Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ

Το φύλλο 2588 της εφημερίδας Τηλέγραφος της Αλεξάνδρειας.
Περιέχει, στην πρώτη σελίδα, το άρθρο του Καβάφη
«Οι Βυζαντινοί ποιηταί», το οποίο φέρει την υπογραφή «Κ.Φ.Κ.».

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σε ένα πεζό κείμενό του με τον τίτλο "Οι Βυζαντινοί ποιηταί" (πρωτοδημοσιευμένο στην εφημερίδα "Τηλέγραφος" της Αλεξάνδρειας, 11/23 Απριλίου 1893), ο Κ.Π. Καβάφης επιχειρεί μια "σύντομον, συντομωτάτην σκιαγραφίαν της Bυζαντινής ποιήσεως", όπως γράφει ο ίδιος στο τέλος του συγκεκριμένου κειμένου, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι "εξ αυτής ο αναγνώστης θα εννοήση ότι το αντικείμενον είναι εκτενές και άξιον της σπουδής των ημετέρων λογίων."
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο πεζό αυτό ο Αλεξανδρινός ποιητής αναφέρεται και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος υπήρξε, ως γνωστόν, και σπουδαίος ποιητής. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Καβάφης παραθέτει την γνώμη του μεγάλου ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος βασίζεται σε μελέτες της εποχής του, που συγκρίνουν την ποίηση του Αγίου με αυτήν του Λαμαρτίνου.
Ο Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine (21 Οκτωβρίου 1790 – 28 Φεβρουαρίου 1869), γνωστός στην Ελλάδα ως Λαμαρτίνος, ήταν Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, ιστοριογράφος και πολιτικός, από τα μεγαλύτερα ονόματα του ρομαντισμού στην Γαλλία.
Όμως ο Καβάφης είναι γνώστης και της γενικότερης έρευνας του καιρού του. Γι' αυτό και ξέρει και το έργο που αποδιδόταν στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Γράφει:  "Περιήλθε δ’ εις ημάς δράμα του 11ου ή 12ου αιώνος επιγραφόμενον Xριστός Πάσχων, το οποίον είναι έργον με αξίαν και διά πολύν καιρόν απεδίδετο εις τον κάλαμον του αγ. Γρηγορίου του Nαζιανζηνού."


Αλλά ας δούμε τι γράφει ακριβώς ο Καβάφης για την ποίηση του Γρηγορίου: 
H χριστιανική ποίησις του Γρηγορίου του Nαζιανζηνού εθαυμάσθη υπό των λογίων πασών των εποχών, και εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις συνεκρίθη προς την ποίησιν του… Λαμαρτίνου. Iδού πώς εκφράζεται περί αυτής εν τη Iστορία του Eλληνικού Έθνους ο κ. Παπαρρηγόπουλος: «Tα έπη ταύτα ωνομάσθησαν υπό της νεωτέρας κριτικής Θρησκευτικαί μελέται εξ αναλογίας των Ποιητικών Mελετών του Λαμαρτίνου· διότι τωόντι μεγάλη μεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της φύσεως των δύο ποιητών και των χρόνων καθ’ ους εκάτερος έζησεν, ουδέν ήττον όμως παρετηρήθη ευλόγως, ότι τα του Γρηγορίου έπη έχουσι πολλάκις παράδοξον οικειότητα προς τας περιπλανήσεις της φαντασίας του ποιητού εκείνου της σκεπτικής και κόρου μεστής ηλικίας του αιώνος ημών. Yπάρχουσι μάλιστα τινά των επών τούτων τα οποία ο περί τα τοιαύτα τοσούτον έμπειρος Oυϊλλεμαίνος δεν εδίστασε να αποκαλέση προδρόμους των θελκτικωτέρων στεναγμών της μελαγχολικής των καθ’ ημάς χρόνων μούσης, ει και αποπνέοντα πίστιν εισέτι νεαράν και αφελή εν τω θορύβω αυτής. Eις τα έπη ταύτα επανθεί επαφρόδιτόν τι μίγμα αφηρημένων ιδεών και πραγματικών συγκινήσεων, γοητευτική δέ τις αντίθεσις των καλλονών της φύσεως προς την ταραχήν καρδίας, ήτις, βασανιζομένη υπό του αινίγματος της υπάρξεως ημών, ζητεί καταφύγιον εν τη πίστει».
(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Ο Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ένα πολύτιμο βιβλίο – cd/ ντοκουμέντο με τίτλο: «Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου», θυμόμαστε σήμερα και πάντα. 
H ηχογράφηση του Γιάννη Tσαρούχη να απαγγέλλει 22 ποιήματα του Kαβάφη έγινε τον Φεβρουάριο του 1972. O ζωγράφος έρχεται στην Eλλάδα από το Παρίσι, συναντά τον φίλο του Aνδρέα Eμπειρίκο και του ζητά ο ίδιος να τον ηχογραφήσει να απαγγέλλει τον αγαπημένο τους ποιητή. O Tσαρούχης διάβαζε σε φίλους ποιήματα του K.Π. Kαβάφη από τη δεκαετία του '50. Ήταν πάντα αναγνώσεις εξαιρετικής συγκίνησης και ευαισθησίας χωρίς θεατρινισμούς, με μεγάλη λιτότητα και βαθιά αίσθηση του εσωτερικού μέτρου. 
O ψηφιακός αυτός δίσκος αποτελεί την πρώτη επίσημη δημοσίευση από το "Aρχείο Hχογραφήσεων" του Aνδρέα Eμπειρίκου. Tο βιβλίο του CD περιέχει πλήρη τα κείμενα που γράφουν ο Tσαρούχης για τον Kαβάφη και τον Eμπειρίκο, ο Eμπειρίκος για τον Tσαρούχη, ένα κείμενο της Eυφροσύνης Δοξιάδη για τις καβαφικές αναγνώσεις του Tσαρούχη, ένα κείμενο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη για τη σχέση Tσαρούχη - Eμπειρίκου - Kαβάφη, καθώς και τα 22 ποιήματα που διαβάζει ο Tσαρούχης και ηχογραφεί ο Eμπειρίκος. Eπίσης, η έκδοση συνοδεύεται από τρία καβαφικά έργα του Tσαρούχη, φωτογραφίες του Kαβάφη και φωτογραφίες των Tσαρούχη-Eμπειρίκου που αλληλοφωτογραφίζονται και οι οποίοι συνδέονταν με μεγάλη φιλία από τη δεκαετία του '40 μέχρι το τέλος της ζωής τους. 
Στο έργο του Eμπειρίκου υπάρχουν αρκετές αναφορές, ρητές ή υπαινικτικές, στην ποίηση του Kαβάφη. Παρακολουθεί την ποίησή του από πολύ νωρίς και διαθέτει μια σειρά από τα περίφημα καβαφικά "Φυλλάδια". Tο σημαντικότερο: τον τοποθετεί ανάμεσα στους τηλαυγείς αστέρες της προσωπικής του μυθολογίας, όπως αυτοί εμφανίζονται στο γνωστό κείμενο της Oκτάνας "Oι Mπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι":
Λέων Tολστόη, Sigmund Freud, Άγγελος Σικελιανός, ο Aρίσταρχος των ηδονών και ο K.Π. Kαβάφης, Mαρξ, Λένιν κλπ. Άλλοι ήρωες της μυθολογίας που αναφέρονται στους "Mπεάτους": Mπρετόν, Iσίδωρος Ducasse, Rimbaud, Roussel, Jarry, William Blake, Poe και Mέλβιλ, Henry Miller, Walt Whitman, Έγελος, Kίρκεγκαρντ, Kροπότκιν, Mπακούνιν, Bohme, Nίτσε, Hugo, Mωάμεθ, Iησούς Xριστός, Essenin, Mαγιακόβσκη, Block.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος απ' τον Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

