Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kώστας Λογαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kώστας Λογαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ π. ΛΙΒΥΟΥ ΣΤΟ FB ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΙΑ


Αγαπητέ κ. Παναγιώτη Ανδριόπουλε, 
Τον π. Λίβυο δεν τον γνωρίζω ούτε ποτέ έχω διαβάσει κάτι απ’ αυτόν. Η ένστασή μου επομένως δεν έχει κανένα ίχνος εμπάθειας παρά μόνο έχει να κάνει με τον κοινωνικά επικίνδυνο παραλογισμό τού επιχειρήματός του. 
Ένας πατέρας δίνει συγχαρητήρια στο γιο του για τη αποτυχία του, χωρίς να λέει το λόγο της αποτυχίας. Μήπως ο γιός τα ’χε γράψει όλα στα παλιά του τα παπούτσια; Ήταν κάνας ρεμπεσκές ο γιος; Θέλει ο πατέρας να εμψυχώσει το γιο του και να του πει δεν πειράζει; ας το κάνει, αλλά χρειάζεται να του πει και για ποιους λόγους απέτυχε, όχι να του δίνει και συγχαρητήρια από πάνω χωρίς πιθανόν να έχει κοπιάσει. Αλλιώς του χαϊδεύει τ’ αυτιά – ό,τι δηλαδή κάνουν και οι λαϊκιστές πολιτικοί. 
(Πρόκειται για έναν από τους βασικούς κανόνες στη Λογική που λέγεται "λήψη του ζητούμενου", το ψάξιμο δηλαδή των λόγων για να φτάσεις στο "συγχαρητήρια". Αν αυτό δεν είναι διευκρινισμένο, ο συλλογισμός γίνεται παραλογισμός ως προς το περιεχόμενό του). Άρα η ένσταση η δική μου έχει να κάνει με την ουσία της γλώσσας και το νόημα που αυτή εκφράζει. Από οποιονδήποτε κι αν εκπορεύεται ο λόγος. 
Δείτε πώς τσιμπήσανε πάρα πολλοί που ένιωσαν και να δικαιώνονται ίσως για την προσπάθεια που ουδέποτε πιθανόν κατέβαλαν. Ο λόγος του ιερέα τους δίνει άλλοθι με αυτό το παράλογο «συγχαρητήρια που απέτυχες». Ε, λοιπόν, δεν αδικούνται αυτοί που πάλεψαν; που αγωνίστηκαν; Αδικούνται. Εξ ου και η παρέμβαση μου. 
Με τιμή 
Κώστας Λογαράς

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΝΗ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ


ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ 
Η νήπια ματιά τού αφηγητή 
Αγαπητοί φίλοι, Θα ήθελα να μιλήσω απόψε για το έργο του Μένη Κουμανταρέα όχι με τον τρόπο που θα το έκανε, ίσως, κάποιος θεωρητικός της λογοτεχνίας. Αλλά, με τη ματιά του αναγνώστη που ανοίγει χρόνια μετά, ένα συρτάρι με παλιές φωτογραφίες κι ανακαλεί στη μνήμη του μορφές της μυθιστορίας και πρόσωπα λησμονημένα• γεγονότα της ζωής τους, χώρους και περιβάλλοντα που κάποτε υπήρξαν. 
Μ’ αυτόν τον τρόπο επιθυμώ να ξαναφέρω στο μυαλό μου τις λογοτεχνικές περσόνες που ο συγγραφέας ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες τής μυθοπλασίας με ξενάγησε στον κόσμο τους: σε τόπους, σε καταστάσεις και αισθήματα• όπου, με περιέργεια παρακολούθησα τις σχέσεις τους, τις αγωνίες τους, τα πάθη και τους έρωτές τους. Κι ακολουθώντας τις σκοτεινές τους διαδρομές, μπήκα ως τα βάθη της ψυχής και του μυαλού τους. 
Και ενώ, έχω λησμονήσει πια τα ονόματά των ηρώων και των ηρωίδων του - ακόμα, ακόμα και την ίδια τους την ύπαρξη -, όμως το πέρασμά τους από τη δική μου τη ζωή, η δράση τους κι οι αντιλήψεις τους, μέρες μακρόσυρτες μέσα σε μίζερα λογιστικά γραφεία και σχέσεις που δεν βγάζουν πουθενά, έχουν αφήσει πάνω μου τα ίχνη τους. Προπάντων η ατμόσφαιρα και το συγκεκριμένο ύφος τους: άλλοτε χαλαρό κι άλλοτε εναγώνιο, συγκρατημένο ή απόμακρο, και κάποτε παράτολμο, μα πάντοτε αληθινό, έχει εμποτίσει τη συνείδησή μου. 
Η κ. Κούλα, ο Μπίλης, ο Κουρέας του, ο Ωραίος λοχαγός, η μυστήρια Συμμορία της άρπας, ένας πλανόδιος σαλπιγκτής, ο Νώε ή το μαύρο σκυλί της Πάτρας. Αφομοιωμένοι όλοι τους ως ύλη βιωματική, έχουν ενσωματωθεί εντός μου κι έχουν γίνει ένα ενιαίο σύνολο μαζί μου: μια αξεδιάλυτη ύλη εμπειριών και βιωμάτων. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ήρωες της πραγματικής ζωής: πρόσωπα λησμονημένα (η μορφή τους ξεχασμένη εντελώς) αλλά που η αίσθησή τους παραμένει ακόμα ζωντανή. 
Αυτό δεν είναι άλλωστε ο απώτερος σκοπός του συγγραφέα; Να κάνει τους αναγνώστες του να δουν τον κόσμο μέσα απ’ τα δικά του μάτια, και να βιώσουν μιαν άλλη - τη δική του - οπτική των πραγμάτων. 
Τα στοιχεία που εντυπώθηκαν λοιπόν στη μνήμη μου από τον έργο του Μένη Κουμανταρέα έχουν να κάνουν
~με τους αδρούς χαρακτήρες και τη στιβαρότητα που αναδύεται από το λόγο τους 
~με την ατμόσφαιρα των σκηνικών του, 
~με την πανοραμική καταγραφή μιας αστικής κοινωνίας, και τέλος 
~με το μυστήριο ενός τριπρόσωπου αφηγητή που βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά. 
Αυτά με προσείλκυσαν στη γραφή του. Αυτά ακριβώς αποτελούν και τους άξονες γύρω από τους οποίους θα περιστραφεί η εισήγησή μου για τον συγγραφέα που τιμάμε απόψε. 
Με τρόπο λεπτό και από τη δέουσα απόσταση χτίζει τις λογοτεχνικές περσόνες του. Η διεισδυτική του ματιά έχει πάντα τα όριά της. Γι’ αυτό και συνυπάρχουν με μέτρο, 
~η ψυχογραφία των ηρώων (αλλά και ο σεβασμός στην αυτονομία τους), 
~η απόδοση τής λεπτομέρειας (και συγχρόνως η διακριτικότητα στην καταγραφή της). 
Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή - είτε περίοπτη, είτε εστιασμένη στις μικρολεπτομέρειες -, τού επιτρέπει να διεισδύει από απόσταση στους χαρακτήρες του. Αλλά, και να ιχνηλατεί το κοινωνικό τους στίγμα. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα βλέμματα τον παρασέρνουν. Γίνονται αφορμές πολλές φορές για το πλάσιμο του μύθου, για το χτίσιμο των χαρακτήρων του• ή, μπορεί να οδηγήσουν την πλοκή σε μονοπάτια και σε δρόμους άλλους. Το έλασσον της ζωής, η ουσιαστική της λεπτομέρεια ανασύρεται και ανάγεται σε κύριο θέμα. 
(Μια φλέβα λ.χ. του χεριού τους, ο τρόπος που ανιχνευτικά ακουμπούν τα πόδια τους δυο άγνωστα - προς το παρόν - κορμιά και σε λίγο παθιασμένοι εραστές, μπορούν να συνιστούν μέρος της προσωπικότητάς τους, αλλά και στοιχεία δηλωτικά της ταξικής τους προέλευσης. Αρκεί, κάποιες φορές, ένας υπαινιγμός και μόνο, μια μονολεκτική περιγραφή τού τρόπου που ο ήρωας τινάζει τα μαλλιά του «περήφανα» ή «με νεύρο», για να δηλωθούν, έτσι, οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις του ήρωα ή συναισθήματα που αν και παραμένουν ανείπωτα, όμως εξαιτίας τού ελάχιστου αυτού υπαινιγμού, γίνονται ήδη αντιληπτά. Ο αναγνώστης έχει σχηματίσει την πλήρη εικόνα του προσώπου: Ευκρινώς). 
Και ενώ, το αποστασιοποιημένο – όπως είπα παραπάνω - βλέμμα τού αφηγητή θα μπορούσε να οδηγήσει στην εγκεφαλική καταγραφή, ίσως ψυχρή κι αδιάφορη, όμως μια αθωότητα (πώς να την πω αλλιώς;) αθωότητα παράδοξα παιδική, ως προς τον τρόπο που αυτός βλέπει τα πράγματα, μια νήπια ματιά που πέφτει φυσική και αβίαστη, χωρίς επίγνωση θαρρείς της φυσικότητάς της, ανεβάζει τη θερμοκρασία τού κειμένου και, εξασφαλίζοντας το κατάλληλο συναισθηματικό υπόβαθρο, κάνει τη λιτή γλώσσα να λειτουργεί με τον πλέον δραστικό τρόπο. Αυτό πιστεύω πως είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα στο έργο του Μένη Κουμανταρέα. Αυτό το χαρακτηριστικό συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία του ύφους του. 
Είχα πάντα δηλαδή την εντύπωση ότι στο βάθος των ηρώων του, ακόμα και στην πλέον σκοτεινή πλευρά τους, υπήρχε ένα παιδί που παρακολουθούσε θαυμαστικά τον κόσμο. Που έβλεπε με καθαρή και έντιμη ματιά. Και με άλλη τόση ενάργεια περιέγραφε τα πράγματα. Ήταν ο συγγραφέας; Μόνον ο αφηγητής του; Ποιός να ξέρει. 
Πάντως, από τα πρώτα κιόλας διαβάσματα των έργων του διέκρινα στο ρόλο τού αφηγητή το παιδί που πίσω απ’ τα περίτεχνα κάγκελα του «μπαλκονιού» του, σαν από θεωρείο στημένο στην πρόσοψη ενός μεγαλοαστικού σπιτιού, έβλεπε με λαχτάρα τα άλλα παιδιά να παίζουν στην πλατεία. Να χτυπιούνται, να κάνουνε παρέες και να ζουν. Κι αυτό συμμετείχε νοερά. Σαν θεατής. Από μακριά και μόνος... 
Έκτοτε, έχω την εντύπωση ότι ο συγγραφέας εξακολουθεί να παραμένει ένα παιδί – ακόμα και στα πιο σύνθετα, στα πιο ώριμα έργα του. Γιατί καθώς μεγάλωνε κι ανοιγότανε στον κόσμο, εντούτοις έμενε μέσα του έφηβος που έζησε από μακριά φίλους παιδικούς, δεν τους άγγιξε σχεδόν ποτέ, δε μάτωσε μύτες-γόνατα παλεύοντας ή παίζοντας μαζί τους στις αλάνες. Αν και θα το ήθελε πολύ : να συγχρωτιστεί μ’ εκείνους, να μαλώσει, να τον δείρουνε και να τους δείρει. Κι ύστερα, ας φιλιώσουνε. 
Απ’ αυτή τη θέση ο συγγραφέας, ώριμος πια, περιγράφει όλα τα χαμίνια του, τα κλεφτρόνια, τους μπαγαπόντηδες• εννοώ, τους λαϊκούς του ήρωες και τους ανθρώπους του περιθωρίου. Διατηρώντας πάντα το αχνό χαμόγελο, το δίχως φθόνο βλέμμα, τη συμπαθητική ματιά εκείνου του παιδιού: Που μέσα του έχουν αποτυπωθεί επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Ίσως γι’ αυτό, τα έργα του τα διαποτίζει μια υποδόρια θλίψη, τα διατρέχει μια επιθυμία ανεκπλήρωτη. (Ή μήπως τάχατες μόνον εγώ τα βλέπω όλα αυτά;). 
Ο Μένης ισορροπεί βαδίζοντας ανάμεσα σε δύο κόσμους: Από τη μια μεριά, η αστική του κοινωνία, η αστική καταγωγή - που δεν την απαρνήθηκε ποτέ αλλά και ποτέ δεν ταυτίστηκε μαζί της. Κι απ’ την άλλη, ένας κόσμος λαϊκός (που μολονότι ο αστός αφηγητής τού αφιέρωσε τον θαυμασμό του) όμως, μέρος του δεν έγινε ποτέ. Μπαινόβγαινε με άνεση στο περιβάλλον και τα στέκια τους, κι ωστόσο ουδέποτε ενσωματώθηκε ο ίδιος μέσα σ’ αυτό το χώρο. 
Παρόλα αυτά, η παιδική εκείνη έκπληξη για τα πράγματα τριγύρω, η αμήχανη στάση του μπροστά στην παράξενη ομορφιά του κόσμου δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Μάλλον αυτό είναι το μυστικό της ζωντανής γραφής του, αλλά και ο λόγος που το ενδιαφέρον τού κοινού για τα βιβλία του παραμένει αδιάπτωτο: Η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητά του - αυτό. 
Στα παραπάνω στοιχεία πρέπει να προστεθεί το χιούμορ, ο σαρκασμός κι ο αυτοσαρκασμός του. Που, με τον καιρό, όσο εδραιώνονταν η φήμη του ως συγγραφέα (νωρίς, νωρίς - ευτυχώς, για το ύφος του) τόσο περισσότερο αναδεικνύονταν στο έργο του. Απόρροια της πείρας που συσσωρεύει στον άνθρωπο η σοφία της ζωής. Αλλά και που προσδίδει στη συγγραφική ματιά η αποδοχή από τους άλλους. 
Θέλω να αναφερθώ, τώρα, για λίγο στο κοινωνικό του στίγμα, στην ατμόσφαιρα των έργων του. Την αναδυόμενη από τους τόπους και τα σκηνικά του, αλλά και τα εσωτερικά ανθρώπινα τοπία, τις αντιθέσεις προπαντός ανάμεσα στην αστική κοινωνία και στους ανθρώπους λαϊκής καταγωγής. 
Η αντιπαραβολή των αντιλήψεων, της νοοτροπίας τους, της ψυχολογίας των δύο αυτών κόσμων αποτέλεσαν (για μένα οπωσδήποτε, αλλά πιστεύω και για το σύνολο των αναγνωστών του) έναν ισχυρό πόλο έλξης. 
Στον διαφαινόμενο τότε μετασχηματισμό της κοινωνίας της δεκαετίας του’60, και πολύ περισσότερο στη δεκαετία του ’70, η θεματική του Κουμανταρέα κατέγραφε τις κοινωνικές αλλαγές, αποτύπωνε τον παλμό της εποχής, αποσαφήνιζε τις καταστάσεις, ερμήνευε σαν σε πανόραμα τις εκφάνσεις της μεσοαστικής κοινωνίας. 
Κυρίως όμως, έβγαζε στο προσκήνιο τη φθορά του αστικού κόσμου, την κοσμοαντίληψη, τις μύχιες σκέψεις τους. Φωτογράφιζε με κάθε λεπτομέρεια έναν κόσμο που μετεξελισσότανε ραγδαία, αλλοιωνόταν η φυσιογνωμία του και που σε λίγο έμελλε να αλωθεί πλήρως από την οικονομική και κοινωνική άνοδο της λαϊκής τάξης. Η οποία από τα μέσα του ’70 και μετά θα έπαιζε ρόλο πρωταγωνιστικό στον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας ως κύριος φορέας πολιτικών αλλαγών. 
Ο Κουμανταρέας έδωσε σ’ αυτούς τους ανθρώπους εξαρχής ρόλο πρωταγωνιστικό, δίπλα στη φθίνουσα αστική κοινωνία. Χωρίς να κινείται ιδιαίτερα, πιστεύω, από καμία πολιτική σκοπιμότητα παρεκτός την ιδεολογική του στράτευση –νομίζω — σε μιαν ουμανιστική αντίληψη, μια πίστη σταθερή στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων. Πέρα από τάξεις, ή οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. 
Και ο τρόπος του δεν έμοιαζε ούτε με τον τρόπο του Ιωάννου, ούτε με τον τρόπο του Ταχτσή (η πολύ ενδιαφέρουσα λογοτεχνική περσόνα του Ιωάννου, πρωτότυπη και εντελώς πρωτοποριακή, ήταν κλεισμένη στον εσωτερικό της κόσμο, διαλεγόμενη με τον εαυτό της, ενώ οι μικροαστοί ήρωες του Ταχτσή – βγαλμένοι από μιαν ηθογραφία φρέσκια κι ολοζώντανη, παρέμεναν ωστόσο στον περιορισμένο χώρο της λαϊκής τους συνοικίας. Δεν πήγαιναν πιο πέρα• εννοώ τον ταξικό τους χώρο κι όχι την μεγάλη, αντιθέτως, λογοτεχνική αξία τους). 
Ο Κουμανταρέας έκανε κάτι διαφορετικό: κατέγραψε τον αστικό κόσμο αλλά και παρεισέφρησε στις λαϊκές γειτονιές. Έφερε σε επικοινωνία τη λαϊκή τάξη με την αστική κοινωνία. Και μέσα από τη σύγκριση των δύο κόσμων ο αναγνώστης έβγαζε συμπεράσματα, χωρίς να καθοδηγείται ασφυκτικά από κάποιον παντογνώστη αφηγητή. Ανάδειξε εύστοχα τα θέματά του στοχεύοντας όχι στο θυμικό του αναγνώστη του κυρίως, αλλά στη λογική του. Και χρησιμοποιώντας ευρυγώνιους φακούς ανέπτυξε τα σκηνικά του, ξανοίχτηκε σε πανοραμικά τοπία, σε κοινωνικές ομάδες και θεματικές, και έδωσε τοιχογραφίες της εποχής, πληρέστερες και ολοκληρωμένες. 
Αυτά με βρήκαν έτοιμο να τα παρακολουθήσω. Κι ήμουν περίεργος να ακούσω και να δω. Γιατί τον έναν κόσμο (τον λαϊκό) τον ήξερα καλά, τον άλλον όμως τον αγνοούσα πλήρως. Ο Κουμανταρέας με συμπαρέσυρε στο λογοτεχνικό του σύμπαν, και με έμπασε στο σκηνικό του, μέσα από τη γλώσσα του. 
Το σημείο όπου συναντιόντουσαν οι δύο κόσμοι του ήταν ακριβώς το γλωσσικό τους ιδίωμα. Μια γλώσσα τολμηρή και πειστική που τραβά την περιέργεια του αναγνώστη, κάμπτει τις αμφιβολίες και, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη, πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεων του συγγραφέα. Παρατηρείστε, π. χ. με ποιο τρόπο παρεισφρέει ο ένας κόσμος μες στον άλλο. 
Φτάνει μια λέξη για να μετακομίσει η ηρωίδα του από τον καθωσπρεπισμό της αστικής κοινωνίας στον παρορμητισμό τής λαϊκής γυναίκας με τις ασυγκράτητες επιθυμίες, τα αχαλίνωτα πάθη. Λέει η αστή ηρωίδα στον λαϊκό εραστή της 
~ «…κατά βάθος, σε βλάπτω …» (του λέει χρησιμοποιώντας το ρήμα στον καθαρεύοντα τύπο του) 
~« εγώ σε βλάφτω,» της απαντάει ο λαϊκός Μίμης. Καμία άλλη νύξη. Τα όρια της γλώσσας τους καθορίζουν και τα όρια του κόσμου τους, όπως θα έλεγε ο ποιητής. 
Κι ακόμα: Οι αστικές φιγούρες δίνονται με μια γλώσσα προσεγμένη, που ταιριάζει στα μέτρα τους (π. χ. «περιποιημένη στην τρίχα» ή «μ’ ένα σκούρο ταγεράκι»). Άλλωστε, η πιο αντιπροσωπευτική απ’ όλες: «η Κούλα» της ομώνυμης νουβέλας, είναι μια «Κυρία». Ούτε που θα το διανοήθηκε, φαντάζομαι, ο συγγραφέας, αλλά κι ο αναγνώστης θα δυσανασχετούσε αν ξαφνικά την αποκαλούσε με το ανάρμοστο για μιαν αστή προσωνύμιο: «Κυρά Κούλα». Ενώ ο Μίμης, λαϊκής καταγωγής, το πρώτο που ζητάει από την συνομιλήτρια είναι να του μιλάει στον ενικό. Γιατί – εξηγεί ο αφηγητής - : «του ερχόταν δύσκολο να κρατάει τους τύπους». Ιδού η σύγκριση των δύο κόσμων και η τεράστια, ανάμεσά τους, διαφορά. 
Τελειώνοντας, ο Μένης Κουμανταρέας, φαίνεται ότι αντλεί από το αστικό του περιβάλλον δύο πολύτιμα στοιχεία: 
Πρώτον, την ευρύτητα ενός χώρου βιωμένου (ενώ από τον λαϊκό κόσμο, το βάθος του μυστηριώδους γι’ αυτόν ανθρώπινου τοπίου). Και ενώ στον αστικό του κόσμο στιγματίζει τις αλλοτριωμένες σχέσεις, την αποξένωση των ανθρώπων και την ανούσια συμβίωση, στους λαϊκούς ανθρώπους φαίνεται να τον συγκινεί η ψυχική τους δύναμη (αλλά και η ανεπίγνωστη ομορφιά τους, όταν αυτή συμβαίνει να είναι αυθεντική). 
Το δεύτερο πολύτιμο στοιχείο αφορά το αργό ξετύλιγμα της αφήγησης. Έχει να κάνει δηλαδή με τη βραδύτητα του χρόνου. Με την ηρεμία τού τίποτα, μιας καθημερινής συνήθειας, με την αίσθηση ότι η ζωή περνάει στα χαμένα, και που συνέχεια ελλοχεύει η απειλή της σήψης, ο κίνδυνος να λιώσουν όλα ξαφνικά ή να τιναχτούν από κάποια απροσδόκητη αιτία στον αέρα με τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο. 
Κυρίες και κύριοι, αν οι ραγδαίες εξελίξεις έχουν απωθήσει τόσο πολύ από τη μνήμη μας τις κοντινές μας εποχές ώστε να μοιάζουνε απόμακρες, όμως πολλά από τα χρώματα, τα βλέμματα, τις μυρωδιές τα ίχνη του καιρού μας ζωντανεύουν στα γραπτά του τιμώμενου απόψε συγγραφέα. Ένα μεγάλο μέρος από την ατμόσφαιρα της εποχής, τα κοινωνικά δεδομένα και οι εξελίξεις, η ψυχολογία των ανθρώπων έχουν αποτυπωθεί με ενάργεια στο έργο του. Οι λέξεις του Κουμανταρέα, οι εικόνες κι οι περιγραφές μάς κάνουν να ανακαλούμε στο μυαλό μας βιώματα εφηβικά• μιαν ιδιάζουσα αίσθηση των πραγμάτων. Τα χρόνια της πνευματικής και βιολογικής μας ωριμότητας. Γι’ αυτό και τον ευχαριστώ. 
Κώστας Λογαράς 
(Παρουσίαση του Μένη Κουμανταρέα στο 2ο Συνέδριο Πεζογραφίας, Πάτρα 8/11/2009)

