Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ "ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΕΡΨΙΧΟΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ

Του Παναγιώτη Ανδριόπουλου

Ο Γιώργος Σεφέρης µεταφράζει το «Άσµα Ασµάτων», από την Παλαιά Διαθήκη, το 1965. Κυκλοφορεί σε µια σπουδαία έκδοση 465 αντιτύπων με χαρακτικά του A. Tάσσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ποιητής χρησιµοποιεί τον όρο «µεταγραφή» και όχι µετάφραση, καθώς τη θεωρεί περισσότερο ικανοποιητική για τον µεταγλωτισµό των αρχαίων κειµένων. Τον ίδιο όρο υιοθετεί και για την «Αποκάλυψη του Ιωάννη».

Ως γνωστόν το «Άσμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που βλάστησε σ' έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Άντρας και ο Χορός από γυναίκες ή και άντρες.

Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «... η εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος πρέπει να είναι ο Δ' π.Χ. αιώνας. Τότε ένας Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή και από τη Συρία σ' αυτό το σύνολο, όπου είναι αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».

Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική από τους «Εβδομήκοντα» ερμηνευτές, μια επιτροπή από Ιουδαίους ελληνιστές.

Προσθέτει ο Σεφέρης: «To Άσμα, μολονότι ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, βρήκε ωστόσο - όχι χωρίς συζητήσεις είναι αλήθεια - μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης».

Η οριστική έκδοση της μεταγραφής του Σεφέρη μαζί με το κείμενο των Εβδομήκοντα, γίνεται από τις εκδόσεις Ίκαρος, το 1972, με εξώφυλλο του Γιάννη Μόραλη.

Εκείνη τη χρονιά, η ιδρύτρια και διευθύντρια της γνωστότερης ελληνικής χορωδίας, τότε, της Χορωδίας Τρικάλων, Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, κυκλοφορεί το 1972 από την Polygram, με το label της Olympic το δίσκο της «Άσμα Ασμάτων».

Η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου ήταν απόφοιτος του Ωδείου Μανώλη Καλομοίρη και το 1952 ο Καλομοίρης της εμπιστεύεται τη διεύθυνση και την αναδιοργάνωση του παραρτήματος του Εθνικού Ωδείου Τρικάλων. Έτσι γεννιέται η Χορωδία Τρικάλων, που γίνεται γνωστή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με τους δίσκους που ηχογραφεί πάνω σε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη διασκευασμένα χορωδιακά από την ίδια την Τερψιχόρη Παπαστεφάνου.

Είναι η πρώτη που μεταφέρει το έντεχνο ελληνικό τραγούδι σε χορωδιακή μορφή και η πρώτη που τολμά να το συνοδέψει λαϊκή ορχήστρα. Το 1966 εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου αρχίζει να μελοποιεί έργα ελλήνων ποιητών τα οποία ηχογραφούνται και κυκλοφορούν σε δίσκους: “Ελεύθεροι πολιορκημένοι” του Πάνου Παναγιωτούνη, “Αδούλωτη” της Έλλης Παπαδημητρίου, “Άσμα ασμάτων” σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη, “Πρελούδια” ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, “Πόλεμος και Ειρήνη” του Γιάννη Ρίτσου και το ορχηστρικό “Καϋμοί στη γειτονιά”.


Στον δίσκο «Άσμα Ασμάτων» κυριαρχεί η  μελοποίηση ενός αποσπάσματος  της μεταγραφής του Γιώργου Σεφέρη. Τραγουδούν η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Ζωγράφος και η Χορωδία Τρικάλων.

Στον δίσκο περιλαμβάνονται, επίσης, τρία μελοποιημένα ποιήματα: του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Ιωάννη Πολέμη και του Άγγελου Σικελιανού καθώς και ένα ποίημα του Federico Garcia Lorca, σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την ίδια χρονιά, το 1972, ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί κι αυτός ένα απόσπασμα από το «Άσμα Ασμάτων», αλλά στο πρωτότυπο. Το γνωστό «Κραταιά ως θάνατος αγάπη», που συμπεριελήφθη στον «Μεγάλο Ερωτικό».

Το ίδιο απόσπασμα, στην μεταγραφή Σεφέρη, μελοποιεί και η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, και κλείνει με αυτό το έργο της.

Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για την μοναδική μελοποίηση της Σεφερικής μεταγραφής. Η Παπαστεφάνου και ο Χατζιδάκις μέσα στην δικτατορία πρότειναν το ερωτικό «Άσμα» της Παλαιάς Διαθήκης!

Η προσέγγιση της Τερψιχόρη Παπαστεφάνου είναι …μοιραία Θεοδωρακική, αφού η ίδια είχε επηρεαστεί από τον συνθέτη που της ταίριαζε και με τον οποίο συνεργάστηκε στενά.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Ο μύθος μιας χορωδίας», η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου διηγείται πως πήρε την άδεια από την Μαρώ Σεφέρη για την ηχογράφηση του Σεφερικού «Άσματος», μετά από …εξετάσεις. Παρουσίασε, δηλ., το έργο της – στο πιάνο - στο σπίτι του συνθέτη Γιώργου Σισιλιάνου, τον οποίο εμπιστευόταν η Μαρώ Σεφέρη.

Η Μαρώ Σεφέρη συνέστησε στην Παπαστεφάνου και τον Γιώργο Ζωγράφο, ο οποίος είχε μάθει για την δουλειά αυτή και ήθελε πολύ να συμμετάσχει. Η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου τον εμπιστεύτηκε και δεν το μετάνιωσε, όπως έγραψε.

Τα γυναικεία soli τραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη, η οποία ήταν γνωστή τότε από τις εμφανίσεις της στο εξωτερικό πλάι στον Μίκη Θεοδωράκη.

Η Παπαστεφάνου εκτιμά πως το «Άσμα» ήταν μια επιτυχημένη παραγωγή.

Παραθέτουμε στη συνέχεια τη σχετική ηχογράφηση.

(κορίτσι)
Είμαι μαύρη μα είμαι ωραία
θυγατέρες της Ιερουσαλήμ
σαν τα τσαντήρια του Κιδάρ
σαν τα σκηνώματα του Σολομών

Αχ πες μου εσύ που η ψυχή μου αγάπησε
πού βόσκεις το κοπάδι σου
πού ξαποσταίνεις το μεσημέρι
για να μην τριγυρνώ κρυφά κρυφά
μες στα κοπάδια των συντρόφων σου

(χορωδία)
που ξαποσταίνεις το μεσημέρι
για να μην τριγυρνώ κρυφά κρυφά
μες στα κοπάδια των συντρόφων σου

(κορίτσι)
όμορφος που ‘σαι αγαπημένε
πόσο μεστός, πόσο μεστός
ωσάν μηλιά στα δένδρα του δρυμού
αγαπημένος μες στα παλληκάρια
στον ίσκιο του λαχτάρησα και κάθησα
κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο

(χορωδία)
ωσάν μηλιά στα δένδρα του δρυμού
αγαπημένος μες στα παλληκάρια
στον ίσκιο του λαχτάρησα και κάθησα
κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο

(κορίτσι)
το αριστερό του χέρι
κάτω απ το κεφάλι μου
και το δεξί του μ’ αγκαλιάζει

(αγόρι)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

(αγόρι)
Ωσάν το κρίνο μες στ’ αγκάθια
η Αγαπημένη μου μες στις κοπέλες

(χορωδία)
Ωσάν το κρίνο μες στ’ αγκάθια
η Αγαπημένη μου μες στις κοπέλες

(αγόρι)
Σας εξορκίζω θυγατέρες της Ιερουσαλήμ
στις δύναμες και στις ορμές του αγρού
μη την ξυπνάτε, μη την ξαγριεύετε την Αγάπη μου
όσο να το θελήσει, όσο να το θελήσει

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
μέσ’ απ’ το πέπλο σου, μέσ’ απ’ το πέπλο σου
Είσαι πεντάμορφη, Αγαπημένη
χωρίς ψεγάδι, χωρίς ψεγάδι
Είσαι πεντάμορφη, Αγαπημένη
χωρίς ψεγάδι, χωρίς ψεγάδι

(αγόρι)
μου πήρες την καρδιά μου
με μια ματιά σου, με μια ματιά σου
μου πήρες την καρδιά μου
μ’ ένα κρικέλι της τραχείας σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου

(χορωδία)
μου πήρες την καρδιά μου
με μια ματιά σου, με μια ματιά σου
μου πήρες την καρδιά μου
μ’ ένα κρικέλι της τραχείας σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου

(κορίτσι)
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
κι ας ξεχυθούν όλα τ’ αρώματά μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
κι ας ξεχυθούν όλα τ’ αρώματά μου

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα

(αγόρι)
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο
κι ο πόθος σκληρός σαν τον Άδη
Σπίθες φωτιάς, φλόγα Θεού, φλόγα Θεού

