Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Κωνσταντίνου Κουτούμπα: Η λειτουργική παράδοση στο έργο του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη


Το Ιερό Προσκύνημα Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου Ν. Προκοπίου, της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος, εξέδωσε την μεταπτυχιακή μελέτη «Η λειτουργική παράδοση στο έργο του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη», του Κωνσταντίνου Κουτούμπα, Πρωτοψάλτου του Ι. Ναού Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, Θεολόγου, Αγιογράφου και Καθηγητού της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ι. Μητροπόλεως Χαλκίδος. 
Το βιβλίο προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος. 
Σε αυτό παρουσιάζεται η προσωπικότητα του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, μέσα από την βιογραφία του και αποσπάσματα από τα έργα του, σε σύνδεση με την ζώσα λατρευτική παράδοση της Σκιάθου. 
Στο οπισθόφυλλο παρατίθεται απόσπασμα από το προλόγισμα του Καθηγητού Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., Παναγιώτη Σκαλτσή, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει: «Το βιβλίο παρουσιάζει την προσωπικότητα και την λειτουργική σκέψη του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, προβάλλει την εορτολογική μας παράδοση μέσα από τα κείμενα του, αναδεικνύει τα λειτουργικά έθιμα της Σκιάθου, όπως αυτά τα περιγράφει ο Μωραϊτίδης, και κάνει γνωστό σε όλους μας το υμνογραφικό του έργου. Άλλωστε συνόμιλος και συναθλητής στα γράμματα με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, είναι ταυτισμένος με την ιστορία, την παράδοση, τις πνευματικές αναζητήσεις και τα πολιτισμικά δρώμενα της Σκιάθου, της νήσου των Κολλυβάδων. Με βιώματα ορθόδοξα και εμπειρίες μέσα από την αγιολογική και λειτουργική παράδοση της Σκιάθου αναδείχτηκε ως μια προσωπικότητα που εμπνέει μέχρι και σήμερα το άρωμα του εν Χριστώ ανθρώπου, του φωτισμένου εργάτη της συγγραφικής τέχνης και του πνευματικού δημιουργού του οποίου το έργο λειτουργεί ως παρακαταθήκη στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε. Ζυμωμένος με τα έθιμα, τα εορτολόγια γεγονότα, τις παραδόσεις του τόπου και τον τρόπο της εκκλησιαστικής ζωής που του δίδαξε η Ενορία, δεν ήταν δυνατόν να μην αποτυπώσει τα βιώματά του αυτά στον έντυπο λόγο που μας παρέδωσε. Από την άποψη αυτή ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έγινε και είναι δάσκαλος του λαού μας, σηματωρός και κήρυκας μηνυμάτων και προτύπων που στηρίζουν και καθοδηγούν τον σύγχρονο άνθρωπο και κυρίως την νεολαία μας που αναζητά αυτά τα πρότυπα για να προχωρήσει».


Όπως σημειώνει ο συγγραφέας "η παρούσα μελέτη αφορά στο έργο του σκιαθίτη ακαδημαϊκού Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, του μετέπειτα μοναχού Ανδρονίκου. Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης καλλιέργησε όλα τα συγγραφικά είδη της εποχής του, από την ποίηση και το θέατρο, το διήγημα και το μυθιστόρημα μέχρι την ταξιδιωτική περιγραφή, το εορταστικό διήγημα, καθώς επίσης την έμμετρη εκκλησιαστική ποίηση. Εργάστηκε ακόμη και ως πρακτικογράφος και μεταφραστής. Έχοντας γαλουχηθεί στην λατρευτική παράδοση της Σκιάθου, η οποία είχε επηρεαστεί από τις πνευματικές καταβολές των Κολλυβάδων, υπήρξε πάντοτε πιστό μέλος της Εκκλησίας, εραστής των παραδόσεων και των εθίμων. Στα συγγράμματά του θα καταγράψει τα λατρευτικά έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, όπως επίσης έθιμα και ήθη των πνευματικών κέντρων της Ορθοδοξίας, στην Κωνσταντινούπολη και την Ανατολή, την Παλαιστίνη και το Άγιον Όρος, σκιαγραφώντας συνάμα τις πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής του. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να καταδειχθεί η λειτουργική παράδοση της εκκλησίας στο έργο του Μωραϊτίδη με βάση κυρίως τρείς άξονες: τα διηγήματά του, τις ταξιδιωτικές του περιγραφές και το υμνογραφικό του έργο". 

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

ΠΑΛΙΕΣ ΣΚΙΑΘΙΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ...


