Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Γιγουρτσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Γιγουρτσής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του φιλολόγου - θεολόγου Γιάννη Γιγουρτσή
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το 'λεγε έτσι φτηνά-, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.


Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Εκκλησιαστικά κορωνοϊκά


Του φιλολόγου - θεολόγου Γιάννη Γιγουρτσή 
Επιεικώς απαράδεκτη η θλιβερή στάση ορισμένων αρχιερέων που με τρόπο απροκάλυπτο όσο και εξοργιστικό υπονομεύουν την προσπάθεια της Πολιτείας και όλων μας για την καταπολέμηση της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού. 
Δεν αναφέρομαι μόνο στον Κυθήρων Σεραφείμ που στο κάτω κάτω έκανε ανοιχτά ό,τι έκανε χωρίς να κρυφτεί (θα έπρεπε να είχε περάσει αυτόφωρο βεβαίως, αλλά ας όψεται). 
Χειρότερη είναι η στάση μητροπολιτών όπως ο Κερκύρας Νεκτάριος, ο οποίος σε μια στομφώδη και φλύαρη ομιλία του τη μέρα του Ευαγγελισμού ζήτησε από τους πιστούς να βγουν δήθεν για σωματική άσκηση και να πάνε στην εκκλησία για να κοινωνήσουν. Μια κουτοπόνηρη, θρασύδειλη στάση ραγιαδισμού που συνοδευόταν από «αντισυστημικές» κορώνες περί «πρόβας της παγκόσμιας λεγόμενης δικτατορίας». 
Η χειρότερη και πιο επικίνδυνη παρέμβαση όμως ήταν αυτή του μητροπολίτη Εδέσσης Ιωήλ, ο οποίος σε άρθρο του υπερασπίστηκε όχι μόνο την θεολογικά ισχυρή άποψη περί της θείας κοινωνίας, αλλά προχώρησε και σε άλλες πρωτοφανείς αιτιάσεις που τις έντυσε μάλιστα με θεολογίζοντα και πνευματικοφανή επιχειρήματα. Ισχυρίζεται ο άγιος Εδέσσης πως ο ιός δεν μπορεί να κολλήσει στην εκκλησία, ούτε με το χειροφίλημα των παπάδων ούτε με τον ασπασμό των εικόνων. Λέει, μεταξύ των άλλων, αγνοώντας και την θεολογία και την κοινή λογική. "Ὅταν φοβόμαστε νὰ προσκυνήσουμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες, νὰ ἀσπασθοῦμε τὸ χέρι τοῦ ἱερέως, νὰ βρεθοῦμε μέσα στὸν ἱερὸ ναό, ἀρνούμαστε στὴν πράξη τὴν σωστικὴ καὶ ἁγιαστικὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θεωροῦμε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδώσει κάτι «κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον» καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ μεγίστη βλασφημία."
Λόγια παραπλανητικά και επικίνδυνο γιατί μπορεί να παρασύρουν κόσμο σε ενέργειες που θα τον βλάψουν. Εκκλησιαστικός μεσαίωνας, που ευτυχώς δεν είναι ο κανόνας, αλλά δεν παύει να είναι μια ισχυρή τάση μέσα στην Ελλαδική κυρίως Εκκλησία. 
Τουλάχιστον ο Αρχιεπίσκοπος, που έχει άλλη εμπειρία και άλλη πολιτική σοφία, προσπάθησε να τα συμμαζέψει στο χθεσινό του μήνυμα καλώντας του πιστούς. «να αποφεύγουν τον κοινό εκκλησιασμό και να περιορίζονται σε προσευχή στο σπίτι, ενώ παράλληλα τους κάλεσε να κάνουν κουράγιο.» 
Το ότι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες επίσης, με προεξάρχον το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις ανά τον κόσμο μητροπόλεις του, αλλά και οι Εκκλησίες της Αλβανίας και της Κύπρου έπραξαν διαφορετικά, λίγο φαίνεται να απασχολεί τους εν λόγω Ελλαδικούς "αγίους". 
Προχωρούν ανερυθρίαστα σε πράξεις που θα μπορούσε ίσως ένας εισαγγελέας να τις βρει ποινικά κολάσιμες, επειδή ίσως νομίζουν πως δεν θα τους αγγίξει κανείς. 
Όσο όμως η σχέση Εκκλησίας και Κράτους είναι αυτή που είναι και δεν ξεκαθαρίζουν τα τσανάκια, όπως θα έπρεπε, όσο οι κληρικοί στην Ελλάδα θα είναι (και όπως γνωρίζομε κόπτονται για να εξακολουθήσουν να είναι) δημόσιοι υπάλληλοι- λειτουργοί, όσο η Εκκλησία είναι ένα θεσμός που συντηρείται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος, καλό θα είναι ο καθένας να συνειδητοποιήσει την θέση και τον ρόλο του. 
Οι σχέσεις συναλληλίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, όπως προσφυώς λέγεται η διαπλοκή εξουσίας, χρήματος και δύναμης μεταξύ των δύο θεσμών σήμερα εντός Ελλάδος, είναι καλό να υπάρχουν και να ονομάζονται έτσι, όταν είμαστε στα καλά μας ήρεμοι και ωραίοι. Όταν όμως φτάσουμε στα δύσκολα οι ρόλοι είναι αλλιώς και είναι σαφείς. Τότε το πάνω χέρι το έχει και οφείλει να το έχει το κράτος. 
Να το πω και με άλλα λόγια. Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να πιστεύει ελεύθερα ό,τι θέλει και να λατρεύει ελεύθερα τον Θεό, όπως θέλει και όπως επιτάσσει η πίστη του. Δεν ζούμε όμως σε ένα κράτος θεοκρατικό, αλλά σε ένα αστικό κοσμικό κράτος δικαίου και γνωρίζουμε δύο βασικά πράγματα. Πρώτον ότι το κράτος αποτελείται από ελεύθερους πολίτες και όχι από πιστούς και δεύτερον ότι η ελευθερία του καθένα από αυτούς έχει τα όριά της στην ελευθερία του άλλου. Τα όρια της ελευθερίας του πιστού λοιπόν σταματούν εκεί που θίγεται η ελευθερία του πολίτη και αυτή η ιεράρχηση δεν μπορεί να ανατραπεί. Όταν υπάρχει λόγος αυτό πρέπει να υπενθυμίζεται. 
Και αυτό ακριβώς έκανε προ ημερών και ο Πρωθυπουργός της χώρας με την απόφασή του να κλείσει τις εκκλησίες. Αν και πιστός ο ίδιος, προστάτευσε, ως όφειλε, τους πολίτες του κράτους, οι οποίοι τον εξέλεξαν για να τους κυβερνά.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του φιλολόγου Γιάννη Γιγουρτσή
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το 'λεγε έτσι φτηνά-, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΓΟΥΡΤΣΗΣ: "Ελλάδα - Τουρκία: άγνωστοι γείτονες, άσπονδοι φίλοι"


Εκδήλωση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις έγινε στο Ηράκλειο την Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018 στο Πολύκεντρο του Δήμου Ηρακλείου. Τίτλος της εκδήλωσης, την οποία διοργάνωσε η Ηράκλεια Πρωτοβουλία ήταν «Ελλάδα - Τουρκία: Τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά: άγνωστοι γείτονες, άσπονδοι φίλοι». 
Ομιλητής ο Γιάννης Γιγουρτσής, καθηγητής στην Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης. 
Προλόγισε η Τασούλα Μαρκομιχελάκη, επίκουρη καθηγήτρια τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 
Η ομιλία ήταν μια προσπάθεια γνωριμίας με τον άγνωστο εν πολλοίς γείτονα μας που είναι η Τουρκία, με την οποία όχι μόνο είμαστε υποχρεωμένοι ως γείτονες να συνυπάρξουμε, αλλά βιώνουμε μαζί της μια σχέση ιδιαίτερη, μια σχέση "αγαπητική" με εντάσεις και πάθος, με τα πάνω και με τα κάτω της, τις καλές και τις κακές της στιγμές, μια σχέση ωστόσο που είναι συμπληρωματική και αναγκαία και για τα δύο μέλη αυτής της ιδιότυπης συζυγίας. Προϋπόθεση όμως για να προχωρήσει η σχέση αυτή είναι η αμοιβαία γνωριμία των δυο πλευρών, πέρα από στερεότυπα και προκαταλήψεις και αυτός ήταν ο κύριος στόχος της ομιλίας, η οποία συνεχίστηκε με μια μακρά και ενδιαφέρουσα συζήτηση κατά την οποία ο ομιλητής απάντησε σε πολλές και ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και σχόλια του κοινού.


Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΓΟΥΡΤΣΗΣ: "ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ"

Αναμνηστική φωτογραφία από παρουσίαση βιβλίου του Χρήστου Τούβε στην Μεγάλη του Γένους Σχολή (1-12-2017)

Του Γιάννη Γιγουρτσή

Καθηγητού στην Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή
Γράμμα από την Πόλη 
Ο κ. Άγγελος Συρίγος είναι ένας επιτυχημένος και δημοφιλής στους φοιτητές του καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ένας ευγενέστατος άνθρωπος. 
Οι θέσεις του κ. Άγγελου Συρίγου ωστόσο για τα ελληνοτουρκικά και τις εκατέρωθεν μειονότητες είναι επίσης γνωστές εδώ και χρόνια. Διαπνέονται από ένα πνεύμα πολεμικό - υποτίθεται για τα ελληνικά συμφέροντα - στην πραγματικότητα όμως έχουν χαρακτήρα εθνοκεντρικό στα όρια του εθνικισμού, συμπεριλαμβάνουν πλείστες αντιτουρκικές κορώνες και αναπαράγουν εθνικές φοβίες, προκαταλήψεις στερεότυπα. Ο κ. Συρίγος έχει ένα κοινό που τον ακολουθεί και είχε την ευκαιρία να ασκήσει πολιτική που διαπνέονταν από αυτές τις αρχές, χωρίς ιδιαίτερη είναι η αλήθεια επιτυχία. Ο κ. Συρίγος υπήρξε επίσης θύμα μπούλινγκ και βίας, και δη σωματικής εντός του πανεπιστημίου μάλιστα, για τις απόψεις του, ενέργεια που καταδίκασε και καταδικάζει απολύτως κάθε δημοκρατικός και ελεύθερος άνθρωπος. Καταδικαστέα λοιπόν η βία απολύτως και θεμιτή η ελεύθερη έκφραση κάθε άποψης ακόμα και αυτών με τους οποίους διαφωνούμε - ιδίως αυτών. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο πως και οι εκτιθέμενες απόψεις δεν κρίνονται. 
Εν όψει της επίσκεψης Ερντογάν στην Ελλάδα, ο κ. Συρίγος έχει προχωρήσει σε δηλώσεις και άρθρα που προσπαθούν να υπονομεύσουν το κύρος και να ακυρώσουν την σημασία της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το συγκεκριμένο, στοχευμένο, φοβικό και ανακριβές κείμενο το οποίο δημοσίευσε το in .gr. (http://news.in.gr/greece/article/?aid=1500180217). 
Δεν θα μιλήσω αναλυτικά για όσα με τρόπο προβοκατόρικο και προσαρμόζοντας κατά το δοκούν τα δεδομένα λέει αναφορικά για την επίσκεψη Ερντογάν στην Θράκη. Πολλοί είναι έτοιμοι να τα ακούσουν αυτά ευχάριστα. Θα επισημάνω απλώς το αυτονόητο. Ο Τούρκος Πρόεδρος πηγαίνει στην Θράκη και επισκέπτεται την μειονότητα με την ίδια ακριβώς λογική που όλοι οι Έλληνες αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του ΠτΔ και του Πρωθυπουργού επισκέπτονται το Πατριαρχείο και συναντούν - οι περισσότεροι - στελέχη της μειονότητας, κάθε φορά που έρχονται στην Κωνσταντινούπολη ή πάνε στην Ίμβρο και την Τένεδο. 
Θα πω επίσης πως όταν γίνεται μια τέτοιου επιπέδου επίσκεψη είναι λογικό να υπάρξει σοβαρή προετοιμασία και οργάνωση και αυτό ακριβώς πήγε να κάνει ο αντιπρόεδρος κ Τσαβούσογλου που πήγε προ ημερών στην Θράκη. Δηλαδή πως έπρεπε να πάει εκεί ο κ Ερντογάν. Να πάρει το αυτοκίνητο από τα Ύψαλα, να διασχίσει τους Κήπους και έρθει για καφέ στην Κομοτηνή από μόνος του, χωρίς πρόγραμμα; Σημειωτέον πως ο κ Τσαβούσογλου κατάγεται από την Θράκη και πήγε μεταξύ άλλων και στο χωριό του. 
Θα επιμείνω όμως λίγο περισσότερο σε αυτά που ξέρω καλύτερα και με αφορούν περισσότερο. 
Ο συντάκτης του άρθρου ανοίγει και κλείνει το κείμενό του με αναφορές στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα στα ομογενειακά σχολεία της Πόλης και διεκτραγωδεί με τόνους δραματικούς την κατάσταση της μειονότητας, βγάζοντας το συμπέρασμα πως εδώ υπάρχει όχι μειονότητα αλλά ένα κέλυφος μειονότητας καταλήγοντας έτσι εμμέσως στο συμπέρασμα πως η πολίτικη Ρωμιοσύνη τελειώνει. Αναφέρει μάλιστα και τον αριθμό των μαθητών των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα ρωμέικα σχολεία της Πόλης και κλείνει με την μελοδραματική όσο και απολύτως ψευδή και για αυτό χυδαία πολιτικά διαπίστωση πως "οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων υπολογίζουν πόσους λιγότερους μαθητές θα έχουν την επόμενη χρονιά." 
Η στάση του κ. Συρίγου έναντι της ελληνορθόδοξης μειονότητας της Τουρκίας, των Ρωμιών της Πόλης (της Ίμβρου και της Τενέδου) δηλαδή εντάσσεται στην γνωστή ελλαδοκεντρική στάση όλων όσοι προσπαθούν εδώ και δεκαετίες να παρουσιάσουν την υπόθεση της πολιτικής ρωμιοσύνης ως τελειωμένη και ζητούν από την Ελλάδα να πάψει να ασχολείται, θεωρώντας πως η ρωμέικη κοινότητα της Πόλης - εν πολλοίς και το Πατριαρχείο - αποτελεί βαρίδι στα ελληνοτουρκικά, από το οποίο η Ελλάδα πρέπει να απαλλαγεί. Κοντολογίς η αντίληψη λέει "ας τελειώνουμε με την μειονότητα της Πόλης" για να δούμε τι θα κάνουμε πιο ελεύθερα στα ελληνοτουρκικά και (αυτό δεν ομολογείται εύκολα) με την μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη. 
