Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστήριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστήριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

«Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» στη Θεσσαλονίκη


Μέσα σε κλίμα αναστάσιμης συγκίνησης παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το νέο βιβλίο της Μαρίας Χατζηαποστόλου «Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, στο cafe «Ζώγια – Βιβλίο - Tσάι και συμπάθεια», το βράδυ του Σαββάτου 18 Απριλίου 2026. 
Για το βιβλίο μίλησαν οι: Βασίλης Βασιλειάδης, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Αναστασία Γρηγοριάδου, Δημοσιογράφος 9,58 FM – ΕΡΤ3 και Ανθή Ουρούμη, Εκπαιδευτικός – Θεολόγος, ενώ τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου ερμήνευσε η Δέσποινα Παγιούλα, με τον Θανάση Μπιλιλή να τη συνοδεύει στο πιάνο. 


Ανθή Ουρούμη, Εκπαιδευτικός-Θεολόγος 
Υπάρχουν στιγμές στην πνευματική διαδρομή ενός τόπου, που ο λόγος παύει να είναι μία απλή περιγραφή της πραγματικότητας και μετατρέπεται σε γεγονός ζωής, σε μία συνάντηση οντολογική που υπερβαίνει τα στενά όρια του χρόνου, της φθοράς και της ατομικότητας. Βρισκόμαστε σήμερα εδώ, όχι απλά για μία τυπική παρουσίαση βιβλίου, αλλά για να γίνουμε κοινωνοί μίας σπάνιας πνευματικής συνάντησης, ήτοι της βαθιάς και αναστάσιμης θεολογικής σκέψης της Δρος Μαρίας Χατζηαποστόλου με τον προφητικό, αρχοντικό και συχνά σπαρακτικό κόσμο του Μάνου Ελευθερίου. Αν αναρωτηθεί κανείς, γιατί ένας άνθρωπος επιλέγει να γράψει, η απάντηση σπάνια βρίσκεται στη στεγνή λογική. Υπάρχουν δημιουργοί που γράφουν για να εξηγήσουν τον κόσμο και υπάρχουν κι εκείνοι που γράφουν, γιατί ο κόσμος δεν τους χωρά αν δεν τον μοιραστούν. Γράφουν, γιατί η σιωπή τούς πνίγει και η αλήθεια τούς καίει τα σωθικά. Η Μαρία ανήκει ακριβώς σε αυτήν την δεύτερη κατηγορία, την αναγκαία, την ιερή. 
Με την Μαρία Νεφέλη, με συνδέει μια μακρόχρονη αδελφική φιλία, μια «επιλεγμένη συγγένεια» κι ένας δεσμός που μου επιτρέπει να γνωρίζω καλά πως αυτό της το έργο δεν είναι μία απλή μελέτη. Είναι ένα ζωντανό κομμάτι από την ίδια της την ψυχή. Είναι ο άνθρωπος που σου θυμίζει ποιος είσαι, όταν η καθημερινότητα σε κάνει να το ξεχνάς. Η ευαισθησία της δεν είναι αδυναμία, αλλά μία δύναμη σχεδόν προφητική, μια «αρχοντιά» ψυχής που την κάνει να νιώθει τον πόνο του κόσμου σαν δικό της, μία γυναίκα που ζει την πίστη της, ως διαρκή χειρονομία αγάπης. 
Για την Μαρία, που γνωρίζει βιωματικά πως «εν αρχή ήν ο Λόγος» και πως ο Λόγος αυτός είναι Φως και Ζωή, η συγγραφή δεν είναι μία πολυτέλεια, αλλά μία πράξη αντίστασης στο μηδέν. Είναι η ίδια η βιολογική της ανάγκη να τακτοποιεί το χάος της ανθρώπινης οδύνης και να του δίνει σχήμα ελπίδας, μετατρέποντας το λευκό χαρτί σε μια προοπτική ελευθερίας. 
Στο νέο της βιβλίο, δεν πρόσθεσε απλώς μια μελέτη στη βιβλιογραφία μας. Κατάφερε κάτι πολύ πιο βαθύ: έγινε η «χρονοποιός» που μετέτρεψε την αγωνία του Μάνου Ελευθερίου σε αναστάσιμη ελπίδα. Η γραφή της είναι μια οντολογική κατάθεση, ένας λόγος που «καίει» και «φωτίζει» ταυτόχρονα.
Kατόρθωσε να διακρίνει πίσω από τους σπαρακτικούς στίχους του Μάνου τη δημιουργική αρχή του Σύμπαντος. Εκεί όπου οι άλλοι αντικρίζουν μόνο το «άδικο του κόσμου» και το «παράλογο του πολέμου», αυτή, με τη θεολογική της οξύνοια, ανακάλυψε τον Λόγο. Μας φανέρωσε πως η δική της σκέψη μπορεί να μετουσιώσει τον χρόνο από έναν «απειλητικό εχθρό» σε μια «αέναη κοινωνία» με το αιώνιο. 


Με θαυμαστό τρόπο πλησιάζει τον θάνατο μέσα από τη ματιά του Ελευθερίου, χαρακτηρίζοντάς τον ως την «κατεξοχήν κακοτεχνία της Δημιουργίας». Ταυτόχρονα μας προσφέρει μία αναστάσιμη προοπτική. Με τη γραφίδα της, ο Άδης του Μάνου έγινε πράγματι μαλαματένιος. Μας διδάσκει πως τίποτα αληθινό δεν σβήνει και πως η μνήμη, όταν ποτίζεται από την αγάπη, γίνεται «ανέσπερο φως». 
Η Μαρία, λειτουργεί ως «ακίνητος φρουρός σε μια σκοπιά αγρύπνιας». Ενώ το τρένο της Ιστορίας φεύγει στις οκτώ, αυτή μένει εκεί, για να διασώσει τη «φωτογραφία της στιγμής» και να μας θυμίσει ότι η αγάπη είναι η μόνη δύναμη κατά της φθοράς. 
Το βιβλίο της συνιστά μια άσκηση νήψης, μιας πνευματικής εγρήγορσης. Μας κάνει κοινωνούς των αρρήτων μυστηρίων, εκεί όπου οι «χρυσές σκιές του Άδη» παύουν να μας τρομάζουν, γιατί μας οδηγεί να τις κοιτάμε μέσα από το φως της Αγάπης. Είναι η δημιουργός που κατάφερε να ενώσει το κτιστό με το άκτιστο, τη λύπη της προσφυγιάς με τη χαρά του Παραδείσου. 
Δεν προσεγγίζει απλώς το έργο του Μάνου Ελευθερίου. Γίνεται η ίδια η φωνή που ερμηνεύει τη σιωπή των αγγέλων. Οι λέξεις της είναι μια πνευματική μυσταγωγία, ένας λόγος που ανυψώνεται ως «αετός χερουβικός» για να συναντήσει την ουσία της ύπαρξης. 
Μετατρέπει τη Θεολογία σε ποίηση ζωντανή. Έχει το σπάνιο χάρισμα να «πετά τις λέξεις σαν βέλη», όχι για να πληγώσει, αλλά για να καθαγιάσει τα σύμπαντα και να μας υπενθυμίσει πως ο άνθρωπος είναι μια «σπάνια μοναδικότητα», η κατεξοχήν μέριμνα της Παντοδυναμίας. 
Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που περιγράφει τους αγγέλους –τους αγγέλους του Μάνου που «περπατάνε στη γη μαζί με τους ανθρώπους». Μας φανερώνει ότι η δική της γραφή είναι αυτή η «μυστική πορτούλα» που οδηγεί στην ψυχή μας. Καταφέρνει να συμφιλιώσει τις αντιθέσεις, να μερώσει την αγριότητα και να μας πείσει πως η προσευχή των αγγέλων είναι μια ανοιχτή αγκαλιά για κάθε «γονατισμένο» άνθρωπο. 
Με τη δική της καθοδήγηση, νιώθουμε δέος απέναντι στον αόρατο κόσμο και πιστεύουμε ξανά στη νίκη του «άκτιστου Κάλλους» επί του σκότους. Το πόνημά της λειτουργεί ως μια πολύτιμη προσφορά που μας μυρώνει με ουράνιες δυνάμεις. Είναι η μυημένη που, μέσα από την οδύνη της πένας της, κατορθώνει να σώσει την ομορφιά του κόσμου. 


Κατάφερε η δική της ψυχή να γίνει ο καθρέφτης όπου ο «πρίγκιπας που δεν έγινε βασιλιάς» βρήκε επιτέλους τη δικαίωσή του. Με την πνευματική υφαντική της, οι «σπασμένες κλωστές του παρελθόντος» που άφησε ο Μάνος, ενώθηκαν ξανά σε ένα υφαντό μνήμης που δεν φθείρεται από τον χρόνο. 
Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό το πώς αφουγκράζεται τη «χαρμολύπη» του Μάνου, αποκαλύπτοντας το φως εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο το αδιέξοδο και φανερώνοντας ότι το θαύμα δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά η ίδια της η ενσυναίσθηση, που την κάνει να «ασθενεί» μαζί με τον ασθενούντα και να ανασταίνεται μαζί με τον λυτρωμένο. 
Στον πυρήνα της σκέψης της, επισφραγίζει μια ιερή αποστολή. Πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να ψηλαφήσει τη «γλυκιά μελαγχολία» του Χριστού μέσα από τα μάτια του Μάνου Ελευθερίου και να μας την παραδώσει ως βάλσαμο, ως μια ανθρωπολογία που δεν φοβάται τον πόνο, αλλά τον αγιάζει. Η σκέψη της σε αυτό το σημείο γίνεται προφητική. Ένιωσε σε βάθος πως ο Χριστός του Μάνου είναι ο Χριστός των απόκληρων, των «ερημιτών» και των αδικημένων. Με την καθαρή ματιά της, Τον έφερε ακόμα πιο κοντά μας, κάνοντάς Τον «φίλο» και συνοδοιπόρο στην προσωπική μας αγωνία. Μας θύμισε με τρόπο συγκλονιστικό ότι η ελευθερία μας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά η νίκη επί του εσωτερικού μας φόβου –μια αλήθεια που η ίδια υπηρετεί με το πνεύμα και τη στάση ζωής της. 
Η Μαρία εξοφλεί ένα βαθύ πνευματικό χρέος δικαιοσύνης προς τον Μάνο Ελευθερίου. Τον ανέδειξε όχι απλώς ως έναν σπουδαίο στιχουργό, αλλά ως τον Άρχοντα των Ταπεινών και του περιθωρίου, που πραγματικά υπήρξε. 
Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που συνέδεσε την αγιότητα με την απλότητα της καθημερινής ζωής, με τα καφενεία και τα ξωκλήσια, αποδεικνύοντας ότι η ματιά της μπορεί να ανακαλύπτει το ιερό μέσα στο καθημερινό. Λειτούργησε ως ένας «παλμογράφος» της σκέψης του Μάνου, μεταφέροντας με ακρίβεια και ευαισθησία τον καημό του ποιητή για τον «όλο άνθρωπο». Ο αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς για τον Ελευθερίου, αλλά «ταξιδεύει» μαζί του προς την αυτογνωσία. 
Μας φανέρωσε ότι ο Μάνος είναι «ψωμί και βροχή» για την ψυχή μας, περνώντας τον λόγο του μέσα από το δικό της φίλτρο: μια καρδιά που πάλλεται για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Στο πρόσωπό της βρίσκουμε την αυθεντική ερμηνεύτρια, που ανασύρει στην επιφάνεια το καθολικό πνευματικό οικοδόμημα του Ελευθερίου, αποκαλύπτοντας τις πτυχές εκείνες που παραμένουν κρυμμένες πίσω από τη λάμψη των στίχων του. 