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

ΜΙΑ ΠΡΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ


Δημοσιεύουμε σήμερα μια εκπομπή που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του πατρινού συγγραφέα του Κώστα Λογαρά, την εποχή που είχαμε την ευθύνη του προγράμματος του Τηλεοπτικού Σταθμού της Μητροπόλεως Πατρών "Λύχνος" (την περίοδο 1996-2001). 
Η εκπομπή είναι μια ελεύθερη - και επίκαιρη ως τα σήμερα - συνομιλία του Κώστα Λογαρά με τον Π. Ανδριόπουλο, με αφορμή τη στήλη "Της χολής και της σχόλης" που διατηρούσε τότε ο Κ. Λογαράς στο πατρινό πολιτιστικό περιοδικό "το δόντι" και σχολίαζε θέματα της καθημερινότητάς μας και όχι μόνο, αλλά και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ.
Η εκπομπή έγινε πριν από 15 χρόνια (1999). Δυστυχώς ένα μικρό μέρος, το τελευταίο της εκπομπής, δεν διεσώθη (λόγω τεχνικού προβλήματος), αλλά τα 54 λεπτά που έχουμε από αυτήν είναι πολύτιμα!
Χαίρομαι διότι ο Κώστας Λογαράς δεν σταμάτησε ποτέ να έχει δημόσιο λόγο - ευτυχώς αιχμηρό αρκετές φορές - κι έτσι ακονίζει την ευαισθησία μας και ηλεκτρίζει τόσο τη λογική όσο και τη φαντασία μας. 

