Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΣΤΕΠΑ" ΜΕ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ π. ΓΕΩΡΓΙΟ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ


Με αφορμή τα 40 χρόνια από την εκδημία του μεγάλου Ρώσου θεολόγου και στοχαστή π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, στο τεύχος #12 της Στέπας, που μόλις κυκλοφόρησε και επιμελείται ο φιλόπονος Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, δημοσιεύεται ένα μεγάλο αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του. 
Στο αφιέρωμα συμμετέχουν γνωστοί Έλληνες θεολόγοι, δημοσιεύεται ένα κριτικό κείμενο του Νικολάι Μπερντιάγιεφ καθώς και για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, οι Θέσεις του π. Γεωρίου Φλωρόφσκι για τη διατριβή του, η οποία χάθηκε κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. 
Στον μεγάλο, αλλά άγνωστο έρωτα της Άννας Αχμάτοβα με τον Μπορίς Ανρέπ είναι αφιερωμένο ειδικό τμήμα του τεύχους με κείμενα της ίδιας της ποιήτριας αλλά και του διάσημου Ρώσου γλύπτη της διασποράς, καθώς επίσης και τα διαφωτιστικά απομνημονεύματα του Γκλέμπ Στρούβε, του εκδότη, χάρη στις προσπάθειες του οποίου «πέρασαν» στη Δύση πολλά κείμενα της ρωσικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. 
Ο μαέστρο Σεργκέι Παρατζάνοφ και οι σχέσεις του με την εξουσία. Ο σκηνοθέτης στο μικροσκόπιο των μυστικών υπηρεσιών. Για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, στοιχεία από άγνωστα ντοκουμέντα της ΚΑ.ΓΚΕ.ΜΠΕ, αλλά και η «στενογραφημένη» από πληροφοριοδότες, ομιλία του Παρατζάνοφ στη Λευκορωσία. 
Στο τεύχος δημοσιεύονται διηγήματα του Α. Τσέχωφ, Βελιμίρ Χλέμπνικοφ και Αντρέι Πλατόνοφ, ενώ στη στήλη θέατρο δημοσιεύεται για πρώτη φορά το θεατρικό έργο του Χλέμπνικοφ «Η κυρία Λένιν». 
Το μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας Νατάλια Κορνιένκο δημοσιεύει στο τεύχος ένα αιρετικό άρθρο για τον άλλοτε πανίσχυρο γενικό γραμματέα της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων Κ. Φεντίν. 
Αμέσως μετά ο καθηγητής του Κρατικού Πανεπιστημίου Ανθρωπιστικών Σπουδών της Μόσχας Βαλέρι Τιούμπα αναλύει τα καρναβαλικά μοτίβα στην ποίηση του Α. Σ. Πούσκιν, ενώ ο Βιατσεσλάβ Ιβανόφ μας δίνει μία ολοκληρωμένη και βιωματική προσέγγιση της ποίησης του Βαρλάμ Σαλάμοφ.
Στον Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη, μίλησε ο διάσημος Ρώσος συγγραφέας Μπορίς Ακούνιν, αναλύοντας τις απόψεις του για τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη σημερινή πολιτική κατάσταση της Ρωσίας. Λίγες σελίδες παρακάτω δημοσιεύεται η τελευταία συνέντευξη του Γιούρι Λότμαν, ενός εκ των ιδρυτών της περίφημης σχολής Σημειολογίας στο Ταρτού. 
Ο Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης με το δοκίμιό του Μπορίς Παστερνάκ η τραγικότητα του ιδεαλισμού αναλύει το έργο του Ρώσου συγγραφέα Δόκτωρ Ζιβάγκο μέσα από το πρίσμα της διαχρονίας της ρωσικής λογοτεχνίας αλλά και του ζοφερού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δημιούργησε ο νομπελίστας. 
Στις σελίδες για τον Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι ο πλέον αρμόδιος από τους μελετητές του έργου του μεγάλου ανατόμου της ρωσικής ψυχής, Βασίλι Ροζάνοφ, αναφέρεται στη διένεξη του Ντοστογιέφσκι με τον Σολοβιόφ. 
Στο τεύχος όπως πάντα υπάρχουν νέες μεταφράσεις ποιημάτων των Άννα Αχμάτοβα – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Νικολάι Νεντόμπροβο, Ρόμπερτ Ροζντένσεφσκι, Αρσένι Ταρκόφσκι, Ελντάρ Ριαζάνοφ, Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τατιάνα Σερμπινά και το άγνωστου στην Ελλάδα ρόκερ και ποιητή Γιεγκόρ Λετόφ. 
Με κείμενα των Αντρέι Μπέλι για τη σχολή των Νεοσλαβόφιλων και οι Δυτικίζοντες στη σύγχρονη ρωσική φιλοσοφική σκέψη, του Αλεξέι Λόσεφ για τον όρο «μαγεία» στην κατανόηση του π. Πάβελ Φλορένσκι, αλλά και του Μεράμπ Μαμαρντασβίλι για τη ζωή στην Ε.Σ.Σ.Δ. αναδεικνύεται η ρωσική φιλοσοφική παράδοση του 20ου αιώνα. 