(Μιὰ ἀκόμα ἐπίσκεψη στὸν ἀξεπέραστο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη)
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κύριον Εὐάγγελον, τὸν Ποιητὴ τῆς Πόλης, υἱϊκὸς Ἀναστάσιμος χαιρετισμὸς
Θεώρησα καλό, χρονιάρα μέρα ποὺ ξημερώνει, γιατὶ τέτοια μέρα εἶναι ἡ Πρωτομαγιά,  νὰ παρουσιάσω κάποιες παλιές,  νοσταλγικὲς εἰκόνες τῆς Σκιάθου τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ., τότε δηλαδή, ὅπου ἁγνότητα καὶ κάλλος συνταιριάζονταν μὲ ἀκρίβεια καὶ ἀλληλοσεβασμό. Κάτι ποὺ φτάσαμε πολλοὶ ἀπό μᾶς,  μέχρι τὰ πρῶτα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὁπότε κι ἄρχισε ἡ ἀντίστροφη μέτρηση: ἐκείνη τῆς «ἀξιοποίησης» τῆς γῆς καὶ φυσικά, ἡ ἀπουσία συνειδητῆς διάσωσης ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ μὲ τὰ χρόνια μεταλλάσσονταν καὶ νοθεύονταν.
Μὲ ὁδηγὸ τὸν ἀξεπέραστο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, τὸν ἄλλον Ἀλέξανδρο τῆς  παντέρπνου νήσου τῶν λογίων, τῆς Σκιάθου, θὰ προσπαθήσω νὰ παρουσιάσω κάποιες χαριτωμένες εἰκόνες τοῦ χθὲς, ἔτσι, γιὰ ν᾿ ἀνασάνουμε γνήσια εὐωδία τῶν τρυφερῶν ἐκείνων ἐποχῶν, ποὺ ἀναμφισβήτητα ἀναπαύουν στοὺς σκληροὺς καιροὺς ποὺ ζοῦμε.
«Τὰ Βακούφικα» εἶναι ἕνα διήγημα τοῦ Μωραϊτίδη, τὸ  ὁποῖο δημοσιεύτηκε πρὶν ἀπό 121 χρόνια στὴ «Νέα Ἐφημερίδα» τὶς μέρες τῆς Πρωτομαγιᾶς τοῦ ἔτους ἐκείνου. Μάλιστα ἠ σύνταξη τῆς ἐφημερίδας ἀναφέρει μεταξὺ τῶν ἄλλων στὸ σχόλιό της: «Σήμερον εἴμεθα εἰς τὴν πρωτομαγιάν. Τί ὡραῖαι, τί δροσοστάλακτοι περιγραφαί, ἐφάμιλλοι τῶν τοῦ Ζολᾶ... Ὅλη ἡ φύσις  μὲ τ᾿ ἄνθη καὶ τ᾿ ἀνθύλλιά της τ᾿ ἄγρια, ζῇ χαρωπὴ  καὶ στίλβουσα ἐν τῶ δωματίῳ μας, ἀκριβῶς σήμερον ποὺ πανηγυρίζωμεν ὄντως καὶ τὴν πρωτομαγιάν... Ἀπαράμιλλος τέχνη βαθείας ψυχολογικῆς ποιήσεως». Καὶ νομίζω πὼς ὁ συντάκτης τῆς «Ν.Ε» δὲν ἔχει ἄδικο, γιατὶ οἱ περιγραφὲς τοῦ Μωραϊτίδη εἶναι ἀξεπέραστες, ζωντανὲς καὶ πάντα μὲ ποιητικὴ χροιὰ συνταγμένες. Ἄς τὸν προσέξουμε καὶ περισσότερο, ἄς κοιτάξουμε νὰ ξεπεράσουμε τυχὸν προκαταλήψεις ποὺ μᾶς δημιουργεῖ τὸ γλωσσικό του ὕφος. Γιατί,  μακάρι νὰ ξέραμε τὰ γράμματα τοῦ Μωραϊτίδη...
