Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξαριστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξαριστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΩΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Η Οσία Μαρία, της οποίας την μνήμη εορτάζει η Εκκλησία σήμερα, 12 Φεβρουαρίου, έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ., κατά τη Μαρωνιτική παράδοση που τοποθετεί τον τόπο ασκήσεώς της στη σπηλιά Qanubin, στην πεδιάδα της Qadisa στο βόρειο Λίβανο, ενώ κατά άλλους τον 7ο αιώνα μ.Χ. σε Αιγυπτιακή περιοχή (γράφεται και η Αλεξάνδρεια). 
Ντύθηκε ανδρικά ρούχα και πήγε να ασκηθεί σε ανδρικό μοναστήρι μαζί με τον πατέρα της, κατά τον Συναξαριστή. Μετονομάστηκε σε μοναχό Μαρίνο. Κάποια φορά συκοφαντήθηκε ότι διέφθειρε την κόρη ενός πανδοχέα και εκδιώχθηκε από το μοναστήρι, ανατρέφοντας ένα παιδί που δεν γέννησε. 
Το πραγματικό της φύλο αποκαλύφθηκε κατά τον ενταφιασμό της.
Η αγία ανήκει σ' αυτή την ειδική, θα λέγαμε, κατηγορία αγίων γυναικών που μόνασαν σε ανδρικά μοναστήρια, αποκρύπτοντας το φύλο τους. Το ακραίο αυτό ασκητικό φαινόμενο - στα όρια του θρύλου - παραμένει δυσερμήνευτο ακόμα για την θεολογία, καθώς έχει πολλές και απίθανες παραμέτρους, ανεξήγητες για την τρέχουσα λογική. 
Ιδού πώς περιγράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον βίο της: 
Tη αυτή ημέρα μνήμη της Oσίας Mαρίας της μετονομασθείσης Mαρίνος. 

Στολή Mαρίνον μαρτυρεί την Mαρίαν, 
Tαφή Mαρίαν δεικνύει τον Mαρίνον. 
Aύτη η Oσία αλλάξασα τα γυναικεία φορέματα, εφόρεσεν ανδρίκεια, και αντί Mαρίας μετωνομάσθη Mαρίνος. Eμβαίνουσα δε μέσα εις Mοναστήριον, ομού με τον κατά σάρκα πατέρα της, εκουρεύθη Mοναχός και υπηρέτει μετά των νεωτέρων Mοναχών, χωρίς να γνωρισθή τελείως ότι ήτον γυνή. Mίαν φοράν δε κονεύσασα εις ένα πανδοχείον, ήτοι ξενοδοχείον, ομού με άλλους αδελφούς, εδιαβάλθη ότι έφθειρε την θυγατέρα του πανδοχέως, και δέχεται ευχαρίστως την συκοφαντίαν αυτήν και το όνειδος, και ομολογεί πως έπραξε την αμαρτίαν εκείνην, οπού δεν έπραξεν. Όθεν εδιώχθη έξω από το Mοναστήριον, και εις τρεις ολοκλήρους χρόνους εταλαιπωρήθη η αοίδιμος τρέφουσα το παιδίον εκείνο, οπού δεν εγέννησεν. Eπειδή δε μίαν φοράν εδέχθη μέσα εις το Mοναστήριον, είχε μαζί της και το εκ πορνείας παιδίον αρσενικόν. Eφανερώθησαν όμως τα κατά την Oσίαν, αφ’ ου ετελεύτησεν. Όταν γαρ ενταφιάζετο, εγνωρίσθη, ότι ήτον γυναίκα. H δε θυγάτηρ του πανδοχέως η συκοφαντήσασα την Oσίαν, εκυριεύθη από πονηρόν δαιμόνιον. Όθεν ωμολόγησε φανερά και είπεν, ότι διεφθάρη από ένα στρατιώτην. Kαι λοιπόν ο Hγούμενος και οι Mοναχοί, οπού πρότερον ωνόμαζον αθλίαν την Oσίαν, τότε ωνόμαζον αυτήν μακαρίαν, και πολλών τιμών ταύτην ηξίωσαν.
Σύμφωνα με τον Βίο Μαρίας Α, που εξέδωσε ο Clugnet, αφού πέρασαν τρία χρόνια από τον διωγμό της από το Μοναστήρι, ο ηγούμενος υποχώρησε στην παράκληση της αδελφότητος και ο Μαρίνος επέστρεψε στη Μονή, όπου εκτελούσε τα πιο ταπεινά διακονήματα. Μάλιστα ο Συμεών ο Μεταφραστής θέτει μια ακόμα φράση στο στόμα των αδελφών: "Εάν μη δέξη αυτόν και ημείς αναχωρούμεν του μοναστηρίου, Άρα πώς έχομεν αιτήσασθαι συγγνώμην περί των αμαρτιών ημών σήμερον τριετούς χρόνου ξαθημένου αυτού αιθρίου". 
Στη Μονή ο Μαρίνος "είχε δε και τον παίδα όπισθεν αυτού κράζοντα τατά, και όσα εστίν τοις παιδίοις". Το παιδί μεγάλωσε και αξιώθηκε του μοναχικού σχήματος.
Στον Βίο διαβάζουμε πως μετά τον θάνατο της Αγίας, οι αδελφοί "λαβόντες το άγιον λείψανον της οσίας Μαρίας, και μυρίσαντες απήγαγον εν Ιεροσολύμοις μετά πάσης δορυφορίας κακεί αυτό κατέθεντο". 
Στην λαϊκής τεχνοτροπίας εικόνα της Οσίας που προτάσσουμε της ανάρτησης αποτυπώνονται πτυχές του βίου της. 
Η Οσία κάθεται με μοναχική περιβολή πάνω σ΄ ένα κούτσουρο στο ύπαιθρο κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό, "τριετές" παιδίον, δηλαδή αυτό που μεγάλωσε ενώ δεν ήταν δικό της. Στο βάθος φαίνεται το μοναστήρι απ' όπου είχε εκδιωχθεί ως διαφθορέας. Τα προβατάκια δίνουν την ποιμενική εικόνα της εποχής, ενώ άγγελος στεφανώνει την Οσία με "τον της δικαιοσύνης στέφανον". 
Στην άλλη, από τον Κώδικα του ναού Παναγίας Formosa στη Βενετία, η Οσία εικονίζεται με δυτικότροπη μοναχική περιβολή, κρατώντας τον Σταυρό, και με ακτινωτό φωτοστέφανο, ενώ το μικρό παιδί, με μία δυναμική κίνηση που αποτυπώνεται στις πτυχώσεις του μανδύα, την τραβάει από το φουστάνι ζητώντας την προστασία της. 