Ο Λάμπρος Σκάρλας κάνει μία εκτενή αναδρομή στο σοβιετικό μοντάζ και την περίπτωση Αϊζενστάιν, ενώ ο Παναγιώτης Μπουγιάς παρουσιάζει τη σοβιετική ταινία Σύμφωνα με το νόμο. 
Και φυσικά στο τεύχος υπάρχουν πάντα οι στήλες Βιβλιοστάσιο με παρουσιάσεις νέων εκδόσεων σχετικά με το ρωσικό πολιτισμό, Helleno–russica με κείμενα επιστημονικού χαρακτήρα για τις ελληνορωσικές πολιτιστικές σχέσεις, αλλά τα Αντίδωρα με έργα Ελλήνων λογοτεχνών εμπνευσμένα από τη Ρωσία. 
Και ένα κείμενο του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου για τις "Ελληνορωσικές μουσικές διαδράσεις στο διάβα της ιστορίας"

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Γ. ΜΑΡΤΖΕΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΣΤΟΝ 21ο αι. ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ


Ως γνωστόν, στις 14-15 Ιανουαρίου του 2013 στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ πραγματοποιήθηκε το οικουμενικό συμπόσιο με θέμα «Ο οικουμενικός διάλογος στον 21ο αιώνα: πραγματικότητες-προκλήσεις-προοπτικές» προς τιμήν του καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη, με τη συμμετοχή διακεκριμένων πανεπιστημιακών δασκάλων.
Το συμπόσιο είχε μεγάλη επιτυχία και οι εισηγήσεις των ομιλητών διακρίθηκαν για το υψηλό ακαδημαϊκό τους επίπεδο.  
Αναδημοσιεύουμε, στη συνέχεια, από το εξαιρετικό ιστολόγιο Θεολογικά Δρώμενα την εισήγηση του καθηγητή Γ. Μαρτζέλου. 
Διαβάστε και την εισήγηση του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Τσέτση στο συμπόσιο εδώ


Tο ζήτημα της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο υπό το φως των πανορθόδοξων αποφάσεων 
Εισήγηση του καθηγητή Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου στο οικουμενικό συμπόσιο «ο οικουμενικός διάλογος στον 21ο αιώνα. Πραγματικότητες-προκλήσεις-προοπτικές» 
Όταν μου ζητήθηκε να συμμετάσχω στη Διημερίδα αυτή προς τιμήν του αγαπητού συναδέλφου κ. Βασιλειάδη με μια εισήγηση, δήλωσα, όπως φαίνεται και από το Πρόγραμμα, το θέμα: «Η θεολογία του ‘σπερματικού λόγου’ και η σημασία της για τους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους». Κι’ αυτό γιατί η θεολογία του σπερματικού λόγου, όπως αναπτύχθηκε από το φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο, εις τρόπον ώστε να αποτελέσει το υπόβαθρο της κλασσικής θέσης του ότι «όσα παρά πάσι καλώς είρηται, ημών των Χριστιανών εστι», δεν αξιοποιήθηκε μέχρι τώρα στους διαχριστιανικούς και κυρίως στους διαθρησκειακούς διαλόγους. Πιστεύω βαθύτατα ότι η εφαρμογή της θεολογίας και της θέσης αυτής του Ιουστίνου στους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους συμβάλλει αποφασιστικά στην υπέρβαση τόσο της ομολογιακής ή θρησκειακής αποκλειστικότητας (Exklusivismus) όσο και της ομολογιακής ή θρησκειακής περιεκτικότητας (Inklusivismus), προβάλλοντας ταυτόχρονα τη σωτηριώδη πληρότητα και ακεραιότητα του αποκεκαλυμμένου λόγου του Θεού εν Χριστώ. 
Ωστόσο, επειδή οι φονταμενταλιστικές αντιδράσεις ορισμένων θρησκευτικών κύκλων κατά της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ιδίως της Εκκλησίας της Ελλάδος στον οικουμενικό διάλογο αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια, θεώρησα καλό δραττόμενος αυτής της ευκαιρίας να γίνω πιο πρακτικός και, πιστεύω, πιο εποικοδομητικός, αναφερόμενος στο «Ζήτημα της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Οικουμενικό Διάλογο υπό το φως των Πανορθοδόξων αποφάσεων».          *** 
Ήδη από τα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αι. γίναμε μάρτυρες μιας αυξανόμενης ανησυχίας που διακατέχει ορισμένους χριστιανούς της Εκκλησίας μας, κληρικούς και λαϊκούς, για τη συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ειδικότερα της Εκκλησίας της Ελλάδος, στους θεολογικούς διαλόγους με τις άλλες χριστιανικές Ομολογίες, καθώς και στην Οικουμενική Κίνηση. Τα πιστά αυτά μέλη της Εκκλησίας μας, που διακρίνονται για την κατά πάντα επαινετή ευαισθησία τους σε θέματα πίστεως, πιστεύουν δυστυχώς εσφαλμένα, λόγω ανεπαρκούς ή και ανεύθυνης πληροφόρησης που έχουν για τα θέματα αυτά, ότι με τη συμμετοχή της Εκκλησίας μας στους θεολογικούς αυτούς διαλόγους και στην Οικουμενική Κίνηση προδίδουμε την Ορθόδοξη Πίστη, θυσιάζοντάς την στο βωμό ανθρώπινων σκοπιμοτήτων για την επίτευξη δήθεν μιας επίπλαστης χριστιανικής ενότητας, ξένης προς την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και Παράδοση. Αποτέλεσμα της εσφαλμένης αυτής αντιλήψεως είναι η εμφάνιση αντιδράσεων μέσα στον ελλαδικό χώρο υπό μορφή «Ομολογίας πίστεως», σαν να κινδυνεύει η Ορθόδοξη Πίστη μας από κάποιες αιρέσεις που ελλοχεύουν μέσα στους κόλπους της ίδιας της Εκκλησίας! 