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου

(χορωδία)
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη

Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη

(αγόρι)
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι


Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΝΔΕΕΙΣ – ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΑ ΠΤΥΧΙΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Διαβάζουμε την ….περίεργη είδηση: 
«Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών κατόπιν εισήγησης της Συνέλευσης της Νομικής Σχολής και αφού έλαβε υπόψη τη φοίτηση στη Νομική Σχολή των βραβευθέντων με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Οδυσσέα Ελύτη και Γεωργίου Σεφέρη και τη σπουδαία προσφορά τους στη χώρα μας, αποφάσισε σε πρόσφατη συνεδρίασή της ομόφωνα να απονείμει τίτλους πτυχιούχων Νομικής ως δείγμα τιμής για τη σπουδαία προσφορά τους στην τέχνη, τον πολιτισμό και το ελληνικό έθνος». 
Ελύτης και Σεφέρης δεν είχαν πάρει πτυχίο από τη Νομική Σχολή, αλλά, φυσικά, αυτό δεν στάθηκε εμπόριο από το να πάρουν Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έτσι, κατέρριψαν, θα λέγαμε, τον «μύθο» του πτυχίου, τουλάχιστον στην εποχή τους. 
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο Σεφέρης έκανε μια μεγάλη και σημαντική διπλωματική καριέρα χωρίς πτυχίο Νομικής. Σήμερα αυτό είναι παράνομο, αλλά τότε ήταν άλλες εποχές. 
Αλλά ποια η σημασία της «απονομής» πτυχίου - ….πολύ μετά θάνατον – στους δύο νομπελίστες μας; Πραγματικά καμία! Μάλλον η εν λόγω απόφαση είναι εντελώς ανώφελη. 
Ο Γιώργος Σεφέρης, τέτοιες μέρες πριν 40 χρόνια, στις 16 Απριλίου 1964 (λίγους μήνες μετά το Νόμπελ) αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και τον Ιούνιο του 1965 επίτιμος διδάκτωρ του Πρίνστον. 
Κατόπιν αυτών και πολλών άλλων, τι νόημα έχει η «απονομή πτυχίου» στον ποιητή 53 χρόνια μετά το θάνατό του; Απολύτως κανένα! 
Ο Ελύτης, ήδη ένα χρόνο πριν το Νόμπελ, το 1978, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την απονομή του Νόμπελ ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας. Μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης τον Φεβρουάριο του 1980 και τον Νοέμβριο του 1981 επ. διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου La Sapienza της Ρώμης και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (που θέλει τώρα να του δώσει πτυχίο!). 
Ακόμα, τιμητικές διακρίσεις για τον Ελύτη ήταν η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη» στο Πανεπιστήμιο Ρούτγκερς του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου. 
Τι νόημα έχει, λοιπόν, η «απονομή πτυχίου» στον ποιητή, 30, σχεδόν, χρόνια μετά το θάνατό του; Απολύτως κανένα! 
Ο Νίκος Γκάτσος το 1930 πήγε στην Αθήνα από την Αρκαδία, φοίτησε για δύο έτη στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετά διέκοψε. Πρέπει να του απονεμηθεί πτυχίο, έναν αιώνα μετά την διακοπή της φοίτησής του; 
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης προσπάθησε να γίνει ηθοποιός, ελλείψει όμως γυμνασιακού απολυτηρίου δεν έγινε αποδεκτός από το Εθνικό Θέατρο. Έτσι αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Ο Καμπανέλλης έγινε Ακαδημαϊκός! Ίσως ο μοναδικός στην ιστορία της Ακαδημίας Αθηνών χωρίς απολυτήριο Γυμνασίου! Μήπως να τού απονεμηθεί απολυτήριο γυμνασίου μετά θάνατον; Γενικώς, όλη αυτή η «λογική», είναι παράλογη και δεν οδηγεί πουθενά! 
Οι ποιητές δεν έχουν ανάγκη ούτε πτυχία ούτε τιμές μετά θάνατον, πολλές από τις οποίες αρνήθηκαν και εν ζωή. 
Ο Κάλβος, ο Σολωμός και ο Καβάφης, έγραψε ο Σεφέρης, είναι οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά! Για πτυχίο ούτε λόγος! 
«Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας», έγραψε ο Ελύτης. Αυτή, ίσως, είναι η απάντηση σε πτυχία και τίτλους και ακαδημαϊκά ιδρύματα που θέλουν τυλίξουν τους ποιητές σε μια …κόλλα χαρτί.

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΕΦΕΡΗ ΚΑΙ ΕΛΥΤΗ ΣΤΗΝ "ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ" ΚΑΙ ΣΤΟ "ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Στην θεολογική συζήτηση για μια «λειτουργική αναγέννηση» εντάσσεται και η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Το θέμα δεν είναι απλό και το ζήτημα για το ποια μετάφραση θα προκριθεί κάθε φορά ...ακανθώδες...
Ας δούμε το θέμα από μια άλλη οπτική. 
Μια εντελώς ιδιαίτερη σχέση με τη γλώσσα έχουν, αναμφισβήτητα, οι ποιητές, που σμιλεύουν το χρόνο με τις λέξεις. Που παλεύουν να αποτυπώσουν την ομορφιά, χρησιμοποιώντας το γλωσσικό όργανο που διαθέτουν με τρόπο εμπνευσμένο. Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Τα ιερά κείμενα δεν θα μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τούς μεγάλους Έλληνες ποιητές. Στεκόμαστε στους δύο νομπελίστες. Τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη, οι οποίοι αποπειράθηκαν να «μεταφράσουν» κάποια βιβλία της Αγίας Γραφής, εκφράζοντας, και μ’ αυτόν τον τρόπο, την έγνοια τους για τη γλωσσική μας συνέχεια. 
Ο Γιώργος Σεφέρης μεταφράζει το «Άσμα Ασμάτων» της Παλαιάς Διαθήκης και την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποιεί τον όρο «μεταγραφή» και όχι μετάφραση. Τη θεωρεί περισσότερο ικανοποιητική για τον μεταγλωττισμό των αρχαίων κειμένων. Οι παρατηρήσεις του Σεφέρη στις εισαγωγές των δύο αυτών βιβλίων είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές για τις προθέσεις και τις απόψεις του ποιητή αναφορικά με τα αρχαία κείμενα. 


Στο προλόγισμα στο «Άσμα Ασμάτων» σημειώνει: «Με τ’ αρχαία κείμενα, εννοώ τα ελληνικά, μου συμβαίνει τούτο το ιδιότροπο: όσες φορές -και δεν είναι λίγες- δοκιμάζω να τα μεταφράσω, σταματώ πάντα σε κάποιο σημείο με τη σκέψη: Μα τούτο είναι τόσο ωραίο, γιατί να τ’ αλλάξει κανείς; Δεν είναι η στιγμή να κοιτάξω τώρα περισσότερο αυτό το πρόβλημα που θα είχε, σαν τελευταία συνέπεια, την άποψη ότι οι αρχαίες τραγωδίες πρέπει να παίζονται στο πρωτότυπο η ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να μεταφράζονται οι Γραφές». Το πρόβλημα για τον Σεφέρη εντοπίζεται στο γεγονός ότι ενώ ο Ορθόδοξος Ελληνικός λαός «πρέπει να ζήσει με οικειότητα και ν’ αγαπήσει αυτά τα κείμενα που είναι η κληρονομιά του και η παράδοσή του» συμβαίνει να έχει ζήσει τους τελευταίους αιώνες «σε μια μισοσυνείδητη συμβίωση με τα Ιερά Γράμματά του. Πόσοι Έλληνες καταλαβαίνουν και αισθάνονται ένα κείμενο των Ο’ ή έστω τις προς Κορινθίους;». Άρα, θέλει να πει ο Σεφέρης, οι μεταφράσεις βοηθάνε προς αυτήν την κατεύθυνση: Στην άμεση πρόσβαση του λαού στα ιερά κείμενα. 