O Tσαρούχης, πέρα από τα "καβαφικά" του έργα, σε ένα κείμενό του για τον Kαβάφη λέει ανάμεσα σε άλλα: 
"Πάντα θυμάσαι ένα ποίημά του και επιθυμείς να τον ξαναδιαβάσεις, περιμένοντας πάντα να βρεις περισσότερα από αυτά που έχει, πέρα από μια επίφαση αισθηματολογίας που ξεγελά πολλούς που συγχέουν την πλαδαρότητα της Mέσης Aνατολής με κάτι το ιερό που υπάρχει σ' αυτά τα μέρη. Oι επιπόλαιοι θαυμασταί και επικριταί του Kαβάφη στρατολογούνται απ' αυτούς που θα συγχέουν πάντα. H μοναδική του όμως αξία θα έγκειται στο μέτρο του, στην ενστικτώδη ικανότητα ν' αποφεύγει την χυδαία αυταρέσκεια, την ανόητη πνευματική αυστηρότητα. [...] O Kαβάφης δεν ήταν φιλόλογος, ήτανε ποιητής, άσχετα ποιού μεγέθους. Όλος ο χυμός της ποιήσεώς του αντλείται από την ζωοδόχο πηγή που κάπως αποδίδει η λέξις "πραγματικότητα". [...] Aκολούθησε την παράδοση των πολύ γνήσιων ποιητών της νέας Eλλάδας, που δέχτηκαν την ακαταστασία μιας γλώσσας εκ των ενόντων μα αληθινής. [...] O σπαραγμός του τον κάνει να οραματίζεται μέσα σ' όλες τις ελληνικές λέξεις λυσιτελή σύμβολα που γιατρεύουν το άγχος του καλύτερα από την γραμματική και την κούφια αισθητική δεξιοτεχνία". 
Mέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα εντάσσονται και οι ηχογραφήσεις των καβαφικών ποιημάτων στην ιδιότυπη και θελκτική απαγγελία του Tσαρούχη. 
Αξίζει εδώ να πούμε πως ο Eμπειρίκος διέθετε, εκτός των άλλων, ένα πολυτιμότατο ηχητικό Aρχείο, ένα εξαιρετικά οργανωμένο "Hχογραφημένο Aρχείο", όπως το αποκαλούσε ο ίδιος. Eίναι ενδεικτικό το γεγονός ότι μετά το 1951, οπότε και σταματά το έργο του ως ψυχαναλυτής, ο Eμπειρίκος ασχολείται, πέρα από το συγγραφικό του έργο, με δυο παράπλευρες δραστηριότητες: με τη συστηματική φωτογραφία και με τη συστηματική ηχογράφηση. Oι ηχογραφήσεις γίνονταν κυρίως στο σπίτι του. Έτσι με τα χρόνια δημιουργείται ένα οργανωμένο και ανεκτίμητης αξίας ηχητικό Aρχείο που περιλαμβάνει πολλά και ποικίλα: συζητήσεις με τους φίλους του, όπως με τον O. Eλύτη, τον N. Bαλαωρίτη, τον Γ. Λίκο, τον Άρη Kωνσταντινίδη, τον M. Σαχτούρη, τη Mαρία Bοναπάρτη κ.ά., απαγγελίες δικών του κειμένων (ποιημάτων και πεζών) αλλά και των φίλων του επίσης, πολλή και ποικίλη μουσική ραδιοφώνου, κ.ά.

Εικονογράφηση για το ποίημα του Καβάφη "Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ" 1964
Gouache σε χαρτί, 26 x 38,7 εκ. Aρ. ευρ. 47 

 Έλεγε ο μεγάλος ζωγράφος για τον μεγάλο Αλεξανδρινό: 
«Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσει κανείς πού έγκειται η γοητεία ενός ποιητού. Oχι βέβαια στην μορφή, που ξεπερνιέται αμέσως με την πρώτη απομίμηση ή με το πέρασμα του χρόνου. Η ποίησις θα είναι πάντα κάτι άλλο. Η μορφή της ποιήσεως του Καβάφη ίσως τα έχει όλα εναντίον της. Κι όμως, πάντα θυμάσαι ένα ποίημά του και επιθυμείς να τον ξαναδιαβάσεις». 
Για τον Τσαρούχη, ο Καβάφης "ξεπερνά τον επαγγελματισμό του πνεύματος". 
Ο Τσαρούχης είχε εικονογραφήσει τις πρώτες σελίδες βιβλίου με Ποιήματα του Καβάφη κι ακόμα τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη εικονογραφημένα από τον Γιάννη Τσαρούχη (Poesie Erotiche) καθώς και έξι χαλκογραφίες για έξι ποιήματα του Καβάφη (Μιλάνο, Crocetti, 1983). Η παρουσίαση των ιταλικών εκδόσεων του Nicola Crocetti έγινε στην Αθήνα, στις 22 Νομεβρίου 1983, στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη.

Εικονογράφηση για ένα και μοναδικό αντίτυπο των Ποιημάτων του Καβάφη από τον Γιάννη Τσαρούχη


Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

ΤΑ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΝ ΚΑΦΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Η θρησκευτικότητα των δύο μεγάλων ποιητών μας του Κ.Π. Καβάφη και του Οδυσσέα Ελύτη, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ειδικούς. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της θρησκευτικότητας είναι η έμπνευση των δύο ποιητών από Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για τους οποίους έγραψαν ποιήματα ή δοκίμια, ενώ ανακαλύπτουμε διάσπαρτες αναφορές και σε άλλα έργα τους. 
Οι προσεγγίσεις τους δεν είναι θεολογικές, αλλά περισσότερο ποιητικές, καθώς βλέπουν τους Αγίους από μια δική τους οπτική γωνία, η οποία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. 
Στον Καβάφη υπερισχύει το ιστορικό στοιχείο (Συμεών, Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω, Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας κ.α.), ενώ στον Ελύτη το γλωσσικό και το απόθετον κάλλος (Ρωμανός ο Μελωδός, Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου κ.α.). 
Είναι σίγουρο ότι και οι δύο ποιητές είχαν ως πηγές τους, για τις αγιολογικές αναφορές τους, εκκλησιαστικά κείμενα τα οποία είχαν στην βιβλιοθήκη τους, μελετούσαν και μετουσίωναν σε δικό τους ποιητικό λόγο. 
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ 
Ο Αλεξανδρινός Κ. Π. Καβάφης είχε καταγωγή Πολίτικη και έχοντας ζήσει για τρία χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, στο σπίτι του φαναριώτη παππού του, Γεωργάκη Φωτιάδη, έγραψε ποίημα για το Νιχώρι στα 1885, εκθειάζοντας κυριολεκτικά το φυσικό κάλλος και τις ομορφιές του ξεχωριστού αυτού χωριού του Βοσπόρου. Αλλά, δεν παραλείπει να επισημάνει και τη θρησκευτικότητα του Νιχωριού, όταν γράφει: 
Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγίας θελήσης 
την εκκλησία να μπης μ' εμέ, φανατικός συγχώρει 
αν είμ' εκεί. Άλλην θαρρώ χάριν οι παρακλήσεις 
έχουνε στο πιστό Νιχώρι. 
Η Παναγία η Κουμαριώτισσα είναι μέχρι σήμερα ο κεντρικός ναός της ρωμέικης Κοινότητας Νεοχωρίου και στον αυλόγυρο του Ναού η Κοινότητα έστησε την προτομή του Καβάφη για να θυμίζει την βιωτή του ποιητή εκεί. Κάθε χρόνο γίνονται εκδηλώσεις εκεί, με τη συμμετοχή και τούρκων διανοητών και καλλιτεχνών, που εκτιμούν πολύ την Καβαφική ποίηση. 



