Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

"ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ" ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ

Ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

O ποιητής από νωρίς έχει συλλάβει την σημασία του "των θυρών κεκλεισμένων"...
Άλλωστε ο Ιησούς "των θυρών κεκλεισμένων" εισήλθε προς τους μαθητές του μετά την Ανάσταση.
Για να δηλώσει και την μυστική λατρεία, την "εσωτερική πια λατρεία" που λέει ο Τάκης Παπατσώνης. 
Η λατρεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται - δυστυχώς συχνά - υπόθεση αυτοπροβολής, εξουσίας, εξωστρέφειας άνευ προηγουμένου και επομένου. 
"Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος" μοιάζει να μη χωράει σ' αυτή την πρακτική, που πολλές φορές είναι και αντιαισθητική. Επικρατεί ο θόρυβος αντί της σιωπής, τα κενά λόγια αντί της καινής διαθήκης, ο βερμπαλισμός αντί της λιτότητος. 
Αλλά πάντοτε ...τρυπώνει, ακόμα και "των θυρών κεκλεισμένων" ο "κρύφιος εορταστής" που λέει ο Παπατσώνης. Αυτός που γιορτάζει "εν αγνοία των άλλων χριστιανών"¨...
Ο Μάνος Τασάκος σημειώνει για το ποίημα αυτό: 
Θαρρῶ ὅτι στό ποίημα αὐτό ἔχουμε δηλωμένη, (μέ σαφῆ τρόπο), τήν ἀδιαφορία τοῦ Παπατζώνη γιά τά μεγαλόσχημα καί τά ἠχηρά της ἐκκλησίας. Καί ὄχι μόνο. Προσέξτε τόν στίχο «ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν» καί «ἔξω ταγμένου χρόνου» – ἡ ἀντίθεση μέ τόν διπλανό δέν εἶναι ἐδῶ ἀντίθεση ἀνάμεσά σε ἕναν πιστό καί σέ ἕναν ἄπιστο, ὅπως θά περίμενε κανείς, ἀλλά ἀνάμεσα σέ ἐκείνους πού ἐνστερνίζονται τήν ἀπέριττη πνευματικότητα τῆς πίστης καί σέ ἐκείνους πού ἁπλῶς ἀκολουθοῦν τό τυπικό λειτουργικό της, μόνο κατ’ ὄνομα χριστιανοί καί ἐντελῶς ἀνυποψίαστοι γιά τά βαθύτερα τῆς συνείδησης. Οἱ ἀποχρώσεις εἶναι ἴσως μέ δυσκολία ὁρατές, ἀλλά ὑπάρχουν καί ἔστω καί ἀσύγγνωστα, καταδεικνύουν τήν ἄποψη τοῦ Παπατζώνη γιά τά ἀσήμαντα καί τά παρεκκλίνοντα μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπίσημη ἐκκλησία.
Ὅμως ἐτοῦτα δέν εἶναι τά μόνα, (καί μᾶλλον δέν εἶναι τά κύρια), πού ἀπορρέουν ἀπό τό ποίημα. Σέ μία ἑρμηνεία ἐξωθρησκευτική, τό νόημα εἶναι ἐπίσης σαφές καί καθολικό – ἡ δημιουργία εἶναι πάντοτε μία ὑπόθεση ἐσωστρεφής, ἡ προσπάθεια μοναχική, τό βίωμα μοναδικό καί αὐστηρά προσωποποιημένο. Οἱ ἀλλαγές στήν συνείδηση δέν μποροῦν νά εἶναι ἀποτέλεσμα μαζικῶν συμμετοχῶν καί συνομιλιῶν, οἱ μεταβολές καί τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας δέν προκύπτουν ποτέ ἀπό συναθροίσεις ὅπου οἱ συγκλίσεις τείνουν πάντοτε στόν μέσο ὄρο, στήν ἁπλοϊκότητα, στήν ἐπιφάνεια. Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἶναι ἡ μετάφραση τῆς ἀπόσυρσης τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο, ἡ ἀπόλυτη ἀπομόνωση, ἕως ὅτου ἐπιστρέψει τελείως μεταρσιωμένος. Εἶναι ὅμως καί κάτι ἀκόμη, ἡ ἀντίθεση στήν ἔννοια τοῦ ποιμνίου, τῆς ὁμαδικῆς πίστης. Ὁ καθείς μοναχός θά εὕρει τόν δρόμο γιά τήν Ἀνάσταση, (γιά νά μιλήσουμε μέ ὅρους θεολογικούς) καί οὐδείς ξένος δέν ἠμπορεῖ νά βοηθήσει τήν ἀνάβαση στόν Γολγοθά. Δέν εἶναι τυχαῖος ἄλλωστε καί ὁ στίχος Paratum est cor ejus γιά τή σπουδαία Θυσία, γιά τόν Παπατζώνη ἡ ἐνασχόληση μέ τό πνεῦμα, μέ τήν λογοτεχνία, μέ τήν ποίηση, ἔχει πάντοτε ἕνα τεράστιο κόστος, εἶναι μιά ἄποψη πού διατρέχει τό σύνολο σχεδόν τῆς ποίησής του. Παρόλο πού τό ποίημα «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» ἡ (ἐλάχιστη) κριτική δέν τό πιστεύει ἀπό τά καλύτερα τοῦ Παπατζώνη, ἡ γνώμη μου εἶναι ἀρκετά διαφορετική. Ἐκτός ἀπό ὅλα τα προρρηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι καί ἀπό τά ἐλάχιστα ὅπου ὑποβόσκει ἀδιόρατη εἰρωνεία γιά τούς κάτ΄ ὄνομα πιστούς καί τούς μεγαλόσταυρους τῆς ἐκκλησίας. Κι αὐτό ἀπό μόνο του προσδίδει στούς στίχους μία ἀξία.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)
Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι' ευθύς αναρωτάται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.


Στο "Κεκλεισμένων των θυρών" ο Νικηφόρος Βρεττάκος μας προτρέπει:
Κλείσου τώρα και γνέσε,
μαλλί του ήλιου, το αίμα σου,
ζώσε τον κόσμο. Γίνου κλωστές,
ώρα να υφάνουμε.
...Γύρω από την
ερημιά της ελπίδας, χρειάζεται ο κόσμος
έναν ορίζοντα
Κεκλεισμένων των θυρών, λοιπόν, μαζί με τους ποιητές του κόσμου για "Παρηγορία και φως, στους ώμους του κόσμου."

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991)
Κεκλεισμένων των θυρών 

Αυτή την τραχύτητα
των λέξεων, ψυχή μου, πως τη μπορείς;
Χαμήλωσε τώρα, ή σώπασε,
όπως οι πέτρες, ή όπως
ο άλαλος πόνος, ή άλλαξε.
Γίνου κάτι άλλο. Κάτι σαν την αφή
του ήλιου στα δάχτυλα
του τυφλού.
Κλείσου τώρα και γνέσε,
μαλλί του ήλιου, το αίμα σου,
ζώσε τον κόσμο. Γίνου κλωστές,
ώρα να υφάνουμε.
Χρειάζεται ο κόσμος ρούχα ψυχή μου,
για ώρες βροχής, για ώρες ανέμου,
για ώρες αφέγγαρης λύπης
και νύχτας. Γύρω από την
ερημιά της ελπίδας, χρειάζεται ο κόσμος
έναν ορίζοντα. Γίνου καθώς
απάνω απ’ τους λόφους κάποτε ο Μάης
βροχούλα μετάξινη:
Παρηγορία και φως, στους ώμους του κόσμου.

[Από την ενότητα «Η Λιτανεία των Σκεπασμένων Προσώπων», 1961]

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ: Ελύτης ο "εν ετέρα μορφή" ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τον θάνατο τού μεγάλου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και σήμερα Κυριακή 22 Μαρτίου 2026, μαζί με την εφημερίδα Η Καθημερινή κυκλοφόρησε προς τιμήν του ένας συλλεκτικός τόμος 240 σελίδων, που εξετάζει τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής και του έργου του. 
Η συμβολή του στην εξέλιξη της ελληνικής ποίησης, η ανάδειξη της ελληνικότητας, το Άξιον Εστί, το βραβείο Νόμπελ, η σχέση του με τη ζωγραφική, η αναγνώριση στο εξωτερικό. Επίσης, μια ξενάγηση στο Μουσείο «Σπίτι του Ελύτη» από την Ιουλίτα Ηλιοπούλου.
Για την έμπνευση του Ελύτη από την Εκκλησιαστική υμνογραφία, την αγιογραφία και την αγιολογία έγραψε ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, με τίτλο: Ελύτης ο "εν ετέρα μορφή". 


Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ ΣΤΟΝ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ ΤΟΜΟ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ'


Την Κυριακή 22 Μαρτίου 2026, μαζί με την «Καθημερινή» κυκλοφορεί ένας συλλεκτικός τόμος αφιερωμένος στον Οδυσσέα Ελύτη, τον νομπελίστα ποιητή που ενώνει όλους τους Έλληνες 30 χρόνια μετά τον θάνατό του. 
Πρόκειται για μια έκδοση 240 σελίδων, με 16 σημαντικές υπογραφές, σπάνιες συνεντεύξεις και φωτογραφίες, η οποία καλύπτει διάφορες πλευρές του βίου και του έργου του Οδυσσέα Ελύτη. 
Οι συνεντεύξεις που περιλαμβάνονται στην έκδοση δίνουν μια εικόνα των απόψεων του Ελύτη για την ποίηση και την τέχνη, καθώς και για τη ζωή γενικότερα. 
Η παρουσία και η συμβολή του στην ελληνική ποίηση παρουσιάζεται μέσα από κείμενα των Ευριπίδη Γαραντούδη, Διονύση Καψάλη, Δώρας Μέντη, Paola Minucci και Παντελή Μπουκάλα. 
Η Κίρκη Κεφαλέα σχολιάζει το πώς η Ελλάδα απεικονίζεται στην ποίηση του Ελύτη και η Νάντια Στυλιανού τη σχέση του με τον γαλλικό υπερρεαλισμό. 
Για το Άξιον Εστί και τη μελοποίησή του - αλλά και γενικά για τις μελοποιήσεις του έργου του - γράφουν ο Χρήστος Νίκου, ο Γιώργος Κουρουπός και ο ίδιος ο ποιητής. 
Η σχέση του Ελύτη με τη ζωγραφική -και ειδικά με τον Θεόφιλο- είναι το θέμα που πραγματεύονται οι Αντώνης Κωτίδης, Τάκης Μαυρωτάς και Όλγα Μεντζαφού. 
Για τις μεταφράσεις των έργων του γράφει ο Γιώργης Φωτόπουλος, ενώ ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος ασχολείται με το εκκλησιαστικό στοιχείο στο έργο του και η Τζίνα Καλογήρου με τον Ελύτη στην εκπαίδευση. 
Τέλος, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου παρουσιάζει το Μουσείο «Σπίτι του Ελύτη» και τις δραστηριότητές του. «Οδυσσέας Ελύτης, 
Η άφθαρτη ποίηση» κυκλοφορεί την Κυριακή 22 Μαρτίου με την «Καθημερινή». 


Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Όραμα και πράξη στην ποίηση του Γιώργου Κοζία

 

«Πολεμώντας υπό σκιάν», «Εξάγγελος», «Τι αιώνα κάνει έξω;

Εκδόσεις Περισπωμένη

                                                                               εξόριστε Ποιητή,

                                                                             στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

                                                                             Οδυσσέας Ελύτης.

 

του Δημήτρη Παπανικολάου*

Αν η Ποίηση αντανακλά από τους ουρανούς, τη μαγική εικόνα των αρχετύπων και της αιώνιας ομορφιάς, οι ποιητές ως δέκτες αποκρυπτογραφούν ό,τι εφανερώθη μυστικά από τη σιωπή των άστρων, εκφράζοντας με πυρετική γραφή το αισθητικό αποτύπωμα της ενατένισης και της αποκάλυψης των κρυμμένων αληθειών.

Ο Γιώργος Κοζίας, πιστός της Ποίησης, εμβαπτίζεται στα νάματά της, αναπαριστώντας με λέξεις ακριβών νοημάτων τις εκπορευόμενες έννοιες από «τα αχανή ανάκτορα της μνήμης»1 και την αχρονική ουσία της ψυχής. Στην αρμονική αυτή σύζευξη, όπου ενοραματικά και διαισθητικά γίνονται αισθητά τα ηχητικά κύματα του σύμπαντος, ο ποιητής διαμεσολαβεί και εμπνευόμενος διαλογικά αντιφωνεί και τα μεταλαμπαδεύει σε ύλη ονειρική. Τα δώρα της ποίησης που μας προσφέρει, είναι μια συνηγορία στην εκλέπτυνση του βίου, με την ακαταμάχητη έλξη του Έρωτος, που πάντα επενεργεί και θάλλει στου σώματος τη μνήμη, καθώς εναντιώνεται στη λήθη. Γι’ αυτό κανοναρχεί επαναληπτικά λόγια και εικόνες, απαντώντας με υπαρξιακή αγωνία και στοχασμό, στο αίνιγμα του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη ποιητική ενέργεια, εξακτινώνει τις κυοφορούμενες ιδέες και επιδρά στην γλωσσική εκφορά των νοουμένων, εκφράζοντας με ρυθμολογία και μετρική αναλογία, «ήχους από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».2 Έτσι, από τα μονοπάτια του νου και τα άδυτα της ψυχής, αντλεί αναμνήσεις και συναισθήματα και τα μετουσιώνει με σκέψη και φαντασία σε αρχιτεκτονικά άρτιες ποιητικές συνθέσεις.

Στην τελευταία του συλλογή με τίτλο «Τι αιώνα κάνει έξω;», διερευνά και απαντά με τη γραφή του, για ό,τι τεκταίνεται εξακολουθητικά, διερωτώμενος τι μένει στου χρόνου το πέρασμα. Με γρηγορούσα συνείδηση και με ψυχικά αποθέματα εκ της βιωμένης εμπειρίας κοπιάζει νυχθημερόν για να προλάβει τον καιρό. Αντιμάχεται με τη βίαια μεταβαλλόμενη συνθήκη, ορίζοντας ως αντίβαρο τις συντεταγμένες τής ευαισθησίας του και επιζητεί διακαώς την επικοινωνία με το έτερον.

«...Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία

Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιο χρόνο

σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;

Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης

Δούλος στρατώνος       

Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

 

Άχ Φραγκοράφτη, άχ, Χνούδι μου

μας έφαγε ο ερημόκαμπος

 

Καταθέτει το απόσταγμα των μελετημένων θέσεών του, με τη μνήμη σταθερή αξία των προσανατολισμών του, αναζητώντας διέξοδο από τους εγκλεισμούς και τους επαπειλούμενους αποκλεισμούς των ορθοφωνούντων, ένεκα των καταδυναστευτικών επιρροών του «αρνητικού πνεύματος»3 που διαχέεται απειλητικά στο κοινωνικό σώμα.

«Ο ποιητής θα απαρνηθεί το άσμα του

ο στρατηγός θα τρέμει τις διαταγές του

ο ιερέας θα φοβάται τον άμβωνά του

 

Δεν είναι η Λειψία, δεν είναι το Ντεπώ

Ο Μαύρος Ήλιος του Αούστερλιτς

Της Αιγύπτου η πανούκλα

Δεν είναι η μάχη των Εθνών

Κι ο τάφος που ισιώνει τον καμπούρη

 

Καλογιάννο, Καλογιάννο

σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»

 

Με την εν λόγω συλλογή, κλείνει τον κύκλο μιας επίπονης δημιουργικής πορείας και με συνειδητή απεύθυνση προς τον καθένα, αποστέλλει ό,τι πολύτιμο είχε εξορύσσει από την διακεκαυμένη ζώνη του νου, -εκεί όπου «η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού»,-4 ως μηνύματα-σήματα ενός ελλοχεύοντος κινδύνου. Η συλλογή αποτελεί το απαύγασμα της τεχνικής ενός κατακτημένου ύφους γραφής, εμβαθύνοντας παράλληλα το περιεχόμενο, με τις έννοιες να ορίζουν την ποιητική και τη φιλοσοφία του, εκφράζοντας εν είδει προφητείας τη συλλογική μοίρα της ύπαρξης.

