Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Εκκλησία στον κόσμο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Εκκλησία στον κόσμο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Μύθοι, Τεχνητή Νοημοσύνη και Αθανασία


Του Χρήστου Γκουνέλα 
PhD Συστηματικής Θεολογίας, MSc in Bioethics 
Στην ανθρώπινη ιστορία, οι μύθοι συνυπάρχουν πολλές φορές με την ιστορική πραγματικότητα. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Και τα δύο είναι αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και εκ των πραγμάτων αναγκαία μεταξύ τους. Θα ήταν ερευνητικό λάθος αν προσπαθούσαμε να ξεκόψουμε το ένα από το άλλο ταυτίζοντας τον μύθο με το ψέμα και την ιστορία με την αλήθεια. 
Ήδη από τα πανάρχαια χρόνια η ιστορία συναντήθηκε με τους αρχέγονους μύθους. Πολλοί δε εξ αυτών συγκλίνουν στην ύβρι την οποία επιφέρει η γνώση στον άνθρωπο, ακολουθούμενη από τη νέμεσι και την τίσι των Θεών ή της φύσης. Δια της γνώσης, σύμφωνα με τους μύθους, ο άνθρωπος γνώρισε τον θάνατο, τον πόνο, την ασθένεια και τα γηρατειά. Δια της γνώσης, επίσης, απομακρύνθηκε από τους Θεούς και τη φύση ακολουθώντας τον δικό του δρόμο: της γνώσης η οποία θεοποιεί αλλά και δαιμονοποιεί, «του καλού και του κακού». 
Στην Παλαιά Διαθήκη ειδικότερα, ο άνθρωπος προσωποποιημένος από τον Αδάμ και την Εύα δοκιμάζει τον καρπό από «το δέντρο της γνώσης του καλού και κακού» σπάζοντας τα όρια που του έθεσε ο Θεός και έτσι απομακρύνεται από τον «παράδεισο» με άμεση συνέπεια τη γνώση του θανάτου, του πόνου και του κάματου που επιφέρει η καλλιέργεια της γης. Ο αρχέγονος μύθος της Παλαιάς Διαθήκης και η Αγροτική Επανάσταση φαίνεται, κατά τη γνώμη μας, να συμπλέκονται. Ο άνθρωπος δια της πρώτης μεγάλης Επανάστασης στην ιστορία του γίνεται από καρποσυλλέκτης καλλιεργητής της γης. 


Στη συνέχεια, ακολούθησαν και άλλες επαναστάσεις μέχρι να φτάσουμε σήμερα στην Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση (Industry 4.0), την Ψηφιακή Επανάσταση και λίγο πριν την έναρξη της Πέμπτης (Industry 5.0). Έτσι, με την πρώτη επανάσταση εισήλθε στην ιστορία το κακό ενώ με όλες τις επόμενες έως και ειδικά την ψηφιακή ο άνθρωπος προσπαθεί εμμέσως ή αμέσως πλέον να γίνει αθάνατος. Καίτοι οι αρχέγονοι μύθοι προσπάθησαν πρωταρχικώς να προσεγγίσουν την αιτία του θανάτου και του κακού εν γένει, οι σύγχρονοι επιστημονικοί μύθοι απεργάζονται την αθανασία. 


Αυτή την αρχέγονη δίψα του ανθρώπου για αθανασία και αιωνιότητα έρχονται να θεραπεύσουν τα σύγχρονα μυθοπλαστικά, αναφορικά με την αθανασία, κινήματα του ψηφιακού υπερανθρωπισμού και του τεχνικού ή του κριτικού μετανθρωπισμού. Ο ψηφιακός υπερανθρωπισμός (digital transhumanism) πρεσβεύει την αναβάθμιση της ανθρώπινης συνθήκης μέσω της γενετικής μηχανικής, της ρομποτικής, της πληροφορικής και της νανοτεχνολογίας. Για τους θιασώτες του, ο θάνατος, ο πόνος, τα γηρατειά και η ασθένεια αποτελούν τεχνικά προβλήματα τα οποία δύναται να εξαλείψει η επιστήμη ως ξένα στοιχεία και μη εναρμονιζόμενα με την ανθρωπότητα. 
Από την άλλη, ο τεχνικός μετανθρωπισμός (technical posthumanism) επιθυμεί τη μετεξέλιξη του ανθρώπου από τη βιολογική ανθρωπότητά του στην αμιγώς τεχνική. Κατά τον τεχνικό μετανθρωπισμό, ο άνθρωπος είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο στην εξέλιξή του έως να κατορθώσει να γίνει μηχανή και να εκπληρώσει έτσι την αποστολή του για αθανασία, αιωνιότητα και εποικισμό του διαστήματος. Ο δε κριτικός μετανθρωπισμός (critical posthumanism) δεν εστιάζει μόνο στον άνθρωπο αλλά βλέπει ολιστικά τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και τη φύση ως ανάγκη για μετεξέλιξη πέρα από διχαστικούς δυϊσμούς, όπως σώμα/ψυχή, άνθρωπος/φύση ή ύλη/πνεύμα. 
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κινημάτων είναι η επίκληση στην ανθρώπινη αυτονομία. Ειδικότερα δε ο θάνατος συνιστά για αυτά προσβολή της ανθρώπινης ελευθερίας και προσωπικότητας, απόρροια ίσως και της χριστιανικής διδασκαλίας. 
Στον αντίποδα κείται ο ψηφιακός ανθρωπισμός (digital humanism) ο οποίος υποστηρίζει τη χρήση της ψηφιακής, βιοεπιστημονικής και μηχανικής γνώσης για την ανθρώπινη ευδαιμονία με κέντρο πάντα τον άνθρωπο, την ανθρωπινότητα και την ανθρωπότητά του. Στο ίδιο μήκος κύματος εν γένει βρίσκεται και η ορθόδοξη θεολογία η οποία δεν θεωρεί τη σύγχρονη επιστήμη και γνώση a priori κακή. Αντίθετα, όταν αυτή υπερασπίζει τον άνθρωπο και τη φύση τότε δικαιολογεί αυτό για το οποίο υπάρχει. Κατά τη γνώμη μας, η προσπάθεια εξάλειψης του θανάτου με τεχνικά μέσα είναι εξ ορισμού ουτοπική. Ωστόσο, φανερώνει την ανθρώπινη οίηση (άμετρος συγκεκαλυμμένος φόβος του θανάτου) πως με τη δύναμη της επιστήμης μπορεί να λυθεί ακόμη και αυτό το πρόβλημα του θανάτου. Ακόμη όμως και να γινόταν αυτό, τότε ο άνθρωπος θα δημιουργούσε την οντολογική του φυλακή καταργώντας μια για πάντα την ελευθερία του προσώπου του. Εν τέλει, το διακύβευμα δεν (θα πρέπει να) είναι η αθανασία και η αιωνιότητα αλλά η ελευθερία. Η ζωή είναι συνυφασμένη οντολογικά με τον θάνατο, αφού αίτιος τόσο της ύπαρξης όσο και της ανυπαρξίας είναι ο ίδιος ο Θεός (Μάξιμος Ομολογητής). Χωρίς αυτή την οντολογική σύζευξη και ταυτόχρονη διάζευξη, δεν δύναται να υπάρξει ούτε η ελευθερία. Καταργώντας τεχνικά τον θάνατο, καταργείται και η ίδια η ζωή. Άλλωστε, ποια η αξία της ζωής αν δεν μπορεί ο άνθρωπος να τη θυσιάσει αγαπητικά και ελεύθερα και να μετέχει της θυσιαστικής αθανασίας και αιωνιότητας του Θεού και των άλλων ανθρώπων εντός του Μη Όντος; Χωρίς τον θάνατο πώς είναι δυνατόν να πονάς, να χαίρεσαι, να συμπονάς και να αγαπάς έως θανάτου; Αλλά και χωρίς τον θάνατο και τη φθορά πώς δύναται να υπάρξει πρόοδος; 
Προηγείται, μάλλον, η ελευθερία και έπεται η αθανασία και η αιωνιότητα. Η ελευθερία που σφυρηλατείται διαρκώς από την ανάγκη, το απρόσμενο και την απροσδιοριστία.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