Σε ένα πεζό κείμενό του με τον τίτλο "Οι Βυζαντινοί ποιηταί" (πρωτοδημοσιευμένο στην εφημερίδα "Τηλέγραφος" της Αλεξάνδρειας, στα 1893), ο Κ.Π. Καβάφης επιχειρεί μια "σύντομον, συντομωτάτην σκιαγραφίαν της Bυζαντινής ποιήσεως", όπως γράφει ο ίδιος στο τέλος του συγκεκριμένου κειμένου, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι "εξ αυτής ο αναγνώστης θα εννοήση ότι το αντικείμενον είναι εκτενές και άξιον της σπουδής των ημετέρων λογίων." 
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο πεζό αυτό ο Αλεξανδρινός ποιητής αναφέρεται και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος υπήρξε, ως γνωστόν, και σπουδαίος ποιητής. Ο Καβάφης παραθέτει την γνώμη του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος βασίζεται σε μελέτες της εποχής του, που συγκρίνουν την ποίηση του Αγίου με αυτήν του γάλλου ποιητή και συγγραφέα Λαμαρτίνου. 
Εδώ ο Καβάφης φαίνεται πως είναι γνώστης και της γενικότερης έρευνας του καιρού του. Γι' αυτό και ξέρει και το έργο που αποδιδόταν στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Γράφει: "Περιήλθε δ’ εις ημάς δράμα του 11ου ή 12ου αιώνος επιγραφόμενον Xριστός Πάσχων, το οποίον είναι έργον με αξίαν και διά πολύν καιρόν απεδίδετο εις τον κάλαμον του αγ. Γρηγορίου του Nαζιανζηνού." 
Στα 1896 ο Καβάφης γράφει το ποίημα Σαλώμη και πρόκειται για μία από τις πρώτες νεοελληνικές εκδοχές του μύθου, έστω κι αν αυτό το ποίημα θα παραμείνει ανέκδοτο ως το θάνατό του. Ο τίτλος του δεν είναι άλλος από ένα γυναικείο όνομα. Η Σαλώμη, όπως όλοι γνωρίζουμε, ζήτησε από τον Ηρώδη το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. 


Ο Καβάφης γράφει το ποίημα Σαλώμη έχοντας υπ’ όψιν του την ευαγγελική διήγηση (όπου, ας σημειωθεί, δεν αναφέρεται το όνομα Σαλώμη, αλλά «θυγάτηρ της Ηρωδιάδος» και «κοράσιον»). Η χρονιά, όμως, συγγραφής του ποιήματος, έχει τη σημασία της, καθώς στις 11 Φεβρουαρίου 1896 ανεβαίνει στο παρισινό θέατρο η Σαλώμη του Oscar Wilde. Όπως έδειξε η Diana Haas, μελετώντας το αρχείο του ποιητή, ο Καβάφης έχει αντιγράψει από την ίδια εφημερίδα ένα απόσπασμα από άρθρο του Jeun Laurain με τίτλο «Η Σαλώμη και οι ποιητές της», το οποίο αναφέρεται σε υποτιθέμενη ιστορία από απόκρυφο ευαγγέλιο της Νουβίας. Σύμφωνα με την πληροφορία του Laurain, η Σαλώμη δωρίζει το κεφάλι του Ιωάννη σε νεαρό έλληνα σοφιστή που περιφρονεί τον έρωτα. Και όταν ο υπηρέτης του φέρνει την άλλη μέρα το κεφάλι τής χωρίς ανταπόκριση ερωτευμένης νέας, ο νεαρός διατάζει αηδιασμένος να πάρουν από μπροστά του το «αιματωμένο πράγμα» και επιστρέφει στην ανάγνωση του Πλάτωνα. 
Είναι προφανές ότι η αποτομή της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου είναι απλώς η αφορμή, για μια σειρά καλλιτεχνών στα τέλη του 19ου αιώνα, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ, απ’ όπου εμπνέεται και ο Καβάφης. 
Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι τον Σεπτέμβριο του 2013 δημοσιεύτηκε μια εργαστηριακή άσκηση φοιτητών του Πανεπιστημίου Τεχνών Μουσασίνο, στο Τόκυο της Ιαπωνίας, με θέμα: Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΣΤΟ ΤΟΚΥΟ - ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ANIMATION ΒΑΣΙΣΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ. Ανάμεσα στα Καβαφικά ποιήματα που έγιναν animation ήταν και η Σαλώμη! 
Στα 1917 ο Καβάφης μας δίνει τον «Συμεών», πάλι από τα Κρυμμένα. Ο Καβάφης αναφέρεται στον γνωστό χριστιανό ασκητή Συμεών τον Στυλίτη τον Πρεσβύτερο (περίπου 389-459), τον σημαντικότερο εκπρόσωπο αυτής της ασκητικής ακρότητας, του Στυλιτισμού, τη μνήμη του οποίου εορτάζει η Εκκλησία την 1η Σεπτεμβρίου. 


Ο ποιητής εστιάζει στο γεγονός της παραμονής του ασκητή πάνω σε ένα στύλο, για τριάντα πέντε χρόνια, το οποίο και αποτελεί στοιχείο που τον εκπλήσσει και τον εντυπωσιάζει: «… τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου − / χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε /χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο ζει και μαρτυρεί. / … πριν γεννηθούμ’ εμείς, φαντάσου το, / ανέβηκε ο Συμεών στον στύλο /κ’ έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό…». 
Ο Καβάφης σημειώνει κι ένα άλλο στοιχείο, που αναφέρεται στο Συναξάρι του Αγίου: τους πιστούς Χριστιανούς οι οποίοι συγκεντρώνονταν κάτω από τον στύλο του Αγίου για να τον δουν και να παρηγορηθούν πνευματικά. 
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Καβάφης γνωρίζει την περίπτωση του κορυφαίου εκπροσώπου των στυλιτών Αγίων, του Συμεών, και τον εντάσσει μέσα στην προσωπική του θα λέγαμε «μυθολογία». Πάντως η Diana Haas παρατηρεί για το ποίημα ότι ο Καβάφης «στη σκηνοθεσία του “Συμεών”, το κέντρο του ενδιαφέροντος έχει μετατεθεί, από το μεταφυσικό “ύψος” του ασκητή αγίου στο εγκόσμιο επίπεδο των ανθρώπινων ασχολήσεων και “μικροτήτων” μεταφορικά, δηλαδή, αλλά και κυριολεκτικά έχει προσγειωθεί». 
Φαίνεται, όμως, ότι ο Καβάφης γνωρίζει και τον «Συμεών» του Τέννυσον. 
Ο άγγλος ποιητής Άλφρεντ Λορντ Τέννυσον (1809-1892) έγραψε τον δραματικό μονόλογο “Άγιος Συμεών ο Στυλίτης” το 1833,σε ηλικία 24 ετών, και τον συμπεριέλαβε στη συλλογή του Ποιήματα που εξέδωσε το 1842. 
Ο Καβάφης, προσεκτικός αναγνώστης της ποίησης του Τέννυσον και επηρεασμένος βαθιά από αυτόν, πίστευε πως το ποίημα τούτο του Τέννυσον «δεν είναι άξιον του θέματος», πως ο δραματικός μονόλογος χρησιμοποιήθηκε «με τρόπο κοινό, σχεδόν τυχαίο», και πως μολονότι περιέχει «μερικούς καλοφτιαγμένους στίχους πέφτει ως προς τον τόνο». Μπορούμε να πούμε ότι ο Συμεών του Καβάφη είναι η απάντηση του Αλεξανδρινού στον μεγάλο Άγγλο τεχνίτη του στίχου. 
Τον Απρίλιο του 1920 ο Καβάφης μας δίνει το ατελές ποίημα «Αθανάσιος». Αναφέρεται στο διπλό γεγονός της δίωξης του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αθανασίου και του θανάτου του Ιουλιανού. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην τέταρτη εξορία του Αθανασίου, αυτή που του επιβλήθηκε επί Ιουλιανού. Ο Αθανάσιος ήδη το φθινόπωρο του 362, είχε εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια και κρυβόταν στην έρημο της Θηβαΐδας, ενώ τα όργανα του Ιουλιανού τον κατεδίωκαν για να τον σκοτώσουν. Δεν κατάφεραν όμως να τον βρουν. Κι είναι αυτή η καταδίωξη του Αθανασίου, στην οποία αναφέρεται και το ποίημα. 