«Είδα χλωμή την πόλη των Φοινικόδεντρων

Σιωπηλό τον χρυσό κορυδαλλό

Τότε ακούστηκε η σφυρίχτρα του προφήτη

Που πας, Αμνέ του Θεού;

 

Λαοί φεύγουν, μετάνθρωποι έρχονται

στέκονται ανάποδα στην άβυσσό τους

σε αρχαίους τάφους, σε στέρνες

σε πηγάδια, μάσκες νεκρικές

κούφια κορμιά

ψυχές σκεβρωμένες στο Εγώ τους

 

Κάτω από το άστρο του Σκορπιού

Που πας, Αμνέ του Θεού;

 

Δούλε της Amazon, εργάτη του Ντιτρόιτ

Σκλάβε της Μαύρης Θάλασσας

Άνεργε του Πάτερσον

Νέοι Ιησού του Ναυή μας οδηγούν

 

Ξυπνάει ο χαλκός

Κι ο θάνατος βογκά, Πόλη διαλεχτή!

Οι κραυγές στην καρδιά της σάλπιγγας ηχούν

 

Γκρεμίζοντας

                     γκρεμίζοντας

                                         γκρεμίζοντας

στα χαρακώματα, στους πύργους

στις επάλξεις, στο Υπερπέραν

 

Δούλε, εξέσπασάς με

Δούλε, εξέσπασας ως πάνθηρ στην Νέα Ιεριχώ

 

Και με τα νύχια γράψε

στο χώμα επάνω το σωτήριον

 

ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ

Διερωτάται επί των θεμελιωδών ζητημάτων για το μηδέν, το άπειρον, το Είναι και μη Είναι, την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, προτείνοντας την αισθητική θεώρηση του κόσμου έναντι της δυσαρμονίας και του χάους. Εμφορούμενος από τα ιδεώδη των νοητών ανταποκρίσεων και αντανακλάσεων, προεκτείνει την τέχνη του έως τα απώτατα εκφραστικά σημεία ενός ιδιότυπου εξπρεσιονισμού. Μεταγράφει τα συλλογικά πάθη και τη δική του αγωνία σε στοχευμένη διαμαρτυρία, καθώς οι μηχανισμοί των εξουσιών διαμορφώνουν ανεπαισθήτως μια απανθρωποποιημένη πραγματικότητα που τείνει να καταστεί συνήθεια.

Μετέχει στο γίγνεσθαι, θέτοντας εαυτόν σε κάθε κοινωνική ενέργεια και διερωτώμενος για τη βία, αποφαίνεται «με λογισμό και μ’ όνειρο»5 για ό,τι αποσιωπάται και αποκρύπτεται, εγκλωβίζοντας τα δρώντα υποκείμενα. Προτάσσει λόγο και πράξη, δίνοντας σώμα και ψυχή, ως αποδεικτικά στοιχεία μετοχής. Προσδίδει, έτσι, στη φωνή του αναγνωρίσιμο τόνο, ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Δεν υποστέλλει τις σημαίες της αισθητικής, που ύψωσε εν μέσω καταιγίδας και, παρά τους ενάντιους ανέμους, αποτολμά τον πλου «πρόσω ηρέμα».6

«Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν

Κι άλλοι νεκροί περνούν

δίπλα στους κέδρους

κάτω από τον Πολικό Αστέρα

 

Κι εμείς τι μνημονεύουμε;

Τριήμερα με λίγο στάρι

Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων

Τεσσαρακοστά, Ετήσια

Λαζάρου και Θωμά

και καθημερινής σε ξένο χώμα

 

να ρίχνεις τα δίχτυα στον μέγα Γενισέι

και ψυχούλα να μη βρίσκεις!

 

Ώ! Ποτάμι της απέραντης Ενότητας

Περνούν οι απόντες σαν τους γερανούς

Κι εμείς τι μνημονεύουμε;

Γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μες στη δίνη

κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς

Μάρτυρας ας είναι τούτος ο αγέρας – το ανώνυμο

κερί, ο τάφος Ουσάκοφ, το λιβάνι

 

Κι αυτός που μαχόταν και δεν μάχεται πια

Ώ! ποτάμι της απέραντης Ενότητας

Από άλλη όχθη σε αποχαιρετά

 

Ματιόρα, σε αγαπώ!

 

Έρχεται το τέλος, έρχεται πεινασμένο για λάφυρα

Σαν παγοθραυστικό και μας τσακίζει

Υψώνοντας λευκά οστά

Τρώγοντας και πίνοντας τρέλα και λησμονιά».

Δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τους Δασκάλους, συνομιλώντας με τα μεγάλα πνεύματα της Ποίησης. Εμφανείς οι επιρροές από τους ποιητές Διονύσιο Σολωμό, Μίλτο Σαχτούρη, Μανόλη Αναγνωστάκη, Κώστα Καρυωτάκη, Πάουλ Τσέλαν, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Μπόρις Πάστερνακ και Μπέρτολ Μπρέχτ. Οι εκλεκτικές συγγένειες και η δημιουργική αφομοίωση των έργων τους αντιφεγγίζει και φανερώνει μια νέα εκφραστική δυναμική στη γραφή του.

«...Όταν προβάλει η αυγή κροκάτη

κι οι παλιοί Κορδελιέροι ξαναμοιράσουν τα χαρτιά

Ελευθερία – Ισότητα – Άδελφοσύνη

 

...βαθιά να μπαίνει το μαχαίρι και να δείχνει

ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ

Στον «Εξάγγελο», σε άνιση πάλη και αγώνα, γράφει στον χρόνο των συντελεσθέντων πραγμάτων, θίγει με αιχμηρό τρόπο την ασχήμια της εποχής και δείχνει την ευθύνη ενός εκάστου.

«...Κάθε ομορφιά θα μαραθεί και θα σβήσει

όπου βασιλεύει σκουλήκι

και μούχλα και σήψη

Το σάβανό σου υφαίνουμε Γη

κι υφαίνουμε μέσα κατάρα διπλή

Υφαίνουμε το ανύφαντο

που μας καταδιώκει

υφαίνουμε καβάλα σ’ έναν τάφο

ακαταπαύστως...»

Λογίζει ως καθήκον του την υπέρβαση των καθημερινών πραγμάτων, αφού εξαντλήσει τη μετοχή του σε αυτά, προτάσσοντας πνευματική ετοιμότητα για να αντιμετωπιστεί κάθε αδικία. Υπερβαίνει τη διά του πόνου μονοδιάστατη έκφραση, επαληθεύοντας το παράλογο και την παλιά κατάρα, με αναφορά στα τραγικά πρόσωπα του αρχαίου μύθου.

«Ο Πελίας θρηνεί για τον τυφλό Θάμυρι

με τη λύρα του σπασμένη στα πόδια

Ο Μαρσύας διδάσκει αυλό τον εραστή του

Ακατάπαυστα ο Όκνος γνέθει ένα σχοινί κορδόνι...»

Στη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν», διακρίνεται ποιητική αδεία, εν είδει αποφθεγμάτων, υποδόρια ειρωνεία, με μια αυστηρή κριτική ματιά πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους.

Ως αγωνιστής της ζωής αποστρέφεται τις αλλοζονικές και εγωιστικές συμπεριφορές. Σάτιρες που δεν χαρίζονται σε κανέναν, ελεγείες για ό,τι μας συνέχει και μας θλίβει για τον φόβο, την ερημία, την αδυναμία να ζήσουμε.

«Οι προσπάθειές μας υπήρξαν ατελέσφορες

εκπλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,

στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,

τα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε…


Ποιοί λεηλάτησαν τα σπίτια

των επιθυμιών και των πόνων,

τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;

Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι

οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;

 

Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν

και με θλιμμένο ύφος

σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν»

Με συνείδηση και αυτογνωσία αναφέρεται στην προσδοκία για ό,τι παραμένει δυνάμει να φανεί. Αναστοχάζεται της ζωής του το ταξίδι και με αναγωγική αναφορά των βιωθέντων σε μαρτυρία, προβαίνει στον απολογισμό όλων των απονενοημένων διαβημάτων, πριν την πτώση των γενναίων στα ματωμένα πεδία. Αναγιγνώσκοντας τα αγγελτήρια, για ό,τι χάθηκε στη σκόνη του χρόνου, αποχαιρετά με νοσταλγία τους απογοητευμένους εραστές.