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ ΑΠΟΨΕ ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ


Απόψε το βράδυ στις 8 το βράδυ στο Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» παρουσιάζεται το βιβλίο «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος. Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις» του Οδυσσέα Ιωάννου από τo βιβλιοπωλείο Discover και τις εκδόσεις Πατάκη.
Το βιβλίο παρουσιάζεται από τους: Γιώργο Κοζία-ποιητή, Κώστα Λογαρά-συγγραφέα, Κων/νο Μάγνη-δημοσιογράφο με την παρουσία του Θάνου Μικρούτσικου και του Οδυσσέα Ιωάννου.
Ο Οδυσσέας Ιωάννου γράφει, μεταξύ άλλων, στον πρόλογο του βιβλίου:
Είναι ένα βιβλίο, που προέκυψε από δουλειά τεσσάρων χρόνων μέσα από 24 συναντήσεις του Θάνου Μικρούτσικου με τον συγγραφέα, τις χειμαρρώδεις και ελεφάντιες σε μνήμη διηγήσεις του πρώτου και τον αγώνα δρόμου του δεύτερου να περισώσει την ατμόσφαιρα και την ουσία μιας ζωής ενός πολύπλευρου ταλαντούχου ανθρώπου, που η ζωή του χωράει πολλές ζωές κι όλο τούτο έπρεπε να γίνει μεστό και οι 2.000 σελίδες να γίνουν 420 σελίδες.
Από την Πάτρα του 1947 μέχρι την Ελλάδα του Μνημονίου, ο Θάνος Μικρούτσικος μιλάει για τη ζωή του, το τραγούδι, την πολιτική. Σημάδια που «κέρδισε» από τον χρόνο και σημάδια που ο ίδιος έβαλε στον χάρτη του νεοελληνικού πολιτισμού. Γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα μιας συναρπαστικής διαδρομής. Παρεμβάλλονται κείμενα του Οδυσσέα Ιωάννου, ματιές και σκέψεις επάνω στις αφηγήσεις του συνθέτη.
Την ιδέα για αυτό το βιβλίο τη συζητήσαμε πρώτη φορά με τον Θάνο το 2006. Ξεκινήσαμε το 2007 και το ολοκληρώσαμε το 2011. Και τώρα πρέπει να γράψω τον πρόλογο. Που να λέει τι; Γιατί το γράψαμε; Δεν ξέρω ακριβώς. Φαντάζομαι επειδή το είχαμε ανάγκη και οι δύο. Ο Θάνος, περνώντας τη στροφή των εξήντα και έχοντας «πλήρη διαύγεια», ήθελε να μιλήσει, κυρίως να θυμηθεί, και να ταξιδέψει. Εγώ το χρωστούσα στον εαυτό μου· και στην παρέα των παιδικών μου χρόνων που πρωτοανακαλύπταμε τη μουσική του από ένα κασετόφωνο στα σκαλάκια του Αγίου Παντελεήμονα, στην Αχαρνών. Μπήκα κι εγώ σ’ ένα υπέροχο ταξίδι. Κάθε του αφήγηση και μία άσκηση για το σπίτι. Διάβασα περισσότερα για το δωδεκάφθογγο του Σένμπεργκ, άκουσα το «Πελέας και Μελισσάνθη» του Ντεμπισύ, ξαναδιάβασα τους «Χτίστες» του Χειμωνά, «επισκέφθηκα» τις ομορφότερες πόλεις της Ευρώπης, «περπάτησα» μαζί του τα λίγα μέτρα που χώριζαν τα καμαρίνια από τη σκηνή στη θρυλική συναυλία στον Πανιώνιο και βέβαια πέρασα ξανά από όλους τους δίσκους του, γράφοντας μέχρι το πρωί. Δεν έχω ξαναγράψει τέτοιο βιβλίο.
Αυτά γράφει ο Οδ. Ιωάννου. Εγώ γνώρισα καλά τον Μικρούτσικο την περίοδο της ...αμαρτωλής Πολιτιστικής του 2006. Με εμπιστεύτηκε χωρίς να με ξέρει. Έμενε μόνο στα ουσιώδη. Γι' αυτά όλα θα γράψω τα δέοντα εν καιρώ.
Τώρα αναβοώ: Πού είναι σήμερα όλοι αυτοί που τότε τον διαδέχθηκαν μαινόμενοι εναντίον του; Πού είναι οι Αλέξηδες (ξεχνάω και το επώνυμο αυτού που παρίστανε τον καλλιτεχνικό διευθυντή του θεσμού), πού είναι κάτι Ροϊλοί-επηρμένοι φελλοί, πού είναι κάτι αστείοι Παναγιωτόπουλοι (;), πού είναι κάτι ...άσοφοι Σοφήδες, πού είναι κάτι πολιτικάντηδες της δεκάρας; Πού είναι κάτι ...τίποτα;
Γιατί ο Μικρούτσικος είναι εδώ. Εν πάση τη δόξη αυτού! Νύν και αεί.-

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

ΔΡΟΣΕΡΑ (ΑΠΟ) ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΣΙΩΠΩΝ ...ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ


Του Κώστα Λογαρά
Το Βήμα

1 Αναδιαρθρώθηκε η Δημόσια Διοίκηση :Το Υπουργείο Παιδείας έγινε «Δια βίου μάθησης …», Το Δημοσίας Τάξεως «…Προστασία του πολίτη…» και πάει λέγοντας. Αλλάζουνε τις πινακίδες και λύνουν τα προβλήματα.

2 Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να κρατήσει τα γκέμια ενός αφηνιασμένου αλόγου. Τι να γίνει, δεν είναι όλοι ικανοί να κάνουνε ροντέο. Γιατί, πράγματι, ένα αχαλίνωτο άλογο είναι η χώρα. (Τουλάχιστον ο ένας – λίγος ή όχι — παλεύει να σταθεί στου βουβαλιού τη ράχη. Τι να πεις και για τον άλλο γόνο, που θωράκιζε την Εθνική Οικονομία από τις ξαπλώστρες της Ραφήνας).

3 Θέλει, λέει, να διασώσει την υστεροφημία του -δια της αφωνίας- παρότι και εύγλωττος υπήρξε και λαλίστατος. Η απραξία του κι η χρόνια αεργία του βοά και τον καταδικάζει. Κι εκείνον δια παντός, κι εμάς ποιος ξέρει άραγε για πόσα χρόνια ακόμα, ή δεκαετίες.

4 Το ιδιότυπο «ελληνικό φιλότιμο» (όταν δεν κρύβεται από κάτω η ιδιοτέλεια κι η σκοπιμότητα) συνυφαίνεται, πολλές φορές, με την αυτάρεσκη θυματοποίηση. Λες και μας κυνηγάει παλαιόθεν το σύνδρομο της Ιφιγένειας.

5 Παραμένουν στην πολιτική για να υπερασπίσουνε το έργο τους, καθώς λένε οι ίδιοι, (το ανύπαρκτο όπως βλέπουν όλοι οι άλλοι). Τόσο καιρό κορόιδευαν τους ψηφοφόρους τους, τώρα πρέπει να εξαπατήσουνε τον εαυτό τους. Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο.