Ο π. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ "ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
«Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα», λέει ο ποιητής. 
Ο π. Μιχαήλ Καρδαμάκης πέρασε από τον μάταιο τούτο κόσμο έχοντας δώσει μαρτυρία ομορφιάς! 
Το βιβλίο για την Παναγία του π. Μιχαήλ (εκδόσεις «Ακρίτας») είναι ένα εγκόλπιο Ορθόδοξης ζωής: Για τον λαό του Θεού, για τους ποιμένες, για τους μοναχούς, για τις γυναίκες, για τις μητέρες, για τους δασκάλους, για τους ιατρούς, για τους πολιτικούς, για τους Έλληνες, για την πορεία της Εκκλησίας στον κόσμο. 
Ο λόγος του π. Μιχαήλ είναι λόγος αρρενωπός, στιβαρός, αληθινά ωραίος! Δεν έχει σχέση με λόγους που σήμερα ευδοκιμούν – δυστυχώς – στον εκκλησιαστικό χώρο: λόγους έξαλλους, λαϊκιστικούς, λιγωτικά συναισθηματικούς, α-νόητα ψυχολογικούς, κατ’ επίφασιν προοδευτικούς, ανέξοδα «ερωτικούς», λόγους που εν τέλει έχουν ως σκοπό την χειραγώγηση και όχι την εν Χριστώ ελευθερία.
Το βιβλίο του π. Μιχαήλ για την Παναγία είναι μια μαθητεία στην ομορφιά, στο απόθετον κάλλος, αλλά και μια πρόκληση για άσκηση στην ελευθερία και την αγάπη, δηλαδή στα βαρύτερα του νόμου. Κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε να αποτελεί υπόθεση βιβλίου. Αλλά ο π. Μιχαήλ μας δίνει συμπυκνωμένη την σοφία του. Κι απ’ αυτήν επιτρέψτε μου να σταθώ σε ενδεικτικά του προφητικού του λόγου σημεία.
Στον π. Μιχαήλ αυτό που ονομάζουμε «προφητικός λόγος» συνίσταται πρωτίστως στην μάχαιρα του πνεύματος, δηλαδή στην «αυτοκριτική», ας το πούμε, έτσι της Εκκλησίας. 
Η Εκκλησία δεν πρέπει να πέφτει στον πειρασμό του προπατορικού αμαρτήματος, ήτοι στην μετάθεση ευθυνών, αλλά να αίρει τον σταυρό της, βοώντας μυστικά το «Ευλογημένος ο ερχόμενος». Επομένως, δεν μπορεί να αναπτύσσει μια ρητορική του στυλ: φταίνε οι άθεοι πολιτικοί, οι αγνωστικιστές επιστήμονες, τα όποια εγκόσμια συστήματα κ.ο.κ. 
Ο π. Μιχαήλ στοιχείται στον Παύλο: «ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν» και στην προς Διόγνητον Επιστολή που λέει για τους χριστιανούς: «Πατρίδα έχουν κι αυτοί ένα ορισμένο τόπο, αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα ως πολίται και όλα τα υπομένουν ως ξένοι. Κάθε ξένος τόπος είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα τους ξένος τόπος. Στη γη περνούν τις μέρες τους, αλλά στον ουρανό πολιτεύονται. Υπακούουν στους νόμους του κράτους, αλλά με τη ζωή τους νικούν τους νόμους».
«Εκείνο που απαιτείται», γράφει ο π. Μιχαήλ για τους ποιμένες, «είναι η επίγνωση των πολλών ασθενειών μας ή των εγκληματικών λαθών μας, στην άσκηση της ταπεινόφρονος και ποιμαίνουσας ιερωσύνης μας». Μακριά από τον π. Μιχαήλ η ζητωορθοδοξία, μακριά οι ιαχές περί πιστού λαού, οι κολακείες του πληρώματος, οι ανέξοδες ρητορείες για την καθαρότητα της πίστης. «Το μοναδικό που απαιτείται», μας λέει, «είναι το αναζωπυρείν το χάρισμα της προφητείας, η ποιμαντική συνείδηση ότι αυτή η ώρα του κόσμου είναι το «νυν ή το σήμερον» της σωτηρίας εν Χριστώ, με άλλα λόγια, η αδιάπτωτη επικαιρότητα του μυστηρίου της Ενσαρκώσεως». 
Αν αυτή είναι η θεώρηση της ιερωσύνης τότε: “Η Εκκλησία δεν συγκρούεται με την Πολιτική, γιατί το πολίτευμά της δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Μ’ ένα εντελώς δικό της, χαρισματικό τρόπο, υπερασπίζεται τον άνθρωπο και την ελευθερία του, προσανατολίζοντάς τον προς τις απαρνήσεις και τις υπερβάσεις εκείνες, που κάνουν δυνατή την είσοδό του σε μια μεταμορφωμένη πραγματικότητα, όπου μεταμορφώνονται τα πάντα και φυλάσσονται τα νοήματά τους ή ο κατά Θεόν σκοπός τους. Η Εκκλησία δεν ασκεί Πολιτική αλλά Ποιμαντική, δεν είναι εξουσία αλλά διακονία. Η σωτηρία που ευαγγελίζεται η Εκκλησία δεν είναι η βασιλεία του ανθρώπου αλλά η βασιλεία του Θεού εντός του ανθρώπου, που σημαίνει όχι κυριαρχία, αλλά ταπείνωση Θεού. Και η Θεοτόκος, αλλοίμονο, δεν έχει καμιά σχέση με την Πολιτική, ούτε καν γνωρίζει αν υπάρχει Πολιτική. Ζούσε το μυστήριο της κλήσεως και της εκλογής της, διακονούσε το μυστήριο της σωτηρίας μας, με τρόπο μυστικό ή την κρυμμένη αγιότητά της, διατηρούσε στην καρδιά της όλα τα θαυμάσια του Θεού και έκρυπτε τις πληγές της ρομφαίας όλων των αποφάσεων του Θεού. Παρά ταύτα η Θεοτόκος μας διδάσκει κάτι το ουσιώδες για την Πολιτική ή τους Πολιτικούς [ισχύει φυσικά και για τους εκκλησιαστικούς]: Ότι δηλαδή οφείλουν να σιωπούν ή να αρνούνται τους πολλούς ή κενούς λόγους, τη φλυαρία για όλα ή την ξύλινη γλώσσα, την τάση να τα ορίζουν όλα ή να τα υπόσχονται όλα, και μάλιστα πράγματα όχι αναγκαία ή σημαντικά.” 
Επομένως, σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι ούτε η σύγκρουση αλλά ούτε και ο εναγκαλισμός της πολιτικής. Οι πολιτικοί προσβλέπουν συχνά στην Εκκλησία για ψηφοθηρικούς λόγους κι εκείνη καλείται να αντισταθεί στην εργαλειοποίησή της, με τη συνείδηση ότι το πολίτευμα των χριστιανών εν ουρανοίς υπάρχει. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν ουτοπικά σε έναν κόσμο συναλλαγής, δημοσίων σχέσεων και υποταγής στην κάθε φορά εξουσία. Αλλά ο π. Μιχαήλ είναι η ενσάρκωση της εκκλησιαστικής ουτοπίας και γι’ αυτό μας ενδιαφέρει. 
Δείτε τι λέει για τους Μοναχούς, που – δυστυχώς – κάποιοι απ’ αυτούς, συμπεριφέρονται με έναν απίθανο δεσποτισμό μέσα στην Εκκλησία: «Υπάρχει ο κίνδυνος, οι Μοναχοί μας, στην υπερβολή του μη κατ’ επίγνωσιν ζήλου τους να φρονούν, ότι αυτοί είναι οι έσχατοι κριτές για όλους και για όλα, ν’ αρνηθούν δηλαδή την ίδια την παράδοσή τους, που τους θέλει μάρτυρες της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης του Θεού για όλους και για όλα. Είναι καταθλιπτικό το φαινόμενο οι Μοναχοί μας να επεμβαίνουν σε όλα, να πολυπραγμονούν, να φλυαρούν λόγω και έργω για πράγματα που θα καταργηθούν ή που έχουν απαρνηθεί με τις μοναχικές τους υποσχέσεις». 
Μοναχοί από την Ελλάδα έδιναν συγκεκριμένες οδηγίες για την πανδημία σε ομογενείς μας από τον Καναδά μέχρι την Αυστραλία. Μοναχοί αναλώνονται σε μια πρωτοφανή κοινωνικότητα και εξωστρεφή δραστηριότητα στο όνομα της «προσφοράς» και της «μαρτυρίας», όταν ο π. Μιχαήλ μας καλεί:
«Δεηθείτε στην Παναγία να ανθοφορεί και να καρποφορεί στο περιβόλι της (ενν. το Άγιον Όρος) ο Ορθόδοξος Μοναχισμός, όχι βέβαια για να έχουμε μοντέρνους ή σύγχρονους Μοναχούς, με τις κατά κόσμον αρετές και την κοινωνική δραστηριότητα, αλλά Μοναχούς αναχωρητές, που ποθούν τον βίο της ασκήσεως, ένα βίο που όλοι μας έχουμε ανάγκη». 
Στο κεφάλαιο για τις Γυναίκες, ο π. Μιχαήλ αποφαίνεται ρεαλιστικά ότι «ο κόσμος εξακολουθεί να οικοδομείται ανδροκρατικά και η θεωρούμενη απελευθέρωση της γυναίκας εκφυλίζεται και εκπίπτει σε μια βαθύτερη και απανθρωπότερη υποδούλωσή της, σε μια παρατεινόμενη ειδωλοποίηση ή γελοιοποίηση της φύσεώς της». Ο π. Μιχαήλ επισημαίνει εμφαντικά την βιομηχανία που υπάρχει γύρω από την γυναίκα, αναφέρεται στον «πολιτισμό του κρέατος» και γενικά με τη σκέψη του μας δίνει τα κλειδιά για να προσεγγίσουμε τα προβλήματα των γυναικών στις μέρες μας. Βέβαια ο π. Μιχαήλ διακηρύττει ότι η Εκκλησία παρά τον ανδροκρατικό χαρακτήρα του πολιτισμού μας, οι γυναίκες είναι αυτές που «σηκώνουν το σταυρό της πνευματικής ζωής και της ποιμαντικής μέριμνας της Εκκλησίας». Σημειώνει, μάλιστα, πως «είναι τιμή να το ομολογήσουν οι Ποιμένες, αυτοί που έχουν άμεση γνώση αυτής της πραγματικότητας». 
Ο π. Μιχαήλ δέεται στην Παναγία να ξυπνήσει στην καρδιά των ανθρώπων την αγάπη για τις αδύναμες και πονεμένες μητέρες με τα αδύναμα και πονεμένα παιδιά «σ’ έναν κόσμο, όπου εκατομμύρια παιδιά δε γνωρίζουν την παιδικότητα και την παρθενικότητά της, που πεθαίνουν από την πείνα και τις αρρώστιες ή που ζουν σε τρώγλες και τους υπονόμους, για να μπορούμε εμείς οι πολιτισμένοι να ασκούμε την πολιτική μας ή να οργανώνουμε την φιλανθρωπία μας». Μια κατά πάντα εύστοχη ειρωνεία… 
Εδώ ο π. Μιχαήλ συναντά μυστικά τον Ματθαίο Μουντέ, ο οποίος σε ένα ποίημά του γράφει: 
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο. 
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία 
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα. 
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται 
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα. 
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη; 
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν. 
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της. 
Δυστυχώς υπάρχει μια μαξιμαλιστική λογική μέσα στην Εκκλησία και στον τομέα της φιλανθρωπίας. Δεν μπορεί ο ιερέας στο όνομα ενός κοινωνικού έργου να θέλει να «κατακυριεύσει» τον κόσμο ή να υιοθετέι την λογική "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα". Χρειάζεται σύνεση, διάκριση, αληθινή ταπεινοσύνη, δηλαδή επίγνωση των ορίων και των αντοχών. Το όποιο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, για να μην είναι απλώς μία σειρά δράσεων – έστω αγαθών – θα πρέπει να πηγάζει από αυτό που τονίζει ο π. Μιχαήλ για τους ποιμένες: «η καρδιά μας να είναι βαθειά πληγωμένη από αγάπη για την ανθρωπότητα». 
Ένα από τα πλέον έμπονα και βιωματικά ζητήματα του π. Μιχαήλ ήταν αυτό της εκπαίδευσης. «Φωτοδόχον λαμπάδα τοις εν σκότει φανείσαν ορώμεν την Αγίαν Παρθένον», λέμε στους Χαιρετισμούς. 
Και ο π. Μιχαήλ μας λέει: «Οι δάσκαλοι δεν είναι η λαμπάδα που καίγεται για να φωτίζει. Είναι, έτσι τους θέλει η σύγχρονη αντίληψη, οι υπάλληλοι ή οι επαγγελματίες, ιδιαίτερα οι συνδικαλιστές ή πολιτικάντηδες, μ’ ένα λόγο οι Εκπαιδευτικοί, που διαχειρίζονται και διεκπεραιώνουν απέραντα τυποποιημένες γνώσεις και θεωρίες, που με την ταξική τους πάλη ζητούν να κατοχυρώσουν τη διάκρισή τους και να επιβάλλουν την αναγνώρισή τους». 
Είναι προφανές ότι εδώ θεωρεί τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, που συνήθως είναι και – φευ! – ισόβιοι, ως τροχοπέδη της αληθινής παιδείας. Επίσης, ψέγει τις αλλεπάλληλες και αλληλοσυγκρουόμενες ή αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις και νομοθεσίες, μεταρρυθμίσεις και αντιμεταρρυθμίσεις, που δεν έχουν κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα. Θεωρεί πως η ελληνική κοινωνία είναι πνιγμένη κυριολεκτικά στον ωφελιμισμό και τον καταναλωτισμό της κι έτσι η Παιδεία – και η Εκπαίδευση έχουν χωρισθεί από την αλήθεια και την ελευθερία της, από την ύπαρξη και τη ζωή της. Αποτέλεσμα; Οι νέοι να αισθάνονται γηρασμένοι και να ζουν ανέραστα. Τονίζει, μάλιστα πως «αν μιλούμε για την κύρια ευθύνη των δασκάλων, είναι γιατί η Παιδεία μας δεν είναι πια η αγαπητική σχέση δασκάλου και μαθητή και αυτή τη σχέση πρέπει να ξαναβρούμε. Γιατί, μας λέει, «τι είναι οι δάσκαλοι παρά το φλεγόμενο θυσιαστήριο, τα πληγωμένα πουλιά ή οι «χαμένοι ποιητές»…σε μια κοινωνία αποπετρωμένη, που χλευάζει τους ποιητές και περιφρονεί τους πνευματικούς ανθρώπους…».
Ανάλογη είναι η θεώρηση του π. Μιχαήλ και για τους γιατρούς. 
Η ιατρική δεν μπορεί να γίνεται διαχειριστής της ανθρώπινης ασθένειας ή δυστυχίας, της τραγικής αδυναμίας ή απελπισίας του ανθρώπου. Οι ιατροί είναι «προφήτες του μυστηρίου ή του θαύματος της αγάπης». Και εδώ μας διαφωτίζει πλήρως. Σε μια εποχή που οι πιστοί πάσχουν από μιαν απίστευτη θαυματολαγνεία, ο π. Μιχαήλ οριοθετεί το αληθινό θαύμα που «δεν είναι ν’ απαλλαγούμε από την ασθένεια και τον πόνο της, αλλά να κατέχουμε τη χάρη για να μπορούμε να τα υποφέρουμε και να ανακαλύπτουμε τη χαρισματικότητά τους. Το θαύμα είναι να είσαι με το Θεό ή να μη σε χωρίζει τίποτε από την αγάπη του Χριστού: ούτε η θλίψη ούτε η χαρά, ούτε η ασθένεια ούτε η υγεία, ούτε ο θάνατος ούτε η ζωή». 
Στο κεφάλαιο για τους Έλληνες ο π. Μιχαήλ μιλάει για το σύνδρομο της μειονεξίας μας έναντι της Ευρώπης ή για την περιφρονητική στάση της Ευρώπης απέναντι στην ελληνορθόδοξη πραγματικότητα. Σήμερα, όμως, που η Ευρώπη αποχριστιανίζεται και που όντως βιώνει η σύγχρονη μορφή αθεΐας είναι η αδιαφορία, ο π. Μιχαήλ μας λέει κάτι πολύ σημαντικό: «Το πρωταρχικό για μας τους Ελληνορθοδόξους είναι η αυτογνωσία, η επιστροφή στον εαυτό μας, που θα μας επιστρέψει στον τόπο μας και στον πραγματικό έρωτά μας γι’ αυτόν». Μας υποδεικνύει, δηλαδή, τα κλειδιά της πορείας μας: αυτογνωσία και πόθος. Ουσιαστικά ευθύνη και αγάπη. Δεν γίνεται να ζούμε με τη λογική ότι φταίνε οι άλλοι, οι «κακοί», όταν εμείς δεν εκπληρώνουμε την αποστολή μας, δηλαδή όταν δεν φυλάσσουμε τις θεολογικές και εσχατολογικές ρίζες του πολιτισμού μας. 
Γι’ αυτό, ο π. Μιχαήλ μας καλεί να πορευόμεθα «ελεύθεροι από κάθε μοιρολατρεία και αυτοκαύχηση, από κάθε υπερβολή εθνικής εκλεκτικότητας και εθνικιστικού παραληρήματος». 
Ο π. Μιχαήλ – αλίμονο – ποτέ δεν θα έβαζε ως κάλυμμα την ελληνική σημαία στην Αγία Τράπεζα ούτε θα έψαλε τον Εθνικό Ύμνο μέσα στην Εκκλησία, γιατί πίστευε στο θαύμα της παρατεινόμενης ενσαρκώσεως του Χριστού, στο μυστήριο της θεανθρωπινότητος των πάντων. Εκεί δεν χωρούν σχήματα του κόσμου τούτου, ακόμα και τα υψηλόφρονα, όπως ο Ελληνισμός. 
Ο π. Μιχαήλ είναι ο θεολόγος των εσχάτων, της Βασιλείας. Γι’ αυτόν «το θαύμα είναι, ότι σε ώρες ανθρώπινης απομονώσεως, απογυμνώσεως και απογνώσεως, μπορούμε να στρεφόμαστε προς το μυστήριο της θεανθρωπινότητος των πάντων, το μυστήριο που υπηρέτησε η Θεοτόκος». 
Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν!