*** 
Ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να πληροφορηθεί υπεύθυνα ο λαός του Θεού ότι όχι μόνο κανένας λόγος ανησυχίας δεν συντρέχει από τη συμμετοχή της Εκκλησίας μας στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους ή και στους πολυμερείς που πραγματοποιούνται μέσα στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και της Οικουμενικής Κίνησης γενικότερα, αλλά τουναντίον η συμμετοχή μας αυτή, όπως άλλωστε και των λοιπών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, επιβάλλεται, προκειμένου η Ορθόδοξη Εκκλησία στο σύνολό της, ανταποκρινόμενη στη θεανθρώπινη φύση της και την αποστολή της στον κόσμο, να δίνει συνεχώς και αδιαλείπτως μια δυναμική μαρτυρία του θεολογικού, λειτουργικού και του εν γένει πνευματικού της πλούτου μεταξύ των ετεροδόξων χριστιανών, με σκοπό την αποκατάσταση της ενότητάς τους με τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Εξ άλλου πρέπει να γίνει σαφές και κατανοητό ότι η συμμετοχή της Εκκλησίας μας στους θεολογικούς αυτούς διαλόγους δεν αποτελεί μεμονωμένη δική της επιλογή, ανεξάρτητη ή και διαφορετική από τις υπόλοιπες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά συνιστά οφειλετική ανταπόκριση σε πανορθόδοξες αποφάσεις που έχουν ληφθεί ομόφωνα σχετικά με το θέμα αυτό από όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες τόσο κατά την Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1976) όσο κυρίως κατά την Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1986), με τις οποίες εκφράστηκε η καθολική συνείδηση και στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας όσον αφορά τις σχέσεις της με τις λοιπές χριστιανικές Ομολογίες και την Οικουμενική Κίνηση. 
Ήδη η Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1976), θέτοντας ως στόχο της να προαγάγει τις διαχριστιανικές σχέσεις και την Οικουμενική Κίνηση με σκοπό την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας, αποφάσισε ομόφωνα: 
α) όσοι διμερείς θεολογικοί διάλογοι με τους ετεροδόξους είχαν ήδη αρχίσει μέχρι τη στιγμή εκείνη, όπως οι διάλογοι με την Αγγλικανική, την Παλαιοκαθολική και τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες, να συνεχισθούν και να ενταθούν, ενώ όσοι δεν είχαν ακόμη αρχίσει, όπως ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική και τη Λουθηρανική Εκκλησία, να υπάρξει η σχετική δραστηριοποίηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ώστε να αρχίσουν και να προχωρήσουν, και 
β) να συνεχισθεί και να ενταθεί η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση και η συνεργασία της σε όλες τις εκδηλώσεις της. Ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά τη στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών αποφασίστηκε να επιδιωχθεί, ώστε η οργανική συμμετοχή της Εκκλησίας μας σ’ αυτό να καταστεί περισσότερο ενεργός, υπό την προϋπόθεση πάντοτε της τηρήσεως εκ μέρους της των εκκλησιολογικών της αρχών. 
Πολύ πιο αναλυτικά και εμπεριστατωμένα για τη συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους και την Οικουμενική Κίνηση αποφάνθηκε και πάλι ομόφωνα η Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1986). Όπως τονίζεται για τους διμερείς θεολογικούς διαλόγους στην ομόφωνη απόφασή της, «Η Ορθόδοξος Εκκλησία ανέκαθεν ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη προς πάντα διάλογον τόσον διά θεολογικούς όσον και διά ποιμαντικούς λόγους. Κατά τα τελευταία έτη η Ορθόδοξος Εκκλησία εχώρησε πράγματι εις θεολογικόν διάλογον μετά πλείστων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα. 
Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ως ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, έχει πλήρη συνείδησιν της ευθύνης αυτής διά την ενότητα του χριστιανικού κόσμου… Οι σύγχρονοι διμερείς θεολογικοί διάλογοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας εκφράζουν κατά τρόπον αυθεντικόν την συνείδησιν ταύτην της Ορθοδοξίας. 