Στην εισαγωγή του στην «Αποκάλυψη» ο Σεφέρης είναι πιο επεξηγηματικός αναφορικά με το μεταφραστικό του εγχείρημα. Δηλώνει καθαρά: «Προσπάθησα να μείνω όσο μπορούσα πιο κοντά στο παλαιό κείμενο κρατώντας, αν μου το συγχωρούσε η γλώσσα μας, τη δομή και τις λέξεις του πρωτοτύπου». Θεωρεί την μεταγραφική του εργασία μη οριστική και ομολογεί: «Κι εγώ ο ίδιος δε θα δοκίμαζα τούτη την απόπειρα αν δεν έβλεπα με λύπη μεγάλη πόσο χειροτερεύουν οι μεταφράσεις και παραφράσεις των Γραφών που ωστόσο κυκλοφορούν πλατιά. Από αυτήν την άποψη η θέση μας είναι πολύ χειρότερη παρά στον καιρό της Τουρκοκρατίας». Εδώ ο Σεφέρης θέτει το μέγα ζήτημα της «πιστής» μετάφρασης των Γραφών που φαίνεται ότι δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Γι’ αυτό και διευκρινίζει: «Έχω ακούσει την άποψη ότι η μετάφραση των Γραφών μπορεί να προκαλέσει δυσχέρειες δογματικές. Αλλά ποτέ δεν υποστήριξα, ούτε το διανοήθηκα ποτέ, ότι είναι δυνατό η μετάφραση ν’ αντικαταστήσει το πρωτότυπο, (η υπογράμμιση δική μας) είτε όταν πρόκειται για το δόγμα, είτε όταν πρόκειται για τη λατρεία. Αυτά τα θέματα ανήκουν αποκλειστικά στην Εκκλησία και δεν πέφτει κανένας λόγος σ’ εμάς τους λαϊκούς. Όμως η φροντίδα για τη γλώσσα μας είναι πράγμα που ενδιαφέρει τον καθέναν από μας σ’ όποια γωνιά της γης κι αν βρίσκεται. Άλλωστε δημοσιεύω, πλάι στη μεταγραφή μου, και το πρωτότυπο, τονίζοντας όσο μπορώ, πως αυτό είναι το μόνο έγκυρο για το δόγμα και τη λατρεία». 
Η τελευταία αυτή παρατήρηση του Σεφέρη είναι καταλυτική. Ούτε σκέφθηκε, ούτε υποστήριξε ποτέ πως η μετάφραση μπορεί ν’ αντικαταστήσει το πρωτότυπο. Κι ακόμα τονίζει όσο μπορεί πως το πρωτότυπο ταιριάζει στη λατρεία ως απολύτως σύμφωνο με το δόγμα. Δεν αναλύει περαιτέρω αυτή τη θέση του ο ποιητής, αλλά, προφανώς, δεν χρειάζεται. Είναι πεπεισμένος ότι το πρωτότυπο φέρει μια «γλωσσική ιερότητα», η οποία συνίσταται ακριβώς στην υψηλή αποστολή του για τη διατύπωση του ορθού δόγματος. Έχει ήδη διακηρύξει ότι η γλώσσα μας «θα είχε τόσα πολλά να ωφεληθεί αν αποφάσιζε ν’ ασκηθεί πάνω σ’ αυτά τα κείμενα». Η γλώσσα, δηλαδή των ιερών κειμένων, αποτελεί για τον Σεφέρη την μήτρα όπου θα μπορούσε να αναγεννηθεί η νεώτερη γλώσσα μας και να γίνει «μία γλώσσα εύρωστη, γυμνασμένη και αποτελεσματική». Ο ποιητής θεωρεί ευεργετική την επίδραση των Γραφών σε λαούς, όπως οι Σλάβοι (μνημονεύει την τεράστια μεταφραστική εργασία των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου)1, ενώ θεωρεί ότι «αν έλειπε η παρόρμηση για τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, όπως λείπει και τώρα, και δεν είχε πραγματοποιηθεί εκείνο το έργο, θα είχε χάσει η γλώσσα μας ένα κείμενο βασικά αποφασιστικό για την τροπή που πήρε εξαρχής ο Χριστιανισμός, η μοίρα του ελληνισμού και η ιστορία της ανθρωπότητας ολόκληρη»! 
Ο Σεφέρης έχει επίγνωση ότι καταπιάστηκε μ’ ένα δύσκολο κείμενο όπως είναι η «Αποκάλυψη». Ο ίδιος όμως μας λέει ότι «τις δυσκολίες τις εξαγόραζε η χαρά καθώς παρατηρούσα πόσο κοντά μπορεί να είναι, ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια, με τα σημερινά μας ελληνικά, αυτός ο θεόσταλτος λόγος». Θα λέγαμε ότι ο ποιητής ασκήθηκε σ’ ένα πείραμα, κυρίως γλωσσικό. Θέλησε να δει αν τα νέα ελληνικά αντέχουν στην απόδοση του θείου λόγου. Ο ίδιος μας δίνει την απάντηση: «Ένιωσα το πρωτότυπο να στέκεται ψηλότερα και από τη δική μου απόδοση και από τις μεταφράσεις στις ξένες γλώσσες που γνωρίζω». Και καταλήγει ο Σεφέρης με πνεύμα ταπεινοφροσύνης: «Αλήθεια τούτο μ’ έκανε να συλλογιστώ πολλές φορές τη βαθιά παρατήρηση του Συνεσίου, του επισκόπου Πτολεμαΐδας: Πνεύμα θείον υπερορά μικρολογίαν συγγραφικήν». 


Με το κείμενο της «Αποκάλυψης» καταπιάστηκε και ο Οδυσσέας Ελύτης. Ούτε αυτός ονομάζει το εγχείρημά του «μετάφραση». Προτιμά τον μετριοπαθή τίτλο «μορφή στα Νέα Ελληνικά». Ο Ελύτης δεν έχει γράψει πρόλογο στο έργο του αυτό. Αρκέστηκε σε μία ολιγόλογη σημείωση, στο τέλος του βιβλίου. Εκεί διευκρινίζει εξ αρχής: «Μερικές λέξεις η όρους, κάποτε και φράσεις ολόκληρες, προτίμησα να τις αφήσω με τη μορφή που έχουν στο πρωτότυπο, έτσι ώστε να μην αλλοιωθεί ο μυστικός και υπερβατικός χαρακτήρας του κειμένου». Αναγνωρίζει δηλαδή ο ποιητής, ότι η μετάφραση ενέχει αυτόν τον κίνδυνο: Να αλλοιώσει, έστω ακούσια, τον όλως άλλον χαρακτήρα του ιερού κειμένου. Γι’ αυτό δεν διστάζει να αφήσει «αμετάφραστες» λέξεις η φράσεις του πρωτοτύπου, εξαίροντας έτσι και την αναντικατάστατη δυναμική τους (π.χ. αφήνει ως έχει ο ποιητής τη γνωστή έκφραση «ο Ων ο Ην και ο Ερχόμενος»). 
Από όσα συνοπτικά αναφέρθηκαν γίνεται φανερό, ότι οι δύο νομπελίστες ποιητές μας, αν και καταπιάστηκαν με τη μετάφραση της «Αποκάλυψης» και του «Άσματος», αναγνώριζαν την υπεροχή του πρωτοτύπου, το οποίο διασώζει τον μυστικό και υπερβατικό και υπερκόσμιο, δηλαδή αληθινό, χαρακτήρα των ιερών κειμένων. Μόνη έγνοια τους ήταν η γλώσσα, η ρίζα και η διάρκειά της. Τα ιερά κείμενα ασκούσαν πάνω τους μία αναμφισβήτητη γοητεία, επειδή ακριβώς εκεί το γλωσσικό όργανο υφίσταται την «καλή αλλοίωση» του Πνεύματος. 
Ας έχουμε υπ’ όψιν μας τον Ελύτη: «…εκεί που εξακολουθούν να παλιώνουν τα πράγματα, παραμένει όμως καινούργιος ο Θεός. Και, φυσικά, οι λέξεις που τον εκφράζουν»2
Όσοι λευκοφόροι, εννοήτωσαν. 
____________
Βιβλιογραφία: 
- Γιώργος Σεφέρης, « Η Αποκάλυψη του Ιωάννη», εκδ. Ικαρος 1966 
- Γιώργος Σεφέρης, «Άσμα Ασμάτων», εκδ. Ικαρος 1965 
- Οδυσσέας Ελύτης, «Ιωάννης, Η Αποκάλυψη», εκδ. Ύψιλον/βιβλία 
Σημειώσεις: 
1. Την αναφορά του Σεφέρη στην εκκλησιαστική γλώσσα των Σλάβων δικαιώνει, θα λέγαμε ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ όταν παρατηρεί ότι «οι Σλαύοι, οίτινες κατά πρόνοιαν Θεού παρέλαβον και χρησιμοποιούν επί αιώνας ευλογημένην γλώσσαν δια την λατρείαν, την Αγίαν Γραφήν και τα προσευχάς, ουδέποτε μετεχειρίσθησαν αυτήν δια τας κατωτέρας βιοτικάς ανάγκας, ουδέ εισέτι δια την εκκλησιαστικήν φιλολογίαν («Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», σ. 376). 
2. Οδ. Ελύτη, « Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη», Αθήνα 1986, σ. 19

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

Η "ΕΞΟΔΟΣ" ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΗΣ ΦΕΝΙΑΣ ΠΑΠΑΔΟΔΗΜΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η «Έξοδος» της Φένιας Παπαδόδημα, που παρουσιάζεται τα Δευτερότριτα του Δεκεμβρίου στο θέατρο ΕΛΕΡ (Φρυνίχου 10, Πλάκα), είναι μια Μουσική Ποιητική για την Μικρασία, βασισμένη σε: αποσπάσματα από το οδοιπορικό του Γιώργου Σεφέρη «Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας», γράμματα από την αλληλογραφία του με τον Ζήσιμο Λορετζάτο 1948-1968, αναφορές στο ημερολόγιο της Σόφης Μανουσάκη Αναστασιάδη «Μνήμες Καππαδοκίας», καθώς και αληθινές μαρτυρίες προσφύγων από την έκδοση «Έξοδος» του Κέντρου Μικρασιατικών σπουδών. 
Η Φένια Παπαδόδημα έχει γράψει την μουσική και τα τραγούδια που συνομιλούν με τους ψηφιακούς πίνακες του Γιώργου Κόρδη, οι οποίοι δημιουργούνται μπροστά στα μάτια του θεατή σε μία μεγάλη οθόνη. 
Πάντα μία «Έξοδος»! Από αυτήν του Αβραάμ (εἶπε Κύριος τῷ ῞Αβραμ· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω) και των Εβραίων από την Αίγυπτο (ως Πάσχα) μέχρι την ηρωϊκή του Μεσολογγίου και την τραγική της Μικρασίας… 
Τα μεγάλα μεγέθη εξέρχονται αενάως πάση τη κτίσει, νομίζω ως αχώρητα! 
Συχνά η «Έξοδος» είναι υπόθεση απωλείας, αλλά τελικά πρόκειται για σπόρο, σύμφωνα με την …διεθνή πλέον ρήση του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «και τι δεν κάνατε για να με θάψετε / όμως ξεχάσατε πώς ήμουν σπόρος». 
Έξοδος – σπόρος, λοιπόν. Και παραμυθία κι απαντοχή η παράσταση της Φένιας Παπαδόδημα. «Με λογισμό και μ’ όνειρο». Και πάντοτε εξερχόμενη προς υπάντησιν μας η Φένια. 