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Ο ΣΤΥΓΕΡΩΤΑΤΟΣ ΜΟΣΧΑΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος σε πρόσφατη συνέντευξή του, που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του Πατριαρχείου Μόσχας, είπε απίθανα πράγματα! 
Μεταξύ αυτών, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι αν και η Εκκλησία δεν χαιρετίζει τη θανατική ποινή, ποτέ δεν την καταδίκασε εάν αυτή η ποινή εκτελείται σύμφωνα με το νόμο. 
Ο επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Πατριάρχης Κύριλλος, είπε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν καταδίκασε τη θανατική ποινή, αν και ο ίδιος υπεβλήθη αδικαιολόγητα σε αυτήν. Τόνισε ότι δεν υπάρχει άμεση απαγόρευση στη χρήση της θανατικής ποινής στην Αγία Γραφή. 
Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός υποβλήθηκε παράνομα σε θανατική ποινή, και, ωστόσο, οι άγιοι απόστολοι δεν είπαν: «Μετά από τέτοια αδικία, όταν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός υποβλήθηκε σε θανατική ποινή, πρέπει όλοι να διακηρύξουμε ότι είναι τρομερό και είναι αμαρτία να βάλεις έναν άλλον άνθρωπο σε τιμωρία με τον τερματισμό της ζωής». Τίποτα τέτοιο δεν ειπώθηκε πουθενά. 
Και ο Μόσχας Κύριλλος συνέχισε: «κατά την άποψή μου, θα ήταν ιδανικό να μην υπήρχαν αφορμές για θανατική ποινή. Αλλά η Εκκλησία δεν επέμεινε ποτέ ότι αυτή η τιμωρία πρέπει να καταργηθεί, ακριβώς με βάση τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, "καὶ ἐξαρεῖτε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν"». 
Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι στην συζήτηση που ξεκίνησε στη Δούμα της Ρωσίας, στις 6 Ιανουαρίου 2022, για επαναφορά της θανατικής ποινής στη Ρωσική Ομοσπονδία ο τότε πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Eκκλησιαστικών Σχέσεων (ΤΕΕΣ) του Πατριαρχείου Μόσχας, Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίων (νυν σε αργία ως Βουδαπέστης), δήλωσε πως η επιστροφή του συγκεκριμένου μέτρου στη Ρωσία δεν χρειάζεται, καθώς δεν θα οδηγήσει σε θετικές αλλαγές στην κοινωνία και δεν θα μειώσει τον αριθμό των εγκλημάτων. Επίσης, ως ακόμα ένα επιχείρημα εναντίον της θανατικής ποινής, ο τότε Βολοκολάμσκ Ιλαρίων σημείωσε ότι δεν μπορεί ποτέ να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δικαστικής πλάνης, αφού η θανατική ποινή είναι μη αναστρέψιμη. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτά τα τερατώδη εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη χώρα μας τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, όταν οι άνθρωποι καταδικάζονταν σε θάνατο με την ετυμηγορία μιας τρόικας, τότε που ο Ιωσήφ Στάλιν υπέγραφε λίστες εκτελέσεων. Αυτή η θλιβερή ιστορία των μαζικών εκτελέσεων και στη συνέχεια η αποκατάσταση των θανόντων, θα έπρεπε, νομίζω, να μας διδάξει ότι δεν πρέπει να επαναλάβουμε αυτά τα λάθη». 
Όμως, ο στυγερώτατος φαίνεται πως έχει άλλη άποψη. Η θανατική ποινή αφού δεν απαγορεύεται ρητά στην Αγία Γραφή, μπορεί να εκτελείται αν ο ανθρώπινος νόμος το απαιτεί. 
Δυστυχώς, ο Μόσχας Κύριλλος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τα όσα αναφέρονται για την θανατική ποινή στο κείμενο του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Υπέρ της του κόσμου ζωής- Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας». 
Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, που από μόνο του παραδίδει μαθήματα θεολογίας στον στυγερώτατο: 
«Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τή θανατική ποινή καί τό πράττει αὐτό ἀπό βαθιά πίστη στό Εὐαγγέλιο καί κατά τό παράδειγμα τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Προβάλλοντας τούς νόμους τῆς συγχώρησης καί τῆς συμφιλίωσης ὡς τίς κύριες ἐπιταγές τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ Ἐκκλησία ὑποδεικνύει στό διηνεκές τή δυνατότητα τῆς ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσης, ἐπιμένοντας νά παραπέμπει στήν εὐθύνη ὅλων τῶν κυβερνήσεων την περιστολή τῆς βίας μέ κάθε τρόπο. Στόν βαθμό πού ἡ θανατική ποινή, ἡ ὁποία συνιστᾶ οὐσιαστικά τό «ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ», δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς μία δόκιμη ἤ ἀνεκτή πρακτική. Ἐνῶ κάποιοι ἐπιχειροῦν νά δικαιολογήσουν τή θανατική ποινή ὡς ἔκφραση ἀνταποδοτικῆς δικαιοσύνης, οἱ χριστιανοί δέν μποροῦν νά υἱοθετήσουν ποτέ τέτοιες ἀπόψεις.
Στά Εὐαγγέλια, ὁ Χριστός ἐπανειλημμένα ἀπορρίπτει τήν ἀρχὴ τῆς ἀνταπόδοσης. Ζητεῖ ἀπό τούς μαθητές του ἕναν κανόνα συγχώρησης, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο ὑπερβαίνει τίς ἀπαιτήσεις τῆς «φυσικῆς» δικαιοσύνης, ἀλλά καί παραβλέπει τήν ὀργή τοῦ νόμου γιά χάρη τῆς πολύ βαθύτερης λογικῆς τοῦ ἐλέους (ὅπως στήν περίπτωση τῆς σύλληψης τῆς μοιχαλίδας γυναίκας). Καί ἡ Καινή Διαθήκη στό σύνολό της ἀπαιτεῖ συνεχῶς ἀπό τούς χριστιανούς νά προσφέρουν ἀπεριόριστη συγχώρηση. Περιστασιακά, τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή (13:1-7, ὅπου ἀναφέρεται στούς «μαχαιροφόρους», δηλαδή στούς ἀστυνομικούς τῆς ἐποχῆς του) ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ γιά νά ὑποστηριχθεῖ ἡ θανατική ποινή. Ὡστόσο, δεν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑποθέτουμε ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γράφοντας τίς γραμμές αὐτές εἶχε στόν νοῦ του τήν πρακτική τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἀλλά ἀκόμη καί στήν περίπτωση αὐτή, οἱ συγκεκριμένες αὐτές προτάσεις δέν καθορίζουν τίς ἀπόψεις τῶν χριστιανῶν σχετικά μέ τή χρηστή διακυβέρνηση, ἀλλά περιγράφουν τό πρότυπο τῆς εἰρηνικῆς χριστιανικῆς συμπεριφορᾶς στο πλαίσιο τῶν εἰδωλολατρικῶν κυβερνήσεων τοῦ πρώτου αἰῶνα. 
Ἀποτελεῖ ἁπλά ἱστορικό γεγονός, ὅτι ἡ λιγότερο ἤ περισσότερο διαδεδομένη πεποίθηση τῶν πρώτων χριστιανῶν—ἐκείνων τῶν ὁποίων οἱ κοινότητες εἶχαν γεννηθεῖ ἀπευθείας ἀπό τήν Ἀποστολική Ἐκκλησία—ἦταν ὅτι ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ νά μήν κρίνουμε τούς ἄλλους, ἀποτελούσε κάτι περισσότερο ἀπό μία ἁπλή ἀπαγόρευση ἀσκησης προσωπικῶν προκαταλήψεων. Ἐπομένως, οἱ χριστιανοί δέν ἔπρεπε νά ὑπηρετοῦν ὡς δικαστές ἤ στρατιῶτες, κυρίως ἐπειδή αὐτά τά ἐπαγγέλματα ἀπαιτοῦσαν τήν καταδίκη σέ θάνατο ἤ τήν ἐκτέλεση καταδικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἡ ἄρνηση αὐτή συμμετοχῆς στόν πολιτικό μηχανισμό τῆς νομολογικῆς βίας ἦταν ἁπό τά διακριτικά γνωρίσματα τοῦ πρωΐμου χριστιανικοῦ κινήματος, καί ταυτόχρονα ἀντικείμενο καταφρόνησης ἀπό τήν πλευρά τῶν εἰδωλολατρῶν. Οἱ μαρτυρίες τῶν πρώτων χριστιανῶν συγγραφέων τῆς μετα-ἀποστολικῆς ἐποχῆς τό ἐπιβεβαιώνουν. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καί Μάρτυρας βεβαιώνει ὅτι ἕνας χριστιανός θά ἐπέλεγε νά πεθάνει παρά νά ἀφαιρέσει μία ζωή, ἀκόμη καί στήν περίπτωση μιᾶς νόμιμης θανατικῆς ποινῆς. Σύμφωνα μέ τήν Ἀποστολική Παράδοση, ἡ ὁποία ἱστορικά ἀποδόθηκε στόν Ἱππόλυτο Ρώμης, ὅποιος εἶχε τήν πρόθεση νά γίνει στρατιώτης, δέν μποροῦσε νά γίνει δεκτός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ σέ ἐκείνους πού ἦταν ἥδη στρατευμένοι κατά τήν περίοδο τῆς μεταστροφῆς τους ἀπαγορευόταν νά λαμβάνουν μέρος στήν ἐκτέλεση θανατικῆς ποινῆς, ἀκόμη καί ἐάν αὐτή εἶχε δικαίως ἐπιβληθεῖ. Ὁ Ἀρνόβιος σαφῶς δηλώνει ὅτι δέν ἐπιτρεπόταν στούς χριστιανούς νά ἐπιβάλουν τή θανατική ποινή, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή ἦταν ἀπολύτως δίκαιη. Ὁ Ἀθηναγόρας ὑποστήριζε ὅτι ἀκόμη καί ἡ ἐκτέλεση ὅσων εἶχαν καταδικαστεῖ γιά φόνο, θά ἔπρεπε νά εἶναι κάτι τό ἀποκρουστικό γιά τούς χριστιανούς, ἐφ’ ὅσον εἶχαν τήν ὑποχρέωση νά θεωροῦν τήν ἀνθρωποκτονία ὡς μόλυνση τῆς ψυχῆς. Ὁ Μινούκιος Φῆλιξ, ὁ ἅγιος Κυπριανός καί ὁ Τερτυλλιανός, ὅλοι τους θεωροῦσαν δεδομένο ὅτι γιά τούς χριστιανούς ὁ ἀθῶος δέν θά ἔπρεπε νά σκοτώσει τόν ἔνοχο. Σύμφωνα μέ τόν Λακτάντιο, ὁ χριστιανός δέν θά μποροῦσε νά ἐκτελέσει κάποιον ἐγκληματία ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίως καταδικασθεῖ, ἀλλά οὔτε καί νά καταδικάσει κάποιο ἄλλο πρόσωπο σέ θανατική ποινή. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι μετά τή μεταστροφή τῆς αὐτοκρατορίας, ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε νά δεχθεί τήν πραγματικότητα ἑνός θεσμικοῦ συστήματος νομολογίας καί ποινικῆς ἀποκατάστασης, τό ὁποῖο περιελάμβανε καί τή θανατική ποινή, ἕνα σύστημα τό ὁποῖο μποροῦσε ἡ ἴδια νά βελτιώσει μόνον σέ ὁρισμένο βαθμό. Ἄλλωστε, οἱ μεγαλύτεροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔλαβαν σθεναρή θέση ἐναντίον τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περί θανατικῆς ποινῆς, ἐν μέρει ἐπειδή ἡ ποινή αὐτή ἀποτελεῖ οἰκειοποίηση τοῦ ρόλου τοῦ Θεοῦ ὡς δίκαιου κριτῆ καί ἐν μέρει, ἐπειδή δέν παρέχει εὐκαιρία μετάνοιας στόν ἐγκληματία. Σύμφωνα μάλιστα μέ τήν ἐρώτηση τοῦ ἅγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποίος ἐπευφημοῦσε τόν αὐτοκράτορα γιά τήν ἀποφυγή τῆς «νομίμου σφαγῆς» τῶν ταραξιῶν: «ὑμεῖς δέ ἄν τοῦ θεοῦ τήν εἰκόνα ἀποκτείνητε, πῶς δυνήσεσθε πάλιν ἀνακαλέσασθαι τό πεπλημμελημένον;» Ἡ ἐπικρατοῦσα ἄποψη τῶν Πατέρων ἦταν πώς, κατ’ οὐσίαν, ἡ ἀπαγόρευση τῶν ἀντιποίνων στήν Ἐπί τοῦ Ὂρους Ὁμιλία συνιστᾶ ἕνα πρότυπο γιὰ τούς χριστιανούς, τόσο στόν ἰδιωτικό, ὅσο καί στόν δημόσιο βίο, ἐπειδή ἐπάνω στόν σταυρό ὁ Χριστός τελειοποίησε τήν ἄρνηση τῆς βίας καί ἐξουθένωσε ταυτόχρονα τήν ὀργή τοῦ νόμου. 
Μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων, ὁμολογουμένως, ἡ Ἐκκλησία, καθώς προσαρμοζόταν στούς πολιτισμούς καί τίς νοοτροπίες τῶν ἡγετῶν μέ τούς ὁποίους συμμαχοῦσε, συχνά καί μάλιστα γιά μεγάλες περιόδους, λησμονοῦσε τήν προφητική ἀπέχθειά της ἀπέναντι στή θανατική ποινή. Ἐντούτοις, παραμένει ὡς ἀρχή τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῆς Ἐκκλησίας κατά τούς πρώιμους χρόνους της, ἐνῶ σήμερα μᾶς εἶναι ἀπόλυτα ἐφικτό νά ἐπαναφέρουμε αὐτό τό ἰδεῶδες στήν ἐπιφάνεια καί νά τό διατυπώσουμε ἐκ νέου εὐθαρσῶς. Ἐτσι, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει πλήρως τήν ὑποχρέωση τοῦ κράτους νά φυλακίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι σέ θέση νά βλάψουν τούς ἄλλους, ταυτόχρονα ζητεῖ τήν κατάργηση τῆς θανατικῆς ποινῆς σέ ὅλες τίς χώρες. Ἡ Ἐκκλησία ἀπευθύνει ἐπίσης ἔκκληση στίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων σέ ὅλο τόν κόσμο, ζητώντας τους νά ἀναγνωρίσουν πώς ἡ θανατική ποινή ἀποτελεῖ σχεδόν πάντοτε μία ποινή πού ἐπιβάλλεται σέ ὅσους δέν διαθέτουν τούς πόρους προκειμένου νά λάβουν τήν, κατά τό δυνατό, καλύτερη νομική ὑπεράσπιση, ἤ ἀνήκουν σέ φυλετικές καί θρησκευτικές μειονότητες». 
Αλλά και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απαντά στον Μόσχας Κύριλλο. 
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, επί αιώνες επέτρεπε τη θανατική ποινή σε ακραίες περιπτώσεις, όμως η θέση της αυτή άρχισε να αλλάζει επί του πάπα Ιωάννη Παύλου Β’. Το 2018 το Βατικανό ανακοίνωσε πως άλλαξε την παγκόσμια κατήχησή του, μια σύνοψη της διδασκαλίας της Εκκλησίας, ώστε να αντικατοπτρίζει την πλήρη αντίθεση του πάπα Φραγκίσκου στην εσχάτη των ποινών. Σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση της κατήχησης, η οποία επικαλείται μια ομιλία του πάπα Φραγκίσκου, «η θανατική ποινή είναι απαράδεκτη επειδή συνιστά επίθεση στο απαραβίαστο και στην αξιοπρέπεια του προσώπου». Η θέση αυτή επικράτησε παρά την σκληρή αντίδραση που συνάντησε από Καθολικούς σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πολλοί Καθολικοί υποστηρίζουν τη θανατική ποινή.
Όμως, ο Μόσχας Κύριλλος δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις γύρω από την θανατική ποινή στον χριστιανικό κόσμο. Γιατί δεν ενδιαφέρεται. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το δόγμα του «ρωσικού κόσμου» και η «Μεγάλη και Αγία Ρωσία». 
Στην συνέντευξη που μιλάει για την θανατική ποινή ο Μόσχας Κύριλλος αποκαλύπτει αυτό που πραγματικά και μόνο τον ενδιαφέρει: «Δεν είμαστε χώρα - είμαστε μια ήπειρος, και αυτό προκαλεί θυμό. Ρίξτε μια ματιά στον χάρτη. Κατά τη διάρκεια των ακολουθιών μας ψάλλονται τα λόγια: «Από την ανατολή του ηλίου μέχρι τη δύση το όνομα του Κυρίου υμνείται» (Ψαλμ. 112:3). Εδώ "από την ανατολή του ήλιου στη δύση" είναι η Ρωσία, η μόνη χώρα στον κόσμο». 
Ο στυγερώτατος Μόσχας Κύριλλος ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την δεσποτεία του! Αλλά ο Δεσπότης Χριστός του χαλάει κάπως τα σχέδια, γιατί μόνο Αυτού η δεσποτεία είναι αιώνιος.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ


Toυ Χάρη Ανδρεόπουλου* 
Συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, από την 24η Ιουλίου του 1974, όταν στα ξημερώματα της ημέρας αυτής, μετά την πτώση (ουσιαστικά: αυτοδιάλυση…) του δικτατορικού καθεστώτος της Επταετίας (1967-1974), με την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως Πρωθυπουργού, από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ξημέρωνε Δημοκρατία! Ποιες ήταν απόψεις του Κων. Καραμανλή για τη στάση της δικτατορίας απέναντι στην Εκκλησία και πως η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας στη χώρα συνδέθηκε με την διασφάλιση της σταθερότητας και ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στη κοινωνία, όπως η Εκκλησία; 
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο Κων. Καραμανλής επανειλημμένως είχε “καυτηριάσει” την εργαλειοποίηση της θρησκείας από το καθεστώς. Στα τέλη του 1969, εποχή κατά την οποία εξελίσσεται εμφαντικώς η προπαγάνδα του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ο αυτοεξόριστος τότε στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα “Journal de Geneve” (1η Οκτωβρίου 1969), διακωμωδώντας την «ελληνοχριστιανική» εκδοχή της πολιτικής της δικτατορίας θα δηλώσει: «Το καθεστώς των Αθηνών στερούμενον ιδιαιτέρου ιδεολογικού προσανατολισμού εις ουδεμίαν μορφήν πολιτεύματος – ούτε καν της κλασικής δικτατορίας – ανταποκρίνεται. Και το εν λόγω κενόν δεν δύναται να πληρωθεί ούτε με μεσαιωνικάς θεοκρατικάς εννοίας, ούτε με συνθήματα ως το “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”, ενώ αι μέθοδοι του καθεστώτος είναι ελάχιστα χριστιανικαί…». 
Είναι σαφές ότι με τις δηλώσεις του αυτές ο Καραμανλής επιχειρεί να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο της δικτατορίας από τον χώρο της συντηρητικής δημοκρατικής παρατάξεως που θα μπορούσε θεωρητικώς να παράσχει στο στρατιωτικό καθεστώς μια υποτυπώδη αποδοχή. Από τις δηλώσεις του Καραμανλή δεν λείπει και η καυστική ειρωνεία για την πολιτική εκμετάλλευση της θρησκείας και μάλιστα, όπως σημειώνει, μια εκμετάλλευση «με μεθόδους ελάχιστα χριστιανικάς». Πρόκειται για αιχμηρή κριτική αναφορά στις καθεστωτικές πρακτικές στον χώρο της θρησκείας, τις οποίες ο Καραμανλής διακωμωδεί θεωρώντας τες ως μια παρωδία θρησκευτικότητας, με την οποία η αυθεντική θρησκεύουσα συντηρητική δημοκρατική παράταξη ουδεμία μπορεί να έχει σχέση. 
Την άνοιξη του 1973 ο Καραμανλής με βαρυσήμαντες δηλώσεις του (23.04.1973) στις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Θεσσαλονίκη» θα απευθύνει σκληρή κριτική κατηγορώντας τη στρατιωτική Κυβέρνηση ότι με την ανερμάτιστη πολιτική της αποσυνθέτει κρίσιμους θεσμούς του κράτους και της κοινωνίας, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτούς τους «δεινοπαθούντες» θεσμούς και την Εκκλησία. «Η Κυβέρνησις πειραματιζομένη διαρκώς αποδιοργάνωσε τη Διοίκηση, την Εκκλησία και την Παιδεία, κατά τρόπον ώστε να παρουσιάζουν την εικόνα επικινδύνου αποσυνθέσεως», θα τονίσει ο αυτοεξόριστος τότε Έλληνας πολιτικός, ο οποίος, όπως φαίνεται, ενδιαφέρεται και παρακολουθεί στενά το «μαρτύριο» που βιώνει την περίοδο αυτή η Εκκλησία. Ο Καραμανλής αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως ηθικοποιητικό και φρονηματιστικό φορέα της κοινωνίας που έχει ως αποστολή να συνδράμει στο έργο της Πολιτείας, εντός πάντα ενός πλαισίου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, τον οποίο, πάντως, ο ίδιος, ως φιλελεύθερο πνεύμα, εννοιολογικά και σημασιολογικά προσλαμβάνει ως αναφορά στο δίπολο του κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και της χριστιανικής ορθοδοξίας, ως ένα «ιδεώδες» πολιτισμού και όχι ως πολιτικοθρησκευτικό ιδεολόγημα. Θεωρεί την Εκκλησία ως φορέα κοινωνικοποιήσεως με πολύ σημαντική αποστολή, καθώς το έργο της άπτεται θεμελιωδών παραδοσιακών αξιών – του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού – που ταυτοχρόνως αποτελούν βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τμήμα του οποίου σκοπεύει να καταστήσει και την Ελλάδα. Ο Καραμανλής της Μεταπολιτεύσεως, έχοντας ως στόχο να κάνει την Ελλάδα Ευρώπη, να εγκαταστήσει σ’ αυτή μια Δημοκρατία τύπου δυτικοευρωπαϊκού, εντάσσει σ’ αυτή την προσπάθεια του δυναμικού ανοίγματος προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό και την Εκκλησία, την οποία θέλει ελεύθερη από τον κρατικό εναγκαλισμό και κινουμένη εντός του δικού της φύσει δημοκρατικού – του συνοδικού – πολιτεύματος, ακριβώς για να εκπληρώνει αυτή την «ηθικήν και εθνικήν αποστολήν της». Σ’ αυτή την κρίσιμη για τη χώρα φάση αυτό που επιδιώκει είναι να έχει δίπλα του την Εκκλησία ως στήριγμα για την αποκατάσταση στη χώρα της δημοκρατικής ομαλότητας. Και το επιτυγχάνει. 
Ο Καραμανλής τον Ιούλιο του 1974 βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος να διάγει μια περίοδο οιονεί κανονικότητας. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), αν και είχε ανέλθει στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα στη διάρκεια της δεύτερης φάσεως του δικτατορικού καθεστώτος (στις 12.01.1974, επί Δημ. Ιωαννίδη), δεν είχε ταυτισθεί με τη δικτατορία, όπως ο προκάτοχός του Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Κοτσώνης, 1967-1973). Τούτο εξηγείται λόγω τόσο του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε μέχρι τότε (12.01.1974-23.07.1974) διανύσει ο Σεραφείμ, όσο και –κυρίως– επειδή συμβόλιζε την εκκλησιαστική παράταξη που ανέλαβε τα ηνία της Ιεραρχίας έχοντας έλθει σε «μετωπική» ρήξη με τον Ιερώνυμο και ευρύτερα με τη μερίδα εκείνη της Ιεραρχίας που αντιπροσώπευε το σύστημα που είχε επιβάλει από τις πρώτες ημέρες της εγκαθιδρύσεώς του και για μια ολόκληρη εξαετία (1967-1973) το (επί Γ. Παπαδοπούλου, σ΄ αυτή την πρώτη φάση του) δικτατορικό καθεστώς της «21ης Απριλίου». 
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεσφάλιζε στον Καραμανλή την κρίσιμη περίοδο 1974-1975 ησυχία και τάξη στο εσωτερικό της Εκκλησίας, γεγονός που επηρέασε θετικά και έδρασε αποτελεσματικά στην ανάπτυξη μιας αγαστής συνεργασίας στις σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών και κατά συνέπεια στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας αφενός, αλλά και της αποκαταστάσεως των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφετέρου. Στην ανάπτυξη αυτού του θετικού κλίματος συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο Σεραφείμ αμέσως μετά την ανάρρησή του στην Αρχιεπισκοπή (12.01.1974) επεδίωξε και επέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Πατριαρχείο. Οι σχέσεις αυτές είχαν σοβαρά διασαλευθεί κατά την περίοδο της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (1967-1973) εξαιτίας της καταστρατηγήσεως κατά την περίοδο εκείνη των θεμελιωδών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου [ΠΣΤ] του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως [ΠΣΠ] του 1928) που καθορίζουν το νομοκανονικό πλαίσιο των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Φανάρι. Επρόκειτο για μια πρακτική που αποσκοπούσε στη βαθμιαία αποδυνάμωση των κανονικών δικαιωμάτων του Πατριαρχείου στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα στις εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων Χωρών» (Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Αιγαίου) των οποίων η “επιτροπική διοίκηση”, δια της ΠΣΠ του 1928, είχε παραχωρηθεί στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, διατηρηθείσης, ωστόσο, της πνευματικής υπαγωγής τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. 
Η αποκατάσταση αυτών των σχέσεων με το Φανάρι επέδρασε πολύ θετικά στον Μακεδόνα πολιτικό, καθώς ο Κων. Καραμανλής, ως γεννηθείς το 1907, είχε γαλουχηθεί με τις αξίες της μακεδονικής περιφερείας των αρχών του 20ού αιώνα, τις αξίες των γηγενών οικογενειών που υπήρξαν πιστές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, αντιπαλεύοντας τη βουλγαρική επιρροή που επιχειρούσε τότε η κηρυχθείσα σχισματική από το Πατριαρχείο βουλγαρική (εκκλησιαστική) «Εξαρχία». Ακριβώς, λοιπόν, λόγω καταγωγής - από την επαρχία Σερρών που ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου – ο Καραμανλής έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό στη Μητέρα Εκκλησία, αυτή της Κωνσταντινουπόλεως. 