Η Μαρία μεταμορφώνει τον τόπο της φθαρτής μας οδύνης στην ουτοπία ενός ανέσπερου φωτός, αποδεικνύοντας πως το έργο του Μάνου δεν είναι απλώς ιστορία, αλλά μια αέναη άνοιξη της ψυχής. Μας υπενθυμίζει ότι ο τόπος που μας πληγώνει συναντά την ουτοπία που μας λυτρώνει, γιατί ο Παράδεισος αναπνέει εκεί όπου η αγάπη ορθώνει ανάστημα απέναντι στον θάνατο. 
Αγαπημένη μου Μαρία Νεφέλη, 
Είσαι η ζωντανή απόδειξη ότι η Θεολογία, όταν συναντά την Τέχνη και την αληθινή Αγάπη, μεταμορφώνεται σε Ανάσταση. Σε ευχαριστώ που έγινες η γέφυρα για να φτάσει το μεγαλείο του Μάνου στις καρδιές μας, γιατί δεν έγραψες απλώς για τον Μάνο Ελευθερίου, αλλά τον «ανέστησες» μέσα μας, κάνοντάς μας να αισθανθούμε πως κάθε μας στιγμή είναι ένα ατόφιο κομμάτι αιωνιότητας.
Σε ευχαριστώ που υπάρχεις και που δημιουργείς. Που λειτούργησες ως «Μυροφόρος των λέξεων» και μας προτρέπεις να βλέπουμε «ολάκερο τον Θεό μέσα στην ευωδία ενός λουλουδιού». Που με τη σκέψη σου μας επιτρέπεις να «αναπνέουμε Παράδεισο» και που μας θυμίζεις πως, όσο υπάρχει η δική σου φωνή, τίποτα αληθινό δεν πρόκειται να σβήσει. Δεν αφήνεις κανέναν «ανέστιο». 
Είσαι η «διαλεγμένη» γιατί κατάφερες να αποδείξεις πως η αγάπη είναι η μόνη κραταιά δύναμη που νικά τον θάνατο. Και το έκανες με μια σεμνότητα που θα έκανε τον Μάνο να χαμογελάει από των αγγέλων τα μπουζούκια, βλέποντας πως το «νήμα της ζωής» του βρίσκεται σε χέρια τόσο άξια και τόσο καθαρά και προτρέποντάς μας να πάρουμε μαζί μας το μόνο εφόδιο που έχει πραγματική αξία, όπως ο ίδιος ο Μάνος είπε, αφήνοντας μας την πιο ιερή του παρακαταθήκη: «Τώρα που θα φύγεις, πάρε μαζί σου και τον Χριστό».


Ανοιχτή Επιστολή στον Μάνο Ελευθερίου 
«Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού» 
Τη νύχτα της Ανάστασης ελευθερώνονται, λένε, οι ψυχές. Είναι η νύχτα που κοιτάμε λιγάκι πιο ψηλά για να συναντηθούμε και πάλι με τους αγαπημένους. Απόψε σε θυμήθηκα Μάνο. Που άναβες εκείνο το καντηλάκι κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Που θυμιάτιζες τον αέρα. Που έσκυβες ευλαβικά την κεφαλή την ποιητική στη θέα του Επιταφίου. Που γνώριζες τους Ψαλμούς καλύτερα από εμένα. Κι ας είμαι θεολόγος. 
Εσύ Μάνο πηγαινοερχόσουν στων αγγέλων τα τάγματα, γιατί πιο γήινος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Στην Άβυσσο κατέβαινες, να συναντάς στον Άδη τις αλύτρωτες ψυχές. Γιατί πιο ουράνιος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Βλέπεις οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως για ν’ αγγίξεις τον ουρανό, οφείλεις πρώτα να γευτείς τη γη. 
Γεννήθηκες στις 12 του Μάρτη για να μην πεθάνεις ποτέ. Στην αγαπημένη τη Σύρο των ανέμων και των νεοκλασικών, του θεάτρου και των προσφύγων της Ανατολής, των αρχοντικών και των καπηλειών. Είδες τις γειτονιές ν’ ανάβουν τις φωτιές, τα πρόσωπα να πορφυρίζουν απ’ της γιορτής την έκσταση, έζησες της στέρησης την αδικία, τη βία της φτώχιας, μα και την ευλογία, χτύπησες πόρτες σφαλιστές κι άλλες τις άνοιξες διάπλατα, μπήκες ενήλικος με δέος σε σπίτια μυθικά, για να θυμηθείς την ηλικία την παιδική της ανάμνησης που μύριζε ανθισμένες λεμονιές και χρυσάνθεμα. 
Όταν έγραφα το βιβλίο μου για σένα δεν ήμουν μόνη. Η αύρα σου μύρωνε τον αέρα. Εκείνες τις ατελείωτες νύχτες της αγρύπνιας σαν να σε άκουγα: «Βρε κορίτσι, μην ασχολείσαι μαζί μου. Πήγαινε να πιεις κάνα ποτό με την παρέα σου. Οι φίλοι μας είναι η αληθινή περιουσία μας». Ήξερες καλά από φίλους. Χάρηκες την κοινωνία των προσώπων τους. Μοιράστηκες μαζί τους την αγωνία σου. Απόψε, Μάνο, ήλθαν οι φίλοι σου. Σε γνωρίζουν καλά κι ας μην έτυχε ποτέ να συναντηθείτε. 
Και συναντήθηκα και πάλι με τα τραγούδια σου που είναι ανάσες του Θεού στον λυγμό του ανθρώπου. Οξυγόνο μέσα στην ασφυξία του. Αντίσταση του έρωτα σε ό,τι ανέραστο. Μάχη της μνήμης με τη λήθη. Φως εκ Φωτός. Γέννησες και μας χάρισες ένα σύμπαν. Κι ας εύρισκαν τα λόγια σου πολλές φορές «ώτα μη ακουόντων». Έκανες τον τόπο, ουτοπία. Γιατί στο σύμπαν το δικό σου κανείς δεν μένει ασκεπής. Οι ανέστιοι αποκτούν εστία, οι απόκληροι βρίσκουν μια μεγάλη αγκαλιά και όσοι δεν αγαπήθηκαν, βιώνουν την αγάπη που ποτέ δεν έζησαν. Κάθε κακό παύει, κάθε αδικία αποκαθίσταται. Οι ηττημένοι νικούν. Όλοι και όλα καθαγιάζονται. 


Μάνο χρονοποιέ, της μνήμης τρυγητή και των ψυχών μας υπερασπιστή, της συνείδησής μας φωνή και των στιγμών μας μεθυστή. Μάνο θαυματοποιέ, τώρα σ’ έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Όσο η βαρβαρότητα θα παρελαύνει με θρασύτητα στις λεωφόρους του κόσμου, τα μαλαματένια σου λόγια θα γίνονται ξόρκι στο κακό και φως ανέσπερο που θα διαλύει κάθε σκοτάδι που απειλεί να μας πνίξει από παντού. Είτε ως Άμλετ της Σελήνης, είτε Ντυμένος Άμλετ στη βροχή, είτε ως πατέρας του Άμλετ, θ’ αποκαλύπτεις τα προσωπεία μας, θα κουβαλάς το βάρος όλου του κόσμου και θα υπερασπίζεσαι το αίμα των αθώων που λέρωσε τον ουρανό. 
Αλλά το αύριο πώς θα ’ρθει ποιητή μέσα στο αίμα; Πάψαμε να πιστεύουμε στον Θεό, γιατί πάψαμε ν’ αγαπάμε τον άνθρωπο. Κι όμως, οι πασχαλιές ανθίζουν στη γη. Έαρ εσταυρωμένο, για τούτο και αναστάσιμο. «Ο Άδης επικράνθη». Μάρτυρας του Φωτός κι εσύ να διακηρύττεις την αλήθεια. Ανάσταση θα πει πως τίποτα δεν τελειώνει. Όλοι και όλα ξαναγεννιούνται από την αρχή. Mεταμορφωμένα, υπέροχα, ακέραια. 
Κοίτα Μάνο, η Άνοιξη είναι παρούσα. Η Ανάσταση ήλθε στη σταυρωμένη Καισαριανή. Είδαμε τα πρόσωπά τους. Εκείνα που εσύ έκανες αθάνατα. Γίναμε μάρτυρες της ένδοξης τραγωδίας. Πόσο ανυπότακτοι πορεύονται προς τον θάνατο, σαν σε γιορτή. Θα έγραφες και πάλι για εκείνους. Θα έγραφες και για τους άλλους που βρισκόταν πέρα από τον φράχτη και ύψωναν το δάχτυλο δίχως πρόσωπο. Θα έγραφες για όλους εκείνους που προσκυνούν τα ιερά και τα όσια της ζωής. Στο δικό σου αγιολόγιο όλοι αναπνέουν και οι πόρτες του Παραδείσου ορθάνοιχτες. Όλα τα χωρά η Ποίησή σου.
Μυροφόρα απόψε η νυχτιά. Το έαρ το γλυκύτατο κυρίαρχο παντού. Σαν τελετάρχης θα φορέσεις αργά τα ρούχα σου και θα τοποθετήσεις το δικό σου λιθαράκι σε ό,τι γκρεμίζουν οι βομβαρδισμοί και η αθλιότητα, θ’ ανάψεις ένα κεράκι να φωτίσεις την άβυσσο και να συντροφεύσεις κάθε άνθρωπο που διψά για λίγο ουρανό. Με την Ποίησή σου να κυοφορεί για πάντα την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο, την άνοιξη της ύπαρξης που θριαμβεύει ως νικηφόρα αγάπη που όλα τα μπορεί. Ένας κόσμος που δεν πεθαίνει ποτέ, γιατί η ομορφιά νικά πάντοτε. 
Μάνο δεν σε συνάντησα ποτέ από κοντά. Δεν ήπιαμε μαζί έναν καφέ. Δεν ακούμπησε το πρόσωπό μου το διαπεραστικό σου βλέμμα, ούτε το αινιγματικό σου μειδίαμα γέννησε μέσα μου την αμφιβολία: άραγε τώρα αστειεύεται ή μιλά σοβαρά; Τι σημασία έχει στ’ αλήθεια; Κάθε μέρα, κάθε στιγμή σ’ αισθάνομαι, σε νιώθω κοντά μου. Ακούω τα τραγούδια σου. Διαβάζω τον λόγο της αλήθειας σου. Μιλώ για σένα στους μαθητές μου. Το ξέρω. Εμπόδιο κανένα δεν υπάρχει μπροστά στη θέληση του ανθρώπου. Χώρος δεν υπάρχει στη Χώρα του Αχωρήτου. Χρόνος δεν υπάρχει μπροστά στην αιωνιότητα. Θάνατος δεν υπάρχει μπροστά στην αγάπη. Υπάρχεις εσύ. Το ξέρω πως μ’ ακούς. 
Στον Άδη τώρα σεργιανώντας, προσδοκάς Ανάσταση νεκρών. Τα χέρια σου μυρίζουν μοσκοκάρφι. Σκέπασε τους άστεγους και της πολιτείας τα αδέσποτα, με τα χερουβικά φτερά σου. Αρχάγγελε εσύ, απόστησον, φυγάδευσον του Άδου την ισχύ. Στέκεις τώρα νέος, ακέραιος και όμορφος στην άκρη του χρόνου. Στην άπειρη την αγκαλιά του σύμπαντος αναπνέεις. Θα σε ξανάβρω στους μαλαματένιους μπαξέδες του Παραδείσου Μάνο. Και θα ’ναι μια μέρα λουσμένη στο φως. Και δεν θα υπάρχει ούτε λύπη, ούτε πόνος, ούτε στεναγμός, αλλά χαρά ατελεύτητος. 
Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου 
Θεσσαλονίκη, Ζώγια 18 Απριλίου 2026.


Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΑΛΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ


Δημήτρης Μπαλτᾶς, Γιά τόν Μιχαήλ Μπακούνιν. 150 χρόνια ἀπό τόν θάνατό του, Ἐκδόσεις Ἀθάνωρ, Ἀθήνα 2026, σελ. 63 
Στὸν παρόντα τόμο ἔχουν συγκεντρωθεῖ ἄρθρα μου ἀφιερωμένα στὴν ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Ρώσου φιλοσόφου καὶ ἐπαναστάτη Μιχαήλ Μπακούνιν (1814-1876). Ἡ ἔκδοση τῆς μικρῆς αὐτῆς συλλογῆς συμπίπτει μὲ τὴν συμπλήρωση 150 ἐτῶν ἀπὸ τὸν θάνατό του. 
Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ παρόντος τόμου ἐπιγράφεται «Μ. Μπακούνιν καὶ Π. Κροπότκιν. Ὄψεις τῆς ἀναρχικῆς θεωρίας». Εὐθὺς ἀμέσως παρατίθεται ἡ ρουμανικὴ μετάφρασή του «Aspecte ale teoriei anarhismului în Rusia secolului al XIX-lea» ποὺ εἶχε παρουσιασθεῖ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν διαδικτυακὴ ἱστοσελίδα «Πεμπτουσία». 
Ἐν συνεχείᾳ ὁ γράφων παρουσιάζει τὴν γαλλικὴ ἔκδοση τῆς «Ἐξομολόγησης» τοῦ Μπακούνιν, μὲ εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια τοῦ ἐπιμελητῆ αὐτῆς τῆς ἔκδοσης. Γιὰ τὴν ἱστορία, νὰ σημειώσω ἐδῶ ὅτι ἐπανεκδίδεται ἡ παλαιότερη (1932) μετάφραση τοῦ κειμένου. Ἡ παρουσίαση τῆς σύγχρονης γαλλικῆς ἔκδοσης δημοσιεύεται ἐδῶ γιὰ πρώτη φορά. 
Ἀκολουθεῖ ἕνα ἐκτενὲς κείμενό μου ἐπιγραφόμενο «Ἀναφορὰ στὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Μπακούνιν», τὸ ὁποῖο εἶχε τότε συντεθεῖ μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ σπουδαίου Ρώσσου φιλοσόφου καὶ ἀγωνιστή. 
Ὁ τόμος ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ σύντομο μελέτημα τοῦ γράφοντος «Σλάβοι, Βαλκάνια καί Ἑλλάδα στὴν σκέψη τοῦ Μιχαήλ Μπακούνιν».

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Élie Reclus: Η αρχή της εξουσίας - Θρησκευτικό-φιλοσοφικό δοκίμιο


Élie Reclus, Η αρχή της εξουσίας. Θρησκευτικό-φιλοσοφικό δοκίμιο, εἰσαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Δημήτρης Μπαλτάς, εκδόσεις Firebrand, Αθήνα 2026, σελ. 55 
Στον παρόντα τόμο παρουσιάζεται σε ελληνική μετάφραση ένα ιστορικό κείμενο: Η διατριβή που υποστήριξε ο Ελί Ρεκλύ (Élie Reclus) στο τμήμα Προτεσταντικής Θεολογίας του Στρασβούργου, στις 28 Ιουλίου του 1851. Μάλιστα πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του συγκεκριμένου συγγραφέα πού μεταφράζεται στα ελληνικά. 
Η διατριβή του Ελί Ρεκλύ προσεγγίζει και αποτιμά την έννοια της εξουσίας, της απόλυτης και της σχετικής, όπως και της ελευθερίας, τόσο σε θεολογικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. «Σε όλες τις εποχές μετασχηματισμών, το ζήτημα της εξουσίας και της ελευθερίας συζητείται ολοένα και ζωηρότερα. Κάθε φορά που μια νέα ιδέα εισάγεται στην ανθρωπότητα, αυτοί που φοβούνται τη σταματάνε στον δρόμο και της λένε: Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ζήσεις; Νon licet esse vos, έλεγαν οι επίσημοι στον νεογέννητο χριστιανισμό», γράφει στον Πρόλογό του ο συγγραφέας. 
Και επειδή η πραγματικότητα δείχνει ότι «όλοι λατρεύουν τον δεσποτισμό, εκτός από κάποιους ανθρώπους της επιθυμίας και της αγάπης που χάνονται εδώ κι εκεί», μπορεί να κατανοήσει κανείς την άποψη του Ελί Ρεκλύ ότι «λίγο ενδιαφέρει την εξουσία αν εσύ την αποδέχεσαι ή όχι. Η εξουσία αγνοεί την υπακοή σου, όπως και την εξέγερσή σου. Αλλά, αν τον αψηφήσεις, ο νόμος θα επικρατήσει, δηλαδή θα συντριβείς και θα μάθεις το δίκιο της σπάθας και τη λογική του μυδραλίου». 
Απέναντι στην καταπιεστική εξουσία η οποία «αρνείται στον άνθρωπο κάθε ελευθερία, κάθε λογική και κάθε συνείδηση», ο Ελί Ρεκλύ προβάλλει, χρησιμοποιώντας πολλά παραδείγματα, την εξέγερση/επανάσταση αυτών που καταπιέζονται. 
Αν και δεν θα χρησιμοποιήσει στο κείμενο της διατριβής του τους όρους «αναρχισμός» ή «αναρχία», ο Ελί Ρεκλύ σταδιακά θα μεταβεί «από τον προτεσταντισμό στον αναρχισμό», όπως φαίνεται από τη συνέχεια της ζωής του και την εξέλιξη της σκέψης του. Έτσι δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως «μετριοπαθούς αναρχικού» που του έχει αποδοθεί.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ "Ο ΠΛΟΥΣ" ΤΟΥ ΡΕΝΟΥ - ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΑΥΛΑΚΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ Ν. ΨΥΧΙΚΟΥ (ΒΙΝΤΕΟ)


Το Σάββατο 4 Απριλίου 2026 στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού οι Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ παρουσίασαν το βιβλίο  «Ο Πλους, Μία συζήτηση για την ζωή και τον θάνατο» του Ρένου – Νεκτάριου Παυλάκη,  
Για το βιβλίο μίλησαν οι: 
- Αιδεσιμ. Πρωτοπρεσβύτερος π. Παναγιώτης Χαβάτζας, πτυχ. Θεολογίας, ΕΚΠΑ, πτυχ. Νομικής ΕΚΠΑ, Εφημέριος Ιερού Ναού Αγ. Γεωργίου Κυψέλης 
- Ιωάννης Σκέλλας, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, πτυχ. Φυσικής, Δρ. Βιοφυσικής 
- Ο συγγραφέας του βιβλίου Ρένος – Νεκτάριος Παυλάκης. 
Την εκδήλωση χαιρέτισε ο Πανοσ. Αρχιμανδρίτης π. Μιχαήλ Σταθάκης και συντόνισε ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος, Θεολόγος, Μουσικός. 
Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε η εκδότρια Μαρία Κοκκίνου. 
Παραθέτουμε στη συνέχεια το βίντεο της εκδήλωσης, που επιμελήθηκε η Κατερίνα Λεονάρδου. 


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

«Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» στον Ιανό της Αθήνας


Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το βιβλίο της Μαρίας Χατζηαποστόλου «Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας» από τις εκδόσεις Μετρονόμος, στην εκδήλωση-αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου που διοργανώθηκε από την Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS, με αφορμή τα 88 χρόνια από τη γέννησή του και πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026. 
Την εκδήλωση διοργάνωσε σε συνεργασία με τον Ιανό η αδελφή του δημιουργού, Λιλή Ελευθερίου, η οποία εδώ και χρόνια με αφοσίωση και συνέπεια κρατά ζωντανή τη μνήμη και το έργο του. 
Πολλοί ήσαν οι καλλιτέχνες που προσήλθαν να τιμήσουν τη μνήμη του Μάνου Ελευθερίου, ενώ κορυφαία στιγμή της βραδιάς ήταν τα τραγούδια που ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας. 
Παραθέτουμε, στη συνέχεια, το βίντεο ολόκληρης της εκδήλωσης. 


Σκέψεις για ένα ξεχωριστό βιβλίο 
Του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη 
Και παίζανε στο τζόγο και του Θεού το λόγο… 
Μ. Ε. ‘Σόδομα’ 
Είμαι πολύ ευτυχής που γράφω δυο λόγια για ένα βιβλίο που σχετίζεται με τον Μάνο Ελευθερίου. Και μάλιστα το πρώτο του είδους. Τολμώ να πω, ότι πρόκειται για μια εξαιρετική εργασία, μια μελέτη για την ακρίβεια, ένα εκτενέστατο δοκίμιο πάνω στο έργο του. Και όταν λέμε έργο εννοούμε βέβαια όλα αυτά τα είδη Λόγου με τα οποία ασχολήθηκε ο Ελευθερίου. Ποιήματα, τραγούδια, διηγήματα, μυθιστορήματα, χρονικά, μελέτες. Αυτά και πολλά άλλα. Ετούτο αποτελεί για μένα κι ένα μεγάλο του πρώτο πλεονέκτημα. Το ότι δηλαδή η αγαπητή Μαρία Χατζηαποστόλου είχε να αναμετρηθεί με ένα σχετικά μεγάλο όγκο γραπτής ύλης, να τον τιθασεύει, να τον κατανοήσει, να τον κατηγοριοποιήσει, να επιλέξει, να τον μελετήσει προφανώς και να μας προσφέρει ένα πολύ ζουμερό βιβλίο 486 σελίδων, πυκνογραμμένο, το οποίο σίγουρα θα αποτελέσει στο μέλλον μια πρώτη βάση για μελλοντικές εργασίες και προσεγγίσεις πάνω στο έργο του αγαπημένου μας Μάνου. Ο τίτλος του μου θυμίζει μια ομοιοκαταληξία του Μάνου το τοπία-ουτοπία. Μπορώ να καταλάβω από τη διατύπωση, το πλούσιο λεξιλόγιο, τη σύνταξη και πολλές άλλες φιλολογικού τύπου λεπτομέρειες, ότι πρέπει να αναθεωρήθηκε η γραφή πολλές φορές και η συγγραφέας να το ‘παίδεψε’ που λένε το πράγμα. Αξίζει ένα δεύτερο εύγε για αυτό. Έτσι ήταν και ο Μάνος. Παλεύει με τις λέξεις –έγραψε κάποτε ως πρώτο ποίημα μιας συλλογής του– όπως οι άρρωστοι με τα σεντόνια τους. Και τις μαζεύει από τους δρόμους αποτσίγαρα…
Ένα δεύτερο στοιχείο που αξίζει να επισημάνω είναι η διάρθρωση αυτού του βιβλίου και το ύφος του. Η γραφή του θυμίζει έναν εσωτερικό μονόλογο σα να απευθύνεται συχνά στον ίδιο τον ποιητή. Σαν ένα διάλογο δηλαδή μαζί του, σαν τα λόγια που θα ήθελε η Μαρία να του πει και δεν πρόλαβε. Έχει δηλαδή ένα εξομολογητικό ύφος. Χωρίζεται σε 8 μέρη, σε ενότητες αρκετά μεγάλες και αναλυτικές, οι οποίες βέβαια περιέχουν και επιμέρους κατηγοριοποιήσεις ενσωματωμένες. Στήνεται δε, ακόμα και λεκτικά, με έναν αντίστοιχο τρόπο που θυμίζει το πώς αξιοποιεί ο Ελύτης την εκκλησιαστική παράδοση. Διόλου τυχαίο βέβαια αν γνωρίζει κάποιος και μια από τις εξειδικευμένες σπουδές και ιδιότητες της Μαρίας. Θέλω να πω, πως αναδεικνύει μια πλευρά Θεολογικού τύπου, είτε σε λεκτικό, –όταν ονομάζει στην εισαγωγή της το κεφάλαιο Εισοδικόν– είτε στο ουσιαστικότερο για μένα, όταν στέκεται σε θέματα και μοτίβα του έργου του που σχετίζονται ποικιλότροπα με την εκκλησιαστική παράδοση. Αναφέρομαι π.χ. στα κεφάλαια με τους εύγλωττους τίτλους Η παντοδυναμία και ο κόσμος των αγγέλων, ή, το Η περί Χριστού σκέψη. Με άλλα λόγια, μελετά εμπεριστατωμένα τη στιχουργική του Ελευθερίου, αλλά και μια κοσμοθεωρία του ίδιου που αντλεί, εμπνέεται, αξιοποιεί όλον αυτόν τον κόσμο της εκκλησιαστικής Παράδοσης. Δεν είναι τόσο περιοριστικό όσο ακούγεται. 
Ξέρω καλά –το βλέπεις άλλωστε αυτό ξεκάθαρα στο έργο του Ελευθερίου– πως η πλούσια παράδοσή μας βρίσκεται καλά χωνεμένη μέσα στο έργο του, σε κάθε στίχο και λέξη, σε κάθε ανάσα, εικόνα ή αφήγηση. Συμβαίνει αυτό συχνά στους δημιουργούς, και όσο γυρίζουμε πίσω στις δεκαετίες αυτό είναι πιο έντονο. Σήμερα πολύ εύκολα γράφει κάποιος, χωρίς να έχει ίσως καθόλου διαβάσματα, υπόβαθρο, ή μια σπουδή που λέμε σε ότι προηγήθηκε. Αυτό όμως είναι και απαραίτητο και αυτονόητο για ένα καλό αποτέλεσμα. Σκεφτείτε ότι ο Ελευθερίου άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του μετά τα 50 του! 
Ήδη είμαστε σε επικοινωνία από το 2001, με είχε γνωρίσει σ’ αυτόν η Λήδα η Παναγιωτοπούλου η οποία του είχε κάνει ένα αφιέρωμα στις σχολές Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου και μου είχε ζητήσει να μιλήσω γι’ αυτόν, θα της το ΧΡΩΣΤΩ πάντα. Τότε δεν είχε βγει βέβαια Ο καιρός των χρυσανθέμων και ήταν μια εποχή που ο ίδιος ήταν σα να μην υπήρχε πουθενά. Θυμάμαι ούτε φωτογραφίες του μπορούσαμε να βρούμε καλά καλά, ούτε συνεντεύξεις, σχεδόν τίποτα. Αυτό βέβαια άλλαξε μετά σταδιακά. 
Λέγαμε για την Παράδοση. Θυμάμαι στο διεθνές συνέδριο για τον Γκάτσο βρεθήκαμε δίπλα δίπλα στους ομιλητές. Είχε λοιπόν αναφέρει τότε έναν στίχο από δημοτικό τραγούδι τρομερής υπερρεαλιστικής τόλμης και υπέρβασης και μιλούσε για αυτόν δύο λεπτά στο κοινό εντυπωσιασμένος. Στο βιβλίο λοιπόν εδώ η Μαρία φωτίζει αυτή την πηγή ας πούμε έμπνευσης του Ελευθερίου, που τον γοητεύει. Οι άγγελοι που περιδιαβαίνουν στον κόσμο μας, ο Διάβολος που παίρνει τη μορφή του φονιά και του ληστή, του καταδότη ή του βασανιστή, τα Ιερά κείμενα και η Αποκάλυψη που ζούμε σήμερα μέσα από τους πολέμους και το αίμα που μας περικυκλώνει από παντού. Όλα είναι εκεί μέσα στο έργο του. Έναν ευαίσθητο άνθρωπο όλα ετούτα τον απασχολούν και τα αποτυπώνει όταν μπορεί ως Προφήτης, Σηματωρός και Κήρυκας. Πάντα με πόνο. Γιατί τα κείμενα του Μάνου έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Είναι σκληρά, διαπραγματεύονται το Άδικο και το Αίμα, όσο και να προσπαθούν να το εξωραΐσουν, να το καταλάβουν, ή να το αλαφρύνουν. To έγραψε εξάλλου κι ο ίδιος στο οριακό τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά, είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά. 