Η αντίληψη αυτή δεν έχει να κάνει με τον αριθμό των μελών της μειονότητας, αλλά είναι βαθιά ιδεολογική. Είναι η ίδια αντίληψη που επιζητούσε παλαιότερα την πτωχή πλην τίμια Ελλάδα, αυτή που οδήγησε στην μικρασιατική καταστροφή και την εν γένει συρρίκνωση του ελληνισμού στο όνομα του ελλαδισμού. 
Κανείς βεβαίως δεν αμφισβητεί την δραματική μείωση του αριθμού της ελληνορθόδοξης μειονότητας της Κωνσταντινούπολης που από 150.000 μέλη που ήταν την επομένη της συνθήκης της Λωζάνης, σε μια Πόλη που ήταν περίπου 800.000 κάτοικοι, κατέληξε να είναι 4000 άνθρωποι σε μία Πόλη 17 εκατομμυρίων. Οι λόγοι της μείωσης αυτής είναι πολλοί και δεν είναι της παρούσης. 
Αυτό που ωστόσο οφείλουμε παράλληλα να ξέρουμε και να λέμε-  και ο κ. Συρίγος ασφαλώς το γνωρίζει αλλά δεν το λέει - είναι η μεγάλη βελτίωση και του νομικού πλαισίου και της καθημερινότητας της μειονότητας στην Τουρκία τα τελευταία 15 περίπου χρόνια, το γεγονός πως οι Ρωμιοί της Πόλης έχουν σταματήσει πλέον να φεύγουν, πως τα παιδιά τους σπουδάζουν με επιτυχία στα τουρκικά πανεπιστήμια και δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, πως ένας μικρός έστω αριθμός παλιών Ρωμιών επιστρέφει, πως κάμποσοι Έλληνες από την Ελλάδα, την Κύπρο αλλά και από άλλου στο εξωτερικό έρχονται, παντρεύονται, εργάζονται εγκαθίστανται στην Τουρκία, γεγονός που δίνει μια ανάσα σημαντική στην κοινότητα, πως - κυρίως αυτό- ο αριθμός των μαθητών των σχολείων μας έχει παραμείνει σταθερός τα τελευταία 15 χρόνια, με μια μικρή τάση αύξησης, πως στην Ίμβρο άνοιξε μετά από 50 χρόνια δημοτικό και για πρώτη φορά γυμνάσιο - λύκειο, όπου σήμερα φοιτούν πάνω από 30 μαθητές με έντονες τάσεις να αυξηθούν, πως οι εκκλησίες μας λειτουργούνται και ανακαινίζονται όλες, κάποιες με χρήματα του τουρκικού κράτους, πως το τουρκικό κράτος για πρώτη φορά δίνει κάποια χρήματα και στα ελληνικά σχολεία, πως έχουν γίνει δεκάδες επιστροφές ακινήτων στα βακούφια μας, πως εκατοντάδες απλοί πολίτες μπορούν να διεκδικήσουν πίσω τις περιουσίες τους που είχαν παλαιότερα δεσμευθεί ή καταπατηθεί και πολλοί το καταφέρνουν και πολλά άλλα. Δεν θέλω να πω πως τα προβλήματα της Ρωμιοσύνης της Πόλης έχουν λυθεί, υπάρχουν πολλά να γίνουν ακόμα. Το άνοιγμα της Σχολής της Χάλκης είναι ένα παράδειγμα, αλλά δεν είναι το μόνο.
Μπορεί επίσης κάποιος να πει πως όλα αυτά είναι "too late too little" συγχρόνως όμως η απάντηση έρχεται φυσικά "κάλλιο αργά παρά ποτέ". Δεν μετράμε τους μαθητές μας αντίστροφα αλλά τους προσθέτουμε. Κάθε χρόνο λογαριάζουμε πόσοι περισσότεροι μαθητές θα έρθουν, όχι πόσοι θα φύγουν. Χαιρόμαστε για τα ζευγάρια που παντρεύονται, τα παιδιά που γεννιούνται, ενθουσιαζόμαστε που τα τελευταία χρόνια το νηπιαγωγείο και οι πρώτες τάξεις στο Ζάππειο έχουν τριαντάρια τμήματα που χρειάζεται να τα χωρίσουμε στα δύο, βλέπουμε το αύριο με αισιοδοξία, παρά τις δυσκολίες που δεν τις αγνοούμε, και μικροσκοπικά εντός της κοινότητας μας, και μακροσκοπικά στο πλαίσιο της χώρας και της διεθνούς συγκυρίας. 
Οι Έλληνες της Πόλης, Ρωμιοί και Ελλαδίτες, συνιστούν την ελληνορθόδοξη κοινότητα, την Ρωμιοσύνη της Πόλης που, όπως έχουν καταλάβει όσοι εδώ και δεκαετίες "την τελειώνουν", είναι πολύ σκληρή για να πεθάνει. Άλλωστε, - το λέμε από την εποχή του Πατριάρχη Αθηναγόρα αυτό - είμαστε λίγοι και αμέτρητοι και δεν σκοπεύουμε να εγκαταλείψουμε τις εκκλησίες, τα σχολεία την ιστορία μας σε κανέναν. Εμείς, όσοι μείναμε και όσοι από επιλογή ή καλή τύχη βρεθήκαμε στην Πόλη, διεκδικούμε να είμαστε οι συνεχιστές της Ρωμιοσύνης και των πολλών αιώνων ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη. Τα ελληνικά υπάρχουν και οι Έλληνες ζουν σε αυτά τα χώματα, σε αυτή την γέφυρα ηπείρων και πολιτισμών, από τον 7ο π.Χ. αιώνα. Δεν σκοπεύουμε να είμαστε εμείς οι τελευταίοι απόγονοι του Βύζαντα στον Βόσπορο. Αυτό θα το καταλάβουν καλά όλοι όσοι κάνουν ήδη τα μνημόσυνα και τις αφιερωματικές εκδηλώσεις για μια υπόθεση που την θεωρούν χαμένη. 
Δεν θεωρώ ότι φυλάμε Θερμοπύλες εδώ - οι Θερμοπύλες χάθηκαν στο τέλος, μην το ξεχνάμε. 
Εδώ φυλάμε την ιστορία της Ρωμιοσύνης και χτίζουμε, πρώτα από όλα μέσα στα σχολεία μας, το μέλλον της. Ας το έχουν αυτό όλοι υπόψιν, φίλοι και εχθροί.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το λεγε έτσι φτηνά -, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Μπαρίς: Το βιολί της ειρήνης και των τύψεων