Ποιος ποιεί την νήσσαν;

Ποιος τα όνειρα θάπτει και θρηνεί απαρηγόρητος;

Πότε η ψυχή και το πνεύμα του ουρανού θα λάμψει στο σκοτάδι;

Ποια μουσική δονεί το Είναι με τον άμετρο ρυθμό του επέκεινα;

Ο Γιώργος Κοζίας απαντά με πύρινους στίχους και δραματικούς τόνους, αρνούμενος αφηγήματα, παραινέσεις και συναλλαγές στα εμπορεία και τα χρηματιστήρια του ψεύδους.

«...Η τοκογλυφία στέγνωσε τις καρδιές,

μάρανε τα νυφικά κρεβάτια,

τ’ αηδόνι έπαψε να κελαηδεί «Δικαιοσύνη»,

κι ο Ερμής, πάτρωνας των κλεφτών,

στην πολιτεία διαλαλεί:

 

«Κανάγιες, το ψωμί της Goldman Sachs σας τρέφει

 Εξαργυρώνει την αλήθεια του με αίμα, παρηγορώντας τους «πεινώντες και διψώντες»7 για αθανασία και γράφει τα νικητήρια των απανταχού πολιορκημένων, με της τέχνης τη μεθυστική παρηγορία.

«...Τι μένει εδώ, τι πάει σε άλλον ουρανό

δρέποντας, δρέποντας άνθη;

Βέβηλα τα ιδανικά

Συντροφιά με το εφ’ ώ ετάχθη.

 

Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία...

 

ενός λεπτού «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.

Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;

 

Ορμάει το Αδιέξοδο κι υπέροχα μας σφάζει».

Η «μελοποίηση έργων του»8 από τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, αποτελεί την αισθητική κορύφωση μιας πρωτόφαντης σύζευξης λόγου και ήχου, έμπνευσης και επινοητικότητας, όπου η μελωδία, σαν άλλη ψαλμωδία, υμνεί την ομορφιά, κομίζοντας της μουσικής ποιητικής τα δώρα.

«...Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα,

οι ουρανοί θα παίζουν μπλουζ στην ερημιά μου...»

Ο Γιώργος Κοζίας πασχίζει για το ποιητικά δέον και, αν χρειαστεί σχίζει τα χαρτιά του, καίγοντας τις όποιες βεβαιότητες, για να μας προσφέρει στο τέλος την πεμπτουσία της τέχνης του ως «αγγελικό και μαύρο, φως».9

Σημειώσεις: 
1.Ιερός Αυγουστίνος. «Εξομολογήσεις». Χ 8,13. Μετάφραση: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Εκδόσεις Πατάκη. Αθήνα 1997 και στο έργο του Paul Ricoeur, «Η μνήμη, η ιστορία, η λήθη». σ.163. Μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός,. Εκδόσεις Ίνδικτος. Αθήνα 2013 
2. Κ.Π.Καβάφη. «Φωνές». Ποιήματα (1896-1918). σ.95. Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία. Αθήνα 1982 
3. Gilles Deleuze. «Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία». σ. 86. Μετάφραση: Γιώργος Σπανός,. Εκδόσεις Πλέθρον. Αθήνα 2002 και στο έργο, Friedrich Nietzsche. «Η γενεαλογία της ηθικής». II.11. σ.80-83. Μετάφραση-επιμέλεια: Ζήσης Σαρίκας. Εκδόσεις Νησίδες. Θεσσαλονίκη 2001 
4. Rainer Maria Rilke. «Ελεγείες του Ντουΐνο». σ.359. Μετάφραση: Άρης Δικταίος. Εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος. Αθήνα 1983 
5. Διονύσιος Σολωμός. «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»-«Σχεδίασμα Γ΄». σ.208. Ποιήματα και πεζά. Εκδόσεις Εξάντας. Αθήνα 1990. 
6. Οδυσσέας Ελύτης. «Ιδιωτική οδός». σ.79. Εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία. Αθήνα 1990 
7. Καινή Διαθήκη. «Τέταρτος Μακαρισμός, του κατά Ματθαίον». (Μτθ, 5:6). Αποστολική Διακονία Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήνα 1981. 
8. Θάνος Μικρούτσικος. «Πέντε κείμενα. σ.9-28. Μετά μουσικής». σ. 31-41. «Η γη τσακισμένο καράβι». Ποίηση Γιώργος Κοζίας, William Blake, σ.42-49. «Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες». σ.51-53. Ποίηση Γιώργος Κοζίας. Απαγγελία από τον ηθοποιό Δημήτρη Παπανικολάου. Βιβλίο-CD. Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Αθήνα 2013. 
9. Γιώργος Σεφέρης. «Το φως». σ.228. «Ποιήματα». Ίκαρος Εκδοτική. Αθήνα 1982 

*Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι συγγραφέας.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

«Η εμμονή της μνήμης» στην ποίηση του Διονύση Καρατζά

"Η σκιά με τις τιράντες", Εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2023
Σχέδιο εξωφύλλου: Άννα Καρατζά 

Του Δημήτρη Παπανικολάου
«Κι’ ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία» 
Ντύλαν Τόμας 
Η Ποίηση, από την ψυχή του Σύμπαντος εκπορευόμενη, φανερώνει και καταυγάζει την ομορφιά. Και, ως θεϊκή δωρεά, πνεύμα και φως -με την πνοή των Μουσών και τα ηχητικά κύματα των πλανητών-, στέλνει μηνύματα σε κάθε νοσταλγό των ουρανών. 
Ο ποιητής Διονύσης Καρατζάς έρχεται από μακριά και, πλάθοντας εικόνες, μας αποκαλύπτει έναν άλλο κόσμο μεταφυσικής αρχής, θέτοντας τις λέξεις στην υπηρεσία των εννοιών που ενσαρκώνουν το όραμά του. Με φαντασία και νοητική διαδικασία ενός διακριτού εποπτικού ελέγχου, κτίζει το σώμα του ποιήματος με λέξεις «άπεφθης καθαρότητας».
Την τελευταία συλλογή του «Η σκιά με τις τιράντες» διατρέχει ένας ελεγειακός τόνος και μια μουσική που πάλλεται «κύμματι θαλάσσης».2 
«Τι ψάχνει να βρει 
και σκάβει στη θάλασσα μονοπάτια; 
Τι θέλει να μάθει 
και φυλλομετράει τα κύματα; 
Κι ύστερα, ακολουθώντας τη σκιά του, 
γιατί κρατάει αυτοσχέδια γράμματα ονείρων; 
Είναι, βλέπεις, 
κι αυτή η αναπάντεχη ομορφιά 
μετά την τρικυμία». 
Εν είδει απολογισμού και μ’ αναστοχαστική ματιά ανασκάπτει την ύλη των ονείρων του και ανασυνθέτει τα βιωθέντα, έχοντας τον χρόνο στο κέντρο της ποιητικής του. Στην ενότητα «επτά επικλήσεις στη μνήμη» καταθέτει νηφάλια το απόσταγμα του ποιητικού βίου ως οντολογική ερμηνεία του Κόσμου. 
«Αγέραστη μνήμη του μέλλοντος, 
σε επικαλούμαι με ωριμότητα θάρρους. 
Αφήνομαι στη σαγήνη του χρόνου 
και πορεύομαι με όσα έζησα και ζω 
μικρός και μέγας». 
Η Ποίηση, ως τέχνη μνημονικής και ψυχικής διεργασίας, απελευθερώνει και ανασταίνει τους πνευματικά ευλαβούντες. Ό,τι ενσταλάζει εντός του η μοναξιά, ο Διονύσης Καρατζάς το αναδιατάσσει δημιουργικά και το μεταγγίζει με λεκτική συνέπεια, προσφέροντάς το δοτικά προς τον καθένα. Στην κατάθεση αυτή εντάσσεται η αισθητική και φιλοσοφική του θεώρηση για το Είναι και Γίγνεσθαι, τον Λόγο και τον Χρόνο. 
Η έννοια του χρόνου, καθοριστικό στοιχείο του στοχασμού του, απαντάται σε όλα του τα έργα ως διερώτηση και υπαρξιακή αγωνία. Ο ποιητής αναμετράται με την αδήριτη ροή του χρόνου, αλλά ταυτόχρονα, ως υποκείμενο αισθαντικότητας και διαισθητικής αντίληψης, θεάται ό,τι κρυσταλώνεται στη στιγμή, εκφράζοντας με τη γραφή το νόημά του. Διακατέχεται από την «εμμονή της μνήμης»,3 καθώς έλκεται από «τον ειδικό δυναμισμό στον κάθετο χρόνο μιας ακινητοποιημένης στιγμής».4 
Οι κραδασμοί της ψυχής και οι ποιητικές αναφορές στις διαστάσεις του χρόνου είναι ευθείες αναγωγές σ’ έναν ονειρικό κόσμο, με την ομορφιά ν’ αναβλύζει αβίαστα από την πηγή της μνήμης. Το όνειρο δρα λυτρωτικά, αίρει τη λήθη και απαλύνει τον πόνο από το πέρασμα του χρόνου. 
«Ασίγαστη μνήμη της γλώσσας, 
εσένα επικαλούμαι επειγόντως 
όταν γράφω αιφνίδιες λέξεις αλήθειας. 
Επειδή η ποίηση πάντα εκπλήσσει 
και πάντα ομολογεί πίστη στο άρρητο». 
Στην ποίησή του Διονύση Καρατζά παρατηρείται λυρισμός και πνευματικότητα, καθώς η γλώσσα του συμπυκνώνει κοιτάσματα αιώνων και αποδίδει την πεμπτουσία των εμπνεύσεών του. 
«Διάφανη μνήμη της βροχής, 
σε επικαλούμαι ευφρόσυνα 
όσο περιμένω να καθαρίσει το φως, 
να λάμψει η φύση 
και μέσα της ν’ ανθίσω». 
Εικόνες ευκρίνειας φανερώνονται από τον εσώτερο εαυτό, ως «αισθηματική αγωγή»5 ηθικής και ελευθερίας. 
Σημειώσεις 
1. Οδυσσέας Ελύτης. «Ιδιωτική οδός», σ.79. Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία. Αθήνα 1990 
2. Ιερά Σύνοψις και τα Άγια Πάθη. «Όρθρος του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου». Ωδή Α΄. Ήχος πλ.β΄. Ο Ειρμός, σ.490. Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ». Αλ & Ε. Παπαδημητρίου. Αθήνα 1993 
3. Salvador Dali. «Η εμμονή της μνήμης» 1931. Ελαιογραφία. 24 εκ. x 33 εκ. Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Νέας Υόρκης. 
4. Γκαστόν Μπασελάρ. «Η εποπτεία της στιγμής», σ.165. Μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα 1997 
5. Γκιστάβ Φλομπέρ. «Αισθηματική αγωγή». Μετάφραση: Αριστέα Κομνηνέλλη, επίμετρο: Σωτήρης Παρασχάς. Εκδόσεις Μεταίχμιο. Αθήνα 2021 