Βεβαίως η Ορθόδοξος Εκκλησία, διαλεγομένη μετά των λοιπών Χριστιανών, δεν παραγνωρίζει τας δυσκολίας του τοιούτου εγχειρήματος, κατανοεί όμως ταύτας εν τη πορεία προς την κοινήν παράδοσιν της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας και επί τη ελπίδι ότι το Άγιον Πνεύμα, όπερ όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας, θα αναπληρώση τα ελλείποντα. Εν τη εννοία ταύτη η Ορθόδοξος Εκκλησία εις τους θεολογικούς διαλόγους δεν στηρίζεται μόνον εις τας ανθρωπίνας δυνάμεις των διεξαγόντων τους Διαλόγους, αλλ’ απεκδέχεται και την επιστασίαν του Αγίου Πνεύματος εν τη χάριτι του Κυρίου, ευχηθέντος «ίνα πάντες έν ώσιν» (Ιω. 17, 21). 
Οι σύγχρονοι διμερείς θεολογικοί διάλογοι, κηρυχθέντες υπό Πανορθοδόξων Διασκέψεων, εκφράζουν την ομόθυμον απόφασιν πασών των κατά τόπους αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, αι οποίαι έχουν ύψιστον χρέος να συμμετέχουν ενεργώς και συνεχώς εις την διεξαγωγήν αυτών, ίνα μη παρακωλύηται η ομόφωνος μαρτυρία της Ορθοδοξίας προς δόξαν του εν Τριάδι Θεού… Είναι ευνόητον ότι κατά την διεξαγωγήν των Θεολογικών Διαλόγων κοινός πάντων σκοπός είναι η τελική αποκατάστασις της εν τη ορθή πίστει και τη αγάπη ενότητος». 
Αναφερόμενη επίσης στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Οικουμενική Κίνηση, επισημαίνει χαρακτηριστικά τα εξής: 
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία εν τη βαθεία πεποιθήσει και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία ότι αποτελεί τον φορέα και δίδει την μαρτυρίαν της πίστεως και της παραδόσεως της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ακραδάντως πιστεύει ότι κατέχει κεντρικήν θέσιν εις την υπόθεσιν της προωθήσεως της ενότητος των Χριστιανών εντός του συγχρόνου κόσμου. 
Η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει την αποστολήν και υποχρέωσιν ίνα μεταδώση πάσαν την εν τη Αγία Τριάδι και τη Ιερά Παραδόσει αλήθειαν, ήτις και προσδίδει τη Εκκλησία τον καθολικόν αυτής χαρακτήρα. Η ευθύνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως και η οικουμενική αυτής αποστολή διά την ενότητα της Εκκλησίας εξεφράσθησαν υπό των Οικουμενικών Συνόδων…. 
Η Ορθόδοξος Εκλησία, αδιαλείπτως προσευχομένη ‘υπέρ της των πάντων ενώσεως’, μετέσχε της Οικουμενικής Κινήσεως από της πρώτης εμφανίσεως αυτής και συνετέλεσεν εις την διάπλασιν και περαιτέρω εξέλιξιν αυτής. Άλλωστε η Ορθόδοξος Εκκλησία λόγω του οικουμενικού πνεύματος, το οποίον την διακρίνει, κατά την διάρκειαν της ιστορίας, αείποτε ηγωνίσθη προς αποκατάστασιν της χριστιανικής ενότητος. Διό και η ορθόδοξος συμμετοχή εις την Οικουμενικήν Κίνησιν ουδόλως τυγχάνει ξένη προς την φύσιν και την ιστορίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλ’ αποτελεί συνεπή έκφρασιν της αποστολικής πίστεως εντός νέων ιστορικών συνθηκών και προς αντιμετώπισιν νέων υπαρξιακών αιτημάτων. 
Υπό το ανωτέρω πνεύμα άπασαι αι κατά τόπους Αγιώταται Ορθόδοξοι Εκκλησίαι συμμετέχουν σήμερον ενεργώς εις διάφορα εθνικά, περιφερειακά και διεθνή όργανα της Οικουμενικής Κινήσεως, ως και εις διαφόρους διμερείς και πολυμερείς διαλόγους… Η πολυδιάστατος αύτη οικουμενική δραστηριότης πηγάζει εκ του αισθήματος υπευθυνότητος και εκ της πεποιθήσεως ότι η συνύπαρξις, η αμοιβαία κατανόησις, η συνεργασία και αι κοιναί προσπάθειαι προς μίαν χριστιανικήν ενότητα τυγχάνουν ουσιώδεις: ‘ίνα μη εγκοπήν τινα δώμεν τω Ευαγγελίω του Χριστού’ (Α΄ Κορ. 9, 12)». 


Ειδικότερα ως προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) που αποτελεί ένα από τα κυριότερα όργανα της Οικουμενικής Κινήσεως, αφού τονίζεται κατ’ αρχήν ο ιδρυτικός ρόλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας  για τη σύσταση του εν λόγω Συμβουλίου, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: 
«… Ως έχει ήδη δηλωθή πανορθοδόξως (Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις, 1968) η Ορθόδοξος Εκκλησία αποτελεί πλήρες και ισότιμον μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, και δι’ όλων των εις την διάθεσιν αυτής μέσων συμβάλλει εις την προαγωγήν και ευόδωσιν του όλου έργου του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. 
