Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννη Δημογιάννη κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννη Δημογιάννη κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

ΤΑ "ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ" ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Στην εξαιρετική στήλη του Αποτυπώματα στην ιστοσελίδα newsplus ο φίλος Γιάννης Δημογιάννης δημοσιεύει και ένα ημέτερο αποτύπωμα, που αναφέρεται στην αφορμή για δυο τραγούδια και για τη μουσική στον Αριστοφάνη του Μάνου Χατζιδάκι.

Ανιχνεύω την πρώτη αρχή των τραγουδιών Ήρθε βοριάς, ήρθς νοτιάς και Χάρτινο το φεγγαράκι, καθώς και της μουσικής για τον Αριστοφάνη, με κορυφαίο έργο τους Όρνιθες.
Ο Γιάννης Δημογιάννης με προσκαλεί στη στήλη του με το δικό του, άμεσο τρόπο:

Τραγουδώντας ξανά και ξανά κάποιο αγαπημένο τραγούδι…

Πόσες φορές έχουμε αναρωτηθεί!

Πώς γεννήθηκε;

Πώς πήρε σάρκα στο αιθέριο «σώμα» του Ήχου;

Πώς συντονίστηκαν οι εμπνευστές του στην ίδια συχνότητα;

Απ’ όλον αυτό τον μαγευτικό κόσμο, δώσε μας, Παναγιώτη, ένα αμυδρό στίγμα!

Τα «αποτυπώματα»… τριών τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι.

Ευχαριστώ τον Γιάννη για την πρόσκληση και την ευκαιρία για σπουδή, και για την επιλογή των videos, και εύχομαι δεκάδες Αποτυπώματα ουσίας και έμπνευσης.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

"ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ" ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΔΗΜΟΓΙΑΝΝΗ


Από την Πρωτοχρονιά στην ιστοσελίδα www.newsplus.gr διαβάζουμε αχόρταγα τη στήλη "Αποτυπώματα", που επιμελείται ο φιλόπονος φιλόλογος Γιάννης Δημογιάννης, ένα ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα.

Κάθε μέρα, και ένας διαφορετικός άνθρωπος - μοναδικός όπως και το αποτύπωμά του - μοιράζεται τις προσωπικές του σκέψεις, πάνω στις κοινές μας αγωνίες.

Τα πρώτα "αποτυπώματα" έχουν ως εξής (διανθισμένα με χαρακτηριστικές φράσεις όσων έγραψαν):

31-12-10: Editorial - Δημογιάννης Γιάννης, φιλόλογος :
«Η φυσική νομοτέλεια είναι ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της Αλήθειας και της Αγάπης … Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος.».

1-1-11: Θάνος Μικρούτσικος

«Τα τελευταία 15 χρόνια υποστήριζα ότι δεν είμαστε λίγοι. Απλώς είχαμε χαθεί κι έπρεπε να ανταλλάξουμε εκ νέου τις διευθύνσεις μας…».

2-1-11: Κώστας Μαλαμής, ιστιοπλόος, πολιτικός μηχανικός

«Στη θάλασσα, λοιπόν, στα ξαφνικά μπουρίνια της και την αλμύρα… Γιατί τί άλλο θυμίζει τόσο το μπουρίνι, παρά ο έρωτας ;».

3-1-11: Ειρήνη Μανωλούδη, μαία

«Η μυσταγωγία του τοκετού φαίνεται σαν το προοίμιο της πορείας που θα ακολουθήσει ο άνθρωπος… Πρέπει να μαθαίνεις να αποχωρίζεσαι αυτό που πια δεν έχει να προσφέρει κάτι παραπάνω στην εξέλιξή σου…».

4-1-11: Διονύσης Καρατζάς, ποιητής

«Ο Σωκράτης έλεγε ότι οι ξένοι περιπλανώνται – και χάνονται- στους δρόμους, ενώ οι απαίδευτοι στις δυσκολίες. Και ο Ξενοφώντας θεωρούσε ως μόνον πλούσιο άνθρωπο τον αυτάρκη.»

5-1-11: Διονύσης Γερολυμάτος, γλύπτης

«Ακόμη μία φορά ας γιορτάσουμε με παιδική αθωότητα τον ερχομό της Ελπίδας. Και η Ελπίδα είναι…η Ύπαρξη της Ζώσας Ύλης… στο διηνεκές.».