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής


Ο Μπαρίς Γιαζγκί γεννήθηκε στο Σιίρτ, μια φτωχή και ορεινή περιοχή στην ΝΑ Τουρκία όπου κυριαρχεί ο κουρδικός πληθυσμός. Δύσκολα τα περνούσαν οι γονείς, κτηνοτρόφοι και οι δύο τους, που έκαναν κάμποσα παιδιά για να έχουν βοήθεια και χέρια στην οικογένεια. Την εποχή που γεννήθηκε ο μικρότερός τους γιος, τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα στην περιοχή τους. Μαίνονταν οι συγκρούσεις ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους αυτονομιστές, ενώ ο τρόμος και ο θάνατος ήταν κομμάτι της καθημερινότητας. Έτσι ο πατέρας του τού έδωσε το όνομα αυτού που ευχόταν πιο πολύ για την οικογένειά του: Μπαρίς στα τουρκικά σημαίνει ειρήνη Ειρηνική ήταν η ψυχή του μικρού Μπαρίς που γρήγορα έδειξε την ευαισθησία του, το ταλέντο του στην μουσική και ειδικότερα την κλίση του στο βιολί. Ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του μουσική, μέχρι που κάποιος δάσκαλος που διέκρινε το ταλέντο του, τού έδωσε κάποια μαθήματα στο σχολείο. 
Ένας θείος του πάλι, αδελφός της μάνας του, που έπαιζε βιολί στους γάμους - διάσημοι οι κούρδικοι γάμοι, κρατάνε τρεις μέρες και οι καλεσμένοι χορεύουν ακατάπαυστα. Σε εκείνο το βιολί λοιπόν έμαθε να κινεί το δοξάρι ο μικρός Μπαρίς. Όταν έφτανε στο Λύκειο, οι γονείς έστειλαν το στερνοπούλι τους στην Πόλη, να τελειώσει το σχολείο εκεί, μένοντας κοντά στον μεγάλο του αδελφό, τον Φατίχ, που ζούσε εκεί Ήταν και αυτός μουσικός,το μουσικό ταλέντο μάλλον κληρονομιά από τη μάνα που είχε και εκείνη υπέροχη φωνή, δεν έλειπε από την οικογένεια. Κλαρίνο έπαιζε ο Φατίχ. Δούλευε σε πανηγύρια και γάμους συμπατριωτών του. Καμιά φορά έπαιζε και σε κανένα μαγαζί , σε κάποιο από τα πολλά "Türkü evi" μαγαζιά που παίζουν τους σκοπούς της Ανατολίας, τούρκικα τραγούδια μα και πολλά κούρδικα. 
Εκεί στους παράδρομους του Ταξίμ είναι όλα αυτά και τον φώναζε πού και που κάποιος έμπειρος ουστάς να βοηθήσει. Ταλέντο είχε και ο Φατίχ μα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Έβλεπε όμως στον μικρό αδελφό την δική του συνέχεια και τον χαιρόταν. 
«Ας έρθει εδώ» είπε στους γονείς, ο Φατίχ για τον Μπαρίς. «Ο μικρός έχει ταλέντο, εγώ δουλειές έχω, θα τελειώσει το σχολείο, θα δουλεύει και μαζί μου, θα βγάζει το μεροκάματο». Έτσι και έγινε. 
Ο Ειρηναίος, έτσι θα λέγανε ίσως τον Μπαρίς αν ήταν Έλληνας, ενθουσιάστηκε. Ο μεγάλος του αδελφός, ο άμπης του, πάνω από δέκα χρόνια τον περνούσε, του στάθηκε σαν πατέρας, τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Τον έπαιρνε μαζί για να παίζει στους γάμους και κάποτε σε κάποια μαγαζιά που έπαιζε και εκείνος. Στην αρχή τον έβαζε να παίζει το μπεντίρ ή την ταραμπούκα, βιολί δεν είχε δικό μου ο Μπαρίς, εκείνου όμως η ψυχή χτυπούσε αλλού. Μόλις έβρισκε την ευκαιρία δανειζόταν το βιολί κάποιου μουσικού από την ορχήστρα και έπαιζε. Με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε αγόρασε ένα βιολί, ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρει με το κομπόδεμά του. Χρεώθηκε και ένα ποσό σημαντικό για εκείνον, δανείστηκε μα τα κατάφερε τελικά να το αγοράσει. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν το πήρε στα χέρια του. Ο μαγαζάτορας, ένας έμπειρος οργανοποιός και έμπορος μουσικών οργάνων εκεί στην Γκαλίπ Ννεντέ, στον Γαλατά, κατάλαβε το πάθος του μικρού και του διάλεξε ένα καλό βιολί και του έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε στην τιμή. Πετούσε ο μικρός. Σταμάτησε στη μέση του Γιουκσέκ Καλντερίμ, καθώς κατέβαινε για το Καράκιοϊ να πάρει το τραμ, και άρχισε να παίζει Δεν άντεχε να περιμένει να φτάσει στο σπίτι Ο αδελφός του πάλι τον μάλωσε που ξόδεψε όλα του τα λεφτά και που χρεώθηκε κιόλας, μα κατά βάθος τον καμάρωνε για το πάθος και το ταλέντο του. Ο μικρός έκανε ήδη όσα και ο ίδιος θα ήθελε να κάνει μα δεν τόλμησε. Ο Μπαρίς βρήκε και έναν δάσκαλο και ξεκίνησε μαθήματα. Του μάθαινε παραδοσιακό βιολί ο χότζας, τα οθωμανικά και ανατολίτικα μακάμια, αλλά το βράδυ στο διαδίκτυο άκουγε στα ραδιόφωνα και τα μουσικά κανάλια τους μεγάλους ερμηνευτές της δυτικής μουσικής και τον έπιανε το ξημέρωμα... Θαύμασε τον Γεχούντι Μενουχίν και τον Νταβίντ Όϊστραχ, τον εντυπωσίασε ο Αντρέ Ριέ, γοητεύτηκε από την όμορφη Βανέσα Μέι. 
Ήξερε πως αυτή είναι η μουσική που ήθελε να γνωρίσει και να κατακτήσει. Ένας υπέροχος νέος κόσμος που τον μεθούσε. 
Το καλοκαίρι που πέρασε τον κάλεσε ένας άλλος αδελφός του; στο Βέλγιο. Στην Αμβέρσα ζούσε εκείνος μετανάστης. Ξεκίνησε εργάτης σε εργοστάσιο σοκολάτας, μα είχε ανοίξει ένα δικό του μαγαζάκι τώρα, ένα ζαχαροπλαστείο που πουλούσε μαζί με τις σοκολάτες μπακλαβάδες και μουχαλέμπια στους πολυάριθμους Τούρκους, Κούρδους και Άραβες πελάτες της γειτονιάς. «Έλα να δεις εδώ τι γίνεται» του είπε, «Ίσως βρεις δουλειά, ίσως μπορέσεις να μείνεις» Ο Φατίχ είχε μιλήσει με στον αδερφό του στο Βέλγιο για το ταλέντο του μικρού και αποφάσισαν να συνεργαστούν για να τον βοηθήσουν. 
Η βίζα του ήταν μόνο για δύο μήνες, τόσο μπορούσε να πάρει σαν σπουδαστής της γλώσσας. Με άλλη ιδιότητα δεν μπορούσε να πάει στο Βέλγιο. Μα εκείνοι οι δύο μήνες του άλλαξαν τη ζωή. Πήγε σε συναυλίες, σε κονσέρτα, άκουσε ζωντανά την δυτική μουσική που ως τότε άκουγε μόνο από το ίντερνετ. Ζήτησε να μάθει πώς μπορεί να τη σπουδάσει. Πήγε στο καλύτερο ωδείο και του είπαν να κάνει πρώτα από όλα μια δοκιμαστική παρουσίαση . «Κάνετε αίτηση» του είπαν, «στείλτε μας ένα βιογραφικό και κάποιο δείγμα της δουλείας σας βιντεοσκοπημένο ή ηχογραφημένο και θα σας απαντήσουμε, κλείνοντας σας ραντεβού». 
«Δεν προλαβαίνω» τους είπε. 
«Φεύγω σε μία εβδομάδα και δεν ξέρω πότε θα έρθω πάλι... Θέλω να με ακούσετε. Μόνο για 10 λεπτά, δώστε μου μόνο 10 λεπτά.» 
«Δεν γίνεται του είπαν» κύριε. «Υπάρχει μια διαδικασία.» επανέλαβε ψυχρά η ψηλόλιγνη γραμματέας του κονσερβατουάρ με τα καστανά καρέ μαλλιά το λευκό δέρμα και τα μικρά καστανά μάτια. 
Αντί για άλλη απάντηση ο Μπαρίς έβγαλε το βιολί του και άρχισε να παίζει εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια όλων το Πρώτο Καπρίτσιο για βιολί του Παγκανίνι, έργο πολύ απαιτητικό δεξιοτεχνικά που το είχε μάθει μόνος του κατεβάζοντας την παρτιτούρα από το διαδίκτυο. Δυο μέρες αργότερα στεκόταν μπροστά σε μια επιτροπή από καθηγητές που άκουγαν τον σγουρομάλλη φέρελπι νέο από την Ανατολία να τους ξεδιπλώνει το ταλέντο και τις μουσικές του δεξιότητες. 
«Σας δεχτήκαμε κατ’ εξαίρεσιν» του είπαν. 
«Μας άρεσε αυτό που ακούσαμε και θα σας πάρουμε να φοιτήσετε εδώ στο ωδείο μας ως εξαιρετικό ταλέντο. Κανονίστε τα διαδικαστικά και σας περιμένουμε από το εαρινό εξάμηνο, γιατί οι θέσεις για το χειμώνα έχουν κλείσει».