Το αρρώστια και γιατρειά εξάλλου αποτελεί ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο του βιβλίου. Το ζήτημα αυτό τον απασχόλησε πολύ και χαίρομαι που εδώ έχουμε μια σπουδαία εξερεύνηση του θέματος από τη Μαρία. Εξερεύνηση που όπως σας είπα παραπάνω προεκτείνεται σε όλο του το έργο, από κάτι που θα σταχυολογήσει μέσα από ένα παραμύθι του (άλλος τομέας αυτός μεγάλος η γραφή του για παιδιά τον οποίο ελπίζω κάποτε ένας ταλαντούχος διδάκτορας του Παιδαγωγικού τμήματος να ερευνήσει χωριστά) ή ακόμα και μέσα από μια μικρή του σημείωση, όταν ας πούμε η συγγραφέας στη σελίδα 260 ανασύρει από ένα απόσπασμα ημερολογίου του Ελευθερίου μια σκέψη του για τον αγαπημένο του Παλαμά. Ο Παλαμάς τις τελευταίες ώρες της ζωής του παραμιλούσε ζητώντας από τη μητέρα του τη σάκα του για να πάει σχολείο. Με σκοτώνει κάτι τέτοιο. Με σκοτώνει σημείωνε ο Μάνος. Το ίδιο ακριβώς θυμάμαι αντίστοιχα είχα διαβάσει να είχε γράψει για τον σπουδαίο Δημήτρη Λάγιο που έφυγε τόσο νωρίς. Κάτι σαν δε το θυμάμαι ακριβώς δεν άντεξα να πάω στο νοσοκομείο για να μην αντικρίσω το γκρέμισμα του σώματός του. Θυμάμαι τώρα ότι αυτή η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει γκρέμισμα με είχε στοιχειώσει καιρό και τη σκεφτόμουνα και επιβεβαίωνα για άλλη μια φορά πόσο ένας σπουδαίος ποιητής, γιατί ένας αληθινός ποιητής ήταν στην ουσία ο Ελευθερίου, μπορεί με μία μόνο λέξη, την κατάλληλη να συμπυκνώσει πάρα πολλά. Η Μαρία λοιπόν σκιαγραφεί με κάποιον τρόπο, τον ιδανικό κι αγαπημένο του Καβάφη, τη μορφή αυτού του ανθρώπου για τους επόμενους. Πως θα τον περιέγραφε άραγε σε κάποιον που δεν έχει ακούσει τίποτα για αυτόν και με τι θα του πρότεινε να αρχίσει να τον γνωρίζει, με ένα τραγούδι ίσως, ένα διήγημα, ένα παραμύθι ή κάτι άλλο; 
Στο κεφάλαιο τώρα που επιγράφεται Η ανθρωπολογική διάσταση και ο αγιασμός των πραγμάτων όπως υποδηλώνεται στον τίτλο η Μαρία στέκεται –να το πω λίγο σχηματικά και απλουστευμένα– σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της γραφής του Ελευθερίου, το πώς επικεντρώνεται ο δημιουργός στον Άνθρωπο με Α κεφαλαίο βέβαια, τα Πάθη και τις Δόξες του, όλα με κεφαλαίο. Και όταν ανέφερα παραπάνω για υποενότητες εγκιβωτισμένες μέσα στα κεφάλαια, εδώ ας πούμε μπορεί να δούμε σε πολλές σελίδες να αναλύεται η εμμονή του ποιητή για την τραγική μορφή του Άμλετ στην οποία επανέρχεται συνέχεια σε διαφορετικά κείμενά του, αφού όπως γνωρίζουμε το Θέατρο είναι ένας χώρος που τον γοητεύει και στον οποίο κινείται διαρκώς. Πέρα από τα αιώνιο ερώτημα που απασχολεί τον ήρωα του Σαίξπηρ ή τους αρχαίους τραγικούς –και τον Ελευθερίου κατά προέκταση– όταν μιλάμε δηλαδή για τις κορυφογραμμές, εξίσου, αν όχι πιο πολύ, αναγνωρίζουμε εδώ, μέσα από τις επισημάνσεις της Μαρίας, πόσο γέρνουν πιο πολύ στη ζυγαριά (αγαπημένη λέξη του αυτή) οι δραματικοί ανώνυμοι ή επώνυμοι ήρωες της μυθολογίας του που είναι εκατοντάδες αλλά συμπυκνώνονται σε πρόσωπα κλειδιά. Να, εδώ ας πούμε χρειάζεται πάντα για μένα σε βιβλία τόσο ενδιαφέροντα και αναλυτικά ένα ευρετήριο ονομάτων. 
Αναφέρθηκαν πριν οι μορφές μιας προσωπικής μυθολογίας, ο Άνθρωπος και πρόσωπα κλειδιά. Πολλά από αυτά τα πρόσωπα μέσα από τα κείμενα τους παρατίθενται στη φοβερή εισαγωγή του Νοητού Λύκου και δίπλα τους θα βάλουμε ξεπεσμένους ηθοποιούς από μπουλούκια, τον ανώνυμο θαμώνα ενός μπαρ ή καφενείου με την ερωτική του Ιστορία που θα μας την διηγηθεί όταν τυχαία καθίσουμε πλάι του, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρυωτάκη –που λάτρευε– πλάι σε μια ράφτρα στην Κοκκινιά ή τον Σταμάτη Κομνηνό, τον Κάφκα πλάι στον Βαγγέλη Γιακουμάκη. Η λίστα αυτή βέβαια είναι τεράστια. 
Δε θυμάμαι πολλούς τα τελευταία χρόνια να τόλμησαν τόσο ξεκάθαρα, αλλά και τόσο ποιητικά να αποτυπώσουν σε στίχους ένα τόσο τραγικό γεγονός όπως τον άδικο χαμό αυτού του αγοριού στο κελί μιας φυλακής. Ο Ελευθερίου, πέρα από μια μεγάλη ενσυναίσθηση, που τη φέρνει στο φως αυτό το βιβλίο, παρέμεινε πάντα, ως το τέλος ένας δημιουργός με πολιτική θέαση των πραγμάτων, σε καιρούς απολιτικούς συχνά, αδιάφορους, γεμάτους μίσος και κραυγές. Νομίζω σήμερα, αν ήταν εδώ, θα ήταν ακόμα πιο πικραμένος. Τα κατέγραψε λοιπόν όλα αυτά, με φόντο πάντα τον ανώνυμο ήρωα που θα θυσιαστεί, ταπεινό και καταφρονεμένο και βασανισμένο όπως ο Ιησούς, μεγαλειώδη όμως μέσα στη μοναξιά του στα μάτια μας. Χαίρομαι που η Μαρία πολύ αποτελεσματικά αναδεικνύει και αναψηλαφεί αυτό το μοτίβο μέσα στη γραφή του Μάνου. Και το κάνει πολύ καλά. Και δω αναρωτιέμαι πάλι κάτι. Όλη αυτή η χρόνια ενασχόληση με τα κείμενα του Μάνου αν της προσέδωσε κάποια μικρή μελαγχολία ή απογοήτευση. Και το γράφω αυτό γιατί τα θέματα που αγγίζει ο Ελευθερίου πονάνε, στεναχωρούν, εξοργίζουν ίσως. Πώς αντιμετώπισε κάτι τέτοιο μέσα της; Υπήρξε; 