6-1-11: Γιώργος Γραμματικάκης, Καθηγητής Φυσικής (Παν/μιο Κρήτης)

«Εγώ λοιπόν, που είμαι το παλαιότερο, το αρχέγονο φως, ήρθε η ώρα να μιλήσω λίγο για τον εαυτό μου.».

7-1-11: Γιάννης Καλπούζος, συγγραφέας

Έτσι, για το 2011, αγαπητοί συνοδίτες, προτείνουμε τα "Αποτυπώματα" σε επιμέλεια Γιάννη Δημογιάννη. Μια σειρά που κάνει τη διαφορά...


Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

"ΚΙ ΟΧΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΠΡΟΠΑΝΤΟΣ..."


Του Γιάννη Δημογιάννη
«Η νοσταλγία σου έχει πλάσει μία χώρα ανύπαρκτη…»
(«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά από τον τόπο το δικό σου…)
Γ. Σεφέρης

Ξεσπιτώθηκαν από τη γενέθλια γη ! Από τον μεγάλο ξεριζωμό, ανακαλώ την ίδια ασπρόμαυρη φωτογραφία, το ντοκουμέντο του ανείπωτου παιδικού πόνου.
«Μία μαυροφορούσα γιαγιά, με πρόσωπο σκαμμένο από τις ρυτίδες, στέκει αγέρωχη στο κάδρο του χρόνου. Στο κουρασμένο στέρνο της, η γερόντισσα πασχίζει να κανακέψει κάποιο ορφανεμένο στερνοπούλι που πλάνταζε στο κλάμα…».
1923, μετά τη γενοκτονία του Ποντιακού ελληνισμού. Στη στερεότυπη λεζάντα της φωτογραφίας, ο ρεπόρτερ ιστορούσε την ακόρεστη μανία που πυρακτώνει τη φλόγα του σπαραγμού και της απώλειας :
«Εικόνα συνηθισμένη… αφού πολλοί από τους γονείς είτε σκοτώθηκαν είτε χάθηκαν στο μακρύ ταξίδι της προσφυγιάς !».
«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο ...
κι’ όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι’ έτρεχα πάνω στις πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος…»

Κάπου στα όρια δύο εκκλησιών. Μητρόπολη Νεοκαισάρειας και Αμασείας. Κάτω από τους άφθαρτους ίσκιους και τις βαθυπράσινες πλαγιές του Πόντου. Στους βράχους τους άπαρτους και τις βραχοσπηλιές που, μόνο γεράκια και αετοί, στεριώνουν τις φωλιές τους. Δίπλα στα βουνά που κόπηκαν με κεραυνούς και τυλίχθηκαν με τα αιθέρια πέπλα της ομίχλης ! Όταν στις ευλογημένες μέρες της ειρήνης, αντηχούσαν ανέμελα τα παιδικά τρεχαλητά…
Ήταν τα περήφανα θρέμματα της Τραπεζούντας, τα τέκνα που ρίζωσαν «κάτω από τους μεγάλους ίσκιους» και τις πανύψηλες ρομπόλες. Ήταν οι μελλοντικοί λυράρηδες της Ρωμιοσύνης, που δεν πρόλαβαν – στη γη των μαχητών – ν’ αντρωθούν στο Πυρρίχειο χορό της φωτιάς.

«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
Με τ’ αψηλά τα παραθύρια
…πώς θες να ριζώσω σ’ αυτή τη στάνη ;
οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους
κι’ όσο μακριά να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους…»

Τα προσφυγόπουλα του Πόντου κατάφεραν και ρίζωσαν «στις δύο μαύρες συμπληγάδες». Όμως, για 88 χρόνια και σε καιρούς άνυδρους, το προαιώνιο δένδρο της μνήμης θρεφόταν απ’ το αγίασμα της πίστης, τα νάματα της ελπίδας. Αυτά που αρκούν, για να καρπίσουν «μία χώρα ανύπαρκτη, με νόμους έξω απ’ της γης κι’ απ’ τους ανθρώπους».
Πάντως – και κάπως έτσι φρονώ πως η ιστορία γίνεται ανθρώπινο βίωμα - οι περήφανοι γέροντες, την ίδια μεγαλόχαρη εικόνα λάτρευαν: «Σουμελά μας Παναγία, την εικόνα σου εγώ τη σεπτή και την αγία έρθα (ήρθα) για να προσκυνώ…».
Στου χρόνου τα ανάστροφα γυρίσματα, κάποιοι απ’ αυτούς έμειναν με άσβεστη τη νοσταλγία… Αυτός, εξάλλου, είναι ο τραγικός και αδυσώπητος νόμος που εξουσιάζει τους ανθρώπους : πολλά από τα προσφυγόπουλα πέρασαν τις όχθες του Αχέροντα, κουβαλώντας βαρύ, το τίμημα της μισαλλοδοξίας. Όμως, ακόμη και μετά από έναν αιώνα «ληθάργου και σιωπής – όπως γλαφυρά τονίστηκε από τον ποιμενάρχη της Ορθοδοξίας - η ακοίμητος καντήλα της μνήμης και της ευλάβειας προς την Σουμελιώτισσα έκαιε και επότιζε και καθοδηγούσε την πορεία όλων…». Μα κυρίως «επότιζε και καθοδηγούσε» το δρόμο των Ποντίων.