Στην ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή περίοδο αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε τον Κων. Καραμανλή ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής σταθερότητας στη χώρα, μια σταθερότητα που συνδεόταν άμεσα με τη διασφάλιση της ηρεμίας σε κρίσιμους θεσμούς, με επιρροή στην κοινωνία, όπως η Εκκλησία. Από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών και μ’ ό,τι στη συλλογική μνήμη ταυτίσθηκε μαζί της, όπως π.χ. η περίοδος της αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973), ο Καραμανλής, όπως προαναφέρθηκε, είχε έγκαιρα αποστασιοποιηθεί και ασκήσει δριμεία κριτική, ενεργώντας όχι ως πρόσωπο μόνο, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, ως βασικός εκφραστής της πιστής στο δημοκρατικό πολίτευμα και τον κοινοβουλευτισμό ευρύτερης συντηρητικής παρατάξεως για την οποία δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι παρέχει τα ελάχιστα έστω ερείσματα στο δικτατορικό καθεστώς. 
Για την Εκκλησία της Ελλάδος δύο είναι οι μεγάλες και σπουδαίες θεσμικές τομές που επιχειρεί και προωθεί ο Καραμανλής κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του (1974-1980) στη Μεταπολίτευση: πρώτον, η ψήφιση τον Ιούνιο του 1975 του νέου Συντάγματος με τα άρθρα 3, 13, 18 § 8, 28 § 1, 72, § 1 και 105 του οποίου καθορίζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις οι οποίες διέπουν μέχρι και σήμερα τις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας (επί το ακριβέστερον δε τις σχέσεις του κράτους και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα μας). Με το αρθ. 3 για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής νομοθεσίας κατοχυρώνεται ο ΠΣΤ του 1850 και η ΠΣΠ του 1928, δηλ. θωρακίζεται το κανονικό θεσμικό πλαίσιο οργανώσεως και λειτουργίας της εκκλησιαστικής διοικήσεως (ήτοι η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συμφώνως προς τις σχετικές πατριαρχικές [ΠΣΤ 1850 / ΠΣΠ 1928] διατάξεις), το οποίο είχε κλονισθεί κατά τη περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας (με την συγκρότηση της όλως αντικανονικής “Αριστίνδην” Συνόδου, με τα έκτακτα “Ιεροδικεία” η σύσταση και λειτουργία των οποίων αποδοκιμάσθηκε ως κατάλυση του όλου συστήματος του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, κλπ.). Δεύτερον, η ψήφιση (επι υπουργίας - στο Παιδείας - του Γεωργίου Ράλλη) του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590) με τον οποίο κατοχυρώθηκαν (και) νομοθετικά οι πατριαρχικές πράξεις (1850/1928), χειραφετήθηκε η Εκκλησία από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Πολιτείας και ετέθησαν οι βάσεις της αρμονικής σχέσεώς τους στο πλαίσιο των διακριτών (τους) ρόλων. 
Εν συμπεράσματι: Στη διάρκεια των πρώτων και κρισίμων χρόνων της Μεταπολιτεύσεως η συνετή εκκλησιαστική πολιτική που χάραξε ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής όχι μόνο έφερε την ποθουμένη γαλήνη και ηρεμία στο σκάφος της Εκκλησίας, που είχε σοβαρά κλυδωνισθεί στη διάρκεια της προηγηθείσης Επταετίας, αλλά θεμελίωσε τον εκδημοκρατισμό της με σειρά συνταγματικών ρυθμίσεων (κατοχύρωση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 στο Σύνταγμα του 1975), και νομοθετημάτων (Καταστατικός Χάρτης: N. 590/1977) που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία. Με τις θεσμικές τομές του Κων. Καραμανλή ετέθησαν οι βάσεις για την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας και χαράχθηκε ο δρόμος της αγαστής συνεργασίας της με το Κράτος, στο συνταγματικό πλαίσιο μιας πολιτειοκρατικής μεν πάντα σχέσεως, αλλ’ εφεξής ηπιότερης μορφής και σαφώς χαλαρότερης εξαρτήσεως, μέσω της οποίας διαμορφώθηκε ένα καθεστώς αρμονικής συναλληλίας, αμοιβαίου σεβασμού και διακριτών ρόλων, το οποίο σε γενικές γραμμές διατηρείται και στις μέρες μας. 
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι Σύμβουλος Εκπαίδευσης κλ. ΠΕ01 Θεολόγων, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. 

BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
* Ανδρεόπουλος, Χαράλαμπος, «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, Μέρος Δ΄: Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση, σσ. 353-372 (πανεπιστημιακά συγγράμματα: '’ΕΥΔΟΞΟΣ”: 68377860) 
* Κονιδάρης, Ιωάννης, “Περίοδος της δικτατορίας 1967-1974” και “Περίοδος της Μεταπολιτεύσεως”, στο «Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020 (με τη συνεργασία Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλου), σσ. 129 – 143 (”EYΔΟΞΟΣ’’: 94690151) 
* Ριζάς, Σωτήριος, “Στις απαρχές της Mεταπολίτευσης”, στο «Η στιγμή του 1974. Το χρονικό της μετάβασης στη Δημοκρατία», Νέα Εστία, Αθήνα, 2014, τχ. 1862, σσ. 398-424. 
* Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, “Η σύσταση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος 1974-1981”, στο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών, 2000, τομ. ΙΣΤ’, σσ. 294-295.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΖΑΚΕΤΩΝ...


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Είτε το θέλουμε είτε όχι, η Ορθοδοξία στην Ελλάδα κινείται – εν πολλοίς – μεταξύ δύο ζακετών. 
Της «θαυματουργού» ζακέτας του Αγίου Παϊσίου και της …επιτυχημένης συμβουλευτικής «Ζακέτα να πάρεις» του μέχρι πρότινος κληρικού Ανδρέα Κονάνου. 
Η εκκλησιαστική επιτροπή και ο ιερείς του Ι. Ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου των Κοίλων στην Κοζάνη, εξέθεσαν για προσκύνημα μια…ζακέτα του Αγίου Παϊσίου, και καλούσαν ευθέως τους πιστούς “να έρθουν όλοι όσοι είναι άρρωστοι για να την ρίξουν επάνω τους και αν το πιστεύουν να θεραπευτούν”!
Επομένως, η ζακέτα του Αγίου Παϊσίου υπόσχεται άμεση θεραπεία των νοσούντων! 
Το «ψυχωφελές» ανάγνωσμα «Ζακέτα να πάρεις» του πολύ επιτυχημένου Ανδρέα Κονάνου δίνει συνταγές ευτυχίας στους γονείς σχετικά με την ανατροφή των τέκνων τους. 
«Μαμά, μπαμπά, αφήστε το παιδί σας να πατήσει στην ιερή γη της καρδιάς σας, όχι για να κατασκηνώσει εκεί για πάντα, μα για να ανοίξει τα φτερά του, να πάρει φόρα και να πετάξει. Σας θαυμάζω και υποκλίνομαι μπροστά σας και φιλάω τα χέρια σας τα ιερά, που κρατάνε μέσα τους το πιο αγνό κομμάτι του πλανήτη μας. Και εύχομαι ολόψυχα όλα τα ωραία και ωφέλιμα να έρθουν στη ζωή και στο σπιτικό σας. Είσαι ο πιο άξιος γονιός. Εσύ. Πίστεψέ το. Και ζήσε το!». 
Στην ίδια λογική του «Ζήσε» και ο ομαίμων του Κονάνου, ο κληρικός Λίβυος. Κι έτσι έχουμε τον καμβά της εν Ελλάδι Ορθοδοξίας. Δυο ζακέτες είναι αρκετές… Τι άλλο να θέλεις κανείς από την ζωή του για να είναι ευτυχισμένος. 
Προσκύνα ζακέτα - πάρε ζακέτα και φόρα τη κατάσαρκα. «Ζήσε» και η ευτυχία θα τρέχει από τα μπατζάκια σου. Γιατί δεν είναι μόνο ο Κονάνος ή ο Λίβυος. Αυτοί είναι η εμπροσθοφυλακή! Και οι άλλοι ακολουθούν τοις ίχνεσιν αυτών…

Κυριακή 31 Μαρτίου 2024

Ο ΑΡΧΙΜ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΓΚΟΥΡΒΕΛΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΟΤΗΣΕ ΤΟ "ΑΝΑΘΕΜΑ"