«Ἐξημέρωνεν  ἡ πρωτομαγιά. Αἱ πρῶται τῆς αὐγῆς ἀκτῖνες διεπέρων ἤδη τὸν μελανὸν ὀρίζοντα ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἤρχισε νὰ ὑποφέγγῃ λαμπρὰ ἡμέρα · τὰ ἄστρα ἐξηφανίζοντο καὶ ἐσβέννυντο τὸ ἕν κατόπιν τοῦ ἄλλου ὡς σβέννυνται αἱ λαμπάδες μία-μία τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα. Κατὰ σειρὰν ἕνα-ἕνα ἐξεχωρίζοντο τὰ κατάφυτα βουνὰ, καὶ μόνον οἱ ἀμπελῶνες τοῦ κάμπου ἦσαν ἀκόμη σκεπασμένοι ἀπό τὴν σκοτεινὴν τῆς νυκτὸς ὀμίχλην... Αὔρα δροσερὰ κ᾿ εὐώδης ἤρχισε νὰ καταβαίνῃ ἀπό τὸ βουνὸν τοῦ παπα-Ἱερεμία ὡς εὐλογία ἀπό τῆς ὁλονυκτίου προσευχῆς τοῦ ἀσκητοῦ, ἡδέως ἀρωματισμένη ἐκ τοῦ θυμιάματος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀνθέων τοῦ κόσμου».
Ἡ ἔξοδος πρὸς τὴν ὕπαιθρο τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀναμφισβήτητα  ἀρχαῖο ἔθιμο  ποὺ οἱ παλιότεροι διακρατοῦσαν μὲ εὐλάβεια. «Ἡ θειὰ Ζωΐτσα συνήθιζε κατ᾿ ἔτος τὴν πρωτομαγιὰ νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸν ἀμπελῶνα μετὰ τῶν θυγατέρων της <νύχτα-νύχτα>. Καὶ διότι πιστὴ εἰς τὰ πάτρια δὲν ἤθελε νὰ παραμελήσῃ μίαν ὡραίαν συνήθειαν, ἡ ποιητικοτάτη τὴν καρδίαν γραῖα...’Ξήρχοντο ἤδη συντροφίαι φαιδραὶ διὰ τὴν πρωτομαγιὰν, ὧν ἡ γελόεσσα ἰαχὴ ἐξεχύνετο πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις καὶ ἐχάνετο εἶτα μέσα εἰς τοὺς θάμνους καὶ τοὺς κήπους καὶ τοὺς ἀγρούς».


Ὅσοι είχαμε τὴν εὐλογία νὰ ζήσουμε σὲ μικρὰ νησιώτικα χωριά, σὲ χρόνια ποὺ περίσσευε ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴ γῆ, θυμόμαστε μὲ συγκίνηση αὐτὲς τὶς πρωϊνὲς ὧρες ὅπου ὅμιλοι χωρικῶν ξεκινοῦσαν, ἄλλοι μὲ τὰ πόδια, ἄλλοι πάνω σὲ ὑποζύγια (γαϊδουράκια ἤ μουλάρια)-αὐτοκίνητα δὲν ὑπῆρχαν τότε- γιὰ τὴν ἐξοχὴ λέγοντας μὲ ὄρεξι τὸ γνωστὸ τραγούδι:
Ο Μάϊος μᾶς ἔφτασε/ ἐμπρὸς βῆμα ταχύ/ νὰ τὸν προϋπαντήσουμε παιδιὰ στὴν ἐξοχή». Κι ἦταν ἐκεῖνες  οἱ στιγμὲς μυρωμένες ἀπ΄πο τὰ μαγιάτια τὰ τριαντάφυλλα, ποὺ στόλιζαν ὅλες τὶς ἐξώπορτες τῶν σπιτιῶν, ἀλλὰ κι ἀπὸ φρεσκοβρασμένο γίδινο ἤ πρόβιο γάλα...