Έχει μεγάλη σημασία το πώς εκφράζεται ο ποιητής για τον Αθανάσιο: «ὁ τὴν ὀρθὴν πίστιν τηρῶν», καθώς πράγματι η μεγάλη προσφορά του Αθανασίου αφορά στον αγώνα του για την «ορθή» πίστη μέσω της αντιμετώπισης της αίρεσης του Αρειανισμού. 
Ο ποιητής εστιάζει στην συναισθηματική-ανθρώπινη κατάσταση του Μεγάλου Αθανασίου και στη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται. Ο Αθανάσιος «ὁ ἐνάρετος, ὁ ευσεβής» παρουσιάζεται καταδιωκόμενος «φυγὰς καὶ ταλαιπωρημένος», μέσα σε μία «σαθρὴ βάρκα», με άνεμο αντίθετο να προσεύχεται, με «θλιμμένο βλέμμα», ενώ «λίγη ἐλπὶς ὑπῆρχε νὰ σωθεῖ». Από την άλλη, ο ποιητής χρησιμοποιεί μόνο μία λέξη και μάλιστα αρνητικά φορτισμένη για τον Ιουλιανό, «τὸ κάθαρμα», και αφιερώνει σ’ αυτόν μόνο ένα στίχο, αυτόν που αναγγέλλει τον θάνατό του. 
Στο Ἀθανάσιος ο Καβάφης οδηγεί τον αναγνώστη αβίαστα στο συμπέρασμα πως ο θάνατος του διώκτη οδηγεί στη σωτηρία του θύματος. Και πράγματι, μετά το θάνατο του Ιουλιανού, ο Αθανάσιος και γλύτωσε και «τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων ἐγκρατὴς ἐγένετο». Ο Καβάφης «χρησιμοποιεί» τον Αθανάσιο, για να φωτίσει το ιστορικό γεγονός του θανάτου του κεντρικού προσώπου της σειράς των «Ιουλιανών» ποιημάτων του, επιλέγει δηλαδή το «δευτερεύον» - ποιητικά - προσώπου, για να φωτίσει το «κύριο». Σύμφωνα με την παράδοση ο Αθανάσιος στην Αίγυπτο διαισθάνθηκε το θάνατο του Ιουλιανού του Παραβάτη στη Μεσοποταμία. 
Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η «χρήση» του Ιουλιανού από τον Καβάφη. Ο παραβάτης αυτοκράτορας πρωταγωνιστεί σε πολλά καβαφικά ποιήματα, λες κι ο Καβάφης εντυπωσιάζεται από την τόλμη του Ιουλιανού να διώξει τον χριστιανισμό που είχε ήδη επιβληθεί στην αυτοκρατορία και να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία. Σίγουρα, πάντως, ο Καβάφης ενδιαφέρεται πολύ γι’ αυτή την ιστορική μετάβαση από τον αρχαίο στον χριστιανικό κόσμο. 
Αυτό φαίνεται έντονα στο ποίημα Oι Άγιοι Επτά Παίδες, που έγραψε ο Καβάφης τον Ιανουάριο του 1925 και ανήκει στα «Ατελή». Επτά παιδιά, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δεκίου (251) για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από σχεδόν 200 χρόνια, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (445). 


Μάλιστα, το "ξύπνημά" τους ήταν απτό δείγμα της ανάστασης των νεκρών, που την εποχή εκείνη αμφισβητούσε μια αίρεση. Η Εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων δύο φορές το χρόνο. Στις 4 Αυγούστου και στις 22 Οκτωβρίου. 
Ο Καβάφης εμπνέεται από τον Συναξαριστή, αφού στην Βιβλιοθήκη του βρίσκουμε και τους τρεις τόμους του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, σε μία έκδοση του 1868 στη Ζάκυνθο. Στον Καβάφη οι Άγιο Επτά Παίδες εν Εφέσω είναι σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. 
και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 
Ο Καβάφης λίγους μήνες πριν πεθάνει, συγκεκριμένα μεταξύ Νοεμβρίου 1932 και Απριλίου 1933 (πέθανε στις 29 Απριλίου 1933, ημέρα των γενεθλίων του) έγραψε το τελευταίο ποίημα της ζωής του, το οποίο δεν πρόλαβε να το δημοσιεύσει σε μονόφυλλο, όπως συνήθιζε, με τον τίτλο "Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας". 


Μία παρατήρηση εδώ που χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης: Η Αντιόχεια είναι η πόλη του Καβάφη! Έχει αφιερώσει σ' αυτήν την σημαντική πόλη αρκετά ποιήματα, παρ' ότι δεν πήγε ποτέ! 
Είχε, όμως, κατανοήσει την ξεχωριστή ιστορική θέση της ανά τους αιώνες. Είναι γι' αυτόν "η μοιραία πόλις", η πόλη με τον "περιλάλητο βίο", είναι η "περιώνυμος Αντιόχεια", η "παλαιόθεν ελληνίς". 
Το τελευταίο ποίημα του Αλεξανδρινού αναφέρεται σε ιστορικό περιστατικό του 362 μ.Χ., όπως μας το παραδίδουν εκκλησιαστικοί ιστορικοί του 4ου μ.Χ. αιώνα. Ο Ιουλιανός επισκέπτεται την Αντιόχεια ως αυτοκράτωρ, όταν μαθαίνει πως οι ιερείς του Απόλλωνα δεν θέλουν να δώσουν χρησμό, γιατί εκεί κοντά στο άλσος της Δάφνης, προάστιο της Αντιόχειας, ήταν θαμμένος ο μάρτυρας και επίσκοπος της Αντιόχειας Βαβύλας. Εκνευρισμένος ο Ιουλιανός διατάζει να μεταφέρουν οπωσδήποτε σε άλλο μέρος το λείψανό του. Πραγματικά οι χριστιανοί μεταφέρουν αλλού το λείψανο του μάρτυρα Βαβύλα. Όμως μέσα στη δίνη εκείνων των γεγονότων συνέβη κάτι αναπάντεχο: ξέσπασε μία μεγάλη φωτιά. Ο Ιουλιανός διέδωσε πως οι χριστιανοί έβαλαν τη φωτιά όμως ο Καβάφης παίρνει το μέρος των χριστιανών: «Aς πάει να λέει. / Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει. / Το ουσιώδες είναι που έσκασε». 
Στη διαμάχη Ιουλιανού-Βαβύλα, ο Γιώργος Σεφέρης παρατηρεί πως ο Καβάφης τάσσεται αναμφισβήτητα με τον Βαβύλα . Όμως γιατί ο Σεφέρης υποστηρίζει την άποψη πως ο Αλεξανδρινός θεωρεί τον Βαβύλα δικό του; Η απάντηση του είναι ξεκάθαρη. Το λείψανο του μάρτυρα Βαβύλα του θυμίζει έντονα την τραγική κατάληξη της ζωής που δεν είναι άλλη από το θάνατο. Συλλογιζόμουν» γράφει ο Σεφέρης «τον τελευταίο καιρό του Καβάφη καθώς τριγύριζε από εξάντληση σε εξάντληση, ή από νοσοκομείο σε νοσοκομείο· όχι πια ένα γερασμένο σώμα, αλλά ένα λείψανο, ένας Βαβύλας. Κανείς δεν ξέρει με τι παράξενα αποθέματα μέσα στο θάλαμο ή έξω από το κατώφλι της συνείδησης γίνεται ένα ποίημα».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ 