Τον γύρο του διαδικτύου έκανε το βίντεο με το «Ανάθεμα» στον Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελιστρίας Πατρών την 25η Μαρτίου 2024. Όπως η «Γνώμη» δημοσίευσε, στην Δοξολογία για την εθνική επέτειο χοροστάτησε ο μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος, με τον βοηθό του επίσκοπο Κερνίτσης Χρύσανθο δίπλα του και ενώ αυτή είχε ολοκληρωθεί, ακούστηκε από τον άμβωνα του Μητροπολιτικού Ναού Πατρών η λέξη «ΑΝΑΘΕΜΑ», από το στόμα του κ. Σπυρίδωνος Ζορμπαλά, ο οποίος στο παρελθόν υπήρξε μέλος της Αντιαιρετικής ομάδας της Μητροπόλεως Πατρών. Ο Σπ. Ζορμπαλάς είπε επί λέξει: “Ανάθεμα σε όλους όσους ψήφισαν τον γάμο των ομοφυλοφίλων. Ανάθεμα! Ανάθεμα! Ανάθεμα»! 
Το «Ανάθεμα» εξεφωνήθη, μετά το «Δι’ ευχών» ως διαμαρτυρία για την παρουσία πολιτικών που ψήφισαν τον νόμο της Κυβέρνησης Μητσοτάκη για τον πολιτικό γάμο των ομοφυλόφιλων ζευγαριών και παρίσταντο στην Δοξολογία. Εκείνη την στιγμή ήσαν εντός του Ναού τρεις βουλευτές. Ο κ. Τσιρώνης της Νίκης που δεν το είχε ψηφίσει, ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους και ο βουλευτής Αχαϊας ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος που το είχαν ψηφίσει. Ουσιαστικά το «ανάθεμα» προοριζόταν… για τους δύο τελευταίους! Ο ίδιος ο Σπύρος Ζορμπαλάς ανήρτησε το σχετικό βίντεο – προφανώς είχε μελετήσει καλά την ενέργειά του – στον προσωπικό του λογαριασμό στο youtube. 
Σύμφωνα με τον κ. Ζορμπαλά, η Εκκλησία θα έπρεπε όχι μόνο να μην επιτρέψει την είσοδο των συγκεκριμένων πολιτικών στον Ναό, αλλά και να τους αναθεματίσει – αφορίσει. 
Ο Πατρών Χρυσόστομος δεν έδωσε σημασία στο γεγονός και απτόητος προέτεινε τον Σταυρό στους πολιτικούς, οι οποίοι και τον ασπάστηκαν. Ο Σεβασμιώτατος είχε μιλήσει στο παρελθόν με επιχειρήματα κατά του νόμου και έχει εκφραστεί δημοσίως! Όμως ορθώς έκρινε ότι εκείνη η χρονική στιγμή, στην γιορτή της ίδιας της πατρίδας, δεν θα έπρεπε να προκαλέσει ρήξη. Σε αντίθεση με τον φανατικό Ζορμπαλά. Όμως αυτό που ίσως δεν περίμενε ο Μητροπολίτης ήταν η δημόσια στήριξη του άνδρα που φώναξε το «ανάθεμα» από τον Αρχιμανδρίτης της Ι.Μ. Πατρών Αμβρόσιο Γκουρβέλο. Στο βίντεο που μετέδωσε η τηλεόραση ΛΥΧΝΟΣ της Ι.Μ. Πατρών, ακούγεται ο κ. Αμβρόσιος να λέει: “Μπράβο, μπράβο, μπράβο”. Ο ιερέας δίπλα του διευκρινίζει: «Είναι ο Σπύρος» και ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Γκουρβέλος δικαιώνει την πράξη του αναθέματος λέγοντας: “Καλά κάνει. Ψέματα λέει;”
Δηλαδή ένας προβεβλημένος αρχιμανδρίτης της Ι.Μ. συμφωνούσε με το «ανάθεμα» στον υφυπουργό Υγείας και τον βουλευτή Ανδρέα Παναγιωτόπουλο; Τότε γιατί δεν τους «αναθεματίζει» ο ίδιος δημόσια; Και μάλιστα έδειξε να συμφωνεί με την πράξη του κ. Ζορμπαλά, όταν ο ίδιος ο επικεφαλής της τοπικής μας εκκλησίας Σεβασμιώτατος Χρυσόστομος επέδειξε μία συμπεριφορά που προκάλεσε μόνο θετικά σχόλια ακόμη και από εκείνους που διαφωνούν με το νόμο για τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών.
Να θυμίσουμε ότι ο Σπυρίδων Ζορμπαλάς οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα “για εξακρίβωση στοιχείων” και μετά από λίγο αφέθηκε ελεύθερος. 
Και φυσικά χρωστά χάρη στον Πατρών Χρυσόστομο ο οποίος δεν υπέβαλε μήνυση εναντίον του, κατά το νόμο: «Όποιος κακόβουλα προσπαθεί να εμποδίσει ή με πρόθεση διαταράσσει μιαν ανεκτή κατά το πολίτευμα θρησκευτική συνάθροιση για λατρεία ή τελετή, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος μέσα σε εκκλησία ή σε τόπο ορισμένο για θρησκευτική συνάθροιση ανεκτή κατά το πολίτευμα, ενεργεί υβριστικά ανάρμοστες πράξεις».


ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ 



Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

ΓΑΜΟΒΑΦΤΙΣΗ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
«Μόδα, τάση ή και ανάγκη, η γάμο-βάφτιση αποτελεί, πλέον, μία από τις πιο συχνές επιλογές των νέων ζευγαριών, πολλά από τα οποία συζούν χωρίς να τους απασχολεί ιδιαίτερα η επισημοποίηση της σχέσης τους. Έτσι, η παραδοσιακή ροή των γεγονότων έχει διαφοροποιηθεί, με το θρησκευτικό γάμο και τη βάφτιση να ακολουθούν μαζί έναν πολιτικό γάμο, στον οποίο, συνήθως, οδηγεί ο απρόσμενος ερχομός ενός μικρού. Η λύση αυτή εξυπηρετεί πολλά ζευγάρια, καθώς τους επιτρέπει να προετοιμάσουν σωστά το γεγονός, χωρίς να τους πιέζει ο χρόνος, ενώ η μέλλουσα νύφη-μαμά έχει τη δυνατότητα να επανέλθει στη φόρμα της μετά τη γέννα, να οργανωθεί και να βρει τις ισορροπίες της. Φυσικά, πέρα από το χρόνο και τον κόπο που γλυτώνουν καταφεύγοντας σε μία εκδήλωση που εξυπηρετεί δύο σκοπούς, οι μελλόνυμφοι γονείς εξοικονομούν πολλά χρήματα. Θα σταλεί ένα προσκλητήριο, θα γίνει μία δεξίωση, και, γενικά, όλα τα έξοδα θα είναι για μία φορά. Αν ενδιαφέρεστε και εσείς να συνδυάσετε τα δύο αυτά μυστήρια, τότε σας έχουμε μερικές χρήσιμες συμβουλές για να οργανώσετε την τέλεια γάμο-βάφτιση χωρίς άγχος!». 
Και ακολουθούν οι «χρήσιμες συμβουλές» της συντάκτριας Ειρήνης Σαρακατσάνου σε ένα από τα άπειρα sites που προμοτάρουν την γαμοβάφτιση. 
Η πρακτική αυτή καθιερώθηκε με την συνδρομή, ουσιαστικά, της Διοικούσας Εκκλησίας. Έχουμε, λοιπόν, τρία Μυστήρια σε ένα!!! Γιατί από τη στιγμή που το Μυστήριο του Χρίσματος – που δεν το ξέρει ο κόσμος – τελείται μέσα στο Μυστήριο του Βαπτίσματος, έχουμε τρία Μυστήρια – με τον γάμο που προηγείται – να γίνονται ταυτόχρονα! Σημειώσατε ότι έχει προηγηθεί πολιτικός γάμος! Άρα; 
Η Εκκλησία παραβλέπει – προφανώς – το …αμάρτημα του πολιτικού γάμου που δεν «αναγνωρίζει» και προχωράει στην τέλεση του Μυστηρίου του Γάμου και κατόπιν της Βαπτίσεως του τέκνου ή των τέκνων, που έχουν προκύψει από «προγαμιαίες σχέσεις», αφού ο πολιτικός γάμος θεωρείται ως μη γενόμενος. 
Πρόκειται, σαφώς, για μια κάπως …περίπλοκη κατάσταση, την οποία η Εκκλησία φαίνεται πως αποδέχθηκε εκ των πραγμάτων! Το για ποιους λόγους είναι άλλο θέμα. 
Κάποιοι αρχιερείς βρήκαν μια κάπως …αστεία λύση: Να επιτρέπεται την ίδια ημέρα στον ίδιο ναό η τέλεση των δύο μυστηρίων αλλά με ώρες διαφορά, πρωί-απόγευμα. Η διαφορά ώρας τι σχέση έχει, άραγε, με την προοπτική της αιωνιότητας ενός μυστηρίου; Μάλλον ούτε οι ίδιοι μπορούν να το εξηγήσουν… Φαίνεται πώς πρόκειται για μία απόφαση που είναι στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Μητροπολίτη αν αποδέχεται τη γαμοβάφτιση ή όχι. 
Οι πιο συντηρητικοί ιεράρχες δεν την αποδέχονται επιτάσσοντας πρώτα να γίνεται ο γάμος και στη συνέχεια η βάπτιση, σε ημερομηνία μάλιστα ξεχωριστή. Οι πιο «προοδευτικοί» της Ιεραρχίας το αποδέχονται, για «ποιμαντικούς» λόγους. Πάντως σχετική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου δεν υπάρχει! 
Ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιος σε προ δεκαετίας εγκύκλιό του (9-7-2013) προτρέπει του πιστούς: «Όσοι αποκτήσατε παιδί εκ του πολιτικού γάμου να το βαπτίσετε χωρίς αναβολή και όχι την ημέρα του θρησκευτικού γάμου σας. Το ένα λάθος δεν διορθώνει το άλλο». Αλλά ποια είναι, άραγε, η προτροπή του προς τους ιερείς του; 
Η Εκκλησία φαίνεται πως έχει βάλει …νερό στο κρασί της και – έστω κατ’ οικονομίαν, αν θέλετε – κάνει αυτό που η κοινωνία ουσιαστικά επιβάλλει. Αν αυτό συμβαίνει, τότε οι ιαχές περί του Μυστηρίου του Γάμου, με αφορμή το νόμο για τον πολιτικό γάμο των ομοφυλοφίλων, είναι μάλλον χωρίς αντίκρισμα. Κούφια λόγια τη στιγμή που η πράξη δηλώνει τα αντίθετα. 
Αν κάποιος παραβρεθεί σε μια γαμοβάφτιση, βρίσκεται, συνήθως, μπροστά σε ένα κακόγουστο σκηνικό από πλευράς Εκκλησίας, καθώς πολλοί ιερείς τελούν βιαστικά τα Μυστήρια, το ένα μετά το άλλο, για να προλάβουν ή γιατί αντιλαμβάνονται και την …ατμόσφαιρα των καλεσμένων, που θέλουν να πάνε στο επόμενο βήμα, δηλαδή στην δεξίωση. 
Η όλη κατάσταση έχει παγιωθεί και η Εκκλησία την έχει αποδεχθεί. Επομένως, το τι λένε αρκετοί λειτουργοί της για το Μυστήριο του Γάμου θα πρέπει να το προσέχουν λιγάκι. Το πράγμα έχει ξεφτίσει και με ευθύνη τους.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Ευάγγελος Βενιζέλος: “Εσχατολογικά το μέλλον μας είναι άφυλο”


Όπως είναι γνωστό, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε με ευρεία πλειοψηφία το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την νομιμοποίηση του γάμου για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. 
Το νομοσχέδιο, με τίτλο «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και άλλες διατάξεις», είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από τις 24 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2024 και ώρα 21:00.
Μιά μέρα πριν από την δημόσια διαβούλευση, το μη κερδοσκοπικό Σωματείο ”Κύκλος Ιδεών”, που ιδρύθηκε το 2015 από τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο ΑΠΘ και πρώην αντιπρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης, Ευάγγελο Βενιζέλο, οργάνωσε συζήτηση σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, με θέμα: «Γάμος ομοφύλων, τεκνοθεσία, παρένθετη μητρότητα. Συνταγματικό πλαίσιο και νομοθετική ρύθμιση».
Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, πήραν μέρος οι: Αικατερίνη Φουντεδάκη, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Αντώνης Καραμπατζός, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια, Νομικής Σχολής ΑΠΘ. 
Παρά την ψήφιση του νόμου «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και άλλες διατάξεις», η συζήτηση διατηρεί το ενδιαφέρον και την επικαιρότητα της και γι’ αυτό παραθέτουμε το σχετικό βίντεο.