6 Το καλύτερο που έχει να κάνει ένας σημαιοφόρος της συναλλαγής, ένας στυλοβάτης του πελατειακού συστήματος - ο Νικολάκης ξέρει - είναι να σιωπά. Μίλαγε επί δεκαετίες ολόκληρες. Όπου κανάλι και σταθμός, η Μαλάμω πρώτη. Τώρα πρέπει να το κλείσει, δεν έχει τίποτα να πει. (Μα έλα που είναι ακόμα βουλευτής και τον καλούν στα Μέσα για να διαφωτίσει το κοινό «πώς» και «γιατί» βουλιάξαμε τη βάρκα. Ποιον; αυτόν και τους ομοίους του, που με τόση ελαφρότητα και έλλειψη συνείδησης οδήγησαν τα πράγματα ως εδώ. Αυτοί που έχουν ασελγήσει συστηματικά πάνω στην έννοια της αξιοκρατίας καλούνται να αποφανθούν για τον τρόπο αποκατάστασης της παρθενίας της. Θου, Κύριε, φραγή ερμητική, τάπα κοχλιωτή τω στόματί τους και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς).

7 Όταν εκχωρείς την ψήφο σου συνειδητά στον Πατριάρχη τής συναλλαγής, δεν πρέπει να αμφιβάλλεις για την επικείμενη πτώχευση. Αλλά ούτε και να μέμφεσαι τον Πατριάρχη. Την ημέρα της μεγάλης κρίσης ο καθένας έχει την δική του ευθύνη.

8 «Η παράγκα Ψωμιάδη - Μπέου και λοιπής μαφίας είναι δάχτυλος των Ευρωπαίων. Μας ζηλεύουν οι κουτόφραγκοι, γι’ αυτό. Δεν μπόρεσαν να το χωνέψουνε που σηκώσαμε το Τιμημένο, και στήσανε το κόλπο για να μας δυσφημίσουν. Να μας κλέψουνε τη δόξα. Δεν ξέρουν όμως ότι δε μασάμε τέτοια. Άμα τους πετάξουμε το επιχείρημα με τα βελανίδια, θα τους κοπεί ο βήχας». (Σενάριο συνωμοσίας που, σε λίγο, θα κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο https:// katotaheria@aptoMaki.gr).

9 Το κακό με τις θρησκείες είναι αυτό: ότι υπάρχουν πάντα οι μαφίες που εκμεταλλεύονται την πίστη, τα θρησκευτικά αισθήματα ή την αφέλεια των πιστών· και είτε κατακτούν τις εξουσίες είτε αποκτούν περιουσίες. Αφότου το ποδόσφαιρο έγινε θρησκεία, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον κανόνα.

Πίνακας: Γιάννη Ψυχοπαίδη, φιγούρα

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ: "...με τον ίδιο τσαμπουκά φτάσαμε στον πάτο του πυθμένα"


Κώστας Λογαράς
ΤΟ ΒΗΜΑ

Η πραγματική ανάκαμψη της οικονομίας – όποτε ’ρθει - δεν πρόκειται να αναφανεί ούτε στην υποχώρηση των spreads, ούτε στους δείκτες της βιομηχανικής παραγωγής.

Οι αξιόπιστες ενδείξεις για το ξεπέρασμα της κρίσης θα καταγραφούν πρωτίστως στα πεζοδρόμια και στους δρόμους, τους εθνικούς και επαρχιακούς, τους μονόδρομους και της διπλής ροής. Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας θα ξεκινήσει απ’ τις αρένες τής ασφάλτου και απ’ τον τρόπο που οδηγεί ο έλληνας οδηγός.

Όταν διαπιστώσετε ότι τα Ι. Χ δεν καβαλάνε πια τα πεζοδρόμια, τα δίκυκλα δεν διασχίζουν τους πεζόδρομους κι οι οδηγοί -- αυτό προπάντων -- δεν μιλάνε του καλού καιρού στο κινητό τους οδηγώντας, τότε μπορεί κανείς να αναθαρρήσει ότι κάτι έχει αλλάξει όντως στο ελληνικό τοπίο.

Γιατί η κοινωνική συνείδηση ενός λαού αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στην κουλτούρα της οδήγησης. Εδώ τσεκάρεις καθημερινά το επίπεδο ενδιαφέροντος ή την αδιαφορία για τους άλλους, την συναίσθηση ευθύνης ή το μέγεθος του κυνισμού και της ανευθυνότητας, το βαθμό αλληλεγγύης ή την έλλειψη ανεκτικότητας• κι ακόμα, την ικανότητα συμμόρφωσης σε κώδικες και βασικές αρχές συνύπαρξης. Από τη συμπεριφορά τών οδηγών στους δρόμους μπορεί κανείς να συμπεράνει επαρκώς το πώς φαντασιώνονται οι πολίτες τη συμμετοχή τους στο κοινό γίγνεσθαι.

Ο οδηγός που συνομιλεί του καλού καιρού στο κινητό του γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια τους πάντες και τα πάντα, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός ούτε ως Δημόσιος Υπάλληλος, ούτε ως ταμίας πίσω από το γκισέ, ούτε ως πολίτης στις υποχρεώσεις του στην εφορία. Ούτε βεβαίως ως πολιτικός που ασκεί την εξουσία. Με τον ίδιο ζαμανφουτισμό θα φέρεται κι αλλού. Τη βολή του θα φροντίζει πάνω απ’ όλα.

Δείτε λοιπόν στους δρόμους πώς η οδήγηση με το κινητό στ’ αυτί έχει εξελιχθεί σε εθνικό σπορ. Αν έχετε παρατηρήσει, οι οδηγοί σπανίως πλέον βγάζουν φλας. Εμ, βέβαια, αφού κρατούν το κινητό στ’ αριστερό και με το δεξί τους το τιμόνι, δεν περισσεύει χέρι για το φλάς. Με τα δόντια να το σπρώξουν; Υπολογίζουν απ’ το καθρεφτάκι αν προλαβαίνουν να την κάνουνε και να χωθούν, και μ’ ένα «ντου» αποτολμούν το σάλτο, συνεχίζοντας παράλληλα να συνομιλούν - δίπλα, το Όργανο, ούτε που νοιάζεται• (πάει, ενσωματώθηκε κι αυτή η παρανομία στην καθημερινότητά μας σαν εύλογη και θεμιτή, όπως η μίζα, το φακελάκι, το κομματικό ρουσφέτι, η κλοπή της εφορίας).

Είναι τόση η βεβαιότητα τού έλληνα οδηγού ότι τα καταφέρνει όλα και πάντοτε, που πάει και πέφτει σα στραβός πάνω στον άλλον. Ε, με την ίδια αυτοπεποίθηση, με τον ίδιο τσαμπουκά φτάσαμε στον πάτο του πυθμένα. Με την ίδια ακριβώς καπατσοσύνη βρεθήκαμε δεμένοι χειροπόδαρα.

Γι’ αυτό σας λέω, τα αδιάψευστα σημάδια της πραγματικής ανάκαμψης θ’ ανιχνευτούν όχι στην υποχώρηση των spreads ή την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας αλλά έξω εκεί, στα πεζοδρόμια και στους δρόμους. Στην κουλτούρα της οδήγησης θα δοκιμαστούν πρωτίστως οι αξίες της συλλογικής ζωής: Η συνειδητή εφαρμογή ενός Κώδικα αρχών που εγγυάται τη συμπόρευση. Που κατοχυρώνει τον αμοιβαίο στοιχειώδη σεβασμό και, αποτρέποντας τον κυνισμό και την αδιαφορία για τον άλλον, διασφαλίζει την ομαλή κοινωνική ζωή. Χωρίς αυτά, η οποιαδήποτε οικονομική ανάκαμψη θα είναι (και πάλι) εικονική.

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ: "Από καταναγκασμός, γοητευτικό ταξίδι"


Στο σημερινό φύλλο της εφημ. Καθημερινή υπάρχει ένα μικρό αλλά περιεκτικό αφιέρωμα στην μεγάλη υπόθεση Λογοτεχνία στο σχολείο.
Υπάρχουν κείμενα του Σπύρου Γιανναρά, του Κώστα Ακρίβου και του Κώστα Λογαρά, το οποίο και αναδημοσιεύω εδώ.