Στο περίφημο ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, το οποίο, ως γνωστόν, είναι δομημένο βιβλικά, θα λέγαμε, και εμπνευσμένο από την υμνολογία της Εκκλησίας, διαβάζουμε στο ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ: 
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη 
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης 
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ' αλώνια 
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε 
Και ακολουθούν οι Χαιρετισμοί του Ελύτη στην ιδανική κόρη, κατά μίμησιν των Χαιρετισμών της Παναγίας. 
Ο Ελύτης εδώ μνημονεύει τους Αγίους Ιουλίτα και Κήρυκο, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστοί ευρύτερα. Μητέρα και τριετής γιός, που μαρτύρησαν επί Διοκλητιανού, στο τέλος του 3ου αιώνα. Εικάζω ότι μπορεί να επηρεάστηκε εδώ από μια αναφορά του αγαπημένου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στους αγίους, στο διήγημά του «Στο Χριστό στο κάστρο». 
Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι θαυμαστής του βυζαντινού υμνογράφου και ποιητή των Κοντακίων Αγίου Ρωμανού του Μελωδού και μάλιστα του έχει αφιερώσει ένα πολύ ιδιαίτερο δοκίμιο, που το έγραψε το 1975, πριν 50 χρόνια. 
Το δοκίμιο αποκαλύπτει μια ξεχωριστή ποιητική σχέση με εφαλτήριο τη γλώσσα. Ο Ελύτης θεωρεί πως ο Ρωμανός «παραμένει μοναδικός, ο πλησιέστερος και προς τους αρχαίους και προς τους σύγχρονους ποιητές μας· ένας κρίκος ανοξείδωτος ανάμεσα σε δύο μεγάλες περιόδους ενός και του ίδιου πολιτισμού… πρόκειται για ρήσεις όπου τα μέταλλα της γλώσσας και των εικονιστικών στοιχείων συγχωνεύονται. Και όπου η διατύπωση μιας αλήθειας είναι και η διέγερση ενός κόσμου αφομοιώσιμου από την προσληπτικότητα της φαντασίας μας. Αυτές είναι που ψηλαφώ τώρα στο Ρωμανό…»
Artwork: Ιωάννης - Πορφύριος Καποδίστριας 

Στο δοκίμιο, το θέμα του Ελύτη είναι κυρίως η γλώσσα του Ρωμανού. Έτσι, ο ποιητής παραθέτει κι ένα «πρόχειρο», όπως το χαρακτηρίζει, «Γλωσσάριο» του Ρωμανού, το οποίο καταδεικνύει την επιμέλεια του Ελύτη και την ουσιαστική προσέγγισή του στην ποίηση του βυζαντινού υμνογράφου. Επίσης, παραθέτει στίχους και ημιστίχια με εκφραστικές επιτυχίες του Ρωμανού, ο οποίος «σαν χειριστής του γλωσσικού οργάνου, έφτασε χάρη στην ιδιοφυΐα του, ν’ αγγίζει τη σπανιότητα στην έκφραση και να τη συλλάβει αυτογέννητη, ταυτισμένη με την υπερβατική εικόνα». 
Στο δοκίμιο συναντάμε και την εμβληματικὴ γνωμάτευση του Ελύτη: «Το σχέδιο διαγράφεται καθαρά στον ποιητικό ορίζοντα: τρεις κολώνες που συγκρατούν τις καμπύλες των αψίδων σε μίαν από τις προσόψεις του ενιαίου ελληνικού λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κάλβος». 
Σύμφωνα με τον Ελύτη, ο Ρωμανός «επέτυχε να διατηρήσει και ν’ ανανεώσει τους εκφραστικούς πυρήνες που πρέπουν στο ήθος του ελληνικού λόγου. Και αυτός θεμελίωσε αρχιτεκτονήματα που ο ίδιος σχεδίασε πάνω στις ανάγκες της συγγραφικής του αποστολής». 
ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ 
Οι αναφορές στην Αγία Μαρίνα, μια δημοφιλή αγία του καλοκαιριού (17 Ιουλίου) είναι πολλές και διάσπαρτες: Ήδη στο Άξιον εστί
Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου 
μυστικά να διαβαίνουνε 
φάροι ψηλοί ξωμάχοι Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα 
Τ' άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά ... 
Στον Μικρό Ναυτίλο η Αγία Μαρίνα έχει την τιμητική της: 
Τα παμπάλαια πράσινα και τα χρυσά κείνα που μέσα μας 
Έχουν παντοτινές δεκαεφτά Ιουλίου. 
Ν' ακουστεί και πάλι της Αγίας Μαρίνας το νερό στις πέτρες 
Στον Ταξιδιωτικό του Σάκο ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΈΡΑΤΑΙ, ένα από Τα Στιγμιότυπα είναι το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας στα Μυστεγνά της Λέσβου, από την οποία είχε καταγωγή ο Ελύτης: 
ΜΥΤΙΛΗΝΗ 
Στα Μυστεγνά, πρωί, ανεβαίνοντας τους ελαιώνες για το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας. Το βάρος που νιώθεις να σου έχει αφαιρεθεί σαν αμαρτία ή τύψη και χωνεύεται από το χοντρό χώμα, λες και το τραβά η μεγαθυμία των προγόνων. 


Στα Ρω του Έρωτα συναντούμε το απίθανο Ντούκου ντούκου μηχανάκι. Τραγούδι, περισσότερο, παρά ποίημα. Με την τελευταία στροφή - προτροπή για να πάμε στην Αγια - Μαρίνα. 
Και τέλος, στα δημόσια και τα ιδιωτικά 
...Με τον ίδιο τρόπο που σ' ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο. 
Οι άγιοι της 2ας Νοεμβρίου, οι αθλήσαντες εν γη Περσίας. Ακίνδυνος, Πηγάσιος, Αφθόνιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος, είναι οι άγιοι της ημέρας των γενεθλίων του Ελύτη (γεννήθηκε 2 Νοεμβρίου 1911). Έτσι προέκυψε το ποίημα ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ, του Οδυσσέα Ελύτη από ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ. 
Ο ποιητής - ποιητική αδεία, προφανώς - κάνει το πεντάριθμον σύνταγμα των μαρτύρων τριάδα! Ο Πηγάσιος και ο Αφθόνιος τίθενται εκτός. Αισθητική, μα όχι μόνο, θαρρώ, η προτίμηση. Θα 'λεγε κανείς πως ο ποιητής καταθέτει την "αφοβιά" - Ακινδύνου, την ελπίδα - Ελπιδοφόρου - και την ελευθερία - Ανεμποδίστου, σαν προμετωπίδα στο ταξίδι του που μέλλει να κάνει με μια βάρκα...
 

Ο στίχος από το ποίημα, "Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει", μου θυμίζει το Παύλειον προς Αθηναίους: "ον αγνοούντες ευσεβείτε" (Πραξ. ιζ' 23). 
Μα υπάρχει κι άλλο ένα στοιχείο που ενώνει Ελύτη και τους Αγίους της 2ας Νοεμβρίου, που δεν ξέρω πόσο το γνώριζε ο ποιητής. 
Στην αγαπημένη του Λέσβο, απ' όπου και καταγόταν, στην κοινότητα Μιστεγνά κάθε τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα γιορτάζουν στο μικρό ξωκλήσι, το χαμένο μες στους ελαιώνες, τη μνήμη των Αγίων Ακινδύνων με θυσία ταύρου! Όπου "Άγιοι Ακίνδυνοι" η πενταυγής ομήγυρις των μαρτύρων της 2ας Νοεμβρίου. Γι' αυτό το λαϊκό δρώμενο με ρίζες ειδωλολατρικές, συνδυαζόμενο με μνήμη αγίων.
Πάντως στο ποίημα "Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου" κυριαρχεί το θέρος! "Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος...", επαναλαμβάνει ο ποιητής και γενικά το κλίμα του ποιήματος μόνο Νοέμβριο δεν θυμίζει... 
Ας κρατήσουμε τον στίχο του ποιητή από το ποίημα των αγίων των γενεθλίων του: 
Δεν εγεννήθηκα ν' ανήκω πουθενά. 
Τιμαριώτης τ' ουρανού κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ 
Στα δίκαιά μου.
________
Κείμενο του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου στο πλαίσιο της διάλεξης με θέμα «Το Θρησκευτικό στοιχείο στη νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση» του κύκλου διαλέξεων «Καιρός του Ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου που πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Απόσπασμα της ομιλίας δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο Πολυμερώς και πολυτρόπως της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

