέφερε συγκλονιστικές μεταβολές, τόσο τον τόπο, στα μνημεία, στους ανθρώπους της Ζακύνθου, όσο και στην ίδια την ψυχοσύνθεση των εντοπίων. Είναι τέτοιο το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτισμικό σοκ, ώστε έκτοτε οι Ζακύνθιοι, είτε στις διαπροσωπικές σχέσεις, είτε στη Γραμματεία τους, χρονολογούν πλέον «προσεισμικά» και «μετασεισμικά». Ο επισκέπτης μας συχνότατα θα το ακούσει αυτό. Όπως, εξάλλου, αξίζει να μπει στον προσεισμικό τόπο και χρόνο μας, μες από μια ξενάγηση στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου, στην πλατεία Σολωμού. Εκεί έχουν συγκεντρωθεί πλήθος πολύτιμων και αξιοθαύμαστων σπαραγμάτων Τέχνης από ναούς, αφανισμένους υπό τα ερείπια των Σεισμών. Τέμπλα, φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, ξυλόγλυπτα, αργυρόγλυπτα και ό,τι άλλο θαυμαστό χαρακτηρίζει την εντόπια Τέχνη. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, όπου υπάρχει μια σημαντική έκθεση σπαραγμάτων έργων θρησκευτικής Τέχνης.

Όλον αυτόν τον εικαστικό πλούτο περί την εκκλησιαστική Τέχνη της Ζακύνθου, αναχωρώντας ο περιηγητής απ’ το νησί μας, μπορεί να τον πάρει μαζί του μες από μνημειώδεις εκδόσεις. Θα μού επιτρέψετε να τού προτείνω κάποιες: α) Το πόνημα υπό τον τίτλο «Μουσείο Ζακύνθου» της Ζωής Μυλωνά (27), και β) το τρίτομο έργο «Εικόνες της Ζακύνθου» των Μυρτάλης Αχειμάστου-Ποταμιάνου και Γιάννη Ρηγόπουλου (28).

Κλείνω αυτή την περί Ζακύνθου συνοπτική παρουσίαση μ’ ένα υμνητικό σονέτο για το νησί, γραμμένο από έναν κορυφαίο της παγκόσμιας Γραμματείας. Δεν ανήκει στους περιηγητές, οι οποίοι έφτασαν έως εδώ κι έγραψαν τις εντυπώσεις τους. Η δύναμη της Φήμης της Ζακύνθου υπήρξε όμως τόσο διαδεδομένη, ώστε και ο Edgar Allan Poe (διότι περί αυτού πρόκειται) μεγαλύνει τον τόπο ως εξής:


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Από τ’ ωραιότερο λουλούδι, εσύ ανθονήσι,
επήρες το γλυκόνομα που σε ομορφαίνει.
Πόσες στη θύμησή του, όποιος θα σε αντικρίσει,
λαμπρές κι αρμονικές στιγμές δεν ανασταίνει!

Ξυπνούν θωριές ευτυχισμένες που έχουν σβήσει,
ελπίδες φευγαλέες και στοχασμοί χαμένοι,
τ' όραμα εκείνης που δεν θα ξαναγυρίσει
ποτέ στη χλοερή γη τη μοσκοβολισμένη.

Ποτέ πλια! Τον αντίλαλο γρικώ θλιμμένο. -
Δεν θα ξαναχαρώ τα μαγικά σου κάλλη...
Και τώρα πια θάναι για με καταραμένο