Γύρισε ενθουσιασμένος στην Πόλη και άρχισε να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Πετούσε. Στο μεταξύ δούλευε σαν τρελός για να μαζέψει ένα κομπόδεμα. Η χώρα ζούσε στον πυρετό που ακολούθησε το πραξικόπημα του καλοκαιριού και ετοιμαζόταν για το δημοψήφισμα του Απριλίου, μα ο Μπαρίς δεν νοιαζόταν για αυτά. Έβλεπε μπροστά του μόνο έναν δρόμο. Αυτόν της μουσικής που περνούσε μέσα από τις σπουδές στο κονσερβατουάρ της Αμβέρσας. «Και αυτό θα είναι μόνο η αρχή», σκεφτόταν. «Πόσοι δρόμοι ανοίγουν μετά» Ήξερε καλά πως αυτός και όχι άλλος είναι ο δρόμος του και τον ονειρευόταν λαμπρό και γεμάτο μουσική. 
Όταν γύρω στα τέλη της χρονιάς πήγε να ζητήσει βίζα για το Βέλγιο έφαγε την πρώτη ψυχρολουσία. «Δεν δίνουμε βίζα για μουσικές σπουδές στο ωδείο» του είπαν. «Δεν έχετε τα τυπικά προσόντα για να εγγραφείτε. Δεν μπορείτε να κάνετε ανώτερες μουσικές σπουδές, χωρίς κάποιο πτυχίο και τις άλλες τυπικές προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί». 
«Μα στο κονσερβατουάρ με δέχτηκαν ως εξαιρετικό ταλέντο». 
«Ναι το βλέπουμε. Αυτοί κάνουν την δουλειά τους και εμείς την δική μας. Οι τυπικές προϋποθέσεις δεν ισχύουν για εσάς. Αν ήσασταν πολίτης της ΕΕ θα ήταν αλλιώς». 
Πήγε και ξαναπήγε, αλλά μάταια. 
«Δώστε μου τουλάχιστον βίζα 2-3 μηνών για γλώσσα». 
«Ούτε και αυτό μπορούμε. Δεν κάνατε καλή χρήση την προηγούμενη φορά που βρεθήκατε στο Βέλγιο. Πήρατε για γλώσσα και δεν φοιτήσατε τελικά, δεν έχετε να μας δείξετε αποδεικτικό». 
«Λυπάμαι πολύ» είπε στο τέλος κοφτά η υπάλληλος. «Απλά δεν γίνεται».  
Ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια του. Η Αμβέρσα, το κονσερβατουάρ που τον περίμενε, οι μουσικές σπουδές, τα όνειρα για την καριέρα, όλα φάνηκε να εξανεμίζονται με μιας. 
«Πως δε γίνεται, όλα γίνονται» σκέφτηκε σε μια στιγμή. «Εγώ θα πάω στο Βέλγιο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα πάω.» και ξεκίνησε να καταστρώνει το σχέδιό του. 
Στα μέσα του Απρίλη, αμέσως μετά το Πάσχα οι ελληνικές λιμενικές αρχές και η FRONTEX εντόπισαν το ναυάγιο μιας μεγάλης βάρκας γεμάτης με πρόσφυγες και μετανάστες ανοιχτά της Μυτιλήνης. Ο καιρός ήταν καλός και η θάλασσα γαλήνια. Η βάρκα ωστόσο βούλιαξε για άγνωστο λόγο. Ίσως ήταν παραφορτωμένη με κόσμο ίσως να μετακινήθηκαν οι επιβάτες μέσα της. Μετά ο πανικός, πολλοί δεν ήξεραν κολύμπι,,τα βαριά ρούχα....Τα σωστικά συνεργεία έσωσαν κάμποσους επιβάτες. Ανάμεσά τους και μια έγκυος γυναίκα. Περισυνέλεξαν όμως και 16 νεκρούς. Πρόσφυγες από την Συρία και το Ιράκ, Αφγανοί, Πακιστανοί. 
Ανάμεσά τους εντοπίστηκε και ένας νέος άντρας που γρήγορα αναγνωρίστηκε ως πολίτης της Τουρκίας. Είχε άλλωστε πάνω την ταυτότητά του. "Μπαρίς Γιαζγκί, ετών 22, υπηκοότητα τουρκική," έγραφε η αναφορά των αρχών. Στο χέρι του βρέθηκε περασμένη μια θηλιά από σκοινί. Στην άλλη άκρη του σκοινιού ήταν δεμένο ένα βιολί. 
«Εγώ θα πάω στο Βέλγιο, Φατίχ άμπη» είπε στον αδερφό του πριν τρεις μέρες που τον αποχαιρέτησε και άφησε το σπίτι τους στην Πόλη. «Καλά πὠς θα πας, τι σκέφτεσαι. Αφού δεν σου δίνουν βίζα Πρόσεξε» «Μη σε νοιάζει, άμπη», συνέχισε ο μικρός «Εγώ θα πάω και θα σπουδάσω βιολί, και μετά θα πάρω και εσένα εκεί, να σε ακούσουν και εσένα και να δουν τι σπουδαίος μουσικός είσαι. Θα πάρω και εσένα εκεί, ακούς. Εδώ δεν έχουμε ζωή πια.» 
Ο Φατίχ αποχαιρέτησε τον μικρό με δάκρυα στα μάτια. 
«Ποιος είναι ο άμπης και ποιος ο μικρός αδελφός, τελικά ανάμεσά μας,», σκεφτόταν καθώς τον φιλούσε στο μέτωπο «Καλή αντάμωση, αδελφέ μου, ο Θεός μαζί σου». 
Αυτή είναι η ιστορία του Μπαρίς, ενός νέου βιολιστή από την Ανατολή που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Ή αυτή θα μπορούσε να είναι. Μικρή σημασία έχει. 
Συνοψίζω την είδηση παρατακτικά: 
Ο Μπαρίς Γιαζγκί ήταν ένας νέος από το Σίιρτ που αγαπούσε το βιολί. 
Ο Μπαρίς πνίγηκε στα γαλήνια νερά του Αιγαίου στην προσπάθειά του να περάσει στην Ελλάδα παράνομα. 
Ο Μπαρίς είχε σκοπό να πάει στο Βέλγιο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην μουσική και στο βιολί. Αποφάσισε να μπει παράνομα στην ΕΕ καθώς δεν μπόρεσε να πάρει βίζα από τις βελγικές αρχές. 
Ο Μπαρίς ήταν μόλις 22 χρονών. Όταν τον ανέσυραν από τα παγωμένα νερά βρήκαν να έχει δεμένο στο χέρι του το βιολί του. 
Ο Μπαρίς πέρασε στο θάνατο έχοντας στην αγκαλιά του ό,τι αγάπησε περισσότερο στην σύντομη ζωή του. 
Ο Μπαρίς που το όνομά του σημαίνει Ειρήνη, είναι μία ακόμα τύψη του δικού μας πολιτισμού.
Εύχομαι να γίνει ένα αστέρι στον ουρανό, έτσι όπως έζησε στην γη, για να φωτίζει και τους δικούς μας σκοτεινούς ορίζοντες 
Καλό ταξίδι Μπαρίς. Ας πλουτίζεις τώρα με το γλυκόηχο βιολί σου την ορχήστρα του παραδείσου. 
Η είδηση από την τουρκική Τζουμχουριέτ. 

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΛΥΡΙΚΑ ΠΑΡΑΦΩΝΑ - ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΦΡΟΥΡΑΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Σκηνή από την παράσταση του έργου "Μποέμ" του Τζ. Πουτσίνι που ανέβηκε από την ΕΛΣ στο θέατρο "Ολύμπια"
τον Δεκέμβριο 2015 σε σκηνοθεσία της πασίγνωστης Ιταλίδας σκηνοθέτριας Λίνας Βερτμύλερ και
μουσική διεύθυνση Μύρωνα Μιχαηλίδη

Ένα κείμενο του Γιάννη Γιγουρτσή, Καθηγητού φιλολόγου στην Μεγάλη του Γένους Σχολή, για την αλλαγή φρουράς στην Εθνική Λυρική Σκηνή και τη σχέση απελθόντος (Μύρωνα Μιχαηλίδη) και νέου (Γιώργου Κουμεντάκη) διευθυντή. 
Διαβάστε το ολόκληρο στη συνέχεια

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ΣΤΟ ΠΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ... Μάρτιος 2016


Beyoğlu'nun değişik gecesi... 19-03-2016 
Του Γιάννη Γιγουρτσή 
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής 
Μια νυχτερινή βόλτα στο Πέρα αλλιώτικη και αλλόκοτη, όπως δεν την έχεις κάνει ποτέ ως τώρα. Μια νύχτα διαφορετική από όλες τις άλλες που έχεις περάσει εδώ, που θα ήθελες να μην την έχεις ζήσει, που εύχεσαι να μην επαναληφθεί, μα που συγχρόνως την ζεις και την βιώνεις ως μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Οι εικόνες εγγράφονται στο μυαλό σου και μιλάνε από μόνες τους. Διηγούνται μια ιστορία παράξενη, που την καταλαβαίνεις καλύτερα μέσα στην σιωπή. 
Άνθρωποι ελάχιστοι. Πρόσωπα σφιγμένα. Χείλη κλειστά. Κανείς σχεδόν δεν μιλάει και όσοι μιλάνε το κάνουν χαμηλόφωνα. Η σιωπή είναι εκκωφαντική κάποιες στιγμές σου έρχεται να βουλώσεις τα αυτιά σου γιατί νιώθεις το κεφάλι σου να βουίζει. 
Τα μάτια σου όμως δεν μπορείς να τα κλείσεις. Αποτυπώνουν, μαζί με την κάμερα, εικόνες που νιώθεις να σε χαράζουν. Σιωπή, σκοτάδι, ερημιά και κάποιες εστίες με δυνατό φώς. Αγριεύεσαι από τη μοναξιά και την παράξενη ατμόσφαιρα. Κάνει κρύο, αλλά αυτό σχεδόν σου αρέσει. Σε βοηθά να είσαι σε εγρήγορση. 
Νομίζεις πως βλέπεις μια ταινία τρόμου, μα καταλαβαίνεις πως ο τρόμος, ο ίδιος, είναι εκεί, δεν έφυγε. Το φάντασμά του πλανιέται σε κάθε γωνία της μεγάλης λεωφόρου, σε κάθε μαγαζί που έκλεισε, σε κάθε μουσική που σώπασε, σε κάθε πρόσωπο που έπαψε να γελά. 