Η διδασκαλία της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση (παρ) ακολουθεί αναγκαστικά την πορεία ενός αποτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος. Με προκαθορισμένες ερωτήσεις και έτοιμες απαντήσεις, η λογοτεχνία ελάχιστη σχέση έχει με την απόλαυση ή την αναζήτηση μιας άλλης οπτικής του κόσμου.

Δεδομένου μάλιστα ότι αποτελεί μάθημα-φόβητρο στις πανελλήνιες εξετάσεις, αρκεί για να διακόψει οριστικά ο μαθητής τις σχέσεις του με την τέχνη του λόγου.

Με στόχο λοιπόν τη βελτίωση της κατάστασης, πρέπει να δούμε σοβαρά κάποια πράγματα, όπως λ. χ. τη διδασκαλία της λογοτεχνίας από καθηγητές με διαπιστωμένη γνώση στο αντικείμενο και ευρύτερα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, την αποδέσμευση της διδακτέας ύλης από τις εξετάσεις (εννοώ, να διδάσκεται συγκεκριμένη ύλη, αλλά η εξέταση στις πανελλήνιες, κυρίως, να γίνεται μόνο πάνω σε αδίδακτο κείμενο και με εντελώς άγνωστες ερωτήσεις). Επίσης, να δούμε την ουσιαστική χρησιμοποίηση τεχνολογικών μέσων για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, αφού αυτά αποτελούν ελκυστικό όχημα για τις νέες γενιές.

Οσον αφορά την τάση της αποστήθισης λογοτεχνικών έργων που εφαρμόζεται αλλού, δεν είναι παρά μια άσκηση, θαρρώ, που στοχεύει να συγκολλήσει τον κατακερματισμένο νου της ιντερνετικής γενιάς και να θεραπεύσει την αδυναμία της να συγκροτήσει τον γύρω κόσμο σε μια ενιαία ολότητα.

Ομως η διαδικασία τής μάθησης οφείλει να ασκεί την κριτική σκέψη, την αιτιολογημένη απόρριψη ή αποδοχή ενός, ολόκληρου, ει δυνατόν, λογοτεχνικού έργου. Και αυτό έχει να κάνει με τη διδασκαλία της γλώσσας, με το νοηματικό βάρος των λέξεων και τη σκοπιμότητα της χρήσης τους, δηλαδή, με την ερμηνεία των λογοτεχνικών κειμένων σε σχέση και με βιώματα ή εμπειρίες του εφήβου.

Ετσι δημιουργείται η πεποίθηση στον μαθητή πως η λογοτεχνία δεν είναι έξω από τη ζωή του αλλά βρίσκεται μέσα στην καθημερινότητά του, εκφράζει τις σχέσεις, ερμηνεύει την ψυχολογία του, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Είναι ένας ουσιαστικός τρόπος για να γίνει η σχολική λογοτεχνία, από καταναγκασμός, γοητευτικό ταξίδι, διαμορφώνοντας συνειδητοποιημένους αυριανούς αναγνώστες.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Κάποιοι να ενδιαφερθούν για τον πολιτισμό


Του Κώστα Λογαρά
Από το ΒΗΜΑ Ιδεών


Είναι τόσες οι ελλείψεις στον χώρο του πολιτισμού αλλά και οι χρόνιες καθυστερήσεις στα πολιτιστικά πράγματα που όσα και να ευχηθεί κανείς θα μένουν απ΄ έξω πολύ περισσότερα. Γι΄ αυτό προτιμώ να μιλήσω για τις ανάγκες του πολιτισμού εντελώς ορθολογικά και ιεραρχώντας τες να διατυπώσω προσδοκίες που θα μπορούσαν να ξεφύγουν από το επίπεδο της ουτοπίας αλλά και να περάσουν σε ένα πρώτο στάδιο υλοποίησης.
Θα ήθελα λοιπόν να ξεκινήσει μια ουσιαστική προσπάθεια για αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτό αποτελεί τη βάση κάθε πολιτιστικής ανάπτυξης, αν ποτέ υπάρξει. Η πολιτιστική πραγματικότητα ενός λαού- είτε υποβαθμισμένη είτε υψηλού επιπέδου- είναι απολύτως συναφής με την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Γι΄ αυτό και η βελτίωσή του θα σημάνει αυτομάτως τη διάχυση του πολιτισμού στις πλατύτερες μάζες. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γίνουν οι φορείς της διοχέτευσης του πολιτιστικού αγαθού. Η αγάπη για το βιβλίο, το θέατρο, τη μουσική, τον κινηματογράφο, την τέχνη σε κάθε της έκφανση περνάει μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα. Η αισθητική και πολιτιστική εκπαίδευση της νέας γενιάς μπορεί να ριζώσει λοιπόν μόνο με την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και των εκπαιδευτικών- προπαντός αυτών.
Επίσης περιμένω τη νομοθετική ρύθμιση για την τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Η ανάγκη να ξεκαθαρίσει το τηλεοπτικό τοπίο είναι επιτακτική. Αν δεν διευθετηθεί αυτή η εκκρεμότητα, πολύ φοβάμαι ότι η ευτέλεια θα βαθαίνει συνεχώς, η δε αισθητική και γλωσσική έκπτωση θα γίνεται πιο έντονη. Ο υπουργός εκείνος που υπερασπίστηκε την «ελεύθερη» ραδιοφωνία το 1989 πρέπει επιτέλους είκοσι χρόνια αργότερα ως πρωθυπουργός να ρυθμίσει τη σαθρή αυτή κατάσταση καλύπτοντας το νομοθετικό κενό που υφίσταται έκτοτε. Στις άμεσες προτεραιότητες για τον πολιτισμό υπολογίζω ακόμη τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Και εννοώ την ποιότητα ζωής στον δημόσιο χώρο: περιβαλλοντικούς σχεδιασμούς, αναπλάσεις του πολεοδομικού ιστού με συνετή χρήση των κοινοτικών κονδυλίων, δρόμους καθαρούς, έλεγχο του κυκλοφοριακού προβλήματος ώστε να γίνει πιο βιώσιμη η ζωή και παράλληλα να δημιουργηθούν πόλεις-κελύφη που να συσφίγγουν τη σχέση του πολίτη με το αστικό περιβάλλον. Είναι ο μόνος τρόπος να νιώσει ο πολίτης πως τον σέβεται ο χώρος του και να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον κοινωνικό του περίγυρο.
Αν δεν ζει κανείς σε ένα περιβάλλον ανθρώπινο και φιλικό, ε, τότε ούτε οι ποικίλες αίθουσες της τέχνης ούτε το Μέγαρο Μουσικής ή τα διάφορα μουσεία είναι αρκετά από μόνα τους, θαρρώ, να διδάξουν την ομορφιά του πολιτισμού και να καλλιεργήσουν την ψυχή και το μυαλό. Ο ζωντανός πολιτισμός είναι έξω και καθημερινός: στον δρόμο και στις σχέσεις των ανθρώπων. (Σταματώ εδώ και δεν θα αναφέρω- αν και θα ΄θελα να ξαναθυμίσω-τον ανολοκλήρωτο θεσμό του «Πολιτιστικού Δικτύου Πόλεων», μια ιδέα του Θάνου Μικρούτσικου ως υπουργού Πολιτισμού το ΄93. Που, αν ποτέ μπορούσε να υλοποιηθεί, θα έμπαζε με τρόπο ουσιαστικό στον πολιτιστικό χάρτη πολλές απομακρυσμένες περιοχές της χώρας.)
Μια άλλη προσδοκία- ή μάλλον αγωνία μου- αφορά τον πολιτικό κόσμο. Αναμένω την ευαισθητοποίησή του σε θέματα πολιτισμού. Μακάρι να ενταχθεί ο πολιτισμός στα άμεσα ενδιαφέροντά τους και να συνειδητοποιήσει ο πολιτικός κόσμος, στο σύνολό του, την αξία του πολιτιστικού αγαθού. Να κατανοήσει την αδήριτη αναγκαιότητά του. Ωστε η συμμετοχή του να έχει δραστικό αποτέλεσμα. Οπως λ.χ. ενδιαφέρονται για τα ποδοσφαιρικά πράγματα και φροντίζουν να διεκπεραιώνονται έργα ή να ψηφίζονται νόμοι που αφορούν τον ποδοσφαιρικό
κόσμο (και σωστά), ανάλογο ενδιαφέρον θα περίμενα να επιδείξουν για την πολιτιστική δημιουργία και τους πολιτιστικούς θεσμούς. Εννοώ τη διευθέτηση οικονομικών εκκρεμοτήτων και την εκπλήρωση ανειλημμένων υποχρεώσεων. Τα εντελώς αυτονόητα στον πολιτισμό, τα εκ των ων ουκ άνευ, έχουν καταντήσει ευχές ανεκπλήρωτες. Θέλω να πιστεύω ότι πλέον θα αποκατασταθεί η αξιοπρέπεια τόσο του υπουργείου όσο και των συμβαλλομένων καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με αυτό. Αλλιώς οι όποιες σκέψεις ή προτάσεις για τον πολιτισμό καθίστανται αυτομάτως ανεδαφικές.
Καταλήγοντας, είναι φανερό ότι οι προσδοκίες μου έχουν σχέση με πράγματα καθημερινά, με ανάγκες θεμελιώδεις. Ολες οι ευχές μου είναι ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες. Απαιτείται μόνο πολιτική βούληση για να γίνουν πράξη. (Α, και οργάνωση, και προγραμματισμός, και μεθόδευση, και στενή παρακολούθηση για την υλοποίησή τους. Να τι ξέχασα να πω.)