Μετά από έναν αιώνα, φαίνεται πως πολλές προσευχές συναθροίστηκαν ! Στην κορυφή του βουνού στη Μάτσκα, ατόφιος διασαλπίστηκε ο λόγος ο Αληθινός. Μπροστά στο αγίασμα που αναβλύζει για 16 αιώνες από έναν γρανιτώδη (!) βράχο… οι απειλές, οι άναρθρες κραυγές - όλες αυτές οι αθλιότητες της παραφροσύνης, δε βρήκαν ρίζα να θραφούν.
Σε μία ανθρωπότητα καθημαγμένη, ο Βαρθολομαίος στάθηκε αταλάντευτος, ενώπιον του ιερού Θυσιαστηρίου. Μπροστά στο ύψος των ιστορικών προκλήσεων, αναλογίστηκε σοφά, το βάθος των υπαρξιακών διλημμάτων που ταλανίζουν την οικουμένη! Ο λόγος του διαυγής, νηφάλιος ορθώθηκε - σε πείσμα των καιρών – σαν διάκονος του προαιώνιου Φωτός :
«Σήμερα ο Πόντος (το απροσμέτρητο έρεβος της «Μαύρης θάλασσας») γίνεται πραγματικά Εύξεινος (φιλόξενος, καλοτάξιδος), καθώς δέχεται καραβάνια ολόκληρα προσκυνητών που γεμίζουν τις ανηφοριές των βουνών που οδηγούν στον ιερό βράχο της Παναγίας…». «Το προσκύνημα αυτό…είναι μία επιπλέον γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα εις τους δύο λαούς» !

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά – σιγά θα ’ρθουν κοντά σου
το περιβόλι κι’ οι πλαγιές σου»


Και το περιβόλι της Παναγίας και των ανθρώπων άνθισε και ευωδίασε. «Του Κυρίου δεηθώμεν»… «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης». «Υπέρ της των πάντων ενώσεως». «Υπέρ της ευκαρπίας των καρπών της γης».
Πολλές οι γέφυρες που ανυψώθηκαν στον ουρανό του Πόντου, το Δεκαπενταύγουστο. Εξάλλου, κάπως έτσι συμβαίνει, όταν το ανθρώπινο βίωμα μετουσιώνεται σε ιστορικό ορόσημο. Οι Γέφυρες χτίζονται με έργα ακλόνητα, απέναντι στην ανθρώπινη μικρότητα … Σαν και τις γέφυρες που μια ζωή οραματιζόταν ο L.da Vinci. Σαν και τις γέφυρες που οραματιζόταν ο Νίκος Καζαντζάκης, όταν έγραφε στην «Ασκητική»: «Ερχόμαστε από μία σκοτεινή άβυσσο · καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο · το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».
Το κορυφαίο - για τους συμβολισμούς του – ιστορικό παράδειγμα της Τραπεζούντας, μάς προκαλεί να αρθούμε στο ύψος των προσωπικών μας ευθυνών. Φτάνει και μόνο να διδαχθούμε από την παρακαταθήκη αυτού του πολιτισμού που έχει σαν γνώμονα της Ύπαρξης… το Μέτρο, τη Δικαιοσύνη, την Ανθρωπιά !
Όπως, λοιπόν, τα «πετεινά» της Πλάσης δέονται … «υπέρ της ευταξίας του σύμπαντος κόσμου», ας προσέλθουμε σαν ικέτες, στ’ άδυτα του ασφυκτικού μικρόκοσμού μας. Υποθέτω πως κάπου εκεί, υπάρχει χώρος αρκετός, για ν’ αποκαλύψουμε ή έστω να ψηλαφίσουμε «μία χώρα ανύπαρκτη…με νόμους έξω απ’ της γης κι’ απ’ τους ανθρώπους» !
88 ολόκληρα χρόνια πέρασαν, από τις μέρες που «δύο γείτονες» μοιράστηκαν τις σάρκες τους και όχι «το σώμα και το αίμα» της ψυχής τους. Όμως, για όλα τα προσφυγόπουλα του Πόντου και της Μικρασίας που ταξίδεψαν στο νόστο του Θανάτου τον ανεπίστρεπτο · για όλες εκείνες τις αναρίθμητες ανθρώπινες σκιές που περιπλανούνται στο «παγκοσμιοποιημένο μας χωριό», επί ματαίω, …μπορούμε, επιτέλους, να κάνουμε ένα βήμα.
Το «Πάτερ ημών» που ακούστηκε από τα χείλη του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στα απόκρημνα βουνά της Τραπεζούντας, ελπίζω να χαράξει στη μικρή μας ανηφόρα, μιαν αρχή!