«Κάτω...ὅπου διηνοίγετο εὐρὺ χωράφιον ἐθεᾶτο συντροφία πολυάριθμος τριῶν-τεσσάρων οἰκογενειῶν συγγενικῶν, αἵτινες ἄρτι ἐξεπέζευον μὲ θορυβώδη χαρὰν καὶ γέλωτας καὶ ἄσματα, ἐλθοῦσαι νὰ διασκεδάσωσι τὴν φαιδρὰν τῆς πρωτομαγιᾶς ἡμέραν... Παρῆλθεν ἡ μεσημβρία. Τότε αἱ τρεῖς γυναῖκες-ἡ θειὰ ἡ Ζωΐτσα δηλ. καὶ οἱ κόρες της- ἐκάθισαν ὑπὸ την καρυδέαν, εἰς τὸν δροσερὸν ἴσκιον της νὰ ξεκουρασθῶσιν καὶ νὰ φάγωσι τὸ λιτὸν γεῦμα των ἄρτον, τυρὸν καὶ μοσχοβολοῦντα πλατοκούκια ἀρτιδρεπῆ καὶ στάζοντα δρόσον ἀκόμη. Εἰς τὸ ἀντικρυνὸν χωράφιον ἐβούιζεν ἡ  χαρὰ καὶ ἡ φαιδρότης τῶν εὐθυμούντων. Φωναὶ παιδίων, ἄσματα νεανίδων, καγχασμοὶ γυναικῶν, διαταγαὶ ἀνδρῶν, προπόσεις πυκναὶ  καὶ γελαστικαί, κάπου-κάπου κλαυθμὸς ὀξὺς κανενὸς νηπίου ἀπετέλουν πολύφωνον συναυλίαν συμποτικοῦ γεύματος, ὅπερ εἶχε στρωθῆ ὑπὸ πυκνόφυλλον ὑψηλὴν δρῦν... Αὐτὰ εἶναι τῆς ἐξοχῆς τὰ ἡδέα καὶ ἁπλᾶ... (Καὶ) μετὰ τὸ πλουσιώτατον γεῦμα, εἶχεν ἀρχίσει κατὰ τὸ σύνηθες ὁ χορὸς καὶ ἤδη διὰ μέσου τῶν φυλλοφόρων βλαστῶν τῆς ἀμπέλου ἔφθανον σαφῶς μέχρι τῆς καρυδέας αἱ λέξεις τοῦ ἄσματος τῆς καμάρας:
Καμάρα χτί-καμάρα χτί-
Καμάρα χτίζω στὸ γιαλὸ
Καμάρα δὲ στεργιώνει
Νὰ ζῆτε λέι τ᾿ ἀηδόνι.
Ἔλα πουλί μου ἔλα,
Μοσκοκάρφια καὶ κανέλλα».
Τὸ ἴδιο εὔθυμη εἶναι καὶ ἡ ἐπιστροφὴ. Μιὰ ἐπιστροφὴ ραντισμένη μὲ εὐχὲς γιὰ νὰ ξανασμίξουν τοῦ χρόνου...
Μόνο ποὺ ὑπῆρξε μιὰ τελευταῖα φορὰ ὅπου πῆγαν στὴν ἐξοχὴ, γλέντησαν, χόρεψαν χάρηκαν κι ὕστερα ὅλα τέλειωσαν.
Εὐτυχῶς ὅμως ποὺ ὑπάρχει ὁ πάντα νοσταλγικὸς καὶ λάτρις τῆς πατρίδας του, ἀλλὰ καὶ τῆς λεπτομέρειας γιὰ μᾶς ἐπιστρέφει κάθε χρόνο τέτοια μέρα σὲ ἀρυτίδωτες εὐλογημένες συνήθειες τοῦ χτές.  
Χρόνια Πολλά.
παπα-Κων. Ν. Καλλιανός (Σκόπελος)

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Εἰκόνες φθινοπώρου ἤ διαβάζοντας τόν λησμονημένο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη


Μέσα στόν ἀνήσυχο κόσμο μας, ὅπου ἡ δυνατότητα προσέγγισης τῶν τεσσάρων ἐποχῶν, ὅπως αὐτές δόθηκαν στόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Δημιουργό του, ἔχει πιά διαταραχθεῖ ἐπικίνδυνα, ὀδυνηρή συνέπεια ἦταν ν' ἀπομείνουν μόνον οἱ ἐποχές τοῦ χειμώνα καί τοῦ καλοκαιριοῦ-κι αὐτές χωρίς ἐκείνη τήν περιούσια ὀμορφιά καί τήν ἐναλλαγή, πού χρωμάτιζε τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Μέ ἀποτέλεσμα οἱ νέοι ἄνθρωποι καί, μάλιστα, τά νέα παιδιά νά μήν ἔχουν τή δυνατότητα νά γευτοῦν ὅ,τι αὐτός ὁ ἐποχιακός κύκλος προσφέρει. Γι᾿ αὐτό καί ἐπιδιώκοντας μιά προσέγγιση στίς γλυκές καί νοσταλγικές φθινοπωριάτικες μέρες καταφεύγω στά ἀθησαύριστα κείμενα τοῦ ἄλλου μεγάλου Σκιαθίτη λογογράφου, τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, πού καταγράφουν τήν παλιά ἑλληνική ἀγροτική ζωή μέσ᾿ ἀπό τήν προοπτική τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς καί παραδόσεως.