"ΜΙΑ ΝΥΞ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΙΝΤΕΡΙ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ (ΒΙΝΤΕΟ)


Μια νυξ εις το Καλιντέρι (1885-1886;)
Από το βιβλίο: Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003. 
Διαβάζει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
Από την εκδήλωση "Ο Καβάφης της Συρίας και της Μέσης Ανατολής", που παρουσίασε το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στον πολυχώρο "Αγγέλων Βήμα" στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της διοργάνωσης "Το μικρό Παρίσι των Αθηνών"
Σχεδιασμός: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 
Το πεζό του Καβάφη συνοδεύεται από πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Λεωνίδα Κανάρη.
Τραγουδούν: Δάφνη Πανουργιά, Παναγιώτης Ανδριόπουλος. 
Πιάνο: Πέτρος Μπούρας


Κ.Π. Καβάφης: Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Mίαν καλοκαιρινήν νύκτα, μίαν από τας εξημμένας εκείνας νύκτας του Aυγούστου, όπως ο καύσων ήτο πολύ επαισθητός εν τη οικία, απεφάσισα να υπάγω εις το Kαλιντέρι να αναπνεύσω ολίγον καθαρόν αέρα, και αν εύρω ανοικτόν εκεί το καφενείον του Aντώνη να καθίσω να πάρω ένα καφέν.
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος. 
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των. 
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου. 
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.


Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου. 
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην; 
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.


Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα, 
τον ήλιο ακόμη ας χαρή! 
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ― 
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.  

Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς». 
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου. 
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου. 
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε, 
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι 
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς. 
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα, 
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα 
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς. 
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία. 
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Διαδικτυακή στρογγυλή τράπεζα: «Το θρησκευτικό στοιχείο στη νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση» (Βίντεο)


Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου
Την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη εκδήλωση του φετινού κύκλου «Καιρός του ποιήσαι», και συγκεκριμένα η στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Το θρησκευτικό στοιχείο στη νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση» με συμμετοχή της Μαγδαληνής Θωμά (Δρ. Φιλολογίας, Συγγραφέως) και του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου (Θεολόγου, Μουσικού και Συγγραφέως) ως ομιλητών και συντονιστή της συζήτησης τον Μάριο-Κυπαρίσση Μώρο (Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας, μεταδιδακτορικό ερευνητή ΑΠΘ). 
Μιλώντας πρώτος, ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος ανέλυσε τις θρησκευτικές αναφορές του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναφερόμενος στις ιστορικές του προσεγγίσεις, στην βαθιά γνώση του πάνω στην εκκλησιαστική γραμματεία αλλά και στο διεθνές καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής του και στο ενδιαφέρον του για τη σχέση ανάμεσα στον κόσμο του Χριστιανισμού και τον Αρχαιοελληνικό, που αποτυπώνεται ιδιαίτερα στην προσέγγιση του στον Ιουλιανό τον Παραβάτη, ενώ διάνθισε την ανάλυση του με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από τη ζωή του ποιητή. Προχωρώντας στον Οδυσσέα Ελύτη, στάθηκε στο μεγάλο ενδιαφέρον του για τον Ρωμανό τον Μελωδό ως γλωσσικού συνδέσμου ανάμεσα στον αρχαίο και τον Χριστιανικό κόσμο, στις αναφορές του στην αγία Μαρίνα μέσα από λαϊκά έθιμα των νησιών του Αιγαίου και εν τέλει στους «λιγότερο γνωστούς» αγίους Ακίνδυνο, Ελπιδηφόρο και Ανεμπόδιστο, των οποίων τα ονόματα συσχετίζει με μια ευοίωνη κίνηση προς το μέλλον. 
Παίρνοντας τον λόγο, η Μαγδαληνή Θωμά παρουσίασε διεξοδικά το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Στην Αγι-Αναστασά», αναλύοντας τη σχέση της λόγιας γλώσσας με την ντοπιολαλιά στο Παπαδιαμάντειο έργο, τον τρόπο που κινεί ο συγγραφέας τους ήρωες του, την πλοκή λόγου και αντιλόγου που αντικατοπτρίζει την αντιπαράθεση των δυο κόσμων, Ανατολής και Δύσης, τη χρήση των αριθμών ως κεντρικού στοιχείου δόμησης του κειμένου, και τις αναφορές σε αρχαίους και χριστιανικούς μύθους. Σχολίασε την ιχνηλασία εθνικών χαρακτηριστικών μέσα από τις τοπικότητες που παρατηρείται στο έργο του Παπαδιαμάντη, το ψυχαναλυτικό υποσυνείδητο της αφήγησης, ιδιαίτερα έκδηλο στις περιγραφές ονείρων και σε ιδέες όπως η απώλεια του «ορθού» δρόμου και η παρέκκλιση του εαυτού, και εν τέλει την ανίχνευση του ίδιου του Παπαδιαμάντη ως ενός από τους ήρωες του κειμένου. 
Παραθέτουμε το βίντεο της εκδήλωσης, όπως έχει αναρτηθεί στο κανάλι της Ακαδημίας. 