Ιωάννης Γ. Δημογιάννης, φιλόλογος

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΩΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΘΒΕ




«Ο πόλεμος ακμάζει και η ανθρωπιά παρακμάζει»

Του φιλολόγου Γιάννη Γ. Δημογιάννη


Επειδή ο χρόνος μπορεί να επιφυλάσσει κάποια λυτρωτικά, σχεδόν «καθαρτήρια» κατά τον Αριστοτέλη δώρα, επιλέγω να επικεντρωθώ σε μία ξεχωριστή θεατρική παράσταση… Στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, μία προσεγμένη παραγωγή του Κρατικού Θέατρου Βορείου Ελλάδας που το θεατρόφιλο κοινό της Πάτρας παρακολούθησε στις 28 και 29 Αυγούστου.
Προτού προχωρήσω στις παραστάσεις που ενσωματώθηκαν στα πλαίσια του 28ου Φεστιβάλ Πάτρας (Θεσμός Αρχαίου Δράματος), θεωρώ σκόπιμο να κάνω μία επισήμανση, ευνόητη για πολλούς, πλην όμως ολωσδιόλου αμελητέα.
Η Επίδαυρος, μετά από τόσους αιώνες αναρίθμητων θεατρικών παραστάσεων, έχει μετατραπεί σε χώρο που έχει καθαγιαστεί από τη μυσταγωγία του αρχαίου δράματος. Αν μάλιστα σε αυτό το σημείο θυμηθούμε τις αποδοκιμασίες και τα γιουχαΐσματα με τα οποία είχε «στολιστεί» η Μήδεια του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας, τότε αβίαστα θα συμπεράνουμε πως τουλάχιστον το κοινό της Επιδαύρου δεν έχει διστάσει ακόμα και να χλευάσει θεατρικές παραγωγές που ακροβατούν επικίνδυνα, ενδίδοντας σε νεωτερικούς πειραματισμούς μετέωρου θεωρητικού και αισθητικού βάρους.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Κ.Θ.Β.Ε γνώριζε καλά πως το βάπτισμα του πυρός θα δινόταν στην Επίδαυρο, αν μη τι άλλο σε ό,τι αφορά την αποδοχή της σκηνοθετικής προσέγγισης. Όμως, την ημέρα της προγραμματισμένης παράστασης συνέβη μία αναπάντεχη ανατροπή. Μία υποβόσκουσα σιωπή κορύφωνε το καρδιοκτύπι της αναμονής, την ίδια στιγμή που το αρχαίο θέατρο είχε από νωρίς γεμίσει ασφυκτικά. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αρκετή ώρα πριν την παράσταση, τα σύννεφα συγκεντρώθηκαν απειλητικά πάνω από το δάσος και ,όσο πλησίαζε η ώρα έναρξης, η βροχή όλο και δυνάμωνε ! Παρόλ’ αυτά, κανείς από τους θεατές δεν έδειξε να πτοείται. Αντιθέτως, η απρόσμενη επιμονή των θεατρόφιλων τελικά δικαιώθηκε. Η βροχή, σαν οιωνός και παύση γαλήνης εξ ουρανού, σταμάτησε λίγο πριν την έναρξη των δρωμένων και ξανάρχισε… αμέσως μετά τον σπαρακτικό επίλογο. Τότε, δηλαδή, που μαζί με το τρανταχτό χειροκρότημα, μία ενδόμυχη ευχή διέσχισε τον συννεφιασμένο ουρανό της ιερής γης:
"Να μην αξιωθεί ποτέ η ψυχή του ανθρώπου να πυρακτωθεί από την οδύνη του πολέμου. Να μη δώσει ποτέ η Τύχη να σαλέψει ο νους γυναίκας από τον σπαραγμό του φρικτού θανάτου".