Ο Ευάγγελος Βενιζέλος τόνισε χαρακτηριστικά: 
"Μετά την Ανάσταση δεν υπάρχει έμφυλος βίος. Έχει σημασία αυτό, διότι όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, στη γνωστή σκηνή με τους Σαδδουκαίους που κάνουν ερωτήματα στον Ιησού, για το τι θα γίνει μία γυναίκα που παντρεύτηκε διαδοχικά επτά αδέλφια και πέθαναν όλοι, και στην Ανάσταση τίνος γυναίκα θα είναι αυτή η γυναίκα; Απάντησε ο Ιησούς ότι δεν έχετε καταλάβει τι σας λέω, δεν έχετε καταλάβει ότι «εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν, ούτε εκγαμίζονται, αλλ’ ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισί», δηλαδή άνευ φύλου, ως άγγελοι. Δεν υπάρχει λοιπόν έμφυλη εσχατολογία και αυτό σημαίνει ότι στην προοπτική δεν θα υπάρχει και αυτή η διάκριση μεταξύ ομοφυλοφίλων και ετεροφυλοφίλων και ούτω καθεξής. Οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί αλλά και οι ταυτότητες των φύλων θα έχουν αρθεί μέσα από αυτή την προοπτική της άφυλης εσχατολογίας". 
Δείτε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο εδώ


Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ: ΠΕΡΙ ΓΑΜΟΥ


Παραθέτουμε, στη συνέχεια, ένα σημαντικό κείμενο “Περί Γάμου”, του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαπέτρου. 
Το κείμενο αυτό ήταν η τοποθέτηση του καθηγητού για το θέμα του Πολιτικού γάμου, κατά την ογδόη τακτική συνεδρία της Θεολογικής Σχολής, στις 12 Φεβρουαρίου 1982.

 

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ "ΘΕΣΜΟΥ" ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ


«…καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;» (Λουκ. 2,48-49). 
«῎Ετι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ. εἶπε δέ τις αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. 12, 46-50).
«Ἕτερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Ματθ. 8, 21-22). 
«Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. Ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10, 34-38).

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

Εν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται

Jacob Jordaens, Christ and Pharisees

Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ᾿ ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι. 
Ο Κύριος

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ "ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ"


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Πολύς λόγος είχε γίνει παλαιότερα με δημόσια τοποθέτηση του μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου σε εκδήλωση για το πώς δημιουργούνται οι gay. 
«Οι gay γεννιούνται κατά την ώρα του πρωκτικού έρωτα ενός straight ζευγαριού, και μόνο αν αρέσει στη γυναίκα. Τότε, η επιθυμία αυτή μεταφέρεται στο έμβρυο. Κι αυτό είναι επιστημονικώς αποδεδειγμένο», είπε ο μητροπολίτης Μόρφου, επικαλούμενος τον γέροντα Πορφύριο. 
Ο Μόρφου Νεόφυτος δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνει πανηγυρικά ο κλήρος – και δη οι πνευματικοί (εξομολόγοι) – και στις μέρες μας. Προσπαθεί να ελέγξει με κάθε τρόπο την σεξουαλικότητα των πιστών. 
Γιατί άραγε επιμένει τόσο πολύ ο κλήρος σ’ αυτή την σεξουαλική χειραγώγηση των πιστών διαχρονικά, αλλά και στον καιρό μας; 
Μια πρώτη απάντηση έχει δώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του ο π. Φιλόθεος Φάρος: 
«Εμείς οι παπάδες έχουμε πολλές νευρώσεις σχετικά με τον ερωτισμό. Και πολλά από αυτά που λέμε μπορεί να είναι συνέπεια των νευρώσεών μας. Πιστεύω ότι οι αυστηρότεροι από εμάς τους κληρικούς στα θέματα της σεξουαλικής ηθικής είναι είτε πιο νευρωτικοί σε σχέση με τον ερωτισμό είτε κρύβουν τα περισσότερα και θέλουν να έχουν ένα άλλοθι. Εμφανίζονται δηλαδή αυστηροί για να μην επιτρέψουν στον απλό άνθρωπο να σκεφθεί πως αυτοί μπορεί να έχουν μια έντονη προσωπική ζωή, σχετική με αυτό που εξίσου έντονα καταδικάζουν». 
Αναμφισβήτητα, τα παραπάνω – για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς τον «εκκλησιαστικό χώρο» - ισχύουν απόλυτα. Όμως, υπάρχει και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό, το οποίο επίσης έχει επισημάνει εύστοχα ο π. Φιλόθεος Φάρος: «…αν θέλουμε να εξουσιάζουμε τους ανθρώπους δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος από το να ελέγχουμε τον ερωτισμό τους, την πιο καίρια ανθρώπινη πραγματικότητα. Η αμαρτία λοιπόν που συνδέεται με τον έρωτα αποτελεί δημιούργημα της νεύρωσης και του κινήτρου της εκμετάλλευσης ή της απάτης». 
Άρα εξουσιάζεις τους ανθρώπους αν ελέγχεις τον ερωτισμό τους. 
Αυτή η πρακτική, για να είμαστε φιλαλήθεις, δεν είναι μόνο υπόθεση των Ορθοδόξων. Είναι υπόθεση γενικώς των χριστιανών – και μάλιστα των πιο ακραίων εκφάνσεων – αλλά και άλλων συστημάτων, ηθικών, κοινωνικών και πολιτικών. 
Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε ότι σήμερα κορίτσια και νεαρές γυναίκες ντυμένες σαν νύφες και συνοδευόμενες από τους μπαμπάδες τους, ορκίζονται να μην υποκύψουν στο σεξ μέχρι το γάμο τους. Πρόκειται για μια τάση που γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής στις χριστιανικές κοινότητες στις ΗΠΑ και όχι μόνο. 
Το «κίνημα αγνότητας», δηλαδή η μη ύπαρξη προγαμιαίων σχέσεων, ξεκίνησε από το Κολοράντο των ΗΠΑ εδώ και 20 χρόνια και ήδη έχει εξαπλωθεί σε 17 χώρες. 
Ο Κομμουνισμός, επίσης, ως ολοκληρωτική υπόθεση, επιδιώκει να ελέγχει κάθε πτυχή της προσωπικής ζωής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι κομμουνιστές παντρεύονται μεταξύ τους, όπως και οι πιο συντηρητικοί χριστιανοί. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι αμφότεροι, κομμουνιστές και χριστιανοί, θα ήθελαν να πετάξουν τους ομοφυλόφιλους από τα μπαλκόνια. Τουλάχιστον… Αυτή την τάση την βλέπουμε ανάγλυφη σήμερα στην "Ορθόδοξη" Ρωσία του Πούτιν, όπου οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζονται ως "εξτρεμιστική οργάνωση" (sic) και ως "τρομοκράτες", με τις ευλογίες, φυσικά, της Ρωσικής Εκκλησίας, που θεωρεί πάντα πως η Δύση είναι υπεύθυνη για όλα αυτά τα κακά. 
Ας δούμε πόσο …χριστιανικά τα λέει ο Λένιν: «Ἡ ἀκράτεια στήν σεξουαλική ζωή εἶναι ἀστική: εἶναι σημάδι διαφθορᾶς. Τό προλεταριᾶτο εἶναι τάξη ἀνερχόμενη. Δέν τοῦ χρειάζεται ἡ μέθη πού θά τό ζάλιζε ἤ θά τό ἐρέθιζε. Δέν τοῦ χρειάζεται οὔτε ἡ μέθη τῆς σεξουαλικῆς ἀκράτειας, οὔτε ἡ μέθη ἀπό ἀλκοόλ. Δέν μπορεῖ καί δέν θέλει νά ξεχάσει τήν ποταπότητα, τήν βρωμιά καί τήν βαρβαρότητα τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἀντλεῖ ἰσχυρότερα κίνητρα γιά πάλη ἀπό τήν κατάσταση τῆς τάξης του, ἀπό τό κομμουνιστικό ἰδεῶδες. Χρειάζεται διαύγεια, διαύγεια καί πάλι διαύγεια. Γι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, δέν θά πρέπει νά ὑπάρχει κανένα ἀδυνάτισμα, καμμιά σπατάλη καί ἐξάντληση δυνάμεων. Ἡ αὐτοκυριαρχία, ἡ αὐτοπειθάρχηση δέν εἶναι δουλεία. Εἶναι ἀπαραίτητη καί στόν ἔρωτα» [Λένιν (1987). Κλάρα Τσέτκιν, Σημειωματάριο, Παράρτημα σέ Μάρξ/Ἔνγκελς/Λένιν, Γιά τό γυναικεῖο ζήτημα, Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα, 1987, σελ. 201-227.] 
Άρα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πολλοί χριστιανοί – ακόμα και οι φερόμενοι ως «προοδευτικοί» - βλέπουν με συμπάθεια την αριστερή ιδεολογία, γιατί δεν μπορούν να ξεχάσουν «τήν ποταπότητα, τήν βρωμιά καί τήν βαρβαρότητα τοῦ καπιταλισμοῦ», που πηγάζει και από την σεξουαλική «διαφθορά» κ.ο.κ. 
Για να γυρίσουμε στα καθ’ ημάς. 
Ο Χριστός δεν μίλησε ποτέ ευθέως για την ερωτική συνεύρεση και δεν ασχολήθηκε με τις ερωτικές παρεκτροπές. Δεν απαρίθμησε σεξουαλικά αμαρτήματα, δεν κατονόμασε τους ανθρώπους ανάλογα με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. 
Σήμερα οι «πνευματικοί» στην Ελλάδα το πρώτο πράγμα που ρωτούν – και ενίοτε αρέσκονται σε γαργαλιστικές λεπτομέρειες – είναι η σεξουαλική ζωή ενός ζευγαριού ή ενός νέου. Και αμέσως πέφτουν βροχή οι σχετικές οδηγίες, απαγορεύσεις και «θεραπείες». 
Ξέρουμε πολύ καλά ότι με αυτή την πρακτική οι «πνευματικοί» έχουν χωρίσει ζευγάρια, έχουν δημιουργήσει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα σε ανθρώπους (με την καλλιέργεια ενοχικού συνδρόμου), έχουν ευνουχίσει ανθρώπινες προσωπικότητες, έχουν ενισχύσει μέχρι και την ενδοοικογενειακή βία, με τον τρόπο τους, και …επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος… 
Ο έλεγχος της σεξουαλικότητας είναι έλεγχος της ζωής των ανθρώπων. Κι εδώ μπλέκεται το μεθύσι της εξουσιαστικότητας με αυτό της σεξουαλικότητας! Κι όλα αυτά στο όνομα – φευ! - του Χριστού!

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

Εκκλησία και ΚΚΕ: η ανατομία μιας παράδοξης ταύτισης

Από πρόσφατη διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος (REUTERS / Louisa Gouliamaki) 