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ ΗΤΑΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ


Παραμονή Χριστουγέννων ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2009, που αφορούν στις εκδόσεις του 2008.
Μπορείτε να δείτε τα σχετικά εδώ.
Το βραβείο μυθιστορήματος απονεμήθηκε στον Γιάννη Ατζακά για το έργο του "Θολός βυθός" (εκδ. Άγρα).
Το ενδιαφέρον είναι ότι μεταξύ των 5 υποψηφιοτήτων για το βραβείο αυτό ήταν και ο Πατρινός φίλος λογοτέχνης Κώστας Λογαράς για το βιβλίο του "Ερημιά στο βλέμμα τους" (εκδ. Μεταίχμιο).
Για πρώτη φορά, απ' όσο ξέρω, προτάθηκε Πατρινός δημιουργός για Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό και για τον Κ. Λογαρά και για την Πάτρα. Δεν έχει σημασία που τελικά δεν πήρε φέτος το βραβείο. Σημασία έχει ότι ο Λογαράς "άνοιξε" την Πάτρα στον λογοτεχνικό κόσμο. Την έβγαλε από την εσωστρέφεια που την μαστίζει. Ένας δημιουργός της, που την έχει επανειλλημένως τιμήσει ποικιλοτρόπως, έκανε ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός.
Εύχομαι στον Κώστα Λογαρά, ο οποίος αγαπάει, υπερβαλλόντως θα έλεγα, την Πάτρα, πάντα να της δίνει τέτοιες προοπτικές εξόδου προς τον ευρύτερο πνευματικό κόσμο. Το έχει πολύ ανάγκη, έτσι καθώς οι διάφοροι "ιθύνοντες" του πολιτισμού αναλώνονται σε ολότελα κενά και πεζά πράγματα και σε ανέξοδες και εκνευριστικές πια ρητορείες για το τίποτα που παράγουν.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ INTV.GR


Στο intv.gr, αγαπητοί συνοδίτες, μπορείτε να δείτε:
-Την εκδήλωση - αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα, στο πλαίσιο της 2ης Συνάντησης Πεζογράφων στην Πάτρα. Παρουσιάζει ο Κώστας Λογαράς. Το μουσικό μέρος από το Πολύτροπον: Μάνος Χατζιδάκις - Μένης Κουμανταρέας "Είμαστε από καλή γενιά"
- Την εκδήλωση Μνήμη Ποντιακού Ελληνισμού με ομιλητή τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη, από την Χριστιανική Εστία Πατρών.
- Την παρουσίαση του βιβλίου "Η Νοηματική της αγάπης" της Ευτυχίας Γερ. Μάστορα, στην Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Κώστας Λογαράς για Μένη Κουμανταρέα: "Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή"


ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Η νήπια ματιά τού αφηγητή

του Κώστα Λογαρά

«…Η ευθύβολη ματιά του αφηγητή - είτε περίοπτη, είτε εστιασμένη στις μικρολεπτομέρειες -, τού επιτρέπει να διεισδύει από απόσταση στους χαρακτήρες του. Αλλά, και να ιχνηλατεί το κοινωνικό τους στίγμα. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα βλέμματα τον παρασέρνουν. Γίνονται αφορμές πολλές φορές για το πλάσιμο του μύθου, για το χτίσιμο των χαρακτήρων του· ή, μπορεί να οδηγήσουν την πλοκή σε μονοπάτια και σε δρόμους άλλους. Το έλασσον της ζωής, η ουσιαστική της λεπτομέρεια ανασύρεται και ανάγεται σε κύριο θέμα.
Μια φλέβα λ. χ του χεριού τους, ο τρόπος που ανιχνευτικά ακουμπούν τα πόδια τους δυο άγνωστα - προς το παρόν - κορμιά και σε λίγο παθιασμένοι εραστές, μπορούν να συνιστούν μέρος της προσωπικότητάς τους, αλλά και στοιχεία δηλωτικά της ταξικής τους προέλευσης. Αρκεί, κάποιες φορές, ένας υπαινιγμός και μόνο, μια μονολεκτική περιγραφή τού τρόπου που ο ήρωας τινάζει τα μαλλιά του «περήφανα» ή «με νεύρο», για να δηλωθούν, έτσι, οι εσωτερικές διεργασίες, σκέψεις του ήρωα ή συναισθήματα που αν και παραμένουν ανείπωτα, όμως εξαιτίας τού ελάχιστου αυτού υπαινιγμού, γίνονται ήδη αντιληπτά. Ο αναγνώστης έχει σχηματίσει την πλήρη εικόνα του προσώπου : Ευκρινώς...»
(απόσπασμα από την παρουσίαση του Μένη Κουμανταρέα στο 2ο Συνέδριο Πεζογραφίας, Πάτρα 8/11/2009)

Ο Παρασκήνιος στην Καθημερινή του περασμένου Σαββάτου (14.11.09) αναφέρεται στην εκδήλωση και στην ουσιαστική προσέγγιση του έργου του Μ. Κουμανταρέα από τον Κ. Λογαρά:
... Είναι θεσμός η εκδήλωση που διοργανώνει κάθε χρόνο στην Πάτρα ο Σύνδεσμος Φιλολόγων της πόλης σε συνεργασία με το περιοδικό «Διαβάζω». Την περασμένη εβδομάδα συγκεντρώθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα πολλοί συγγραφείς, νεότεροι και παλαιότεροι. Τιμώμενος, ο Μένης Κουμανταρέας, τον οποίο παρουσίασε ο εκ Πατρών ομότεχνός του Κώστας Λογαράς. Ηταν μια, κατά γενική ομολογία, διεισδυτική και ουσιαστική προσέγγιση του έργου Κουμανταρέα, εστιάζοντας στο δίπολο «αστικό» και «λαϊκό» των βιβλίων του. Ο Μένης Κουμανταρέας, γενναιόδωρα, μόλις τελείωσε η ομιλία του Κώστα Λογαρα τον φίλησε και είπε: «Το φιλί είναι και αστικό και λαϊκό».