το πρόσχαρο κι ολανθισμένο σου ακρογιάλι,
ω φλόγα του Υακίνθου, Ζάκυνθος εσύ,
λουλούδι της Ανατολής, Χρυσό Νησί!
(29)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Η έκφραση αυτή αποδίδεται στον Ζακύνθιο συγγραφέα Διονύσιο Ρώμα.
2. Τένιας Ρηγάκου, «Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Τέχνη στα Ιόνια Νησιά», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, εκδ. Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, Αθήνα 2007, σ. 55.
3. Βλ. αναλυτική αναφορά, ό.π., σσ. 55-65.
4. Βλ. Ντίνου Κονόμου, Κρήτη και Ζάκυνθος, Αθήνα 1968 και Του ίδιου, Κρητικοί στη Ζάκυνθο, εκδ. Παγκρητίου Ενώσεως Αθηνών, Αθήνα 1970.
5. Βλ. Αθανασίας Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, «Παιδεία και Φιλοσοφία στα Νησιά του Ιονίου (16ος – 19ος αιώνας)», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, ό.π., σσ. 123-133.
6. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, «Ο ενικός Σολωμός», Παρνασσός 41 (1999) 398-410.
7. Βλ. Θεοδόση Πυλαρινού, «Η Επτανησιακή Λογοτεχνία», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, ό.π., σσ. 135-159.
8. Βλ. Θάνου Χρήστου, «Η Τέχνη στα Επτάνησα (18ος-20ός αιώνας)», ό.π., 205-223.
9. Βλ. Κώστα Καρδάμη, «Η Μουσική στα Επτάνησα», ό.π., σσ. 187-203.
10. Πρβλ. Σπύρου Χρ. Καρύδη, «Η εκλογή του Πρωτοπαπά Ζακύνθου και το ζήτημα της Επισκοπής Κυθήρων κατά την περίοδο της Βενετικής Κυριαρχίας», Θησαυρίσματα 38 (2008) 349-370.
11. Όσον αφορά στα της Κέρκυρας αυτής της περιόδου, πρβλ. επιλεκτικά, Α. Χ. Τσίτσα, Η Εκκλησία της Κερκύρας κατά την Λατινοκρατίαν 1267-1797, Κέρκυρα 1969 και Αλίκης Νικηφόρου, Δημόσιες τελετές στην Κέρκυρα κατά την περίοδο της Βενετικής Κυριαρχίας 14ος-18ος αι., εκδ. Θεμέλιο / Ιστορική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1999.
12. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, «Η Ιστορία της Εκκλησίας των Ιονίων Νήσων», Ιόνιοι Νήσοι. Ιστορία και Πολιτισμός, ό.π., σσ. 239-255.
13. Πρβλ. Δημητρίου Μαγριπλή - Ι. Σόλαρη – Ι. Μπουγά, «Θρησκευτικός φανατισμός και τοπικές κοινωνίες στον ελληνικό χώρο», στον Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 583-594.
14. Βλ. Λεωνίδα Χ. Ζώη, Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήναι 1955, σ. 286 εξ.
15. Βλ. σχετικά, Γ. Γ. Αλισανδράτου, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο (1777), Ανέκδοτη επιστολή ενός ακροατή του. Μελέτη ιστορική και φιλολογική, Αθήνα 1982.
16. Βλ. Ντίνου Κονόμου, Άγιος Διονύσιος ο Πολιούχος Ζακύνθου, Αθήνα 1969 (β΄ έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, 1996).
17. Πρβλ. Jill Dubish, Το θρησκευτικό προσκύνημα στη σύγχρονη Ελλάδα. Μια εθνογραφική προσέγγιση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000.
18. Κυκλοφορεί συνήθως από τις ζακυνθινές εκδόσεις Έντυπο κάθε χρόνο ειδικό τεύχος, σε 10.000 αντίτυπα, το οποίο διανέμεται δωρεάν στους πασχαλινούς επισκέπτες της Ζακύνθου. Σε αυτό αναφέρονται τα έθιμα των Μεγάλων Ημερών, θεολογικά και λογοτεχνικά κείμενα σχετικά με το θείο Δράμα, ξεναγήσεις στα Μουσεία και στ’ αξιοθέατα του νησιού. Όλ’ αυτά διανθισμένα με πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το σχετικό φυλλάδιο του 2009 διανεμήθηκε σε όλη την Ελλάδα, μέσω της έγκριτης Εφημερίδας Το Βήμα της Κυριακής (4.4.2009) κι έτσι έφθασε σε 250.000 αναγνώστες!
19. Υπάρχει ολόκληρη διαλεκτική για την πατρότητα της μελωδίας αυτών του θαυμαστού αυτού ψάλματος, Βλ. σχετικά, το κεφάλαιο «Ο Ύμνος “Ίνα τι εφρύαξαν έθνη”», στο Νίκια Λούντζη, Η Ζάκυνθος μετά μουσικής… Εκκλησιαστική και Κοσμική Μουσική (Λαϊκή), εκδ. Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Αθήνα 2008, (τ. 1), 98-114.