Σύναξη πνευματικών προσωπικοτήτων στην Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών, στην εκδήλωση προς τιμήν του ποιητή στις 23 Ιανουαρίου 1994: Ηλίας Ανδριόπουλος, συνθέτης. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ποιητής-βιβλιογράφος. Σπύρος Τσακνιάς, κριτικός λογοτεχνίας. Άρης Λεμπεσόπουλος, ηθοποιός και ο ποιητής Διονύσης Καρατζάς. 

Ο Διονύσης Καρατζάς (Πάτρα, 1950) έχει εκδώσει δεκαεφτά ποιητικές συλλογές με τελευταία «Η σκιά με τις τιράντες» (εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα, 2023). Η συλλογή «Απ’ το μισό παράθυρο» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006) βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, αλβανικά, αραβικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ολλανδικά και ρωσικά και έχουν μελοποιηθεί από τους Μίκη Θεοδωράκη, Ηλία Ανδριόπουλο, Γιώργο Ανδρέου, Γιώργο Καζαντζή κ.ά. Από το 1988 είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει εκπροσωπήσει τη χώρα μας σε διεθνείς ποιητικές συναντήσεις. Έχουν κυκλοφορήσει τέσσερις συλλεκτικές εκδόσεις με ποιήματά του και έργα σημαντικών Ελλήνων εικαστικών, καθώς και πέντε ανθολογίες της ποίησής του.
Ο Δημήτρης Παπανικολάου, είναι συγγραφέας. Διετέλεσε διοικητικός υπεύθυνος της Δημοτικής Πινακοθήκης Πατρών. 

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

"ΣΕ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ": ΛΟΥΚΑ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ - ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΒΕΡΡΑ


"Σε αίθουσες υποδοχής'", σε ποίηση Γαλάτειας Βέρρας και μουσική Λουκά Αδαμόπουλου, με τη φωνή του Κυριάκου Γιαννόπουλου, τον Ανδρέα Αδαμόπουλο στο πιάνο και ψηφιακά κρουστά. 
Η ''αίθουσα υποδοχής'' είναι χώρος πρώτης εντύπωσης, δεν είναι ο πυρήνας, αλλά το προοίμιο. Στο ποίημα, όμως, μετατρέπεται σε τόπο μόνιμης εγκατάστασης αξιών. Αξιών που μένουν στο επιφανειακό, το προσχηματικό, χωρίς να εισέρχεται στον ουσιώδη χώρο του νοήματος. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (''φιλοξενήσαμε'', ''χειροκροτήσαμε'', ''συναινέσαμε'') δεν αφήνει περιθώρια ατομικής αποποίησης.

   

ΣΕ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ 

Σε αίθουσες υποδοχής 
φιλοξενήσαμε το άκοσμο. 
Χειροκροτήσαμε το ασεβές. 
Υποκλιθήκαμε στο αλλότριο. 

Σε αίθουσες υποδοχής 
μειδιάσαμε στο αναίσχυντο. 
Εγκωμιάσαμε την πτώση. 
Πανηγυρίσαμε την ευτέλεια. 

Σε αίθουσες υποδοχής 
δωρίσαμε προσωπεία. 
Αποθεώσαμε την πλήξη. 
Και συναινέσαμε στην κενότητα.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΖΙΑ "Τι αιώνα κάνει έξω;"