Δε θέλω να σας κουράσω με περαιτέρω αναλύσεις, το βιβλίο αυτό είναι ό,τι πρέπει για μια εισαγωγή ας πούμε στον πλούσιο κόσμο του Μάνου Ελευθερίου. Χαίρομαι πολύ που υπάρχει. Χάρηκα ακόμα πιο πολύ όταν μου το πρωτοείπε ο Θανάσης Συλιβός του Μετρονόμου ότι θα το βγάλει. Χάρηκα διπλά όταν το είδα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου πλάι στο δικό μου για τον αγαπημένο του Γκάτσο. Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Γκάτσο και του το είχα πάει, κάποια στιγμή –σε ανύποπτο χρόνο– με το γνωστό του περιπαικτικό ύφος μου είχε πετάξει κάτι σαν άντε τελείωνε με τον Γκάτσο να ασχοληθείς και με κανέναν άλλο. Του είχα πει βέβαια ότι ήθελα να κάνω κάτι για τον ίδιο και το εννοούσα, και δεν αποκλείεται στο μέλλον κάτι να γραφτεί από εμένα επικεντρωμένο σε έναν άλλο τομέα. 
Όμως με κάποιο μεταφυσικό τρόπο θεωρώ ότι είναι και δικό μου αυτό το βιβλίο, αφού βέβαια η Μαρία γράφει και αναλύει με ένα τρόπο που μου είναι πολύ οικείος και γνώριμος, ενώ συμφωνώ απόλυτα επίσης με τα συμπεράσματά της. Και τίποτα άλλο να μη γραφτεί για τον αγαπημένο μας Μάνο αυτό το βιβλίο είναι αρκετό. Θα γραφτεί όμως πιστεύω στο μέλλον και η βιβλιογραφία του θα εμπλουτίζεται ολοένα. Το έργο του είναι εκεί ‘προς ανακάλυψιν’. Είμαι δε, σίγουρος, ότι αν παρακολουθούσε ο Μάνος ή διάβαζε το τελικό κείμενο με τη γνωστή του ταπεινότητα θα της έλεγε συνέχεια (για να βρεθούμε λίγο και στο κλίμα του βιβλίου): Αχ, Μαρία μου σταμάτα πια να με αγιοποιείς, αυτό είναι ελάττωμα, δεν είμαι αυτό που παρουσιάζεις, δεν είμαι πια και τόσο σπουδαίος όσο γράφεις, ούτε έγραψα πια και τίποτα τόσο φοβερό. Άλλοι το έκαναν αυτό. Γι’ αυτούς να γράψεις! 
Τέλος, δε μπορώ να μην πω κι ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπητή αδερφή του. Για τον διακριτικό και ευγενή τρόπο που διαχειρίζεται το έργο του, για τη βοήθεια που ξέρω πρόσφερε ποικιλότροπα ώστε να βγει αυτό το βιβλίο, για τα υπέροχα κείμενα εκτός εμπορίου που μας εφοδιάζει και που κάποτε ελπίζω να συγκεντρωθούν κάπου. Και για κάτι άλλο που μου χάρισε. 
Y. Γ. Ο Ελευθερίου κάποτε με πήρε μετά από ένα χρόνο αργά το βράδυ (του είχα αφήσει το χειρόγραφό μου να το διαβάσει και να μου κάνει επισημάνσεις –τον ενδιέφερε πολύ–) και αναφώνησε μια φράση: Το διάβασα ΟΛΟ! Λίγες μέρες μετά στο σπίτι του μού έδειχνε κάποιες σημειώσεις που είχε κάνει σε ορισμένα σημεία και μου έδωσε άλλο ένα μάθημα χωρίς να το θέλει. Εδώ προσπαθείς να κάνεις αγιογραφία, δεν ήταν έτσι, πρέπει να στέκεσαι και στις αδύναμες στιγμές, δεν ήταν όλα τόσο ιδανικά. Υπήρξαν πολλές αδυναμίες όπως σε όλους μας. Δεν κατάφερα, ομολογώ, να εφαρμόσω απόλυτα ΑΥΤΗ την επισήμανσή του. Αλλά την έλαβα υπόψη. Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί ΑΝ έχει μια μικρή αχίλλειο πτέρνα το βιβλίο της αγαπητής Μαρίας είναι το ότι η μεγάλη της αγάπη για τον Ελευθερίου ‘σκιάζει’ κάποτε τις αδυναμίες. Αλλά την καταλαβαίνω απόλυτα. Και δε θα ήθελα να άλλαζε λέξη.


Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου 
Αθήνα, Ιανός, 12 Μαρτίου 2026.
Ανοιχτή Επιστολή στον Μάνο Ελευθερίου 
Κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια… Θεοφάνους Ομολογητού, Γρηγορίου Διαλόγου, Συμεών του Νέου Θεολόγου και Συμεών του Ευλαβούς η μνήμη σήμερον. Εσύ τους γνώριζες καλύτερα από εμένα. Κι ας είμαι θεολόγος. Εσύ Μάνο πηγαινοερχόσουν στων αγγέλων τα τάγματα, γιατί πιο γήινος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Στην Άβυσσο κατέβαινες, να συναντάς στον Άδη τις αλύτρωτες ψυχές. Γιατί πιο ουράνιος από σένα δεν υπήρξε κανείς. Βλέπεις, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως για ν’ αγγίξεις τον ουρανό, οφείλεις πρώτα να γευτείς τη γη. 
Γεννήθηκες στις 12 του Μάρτη για να μην πεθάνεις ποτέ. Ογδόντα οχτώ χρόνια πριν, στην αγαπημένη τη Σύρο των ανέμων και των νεοκλασικών, του θεάτρου και των προσφύγων της Ανατολής, των αρχοντικών και των καπηλειών. Είδες τις γειτονιές ν’ ανάβουν τις φωτιές, τα πρόσωπα να πορφυρίζουν απ’ της γιορτής την έκσταση, έζησες της στέρησης την αδικία, τη βία της φτώχιας, μα και την ευλογία, χτύπησες πόρτες σφαλιστές κι άλλες τις άνοιξες διάπλατα, μπήκες ενήλικος με δέος σε σπίτια μυθικά, για να θυμηθείς την ηλικία την παιδική της ανάμνησης που μύριζε ανθισμένες λεμονιές και χρυσάνθεμα. 
Όταν έγραφα το βιβλίο μου για σένα δεν ήμουν μόνη. Η αύρα σου μύρωνε τον αέρα. Εκείνες τις ατελείωτες νύχτες της αγρύπνιας σαν να σε άκουγα: «Βρε κορίτσι, μην ασχολείσαι μαζί μου. Πήγαινε να πιεις κάνα ποτό με την παρέα σου. Οι φίλοι μας είναι η αληθινή περιουσία μας». Ήξερες καλά από φίλους. Χάρηκες την κοινωνία των προσώπων τους. Μοιράστηκες μαζί τους την αγωνία σου. Απόψε, Μάνο, ήλθαν οι φίλοι σου. Δεν με γνωρίζουν. Γνωρίζουν, όμως, εσένα. Κι αυτό αρκεί. Τώρα πια είναι και δικοί μου φίλοι. 


Και συναντήθηκα και πάλι με τα τραγούδια σου που είναι ανάσες του Θεού στον λυγμό του ανθρώπου. Οξυγόνο μέσα στην ασφυξία του. Αντίσταση του έρωτα σε ό,τι ανέραστο. Μάχη της μνήμης με τη λήθη. Φως εκ Φωτός. Γέννησες και μας χάρισες ένα σύμπαν. Κι ας εύρισκαν τα λόγια σου πολλές φορές «ώτα μη ακουόντων». Έκανες τον τόπο, ουτοπία. Γιατί στο σύμπαν το δικό σου κανείς δεν μένει ασκεπής. Οι ανέστιοι αποκτούν εστία, οι απόκληροι βρίσκουν μια μεγάλη αγκαλιά και όσοι δεν αγαπήθηκαν, βιώνουν την αγάπη που ποτέ δεν έζησαν. Κάθε κακό παύει, κάθε αδικία αποκαθίσταται. Οι ηττημένοι νικούν. Όλοι και όλα καθαγιάζονται. Μάνο χρονοποιέ, της μνήμης τρυγητή και των ψυχών μας υπερασπιστή, της συνείδησής μας φωνή και των στιγμών μας μεθυστή. 
Μάνο θαυματοποιέ, τώρα σ’ έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Όσο η βαρβαρότητα θα παρελαύνει με θρασύτητα στις λεωφόρους του κόσμου, τα μαλαματένια σου λόγια θα γίνονται ξόρκι στο κακό και φως ανέσπερο που θα διαλύει κάθε σκοτάδι που απειλεί να μας πνίξει από παντού. Είτε ως Άμλετ της Σελήνης, είτε Ντυμένος Άμλετ στη βροχή, είτε ως πατέρας του Άμλετ, θ’ αποκαλύπτεις τα προσωπεία μας, θα κουβαλάς το βάρος όλου του κόσμου και θα υπερασπίζεσαι το αίμα των αθώων που λέρωσε τον ουρανό. Αλλά το αύριο πώς θα ’ρθει ποιητή μέσα στο αίμα; 


Κοίτα Μάνο, η Άνοιξη είναι παρούσα. Η Ανάσταση ήλθε στη σταυρωμένη Καισαριανή. Είδαμε τα πρόσωπά τους. Εκείνα που εσύ έκανες αθάνατα. Γίναμε μάρτυρες της ένδοξης τραγωδίας. Πόσο ανυπότακτοι πορεύονται προς τον θάνατο, σαν σε γιορτή. Θα έγραφες και πάλι για εκείνους. Θα έγραφες και για τους άλλους που βρισκόταν πέρα από τον φράχτη και ύψωναν το δάχτυλο δίχως πρόσωπο. Θα έγραφες για όλους εκείνους που προσκυνούν τα ιερά και τα όσια της ζωής. Στο δικό σου αγιολόγιο όλοι αναπνέουν και οι πόρτες του Παραδείσου ορθάνοιχτες. Όλα τα χωρά η Ποίησή σου.
Μυροφόρα απόψε η νυχτιά. Το έαρ το γλυκύτατο κυρίαρχο παντού. Σαν τελετάρχης θα φορέσεις αργά τα ρούχα σου και θα τοποθετήσεις το δικό σου λιθαράκι σε ό,τι γκρεμίζουν οι βομβαρδισμοί και η αθλιότητα, θ’ ανάψεις ένα κεράκι να φωτίσεις την άβυσσο και να συντροφεύσεις κάθε άνθρωπο που διψά για λίγο ουρανό. Με την Ποίηση σου να κυοφορεί για πάντα την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο, την άνοιξη της ύπαρξης που θριαμβεύει ως νικηφόρα αγάπη που όλα τα μπορεί. Ένας κόσμος που δεν πεθαίνει ποτέ, γιατί η ομορφιά νικά πάντοτε. 
Μάνο δεν σε συνάντησα ποτέ από κοντά. Δεν ήπιαμε μαζί έναν καφέ. Δεν ακούμπησε το πρόσωπό μου το διαπεραστικό σου βλέμμα, ούτε το αινιγματικό σου μειδίαμα γέννησε μέσα μου την αμφιβολία: άραγε τώρα αστειεύεται ή μιλά σοβαρά; Τι σημασία έχει στ’ αλήθεια; Κάθε μέρα, κάθε στιγμή σ’ αισθάνομαι, σε νιώθω κοντά μου. Ακούω τα τραγούδια σου. Διαβάζω τον λόγο της αλήθειας σου. Μιλώ για σένα στους μαθητές μου. Το ξέρω. Εμπόδιο κανένα δεν υπάρχει μπροστά στη θέληση του ανθρώπου. Χώρος δεν υπάρχει στη Χώρα του Αχωρήτου. Χρόνος δεν υπάρχει μπροστά στην αιωνιότητα. Θάνατος δεν υπάρχει μπροστά στην αγάπη. Υπάρχεις εσύ. Το ξέρω πως μ’ ακούς. 
Στον Άδη τώρα σεργιανώντας, προσδοκάς Ανάσταση νεκρών. Τα χέρια σου μυρίζουν μοσκοκάρφι. Σκέπασε τους άστεγους και της πολιτείας τα αδέσποτα, με τα χερουβικά φτερά σου. Αρχάγγελε εσύ, απόστησον, φυγάδευσον του Άδου την ισχύ. Στέκεις τώρα νέος, ακέραιος και όμορφος στην άκρη του χρόνου. Στην άπειρη την αγκαλιά του σύμπαντος αναπνέεις. Θα σε ξανάβρω στους μαλαματένιους μπαξέδες του Παραδείσου Μάνο. Και θα ’ναι μια μέρα λουσμένη στο φως. Και δεν θα υπάρχει ούτε λύπη, ούτε πόνος, ούτε στεναγμός, αλλά χαρά ατελεύτητος. 


Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΝΩΤΗΣ "Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΓΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΕΙ"


Κείμενο του Γιάννη Λιγνάδη από την παρουσίαση του βιβλίου «Αλέξης Μινωτής «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει»», 2025, επιμ. Θ. Νιάρχου, Εκδόσεις Μετρονόμος. 
Θα μιλήσω για το νέο βιβλίο για τον Αλέξη Μινωτή, ξεκινώντας από την ανατομία του και μετά περνώντας σε μια γενικότερη θεώρηση. 
Το σώμα του βιβλίου, με γραπτά του Α. Μινωτή, πλαισιώνεται από τρία κείμενα, δύο εισαγωγικά και επιλογικό. 
Το πρώτο, σε θέση προλόγου, με τίτλο «Ο μανικός «σκαραβαίος» (δημοσιευμένο στον τόμο «Ο ηθοποιός Αλέξης Μινωτής» 1985, επιμ. Θ. Νιάρχος) είναι του Κ. Γεωργουσόπουλου. Σε αυτό ο φιλόλογος, θεατρολόγος και κριτικός διαγράφει αδρά, πλην περιεκτικά, το θεατρικό και ανθρώπινο πρόσωπο του Μινωτή, ερείδοντας την προσωπογραφία του σε προσωπικές κριτικές απόψεις διανθισμένες με ανεκδοτολογικές μαρτυρίες, αντλημένες από προσωπικές μνήμες και βιώματα από την κοινή συναναστροφή. Πρόκειται για μια γενική αποτίμηση, ένα στοιχειοθετημένο εγκώμιο, του πνευματικού αναστήματος και του ιστορικού αποτυπώματος που κατέλιπε στη θεατρική σκηνή ο μέγας του ελληνικού θεάτρου κατά το μείζον μέρος του 20ου αιώνα. 
Το δεύτερο προλογικό κείμενο, εγκωμιαστικό κι αυτό, είναι του Γιώργου Κιμούλη (πρωτοδημοσιευμένο στο περ. Η Λέξη, 2006). Ο Κιμούλης ερμηνεύει το υποκριτικό φαινόμενο «Μινωτής», μέσα από το πρίσμα του κινήματος του εξπρεσσιονισμού, όρο που μεταχειρίζεται με την καθιερωμένη στη λογοτεχνική κριτική σημασιολογία. Η εν τοις πλείστοις θεατρολογική προσέγγιση του Κιμούλη παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον ως προς το εξής: ότι το τετελεσμένο στον ιστορικό χρόνο έργο ενός κορυφαίου θεατρικού δημιουργού, επί δεκαετίες πρωταγωνιστή της ελληνικής θεατρικής Σκηνής, αποτιμάται από έναν εν ενεργεία ομότεχνό του, καταξιωμένο πρωταγωνιστή ηθοποιό, με σημαντική σκηνική πείρα και στιβαρή θεωρητική συγκρότηση. Η διαλεκτική σχέση παλαιού και νεοτέρου στην εν χρόνω εξέλιξη του θεατρικού γίγνεσθαι, οι παρακαταθήκες του πρώτου και οι οφειλές του δεύτερου, στην γενικότερη προοπτική της καλλιτεχνικής τελείωσης, έχει μοναδική αξία. Όπως λέει ο Τ.Σ. Έλιοτ, που προσφυώς παραθέτει ο Κιμούλης, «Κανείς καλλιτέχνης καμιάς τέχνης δεν έχει την ολοκληρωμένη σημασία του μόνος του. Η σημαντικότητά του, η εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της σχέσης του με τους νεκρούς καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να τον εκτιμήσεις μόνο του. Πρέπει να τον θέσεις, για σύγκριση και σε αντίθεση, ανάμεσα στους νεκρούς» (σ.23). Απ᾽ το κείμενο του Κιμούλη στέκομαι ιδιαίτερα στην περιγραφή των υποκριτικών τεχνικών του Μινωτή στην εκφορά του δραματικού λόγου (ελπίζω το απόσπασμα αυτό να είναι στα αναγνωστέα…). 
Οι δυο αυτοί πρόλογοι συνιστούν την ενότητα των «έξωθεν» μαρτυριών. Τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου (πλην κάποιων επιστολών και του επιλογικού κεφαλαίου) συγκροτούν το σώμα των «έσωθεν» μαρτυριών, που απαρτίζεται από κείμενα, γραπτά ή ομιλίες, του ίδιου του Μινωτή. Περνάω σ᾽ αυτό: 
Το πρώτο κείμενο με τίτλο «Αναφορά στην Κρήτη» (Χανιώτικα Νέα, 1973), είναι μια εξομολόγηση του Μινωτή για τις οφειλές του στη γενέθλια γη, τη Μάνα Γη της Κρήτης που του χάρισε την πρώτη πνευματική τροφή. Ο λόγος είναι για την «εσώτερη Κρήτη», το ψυχικό τοπίο και τα ανθρώπινα στοιχειά του, δηλ. τα πνευματικά αδέλφια του, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ο Καζαντζάκης και ο Πρεβελάκης. 
Στο κεφάλαιο «Η τραγωδία της Ελλάδας» (μεταφρασμένο άρθρο δημοσιευθέν στα αγγλικά σε αμερικάνικο περιοδικό το 1942), ως εθελοπρόξενος του ελληνισμού στις ΗΠΑ, ο Μινωτής περιγράφει τα πάθη και τις θυσίες του τραγικού ελληνικού έθνους κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Η γραφή του διαπνέεται από έντονο πατριωτικό φρόνημα και ζέον ανθρωπιστικό αίσθημα. 
Ακολουθεί το "Τέχνη και Τουρισμός" (εφημ. Ελευθερία, 1964), όπου ο Μινωτής αναφέρεται στην αναγκαιότητα κατάστρωσης εθνικής πολιτικής για τη διατήρηση και προβολή της θεατρικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εδώ θέτει ζητήματα θεσμικής δεοντολογίας που αφορούν στη λειτουργία και την αποστολή του Φεστιβάλ Επιδαύρου\Αθηνών, εκθέτοντας τους κινδύνους που συνεπάγεται η εμπορευματοποίηση και οι επιρροές του συρμού στη θεατρική τέχνη. Ως βέλτιστη «καλλιτεχνική πρόταση» προκρίνει εκείνη που χάραξε η εθνικοθεατρική παράδοση στην αναβίωση του αρχαίου δράματος και προπαντός της αρχαίας τραγωδίας. 
Στο κεφάλαιο με τίτλο «Για τον ηθοποιό η γλώσσα είναι το όργανο της έκφρασής του» (άρθρο, εφημ Ακρόπολις, 1971), κάνει λόγο για την ελληνική γλώσσα και την κρίσιμη σημασία της στη νεοελληνική θεατρική συγγραφή. Ο Μινωτής καταθέτει τον θαυμασμό του στη γραφή των «εκρηκτικών» —όπως τις λέει— προσωπικοτήτων του πνεύματος (διαπιστώνοντας ότι στην εποχή του σπανίζουν), κρίνοντας άκρως γονιμοποιό για την πνευματική τόνωση της ελληνικής θεατρικής παραγωγής τη διατήρηση των δεσμών με τις πηγές της θεατρικής εκφράσεως που εκπροσωπούν οι μεγάλοι κλασικοί συγγραφείς. 
Στο κεφάλαιο «Θέατρο: ο ενιαίος ατομικός και κοινωνικός χρόνος» (αναδημοσίευση από το βιβλίο του Θ.Ν. Πραγματογνωμοσύνη της εποχής, 1976), ανασκοπεί τις απαρχές και τους κρίσιμους σταθμούς της θεατρικής του σταδιοδρομίας, μνημονεύοντας πρόσωπα και γεγονότα που άσκησαν επιρροή και διαμόρφωσαν το καλλιτεχνικό του πρόσωπο και τη δυναμική του. Στο εν λόγω κεφάλαιο εντοπίζονται σποράδην γνώμες, αποστάγματα σοφίας, από την πλούσια εμπειρία στη θεατρική διακονία, τα οποία συνθέτουν την καλλιτεχνική «διάνοια», τη θεατρική ιδεολογία του Μινωτή. 
Το κεφάλαιο «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει» (Η Λέξη, 1988), εξ ου ο τίτλος του βιβλίου, ο Μινωτής, σε συνομιλία με τους Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, διατυπώνει καίριες απόψεις για την αρχαία τραγωδία και την έννοια της τραγικότητας, όπως αυτή αναδύεται στα έργα των μεγάλων τραγικών. Εμφατική είναι η αναφορά του στην πρόσληψη των τραγικών έργων στο επίπεδο της επιτέλεσης, ενώ επικρίνει παραναγνώσεις και ανούσιους νεωτερισμούς που απαντούν σε σύγχρονες θεατρικές παραγωγές, ελληνικές και ξένες. 
Το κείμενο με τίτλο «Οι συκοφάντες και η κομματική πολεμική οργίαζαν» (ανέκδοτη γραπτή μαρτυρία που παραχώρησε ο Μινωτής στον Θανάση Νιάρχο και Αντώνη Φωστιέρη το 1988), αποκαλύπτει την κομματική πολεμική που δέχτηκε κατά τη θητεία του ως Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου στα χρόνια της μεταπολίτευσης. 
Ακολουθούν δύο εκτενείς και αμιγώς θεατρολογικές πραγματείες. 
Στην πρώτη με τίτλο «Το αμερικανικό θέατρο» (Νέα Εστία, 1959), ο Μινωτής επισκοπεί τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία του αμερικανικού θεάτρου, καταγράφοντας τους αξιόλογους σταθμούς του και αποτιμώντας κριτικά την αξία της αμερικανικής συγγραφικής και θεατρικής παραγωγής. 
Στη δεύτερη, με τίτλο «Το θέατρο στη Σοβιετική Ένωση και στις Ηνωμένες Πολιτείας Αμερικής» (συνομιλία με Θανάση Νιάρχο) αντικείμενο συζήτησης είναι η καλλιτεχνική κληρονομιά και η αποτίμηση της σύγχρονης θεατρικής παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση και τις Η.Π.Α. Οι δύο μεγαλύτερες και επιδραστικότερες παγκοσμίως εθνικές θεατρικές παραδόσεις θεωρούνται σε μια οιονεί συγκριτική βάση. 
Ακολουθεί το κείμενο με τίτλο «Η ζωή μου με την Κατίνα Παξινού» (Η Λέξη, 1988). Εδώ ο Μινωτής καταθέτει συνοπτικά τις απαρχές της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας της Κατίνας Παξινού, τη θητεία της στη Μουσική, αναφέροντας τον καθοριστικό ρόλο του ίδιου στη στροφή της από τη μουσική στο θέατρο. Το σύντομο απομνημόνευμα λειτουργεί ως προοίμιο στις δύο επιστολές που ἐπονται, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η σχέση του με την Κατίνα Παξινού. 
Στην πρώτη επιστολή «Απορώ με την Κατίνα. Πόσο άλλαξε;» (Η Λέξη 1988), ο Μινωτής, ευρισκόμενος το 1937 στη Γερμανία με εκπαιδευτική άδεια που του χορήγησε το Ε.Θ., απευθύνεται στον Διευθυντή Δημ. Ροντήρη, ενημερώνοντάς τον για τα εκεί καλλιτεχνικά τεκταινόμενα και για άλλα προσωπικά θέματα, εξομολογούμενος την κρίση που περνάει η σχέση του με την Κατίνα Παξινού. 
Η δεύτερη επιστολή «Μια νύχτα με τον Βέρνερ Κράους», απευθύνεται στη σύντροφό του Κατίνα (Η Λέξη, 1996, με εισαγωγή Κ. Γεωργουσόπουλου), στην οποία ενθουσιωδώς περιγράφει τη γνωριμία του με τον σπουδαίο γερμανό ηθοποιό Βέρνερ Κράους. Οι δύο επιστολές, με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο και προσωπικό τόνο, φωτίζουν πτυχές της προσωπικής ζωής του Μινωτή, φορτισμένης συναισθηματικά, τον καιρό εκείνο, από το ρομάντζο με την Κατίνα Παξινού. Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζει το πως ο εξωτερικός βίος - που όπως λέει αλλού αφοριστικά ο Μ. «δεν αξίζει μια πεντάρα» - είναι στην περίπτωσή του άρρηκτα συνυφασμένος με τις βαθιές πνευματικές του ανησυχίες και τα φιλόδοξα καλλιτεχνικά του όνειρα. 
Ακολουθούν οι «Πέντε ανέκδοτες επιστολές προς τον Αλέξη Μινωτή» του Νίκου Καζαντζάκη: (Η Λέξη 1985). Μέσα από τη πηγαία γραφή του μεγάλου έλληνα συγγραφέα φωτίζεται η αμοιβαία πνευματική δοσοληψία, οι αμφίδρομες ωσμώσεις στο πεδίο της δραματουργίας ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναδημιουργό Μινωτή, σχέσεις που σμιλεύτηκαν μέσα από τη στενή φιλία των δύο σπουδαίων ανδρών. 
Το «Σάμιουελ Μπέκετ, ένας τραγικός χωρίς κάθαρση» (Η Λέξη, 1984) είναι μια διεισδυτική κριτική αποτίμηση του Μινωτή για το θέατρο του Μπέκετ και την ιδιότυπη τραγικότητα του, που την χαρακτηρίζει το γκροτέσκ στοιχείο και η απόλυτη απουσία του θείου. 
Στο «Αναμνήσεις από τον Κώστα Καρυωτάκη» (Η Λέξη, 1988), ο Μινωτής ιστορεί τη γνωριμία του με τον ποιητή Κ. Καρυωτάκη μια εξιστόρηση μεστή θαυμασμού για την πνευματική αρχοντιά, την ποιητική ευφυία και την «πεισιθάνατη» (όπως την αποκαλεί) ιδιοσυγκρασία του ποιητή. 
Το κείμενο «Φώτης Κόντογλου, ο πιστός της ουσίας» (δημοσιευμένο στον τόμο Μνήμη Κόντογλου, Αστήρ, 1975) αποτελεί μια κατάθεση θαυμασμού στο συγγραφικό και εικαστικό έργο του Φώτη Κόντογλου. Το κείμενο περιέχει μια γλαφυρή διήγηση ενός θεατρικού ζωντανέματος της γραφής του Κόντογλου από τον Μινωτή στο πλαίσιο μιας ταξιδιωτικής εμπειρίας στη Μονεμβασιά. 
Στο «Καλύτερα μια καλή κλωτσιά παρά μια κακή παράσταση» (συνέντευξη στον Στέλιο Λουκά, Η Λέξη, 2002), ο Μινωτής αναφέρεται στη μακρά θητεία του στο αρχαίο δράμα και την τραγωδία, στις αρχές και τους κανόνες της υποκριτικής, στο ρόλο του σκηνοθέτη, στο ανέβασμα της αρχαίας τραγωδίας από ξένους σκηνοθέτες, και την υψηλή αποστολή του θεάτρου που δεν είναι άλλη από το να υπηρετεί το «αληθινό» θέατρο. 
Το κείμενο που κλείνει το βιβλίο «Αν ζούσε σήμερα ο Α.Μινωτής» (Τα Νέα, 2025) είναι του Θανάση Νιάρχου. Πρόκειται για ένα στοχαστικό δοκίμιο που επισημαίνει την άρρηκτη σχέση μεταξύ του «εξωτερικού βίου» και της «έσω κοίτης» (του εσωτερικού, πνευματικού κόσμου) στο αποτύπωμα που καταλείπει ο μεγάλος καλλιτέχνης, εξαίροντας το ρόλο της ανεκδοτολογικών και αυτοβιογραφικών μαρτυριών στην ανασύνθεση ενός καθολικού πορτραίτου. Το κείμενο δικαιώνει την πρωτοβουλία του επιμελητή της έκδοσης Θ.Ν. για τη επιλογή και έκδοση του συγκεκριμένου υλικού. 
Η επισκόπηση των κεφαλαίων κατέδειξε, νομίζω, έκτυπα ότι το βιβλίο είναι ένας «κέντρων», μία ανθολογία, συνισταμένη από ετερογενή, ετερόχρονα και, στην πλειονότητά τους, δημοσιευμένα γραπτά. Τα ανομοιογενή υλικά αυτής της συγγραφικής «ανακύκλωσης» (αν μου επιτρέπεται ο όρος) συγκροτούνται εντούτοις σε ένα ενιαίο σώμα. 
Νομίζω ότι ο άξονας που συνέχει όλα τα παραπάνω είναι η «μινώτεια πνοή» στη γραπτή αποτύπωσή της. Το ενδιάθετο πνεύμα του Μινωτή που στοιχειώνεται στον γραπτό λόγο του ίδιου και εκείνων που τον γνώρισαν και ένιωσαν τον κραδασμό του. Και συνιστά πράγματι πολύτιμη δωρεά η κοινωνία αυτού του πνεύματος, διότι είναι το ίδιο πνεύμα, δυνάμει του οποίου ο μέγας «αναδημιουργός» εκπνευμάτωσε τους μεγάλους ρόλους που μοναδικά ενσάρκωσε - «ενσάρκωσε», όπως έλεγε ο ίδιος, όχι «ερμήνευσε» ούτε «υποδύθηκε». Οι σπινθήρες αυτού του πνεύματος όπως εκπέμπονται μέσα από τα απολιθωμένα λόγια των σελίδων φωτίζουν στην αντίληψη του αναγνώστη την εικόνα του διανοητικού και ψυχικού τοπίου, της «έσω μηχανής» ή του «οπλοστασίου» του Μινωτή. Είναι αλήθεια ότι τα περίφημα υποκριτικά του «μέσα» δεν ήταν αφομοιωμένες τεχνικές αλλά ιδιοσυστασιακά πνευματικά χαρίσματα, εν πολλοίς εγγενή εν μέρει κερδισμένα, εκγυμνασμένα πάντως μέσα από την ασκητική κατατριβή ενός πρωταθλητή και επαληθευμένα από τη μυστική κοινωνία του με τους ενοίκους «της Πόλης των Ιδεών», όπως την αποκαλεί ο γνώριμός του Καβάφης από την οδοιπορία στα «μαγικά δάση» των «χαμένων ποιητών» με τον δεσπόζοντα αρχαίο, ελληνοπρεπή θεατρικό ναό της, τον οποίο ο Μ. ελάτρεψε (υπηρέτησε) ισόβια από διάκονος έως πρωθιερέας. 
Ακριβώς σ᾽ αυτό έγκειται η αξία αυτού του βιβλίου στο ότι σε μία εποχή που γενικά χαρακτηρίζεται από πνευματική δυσανεξία, ένδεια και ερήμωση, επαναφέρει - και μάλιστα δια στόματος Μινωτή - την αξία της πνευματικότητας ως αυτονόητη προϋπόθεση της γνήσιας, ελεύθερης και αληθώς ρηξικέλευθης καλλιτεχνικής δημιουργίας. 
Ο Μινωτής, εν ζωή, δεν υπήρξε ποτέ του δάσκαλος, με τη στενή, επαγγελματική έννοια του όρου. Υπήρξε βέβαια δάσκαλος για τους νέους ηθοποιούς και καλλιτέχνες δια του παραδείγματός του, των υποκριτικών και θεατρικών άθλων του. Τα λόγια όμως και τα γραπτά που άφησε, όπως αυτά που περιέχονται στο βιβλίο (σημειωτέον ο Μινωτής είχε εκδώσει πέντε δικά του βιβλία!) είναι εξόχως διδακτικά, παιδευτικά και επίκαιρα. Ειδικώς επίκαιρα στο Σήμερα και ειδικώς παιδευτικά για τον κόσμο των καλλιτεχνών του σημερινής ελληνικής σκηνής τους «διονυσοτεχνίτες» (με ή άνευ εισαγωγικών) και τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή τους, που δείχνει παγιδευμένη πότε σε μια άγονη ομφαλοσκόπηση πότε σε ένα εμμονικό κυνήγι αισθητισμού πότε σε μια αμήχανη περιδίνηση σε χαμηλά ύψη. Η διδαχές του Μινωτή είναι προπάντων λυσιτελείς για τους νέους καλλιτέχνες (και εδώ με ή χωρίς εισαγωγικά) αλλά και τους επίδοξους, που, κατά μείζονα λόγο, εμφορούνται από anorexia nervosa για τα μεγάλα έργα και τους μεγάλους κλασικούς συγγραφείς. 
Η ροή της συλλογιστικής μοιραία εκβάλλει στον βαρύσημο τίτλο του βιβλίου, που με υφέρπουσα οδύνη διαπιστώνει την τραγική δυστοπία της εποχής μας: «Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει». Κατά τη διατύπωσή αυτού του αφορισμού, για την άγνοια της τραγικής μοίρας, ο Μινωτής είχε σίγουρα στο νου του τον σοφόκλειο Οιδίποδα το προσωπείο του τραγικού ήρωα που κάπως αυτάρεσκα συνταύτιζε με το δικό του πρόσωπο κατά την μυθώδη περιπέτεια του καλλιτεχνικού του βίου. Αν και ο αφορισμός του Μινωτή για τη δική του εποχή ενέχει αρκετή ασάφεια (δημιουργική) και υπεργενίκευση, εντούτοις τον επικυρώνω. Ναι. Η εποχή μας είναι τραγική γιατί είναι απνευμάτιστη και πνευματοκτόνος. Γιατί έπαψε να «κοινωνεί» και να «εκκλησιάζεται» εν πνεύματι (μεταφορικά και τα δύο). Γιατί οι ναρκισσευόμενοι «δημιουργοί» της απομακρύνθηκαν από τη θεϊκή όσο και την ανθρώπινη κοίτη. Και η Τέχνη, χωρίς την αλήθεια της πνευματικής κοινωνίας, σχεδόν καταντά Τέχνασμα καταγέλαστο. 
Γιάννης Λιγνάδης 


«ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΑΛΕΞΗ ΜΙΝΩΤΗ, ΑΠΟ ΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΑΦΟ»* 
- Επίδαυρος 1975. Καθισμένοι με τον πατέρα μας στις κερκίδες του θεάτρου. Είναι πρώτη παράσταση αρχαίας τραγωδίας που βλέπουμε, ο αδελφός μου 10 κι εγώ 11 χρόνων. ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ του Σοφοκλή. Ένας γέρος τυφλός κάθεται σε ένα βράχο. Μοιάζει κι εκείνος με βράχο. Λέει κάποια λόγια περίεργα σαν ποιητικά. «Αυτός είναι ο Μινωτής που σας έλεγα», ψιθύρισε ο πατέρας μας. Στο τέλος ο Μινωτής, λουσμένος στο φως απέρχεται της σκηνής και μετακομίζει μέσα μου για πάντα. 
- 1979 Εθνικό Θέατρο, κεντρική σκηνή: ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ. Ο Γιάννης κι εγώ στην πρώτη σειρά - μας είχε βάλει ο πατέρας μας τότε, ως πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του Ε.Θ. Το θέατρο μυρίζει γηραιά αρώματα, σκόνη από πολυκαιρισμένες βαριές κουρτίνες και ανεπαίσθητο κάτουρο γάτας. Εγώ κοιτάζω τον Μινωτή με τον φανατικό θαυμασμό τού οπαδού. Ο αδελφός μου, από την άλλη, έχει αποκοιμηθεί στον ώμο μιάς κυρίας. Η κυρία ήταν η Ελένη Χαλκούση! 
- 1988. Εθνικό θέατρο. ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ του Ευριπίδη. Περάσανε χρόνια, έχω αποφοιτήσει από τη σχολή του Εθνικού. Ο Μινωτής, μετά την αποπομπή του, με τα νέα πολιτικά πράγματα, επανακάμπτει στο Εθνικό για να σκηνοθετήσει και να παίξει «το Οιδιποδάκι», όπως έλεγε. Μου δίνει τον ρόλο του νεαρού Μενοικέα. Με ένα all-star-cast. Η σκληρότητά του απέναντι σε όλους...παροιμιώδης! Ειδικά απέναντί μου. «Λιγνάδη, με το που θα τελειώσει η πρόβα, θα πας στη Σχολή θα βρείς αυτούς που είχες καθηγητές και εκ μέρους μου θα τους χέσεις!». Δεν τους έχεσα. Αλλά και δεν κλονίστηκα. Στις γενικές δοκιμές, με αγκαλιάζει με τα πιο ενθαρρυντικά λόγια. Αυτός ήταν. Ή, μάλλον, εγώ τον έβλεπα έτσι…
- 1989. Υπηρετώ στο Ναυτικό. Έχω άδεια μία βδομάδα. Η παρέα μου θα πάει σε νησί. Ο Μινωτής ξαναπαίζει τον ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ. Προγραμματίζω να πάω ένα διήμερο Επίδαυρο να δω καμμιά πρόβα και μετά να πάω να βρω την παρέα μου στο νησί. Τελικά ...παρασύρομαι και κάθομαι όλη τη βδομάδα των προβών και στην παράσταση. Αρκεί να μπορώ να τον βλέπω να σκηνοθετεί και να παίζει. Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ του Μινωτή ήταν η πρώτη και η τελευταία παράσταση που είδα μαζί με τον πατέρα μου. Πέθανε το ίδιο καλοκαίρι. 
- 1990 Ένας φροντιστής του Εθνικού Θεάτρου, στην πρόβα, μας αναγγέλλει τον θάνατο του Μινωτή. «Τον έχουν στον Ερυθρό Σταυρό», λέει. Χωρίς να το σκεφτώ φεύγω από την πρόβα και πηγαίνω εκεί. Ρωτάω «πού είναι;», με στέλνουν σε ένα υπόγειο, σε ένα δωματιάκι. Το γυμνό σώμα του πάνω σε έναν μεταλλικό πάγκο. ´Εχει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο περιπαικτικό. Του κρατώ το παγωμένο χέρι. Απορώ πώς με άφησαν να μπω εκεί. Πιο πολύ απορώ που δεν έχει εμφανιστεί κανείς άλλος. Κανένας οικείος, κανένας φίλος. Κανείς. Μου πήρε πολύν καιρό και άλλη τόση οδύνη για να καταλάβω ότι δεν θα έπρεπε να απορώ... 
Δημήτρης Λιγνάδης 
*Στο σύντομο σημείωμα ο Δ. Λιγνάδης σταχυολογεί αναμνήσεις από τον Α. Μινωτή. Το κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ο Χρήστος Γκουνέλας για το βιβλίο του «Θεός. Απών ή παρών στην Ιστορία;»