20. Βλ. Μάρκου Φ. Δραγούμη, «Η δυτικίζουσα εκκλησιαστική μουσική μας στην Κρήτη και στα Επτάνησα», Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 31 (1976-1978) 272. Σημαντικότατο είναι και το πόνημα, Του ίδιου, Η μουσική παράδοση της Ζακυνθινής Εκκλησίας, εκδ. Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Αθήνα 2000, το οποίο μετά πολλής επιστημοσύνης αντιμετωπίζει το θέμα, αποτυπώνοντας άγνωστες ή λιγότερο γνωστές μελωδίες.
21. Νίκια Λούντζη, ό.π., σ. 57. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι το εν λόγω πόνημα Λούντζη (σελ. 47-175) αποτελεί την καλύτερη και γλαφυρότερη (γιατί όχι;) μέχρι στιγμής σύνοψη της επιστημονικής γνώσης γύρω από το Ζακυνθινό Εκκλησιαστικό Μέλος και την εν γένει εκκλησιαστική μας Μουσική Παράδοση.
22. Μάρκου Φ. Δραγούμη, «Πρόσφατες έρευνες στη Ζάκυνθο για την εκκλησιαστική της μουσική», Δελτίον της Ιονίου Ακαδημίας, τ. 2, 271.
23. Βλ. σχετικά, Ζωής Μυλωνά, «Η Ιερά Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου και το νέο Μουσείο», Εορτολόγιον 2002 Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σσ. 22-61.
24. Βλ. σχετικά, [Ανωνύμου], «Εργαστήριο Συντήρησης Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου», Εορτολόγιον 2003 Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σσ. 25-30. Πρβλ και «Μικρή Πινακοθήκη. Οι Εικόνες πριν και μετά τη συντήρηση», ό.π., σσ. 31-43.
25. Από μια τεράστια βιβλιογραφία περί των Στροφάδων Νήσων, αναφέρουμε επιλεκτικά: α) Ντίνου Κονόμου, Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σσ. 154-157, β) Διονυσίου Ι. Μούσουρα, Αι Μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, (διδακτορική διατριβή), εκδ. Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, εν Αθήναις 2003, γ) Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, «Στον πλωτό παράδεισο των Στροφάδων Νήσων», Εορτολόγιον 2008 Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σ. 16-29 και δ) Γιώργου Καρρή και Αριστοτέλη Μαρτίνη, «Στροφάδια: Ένας απομονωμένος οικολογικός θησαυρός», ό.π., σσ. 30-39.
26. Βλ. σχετικά, στον Τόμο «Μονές της Ζακύνθου. Ιστορία - Αρχιτεκτονική - Τέχνη», Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας (16 Νοεμβρίου 1996), εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1998.
27. Εκδ. Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, Αθήνα 1998. Η συγγραφέας του Ζωή Μυλωνά είναι Αρχαιολόγος και διετέλεσε επί πολλά χρόνια Διευθύντρια του Μουσείου Ζακύνθου και εσχάτως της νεοσύστατης 20ής Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
28. Εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και οι τρεις τόμοι. Ο α΄ είναι της Μυρτάλης Αχειμάστου-Ποταμιάνου (Αθήνα 1997), με προλεγόμενα του Μανόλη Χατζηδάκη, κυκλοφορήθηκε μάλιστα και στην αγγλική γλώσσα. Οι β΄ και γ΄ τόμοι της σειράς είναι του Γιάννη Ρηγόπουλου και φέρουν τον παραλλαγμένο τίτλο «Εικόνες της Ζακύνθου και τα πρότυπά τους» (Αθήνα 2006).
29. Η μετάφραση είναι του Μαρίνου Σιγούρου, δημοσιευμένη στο βιβλίο του Εκλεκτές σελίδες (1901-1952), του 1952. Εδώ προέρχεται από την ποιητική ανθολογία του Διονύση Σέρρα, Η Ζάκυνθος στην ελληνική και ξένη ποίηση, εκδ. Οι Φίλοι του «Περίπλου», Αθήνα 1994, σ. 126. Το ίδιο ποίημα βλ. α) Εδγαρ Άλαν Πόε, Τα Ποιήματα, (Μτφρ Νίκου Σημηριώτη), εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1979, σ. 39 και β) Edgar Allan Poe, «Sonnet – To Zante / Σονέτο – Στη Ζάκυνθο», (Μτφρ Στέφανου Μπεκατώρου), Επτανησιακά Φύλλα 19 (1998) 327.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΣΕ ΑΝΘΗΣΗ (πλην Πατρών)