φωτό: Κ. Μπουλμπασάκος

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ - ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ - ΚΑΒΑΦΗΣ - ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Aπόψε στην ιστορική αίθουσα της Φιλαρμονικής Εταιρείας – Ωδείου Πατρών, θα παρουσιάσουμε με το Πολύτροπον ένα μικρό μουσικό πρόγραμμα με τίτλο: Μάνος Χατζιδάκις – Μένης Κουμανταρέας: “Είμαστε από καλή γενιά”. Η φετινή Συνάντηση Πεζογράφων, που διοργανώνουν ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Πατρών, το περιοδικό διαβάζω και το ηλεκτρονικό περιοδικό Διαπολιτισμός, τιμά τον συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Θα τον παρουσιάσει ο Κώστας Λογαράς. Με τον Τάσο Σπηλιωτόπουλο στο πιάνο, θα παίξουμε και θα τραγουδήσουμε Μάνο Χατζιδάκι, επιλογές του Μένη Κουμανταρέα, που τις βρήκαμε σε διάφορα κείμενά του.
Ο Κουμανταρέας θεωρεί τον Χατζιδάκι δάσκαλό του σε όλα! Γράφει: “Εκείνος μου έμαθε ν' ακούω μουσική, χωρίς να γίνω ο στείρος φιλόμουσος. Να γράφω χωρίς να φιλολογίζω. Να έχω σοβαρότητα, χωρίς να είμαι σοβαροφανής. Να έχω χιούμορ – κάτι που έλειπε τελείως απ' το πατρικό μου – ακόμα και με τους εχθρούς μου. Ήταν ο πρώτος διδάξας. Σοφός και παιδί μαζι”.
Ο φίλος Roni Bou Saba θα απαγγείλει στα αραβικά – σε δική του μετάφραση – το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη “Μέρες του 1903”, που θα τραγουδήσουμε αμέσως μετά στην περίφημη μελοποίηση του Μ. Χατζιδάκι από τον “Μεγάλο Ερωτικό”. Δεν το επιλέξαμε τυχαία. Το ποίημα αυτό το διαβάζει ο ίδιος ο Μ. Κουμανταρέας, όπως και άλλα του Καβάφη, στον ψηφιακό δίσκο που συνοδεύει το τελευταίο τεύχος του περιοδικού “η λέξη”. Κι ακόμα ο Κουμανταρέας στο πρόσφατο βιβλίο του Το Show των Ελλήνων διηγείται την εν Αθήναις συνάντηση του Καβάφη με τον πρώτο συνθέτη που μελοποίησε ποιήματά του, τον μέγιστο μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο.
Τα υπόλοιπα επί σκηνής απόψε στην Φιλαρμονική.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Ο φόβος και ο δισταγμός να πει κανείς με παρρησία την πραγματικότητα σ΄ αυτόν που βρίσκεται στην εξουσία ...


ΤΑ ΝΕΑ

Του Κώστα Λογαρά

Δεν ήταν μόνο η παράλυση του κράτους στα πεντέμισι χρόνια της πρόσφατης διακυβέρνησης. Ακόμα χειρότερη ήταν η στρέβλωση της γλώσσας από έναν ικανό χειριστή της. Ο χωρίς αντίκρυσμα ηθικολογικός λόγος του χρησιμοποιήθηκε, στην πράξη, μόνο από ξεφτέρια και λογής ξεσκολισμένους για να εφορμήσουν στο δημόσιο χρήμα.

Αλλά και προεκλογικά ακόμα, η επιχειρηματολογία του στηρίχτηκε σε ένα αληθοφανές, και πάλι, σύνθημα «λέμε την αλήθεια στον λαό», που ως προς την ουσία του δεν είναι παρά μία ψευδεπίγραφη αλήθεια. Όταν έχει εξαντλήσει κάποιος όλα τα αποθέματα επικοινωνιακής οφθαλμαπάτης, ομολογεί την αλήθεια εξ ανάγκης κι όχι εκ πεποιθήσεως. Γίνεται θέλοντας και μη «ειλικρινής», επιλέγοντας την ομολογία σαν τελευταίο δόλωμα, σαν έσχατο ελαφρυντικό. Ήταν λοιπόν μια μορφή ευθανασίας που βαφτίστηκε «ειλικρίνεια».

Όμως η αλήθεια για να πιάνει τόπο και να είναι πράγματι λυτρωτική πρέπει να λέγεται στην ώρα της, κι όχι όταν ο κόμπος έχει φτάσει πια στο χτένι. Αλλιώς, στην έσχατη στιγμή, ακόμα κι ο «καταλληλότερος» χειριστής του λόγου πληρώνει τα επίχειρα των επιλογών του. Τα πληρώνει, αλλά και τ΄ ακούει κιόλας. Απ΄ αυτούς, κυρίως, που μέχρι πρότινος τον χειροκροτούσαν κορυβαντιώντες, είτε τους διαβεβαίωνε πως «είχε πλήρη γνώση» είτε πως «είχε άγνοια». (Φαίνεται πως η απόσταση ανάμεσα στη δουλοπρέπεια και στο θράσος είναι ελάχιστη).

Ας τα βλέπουν οι καινούργιοι όλα αυτά κι ας παίρνουνε μαθήματα γιατί είναι εύκολη η διολίσθηση και δεν αργεί. Κι όσοι έχουν εξουσία, γρήγορα ξεχνούν. Πάντως, λέω, ο φόβος και ο δισταγμός να πει κανείς με παρρησία την πραγματικότητα σ΄ αυτόν που βρίσκεται στην εξουσία είναι μια εγγενής αδυναμία, ένα φαινόμενο της ελληνικής παθογένειας. Ανδρωμένοι σε μία κοινωνία που έχει στηριχτεί στον νεποτισμό και την πολιτική πατρωνία, ναι, δεν τολμάμε εύκολα (γιατί «δεν ξέρεις σε τι μπορεί να σου χρειαστεί!»). Άλλωστε αυτόν τον στόχο έχει το ρουσφέτι: τη δέσμευση, το φίμωμα, τον ηθικό εξανδραποδισμό των πολιτών. Τον έλεγχο της ατομικής ελευθερίας μέσω μιας αισχρής για όλους επαιτείας. Η πελατειακή εξάρτηση καταργώντας τα όρια της προσωπικής ευθύνης ακυρώνει τη σωστή λειτουργία των θεσμών και, πλέον, καμία σοβαρή προοπτική δεν μπορεί να ευοδωθεί. Ας μην ψάχνουμε λοιπόν αλλού τα αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας.

Γι΄ αυτό ξαφνιάστηκα ευχάριστα με τον ντρέτο λόγο της κυρίας Μπατζελή- υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης-, την ξεκαθαρισμένη θέση της: «Πάμε μαζί, αλλά όποιος δεν θέλει να εργαστεί, θα βρεθεί έξω απ΄ την πόρτα». Μακάρι, σκέφτηκα, να δείξουν την ίδια σοβαρότητα και όλοι οι άλλοι, βάζοντας εξ αρχής τα όρια της συν-ευθύνης. Και προπαντός να τα εφαρμόσουνε στην πράξη.

Γιατί και το πασοκικό σουξέ «Πάμε μαζί», λειψό κι αστήρικτο ήταν κι αυτό. (Παρ΄ ότι άλλη βαρύτητα έχει μια ανάλαφρη εκκίνηση, κι άλλη το βεβαρημένο παρελθόν των άλλων). Όμως μια υπόσχεση ειπωμένη πάνω σε μέλια και ντουζένια, απομένει να δοκιμαστεί στην πράξη. «Πάμε μαζί» αλλά όχι χωρίς να καθορίζονται οι όροι και τα όρια εκατέρωθεν. Ευθύνες και υποχρεώσεις, προϋποθέσεις κι απ΄ τις δυο μεριές, τόσο απ΄ την πλευρά της εξουσίας κι άλλο τόσο απ΄ το μέρος του πολίτη. Για να μην οδηγηθεί ούτε η εξουσία στην αυθαιρεσία, ούτε ο πολίτης στην ανευθυνότητα και την ασυδοσία.

Έτσι, ίσως, τα δικά τους τα παιδιά θα έπαυαν να τριγυρνάνε γύρω από τα υπουργεία για κοψίδια και φιλέτα. Κι επειδή διστάζω να πιστέψω πως αυτό μπορεί να είναι αληθινό, περιμένω ώσπου η υπόσχεση η δοσμένη πάνω στα μέλια της εκκίνησης να γίνει πράξη.

Στο κάτω της γραφής, την πάταξη της ευνοιοκρατίας την οφείλουν οι πολιτικοί σ΄ εκείνους τους πολίτες που αρνούνται να πιέσουν για ανταλλάγματα, αλλά και δεν πιστεύουν πως η Πολιτεία τούς χρωστάει χάρες. Απαιτούν μονάχα απ΄ αυτήν το αυτονόητο: την ίση μεταχείριση των πολιτών και την εφαρμογή των νόμων.

Related Posts with Thumbnails