Αδάμ, Εύα και η Τεχνητή Νοημοσύνη: Το νέο δέντρο της γνώσης 
O Λαρισαίος δρ. Θεολογίας Χρήστος Γκουνέλας μιλά στην «Ε» με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου με τίτλο «Θεός. Απών ή παρών στην Ιστορία;» 
«…ο γνωστός ιστοριόμυθος του Αδάμ και της Εύας στον Παράδεισο και η πτώση τους από αυτόν, μας δηλώνει πως η χρήση της γνώσης μπορεί να μας κάνει θεούς (άρα ανθρώπους με ανθρωπινότητα και ανθρωπιά), μπορεί όμως και να μας καταστρέψει. Ειδικά σήμερα μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε το πόσο δια της γνώσης είναι δυνατόν να προοδεύσουμε ή να αυτοκαταστραφούμε» τονίζει ο Λαρισαίος δρ Θεολογίας Χρήστος Γκουνέλας με αφορμή την έκδοση και κυκλοφορία του νέου του βιβλίου με τίτλο «Θεός. Απών ή παρών στην Ιστορία;» (Εκδόσεις Γρηγόρη). Ο κ. Γκουνέλας στη συνέντευξή του μιλάει για το αν και πόσο συμμετέχει ο Θεός στην ανθρώπινη ιστορία, αν ο άνθρωπος -στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης- αφήνει χώρο στον Θεό, αλλά και τη θέση της σύγχρονης θεολογίας έναντι της σύγχρονης ιστορίας. Ο Χρήστος Γκουνέλας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «…ο Χριστός αποκάλυψε την αληθινή πλευρά της ζωής πως η «εξουσία» βρίσκεται στην αγαπητική θυσία και αυτό θα μπορούσε, όσο γίνεται, να εφαρμοστεί στην πολιτική, τον πολιτισμό και την κοινωνία μας». 
Συνέντευξη στον Θανάση Αραμπατζή 
Εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας 
Συμμετέχει ο Θεός στην ανθρώπινη ιστορία; 
– Συμμετέχει ενεργά όσο του επιτρέπει ο άνθρωπος μέσα από τον ίδιο τον εαυτό του. Έτσι, διασφαλίζεται τόσο η ελευθερία του Θεού όσο και του ανθρώπου. Παράλληλα, συμμετέχει πραγματικά (όχι συμβολικά) εκεί όπου παθαίνει ο άνθρωπος: στον πόλεμο, στη φτώχεια, στην ασθένεια, στον πόνο, στον θάνατο. Η Ιστορία συμβαίνει μέσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Η τραγική ιστορία του ανθρώπου είναι και τραγική ιστορία του θυσιαστικού Θεού, οποίος έφτασε και φτάνει μέχρι τον θάνατο για χάρη του ανθρώπου και της κτίσης, για να ενωθεί μαζί του και μαζί της στα άδυτα του μηδενός. 
Στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία λειτουργεί με οικονομικούς όρους και αλγόριθμους, αφήνει άραγε χώρο για τον Θεό ο άνθρωπος; 
-Όσο υπάρχει περιθώριο για τον άνθρωπο, τον «άλλο εαυτό» του Θεού, όπως τον ονομάζει ο Νικόλαος Καβάσιλας, άλλο τόσο υπάρχει και για τον Θεό και αντίστροφα. Αν αφήνει ο άνθρωπος χώρο για τον άνθρωπο, τότε αφήνει και για τον Θεό. Ο θάνατος του Θεού εκ μέρους του ανθρώπου ισοδυναμεί εν τέλει με τον θάνατο του ανθρώπου. Άλλωστε, αυτό το γνώρισε ιστορικά η ανθρωπότητα τον προηγούμενο αιώνα με τους δύο Παγκόσμιους πολέμους, απόρροια ακριβώς της διακήρυξης του θανάτου του Θεού. Τα πάντα υπάρχουν και συμβαίνουν στο είναι και το μη είναι του Θεού, στην ύπαρξη και την ανυπαρξία του. Αυτό που ανήκει στον άνθρωπο είναι η θέλησή του και αυτό δεν είναι λίγο. Η θέληση η οποία είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη ελευθερία, η οποία κινείται μεταξύ της αυτοθυσίας και της αυτοκτονίας. 
Πώς φτάσαμε από την κυριαρχία του υλισμού ο σύγχρονος άνθρωπος να επιθυμεί και να έχει αρχίσει ήδη να κάνει πράξη μέσω της Τεχνολογίας την αϋλότητα; 
– Καταρχήν αυτό αποδεικνύει ότι η ριζική διάκριση ύλης και αϋλότητας η οποία μας έρχεται από τα αρχαία χρόνια είναι μία έωλη διάκριση. Χώρια το γεγονός ότι η αϋλότητα θεωρούνταν καλή και η ύλη κακή. Σήμερα που η ανθρωπότητα προχωρεί προς την αϋλότητα σημαίνει άραγε και την ηθική καλυτέρευσή της; Η ύλη και η αϋλότητα συνυπάρχουν, όπως ο χρόνος με την αχρονία ή το άπειρο με το πεπερασμένο ή, θεολογικά μιλώντας, το άκτιστο (αδημιούργητο) με το κτιστό (δημιουργημένο). Το πνεύμα δημιουργεί ύλη και η ύλη δημιουργεί πνεύμα. Ωστόσο, ειδικά ο δυτικός κόσμος είναι παιδί τόσο του Πλάτωνα όσο και του Αριστοτέλη. Από τη μία θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος στη γη και στο σώμα του (πλατωνική θεώρηση) και από την άλλη πιστεύει ό,τι βλέπει και αγγίζει (αριστοτελική θεώρηση). Είτε έτσι είτε αλλιώς υποβιβάζονται τόσο η ύλη όσο και το πνεύμα. Η δε θεολογία επηρεασμένη εν πολλοίς από την πλατωνική διδασκαλία θεωρεί τον άνθρωπο εξόριστο στη γη όπου εκτίει ποινή μετά την πτώση του από τον Παράδεισο. Μια τέτοια προσέγγιση απομακρύνει τον Θεό από τη γη και ο ενοχικός και φοβικός άνθρωπος είτε προσπαθεί να δημιουργήσει έναν παράδεισο στη γη είτε άλλοτε πάλι τον μεταθέτει στον ουρανό. Ο άνθρωπος είχε και έχει την τάση να σκέφτεται μοναδικά (μονοφυσιτικά) και λιγότερο δυαδικά, τριαδικά ή πολυεπίπεδα. Άλλωστε, έτσι γεννήθηκαν και οι χριστολογικές αιρέσεις, οι οποίες άλλες από αυτές αφαιρούσαν θεότητα από τον Χριστό και άλλες πάλι ανθρωπότητα. 
Ποια είναι η θέση της σύγχρονης θεολογίας έναντι της σύγχρονης ιστορίας; 
– Η θεολογία είναι ανάγκη να διαλέγεται με όλους και με όλα στο εδώ και τώρα και να δίνει το στίγμα της. Από την άλλη, είναι ανάγκη να επανερμηνεύσει, όπου χρειάζεται, την οντολογία, την ανθρωπολογία και την κοσμολογία της έτσι που να ανταποκρίνονται στα σημερινά ιστορικά δεδομένα και τις ανάγκες, αλλά και το σύγχρονο κοσμοείδωλο. Η αλήθεια είναι η ίδια πάντοτε, ωστόσο η προσέγγισή της, οι δρόμοι που οδηγούν σε αυτή, είναι δυνατόν να αλλάζουν χωρίς να απεμπολούμε τη σοφία του παρελθόντος. Για παράδειγμα, ο γνωστός ιστοριόμυθος του Αδάμ και της Εύας στον Παράδεισο και η πτώση τους από αυτόν, μας δηλώνει πως η χρήση της γνώσης μπορεί να μας κάνει θεούς (άρα ανθρώπους με ανθρωπινότητα και ανθρωπιά), μπορεί όμως και να μας καταστρέψει. Ειδικά σήμερα μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε το πόσο δια της γνώσης είναι δυνατόν να προοδεύσουμε ή να αυτοκαταστραφούμε. Αν ερμηνεύσουμε την πτώση του Αδάμ και της Εύας με κυριολεκτικό τρόπο εξαϋλώνουμε πλατωνικά και τον άνθρωπο και την ιστορία. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μία ρεαλιστική θεολογία η οποία όμως θα αποκαλύπτει διαρκώς το θυσιαστικό μυστήριο του Θεού, του ανθρώπου και της κτίσης που δεν είναι άλλο από την ταπείνωση, την ελευθερία και την αγάπη. Λέξεις οι οποίες ηχούν τουλάχιστον περίεργα στα αυτιά του σύγχρονου ανθρώπου ο οποίος έχει ταυτίσει φοβικά την ευτυχία με τη δύναμη και συνεκδοχικά με το χρήμα. Ωστόσο, ο Χριστός αποκάλυψε την αληθινή πλευρά της ζωής πως η «εξουσία» βρίσκεται στην αγαπητική θυσία και αυτό θα μπορούσε, όσο γίνεται, να εφαρμοστεί στην πολιτική, τον πολιτισμό και την κοινωνία μας. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια άλλη προοπτική θέασης των πραγμάτων στον αντίποδα της κυρίαρχης προοπτικής, όπως πραγματώνεται στην ιστορία. 
«Θεός, απών ή παρών στην Ιστορία;»: Το νέο βιβλίο του Χρήστου Γκουνέλα
Related Posts with Thumbnails