Στην Καθημερινή διαβάζω: Αντέχει, παρά την κρίση, ο θρησκευτικός τουρισμός. Στο ρεπορτάζ παρατίθενται στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (UNWTO) που αποδεικνύουν ότι ο θρησκευτικός τουρισμός καλά κρατεί, αφού ο τουρισμός αναψυχής παρουσιάζει κάμψη, και ως εκ τούτου έχει μέλλον.
Οι Ρώσοι αδελφοί μας Ορθόδοξοι έχουν δώσει μεγάλη σημασία στο θέμα αυτό, διοργανώνουν συνέδρια, προχωρούν σε συνεργασίες με ομόδοξες Εκκλησίες, εκδίδουν στα ρωσικά προσκυνηματικούς οδηγούς με επιστημονικές αξιώσεις που αφορούν σε πανορθόδοξα - και πολλά ελληνικά - προσκυνήματα.
Στο ρεπορτάζ της Καθημερινής ο δημοσιογράφος και εμπειρογνώμων του UNWTO Ρομπέρ Λανκάρ μας λέει ενδιαφέροντα πράγματα για το φαινόμενο στη χώρα μας.

"Στην Ελλάδα σε μια πρώτη καταγραφή από τον UNWTO, εντοπίστηκαν 250 - 280 τόποι θρησκευτικού ενδιαφέροντος έναντι 150 της Ρουμανίας, και η χώρα προσελκύει το ενδιαφέρον τόσο των ορθοδόξων της ΝΑ Ευρώπης όσο και πιστών άλλων δογμάτων και θρησκειών. Στο άμεσο μέλλον, κατά τον ίδιο, θα δέχεται περί το ένα εκατομμύριο θρησκευτικούς τουρίστες μόνον από τη ΝΑ Ευρώπη.

Σήμερα, πάντως, τα Μετέωρα επισκέπτονται Ρώσοι, αλλά και πολλοί από τη Δυτική Ευρώπη, τις ΗΠΑ, ακόμη και την Απω Ανατολή, καθώς έλκονται από το σπάνιο γεωλογικό φαινόμενο των βράχων. Κατά χιλιάδες συρρέουν καθολικοί, ορθόδοξοι και πιστοί άλλων θρησκειών και στο «νησί της Αποκάλυψης», την Πάτμο, ενώ στη Βέροια η τουριστική προσέλευση αυξήθηκε θεαματικά πέρυσι, κατά τη διάρκεια του παγκόσμιου εορτασμού του «Ετους Αποστόλου Παύλου», λόγω της αθρόας προσέλευσης μεταξύ άλλων και Ισραηλινών επισκεπτών".

Πάντως η Ιερά Σύνοδος φαίνεται πως έχει κάπως κινητοποιηθεί εσχάτως και διοργανώνει στις 14 και 15 Νοεμβρίου στη Ζάκυνθο το Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις προσκυνηματικές περιηγήσεις και τα Επτάνησα ως πανορθόδοξους προορισμούς. Υπάρχει και το Συνοδικό Γραφείο αναπτύξεως θρησκευτικού τουρισμού που φαίνεται να έχει μια δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον σε επίπεδο διεκκλησιαστικών επαφών.

Το ενδιαφέρον απ' όσα λέει πιο πάνω ο Ρομπέρ Λανκάρ είναι η αθρόα προσέλευση τουριστών στη Βέροια, λόγω του "Έτους Αποστόλου Παύλου". Αυτό, για όσους γνωρίζουν, είναι προσωπικό επίτευγμα του Μητροπολίτου Βεροίας κ. Παντελεήμονος, ο οποίος φρόντισε αμέσως μόλις εξελέγη να δώσει διορθόδοξο χαρακτήρα στους εορτασμούς για τον Απόστολο Παύλο κάθε Ιούνιο. Διοργανώνει κάθε χρόνο διεθνές επιστημονικό συνέδριο, καλεί εκπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, προβαίνει σε σημαντικές εκδόσεις, πραγματοποιεί εκδηλώσεις με ευρύτερη από την τοπική απήχηση.

Στην Πάτρα, την πύλη προς την Δύση, την πόλη όπου μαρτύρησε ο Πρωτόκλητος, την μοναδική πόλη της Ελλάδας όπου ετελεύτησε Απόστολος, ακούστηκαν κατά καιρούς από διάφορους, εκκλησιαστικούς και δημοτικούς, "ιθύνοντες" διάφορες κορώνες περί ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού, αλλά φυσικά τίποτε απολύτως δεν έχει συντελεστεί, αφού δεν υπάρχει η παραμικρή υποδομή. Για "στρατηγική ανάπτυξης" ούτε λόγος! Οι όποιοι τουρίστες φτάνουν στην Πάτρα από μόνοι τους, ή καλύτερα λόγω του Αποστόλου. Και το προσκύνημά τους περιορίζεται στο ναό του Πολιούχου για λίγα λεπτά. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση και δε νομίζω ότι θα αλλάξει. Προφανώς η πόλη δεν επιθυμεί να της ταράσσουν την ησυχία της προσκυνητές από την υφήλιο που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να κατακλύζουν ολοχρονίς την πόλη του Πρωτοκλήτου.

Πίνακας, Σπύρος Παπαλουκάς, Εκκλησία

Related Posts with Thumbnails