Η Ορθόδοξος Εκκλησία, παρά ταύτα, πιστή εις την εκκλησιολογίαν αυτής, εις την ταυτότητα της εσωτερικής αυτής δομής, και εις την διδασκαλίαν της αδιαιρέτου Εκκλησίας, συμμετέχουσα εν τω οργανισμώ του Π.Σ.Ε., ουδόλως παραδέχεται την ιδέαν της ‘ισότητος των Ομολογιών’ και ουδόλως δύναται να δεχθή την ενότητα της Εκκλησίας ώς τινα διομολογιακήν προσαρμογήν. Εν τω πνεύματι τούτω, η ενότης, η οποία αναζητείται εν τω Π.Σ.Ε. δεν δύναται να είναι προϊόν μόνον θεολογικών συμφωνιών. Ο Θεός καλεί πάντα χριστιανόν εις την εν τω μυστηρίω και τη παραδόσει βιουμένην εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία ενότητα της πίστεως… 
Η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει συνείδησιν του γεγονότος, ότι η Οικουμενική Κίνησις λαμβάνει νέας μορφάς, προκειμένου ίνα ανταποκριθή εις τας νέας συνθήκας και αντιμετωπίση τας νέας προκλήσεις του συγχρόνου κόσμου. Εις την πορείαν ταύτην είναι απαραίτητος η δημιουργική συμβολή και μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί τη βάσει της αποστολικής παραδόσεως και πίστεώς της». 
Κατόπιν τούτων η οιαδήποτε εν ονόματι της Ορθοδοξίας αρνητική στάση ή αντίδραση εκ μέρους ορισμένων ευσεβών Χριστιανών έναντι της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ειδικότερα της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Οικουμενική Κίνηση, στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους, καθώς και στους πολυμερείς στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, είναι αντίθετη με την πανορθοδόξως και ομοφώνως εκφρασθείσα συνείδηση και βούληση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συνιστά αθέτηση των εν Αγίω Πνεύματι ειλημμένων ομοφώνων αποφάσεων της Εκκλησίας σε πανορθόδοξο επίπεδο. 
Το συνήθως προβαλλόμενο επιχείρημα ορισμένων κατά της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση και στους θεολογικούς αυτούς διαλόγους είναι ότι κατά τις οικουμενικές επαφές των Ορθοδόξων κληρικών ή λαϊκών αντιπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών με τους ετεροδόξους γίνεται συμπροσευχή με αιρετικούς, πράγμα που αντιβαίνει στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων. 
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στις γνωματεύσεις των τριών Καθηγητών, Βλ. Φειδά, Κ. Σκουτέρη και Γρ. Λαρεντζάκη, που εξέδωσε σε ειδικό τεύχος το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών με τον τίτλο «Η συμπροσευχή με τους ετεροδόξους κατά την ορθόδοξη θεολογική παράδοση», όπου δίδονται επαρκείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις σε ερωτήματα που σχετίζονται με τον προβληματισμό αυτό. Άλλωστε η συμπροσευχή προϋποθέτει κοινό λατρευτικό τυπικό, το οποίο από πλευράς ορθοδόξου δεν γίνεται αποδεκτό ως κοινό λατρευτικό πλαίσιο κατά την τέλεση της προσευχής με τους ετεροδόξους. Με την έννοια αυτή η προσευχή των Ορθοδόξων αντιπροσώπων στα πλαίσια των διαφόρων οικουμενικών επαφών για την αποκατάσταση της ενότητας μεταξύ των Χριστιανών δεν συνιστά συμπροσευχή. Άλλωστε η προσευχή πρέπει να χαρακτηρίζει συνεχώς και αδιαλείπτως κάθε Χριστιανό, όπου κι’ αν βρίσκεται, πολλώ δε μάλλον όταν μετέχει ως εκπρόσωπος μιας τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας σε συναντήσεις, με σκοπό την επίτευξη ενός θεάρεστου σκοπού, όπως η ενότητα μεταξύ των Χριστιανών. 
Ως εκ τούτου, θα πρέπει όλοι οι Χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, να έχουν πλήρη εμπιστοσύνη στην Εκκλησία, που διεξάγει τους θεολογικούς διαλόγους είτε τους διμερείς είτε τους πολυμερείς στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, έχουσα ως βάση την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και Παράδοση, και να μη παρασύρονται από τις ακρότητες ορισμένων ατόμων που, θέτοντας τον εαυτό τους πάνω από την πανορθόδοξη συνείδηση που εκφράστηκε με πανορθόδοξες αποφάσεις, θεωρούν την Ορθοδοξία δικό τους αποκλειστικό προνόμιο,  καλλιεργώντας έναντι της συμμετοχής της Εκκλησίας μας στους θεολογικούς διαλόγους και την Οικουμενική Κίνηση το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία, πράγμα που δεν συνάδει όχι μόνο με το ορθόδοξο, αλλά ούτε καν με το χριστιανικό γενικά ήθος. 