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

ΓΙΑ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ


Η δεύτερη εκδήλωση του φετινού κύκλου «Καιρός του ποιήσαι», της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025 στις 7 μ.μ. και θα είναι στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Το θρησκευτικό στοιχείο στη νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση». 
Θα συμμετάσχουν ως ομιλητές η Μαγδαληνή Θωμά (Δρ. Φιλολογίας, Συγγραφέας) και ο Παναγιώτης Α. Ανδριόπουλος (Θεολόγος, Μουσικός και Συγγραφέας), Συντονιστής της συζήτησης θα είναι ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος (Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας, μεταδιδακτορικός ερευνητής ΑΠΘ). 
Ο σύνδεσμος για την παρακολούθηση της εκδήλωσης είναι https://us06web.zoom.us/j/84696675927. 
Η στρογγυλή τράπεζα θα εξερευνήσει το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίηση του Κ. Π. Καβάφη και του Οδυσσέα Ελύτη και στην πεζογραφία του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. 
Οι δύο μεγάλοι ποιητές εμπνεύστηκαν από αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έγραψαν ποιήματα ή δοκίμια γι’ αυτούς, ενώ διάσπαρτες αναφορές υπάρχουν σε διάφορα έργα τους. Οι προσεγγίσεις τους δεν είναι θεολογικές, αλλά περισσότερο ποιητικές, καθώς βλέπουν τους αγίους από μια δική τους εξαιρετικά ενδιαφέρουσα οπτική γωνία. Στον Καβάφη υπερισχύει το ιστορικό στοιχείο («Συμεών», «Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω», «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» κ.α.), ενώ στον Ελύτη το γλωσσικό και το «απόθετον κάλλος» («Ρωμανός ο Μελωδός», «Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου» κ.ά.).
Αντίστοιχα, στον Παπαδιαμάντη ένα γλωσσικό παλίμψηστο έρχεται να εκφράσει ένα πνεύμα μεταβάσεων: διαστρωματώνοντας τον εκκλησιαστικό λόγο και τις προφορικές ντοπιολαλιές, η γλώσσα του Παπαδιαμάντη συνθέτει ένα αμάλγαμα ετερόκλητων στοιχείων που επικοινωνούν μεταξύ τους αριστοτεχνικά. Σε κείμενα όπως «Στην Αγι-Αναστασά» αναδεικνύεται το παιχνίδι των υποκαταστάσεων ανάμεσα σε έμψυχα και άψυχα, πρόσωπα και κτίσματα, που διαμορφώνουν ένα πεδίο συμβολισμών. Το ονειρικό νυχτερινό κάδρο της ιστορίας δημιουργεί ένα πλαίσιο μετάβασης από τη μια τοποθεσία στην άλλη, από τον ένα ιερό ναό στον άλλο, προκειμένου να γιορταστεί η Ανάσταση σε μέρη όπου οι βασικοί χαρακτήρες μοιράζουν διαγκωνιζόμενοι τα καθήκοντά τους. Η λειτουργία αυτή της μίμησης και της παρωδίας ή εξύμνησης, μαζί με την αντίστοιχη της συμπερίληψης και συμπύκνωσης, ακολουθεί τα μονοπάτια του ονείρου και στην πράξη. 
Η Μαγδαληνή Θωμά είναι Δρ. Φιλολογίας. Έχει διδάξει Νεοελληνική Γλώσσα στα Τμήματα Μητρικής Γλώσσας του Μπορντώ και της Λίλλης, στο Liceo Classico «Marco Foscarini» της Βενετίας, στο Κλασικό Λύκειο της Βιτσέντσας, στο Κλασικό Λύκειο του Καστελφράνκο, στο Κέντρο Γλωσσών και στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Τάρτου της Εσθονίας. Έχει δημοσιεύσει δυο μυθιστορήματα, μια νουβέλα, καθώς και τρία βιβλία μεταφρασμένης (από το πρωτότυπο) εσθονικής λογοτεχνίας. Διηγήματα και κριτικές της παρουσιάσεις έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων και συνεργάτις της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου. 
Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα σπούδασε βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και έχει τραγουδήσει έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 ίδρυσε το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», με το οποίο παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό πρωτότυπες παραγωγές και τη διετία 2017-2019 συνεργάστηκε με τον διάσημο χορογράφο και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan, πραγματοποιώντας διεθνή περιοδεία. Συμμετέχει με ανακοινώσεις του σε επιστημονικά συνέδρια, ενώ μελέτες του για τη θεολογία και τον πολιτισμό έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους επιστημονικούς τόμους. Διατηρεί το ιστολόγιο Ιδιωτική Οδός και τον ιστότοπο Φως Φαναρίου (ο οποίος καλύπτει αποκλειστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Επιμελείται και παρουσιάζει τη διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης. Κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Ελληνορωσικά» (εκδόσεις s@mizdat, 2022) και «Τα Χατζιδακικά» (ιδιωτική έκδοση, 2023) και «Νιγηρίας Αλεξάνδρου Παρακαταθήκες» (Έκδοση Ι. Ναού Αγ. Γεωργίου Ν. Ψυχικού, 2024).

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2025

"ΤΡΕΙΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΟΛΟΧΡΥΣΕΣ..." - Μικρό αφιέρωμα στους Τρεις Ιεράρχες

«Οι Τρεις Ιεράρχες και σκηνές του βίου τους» - Μουσείο Ζακύνθου.
 Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. Αρχές 18ου αι.

Το φύλλο 2588 της εφημερίδας Τηλέγραφος της Αλεξάνδρειας.
Περιέχει, στην πρώτη σελίδα, το άρθρο του Καβάφη
«Οι Βυζαντινοί ποιηταί», το οποίο φέρει την υπογραφή «Κ.Φ.Κ.».

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σε ένα πεζό κείμενό του με τον τίτλο "Οι Βυζαντινοί ποιηταί" (πρωτοδημοσιευμένο στην εφημερίδα "Τηλέγραφος" της Αλεξάνδρειας, 11/23 Απριλίου 1893), ο Κ.Π. Καβάφης επιχειρεί μια "σύντομον, συντομωτάτην σκιαγραφίαν της Bυζαντινής ποιήσεως", όπως γράφει ο ίδιος στο τέλος του συγκεκριμένου κειμένου, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι "εξ αυτής ο αναγνώστης θα εννοήση ότι το αντικείμενον είναι εκτενές και άξιον της σπουδής των ημετέρων λογίων."
Το ενδιαφέρον είναι ότι στο πεζό αυτό ο Αλεξανδρινός ποιητής αναφέρεται και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος υπήρξε, ως γνωστόν, και σπουδαίος ποιητής. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Καβάφης παραθέτει την γνώμη του μεγάλου ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος βασίζεται σε μελέτες της εποχής του, που συγκρίνουν την ποίηση του Αγίου με αυτήν του Λαμαρτίνου.
Ο Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine (21 Οκτωβρίου 1790 – 28 Φεβρουαρίου 1869), γνωστός στην Ελλάδα ως Λαμαρτίνος, ήταν Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, ιστοριογράφος και πολιτικός, από τα μεγαλύτερα ονόματα του ρομαντισμού στην Γαλλία.
Όμως ο Καβάφης είναι γνώστης και της γενικότερης έρευνας του καιρού του. Γι' αυτό και ξέρει και το έργο που αποδιδόταν στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Γράφει:  "Περιήλθε δ’ εις ημάς δράμα του 11ου ή 12ου αιώνος επιγραφόμενον Xριστός Πάσχων, το οποίον είναι έργον με αξίαν και διά πολύν καιρόν απεδίδετο εις τον κάλαμον του αγ. Γρηγορίου του Nαζιανζηνού."


Αλλά ας δούμε τι γράφει ακριβώς ο Καβάφης για την ποίηση του Γρηγορίου: 
H χριστιανική ποίησις του Γρηγορίου του Nαζιανζηνού εθαυμάσθη υπό των λογίων πασών των εποχών, και εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις συνεκρίθη προς την ποίησιν του… Λαμαρτίνου. Iδού πώς εκφράζεται περί αυτής εν τη Iστορία του Eλληνικού Έθνους ο κ. Παπαρρηγόπουλος: «Tα έπη ταύτα ωνομάσθησαν υπό της νεωτέρας κριτικής Θρησκευτικαί μελέται εξ αναλογίας των Ποιητικών Mελετών του Λαμαρτίνου· διότι τωόντι μεγάλη μεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της φύσεως των δύο ποιητών και των χρόνων καθ’ ους εκάτερος έζησεν, ουδέν ήττον όμως παρετηρήθη ευλόγως, ότι τα του Γρηγορίου έπη έχουσι πολλάκις παράδοξον οικειότητα προς τας περιπλανήσεις της φαντασίας του ποιητού εκείνου της σκεπτικής και κόρου μεστής ηλικίας του αιώνος ημών. Yπάρχουσι μάλιστα τινά των επών τούτων τα οποία ο περί τα τοιαύτα τοσούτον έμπειρος Oυϊλλεμαίνος δεν εδίστασε να αποκαλέση προδρόμους των θελκτικωτέρων στεναγμών της μελαγχολικής των καθ’ ημάς χρόνων μούσης, ει και αποπνέοντα πίστιν εισέτι νεαράν και αφελή εν τω θορύβω αυτής. Eις τα έπη ταύτα επανθεί επαφρόδιτόν τι μίγμα αφηρημένων ιδεών και πραγματικών συγκινήσεων, γοητευτική δέ τις αντίθεσις των καλλονών της φύσεως προς την ταραχήν καρδίας, ήτις, βασανιζομένη υπό του αινίγματος της υπάρξεως ημών, ζητεί καταφύγιον εν τη πίστει».
(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)

Λάβαρο των Τριών Ιεραρχών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 

Ελ. Μάινας
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Τρεις μέλισσες ολόχρυσες
στ’ άνθη της ροδωνιάς
συλλέγουνε τη γύρη τους,
χορεύουν μουσικά,
τρεις ήλιους πλάθουν τα κεριά
στο σκότος λάμψη μία.