Οι σκηνοθετικές καινοτομίες της παράστασης

Εμείς πάντως επιστρέφουμε στην παράσταση που δόθηκε από το Κ.Θ.Β.Ε σε ένα χώρο εξίσου υποβλητικό, το Αρχαίο Ωδείο της Πάτρας. Κατά πρώτο λόγο, η σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη - να σημειωθεί πως ήδη έχει υπογράψει με το Εθνικό θέατρο δύο επιτυχημένες προσεγγίσεις στο αρχαίο δράμα [«Μήδεια» του Ευριπίδη (1997) και «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (2002)] – έστησε ένα φαινομενικά ανοίκειο σκηνικό. Τολμώντας, με άλλα λόγια, ένα σκηνοθετικό εύρημα, παρουσίασε μία ομάδα παιδιών της εποχής μας να συνομιλούν με τον Ποσειδώνα και την Αθηνά. Έτσι, στον διασκευασμένο για την παράσταση σκηνικό πρόλογο, οι θεοί αρχίζουν να αφηγούνται σαν παραμύθι τον Τρωικό πόλεμο, μπροστά «σε ένα βομβαρδισμένο σχολείο, ανάμεσα σε σπασμένα θρανία και ρημαγμένους τοίχους». Όμως το ανέμελο παιδικό παραμύθι κρατά, όπως συχνά συμβαίνει, μέχρις ότου ηχήσουν οι σειρήνες του πολέμου… Είναι ακριβώς η στιγμή που ο πανικός αναδεικνύει επί σκηνής την αρχέγονη μανία της φρικιαστικής βίας. Γιατί μπορεί ο Ευριπίδης, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, να κατήγγειλε στα πλαίσια της γιορτής των Μεγάλων Διονυσίων (415 π.Χ) την ιμπεριαλιστική πολιτική των Ελλήνων στην Τροία, από την άλλη πλευρά όμως, η ίδια τραγική μοίρα εξακολουθεί να καταδυναστεύει το ανθρώπινο γένος μέχρι την εποχή μας. Άρα είτε ο σοφός τραγικός «αναλογιζόταν την επεκτατική πολιτική των Αθηναίων εναντίων των ουδέτερων Μηλίων», είτε στις μέρες μας βομβαρδίζονται σχολεία στη Ραμάλα ή ρημάζουν γειτονιές στην Καμπούλ, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει σε τίποτε. Οι ανθρώπινες ζωές εξαγοράζονται σε στημένα παζάρια και άθλια αλισβερίσια. Ο παιδικός κήπος της Αγάπης παραμένει άνυδρος.

Οι ερμηνείες και τα διαχρονικά μηνύματα της παράστασης

Παράλληλα, προβάλλοντας αυτές τις χρονικές αναγωγές, η Ν. Κοντούρη αποπειράθηκε σε δεύτερο επίπεδο να προβεί στην επόμενη, εξαιρετικά παράτολμη επιλογή. Παρουσίασε αφαιρετικά την Κασσάνδρα, την κόρη του βασιλιά Πριάμου και της Εκάβης, σαν το πλέον απωθητικό, εφιαλτικό και φρικιαστικό ξόανο. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η μυθική μάντισσα των ανθρώπινων συμφορών μετατράπηκε σε έναν προάγγελο που ανοίγει την αυλαία του υπαρξιακού χάους. Ένα κρανίο ξυρισμένο και ματωμένο, ένα κατασχισμένο νυφικό, ένα σαβανωμένο σώμα που άσπρισε από το παγερό φιλί του Χάρου συνέθεσαν την εικόνα μίας νύφης που δεν πρόλαβε να γευτεί τον Έρωτα. Εξάλλου, ύστερα από την άλωση της Τροίας, η Κασσάνδρα κυριεύτηκε ως ύπαρξη από τους δαίμονες που συντρίβουν τους ηττημένους του πολέμου στις συμπληγάδες του εκστατικού πυρετού και των αναπάντητων ερωτηματικών: «Ποιές ανατροπές ορίζουν τους νικητές και τους ηττημένους; Ποιές δυνάμεις εξουσιάζουν την ανθρώπινη μοίρα; Πόσος πόνος χρειάζεται, για να ανανήψει ο άνθρωπος;»…