Τά κείμενα αὐτά, δυστυχῶς, στίς μέρες μας δέν μνημονεύονται, γιατί εἶναι γραμμένα στή λογία γλῶσσα, τήν ὁποία ἀποφεύγουν νά ἐπισκεφτοῦν οἱ νεότεροι. Κι ὅμως ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας πλοῦτος λέξεων καί ἰδιωματισμῶν, πού ἀφήνουν στήν ψυχή μιά γλυκύτητα καί μιά νοσταλγία ἀπό ἕνα χθές πού ἄν καί πέρασε ἐν τούτοις ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τοῦ δικοῦ μας νεότερου βίου. Μόνο πού ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ βιασύνη, τό ἄγχος καί ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ τραγικοῦ σήμερα. Ὅμως καιρός εἶναι νά σκύψουμε στά ἀρυτίδωτα κείμενα τοῦ ἄλλου Ἀλέξανδρου τῆς Σκιάθου, ἐκείνου δηλαδή πού λίγοι γνωρίζουν ὡς Ἀνδρόνικο Μοναχό, γιατί μέ αὐτό τό ἀξίωμα ἐκοιμήθη κι ἔτσι διατηρεῖται στή Μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του.
"Αἱ ὀπῶραι πλέον παρῆλθον. Ὁ τρυγητός, συνεπληρώθη καί αὐτός πρό πολλοῦ, τά δέ νέα κρασιά βράζουν τώρα ἐντός τῶν βαρελιῶν, καί ἡ ζύμωσίς των γεμίζει τά ὑπόγεια ἀπό τήν ζαλίζουσαν ἐκείνην βόχαν , ἡ ὁποία τόσον καθηδύνει τούς φιλοπότας. Τά πρωτοβρόχια, ἀφοῦ ἐκαθάρισαν τήν γῆν ἀπό ὅλα τοῦ θέρους τά ξηρόχορτα, ἀφοῦ ἐσάρωσαν τούς χειμάρους ἀπό ὅλα τά ξηρόκλαδα κ᾿ ἐπότισαν τούς ἀγρούς, διψασμένους τόσους μῆνας, ἰδού ἄνοιξαν τώρα τἠν εἴσοδον εἰς τό μικρό καλοκαιράκι, τό ὁποῖον ἐμβῆκεν εἰς τήν γῆν μας μέ τόν ἥλιον τόν ζείδωρον καί θερμουργόν, μέ τά χορταράκια του τά ὁλοπράσινα, τά ὁποῖα στολίζουν μέ νέαν ἄνοιξιν τάς αἱμασιάς τῶν ἀγρῶν, καί μἐ τά λουλούδια του ἐκεῖνα, τά θυσσανωτά, τά ὁλομέταξα, τά χρυσᾶ τοῦ Ἁι-Δημητριοῦ τά ἄνθη, τά δροσερά καί εὐώδη δενδράκια, τά ἑλληνικά χρυσάνθεμα, τά ὀποῖα τόσον ἄφθονα στολίζουσι τόν μῆνα Ὀκτώβριον, τό Ἁη-Δημητρίτην, ὅστις σιωπηλός, ὡς προσευχόμενος ἐρημίτης, παρέρχεται ἀπό τό χωρίον τό νησιωτικόν, σπεύδων ἔξω βιαστικός νά φθάσῃ εἰς τούς ἐλαιῶνας, με χαράν καί μέ θάλπος, ὅπου ὅλαι αἱ νησιωτοποῦλαι, πρωΐ-πρωΐ ἐξέρχονται εἰς τήν συλλογήν τοῦ ἐλαιοκάρπου".


Οἱ εἰκόνες αὐτές, πού μέ τόση δεξιότητα καί ἀκρίβεια μᾶς παρουσιάζει ὁ Μωραϊτίδης, σήμερα εἶναι ξεχασμένες ἀπό πολλούς. Ὅπως ξεχασμένες εἶναι κι οἱ εἰκόνες πού, συνεχίζοντας τήν διήγηση, παρουσιάζει ὁ Σκιαθίτης λογογράφος.