Χωρίς κανένα πρόσχημα
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω;, Περισπωμένη, Αθήνα 2025, 61 σελ. 
Ο ποιητής αντί να ανατρέξει, να αναλογιστεί και να μνημονεύσει, αντί να χύσει για άλλη μία φορά δάκρυα για το σβησμένο επαναστατικό ήθος, προτιμά να φωνάξει και να εκραγεί, εγκαταλείποντας τα πάντα και λατρεύοντας μόνο αποκαΐδια. 
Το ποιητικό σύστημα του Γιώργου Κοζία είναι ένα σύστημα χωρίς λυρικό εγώ, όπου οι εξάρσεις της ατομικής φωνής και η διαστολή του όποιου προσωπικού αισθήματος (με ό,τι μπορεί να σημαίνει ο όρος «προσωπικό αίσθημα» στην ποίηση) δεν έχουν καμία θέση. Είναι κάτι που δεν προέκυψε εξαρχής στο έργο του, αλλά κερδήθηκε, όπως όλες οι σημαντικές κατακτήσεις, κατά την πορεία: από τον Ζωολογικό κήπο (1989) και τον Μάρτυρα που δεν υπήρξε (1995), που στάθηκαν, ασφαλώς, καταθέσεις με κάπως πιο εξομολογητικό χαρακτήρα, ο Kοζίας πέρασε πρώτα στο Πεδίον ρίψεων (2001) και εν συνεχεία στον Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες (2007), στον 41o παράλληλο (2012), στο Πολεμώντας υπό σκιάν… (2017) και στον Εξάγγελο (2021), για να καταλήξει σε μια περίπλοκα υφασμένη ειρωνεία: αντίδοτο στη συγκινησιακή αφλογιστία της αισθηματολογίας και του μελοδραματισμού, που μπαίνουν συχνά από την πίσω πόρτα στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. 
O Άγγελος της Ιστορίας 
Κι αν στον Εξάγγελο, ο εξάγγελος της αρχαίας τραγωδίας μιλάει για τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, αν όντως μας υποδεικνύει το διακείμενο με το οποίο συνομιλεί ο Κοζίας, σε μια συνθήκη ελεύθερης (ακόμα και συνειρμικής ή υπερρεαλιστικού τύπου) ανταλλαγής, τότε θα χρειαστεί να μνημονεύσουμε τους πιο απροσδόκητους επισκέπτες: από Σολωμό, Καβάφη, Σικελιανό, Σεφέρη και Σαχτούρη μέχρι Ρίλκε, Σελίν, Τσέλαν και Τούμας Τρανστρέμερ. Το ποιητικό παρελθόν και το διακείμενο, ωστόσο, δήλωναν ανέκαθεν την παρουσία τους στην ποίηση του Κοζία ως ένα διαρκές παιχνίδι ρητορικών τρόπων, οι οποίοι αυτονομούνται γρήγορα από τον τόπο της καταγωγής τους για να υπονομεύσουν εκ των ένδον τη συγκρότηση της οποιασδήποτε συμπαγούς και ενιαίας ενότητας. Οι κουίντες του Εξάγγελου, για να επανέλθω στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του ποιητή, κρύβουν (αν είναι να σκεφτούμε τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας) πρωτίστως τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος ενώ το ιστορικό παρελθόν στο οποίο διανοίγονται τα ποιήματα της συλλογής ισοδυναμεί κατά πάσα πιθανότητα (αν είναι να σκεφτούμε τον άγγελο της Ιστορίας του Μπένγιαμιν και του Κλέε) με τη θεματική, αλλά και με την υπαρξιακή ή την οντολογική της ταυτότητα. 
Δεν παρακολουθεί πάντοτε ο Κοζίας τις διαδρομές και τις μετατροπές ή τις μεταστροφές της Ιστορίας στον Εξάγγελο ούτε συστεγάζει ετερογενή γεγονότα και ασύμπτωτες μεταξύ τους ιστορικές περιόδους κάτω από την ίδια σκέπη, όπως το δοκιμάζουν συχνά τα τελευταία χρόνια οι ποιητές νεότερων ή και πολύ νεότερων γενεών από τη δική του, φτιάχνοντας ένα pastiche που ταιριάζει στα μέτρα και στη λογική ενός άλλου πνεύματος. Η Ιστορία, παρ’ όλα αυτά, ξεμυτίζει κάθε τόσο από τους στίχους του Κοζία (ως τεκμήριο και συμβάν, ως μνημείο και ως απομνημονευμένος τόπος μα και ως καλλιτεχνικός υπαινιγμός ή ως μύθος και ως αλληγορία), ορίζοντας και την ποιητική του: ό,τι περιμαζεύει ο Άγγελος της Ιστορίας από τα αποκαΐδια της, ό,τι αναλαμβάνει να προφυλάξει για λογαριασμό της μνήμης, αλλά και ό,τι ξεγλιστράει κάτω από τα φτερά του για να πεταχτεί στο χάος, καταλήγει στο πένθος και στον θρήνο. Πένθος για τις χαμένες επαναστάσεις, τις εξεγέρσεις και τις ξεθεμελιώσεις σε οικουμενικό επίπεδο και θρήνος για την αναπότρεπτη εν κατακλείδι απώλεια των πάντων. 
Η καταβαράθρωση στο μηδέν 
Μακρηγόρησα εσκεμμένα στα προηγούμενα ποιητικά βιβλία του Κοζία και ιδίως στον Εξάγγελο, για να υποδείξω το άλμα που επιχειρεί ο ποιητής στην καινούργια συλλογή του. Οι ποιητικές και οι ιστορικές παραπομπές δεν λείπουν και τώρα από το βιβλίο (από τον Σεφέρη, τη Γαλλική Επανάσταση και τον Αγώνα του 1821 μέχρι το ιστορικό βάρος της Πράγας), ο Κοζίας, όμως, είναι σαν να μη θέλει να παίξει άλλο τους ρόλους που ανέθεσαν μέχρι πρότινος το παρελθόν και η μνήμη. Οι χαμένες επαναστάσεις, ο στροβιλισμός της Ιστορίας, ακόμα και η παραδοχή της απώλειας σε όλα τα επίπεδα, φαίνεται να μην έχουν πια νόημα. Ο ποιητής αντί να ανατρέξει, να αναλογιστεί και να μνημονεύσει, αντί να χύσει για άλλη μία φορά δάκρυα για το σβησμένο επαναστατικό ήθος, προτιμά να εκραγεί: 
Είσαι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά 
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι 
Κακορίζικε άνθρωπε 
                                     Σε εποχή γερασμένη 

Τυφλός λαός σαν νυχτερίδα 
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται 
Και ξημερώνει σκουντουφλώντας 
ανίδεος και ακαμάτης 
σαν γελωτοποιός στον Άδη 
Κακορίζικε άνθρωπε 
                            Σε εποχή γερασμένη 
Τι ακριβώς συμβαίνει; Παρήλθαν τα χρόνια και επήλθε ο κορεσμός; Αυξήθηκαν οι προσδοκίες και λιγόστεψαν οι ελπίδες, για να δώσουν ξαφνικά τη θέση τους στην οργή και στον διδακτισμό; Ας προσέξουμε καλύτερα την ποιητική αρχιτεκτονική και τη γλωσσική οργάνωση του Κοζία. Ναι, μιλάει με οργισμένη φωνή μα η οργή του είναι σκηνοθετημένη. Και ίσως διαφαίνεται κάποιος διδακτισμός, μα πώς αλλιώς να σκηνοθετηθεί η οργή; Νομίζω πως ο ποιητής και η τέχνη του δεν αντέχουν πλέον τόση Ιστορία και τόση κατανόηση, δεν αποζητούν να συνεισφέρουν πλέον σε ερμηνείες και εξηγήσεις. Μπορούν, όμως, σίγουρα, να επινοήσουν τον χώρο της αποχώρησής τους με τη διασπορά του στίχου και με τον χλευασμό (ακόμα και με την καταγγελία) της οποιασδήποτε σοβαροφάνειας. Ας απομείνει ο λόγος εντελώς γυμνός και αφτιασίδωτος για να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα σε ένα τοπίο και σε έναν αιώνα που δεν χρειάζονται κανένα πρόσχημα.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΣΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ


Ανθούλα Δανιήλ: Παναγιώτης Καποδίστριας, Μια ζωή σε Ονειροτροφείο -Μετάφραση: Ρόνι Μπου Σάμπα. Εκδόσεις Εν πλω 2025 
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι ένας άνθρωπος με διπλή υπόσταση. Αφενός ασκεί τον ρόλο του ως εφημέριος στην Εκκλησία, αφετέρου στο γραφείο του ως ποιητής. Και τις δύο υποστάσεις του τις υπηρετεί σωστά έχοντας τα θεμέλιά του στα βουνά και τα βουνά σηκώνοντας στον ώμο του, όπως παρεμφερώς λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί. Η πρώτη από της υποστάσεις του, η ιεροσύνη, υποθέτω, οφείλεται στην «Κλήση» που προφανώς έλαβε και φόρεσε το ευλογημένο ράσο. Η δεύτερη πηγάζει από την μεγάλη πνευματική παράδοση της Επτανήσου γενικώς, και του νησιού του ειδικώς, της Ζακύνθου, που γέννησε τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο, ανάμεσα σε πολλούς άλλους ακόμα, και σε όλες τις Τέχνες. Και αυτή η κληρονομιά είναι μεγάλο βουνό που όμως το σηκώνει στον ώμο του όπως ο «Κουροτρόφος», με αγάπη, σεβασμό και φροντίδα. 
Είναι δηλαδή παιδί της Ζακύνθου, από το Μπανάτο, όπου είδε το φως το 1961 και όπου κατοικεί μόνιμα. Σπούδασε Θεολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και έλαβε Μάστερ Θεολογίας από το ΕΑΠ. Είναι Επίτροπος Αρχιερατικός της Μητροπόλεως Ζακύνθου σήμερα, και ήταν καθηγητής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, Τ.Ε.Ι Ιονίων Νήσων, για ένα διάστημα. Είναι ποιητής με πολλές ποιητικές συλλογές και επίτομη έκδοση με τίτλο Καμένες πεταλούδες (2010). Έχει τιμηθεί με βραβεία ποίησης, αλλά και από την Ακαδημία Αθηνών το 2004, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, είναι Αντεπιστέλλον Μέλος του Φ.Σ. «Παρνασσός». 
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά και αραβικά, άλλα έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες και άλλα έχουν παρουσιαστεί από την Ορχήστρα και Χορωδία της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας (Μόναχο 2010). Δοκίμιά του, θεολογικά κα ιστοριοδιφικά, έχουν δημοσιευτεί αυτοτελώς ή σε περιοδικά. 
Ένα τέτοιο εργοβιογραφικό σημείωμα δεν μπορεί πάρα να δείχνει ποια είναι τα θεμέλιά του και πώς βλασταίνουν και καρποφορούν ακαταπαύστως τα δέντρα στον κήπο του. Ή με τα λόγια του αγαπημένου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη 
Εύγε είπε και ανάγνωση γνωρίζεις… 
Η σημασία ενός εργοβιογραφικού σημειώματος είναι πολύ σημαντική υπόθεση, γιατί μας δείχνει πώς, με ποια όπλα και σε ποιες συνθήκες ο δημιουργός έγινε αυτό που γύρευε· πάλι μιλώ με λόγια ελυτικά και συγγνώμην που δεν έχω άλλον τρόπο και πάλι ελυτικά «κατά το στρείδι και το μαργαριτάρι του» θα προσθέσω. 
Είναι το περιβάλλον, με άλλα λόγια, μέσα στο οποίο μεγαλώνει και ανατρέφεται το μαργαριτάρι, το παιδί, ο άνθρωπος, ο ιερέας και ο ποιητής. Για τους δύο τελευταίους χρειάζεται κάποιο σημάδι άνωθεν … δεν είναι απλό πράγμα να ζεις σε Ονειροτροφείο, όταν όλη η ζωή γύρω σου μαίνεται σαν θηριοτροφείο. Όμως εκεί, η ζωή βρίσκει συχνά δικαίωση και λαβαίνουν εκδίκηση τα όνειρα. 
Το παρόν δίγλωσσο βιβλίο, με τον τίτλο Μια ζωή σε Ονειροτροφείο, μάς προσφέρεται στα ελληνικά, φυσικά, και σε μετάφραση στα αραβικά από τον Λιβανέζο Ρόνι Μπου Σάμπα. Η αραβική είναι και αυτή μια αρχαία γλώσσα πολύ σημαντική (όλες βεβαίως οι γλώσσες είναι σημαντικές ), η οποία μιλιέται από 400 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει παίξει σπουδαίο ρόλο στον πολιτισμό. 