Την γνώρισα ως Νάστενκα στις «Λευκές Νύχτες» του Ντοστογιέφσκι και ως Μαργαρίτα στον «Φάουστ», δύο παραγωγές του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Μετά την είδα να τραγουδάει Μαρία Πολυδούρη σε ρυθμούς …μπλούζ και Όμηρο σε ρυθμούς …ραπ! Η φίλη Φένια Παπαδόδημα, ως ηθοποιός και μουσικός, προτείνει μια τελείως διαφορετική ανάγνωση των «κλασσικών», που αγγίζει, όμως την ουσία του λόγου: αρχαιοελληνικού και σύγχρονου.
Θυμάμαι εδώ ένα απόσπασμα διαχρονικής συνέντευξης που μου παραχώρησε για το περιοδικό «το δόντι».

- Στο Θέατρο «Φούρνος» προτείνεις μια «αιρετική» μουσική παράσταση, βασισμένη στη «Νέκυια», στη γνωστή μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. Αφηγείσαι μουσικά Όμηρο χρησιμοποιώντας αφρικάνικη μουσική! Πραγματικά, εξαιρετικά απίθανη μίξις…
ΑΠ: Η μουσική αφήγηση που ήταν αποκλειστική υπόθεση των ραψωδών στην αρχαιότητα, διασώζεται σήμερα μόνο στην Αφρική από τους αφρικανούς παραμυθάδες griots. Αυτοί είναι σχεδόν ημίθεοι, οι οποίοι μεταφέρουν την ιστορία των γενεών μέσα από την προφορική παράδοση, με τη συνοδεία της αφρικανικής άρπας cora. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρεται η ιστορία των λαών αυτών. Πρόκειται για λόγο έμμετρο, όπως και στην Οδύσσεια. Εκεί έχουμε δακτυλικό εξάμετρο. Στην Αφρική τα 6/8 των griots είναι ουσιαστικά το ίδιο, αρκεί ο λόγος να τοποθετηθεί σε μια διαφορετική ταχύτητα. Στον δυτικό πολιτισμό –στην προκειμένη περίπτωση έχει επικρατήσει η γερμανική αντίληψη- κυριαρχεί η άποψη ότι ο λόγος της ραψωδίας ήταν αργός και στομφώδης. Δηλαδή το δακτυλικό εξάμετρο «μεταφράστηκε» σε κάτι βαρετό. Έτσι όμως δεν μπορεί ν’ ακούσει κανείς ραψωδία και σκεφθείτε ότι οι αρχαίοι σε μια βραδυά έλεγαν τρεις ραψωδίες!

- Προτείνεις, λοιπόν, λόγο, ρυθμό και μελωδία σε μια αρμονική συνύπαρξη για την απόδοση της ραψωδίας.
ΑΠ: Ο ίδιος ο Όμηρος δίνει την απάντηση, όταν βάζει τον Αλκίνοο να λέει στον Φήμιο: «ξέρεις να ιστορείς σαν αοιδός με άρτια γνώση». Η ιστόρηση είναι καθαρά ρυθμική και μουσική δουλειά. Ο ραψωδός ήταν πιο κοντά στον μουσικό παρά στον ηθοποιό. Σήμερα προσεγγίζουν τα κείμενα αυτά κυρίως οι ηθοποιοί, δυστυχώς, και τα αντιμετωπίζουν με τρόπο ψυχολογικό, που δεν έχει σχέση με την τέχνη του αοιδού. Ρυθμός και μουσική γεννάει τη συγκίνηση και αυτή είναι η ιδιαιτερότητα των αρχαίων Ελλήνων. Στα αρχαία η γραμματική ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη μουσική, ενώ στα λατινικά η δομή έχει να κάνει με τα μαθηματικά. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό το μεγαλείο αυτό! Οι ίδιες οι λέξεις έχουν ρυθμό και μουσικότητα μέσα τους, αρκεί να το ανακαλύψεις αυτό. Άρα όλη αυτή η υπόθεση δεν είναι θέατρο, είναι μουσική.

- Και χρησιμοποιείς την αφρικανική ραπ γιατί νομίζεις ότι είναι πιο κοντά στην αρχαιοελληνική αντίληψη για τη μουσική αφήγηση; Ο H. Eideneir λέει ότι το ραπ θα μπορούσε να είναι μια συντόμευση του «ραψωδία» και να αποτελεί τη συνέχεια της σύνθεσης λέξης, μέλους και ρυθμού.
ΑΠ: Οι griots διηγούμενοι την ιστορία των προγόνων πηγαίνουν από το λόγο στο τραγούδι, δηλαδή η αφήγηση περιέχει εναλλαγή ρυθμών. Ρυθμός και μουσικότητα καθοδηγούν τη συγκίνηση. Στην παράσταση που ανεβάζουμε υπάρχει αναφορά στη ραπ. Πρέπει εδώ να εξηγήσω πώς προκύπτει. Στη Σενεγάλη όταν κάποιος άνθρωπος έχει ψυχική αρρώστια με συνέπεια την κοινωνική του απομόνωση, η οικογένειά του ή ο ίδιος, αποφασίζει την θεραπεία του μ’ ένα παράδοξο για μας όσο και πολυδάπανο τρόπο: Γίνονται για τον ασθενή θεραπευτικές τελετές για μία εβδομάδα, μέσα από τις οποίες αυτός αρχίζει να επικοινωνεί –διά της ιστορίας- με τα πνεύματα των προγόνων. Πρόκειται για μια διαδικασία εκδήλωσης της φωνής των προγόνων, στην οποία συμμετέχει και το σώμα. Το πνεύμα που εκδηλώνεται, εκφράζεται μέσα από τα σώματα των ανθρώπων για να εξισορροπήσει τη θέση του ατόμου στην κοινωνία, κι αυτό είναι ραπ.

- Άρα rap και griots βρίσκονται σε άμεση σύνδεση και η μέθοδος θεραπείας των ανθρώπων είναι η αφήγηση της ιστορίας. Εκπληκτικό!
ΑΠ: Ακριβώς. Τίποτα εδώ δεν είναι τυχαίο. Τίποτα δεν είναι στα χέρια κάποιου ακαδημαϊκού, εγκεφαλικού ερευνητή, ο οποίος αποφαίνεται για πράγματα που υπερβαίνουν τους ανθρώπους. Αυτό θέλω να βροντοφωνάξω με την παράστασή μου. Ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τη δυτική διανοητική αντίληψη των πραγμάτων.

- Το λές αυτό εσύ που σπούδασες στο Παρίσι και εκεί ήρθες για πρώτη φορά σε επαφή, με την αφρικανική παράδοση… Αυτό το είδος θεάτρου, της μουσικής αφήγησης, δεν το εισήγαγε στην Ευρώπη ο μεγάλος Πήτερ Μπρούκ;
ΑΠ: Αυτός μας έχει εμπνεύσει! Έφερε στην Ευρώπη ανθρώπους από όλα τα μέρη της γης, προσπαθώντας να διασώσει την επαφή μας με μεγάλες παραδόσεις, στον αντίποδα του ψυχρού, καπιταλιστικού κόσμου. Και μας εκπλήσσει η σεμνότητα που τον διακρίνει ενώ κάνει τόσο σπουδαία πράγματα!

- Το θέμα της «Νέκυιας» είναι το ταξίδι του Οδυσσέα και των συντρόφων του στον Άδη. Δεν νιώθεις βάρος που επιλέγεις να διαχειριστείς το θέμα της καθόδου στον Άδη;
ΑΠ: Αυτή η κάθοδος συνδέεται, κυρίως, με την κατάδυση στο υποσυνείδητο του καθενός από μας. Δεν πρόκειται για τον βιολογικό θάνατο, αλλά για πνευματικό, θα λέγαμε, θάνατο που αφορά στην συνειδησιακή κατάσταση του ανθρώπου. Είναι ένα είδος ψυχανάλυσης που συνδέεται άμεσα με τους ζώντες και τεθνεώτες, με όλα τα όντα που μας αφορούν.