"Τήν ὥραν ὁποῦ ἡ Πούλια ἡ ἀργυροκέντητος εὑρίσκεται εἰς τό μεσουράνημα προπορευομένη ἀπό τάς ἀκτινοβολούσας Πήχεις, μέ τόν ἀστέρα της πίσω δέσμιον, τόν λαμπρόν Μεσονύχτην, τήν ὥραν αὐτήν αἱ νησιωτοποῦλαι, ἐγερθεῖσαι, ἔψησαν τήν πλακόπηταν, ἐτηγάνισαν τίς ζαργάναις, ὁπῦ μεσάνυχτα τίς φέρναι ὁ γέρο-Τρικκεριώτης ἐπιστρέφων ἀπό τό πυροφάνι, ἔλαβον εἰς τούς ὤμους των τίς κόφες μέ τούς κενούς τούς σάκκους, ἐπέρασαν καί τά καλάθια ς᾿ τό χέρι των, καί ἐξέρχονται συντροφιές-συντροφιές, εἰς τούς ἐλαιῶνας… Εἰς τόν ἐλαιῶνα τώρα, τόν μῆνα τόν Ἁι-Δημιτρίτην, γίνεται καθ᾿ ἑκάστην ἡ συγκέντρωσις τοῦ χωρίου. Ἐκεῖ τραγούδια καί χαρά, ἐκεῖ δουλειά καί γέλια, ἐκεῖ ὅλον τό χωρίον ξεσπιτωμένον... Ὅταν περάσῃ ἡ ἑβδομάς τῶν ἐλαιώνων, ἕως νά πνεύσῃ πάλιν νέος βορρᾶς καί καταρρίψῃ νέον ἐλαιοκαρπόν, τό δεύτερο χέρι, ἀρχίζουν τότε οἱ εὔμορφες βραδυές τῶν νυχτεριῶν εἰς τό φίλεργον καί φιλόπονον χωρίον, τό ὁποῖον ὡς κλῶσσα κάθηται ἐπάνω εἰς τάς ἀκτάς τοῦ βράχου. Παρά τήν ἑστίαν, ἐκ τῆς ὁποίας λαμπράς ἀναδίδουν φλόγας αἱ δαδοῦχαι σχίζαι, καθήμεναι αἱ νησιωτοποῦλαι, ἄλλαι πλέκουν, ἄλλαι γνέθουν, ἄλλαι κεντοῦν, ἐνῷ ἡ γραῖα, ἁπλώσασα τούς πόδας της ἴσια, θέτει ἐπάνω τά λανάρια της καί ἀρχίζει νά λαναρίζῃ. Νά λαναρίζῃ τά μαλλιά, μέ τά ὁποῖα θά ὑφάνῃ τά ὑφάσματα τοῦ χειμῶνος, τά χονδρά".
Εἶναι, πράγματι, πολύ νοσταλγικές αὐτές οἱ εἰκόνες τῆς παλιᾶς ἀγροτικῆς ζωῆς, τήν ὁποία σήμερα, ὅσοι τή ζήσαμε, τήν ἀναζητοῦμε, γιατί εἶχε μέσα της τή γνησιότητα, τόν σεβασμό ἀπέναντι στό Θεό καί στό συνάνθρωπο καί τήν ἀγάπη στή γῆ. Γιατί καλλιεργώντας την μέ φροντίδα καί ἐπιμέλεια, ἤξερες πώς θά σοῦ προσφέρει τήν τιμημένη της δωρεά.
Αὐτές οἱ εἰκόνες, εἰκόνες ἀληθινές ἀπό τή φθινοπωρινή Σκιάθο τοῦ τέλους τοῦ 19ου μέ ἀρχές τοῦ 20 οῦ αἰ., πού μέ σπουδή καί εὐλάβεια κατέγραψε καί διέσωσε ὁ Μωραϊτίδης ἔπαψαν νά ἐπαναλαμβάνονται ἐδῶ καί ἀρκετές δεκαετίες. Τό μόνο πού ἀπόμεινε εἶναι ἡ πρωϊνή ἱερή συνήθεια τοῦ Ὄρθρου, ὅπως τό καταγράφει ὁ Μωραϊτίδης.
" Ὄρθρος βαθύς. Καί ὁ παπᾶ-Κωνσταντής ἐσήμανεν ἤδη είς τούς Τρεῖς Ἱεράρχας, τόν ὁποῖον παρηκολούθησεν ἀμέσως, ὡς νά τόν ἐπερίμενεν ἀπό ὥραν κρεμασμένος ἀπό τήν καμπάναν, παπᾶ-Κονόμος τῆς Παναγίας τῆς Λημνιᾶς".
Ἀπ᾿ αὐτή τήν εἰκόνα τό μόνο πού ἄλλαξε ἀπό τό χθές μέχρι σήμερα εἶναι τά ὀνόματα τῶν ἐφημερίων. Γιατί κατά τά ἄλλα, εὐτυχῶς δηλαδή, ἡ Παράδοση συνεχίζει τό θεοφιλές της δρομολόγιο...
π. Κων. Ν. Καλλιανός

Related Posts with Thumbnails