Το σφίξιμο στο στομάχι άρχισε με το που ανέβαινες τις σκάλες του υπόγειου για να βγεις στον πεζόδρομο. Δεν υπήρχε λόγος να το κάνεις, δεν υπήρχε δικαιολογία εύλογη για να πας. 
Ωστόσο η ανάγκη να ζήσεις και να το ζήσεις σε έσπρωξε και ξεκίνησες. 
Περιέργεια μήπως; Ίσως να το έλεγες καλύτερα ένστικτο επιβίωσης. «Εσύ δεν θα με νικήσεις» σκέφτεσαι δυνατά « Εγώ θα σε κάνω καλά». 
Σαν φτάνεις στο σημείο που πρέπει να αγγίξεις τον τύπο των ήλων η καρδιά σου χτυπά πιο δυνατά. Τα πάντα έχουν καθαριστεί. Τίποτα δεν θυμίζει το μακελειό που έγινε λίγες ώρες πριν. Μόνο κάποιοι άνθρωποι τριγύρω στέκονται και κοιτάνε σιωπηλοί. Μερικοί βγάζουν φωτογραφίες. Ένας - μοιάζει επαγγελματίας - έστησε την κάμερα με τρίποδο και με τηλεφακό ακριβώς μπροστά στο σημείο και φωτογραφίζει Λίγα λουλούδια και μερικά κεράκια που καίνε κάνουν τη διαφορά Ακριβώς μπροστά από ένα μεγάλο λευκό πανί που καλύπτει την γυάλινη πόρτα που διαλύθηκε μαζί με τους ανθρώπους.
Ανάμεσα κάποια τυπωμένα συνθήματα «Δεν φοβόμαστε. Δεν θα το συνηθίσουμε. Είμαστε εδώ». Δυο νέα παιδιά στερεώνουν πρόχειρα μια σημαία στον τοίχο. Ένας εβδομηντάρης κύριος με καμηλό παλτό και καπέλο που κοιτάει σιωπηλός τους συγχαίρει... 


Δυο μπαλόνια είναι μπλεγμένα στο πανί. Ένα κόκκινο και ένα άσπρο. Απρόσμενο θέαμα. 
Είναι από αυτά με τα οποία συνηθίζεται εδώ να στολίζουν ένα μαγαζί που κάνει εγκαίνια ή κάποιο happening. Είναι στα χρώματα της σημαίας Ξαφνικά τα ένα, το κόκκινο, πετάγεται, σκάει με έναν υπόκωφο κρότο και πέφτει πάλι κάτω και μένει εκεί, σα να σχηματίζει μια κηλίδα αίματος στο πλακόστρωτο. «Παιχνιδάκια μας κάνει ο μπαγάσας ο φόβος» σκέφτεσαι. Για ένα περίεργο λόγο δεν συγκινείσαι, όπως περίμενες από το όλο σκηνικό. Ούτε σου έρχονται δάκρυα στα μάτια. Το θέλεις, αλλά δεν σου βγαίνει. Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά για να κλάψεις. Θα έρθει η ώρα του, όταν θα τελειώσει όλος αυτός ο εφιάλτης και θα χαλαρώσεις. Τώρα ακόμα είσαι μέσα και οφείλεις να κρατάς δυνάμεις και τεταμένη την προσοχή σου. Νιώθεις όμως μια πίεση στο κεφάλι σου και τα μηνίγγια σου να πονάνε. «Κακώς δεν έφερα και ένα κεράκι και εγώ για να το ανάψω» σκέφτεσαι. 
Déjà vus! Την ίδια εικόνα είχες δει, το ίδιο ακριβώς είχες σκεφτεί και πριν δυο μήνες, όταν είδες τα γαρύφαλλα και τα κεράκια στα κάγκελα στον οβελίσκο του Ιπποδρόμου, που μόλις είχε ξεπλυθεί από το αίμα των ανύποπτων τουριστών Και τότε πήγες αυθόρμητα, σαν προσκύνημα. Δεν κρατούσες τίποτα, μόνο την ψυχή σου. Σε είχαν πάρει τα δάκρυα τότε με την εικόνα και τα συμφραζόμενα της. Τώρα όμως τίποτα. Νιώθεις ωστόσο πως έτσι πρέπει να γίνει. Χρειάζεσαι υπομονή, δύναμη και αντοχές για τη συνέχεια που ξορκίζεις, αλλά περιμένεις. 


Χάνεσαι για λίγο στα παρασόκακα της λεωφόρου που είναι πνιγμένα στο σκοτάδι. Η ψαραγορά σου θυμίζει την εικόνα που είχες όταν την πρωτοείδες, πολλά χρόνια πίσω, ως επισκέπτης τότε, μια βροχερή νύχτα, με τα ψαράδικα κλειστά και 1-2 μαγαζάκια να σερβίρουν ρακί και ψάρι. Απόψε, στο σοκάκι της «αμαρτίας», στην καρδιά της τουριστικής ζωής της πόλης είναι σχεδόν τα πάντα κλειστά. Ένα δυο μαγαζιά μόνο είναι ανοιχτά, όπως τότε. Το ένα με τα κεπέγκια μισοκατεβασμένα έχει δυό μικρές παρέες που κάθονται μέσα και τσιμπάνε κάτι. Το άλλο, απέναντί του, είναι μια μπυραρία, όπου καμιά ντουζίνα πελάτες, όλοι νέοι άντρες, κάθονται και πίνουν συνομιλώντας χαμηλόφωνα. Καμιά μουσική δεν ακούγεται από τα δύο μαγαζιά, καμιά φωνή δεν ξεχωρίζει. Ψίθυροι μονάχα. 
Δεν βρίσκεις πως έχει νόημα να καθίσεις Φεύγεις βιαστικά, ξαναγυρίζεις προς την λεωφόρο ανεβαίνοντας από το παράλληλο σοκάκι της ψαραγοράς. Εκεί βρίσκονται τα πολύβουα και θορυβώδη μπαρ και κλαμπάκια της περιοχής, που ο ήχος τους τα βράδια, κυρίως τα σαββατοκύριακα, φτάνει ως τον κεντρικό και σκεπάζει κάθε άλλον. Σήμερα όμως είναι τα πάντα κατάκλειστα και κατασκότεινα. Δεν υπάρχει καν φωτισμός δημοτικός. Σκιάζεσαι και ανεβαίνεις βιαστικά προς το φως. 


Στο πάνω μέρος του δρόμου , προς την πλατεία υπάρχει μια μικρή κίνηση Αστεία πράγματα για τα δεδομένα του, αλλά κάτι γίνεται για να σπάσει η νεκρική σιωπή. Ανοιχτά κάποια ζαχαροπλαστεία, όλα θαρρείς σε προκαλούν να μπεις για να γλυκάνουν την πίκρα που έχεις στο στόμα. Δεν μπαίνεις πάντως. Άλλωστε και αυτά στέκουν σχεδόν άδεια. Είναι και δυο τρία σουβλατζίδικα, ντονερτζήδικα τα λένε εδώ. Τέτοια ώρα θα γινόταν παρέλαση για ένα ντουρούμι ή ένα «υγρό χάμπουργκερ» - τοπική πατέντα με μεγάλη πέραση αυτή. Απόψε κυνηγάνε τον πελάτη με το ντουφέκι. 
Στρίβοντας στην πλατεία το κρύο γίνεται πιο έντονο καθώς νιώθεις και το μπουγάζι να έρχεται κατά πάνω σου. «Εδώ, σε αυτή την πλατεία έχει πάντα ρεύμα, γιατί είναι η κορυφή του λόφου. Κάνει ψύχρα ακόμα το καλοκαίρι. Φαντάσου τι γίνεται τον χειμώνα», σου είχε πει κάποτε ένας φίλος. Τον θυμάσαι κάθε φορά που περνάς από εκει και νιώθεις την διαφορά θερμοκρασίας. 
Αριστερά τα λουλουδάδικα είναι ανοιχτά. Απορείς. «Πώς έτσι; Τι δουλεία να κάνουν με αυτή την κατάσταση . Ποιος θα αγοράσει λουλούδια και γιατί» σκέφτεσαι. Όμως τα πλησιάζεις για να δεις τα χρώματα που ξεχωρίζουν και φωτίζουν την μαύρη αυτή νύχτα. 
Κατεβαίνεις στο σταθμό. Ο φύλακας στην είσοδο ελέγχει με το ειδικό όργανο τις τσάντες. Χρόνια είχες να δεις αυτή την εικόνα. Του προτείνεις με το χέρι την δική σου. Την τσεκάρει και ένα ελαφρύ μειδίαμα, κάτι σαν ευχαριστώ διακρίνεται στα χείλη του. Το δικό του το στρες είναι πολύ μεγαλύτερο από του καθένα που περνά, και πρέπει και να μην το δείχνει. Η εικόνα στην αποβάθρα παράταιρη. Αυτή την ώρα, Σάββατο βράδυ, ο κόσμος συνωστίζεται για να μπει στα τελευταία τρένα και να πάει σπίτι του. Τώρα ζήτημα να είναι καμιά δεκαριά επιβάτες. 
Μόλις κλείσεις την πόρτα του σπιτιού σου, σού βγαίνει αυθόρμητα ένας αναστεναγμός ανακούφισης. Η 'αχρείαστη' και παρακινδυνευμένη βόλτα στην πληγωμένη γειτονιά μόλις τελείωσε ομαλά. Δεν ξέρεις πότε θα μπορέσεις να την κάνεις και πάλι. Η αποψινή, ήταν υπό μία έννοια, ίσως η πιο ασφαλής στιγμή για να κυκλοφορήσεις εκεί. Η απουσία όμως πανικού, δεν σημαίνει και άγνοια κινδύνου. 