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΚΟΥΝΑΔΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Φέτος είναι έτος Γιώργου Σεφέρη, καθώς συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον θάνατο του. 
Έτσι θυμόμαστε την παραγωγή «Χρόνια σαν τα φτερά». 
Ένα ξεχωριστό πρόγραμμα αφιερωμένο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017 στο Ίδρυμα Β&Μ Θεοχαράκη. 
Ο στοχαστικός λόγος του ποιητή γεμάτος ιστορικές μνήμες και έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό λυρισμό, συνδυάστηκε με την μουσική του Αργύρη Κουνάδη («Σχέδια για ένα Καλοκαίρι) και του Γιώργου Κουρουπού («Δεκαέξι Χάικου», «Το φύλλο της λεύκας»). 
Ερμήνευσαν με τέχνη και με πάθος η Μάιρα Μηλολιδάκη (τραγούδι), ο Τίτος Γουβέλης (πιάνο) και η Ιουλίτα Ηλιοπούλου (απαγγελία). 
Ένα πρόγραμμα απ’ αυτά τα εξαιρετικά που στήνει χρόνια τώρα η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Οι επιλογές ποίησης και μουσικής είναι πάντοτε καίριες και ουσιαστικές. 
Παρών ήταν και ο συνθέτης Γιώργος Κουρουπός, ο οποίος στο τέλος ζήτησε από το κοινό να τιμήσει με ένα χειροκρότημα τον άλλο συνθέτη του προγράμματος, τον σπουδαίο Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1924.και πέθανε στο Φράϊμπουργκ στις 22 Νοεμβρίου 2011. Φέτος συμπληρώνονται 10 χρόνια από την αναχώρησή του...


Στην βραδιά η Μάιρα Μηλολιδάκη και οΤίτος Γουβέλης ερμήνευσαν τα «Σχέδια για ένα καλοκαίρι» του Κουνάδη, ένα έργο βασισμένο σε 5 ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, έργο για φωνή και πιάνο γραμμένο το 1949-50. Περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Επιτύμβιο», «Άνθη της πέτρας», «Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές», «Επιφάνια, 1937» και «Raven». Το «Επιτύμβιο» επαναλαμβάνεται στο τέλος ως επίλογος του έργου. Το έργο …διασώθηκε από τον ίδιο τον συνθέτη, δηλ. δεν το αποκήρυξε όπως έκανε με άλλα έργα της περιόδου 1949-1957. Ένα έργο που χαρακτηρίζεται από μια μοντέρνα μουσική τεχνοτροπία βυζαντινής αυστηρότητας, η οποία δίνει έμφαση στον μελοποιημένο λόγο και το δραματικό στοιχείο. Το ίδιο – και περισσότερο - θα λέγαμε για τα "Πέντε τραγούδια σε ποίηση Κωνσταντίνου Καβάφη". 
Ο Γιώργος Κουρουπός είναι ο συνθέτης που συνυπήρξε με τον Αργύρη Κουνάδη και τον ερμήνευσε κιόλα, στον δίσκο 
Αργύρης Κουνάδης - Γιώργος Κουρουπός 
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΠΙΑΝΟ 
Ποίηση: Κ.Π. Καβάφης, Γιώργος Σεφέρης, Federico Garcia Lorca 


Ο Κουρουπός στο πιάνο και ο Σακκάς στο τραγούδι, ερμηνεύουν στον δίσκο αυτό τα δύο παραπάνω έργα του Αργύρη Κουνάδη (σε ποίηση Σεφέρη και Καβάφη) και το έργο του Κουρουπού «Οκτώ Τραγούδια σε ποίηση Λόρκα» (ελληνική απόδοση των στίχων από τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη). Τα τρία αυτά έργα ηχογραφήθηκαν το 1988 για λογαριασμό του Αετοπούλειου Ιδρύματος με τη χορηγία της ΕΡΤ και κυκλοφόρησαν μόνο σε βινύλιο. Μέρη των έργων αυτών σε νεότερη ψηφιακή ηχογράφηση με τους ίδιους συντελεστές περιλαμβάνονται στο δίσκο «Λόγος Μουσικός» (2002), από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. 
Επίσης, το απαιτητικό έργο του Κουρουπού «Δεκαέξι Χαϊκού» σε ποίηση του Γιώργου Σεφέρη από το «Τετράδιο Γυμνασμάτων», που ακούστηκε τη βραδιά της 16ης Νοεμβρίου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, έχει ηχογραφηθεί από την Μάτα Κατσούλη (τραγούδι) και τη Νέλλη Σεμιτέκολο (πιάνο) και συμπεριλαμβάνεται στον ψηφιακό δίσκο «Ο Γιώργος Κουρουπός μελοποιεί Ελύτη, Εμπειρίκο, Σεφέρη – Η ωραία μας άγνωστη» (παραγωγή: Θάνος Μικρούτσικος, MINOS - ΕΜΙ 1998).
Τα «Δεκαέξι Χαϊκού» θα παρουσιαστούν το ερχόμενο Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2021, στο Ωδείο Αθηνών, στο πλαίσιο διήμερου αφιερώματος στον Γιώργο Κουρουπό. Το έργο θα ερμηνεύσουν η Μυρσίνη Μαργαρίτη (σοπράνο) και ο Νίκος Αθηναίος (πιάνο). 
Στη συναυλία αυτή θα παρουσιαστούν και τα χορικά που έχει μελοποιήσει ο Γιώργος Κουρουπός από το έργο «Φονικό στην εκκλησία» – Κείμενο: T.S. Eliot, σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη.  
Το έργο είχε ανέβει από τον θίασο Δ. Μυράτ - Β. Ζουμπουλάκη στο Ηρώδειο το 1982. 


Συνθέτες σαν τον Κουνάδη και τον Κουρουπό ακονίζουν την ευαισθησία μας και αναδεικνύουν έτι μάλλον τον ποιητικό λόγο. Γι' αυτό και οι δημιουργίες τους θα πρέπει να παρουσιάζονται συχνά. 
Στη συνέχεια αναρτούμε και το πλήρες πρόγραμμα εκείνης της εκδήλωσης.


Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Σήμερα, 20 Σεπτεμβρίου 2021, που συμπληρώνονται 50 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη σκέφτηκα ένα μικρό αφιέρωμα στην ολοζώντανη πάντοτε μνήμη του. 
Αρχικά τι έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Σεφέρη, με τον οποίο δεν συνεργάστηκε ποτέ. Την εκτίμησή του, όμως, στον ποιητή, την αποτυπώνει ο Χατζιδάκις στο περίφημο βιβλίο του Ο καθρέφτης και το μαχαίρι
Στις φωτογραφίες που αποτελούν την προσωπική του μυθολογία υπάρχει κι αυτή του Σεφέρη και είναι αυτή - η κλασική - που αναδημοσιεύουμε εδώ. Στο τέλος του βιβλίου όπου ο Χατζιδάκις υπομνηματίζει τις φωτογραφίες του, γράφει για τον ποιητή (σ. 258-59): 
«Ο Γιώργος Σεφέρης. Η Γερτρούδη Στάιν είχε πρωτομιλήσει για μένα στον Σεφέρη. Όταν επέστρεψε απ’ το Λονδίνο στην Αθήνα, θέλησε να με γνωρίσει, και τη συνάντηση ανέλαβε ο Κατσίμπαλης. Ένα δείπνο στο σπίτι της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Μα ξέσπασε ο εμφύλιος -ήταν Δεκέμβριος του ’45 και η συνάντηση δεν έγινε. Βρέθηκα με τους ηττημένους και υποχωρούσα προς την Καστοριά μαζί με το στρατό του ΕΛΑΣ. Έτσι καθώς υποχωρούσαμε, διάβαζα με απορία το Μυθιστόρημα. Τέλος, τον γνώρισα το 1947. Θέλησα να μου εξηγήσει όλα τα σχετικά με την Έρημη χώρα. -Τι θέλετε να μάθετε; μου λέει. -Ποια είναι, τον ρωτώ. Μου απαντά: -Ο τόπος μας. Προσπαθείστε να τον γνωρίσετε. Δεν έχω άλλο να σας πω… Το επεισόδιο αυτό έγινε αφορμή να απομακρυνθώ τελείως απ’ το μεσοπόλεμο, να γνωρίσω όλες τις λεπτομέρειες του τόπου μου, να γίνω φίλος με τον Νίκο Χατζημιχάλη, το γιο της Αγγελικής, να διαβάσω τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και να εκτιμήσω βαθιά τον Σεφέρη, χωρίς ποτέ να γίνουμε φίλοι». 
Αυτά έγραφε ο Χατζιδάκις, ο οποίος παρ' ότι δεν μελοποίησε ποτέ Σεφέρη, αφιέρωσε στον ποιητή στίχους που ο ίδιος απήγγειλε πάνω σε μουσική του Νότη Μαυρουδή. Μια από τις σπάνιες καταγραφές του ερμηνευτή Μάνου Χατζιδάκι, από το δίσκο «Παιδί της Γης» που κυκλοφόρησε το 1977, με βασική ερμηνεύτρια την Αρλέτα και τη συμμετοχή του Ηλία Λιούγκου. Στο δίσκο αυτό ο Μαυρουδής μελοποίησε Χατζιδάκι. 
Ιδού οι στίχοι του Χατζιδάκι για τον Σεφέρη, από τις "Τρεις προσωπογραφίες" (Μυθολογία, εκδ. Ύψιλον, 1980, σ. 56): 
"Από τη Μικρασία μετά την καταστροφή, ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα, και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε και από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά."
Όμως, η σχέση του Χατζιδάκι με τον Σεφέρη είναι πολύ παλιά. Ανάγεται στα νεανικά χρόνια του Μάνου Χατζιδάκι, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος αργότερα, όταν έγραφε για το έργο του "Πασχαλιές μέσα από το νεκρή γη":
"Ο τίτλος του έργου μου βγήκε μέσο από τον δεύτερο στίχο της Έρημης Χώρας του Eliot, που πρωτογνώρισα το 1943 στη θαυμαστή μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη". 
Ο Χατζιδάκις ομολογεί πως ο Σεφέρης και ο Γκάτσος του έμαθαν "τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης". 
Σημειώνουμε, ακόμα, ότι και ο Χατζιδάκις και ο Σεφέρης έζησαν στο Παγκράτι. Μιας Αθήνας αλλοτινών καιρών....


Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε, ως γνωστόν, Σεφέρη και δη Τα Επιφάνια. Τα τέσσερα τραγούδια των "Επιφανίων" συνέθεσε ο Θεοδωράκης στο Παρίσι το 1960 και το Φεβρουάριο του 1962 ηχογραφήθηκαν με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση και το αξεπέραστο δίδυμο των μπουζουκιών Κώστα Παπαδόπουλου-Λάκη Καρνέζη. 
Όμως, Τα Επιφάνια τραγούδησε και ο χατζιδακικός Γιώργος Μούτσιος, σ' ένα δισκάκι 45 στροφών. Η ενορχήστρωση του Κώστα Κλάββα, αλλά και η ερμηνεία του Μούτσιου είναι "χατζιδακική" θα λέγαμε. Σε αντίθεση με την πιο λαϊκή του Μ. Θεοδωράκη και του Γ. Μπιθικώτση.

    
Το ενδιαφέρον στοιχείο στο βιντεάκι που παραθέτουμε εδώ, είναι ότι στο πασίγνωστο τραγούδι Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό), ο Μούτσιος παραμένει Σεφερικός! Εξηγούμαι: 
Στην τρίτη στροφή του ποιήματος ο ποιητής βάζει άνω τελεία στο "πήραμε τη ζωή μας" και ακολουθεί η λέξη "λάθος". 
Mε τι καρδιά, με τι πνοή, 
τι πόθους και τι πάθος, 
πήραμε τη ζωή μας· λάθος! 
κι αλλάξαμε ζωή. 
Έτσι το ήθελε ο ποιητής κι έτσι το διαβάζει ο ίδιος σε μια ανέκδοτη ηχογράφηση (Woodberry Poetry Room, 1952) που μπορείτε να ακούσετε εδώ, αλλά και σε ένα βιντεάκι που παραθέτουμε στη συνέχεια. 
Ο Σεφέρης είχε τονίσει στον Θεοδωράκη να μη γίνει λάθος γιατί το νόημα αλλάζει, όμως στην ηχογράφηση με τον Μπιθικώτση γίνεται το λάθος στη λέξη "λάθος" κι ακούγονται όλες μαζί οι λέξεις, δίνοντας διαφορετικό αν μη και αντίθετο νόημα στο ποίημα απ' αυτό που ήθελε ο ποιητής. Η εκτέλεση του Γιώργου Μούτσιου παρότι είναι η σωστή, ελάχιστα ακούστηκε... 


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ "ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΤΕΡΨΙΧΟΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ

Του Παναγιώτη Ανδριόπουλου

Στη μνήμη της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

που έφυγε σαν σήμερα, 21 Δεκεμβρίου του 2019

Ο Γιώργος Σεφέρης µεταφράζει το «Άσµα Ασµάτων», από την Παλαιά Διαθήκη, το 1965. Κυκλοφορεί σε µια σπουδαία έκδοση 465 αντιτύπων με χαρακτικά του A. Tάσσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ποιητής χρησιµοποιεί τον όρο «µεταγραφή» και όχι µετάφραση, καθώς τη θεωρεί περισσότερο ικανοποιητική για τον µεταγλωτισµό των αρχαίων κειµένων. Τον ίδιο όρο υιοθετεί και για την «Αποκάλυψη του Ιωάννη».

Ως γνωστόν το «Άσμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που βλάστησε σ' έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Άντρας και ο Χορός από γυναίκες ή και άντρες.

Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «... η εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος πρέπει να είναι ο Δ' π.Χ. αιώνας. Τότε ένας Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή και από τη Συρία σ' αυτό το σύνολο, όπου είναι αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».

Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική από τους «Εβδομήκοντα» ερμηνευτές, μια επιτροπή από Ιουδαίους ελληνιστές.

Προσθέτει ο Σεφέρης: «To Άσμα, μολονότι ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, βρήκε ωστόσο - όχι χωρίς συζητήσεις είναι αλήθεια - μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης».

Η οριστική έκδοση της μεταγραφής του Σεφέρη μαζί με το κείμενο των Εβδομήκοντα, γίνεται από τις εκδόσεις Ίκαρος, το 1972, με εξώφυλλο του Γιάννη Μόραλη.

Εκείνη τη χρονιά, η ιδρύτρια και διευθύντρια της γνωστότερης ελληνικής χορωδίας, τότε, της Χορωδίας Τρικάλων, Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, κυκλοφορεί το 1972 από την Polygram, με το label της Olympic το δίσκο της «Άσμα Ασμάτων».

Η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου ήταν απόφοιτος του Ωδείου Μανώλη Καλομοίρη και το 1952 ο Καλομοίρης της εμπιστεύεται τη διεύθυνση και την αναδιοργάνωση του παραρτήματος του Εθνικού Ωδείου Τρικάλων. Έτσι γεννιέται η Χορωδία Τρικάλων, που γίνεται γνωστή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με τους δίσκους που ηχογραφεί πάνω σε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη διασκευασμένα χορωδιακά από την ίδια την Τερψιχόρη Παπαστεφάνου.

Είναι η πρώτη που μεταφέρει το έντεχνο ελληνικό τραγούδι σε χορωδιακή μορφή και η πρώτη που τολμά να το συνοδέψει λαϊκή ορχήστρα. Το 1966 εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου αρχίζει να μελοποιεί έργα ελλήνων ποιητών τα οποία ηχογραφούνται και κυκλοφορούν σε δίσκους: “Ελεύθεροι πολιορκημένοι” του Πάνου Παναγιωτούνη, “Αδούλωτη” της Έλλης Παπαδημητρίου, “Άσμα ασμάτων” σε μεταγραφή Γιώργου Σεφέρη, “Πρελούδια” ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, “Πόλεμος και Ειρήνη” του Γιάννη Ρίτσου και το ορχηστρικό “Καϋμοί στη γειτονιά”.


Στον δίσκο «Άσμα Ασμάτων» κυριαρχεί η  μελοποίηση ενός αποσπάσματος  της μεταγραφής του Γιώργου Σεφέρη. Τραγουδούν η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Ζωγράφος και η Χορωδία Τρικάλων.

Στον δίσκο περιλαμβάνονται, επίσης, τρία μελοποιημένα ποιήματα: του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Ιωάννη Πολέμη και του Άγγελου Σικελιανού καθώς και ένα ποίημα του Federico Garcia Lorca, σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την ίδια χρονιά, το 1972, ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί κι αυτός ένα απόσπασμα από το «Άσμα Ασμάτων», αλλά στο πρωτότυπο. Το γνωστό «Κραταιά ως θάνατος αγάπη», που συμπεριελήφθη στον «Μεγάλο Ερωτικό».

Το ίδιο απόσπασμα, στην μεταγραφή Σεφέρη, μελοποιεί και η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, και κλείνει με αυτό το έργο της.

Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για την μοναδική μελοποίηση της Σεφερικής μεταγραφής. Η Παπαστεφάνου και ο Χατζιδάκις μέσα στην δικτατορία πρότειναν το ερωτικό «Άσμα» της Παλαιάς Διαθήκης!

Η προσέγγιση της Τερψιχόρη Παπαστεφάνου είναι …μοιραία Θεοδωρακική, αφού η ίδια είχε επηρεαστεί από τον συνθέτη που της ταίριαζε και με τον οποίο συνεργάστηκε στενά.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Ο μύθος μιας χορωδίας», η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου διηγείται πως πήρε την άδεια από την Μαρώ Σεφέρη για την ηχογράφηση του Σεφερικού «Άσματος», μετά από …εξετάσεις. Παρουσίασε, δηλ., το έργο της – στο πιάνο - στο σπίτι του συνθέτη Γιώργου Σισιλιάνου, τον οποίο εμπιστευόταν η Μαρώ Σεφέρη.

Η Μαρώ Σεφέρη συνέστησε στην Παπαστεφάνου και τον Γιώργο Ζωγράφο, ο οποίος είχε μάθει για την δουλειά αυτή και ήθελε πολύ να συμμετάσχει. Η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου τον εμπιστεύτηκε και δεν το μετάνιωσε, όπως έγραψε.