Η τρίτη τέλος ενδεικτική νεωτεριστική παρέμβαση της Ν. Κοντούρη ευοδώθηκε, όταν η Ελένη Βαροπούλου πρόσθεσε στην εξ ολοκλήρου καινούργια μετάφραση, ένα πρόσθετο εμβόλιμο κείμενο. Στη θέση, συγκεκριμένα, του δεύτερου στασίμου, αρθρώθηκαν με λόγο καθαρό οι μαρτυρίες των 14 αιχμάλωτων γυναικών του χορού, που κάθε μία στάθηκε επί σκηνής, για να ιστορήσει μία παραλλαγή της κοινής τους οδύνης. Χωρίς, λοιπόν, επικίνδυνους πλατειασμούς στο εμβόλιμο κείμενο, ο χορός επιβεβαίωσε ως συλλογικό υποκείμενο τις επισημάνσεις του Αλέξη Σολωμού: «Ο Ευριπίδης ξεφεύγει από το δικό του κανόνα, δημιουργώντας αντί μία τραγωδία, μία πένθιμη ωδή μοιρασμένη σε πολλές φωνές…Υπάρχει μονάχα η ένταση μίας υπέροχης απελπισίας που αρχίζει από την σπαρακτική τρέλα της Κασσάνδρας, κορυφώνεται στο μητρικό θρήνο της Ανδρομάχης (οι Αχαιοί γκρέμισαν τον γιο της Αστυάνακτα από τα τείχη της Τροίας) και καταλήγει στον ψυχικό θάνατο της Εκάβης».
Συνοψίζοντας σχετικά με τις ερμηνείες, η Μαρία Ναυπλιώτου κατάφερε να ισορροπήσει στον παραληρηματικό ρόλο της Ανδρομάχης, ενώ από τους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχώρισε ως Μενέλαος, ο Ηλίας Μελέτης (ο ίδιος είχε συγκλονίσει για την ερμηνεία του, όταν, κατά τη διάρκεια του θεσμού της Πολιτιστικής, είχε συμμετάσχει στο έργο του πατρινού συγγραφέα Κώστα Λογαρά «Η τελευταία μάσκα», σε αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Θ. Τερζόπουλου).
Σε ό,τι αφορά τώρα την εκπληκτική δωρική ερμηνεία της Λήδας Πρωτοψάλτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Εκάβης, τα σχόλια δεν ταιριάζουν στη σεμνότητα μίας ηθοποιού που επί 50 χρόνια υπηρέτησε το θέατρο. Απλά, η πρώτη εμφάνιση της στην Επίδαυρο (!) ανταποκρίθηκε πλήρως στην αποστολή της. Σε μία εποχή που πλεονάζει η ελαφρότητα και η ύβρις, ο ρόλος της ήρθε για να μας υπενθυμίσει το κενό που κυριεύει τις ζωές μας, όταν ενδίδουμε στον πειρασμό της αλαζονείας.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΜΑΡΣΥΑΣ ΤΩΝ ΑΧΑΙΩΝ




Με αφορμή τα εγκαίνια του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου της Πάτρας


Του φιλολόγου Γιάννη Γ. Δημογιάννη


Η Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009 θα καταγραφεί σαν μία μέρα ορόσημο για την κοινωνία της Πάτρας και όχι μόνο. Μετά την πάροδο δεκαετιών και την επίπονη προσπάθεια πολλών, το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, έστω και αποσπασματικά, ανοίγει επί τέλους τις πύλες του.

Από την άλλη πλευρά, αν θέλουμε με συνέπεια να πιστεύουμε πως ο πολιτισμός και πιο συγκεκριμένα τα Μουσεία δεν αποτελούν γραφικά «οστεοφυλάκια», τότε αναπόφευκτα δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στραφούμε σε μεγέθη ποιοτικά. Γιατί πίσω από τα θραύσματα του παρελθόντος, πίσω από τα κενά, τις παύσεις ή ακόμη και τις αναπάντητες απορίες του χρόνου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα αρχαία μνημεία της Αχαΐας είναι κατά βάθος τα «σπίτια που κατοικούν οι μνήμες των Αχαιών». Εξάλλου, η ιστορία επιβεβαιώνει σαν αδιάψευστος μάρτυρας πως σε αυτά ακριβώς τα φιλόξενα «σπίτια» κρύβονται καλά φυλαγμένες ιστορίες και μύθοι άφθαρτοι. Ένα ολόκληρο θαυμαστό σύμπαν, ικανό να αποβεί λυτρωτικό σε όσους έχουν την πρόθεση να ιχνηλατήσουν τα αποτυπώματα των προγόνων.