Προσπαθείς να χαλαρώσεις, αλλά είναι αδύνατο. Υπερένταση. Η μόνη λύση που σου μένει είναι να μαζέψεις τις σκέψεις σου και να τις βάλεις σε τάξη, μήπως και αυτό σε χαλαρώσει. 
Κοιτάς και ξεδιαλέγεις τις φωτογραφίες που τράβηξες. Η τακτοποίηση των συναισθημάτων είναι λίγο πιο δύσκολη υπόθεση από τις φωτογραφίες. 
Ανοίγεις τον κειμενογράφο μακαρίζοντας αυτόν που τον ανακάλυψε. 
Θα φτάσει το ξημέρωμα και δεν θα έχεις τελειώσει ακόμα. 
Ξημερώνει μια άλλη μέρα, ξημερώνει Κυριακή, ξημερώνει η γιορτή της Ορθοδοξίας, μπαίνει και η Άνοιξη. Όλα αυτά μαζί σήμερα, συγχρόνως. Πόσο οξύμωρη είναι η ζωή μας.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
«Θέλω να μνημονεύσω εσένα απόψε, πατριώτη μου ποιητή» μονολογείς. Στην ποίηση άλλωστε, που και εκείνης είναι η μέρα σήμερα, στην ποίηση, μαζί με τον Θεό, εναποθέτεις τις ελπίδες σου για περισσότερο φως. Ο Θεός τα ξέρει όλα...
«Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα 
μεγαλόφωνα το νου μου ν' απαγγείλει, 
ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου. 
Δεν μπορώ, 
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε 
και τα μάτια μαυρίζουν. 
Δεν αντέχω 
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα. 
Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν. 
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν. 
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς 
κοπροκρατούν το μέλλον. 
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, 
όπου και να θολώνει ο νους σας, 
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό 
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.» 
Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί, Τα Πάθη. Ανάγνωσμα Τέταρτο. Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΛΕΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΜΕ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής 
Το ανάκτορο του Βουκολέοντος, το μόνο κτίσμα του βυζαντινού ανακτορικού συγκροτήματος, του Ιερού Παλατίου, το οποίο ακόμα στέκει ακόμα όρθιο, έστω εν μέρει, κινδυνεύει με κατάρρευση. Αιτία, αφενός, η μακροχρόνια εγκατάλειψη του κτίσματος στην τύχη του, με αποτέλεσμα να έχει γίνει εστία μόλυνσης και στέκι περιθωριακών, αφετέρου, τα έργα που γίνονται ακριβώς μπροστά στο παλάτι λόγω της διαμόρφωσης της παραλιακής λεωφόρου εν όψει της κατασκευής του υπόγειου τούνελ αυτοκινήτων που θα συνδέει την Ευρώπη με την Ασία. 
Μέρος από τις εκσκαφές γίνονται στο σημείο που παλαιότερα βρισκόταν το ομώνυμο λιμάνι του Βουκολέοντος, χωρίς να γίνεται καμία αρχαιολογική ανασκαφή, ούτε καν - εξ όσων γνωρίζω -ερευνητικές τομές. Προφανώς οι αρχές δεν ήθελαν να βρεθούν στην θέση που βρέθηκαν με τον σταθμό του Γενί Καπί, λίγο πιο πέρα, και πάλι στην παραλία του Μαρμαρά, όπου κατά την διάρκεια των έργων του μετρό έγινε η εξαιρετικά σημαντική ανακάλυψη του Θεοδοσιανού λιμανιού, η οποία έφερε μοναδικής σημασίας ευρήματα στο φως της δημοσιότητας, αλλά και καθυστέρησε το έργο αυξάνοντας το κόστος του. 
Ο κίνδυνος κατάρρευσης του βυζαντινού παλατιού είναι υπαρκτός και πιθανόν άμεσος. Η κατάσταση των περισσοτέρων βυζαντινών μνημείων στην χώρα είναι πολύ κακή. Για χρόνια η Τουρκία υποβάθμιζε και υποτιμούσε την βυζαντινή κληρονομιά που διαχειρίζεται. Το πράγμα έχει αλλάξει κάπως τα τελευταία χρόνια. 


Πέραν όμως από ειδικές περιπτώσεις, όπως η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας, τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία αν δεν καταστράφηκαν, αφήνονται στην τύχη τους και στην αδιαφορία. Συντηρούνται μόνο όσα ήταν τζαμιά (Μονή Παντοκράτορος, Αγία Θεοδοσία, Άγιος Ανδρέας εν Κρίσει, Μονή Μυρελαίου κ.α.) ή μετατράπηκαν και πάλι σε τζαμιά τα τελευταία χρόνια (Αγία Σοφία στην Τραπεζούντα, Αγία Σοφία στην Νίκαια, ενώ την ίδια τύχη της προβληματικής αναστήλωσης - μετατροπής σε τζαμί, υπάρχει περίπτωση να έχει και η ιστορική μονή Στουδίου στην περιοχή του Επταπυργίου). 
Οι αναστηλώσεις σε άλλα βυζαντινά μνημεία, όπως τα χερσαία και θαλάσσια τείχη της Πόλης, ή το Παλάτι του Πορφυρογέννητου είναι από προβληματικές έως απαράδεκτες, σύμφωνα με την γνώμη των ειδικών, ενώ περιττό είναι να συμπληρώσουμε πως στην πρώην αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Βυζαντίου δεν υπάρχει ακόμα βυζαντινό μουσείο. Από την άλλη πρέπει να σημειώσουμε την σημαντική ανάπτυξη της βυζαντινολογίας και της βυζαντινής αρχαιολογίας σε ακαδημαϊκό επίπεδο στην χώρα. Πρωτοπόροι στον τομέα αυτό το Πανεπιστήμιο Κοτς και το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου τα οποία πρόσφατα ίδρυσαν, πέρα από τις έδρες που είχαν ήδη, Ινστιτούτο Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών αντίστοιχα και βεβαίως την σημαντική δουλειά που κάνει το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο στις ανασκαφές που καταφέρνει/προλαβαίνει να αναλάβει, όπως αυτή στο λιμάνι του Θεοδοσίου, κάνει υποδειγματική δουλειά με όλα τα διεθνή στάνταρτ. 
Ας ελπίσουμε η όχι και τόσο θετική και ελπιδοφόρα κατάσταση σε ότι αφορά την τύχη κάποιων σημαντικών βυζαντινών μνημείων να αναστραφεί τα επόμενα χρόνια, και να συνειδητοποιήσει η πολιτεία αλλά και η κοινή γνώμη της χώρας, πως η βυζαντινή παράδοση είναι κληρονομιά παγκόσμια και ειδικότερα μέρος της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ίδιας της Τουρκίας. 
Το παλάτι του Βουκολέοντος, χτισμένο πάνω στα παράλια της Προποντίδας και με δικό του λιμάνι μπροστά, πήρε το όνομά του από ένα γλυπτό στην πλευρά του λιμανιού που παρίστανε ένα βόδι με ένα λιοντάρι. Το αρχικό κτίσμα φαίνεται ότι έγινε από τον Θεοδόσιο τον Β', στα μέσα του 5ου αιώνα, στην συνέχεια την πρώτη μεγάλη ανακατασκευή έκανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος τον 9ο αιώνα. Όμως το ανάκτορο του Βουκολέοντος συνδέεται κυρίως με τον Νικηφόρο Φωκά ο οποίος το ανακαίνισε, το επέκτεινε και το ένωσε με τα άλλα κτήρια του Ιερού Παλατίου. Ο Φωκάς, όταν ήταν στην Κωνσταντινούπολη, προτιμούσε να περνά τις ώρες του στο ανάκτορο αυτό, το οποίο ήταν σχετικά απομονωμένο και ήσυχο, προσευχόμενος. Εκεί μέσα δολοφονήθηκε ο σπουδαίος αυτός αυτοκράτορας στις 10 Δεκεμβρίου του 969, μια νύχτα με χιονοθύελλα όπως μας λένε οι πηγές. Το πτώμα του πετάχτηκε από το παράθυρο του ανακτόρου, πιθανότατα κάποια από τα παράθυρα που ακόμα στέκουν όρθια, κάτω στην παραλία και τάφηκε την άλλη μέρα από κάποιους πιστούς σε αυτόν στρατιώτες, χωρίς καν να γίνει κηδεία. Την συνωμοσία είχαν εξυφάνει η σύζυγός του Θεοδώρα και ο ανηψιός του Ιωάννης Τσιμισκής, που τον διαδέχθηκε στο θρόνο, απομακρύνοντας άμεσα από το παλάτι την μοιραία και ωραία αυτοκράτειρα. 
Το ανάκτορο του Βουκολέοντος βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση έως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οπότε πέρασε μέσα από το κτίριο ο σιδηρόδρομος που ένωνε την Κωνσταντινούπολη με την Ευρώπη, Αργότερα καταστράφηκαν και κομμάτια του κτιρίου προς το λιμάνι, ενώ το ίδιο το λιμάνι μπαζώθηκε και έγινε δρόμος. 
Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα η εναπομείνασα πρόσοψη του ανακτόρου μένει για να θυμίζει μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες της αυτοκρατορικής ιστορίας του Βυζαντίου, σελίδες λεκιασμένες ωστόσο κάποτε από το αίμα των πρωταγωνιστών τους.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