Τα γυναικεία soli τραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη, η οποία ήταν γνωστή τότε από τις εμφανίσεις της στο εξωτερικό πλάι στον Μίκη Θεοδωράκη.

Η Παπαστεφάνου εκτιμά πως το «Άσμα» ήταν μια επιτυχημένη παραγωγή.

Παραθέτουμε στη συνέχεια τη σχετική ηχογράφηση.

(κορίτσι)
Είμαι μαύρη μα είμαι ωραία
θυγατέρες της Ιερουσαλήμ
σαν τα τσαντήρια του Κιδάρ
σαν τα σκηνώματα του Σολομών

Αχ πες μου εσύ που η ψυχή μου αγάπησε
πού βόσκεις το κοπάδι σου
πού ξαποσταίνεις το μεσημέρι
για να μην τριγυρνώ κρυφά κρυφά
μες στα κοπάδια των συντρόφων σου

(χορωδία)
που ξαποσταίνεις το μεσημέρι
για να μην τριγυρνώ κρυφά κρυφά
μες στα κοπάδια των συντρόφων σου

(κορίτσι)
όμορφος που ‘σαι αγαπημένε
πόσο μεστός, πόσο μεστός
ωσάν μηλιά στα δένδρα του δρυμού
αγαπημένος μες στα παλληκάρια
στον ίσκιο του λαχτάρησα και κάθησα
κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο

(χορωδία)
ωσάν μηλιά στα δένδρα του δρυμού
αγαπημένος μες στα παλληκάρια
στον ίσκιο του λαχτάρησα και κάθησα
κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο

(κορίτσι)
το αριστερό του χέρι
κάτω απ το κεφάλι μου
και το δεξί του μ’ αγκαλιάζει

(αγόρι)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

(αγόρι)
Ωσάν το κρίνο μες στ’ αγκάθια
η Αγαπημένη μου μες στις κοπέλες

(χορωδία)
Ωσάν το κρίνο μες στ’ αγκάθια
η Αγαπημένη μου μες στις κοπέλες

(αγόρι)
Σας εξορκίζω θυγατέρες της Ιερουσαλήμ
στις δύναμες και στις ορμές του αγρού
μη την ξυπνάτε, μη την ξαγριεύετε την Αγάπη μου
όσο να το θελήσει, όσο να το θελήσει

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
μέσ’ απ’ το πέπλο σου, μέσ’ απ’ το πέπλο σου
Είσαι πεντάμορφη, Αγαπημένη
χωρίς ψεγάδι, χωρίς ψεγάδι
Είσαι πεντάμορφη, Αγαπημένη
χωρίς ψεγάδι, χωρίς ψεγάδι

(αγόρι)
μου πήρες την καρδιά μου
με μια ματιά σου, με μια ματιά σου
μου πήρες την καρδιά μου
μ’ ένα κρικέλι της τραχείας σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου

(χορωδία)
μου πήρες την καρδιά μου
με μια ματιά σου, με μια ματιά σου
μου πήρες την καρδιά μου
μ’ ένα κρικέλι της τραχείας σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μέλι σταλάζει από τα χείλια σου
μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου

(κορίτσι)
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
κι ας ξεχυθούν όλα τ’ αρώματά μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου
Σήκω, σήκω Βοριά, τρέμε Νοτιά
κι ας ξεχυθούν όλα τ’ αρώματά μου

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα
Σμύρνα κι αλόη, όλα τα μύρα

(αγόρι)
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο
κι ο πόθος σκληρός σαν τον Άδη
Σπίθες φωτιάς, φλόγα Θεού, φλόγα Θεού

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου

(χορωδία)
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη

Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη
Νερό ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την Αγάπη

(αγόρι)
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου

(χορωδία)
Όμορφη που ‘σαι Αγαπημένη
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
Όμορφη που ‘σαι, Όμορφη που ‘σαι

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

ΑΡΧΑΙΑ ΕΦΕΣΟΣ – Μια συνάντηση του π. Παναγιώτη Καποδίστρια με τον Γιώργο Σεφέρη


Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
[1η δημοσίευση: περιοδικό ΠΕΡΙ ΟΥ | 3 Φεβρουαρίου 2020]
  
Την αφορμή για τη «συνάντηση» αυτή μου την έδωσε το ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια «Οι Γάτες της Αρχαίας Εφέσου», από την πρόσφατη συλλογή του Λευκότερος καίγεσαι (εκδ. Αληθώς, 2019). Έχοντας υπόψη μου το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Μνήμη Β΄» με υπότιτλο «Έφεσος», άρχισα να μελετάω καλά τι είδε ο νέος ποιητής, εκεί όπου είχε περπατήσει ο παλαιότερος, εβδομήντα χρόνια πριν.
Συγκεκριμένα, ο Σεφέρης είχε πάει στην Έφεσο, στις 21 Οκτωβρίου 1950. Όπως φαίνεται από τις Μέρες Ε΄ (1945-1951), έμεινε τρεις μέρες. Το ποίημα που προέκυψε από αυτή την επίσκεψη είναι, όπως είπαμε πιο πάνω, το «Μνήμη Β΄» με υπότιτλο «Έφεσος», από το οποίο απομονώνω τους τρεις πρώτους στίχους:
Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
και τους εννέα τελευταίους:
Θυμάμαι ακόμηˑ
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου.
Αν συνυπολογίσουμε τα όσα γράφει στις Μέρες, την ψυχική ανάγκη που στέλνει τον Σεφέρη στα αρχαία θέατρα και την κρυφή ελπίδα, αν και είναι αρκετά ορθολογιστής ώστε να μην πιστεύει σ’ αυτό που ελπίζει, τότε ο Σεφέρης πηγαίνει εκεί για να ακούσει τη φωνή του αδελφού του είτε είναι ο Ηράκλειτος, αυτός που μιλούσε καθισμένος στο απομεινάρι του αρχαίου πυλώνα είτε ο Σικελιανός που επίσης καθισμένος σε μια πέτρα -«θρονί μου φάνη μοιρασμένο … απ’ τους αιώνες»- μας λέει στην «Ιερά οδό», συχνός επίσης επισκέπτης αρχαίων θεάτρων, ή τέλος είναι ο αδελφός του, ο Άγγελος, που είχε πεθάνει τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Στην κραυγή «Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!» η απάντηση ήταν «σκληρή η σιγή τριγύρω μας / κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου».
Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτα.

Ωστόσο, στην περιήγηση του χώρου, το «Απομεσήμερο», άκουσε μια κουκουβάγια, μια φορά μόνο, η ώρα τρεις το απόγευμα. Ο Σεφέρης δεν επιμένει τυχαία στο «μια φορά μόνο» και στο «η ώρα τρεις». Και η κουκουβάγια και η ώρα σημαίνουν. Στα αυτιά του, από την ώρα που τριγύριζε στο θέατρο, ακούει «τους μαινόμενους αργυροκόπους που φώναζαν “Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσίων”» (Πράξεις των Αποστόλων, 19,23). Πιο κάτω θα μας παραθέσει ένα απόσπασμα από την Αποκάλυψη, από το οποίο δανείζομαι τις τρεις τελευταίες γραμμές: «Ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη, εν η επλούτησαν πάντες οι έχοντες τα πλοία εν τη θαλάσση εκ της τιμιότητος αυτήςˑ ότι μια ώρα ηρημώθη» (18, 17-19). Στη συνέχεια γράφει: «Προσκυνητάδες και λαϊκή λατρεία, ιερείς και μεγάλα εισοδήματα, θρύλοι και δεισιδαιμονίες» σαν να βλέπει μια άλλη εκδοχή του Ιησού στον Ναό και το αναποδογύρισμα των πάγκων των αργυραμοιβών. Για την ώρα τον παρηγορεί «το λυκόφως στις πλαγιές της Ιωνίας, τα κυκλάμινα, και το κυμάτισμα, που διατηρούν ακόμη, της μεγάλης ψυχής του Ηράκλειτου. Αυτά ανήκουν στο μόνιμο εκείνο, που μοιάζει να είναι πίσω από κάθε θρησκεία» (Μέρες Ε΄, 21 Οκτώβρη 1950). Το λυκόφως και το χρώμα των κυκλάμινων τονίζει, με τον τρόπο του, τη θλίψη του ποιητή.
Συμπέρασμα. Δεν υπάρχει τίποτα, παρά το συμφέρον. Ο χρόνος τα παρασύρει όλα, όπως και την Μεγάλη Άρτεμη. Τι απομένει; Το τοπίο και ο Ηράκλειτος.
Το ποίημα του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, «Οι Γάτες της Αρχαίας Εφέσου», παραπέμπει, ως τίτλος, οπωσδήποτε, ευθέως στο ποίημα του Σεφέρη «Οι Γάτες τ’  Άι-Νικόλα», όπου οι γάτες, με το χτύπημα της καμπάνας, έβγαιναν και εξόντωναν τα φίδια που είχαν κατακυριεύσει τον τόπο και είχαν γίνει πολύ μεγάλα και φαρμακερά λόγω της «μεγάλης στέγνιας». Βεβαίως «ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος / χαθήκανεˑ δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι. / Ωσάν καράβι καταποντισμένο / τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό / μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα». Το ποίημα έχει έναν πολιτικό προσανατολισμό, λόγω της εποχής που γράφτηκε. Αν όμως το αποσυνδέσουμε από τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο και το συνδέσουμε με ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, τότε ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι «γάτες» συμβολίζουν τον Ελληνισμό που είχε να παλέψει με πολλά φίδια, ποικίλους εχθρούς, αλλά τελικά νικήθηκε. Δεν έχει απομείνει τίποτε πια, ούτε νιαούρισμα.
Επιστρέφουμε πια οριστικά στις «Γάτες της αρχαίας Εφέσου» του Καποδίστρια και παρακολουθούμε το ποίημα. Αρχίζουμε από το μότο.
«φωνή εγένετο μία εκ πάντων, ως επί ώρας δύο κραζόντωνˑ μεγάλη η Άρτεμις Εφεσίων»
(Πράξεις 19,34)
Είδες τις γάτες
αγέρωχες εδώ κι εκεί στη μαρμάρινη οδό
δακριτικά περιφερόμενες
στων Κουρητών τη λεωφόρο;