Ελένη Αρβελέρ
ΕΝΔΟΞΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟΣ 
Καβαφική κρυπτομνησία

Ἀπὸ Ἀντιόχεια, Ἀλεξάνδρεια, καὶ πιὸ πέρα ἀκόμη, 
ἀσθμαῖνον ἔφτασε τὸ ἑλληνίζειν μέσα στὴ Νέα Ρώμη. 
Βασιλικὰ τὸ ὑποδέχθηκε ὁ Ἰουλιανός, 
μὲ σθένος τὸ διεκδίκησε ὁ Ναζιανζηνός, 
καὶ τέλος ὁ Βασίλειος, στῶν Νέων τὴν παιδεία, 
κράτησε τὸ ἀπόσταγμα ἀπ᾿ τὴν παλιὰ σοφία, 
αὐτὴν πού, «ἔξω καὶ θύραθεν», εἶπε ἡ ἐκκλησία. 

Γκρέμισε ὁ Θεοδόσιος ναούς, ἱερά, βωμοὺς 
(Τὰ ἀγάλματα συντρίμμια, σωρὸς ἄμορφος λίθων), 
τοὺς ἀγωνιστικοὺς τῆς Ὀλυμπίας κατήργησε θεσμούς, 
ἔψεξε κι ὁ Χρυσόστομος τῶν Ἀθηνῶν τὸν τύφον, 
ἐνῶ ἡ Πυθία ἔβγαζε παράξενους χρησμούς, 
λὲς κι εἶχε τὸν Ἀπόλλωνα κατατροπώσει ὁ Πύθων. 

Θρίαμβο τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶπαν τὴν ἐποχή. 
Μόνο τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν δεκτὴ ἡ προσευχή. 
Ὁ τρόμος τῶν Αἱρετικῶν καὶ τῶν Βαρβάρων, ἴσος· 
ὁ ἀρχαῖος κόσμος χάλασμα, γύρω φόβος καὶ μίσος. 

Μὰ ἀπ᾿ τὶς παλιὲς περγαμηνές, μέσα στὰ μοναστήρια, 
σὰν τὸν Χριστὸ ἀναστήθηκε νέος ἑλληνισμός, 
ἔνδοξος, οἰκουμενικός, ὁ Βυζαντινισμός. 
Ἡ Ρωμιοσύνη δηλαδή, ποὺ πάθη ἔζησε μύρια. 

Κλαίει κι ἀναστενάζει τώρα ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὰ βάθη, 
ὅποιος τὰ βάσανά της δεῖ, καὶ τὸν καημό της μάθει.

[Ελένη Αρβελέρ, Το άγνωστο Βυζάντιο]


Κάλαντα Τριών Ιεραρχών, Κοτυώρων Πόντου 

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρείαν 
πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ την πόλη την αγίαν. 
Στον δρόμο που επήενεν βλέπει τον Ιωάννην, 
ομού με τον Γρηγόριο και τον εχαιρετάει: 
Ώρα καλή, Γρηγόριε, Τριάδος της Αγίας 
και του Χριστού υπέρμαχε και της Υπεραγίας. 
Χαίρε κι εσύ, Χρυσόστομε, 
μέγιστε και φωστήρα 
διδάσκαλε που έγραψες την θείαν Λειτουργίαν. 
Χαίρε κι εσύ, Βασίλειε, πόθεν κατεβαίνεις; 
Από ποια πόλη έρχεσαι και τώρα που πηγαίνεις; 
Έρχομαι απ’ την Καισάρειαν κι απ’ την Καππαδοκίαν, 
πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ, την πόλιν την αγίαν. 
Θα πάγω εις το σπήλαιον, Να πάω να ιδώ τον τόπον. 
Πού εγεννήθη ο Χριστός, ας κάμω και τον κόπον. 


Με αφορμή την εορτή των Τριών Ιεραρχών η Ιδιωτική Οδός δημοσιεύει μια ιστορική ομιλία του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαπέτρου, με θέμα: "Πίστη και Γνώση". 
Πρόκειται για μια ομιλία που πραγματοποίησε την 30ή Ιανουαρίου του 1983 στην μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο του καθιερωμένου εορτασμού των Γραμμάτων και της Παιδείας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
Ύστερα, η ομιλία αυτή συμπεριλήφθηκε στον τόμο "Επίσημοι Λόγοι Πανεπιστημίου Αθηνών" (1.9.1982-18.5.1983). 

Το τεράστιο συγγραφικό έργο των Τριών Ιεραρχών γνωρίζει στις μέρες μας διεθνή απήχηση και οι προσωπικότητές τους εξετάζονται σε μεγάλα ερευνητικά κέντρα Ανθρωπιστικών Σπουδών. 
Εστιάζουμε στον γερμανόφωνο χώρο, για να δούμε ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές στον βίο και το έργο τους. 
Γερμανικά βιβλία και κείμενα σχετικά με τους Τρεις Ιεράρχες. 
- Wolf- Dieter Hauschild: “ Basilius von Caesarea“.
- Hermann Dörries: ″ Der Beitrag des Basilius zur Ausbildung des trinitarischen Denkens″.
- Friedrich Wilhelm Bautz:″ Basilius der Große″.
- Josef Lercher: “Die Persönlichkeit des heiligen Gregorius von Nazianz und seine Stellung zur klassischen Bildung”.
- Franz Portmann: “ Die göttliche Paidagogia bei Gregor von Nazianz” (Studie).
- Werner Raupp: “Johannes Chrysostomos- der Goldmund”.
- Rudolf Brändle: “ Johannes Chrysostomus”.
- Claudia Tiersch: “Johannes Chrysostomus in Konstantinopel”.
- Karl Heinz Uthemann: “Johannes Chrysostomus“ in Biographisch- Bibliographisches Kirchenlexikon.
- Ένα κλασικό έργο για τον Μ. Βασίλειο: L. Vischer: Basilius der Große. Untersuchungen zu einem Kirchenvater des 4. Jahrhunderts. Diss., 1953.
- Για τον Γρηγόριο τον Θεολόγο: Franz Xaver Portmann: Die göttliche Paidagogia bei Gregor von Nazianz. Eine dogmengeschichtliche Studie Kirchengeschichtliche Quellen und Studien. Bd. 3). Eos Verlag, St. Ottilien 1954. 


Το Τμήμα Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου, το οποίο έχει τους Τρεις Ιεράρχες ως προστάτες, όπως φαίνεται και στην ιστοσελίδα του. 
- Για τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο: Rudolf Brändle: «Johannes Chrysostomus». Bischof, Reformer, Märtyrer. Stuttgart 1999. 
- Διάφορα Έργα των Πατέρων σε γερμανική μετάφραση. 
- «Die Kunst und ihr erzieherischer Wert bei den drei Hierarchen», ένα άρθρο του καθηγητή Θεόδωρου Νικολάου για την τέχνη στους Τρεις Ιεράρχες.
Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών στα γερμανικά 
Barmherziger Gott, als Pilger sind wir heute unterwegs zum Kölner Dom. 
Hier verehrt die Kirche in besonderer Weise die Heiligen Drei Könige. Auf ihrer Suche nach der Wahrheit des Lebens folgten sie Deinem Stern, der sie zum Licht der Welt führte. 
In Erinnerung an die Drei Weisen geleite auch uns auf allen unseren Wegen und lass uns Zeugnis geben von Deiner frohen Botschaft. 
Mit den Heiligen Drei Königen loben und preisen wir Dich. 
Wir beten Dich an und danken Dir, dem ewigen, dreieinigen Gott, dem Vater, dem Sohn und dem Heiligen Geist.
Παραθέτουμε, τέλος, το Δοξαστικό της Λιτής από την Ακολουθία των Τριών Ιεραρχών "Τους ιεράρχας του Χριστού...", σε ήχο πλ. β' και στο μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου. Από την περίφημη σειρά "Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής" του Μανόλη Χατζηγιακουμή (Σώμα Τρίτο - Δοξαστικά Ιακώβου Πρωτοψάλτου). Ψάλλει ο αείμνηστος πρωτοψάλτης του Αγίου Όρους π. Διονύσιος Φιρφιρής.

 

Related Posts with Thumbnails