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι η Ορθοδοξία ως ιδιότητα της Εκκλησίας δεν είναι υπόθεση μεμονωμένων ατόμων ούτε βρίσκεται έξω και πάνω από την Εκκλησία ως ρυθμιστικός κανόνας της ζωής και της σκέψης της, αλλά ταυτίζεται με την Εκκλησία, αποτελώντας συστατικό του είναι της, και γι’ αυτό βιώνεται μόνο εν κοινωνία με την Εκκλησία, πράγμα που σημαίνει εν προκειμένω πλήρη αποδοχή των πανορθοδόξως ειλημένων αποφάσεων εκ μέρους των Ορθοδόξων πιστών. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος αταξίας και σχισμάτων μέσα στην Εκκλησία, τα οποία τραυματίζουν θανάσιμα την ενότητά της, πράγμα που αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. 
Εξ άλλου οι συμμετέχοντες εξ ονόματος των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στους θεολογικούς διαλόγους και την Οικουμενική Κίνηση, είτε κληρικοί είτε λαϊκοί, δεν ενεργούν ως μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά κατ’ εντολήν των Εκκλησιών τους. Γι’ αυτό άλλωστε και ενημερώνουν τις Συνόδους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών που εκπροσωπούν για την πορεία των θεολογικών διαλόγων ή για τις περαιτέρω προοπτικές τους, υποβάλλοντας στις Συνόδους των Εκκλησιών τους προς έγκριση τα Κοινά Κείμενα που συντάσσονται και γίνονται αποδεκτά από τις Μικτές Θεολογικές Επιτροπές στα πλαίσια των διαλόγων, και αφήνοντας σ’ αυτές ως τις μόνες αρμόδιες την ευθύνη να αποφασίσουν για τη συνέχιση ή τη διακοπή του διαλόγου. Χωρίς τη συνοδική έγκριση ή απόφαση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών κανένα θεολογικό κείμενο και καμιά απόφαση των συμμετεχόντων εξ ονόματος των Εκκλησιών αυτών στους θεολογικούς διαλόγους δεν έχει εκκλησιαστικό κύρος. 


Ύστερα από όσα ανεφέρθησαν γίνεται κατανοητό ότι η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ειδικότερα της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Οικουμενική Κίνηση μέσα από τους διμερείς και πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους δεν σημαίνει προδοσία της Ορθοδοξίας, όπως κακόβουλα και παραπλανητικά ισχυρίζονται ορισμένα άτομα, επιδιώκοντας να παρασύρουν προς ίδιον όφελος τον ευσεβή λαό του Θεού. τουναντίον, η συμμετοχή αυτή αποτελεί κατ’ ανάγκην ένα σύγχρονο μέσο ιεραποστολικής μαρτυρίας της Ορθοδοξίας μεταξύ των ετεροδόξων, με σκοπό την αποκατάσταση της ενότητας των Χριστιανών, για την οποία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αδιαφορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε εν προκειμένω ο μεγάλος Ρώσσος θεολόγος μακαριστός πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «Θεωρώ τη συμμετοχή αυτή όχι μόνο ως επιτρεπόμενη και δυνατή για τους Ορθοδόξους, αλλά και ως άμεσο καθήκον που απορρέει από τη ίδια την ουσία της ορθοδόξου συνειδήσεως και την υποχρέωση που ανήκει στην αληθινή Εκκλησία να καταθέτει αδιάκοπα τη μαρτυρία της παντού, στις «συναγωγές και τις αρχές και τις εξουσίες». «Πώς δε πιστεύσωσιν  ου ουκ ήκουσαν; Πώς δε ακούσωσιν χωρίς κηρύσσοντος;». (Ρωμ. 10, 14). Αυτή η αποστολική ρήση έχει τη θέση της κυρίως εδώ. Βλέπω την ορθόδοξη συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση υπό το πρίσμα της ιεραποστολικής δράσεως. Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται ειδικά σε συμμετοχή ακριβώς στην οικουμενική ανταλλαγή ιδεών, επειδή αναγνωρίζει τον εαυτόν της ως τον φύλακα της αποστολικής πίστεως και της Παραδόσεως στην καθολικότητα και την πληρότητα τους, και ότι είναι, μ’ αυτή την έννοια, η αληθινή Εκκλησία, επειδή έχει συνείδηση ότι κατέχει το θησαυρό της θείας χάριτος, χάρη στη συνέχεια της ιεροσύνης και της αποστολικής διαδοχής, και επειδή, τέλος, διεκδικεί μια ξεχωριστή θέση μέσα στη διηρημένη χριστιανοσύνη». 