Κορίτσια είναι
απ’ τον οίκο του έρωτα

του Κέλσου ίσως κλειδοκρατόρισσες
η Σοφία
η Αρετή
η Επιστήμη
η Έννοια

η Νίκη της Εφέσου εξάπαντος

κι αν έχεις οφθαλμούς αλαφροΐσκιωτους
διαισθάνεσαι
βουρκωμένη τη θεά
Άρτεμη την πολύμαστη
γάτα νωχελική πάνω σε κίονα του Πρυτανείου
λάθρα επιβιώσασα απ’ των καιρών την ένοχη ανοχή
σπιθίτσα μυστική
για τη φλόγα την περίβλεπτη του ιερού της Ουτοπίας
 (Αρχαία Έφεσος, Ιούνιος 2019)
Από το μότο βλέπουμε ότι και οι δύο ποιητές αντλούν πληροφορίες για την Έφεσο από την ίδια πηγή. Τις Πράξεις των Αποστόλων.
Η Άρτεμις, στης οποίας το ναό κυκλοφορούν οι γάτες, είναι η θεά παρθένος, αδελφή του Απόλλωνα, γεννημένη στη Δήλο, η «Μεγάλη Άρτεμις» όπως έκραζαν οι πολίτες και στης οποίας το ρημαγμένο ιερό χτίστηκε ναός της Παρθένου Μαρίας, με την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας. Σ’ αυτόν τον περίφημο ναό σήμερα μόνο ερείπια, γάτες και τουρίστες, βεβαίως. Ο χρόνος και οι επιδρομείς πήραν τα πάντα. Υπάρχει όμως η γη που δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν.
Στην περίφημη οδό των Κουρητών, με τα αγάλματα των αυτοκρατόρων και τα λαμπρά μωσαϊκά στο δάπεδο, περπατούν σήμερα διακριτικά οι αγέρωχες γάτες. Το επίρρημα «διακριτικά» προσδίδει στα συμπαθή κατοικίδια ήθος. Το «αγέρωχες» μια ασύνειδη υπεροχή. Και έχουν, αν συνυπολογίσουμε ότι οι γάτες αυτές ήταν (;) ιέρειες στο ιερό της θεάς ή «κορίτσια από τον οίκο του έρωτα», όπως λέει το ποίημα. Αφήνοντας κατά μέρος το «πρόχειρο», μια λέξη που χρησιμοποιεί ο π. Παναγιώτης, για να δηλώσει αυτό που μας έρχεται πρώτο στο νου, σπεύδουμε να αναφερθούμε στη ρήση του Αριστοτέλη «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» και αυτή την όρεξη, τον έρωτα για μάθηση, υπηρετεί ο Κέλσος και οι «Κλειδοκρατόρισσές» του.
Ο Κέλσος, του οποίου η σαρκοφάγος βρίσκεται «στον πλευρικό διάδρομο της βιβλιοθήκης του («δεξιά καθώς μπαίνεις»), γράφει ο Σεφέρης, ήταν πλατωνικός φιλόσοφος. Η Σχολή του, ο Οίκος του, είναι ο Οίκος του έρωτα για τη σοφία και τα κορίτσια του, το πνεύμα που παίρνει τη μορφή κοριτσιών, όπως λέει και ο Ελύτης για τα κορίτσια στη δική του ποίηση. Τα κορίτσια του, λοιπόν, είναι οι Ιδέες, οι πλατωνικές Ιδέες, και τα ονόματά τους Σοφία, Αρετή, Επιστήμη, Έννοια και εξάπαντος Νίκη της Εφέσου. Γιατί ό,τι και αν έγινε και ο χρόνος παρέσυρε και οι κοινωνικές και πολιτικές και θρησκευτικές ανατροπές επέφεραν, η Έφεσος ως Ιδέα ζει.
Ο Ελύτης θεωρεί ότι είναι τέσσερα τα στοιχεία μιας ξεχωριστής προσωπικότητας: Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία (όπως ο ίδιος εξήγησε στον Guido Demoen, Φιλολογική, τχ. 60, σελ. 17-20), με σαφή αναφορά στα μόρια της «Αρετής» του πλατωνικού Πρωταγόρα, όπου γίνεται λόγος για πέντε μόρια της Αρετής: Ανδρεία, Δικαιοσύνη, Σωφροσύνη, Σοφία, Οσιότητα. Πιστεύω ότι ο Ελύτης στην Ευθύνη συναιρεί την «οσιότητα» και τη «σωφροσύνη». Mutatis mutandis, οι ποιητές και οι φιλόσοφοι μιλούν γα παραπλήσιες έννοιες, για να μην πούμε πως μιλούν για τις ίδιες ακριβώς.
Αυτά όμως τα αντιλαμβάνεται εκείνος που έχει «οφθαλμούς αλαφροΐσκιωτους». Δεν μας διαφεύγει εδώ μια νύξη σολωμική. Ο Αλαφροΐσκιωτος Καλός, δηλαδή ο ποιητής, ο ζακύνθιος Καποδίστριας διαισθάνεται τη θλίψη της θεάς, γάτας πολύμαστης (όπως ήταν κάποτε η πλούσια Έφεσος), που κάθεται νωχελική (άπραγη πια) πάνω σε κίονα του Πρυτανείου, όπως ο Ηράκλειτος στο ποίημα του Σεφέρη και ο Σικελιανός στην «Ιερά οδό». Η Ιδέα της, ευτυχώς, επιβίωσε λάθρα, από τους διωγμούς, «σπιθίτσα μυστική», μέσα σε έναν κόσμο εχθρικό με άλλη θρησκεία και Θεό.
Ο τελευταίος στίχος έχει τη θλίψη από την ιερή φωτιά που την έχουμε δει να σβήνει στον ναό των Εστιάδων, στο λάλον ύδωρ των Δελφών και τώρα εδώ, στον κίονα του Πρυτανείου. Ωστόσο, υπάρχει αυτή η μικρή ελπίδα, η γάτα (η εφτάψυχη όπως λέει ο λαός), που φυλάει τη φλόγα την «περίβλεπτη» του ιερού της Ουτοπίας. Ένα ιερό που υπήρχε και δεν υπάρχει πια, για μια θεά που δεν υπήρχε αλλά υπήρχε η ιδέα της. Γιατί η Ιδέα δεν έχει ανάγκη από σώμα για να υπάρχειˑ έρχεται από την ιδανική Ου-τοπία.
Ο Σεφέρης αυτοαποκαλείται «ειδωλολάτρης», βλέπει με σκεπτικισμό ό,τι συμβαίνει γύρω του και ενοχλείται με την εκμετάλλευση της Ιδέας. Ωστόσο στέκεται με σεβασμό απέναντι σε ό,τι καλό γέννησε ο τόπος και η δική του «σπιθίτσα» λάμπει στην αλήθεια τη χειροπιαστή που είναι ο τόπος και ο Ηράκλειτος. Όλα τα άλλα είναι περαστικά.
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας είναι ταγμένος ιερωμένος. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να εκφράσει «απιστία». Αγαπά αλλήλους. Είναι και ποιητής που σημαίνει πως έχει έγνοια και ελπίδα για κάθε τι καλό που γέννησε αυτός ο κόσμος, τον οποίο αποδέχεται και υπηρετεί με Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία. Το ποίημα «Οι γάτες της Εφέσου» εκφράζει ένα βαθύ αίσθημα για τον κόσμο μας, τον αρχαίο που χάθηκε ή συγχωνεύτηκε με τον άλλο που ήρθε. Βαθύ αίσθημα Ευθύνης για όποια ελληνική «σπιθίτσα» τού δίνει τη Σοφία να γράφει και να στοχάζεται, την Αντρειά να αντέχει και τη Δικαιοσύνη να απονέμει σε έκαστον τον σεβασμό του, κατά τα έργα του.
Related Posts with Thumbnails