"ΦΕΥ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ..."


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Επίκαιρος και σύγχρονος, γι' αυτό διαχρονικός και κλασικός. 
Τον θυμήθηκα πάλι σήμερα.  
Ο Κ. Π. Καβάφης νομίζεις πως τα έχει πει όλα για τις σημαντικές εκείνες στιγμές που το άτομα διασταυρώνεται με την ιστορία. 
Αντιγράφω ένα από τα 154 αναγνωρισμένα ποιήματά του, το οποίο γράφτηκε το 1920: Ας είναι αυτό το πολιτικό σχόλιο της ημέρας. 

Κ. Π. Καβάφη
Άννα Κομνηνή 

Στον πρόλογο της Aλεξιάδος της θρηνεί, 
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή. 

Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και 
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω 
τους οφθαλμούς.... Φευ των κυμάτων» της ζωής της, 
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη 
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής». 

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην 
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα· 
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε 
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά, 
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της, 
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε 
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Η ΦΑΤΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


Του Γιάννη Γιγουρτσή 
Φιλολόγου στην Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή 
Η συγκλονιστική φετινή φάτνη, έξω από τον καθολικό ναό του Αγίου Αντωνίου (San Antonio) στην Κωνσταντινούπολη δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. 
Η επιγραφή γράφει πως είναι αφιερωμένη «Στην μνήμη των προσφύγων που πέθαναν στις θάλασσες μας, στην προσπάθειά τους να βρουν ένα νέο σπίτι». 
Τα περισσότερα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για το σκηνικό προέρχονται από ανθρώπους, που δεν ολοκλήρωσαν ποτέ το ταξίδι τους αυτό, που δεν κατάφεραν να διασχίσουν την θάλασσα. 
Η δεύτερη επιγραφή το γράφει ορθά κοφτά και ξάστερα, χωρίς να αφήνει περιθώριο στην φαντασία «Τα αντικείμενα ανήκουν σε πρόσφυγες που πνίγηκαν στην θάλασσα». Έτσι απλά και σκληρά. Σαν την αλήθεια. Είναι φανερό πως τα περισσότερα ανήκουν σε παιδιά: παιδικά σωσίβια, ρούχα, ένα λούτρινο παπάκι, ένα ζευγάρι πλαστικές παντοφλίτσες… 
Στο Σαν Αντόνιο πήγα όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες για να προσκυνήσω και να δω τον λαμπρό στολισμό που μας λείπει στην όλο και πιο μίζερη τα τελευταία χρόνια κατά την περίοδο των γιορτών Κωνσταντινούπολη. Μπαίνοντας στο μεγάλο προαύλιο έχει δεξιά ένα εντυπωσιακό χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αριστερά είναι η φάτνη. Πλησίασα, για να την φωτογραφίσω. Είχε λίγο κόσμο μπροστά. Κάποιοι κοιτούσαν, κάποιοι άλλοι φωτογραφίζονταν με φόντο την φάτνη. Δεν νομίζω πως καταλάβαιναν τι έβλεπαν… 


Στην αρχή δεν κατάλαβα και εγώ… Μου φάνηκε λίγο παράξενος ο στολισμός και ξαφνικά… ξαφνικά λες και έφαγα ένα δυνατό χαστούκι και ζαλίστηκα… Βρέθηκα για κάποια δευτερόλεπτα σε κατάσταση σοκ. Λες και ήμουν στην ακτή της Συκαμίας στην Μυτιλήνη ή του Μπόντρουμ στην Τουρκία, λες και έβλεπα την θάλασσα να ξερνά σωσίβια, προσωπικά αντικείμενα, την ξεφουσκωμένη βάρκα. Σα να είδα για μια στιγμή έναν άνθρωπο να ζητά βοήθεια, και ακόμα φρικτότερο ένα παιδί να αγωνίζεται να μείνει στην επιφάνεια του νερού, να καταπίνει και να ξερνά νερό θαλασσινό… Παραισθήσεις… 
Ένιωσα πανικό… . Κατάλαβα το πόσο λίγα ξέρω και ας νομίζω ότι ξέρω, το πόσα λίγα κάνω και ας νομίζω ότι κάνω κάτι…. Το πόσα λίγα μπορώ να κάνω… Η αλήθεια μπροστά μου γυμνή, άσχημη και φρικτή…. Χωρίς να το θέλω τα μάτια μου βούρκωσαν. Ένα έντονο ξαφνικό τσούξιμο με έκανε να τα κλείσω.Τα ένιωσα να υγραίνονται. Και αμέσως ένας λυγμός . Και μετά ένας δεύτερος. Σήκωσα το χέρι και έκλεισα το στόμα μου. Ο πανικός μου μεγάλωσε. Έψαξα γωνιά για να γυρίσω αλλά δεν υπήρχε, ο τόπος ήταν ανοιχτός και πολύ φωτεινός. Έτρεξα μέσα στην εκκλησία και προχώρησα γρήγορα μέσα για να χαθώ σε μία από τις σκοτεινές γωνίες της. Το μόνο που δεν ήθελα ήταν να γίνω ένα θέαμα μελό. Δεν άξιζε σε κανέναν. Προσπάθησα να ηρεμήσω. Κοίταξα προς το ιερό. Αγγελάκια κρεμασμένα από ψηλά περιφέρονταν θαρρείς πάνω από την Αγία Τράπεζα. Αριστερά μια φάτνη ακόμα, «κανονική» αυτή. Δεξιά ένα ακόμη όμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 


Κυριαρχούσε παντού το μπλε φως. Το μπλε της θάλασσας σκέφτηκα αμέσως, έκανα να βουρκώσω πάλι, αλλά κρατήθηκα 
Μετά από λίγο ένιωσα καλύτερα και σηκώθηκα για να φύγω. Βγαίνοντας πρόσεξα το ημερολόγιο του ναού και το πρόγραμμα με τις ακολουθίες. 
Ήταν Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου και η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των χιλιάδων νηπίων που έσφαξε ο Ηρώδης μέσα στην εγκληματική μεγαλομανία και τις φοβίες του. 
Η ίδια τραγική μοίρα, τα ίδια λάθη, η ίδια φρίκη, οι ίδιες τύψεις που θα μας κατατρύχουν, όσο νιώθουμε ακόμα πως είμαστε άνθρωποι. 
Από τον Αστυάνακτα έως τον Αϊλάν Κουρντί, ο πόλεμος δείχνει το πιο φρικτό του πρόσωπο στα πιο αθώα του θύματα. 
Και τότε και σήμερα και πάντα και κάθε φορά που οι άνθρωποι πιάνουν ξανά «τον παλιό δόλο των θεών…»


Related Posts with Thumbnails