Την εισαγωγή του βιβλίου υπογράφει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, από την οποία σταχυολογώ τα ακόλουθα. 
«Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας γράφει ποίηση μισόν αιώνα! Μια θητεία στην ομορφιά». Η Ποίησή του «δεν είναι συναισθηματική. Δεν είναι προβλέψιμη», είναι «αληθινή», «ερωτική», «ειρωνική», «ζακυνθινή και οικουμενική μαζί», έχει ρίζες εκκλησιαστικές «μελωδεί καθημερινά ως ιερέας τον Σολωμό και τον Κάλβο -τους οποίους δοξολογεί νυχθημερόν – ως τον Ελύτη, με τον οποίο ανδρώθηκε ποιητικά και είχε προσωπική επαφή» με δημοσιευμένη την αλληλογραφία τους, συμπληρώνω εγώ και προσθέτω πως ο ποιητής έχει διαλέξει τους ποιητικούς του προγόνους . Να κάτι που μπορεί κανείς να πετύχει, παραβλέποντας τους εξ αίματος συγγενείς… 
Ο Λιβανέζος μεταφραστής Ρόνι Μπου Σάμπα –πνευματικός συγγενής και «συνένοχος» της ευαισθησίας του Καποδίστρια -όπως θα έλεγε και ο Ελύτης- γοητεύτηκε από τα ποιήματα του και ανέλαβε το έργο της μεταφοράς του Ονειροτροφείου στην αραβική γλώσσα, για να δώσει τη χαρά της επικοινωνίας στους ομόγλωσσούς του. Το έργο είχε μακρά κύηση, η οποία όμως κατέληξε σε ένα τέλειο δημιούργημα. Να πούμε ότι είναι πολλά χρόνια που ο Ρόνι Μπου Σάμπα μεταφράζει τα ποιήματα του π. Καποδίστρια αλλά και τα τραγουδά στο μέλος της Μ. Παρασκευής. Παράδειγμα το ποίημα «Κανών ωφελιμότατος» από τη συλλογή «Της αγάπης μέγας χορηγός». Η σχέση του ποιητή με τον μεταφραστή είναι στενή, μακρόχρονη, υπόθεση ψυχική (θα έλεγε ο Σολωμός) και για τους δύο. 
Τα ποιήματα είναι είκοσι και μας προσφέρονται στα ελληνικά στην αριστερή σελίδα και στα αραβικά στη δεξιά. Είναι ποιήματα του 1998, 1999, 2000 και εξής. Τα τελευταία, του 2020, είναι στιγματισμένα από τον φονικό ιό που μας απομόνωσε στα σπίτια μας. 
Η συλλογή αρχίζει με το ποίημα «Έως θανάτου» και με την παρότρυνση: 
Τα πάντα όλα σπρώξε τα να 
γουρμάσουν 
έως θανάτου 
Αυτή είναι η “Μακαρία ὁδός, ᾗ πορεύει» τα πάντα, και τα πράγματα και οι άνθρωποι, κερδίζουν τη ζωή την επιούσια ζώντας κάθε μέρα αφαιρώντας του θανάτου. Απολογισμός θα γίνει στο τέλος, το οποίο έχει αρχίσει την πορεία του από την ώρα της γέννησης. Ένα ρέμα, ένα ποτάμι η ζωή, που παρασύρει τα πάντα, αλλά κάποιοι αντιστέκονται και ο ποιητής στους «εγκαταβιούντες» καθυστερεί τη δική του ροή, στον ρόλο του μέσα μονάζει, το ιερό του χρέος υπηρετώντας. 
Στο «Εκ προθέσως» ποίημα προαναγγέλλει την προσήλωση στον στόχο ή το παίζοντας «και με φως και με θάνατον ακαπαύστως», και με τη θέση και με την ανατροπή της, όταν «η ψυχή μου εκ προθέσεως/ στον πάτο εδώ του Άδη/ πάει περίπατο», γράφει. 
Στο «Έρως- Ήρος», που σαν τίτλος παπαδιαμαντικός μοιάζει, όχι ειδυλλιακός όμως, όπως του Σκιαθίτη, αλλά τραυματικός σαν εκείνου που ζει «άβυσσο διάπλατη/ γη που κοχλάζει τ’ άδικο» και «δεν αντέχεται». Οπότε και «Έίλωτας έρως καραδοκεί ν’ ανθίσει / ήρως έρωτας». 
Ο Καποδίστριας, ως Ζακύνθιος, ξέρει από πολιορκημένους έρωτες που παίζουνε θανάσιμα μ’ Απρίληδες και λούλουδα … Βλέπει τη ζωή από κοντά, αντιλαμβάνεται τα πάθη του καθενός και τα βιώνει σαν δικά του. ΟΜΩΣ δεν στέκεται· ανεβαίνοντας μερικά σκαλάκια, όπως τα πουλιά αλλάζουνε κλαδί στα δέντρα κι όπως τα λουλούδια υψώνουνε κεφάλι, έξω απ’ το χώμα, πάνω από τη γη, έτσι κι εκείνος αναστυλώνει το παράστημα και των αθώων μαζί του, για να προσφέρει μια ιαματική ματιά και να απαλύνει το πρόσωπο από το μαρτύριό του. Ωστόσο, συγκατανεύει «στα που φέρνει το ρέμα». 
Η ποίησή του έχει μια εγκαρτέρηση, ο κόσμος είναι αυτός και ανάγκη πάσα να τον αντικρύσει. Γι’ αυτό η προτροπή του είναι πάντα προς τη θετική πλευρά. Προς τον θησαυρό της υπομονής, προς τη Χαρά. Τα δάκρυα που χύνονται στη γη τρέφουν την αγάπη «το ελί-χρυσο θαύμα κρινάκι φύεται / για να μυρίζει ανόρθωση πενθούντων. Η φύση στέκεται και παραστέκεται για να παρηγορεί. Γι’ αυτό οι αναφορές του σ’ αυτήν, στις μυρωδιές και τη μετάπλασή τους σε συμβολισμούς μεταβάλλουν το καθημερινό σε υποφερτό. Η ελπίδα παρούσα, και το πάθος για το μέλλον παραμερίζει το τρόμο του παρόντος. 
Ως ποιητής παλεύει με την τρέχουσα γλώσσα, της οποίας τα υλικά αναβαθμίζει δίνοντάς τους μια δεύτερη ευκαιρία να δικαιώσουν την ύπαρξή τους και να φανερώσουν το αληθινό τους νόημα. Να δείξουν το τώρα και την πιθανή εξέλιξή του. Δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα με το Afgan girl –λόγω National Geografic- που μας δείχνει ένα αδηφάγο τώρα που καταπόθηκε από το μετά. Όπως έκανε και ο Παπαδιαμάντης με τη δική του τη Μοσχούλα. Το κορίτσι από το Αφγανιστάν έχει ίσως όλα τα στοιχεία της Μοσχούλας από τη Σκιάθο. Άλλη εποχή και μοίρα, αλλά πέρα από τα φαινόμενα και τον χείμαρρο της ιστορίας, ο χείμαρρος του χρόνου μάλλον αποδεικνύεται χιονοστιβάδα. Ο Λεβιάθαν χρόνος κατάπιε το τότε. Ο κάποτε νεαρός βοσκός του Παπαδιαμάντη, μεμψιμοιρώντας πάνω στα πεπραγμένα του και το δικό του τώρα, υποθέτει –και σωστά υποθέτει- ότι η Μοσχούλα που δεν πνίγηκε τότε έζησε και τώρα θα έχει γίνει και αυτή «απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι». Τέτοια «απλή θυγάτηρ της Εύας», «Γριά πολλών/ χειμώνων/ με τη μαντήλα να κρύβει τη γυναίκα» έγινε το κορίτσι με τα «μάτια ρουφηγμένα προς τα μέσα». Να αναρωτιέται άραγε κανείς ποιος είναι τελικά ο εχθρός; Ο πόλεμος ή ο χρόνος, η ζωή και το ρέμα της; «Όσα βλέπεις/ είναι δεν είναι αδιάφορο». Εξαρτάται από το ποιος και πώς βλέπει… τι έχει καταπιεί «ο Σεισμός και η Λήθη» και τι όχι… Χαρακτηριστικό το ποίημα «Δερμάτινοι χιτώνες»
Όλο συμμαζεμένο το Μεσημέρι 
στις φυλλωσιές 
στα κιονόκρανα βαστιέται 
ασθμαίνοντας 
ο Χρόνος 
σαύρα κολοβωμένη 
κι αν λίγο ξύσεις τα 
κεροσταλάγματα 
και την αχλύ των ημερών 
ορμές θα βρεις νωπές του 
Μεσονυκτικού 
θείων ερώτων. 
Τους δερμάτινους χιτώνες 
δεν τους πρόφτασε ο φακός. 
Βιώνοντας τις αλλαγές, σκεπτόμενος τα φαινόμενα και την αμείλικτη ροή, ζώντας «κατάσαρκα» τις λαβωματιές πάνω στο «μαστιγωμένο δέρμα» του, όπως έχει πει και ο Σεφέρης, νιώθει σαν τους θωρακοφόρους ιππότες και Αγίους τον δερμάτινο χιτώνα του. Πίσω όμως από τη δερμάτινη πανοπλία όλα είναι ζωντανά και την ώρα του Μεσονυκτικού ανασταίνονται. Ανάμεσα στο «Μεσημέρι», που σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις βγαίνουν τα δαιμόνια, και το «Μεσονυκτικό», όταν ξυπνά η συνείδηση, ο μοναχός ή ο πεθαμένος, ο άνθρωπος παλεύει να βγει από τις συμπληγάδες. Θα βγει, τελικά, αλλά δεν θα είναι αλώβητος. Δεν θα χρεωκοπήσει η μνήμη, θα ξεραθεί η μυγδαλιά, θα φύγει ο πατέρας, «σιωπώντας και πενθώντας», «χαρά χαράζει ο ουρανός… ελπίδα χαρίζοντας», άνοιξη λουλούδια και τάφος –κι ας μην κατονομάζεται ο Χάρος- όλα μέσα στην ίδια χοάνη θα ανακατευτούν. Ακίνητα τα αγάλματα με τα χαμόγελα που δεν προχωρούν, λέει ο Σεφέρης, ακίνητα και κλεισμένα στα πάθη τους τα «Αγάλματα» στο Μουσείο, λέει ο π. Καποδίστριας, διαπερνώντας το μάρμαρο των αγαλμάτων και διαβλέποντας τον ψυχικό αγώνα πίσω από την λαμπερή άκαμπτη επιφάνεια: 
Τα θερμομετρούν 
και δηλοί ο πυρετός 
διαιώνιση 
παθών κατεσταλμένων 
και πόθο σαρκοφάγο. 
Στα διαποτισμένα από τη θρησκευτική παράδοση, αλλά και την άγρια ανάγκη της περίστασης του 2020 – τα τελευταία ποιήματα της συλλογής –ο ποιητής νιώθει βαθιά μέσα του τη μοναξιά εκείνου που φεύγει προς τη «σπηλιά» του μόνος· «ούτε αγκαλιά/ μήτε κανάκια», παρακαλεί την «Ακάθιστη μάνα» που γνώρισε «τη ρομφαία στα σωθικά» της να συντρέξει με φως τις «μανούλες / τις παραλοϊσμένες» και να καλοδεχτεί «όσους πεθαίνουν μόνοι». Τέλος, «Ecce Homo»: 
Με νεραντζάνθια 
και κοκοράκια στολί- 
ζω τη δόξα σου 
να ’σαι ωραίος όταν 
κραυγάσουν: Ecce Homo! 
Αν σου φορέσω 
σπάργανα εντατικής 
θα σε αναγνωρίσουν; 
Έστω και με τη μάσκα 
δεν αλλάζει το Βλέμμα. 
Με «νερατζάνθια» και όχι αγκάθια στο κεφάλι. Με «κοκοράκια» για να σημάνουν την ανάσταση –Αν είναι να πεθάνεις πέθανε, αλλά κοίτα να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη– έτσι λέει ο Ελύτης. Όμως και Εκείνος «Σωστός θεός…. έπινε το φαρμάκι του», λέει πάλι ο Ελύτης, και έτσι και ο κάθε άνθρωπος, με κεραστή τον Χάροντα ως κορονοϊό, θα χαθεί μες στην μεγάλη ανωνυμία του θανάτου. Όμως το «Βλέμμα», με κεφαλαίο το «Β», δεν αλλάζει και από όπου μπορεί μας Βλέπει -αυτή θέλω να πιστεύω πως είναι η επισήμανση- αυτό το Βλέμμα που δεν θα αφήσει την ελπίδα να χαθεί.
Η εικόνα της αραβικής εκδοχής των ποιημάτων, με την επιμελημένη αλλότρια καλλιγραφία της, μας άνοιξε ένα γοητευτικό παράθυρο στον άγνωστο κόσμο της, όπου ταξιδεύει το ελληνικό Ονειροτροφείο, προσφέροντας το δικό του Βλέμμα σε ένα άλλο αναγνωστικό κοινό. 
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, απάλυνε την πληγή, έριξε φως στα «σκοτάδια της φοβέρας», εξομάλυνε την πορεία της ζωής που νομοτελειακά είναι μία και σε συγκεκριμένο όριο αδήριτα οδηγεί. Με αγάπη χριστιανική, με γνώση και αποδοχή, με ανθρώπινη απαντοχή μάς λέει πως κανείς μας δεν μπορεί να αποφύγει το ποτήριον τούτο. Αυτός είναι ο ρόλος ή η Μοίρα όποιου γεννιέται. Το Ονειροτροφείο «κάνει για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή», για να θυμηθούμε και τον Καβάφη… και είναι εκεί, στην Τέχνη της Ποιήσεως και στα άγια της Εκκλησίας που ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας έζησε επιμένοντας πεισματικά στο όνειρο…
Related Posts with Thumbnails