Εντρυφώντας κατά συνέπεια σε αυτό το θαυμαστό σύμπαν, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως στην αρχαιότητα κάθε αντικείμενο αποκτούσε νόημα και αξία, λειτουργώντας ταυτόχρονα σαν αυτόνομη μονάδα αλλά και σαν αναπόσπαστο τμήμα ενός ενιαίου πολιτισμού. Και απ’ ό,τι έχει επισημάνθεί εύστοχα, η συγκεκριμένη βεβαιότητα προβλήθηκε κατά τον πλέον τεκμηριωμένο τρόπο, ιδίως μέσα από την τελετή έναρξης του νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, το μήνυμα της τελετής ήταν, αν μη τι άλλο, ηχηρό, εφόσον δεν άφησε κανένα περιθώριο στους κακόβουλους σφετεριστές της ιστορίας : ενδεχομένως πολλά είναι τα διάσπαρτα ανά τον κόσμο σπαράγματα του μνημείου, αλλά μόνο αν και εφόσον τα αρχιτεκτονικά μέλη του Παρθενώνα συνενωθούν και πάλι στο κοινό τους «σώμα», τότε δύνανται να υπάρξουν και σαν επιμέρους μονάδες.


Το ζήτημα, βέβαια, της επιστροφής των αρχαιοτήτων στο γενέθλιο τόπο τους καταντά πολύπλοκο, γιατί απλά δαιδαλώδης και ανισόρροπη είναι η λογική της εξουσίας - πρωτίστως αυτών των χωρών που επί σειρά ετών καπηλεύονται αυθαίρετα και προς ίδιον πάντα όφελος, τους ανεκτίμητους θησαυρούς της ανθρωπότητας. Υπερβαίνοντας όμως την κοντόφθαλμη λογική των οικονομικών συμφερόντων, δεν έχουμε άλλη επιλογή εκτός από το να ενεργήσουμε ως πολίτες που περιφρουρούν την περιουσία του «οίκου» τους. Και από αυτόν τον κανόνα δε θα μπορούσε να εξαιρεθεί νομοτελειακά ούτε το νέο Αρχαιολογικό μουσείο της Πάτρας, το οποίο θα εξακολουθούσε – έστω και θεωρητικά - να παραμένει «ανάπηρο», μέχρις ότου επαναπατριζόταν στο σύνολό τους οι αρχαιότητες της Αχαϊκής γης και μάλιστα δίχως παζάρια και εκπτώσεις στο ταξίδι της επιστροφής…


Λαμβάνοντας, λοιπόν, αυτά υπόψη, πρέπει να αναδειχθεί ότι ανάμεσα στα αριστουργήματα που «χάθηκαν» ανεξήγητα κατά τον 19ο αιώνα από την περιφέρεια της Αχαΐας, συγκαταλέγεται και ο περίφημος Μαρσύας των Πατρών. Για να σχηματίσουμε μάλιστα μία πληρέστερη εικόνα του γλυπτού, δεν έχουμε παρά να προστρέξουμε στις επισημάνσεις του μελετητή Ν. Παπαχατζή, ο οποίος επισημαίνει τα εξής (αξίζει να καταγραφεί πως στην αναφορά του ο μελετητής επισυνάπτει και την φωτογραφία του αγαλματιδίου από τον πατρινό δημοσιογράφο Παναγ. Δ. Παπανδρόπουλο):


«Από τον Παυσανία (βιβ. 7, Αχαϊκά) φαίνεται η εντελώς εξαιρετική θέση που είχε η λατρεία του Διονύσου στη θρησκευτική ζωή της Πάτρας. Υπήρχε γι’ αυτόν και ιδιότυπη τοπική λατρεία με το χαρακτηριστικό όνομα του Αισυμνήτη (δηλ. του θεού ηγεμόνα) παράλληλα με την κοινή λατρεία του Διονύσου, προστάτη γενικώτερα της δενδροκομίας και ειδικώτερα της αμπέλου. Γλυπτικές εικόνες του ιδίου και των πολυάριθμων ακολούθων του θα υπήρχαν στα ιερά του, από τις οποίες είναι και το απεικονιζόμενο εδώ μπρούτζινο άγαλμα του Μαρσύα που βρέθηκε προ ενός περίπου αιώνα πολύ κοντά στην ακρόπολη των Πατρών (σήμερα βρίσκεται στο βρετανικό μουσείο). Το ύψος του αγάλματος πλησιάζει μαζί με το βάθρο το ένα μέτρο (χωρίς το βάθρο το ύψος δεν είναι περισσότερο από 75 εκατοστά (!). Η εξαίρετη τέχνη του έργου θύμισε αμέσως το φημισμένο πλάστη Μύρωνα, του οποίου θαυμαζόταν ένας Μαρσύας, σε σύνταγμά του με την Αθηνά και τους αυλούς (σύνταγμα = θίασος ακολούθων, συνοδών).