Μετά την ξεκάθαρη αυτή θέση του πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ που εναρμονίζεται πλήρως με τις ομόφωνες αποφάσεις των δύο προαναφερθεισών Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων σχετικά με τη συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στους θεολογικούς διαλόγους και εν γένει στην Οικουμενική Κίνηση, κανείς δεν θα πρέπει να έχει επιφυλάξεις ή να αμφιβάλλει για την αναγκαιότητα αυτής της συμμετοχής, στην οποία καθηκόντως ανταποκρίνεται και η Εκκλησία της Ελλάδος.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΣΤΟΝ π. ΓΕΩΡΓΙΟ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΝΕΟΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ



Kυκλοφόρησε τὸ νέο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία (τόμος 81, τεῦχος 4ο, Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010), τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.

Στὸ προλογικὸ σημείωμα μὲ τίτλο «Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, θεολόγος τῆς νεοπατερικῆς σύνθεσης», ὁ Σταῦρος Γιαγκάζογλου ἀποτυπώνει συνοπτικὰ τὶς βασικὲς ὄψεις τοῦ θεολογικοῦ προγράμματος τοῦ Ρώσου θεολόγου.
Στὸ πρῶτο κείμενο μὲ τίτλο «π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979). Ἕνα σύντομο βιο-ἐργoγραφικὸ σημείωμα» οἱ Matthew Baker καὶ Νικόλαος Ἀσπρούλης παρέχουν ἕνα περίγραμμα τοῦ βίου καὶ τῶν δημοσιευμένων ἔργων τοῦ Φλωρόφσκυ. Ἀκολουθεῖ σὲ ἑλληνικὴ ἀπόδοση ἕνα σημαντικὸ κείμενο τοῦ ἴδιου τοῦ Φλωρόφσκυ μὲ τίτλο «Ἡ κληρονομιὰ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας», στὸ ὁποῖο ἐπισημαίνεται ἡ ἀναγκαιότητα τῆς νεοπατερικῆς σύνθεσης.
Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ μὲ τίτλο «π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: ὁ οἰκουμενικὸς διδάσκαλος» ἀνατέμνει βασικὲς ὄψεις (π.χ. ἐκχριστιανισμένος Ἑλληνισμός, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας, ἡ Χριστολογία) τοῦ νεοπατερικοῦ παραδείγματος τοῦ Ρώσου θεολόγου.
Michel Stavrou στὸ μελέτημα μὲ τίτλο «Τὰ ἐπιστημολογικὰ κριτήρια τῆς νεοπατερικῆς σύνθεσης τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ», περιγράφει τοὺς κεντρικοὺς ἄξονες (π.χ. ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες, καθολικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας κ.ἄ.) τῆς νεοπατερικῆς πρότασης τοῦ Φλωρόφσκυ.
Στὸ κείμενο «Ἡ θεολογία τῆς Ἱστορίας στὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ» ὁ Μάριος Μπέγζος ἐμφαίνει τὴ σπουδαιότητα τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ προσωποκεντρισμοῦ στὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Φλωρόφσκυ.
Δημήτρης Μόσχος στὸ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Τὸ ἱστορικὸ ἔργο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ» ἀναδεικνύει τὴ βαθειὰ ἱστορικὴ συγκρότηση καὶ διαίσθηση τοῦ Φλωρόφσκυ.
Matthew Baker στὸ ἑπόμενο μελέτημα «‘Theology reasons’-in History: Neo-Patristic Synthesis and the Renewal of Theological Rationality», ἀναδεικνύει τὴν ἔμφαση ποὺ ἀποδίδει ο Φλωρόφσκυ στὸ καθῆκον τῆς θεολογίας ὡς μιᾶς κατ᾽ ἐξοχὴν ἐκκλησιαστικῆς ἄσκησης στὸ fides quaerens intellectum ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἱστορικῶν γεγονότων τῆς θείας οἰκονομίας. Ἀκολουθεῖ σὲ μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικὰ ἕνα παλαιὸ κείμενο τοῦ π. Γεωργίου «Ἡ προβληματικὴ τῆς ἐπανενώσεως τῶν χριστιανῶν», στὸ ὁποῖο γίνεται συζήτηση ποικίλων ὄψεων καὶ προβλημάτων σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάγκη ἐπανενώσεως τῶν χριστιανῶν.
Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέβτιτς στὸ ἄρθρο του «Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ περὶ τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας» προσεγγίζει κριτικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας τὴ σχετικὴ ἐκκλησιολογικὴ ἀντίληψη τοῦ Φλωρόφσκυ.
Ἀκολουθεῖ σὲ μετάφραση καὶ σχολιασμὸ ἀπὸ τὸν π. Δημήτριο Μπαθρέλλο ἕνα κείμενο τοῦ Φλωρόφσκυ μὲ τίτλο «Ὁ διάκονος ὡς πρόβλημα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».