ΗΛΙΑΣ ΝΤΙΝΑΣ 
Η συζήτηση για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών έφερε κοντά δύο θεσμούς που συνηθίζουν να εμφανίζονται ως διαμετρικά αντίθετοι: την Εκκλησία από τη μια πλευρά και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος από την άλλη. Αμφότεροι δήλωσαν την αντίθεσή τους στο νομοσχέδιο. Κι αν για την Εκκλησία μια τέτοια απόφαση είναι σε κάποιον βαθμό προβλέψιμη, η στάση του ΚΚΕ δεν μπορεί παρά να προκαλεί ερωτηματικά. Γιατί συμπορεύεται το ΚΚΕ με την Εκκλησία ενάντια στον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών; 
Εκ πρώτης όψεως η απάντηση φαντάζει εύκολη: οι ηγεσίες και στις δύο περιπτώσεις ακολουθούν τις προτιμήσεις του «ποιμνίου». Τόσο ο εκκλησιασμός όσο και η ψήφος στο ΚΚΕ απαντώνται συχνότερα στις μεγαλύτερες ηλικίες και στα χαμηλότερα εισοδήματα. Ο συνδυασμός των δύο φτιάχνει ένα προφίλ με χαμηλό προσδοκώμενο δείκτη μεταϋλιστικών αξιών. Κι όμως: αν όντως αυτό ισχύει στην περίπτωση της Εκκλησίας, δεν φαίνεται να ισχύει και στην περίπτωση του ΚΚΕ. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τα στοιχεία από την έρευνα της διαΝΕΟσις του 2022. Το 60% των ψηφοφόρων του ΚΚΕ συμφωνεί με τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών, ενώ το ποσοστό πέφτει μόνο λίγο (55%) όταν η ερώτηση αφορά την τεκνοθεσία. Για να έχουμε μια βάση σύγκρισης, τα αντίστοιχα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά τι μεγαλύτερα ως προς τον γάμο (66%) και λίγο χαμηλότερα ως προς την τεκνοθεσία (52%). Τα δε ποσοστά των ψηφοφόρων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. είναι αρκετά έως πολύ χαμηλότερα. 
Μια άλλη πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να είναι πως η στάση της Εκκλησίας επηρεάζει τη στάση του ΚΚΕ. Μια τέτοια θα υποστήριζε ότι, μολονότι υπήρξε δύναμη ριζοσπαστισμού και νεωτερικότητας στην ελληνική πολιτική ζωή, το κομμουνιστικό κίνημα συνεχίζει να διατηρεί τους δεσμούς με την Εκκλησία του παρελθόντος. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι και η συμπόρευση κατά τόπους του κλήρου με το ΕΑΜ κατά την περίοδο της Κατοχής. Η περίπτωση του παπα-Δημήτρη (Κουτσούμπα), παππού του σημερινού γενικού γραμματέα του κόμματος, που ήταν καθοδηγητής της Εαμικής Εθνικής Αλληλεγγύης στον Δομοκό, είναι ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα συμμετοχής του κλήρου στην Εαμική αντίσταση. Θα έλεγε, λοιπόν, κανείς πως αυτή η σύμπραξη κρατάει το ΚΚΕ δέσμιο μιας μακράς παράδοσης συνύπαρξης με την Εκκλησία. Και πάλι, όμως, τα στοιχεία δείχνουν να διαφωνούν. Στην ίδια προαναφερθείσα έρευνα και στην ερώτηση «κατά πόσο βρίσκεστε κοντά στη θρησκεία», οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ εμφανίζονται ως πιο άθρησκοι από κάθε άλλο κόμμα εντός της Βουλής. Τουλάχιστον οι ψηφοφόροι του δεν φαίνεται να νιώθουν δεσμευμένοι απέναντι στην Εκκλησία. 
Μια τρίτη εξήγηση, που ίσως μας φέρνει εγγύτερα στην απάντηση, είναι πως οι δύο αυτοί θεσμοί συνδέονται με τρόπο ενδημικό, μέσα από την κοινή τους αποστροφή στην αλλαγή. Η δυσπιστία απέναντι σε καινούργιες ιδέες, ανεξάρτητα πολλές φορές από το περιεχόμενό τους, είναι χαρακτηριστικό κλειστών κοινωνιών που διέπονται από ισχυρές νόρμες. Η πεποίθηση πως ο εναγκαλισμός νέων αξιών μπορεί να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της ομάδας ή να υποδαυλίσει τη συνοχή της δημιουργεί μια στάση αδράνειας. Ως αποτέλεσμα, οι κλειστές κοινωνίες τείνουν να είναι ουραγοί κοινωνικών αλλαγών. Η υιοθέτηση νέων ιδεών γίνεται μόνο αφότου αυτές έχουν σταματήσει να είναι νέες. 
Τι, όμως, καθιστά το ΚΚΕ και την Εκκλησία κλειστές κοινωνικές ομάδες; Εδώ ίσως εμφανίζεται και η μεγαλύτερή τους ομοιότητα: η μεταφυσική πίστη σε μια ιδέα που συνιστά και τη συνεκτική ουσία της ομάδας. Στην περίπτωση της Εκκλησίας η απάντηση σε όλα τα προβλήματα είναι η πίστη. Στην περίπτωση του ΚΚΕ η απάντηση σε όλα τα προβλήματα είναι η εργατική πάλη. Μοιάζουν και οι δύο ως φάρμακα που εφευρέθηκαν, όχι μόνο για να καταπολεμήσουν τις υπάρχουσες αρρώστιες, αλλά και όποιες άλλες προκύψουν στο μέλλον. Αν η λύση είναι μία, οτιδήποτε δεν στοιχίζεται πίσω της είναι εμπόδιο. 
Προσπαθώντας να αποδώσει στη Σοσιαλδημοκρατία το σημαντικό μερίδιο που θεωρεί πως είχε στη διαμόρφωση των πολιτικών ιδεών του 20ού αιώνα, η Σέρι Μπέρμαν υποστηρίζει πως η Σοσιαλδημοκρατία επικράτησε απέναντι στα άλλα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα –τον κλασικό φιλελευθερισμό και τον ιστορικό υλισμό– εξαιτίας της ικανότητάς της να υποτάσσει τις μεγάλες ιδέες στα προβλήματα της εποχής. Απέναντι στο φιλελεύθερο χέρι της αγοράς, από τη μια, και την ντετερμινιστική λογική του ιστορικού υλισμού από την άλλη, η Σοσιαλδημοκρατία αντέταξε την ίδια την πολιτική πράξη – την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής. Αυτή η στάση είχε ως αποτέλεσμα να γίνει και ο βασικός κρίκος που κατέστησε τη δημοκρατία συμβατή με τον καπιταλισμό. Η καθολική ψήφος για τους φιλελευθέρους του 19ου αιώνα φάνταζε ως τροχοπέδη αποτελεσματικών πολιτικών, με κίνδυνο την τυραννία μιας αμόρφωτης πλειοψηφίας. Για τους ορθόδοξους μαρξιστές, καμιά πολιτική πράξη δεν ήταν έτσι κι αλλιώς αναγκαία, καθώς οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού καθιστούν την ανατροπή του αναπόφευκτη. Κι όμως. Ο κόσμος δεν άλλαξε μέσα από την υποταγή στις υπέρτατες και αέναες μεγάλες ιδέες, αλλά μέσα από την αναγνώριση πως οι θεσμοί γύρω μας είναι δυναμικοί και πως για να λειτουργήσουν σωστά χρειάζονται πολιτικές παρεμβάσεις. Για να γίνουν αυτές, όμως, πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τις νέες ιδέες ως εν δυνάμει απειλή. 
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Ιωάννης Μπουγάς: Προφητικό άρθρο του Παν. Ανδριόπουλου για την Εκκλησία του copypaste


Ιωάννου Π. Μπουγά, Θεολόγου 
Στην ιστοσελίδα ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ στις 14 Νοεμβρίου 2023 ο Θεολόγος κ. Παναγιώτης Ανδριόπουλος δημοσίευσε άρθρο με τον τίτλο: «Η Εκκλησία του Κοπιμισμού του Ηγουμένου της Μονής Βατοπαιδίου Εφραίμ». 
Πρωτίστως του αξίζουν θερμά συγχαρητήρια και ο δίκαιος έπαινος, όχι μόνο για τις ρηξικέλευθες θεολογικές του σκέψεις και τα ιστορικά τεκμήρια που παρουσιάζει, αλλά και για το θάρρος του να στηλιτεύσει τις αλλοτριώσεις που δημιουργεί ο εν Ελλάδι περιφερόμενος θίασος κάποιων Αγιορειτών Ηγουμένων και Μοναχών. Αυτοί, οι κατ’ όνομα ασκητές, ως γκουρού επηρεάζουν προς ίδιον όφελος το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας της Ελλάδος με συνεχείς επισκέψεις σε αίθουσες εκδηλώσεων, με συμμετοχή σε εθνικοθρησκευτικές φιέστες και πολλές φορές με την παρουσία τους σε κοσμικά σαλόνια, για την προβολή δήθεν του αγιορείτικου μοναχισμού, ωσάν να είχε ανάγκη προβολής η αγιορείτικη άσκηση. 
Πολλοί εξ αυτών, με την ανοχή κάποιων Μητροπολιτών, κατευθύνουν «πνευματικὰ» το ποίμνιο κάποιων εν Ελλάδι Μητροπόλεων. Οι Μητροπολίτες αυτοί συλλειτουργούν με τους περιφερόμενους μάγους-καλογέρους, παραχωρώντας και τον αρχιερατικό τους θρόνο και όπως εύστοχα παρατηρεί ο κ. Ανδριόπουλος μνημονεύονται και στο: «εν πρώτοις μνήσθητι..». Βεβαίως η θεραπεία όλων αυτών των εκτός Εκκλησίας μαγικών πρακτικών, όπως η μεταφορά λειψάνων, εικόνων, αντιγράφων εικόνων, υφασμάτων κλ.π. πραγματοποιείται από την Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο εν Συνόδω. 
Αυτό όμως που ο κ. Ανδριόπουλος παρουσιάζει στο άρθρο και δημιουργεί προβληματισμό είναι η αναφορά του στην «Εκκλησία της Αντιγραφής». Προβάλλει ως παράδειγμα την Εκκλησία του «copy paste» στην Σουηδία και γίνεται προφητικός για το τι μέλλει γενέσθαι και στην Εκκλησία της Ελλάδος.

   

Οι παρακάτω λόγοι και σκέψεις δεν ανήκουν στον κ. Ανδριόπουλο αλλά με βάση το άρθρο του γεννιούνται οι κάποιοι προβληματισμοί. 
Είναι γεγονός ότι η σύγχρονη τεχνολογία έχει προχωρήσει σε αφάνταστο σημείο και συνεχώς εξελίσσεται με κλασικό πλέον παράδειγμα τη δημιουργία «τεχνητών δικτύων νεύρων ή νευρώνων», των απλούστερα λεγομένων ανθρωποειδών (ρομπότ). Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (μηχανοάνθρωποι) σύντομα θα αποτελούν τεράστιο στρατό με ανθρώπινη μορφή και κοινωνική δράση.
Ταυτόχρονα γεγονός είναι ότι σήμερα στην Εκκλησία η αντιγραφή και ο μιμητισμός είναι καθημερινή πρακτική. Ενδεικτικά, γνωστά πλέον, παραδείγματα αναφέρουμε τα παρακάτω: αν ένας ιερεύς τελέσει εκτός ναού το μυστήριο του γάμου ή αν τελέσει τη βάπτιση στην θάλασσα ή αν σε πανήγυρη χρησιμοποιήσει γιγαντοοθόνη εντός του ναού, ή αν ευλογήσει τα όπλα, εκτός τυπικής τάξεως, κατά την διάρκεια ακολουθίας ή αν κρεμάσει χριστουγεννιάτικα λαμπιόνα στον πολυέλαιο ή αν αντιγράψει τελετές άλλων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών και τόσες άλλες αλλοτριωτικές πράξεις ή λαογραφικά έθιμα που βαπτίζονται ευσεβείς συνήθειες και παράδοση, τότε θα αρχίσουν να το τελούν και άλλοι και στο τέλος θα γίνει συνήθεια ώστε κάποιοι θα μιλούν για ορθόδοξη παράδοση. Έτσι σήμερα στην Εκκλησία της Ελλάδος, και αλλού, η λαθεμένη συνήθεια υπάρχει, η αντιγραφή υπάρχει, το «copy paste» είναι καθημερινή πραγματικότητα. Η «Εκκλησία του Κοπιμισμού» εδώ και καιρό ευρίσκεται και στην Ελλάδα. 
Υπόθεση του μέλλοντος. Τι θα συμβεί εάν συνδυαστεί «η Εκκλησια του Κοπιμισμού» με την ενεργό κοινωνική παρουσία των ανθρωποειδών (ρομπότ); 
Το παράδειγμα ίσως να θεωρηθεί υπερβολικό και φαντασιώδες. Αν λοιπόν σε λίγα χρόνια ένα ανθρωποειδές, ένας τεχνάθρωπος συμμετάσχει στην Θεία Ευχαριστία χωρίς ο ιερεύς να το αντιληφθεί και στην συνέχεια το φαινόμενο επαναλαμβάνεται σε πολλοὺς ναούς απο την στρατιά των ανθρωποειδών, τότε η «Εκκλησία της Αντιγραφής», της συνήθειας, του αλλοτριωτικού ήθους, τι θα πράξει; 
Αυτές τις ελάχιστες σκέψεις τις πυροδότησε το άρθρο περί της «Εκκλησίας του Κοπιμισμού». Φαντασιώσεις, γραφικότητες και αφέλειες θα πουν κάποιοι. Είναι οι ίδιοι που κάποτε δεν πίστευαν ότι μπορεί να «ανάβουν» οι πιστοί ηλεκτρονικό κεράκι ή να υπάρχει διαδικτυακή εξομολόγηση ή να περιφέρονται ασκητές του Αγίου Όρους με ελικόπτερα και να διαβιούν σε πολυτελή ξενοδοχεία.
Κατακλείοντας τη σύντομη αυτή αναφορά στο άρθρο του κ. Ανδριόπουλου ελπίζουμε να δώσει ο Κύριος να μην γευτεί η Εκκλησία την αλλοτρίωση του «copy paste» και στην επερχόμενη εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. 
 __________________ 
Ο Ιωάννης Π. Μπουγάς είναι Πτυχιούχος Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο γνωστικό αντικείμενο της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Διδάκτωρ του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο γνωστικό αντικείμενο της Φιλοσοφίας-Θρησκειολογίας. Εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μεταδιδακτορικός Ερευνητής του τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών στο γνωστικό αντικείμενο Εκκλησιαστική Ιστορία. Έχει συγγράψει βιβλία και άρθρα ιστορικού, εκκλησιαστικού και φιλοσοφικού περιεχομένου.
Related Posts with Thumbnails