Η φήμη του έργου είχε προκαλέσει τη μεγάλη ζήτηση στα μετακλασσικά χρόνια αντιγράφων είτε ολόκληρου του συντάγματος (των συνοδών του θεού) είτε της Αθηνάς ή του Μαρσύα μεμομωμένων. Από τα γένεια και την κόμη …και από την εκπληκτική απόδοση του σώματος, ο Μαρσύας της Πάτρας φαίνεται πως ανήκει στα πιο περιζήτητα πρώιμα αντίγραφα του έργου. Είναι έργο σπουδαίου δεξιοτέχνη του 4ου αιώνα π.Χ ή των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων και είχε γίνει μόνος ή σε συνδυασμό με την Αθηνά και τους αυλούς. Ο Μαρσύας παριστάνεται τη στιγμή που έτρεξε ν’ αρπάξει τους αυλούς, ξαφνικά όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με την Αθηνά, η οποία τούς είχε πετάξει και η οποία επιθυμούσε να μην τούς πάρει κανείς ∙ στο αντίκρισμα της θεάς και ενώ άπλωσε το δεξί χέρι να πάρει τους αυλούς, (ο Μαρσύας) έφερε το σώμα του πίσω χωρίς όμως να αποσύρει και το δεξί πόδι προς τα πίσω…



Ο Παυσανίας που είδε το ίδιο το σύνταγμα του Μύρωνα στην Ακρόπολη (ενν. σύνταγμα συνοδών του Διονύσου με τη μορφή γλυπτικού συμπλέγματος) εξήγησε το απότομο τράβηγμα του κορμιού (προς τα πίσω) ως οφειλόμενο σε χτύπημα της Αθηνάς… Ο Πλίνιος, αντίθετα, στη στάση του Μαρσύα ξεχωρίζει μόνο το θαυμασμό του προς το μουσικό όργανο που σε λίγο θα γίνει δικό του… Ο Μαρσύας της Πάτρας μπορούσε να είναι πολύτιμο ανάθημα (αντικείμενο που αφιερώνεται σε ναό ως ένδειξη ευγνωμοσύνης) σε ένα από τα ιερά του Διόνυσου (του καλυδώνιου Διόνυσου ή μάλλον στο ιερό του Αισυμνήτη Διόνυσου, όπου μεταφέρονταν στη διονυσιακή γιορτή και τα τρία αγάλματα του Διόνυσου ∙ κάθε επιμέρους άγαλμα του θεού από τα τρία αντιστοιχούσε σε καθένα από τους τρεις δήμους που αποτελούσαν κατά την αρχαιότητα τις Πάτρες (δήμος Ανθείας – Διόνυσος ο Ανθέας (-ευς), δήμος Μεσάτιδος – Διόνυσος ο Μεσατεύς, δήμος Αρόης – Διόνυσος ο Αροεύς)».


Σε κάθε περίπτωση πάντως ο Μαρσύας των Αχαιών παραμένει ένα ανεπανάληπτο «ανέστιο» αριστούργημα που τού αρμόζει μία και μοναδική θέση : να επιστρέψει στη γενέθλια γη της Αχαΐας, ώστε να εκτεθεί στο σύγχρονο σπίτι του. Εκεί όπου θα αναβιώσουν ενώπιον όλων και κυρίως ενώπιον των νέων της ευρύτερης περιφέρειας κάποιες από τις εξαίσιες μνήμες των προγόνων μας.


Ο υπουργός Πολιτισμού ας αναλογιστεί την ευθύνη του και ας ενεργήσει ως θεματοφύλακας… Ανθρώπων περασμένων αλλά για πάντα ζωντανών.



φωτό: Μαρσύας, British Museum




Related Posts with Thumbnails