Σταῦρος Γιαγκάζογλου στὸ κείμενό του «Φλωρόφσκυ καὶ Λόσκυ. Σχόλια στὴ θεολογικὴ διαμάχη γιὰ τὸ πρόβλημα τῶν δύο Οἰκονομιῶν» συζητάει τὴ διαμάχη τῶν δύο μεγάλων θεολόγων τῆς Ρωσικῆς διασπορᾶς σὲ σχέση μὲ τὴ νομιμότητα ἢ ὄχι τῆς ἀποδοχῆς μιᾶς διακριτῆς οἰκονομίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Jaroslav Skira στὸ ἄρθρο του «Destined before the foundation of the World: Creation and Incarnation in Georges Florovsky and John Zizioulas» ἀσχολεῖται μὲ τὶς βασικὲς καὶ συχνὰ συγγενεῖς ἀντιλήψεις τῶν δύο μεγάλων θεολόγων πάνω στὴν ὀργανικὴ σχέση Δημιουργίας καὶ Ἐνσάρκωσης.
Νικόλαος Ἀσπρούλης στὸ ἄρθρο του «‘Επόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν’. Ὁ διάλογος μεταξὺ Φλωρόφσκυ καὶ Bulgakov σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀνάγνωσης τῆς Παράδοσης. Εἰσαγωγικὲς παρατηρήσεις» ἀναδεικνύει τὰ βασικὰ κριτήρια τοῦ τρόπου προσέγγισης τῆς Παράδοσης ἀπὸ μέρους τῶν δύο αὐτῶν θεολόγων τῆς Διασπορᾶς.
Στὸ ἑπόμενο μελέτημα μὲ τίτλο «Ὁ ‘χριστιανικὸς Ἑλληνισμός’ τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ καὶ οἱ Ἕλληνες θεολόγοι τῆς γενιᾶς τοῦ ᾽60», ὁ Παντελῆς Καλαϊτζίδης ἐπιχειρεῖ νὰ προσεγγίσει τὸν τρόπο ποὺ χρησιμοποιήθηκε ἀπό μερίδα Ἑλλήνων θεολόγων τῆς γενιᾶς τοῦ ’60 μιὰ ἀπὸ τὶς βασικὲς διακηρύξεις τοῦ Φλωρόφσκυ.
Paul Gavrilyuk στὸ ἄρθρο «Ἐξελληνισμένος Χριστιανισμὸς τοῦ Harnack ἤ ‘ἱερὸς Ἑλληνισμός’ τοῦ Φλωρόφσκυ: Διερευνώντας δύο μετα-ἀφηγήσεις γιὰ τὴ σύζευξη τοῦ πρώιμου Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὸν πολιτισμὸ τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας» ἐξετάξει σὲ ἱστορικὴ προοπτικὴ τὶς μεθοδολογικὲς ὁμοιότητες τῶν προγραμμάτων τῶν δύο θεολόγων.
Θανάσης Παπαθανασίου στὸ μελέτημά του «‘Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται...ὁ Χριστός; Ὁ ‘χριστιανικὸς Ἑλληνισμός’ τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ καὶ ἡ ἱεραποστολή» ἀνιχνεύει τὶς ἐπιπτώσεις καὶ προεκτάσεις ποὺ ἔχει ἡ σχετικὴ θέση τοῦ Φλωρόφσκυ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία διατυπώνει καὶ ἐκφράζει τὸ μήνυμά της, ὅταν ἀνοίγεται στὸν κόσμο.
π. Κωνσταντῖνος Νευροκοπλῆς στὸ ἄρθρο τοῦ «Homo Hypostasis: Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου κατὰ τὸν π. Γ. Φλωρόφσκυ» προσφέρει μὲ βάση τὸ προλογικὸ τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ στὴν α΄ ἔκδοση τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ μιὰ πρωτότυπη πρόταση γιὰ μία ἀσκητικὴ τῆς θεολογίας.
Στὴ συνέχεια ἀκολουθεῖ ἀπὸ τοὺς Matthew Baker καὶ Νικόλαο Ἀσπρούλη ἕνα παράρτημα μὲ τὴν πληρέστερη διεθνῆ δευτερογενῆ βιβλιογραφία πάνω στὸ ἔργο τοῦ Φλωρόφσκυ.

Στὴ στήλη Παρεμβάσεις ὁ Ἀριστοτέλης Παπανικολάου στὸ κείμενο τοῦ «Παράδοση ἢ πολιτικὴ ταυτότητα; Ὁ ρόλος τῆς ‘Δύσης’ στὴ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία» ἐξετάζει τὸ ρόλο ποὺ διαδραματίζει ἡ ἔννοια τῆς Δύσης στὴ μεθοδολογία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Στὸ τελευταῖο ἄρθρο τοῦ ἀφιερώματος μὲ τίτλο «Personalistic Dimensions of Neo-Patristic Synthesis and Modern Search for New Subjectivities» ὁ Sergey Horujy διερευνᾶ τὶς προεκτάσεις τῆς θεολογικῆς πρότασης τοῦ Ρώσου θεολόγου στὸ χῶρο τῆς φιλοσοφικῆς ἀνθρωπολογίας.
Τὸ ἑπόμενο τεῦχος τῆς Θεολογίας (1/2011) μὲ θέματα ποικίλης ὕλης θὰ κυκλοφορήσει τὸν προσεχῆ Ἀπρίλιο.

Περισσότερα για το τεύχος αυτό διαβάστε εδώ.
Related Posts with Thumbnails