Σε μία άλλη εικόνα, από γαλλικό χειρόγραφο του 14ου αιώνα, η Οσία ως νεάνις προσάγεται από τον πατέρα της Ευγένιο στο Μοναστήρι. Αξίζει να σημειωθεί πως η Οσία Μαρία - Μαρίνος γιορτάζεται και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στους Αγίους του Λιβάνου. 


Εντοπίσαμε, επίσης, στο διαδίκτυο ταινία αιγυπτιακής παραγωγής για τον βίο μιας Οσίας Μαρίας, η οποία παρουσιάζει εξαιρετική ομοιότητα με τον βίο της Οσίας Μαρίας της μετονομασθείσης σε Μαρίνο. 
Η Κοπτική παράδοση τοποθετεί τον βίο της συγκεκριμένης Οσίας στον 8ο αιώνα και θεωρεί τόπο καταγωγής της τη Βιθυνία. Η ταινία απηχεί την Κοπτική χριστιανική παράδοση και είναι παραγωγή του 2003.


Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

ΘΗΛΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ - ΑΓΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΜΟΝΑΣΑΝ ΣΕ ΑΝΔΡΙΚΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Το φαινόμενο γυναίκες να ασκούνται ως άντρες σε αντρικά μοναστήρια απαντάται πολύ νωρίς στην Εκκλησία, ήδη σε βίους αγίων του 3ου αιώνα, παρ’ ότι το φαινόμενο είναι σε έξαρση κυρίως από τον 5ο-7ο αιώνα στη μοναστική Αίγυπτο. 
Πρόκειται για ένα φαινόμενο ακραίο, ειδικά για τη σημερινή λογική, αλλά παρουσιαζόμενο «φυσιολογικά» στα συναξάρια. 
Οι βίοι αυτοί είναι πολυκύμαντοι, με κινηματογραφική πλοκή, θα λέγαμε σήμερα. Οι γυναίκες που μεταμφιέζονται σε άντρες ποθώντας τον έντονο ασκητικό βίο είναι παρθένες, θυγατέρες, σύζυγοι, πριγκίπισσες, αμαρτωλές, αλλά και αγνές. Κοινό χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης απόφασής τους είναι η ανυποχώρητη αποφασιστικότητά τους να κάνουν ό,τι χρειάζεται για να μιμηθούν τον Χριστό μέσα από τη γυναικεία τους φύση, χωρίς κάποια διάθεση παιχνιδιού με το φύλο ή κάποια σύνδεση με τον ανδρικό συναισθηματικό κόσμο. Ως επί το πλείστον δεν αποκαλύπτουν ποτέ την πραγματική τους ταυτότητα παρά μόνο μετά τον θάνατό τους, όταν πλέον έχουν καθαγιασθεί.
Ανάμεσα σ’ αυτές τις μονάστριες που ασκήτεψαν ως άνδρες είναι οι αγίες Ευγενία της Ρώμης, Αθανασία της Αντιοχείας, Απολλιναρία η Συγκλητική, Μαρία/Μαρίνος, Πελαγία της Αντιοχείας, Θεοδώρα της Αλεξανδρείας, Ματρώνα της Πέργης, Αναστασία η Πατρικία, Δοσιθέα του Κιέβου κ.ά. 
Το χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι τα κάθε λογής στερεότυπα καταρρίπτονται από τους ίδιους τους βίους των γυναικών αυτών. Η ήδη υπάρχουσα οικογένεια, για παράδειγμα, έρχεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ποθούμενο της άσκησης. 
Στους βίους των Γυναικών-Μοναχών αυτό αντικατοπτρίζεται μέσα από τον μεγάλο τους πόθο και την ανάγκη τους να φροντίσουν για τη σωτηρία της ψυχής τους διαφεύγοντας την καταστολή και την χαλιναγώγηση που τους ασκεί η κοινωνία, ξεφεύγοντας από το οικογενειακό τους περιβάλλον που τους αντιστέκεται, αλλά και καλύπτοντας την ανάγκη τους για προστασία κατά την οδοιπορία. Προφανώς, το ανδρικό μοναστήρι παρουσιάζεται ως ένα ασφαλές καταφύγιο, όπου θα μπορούν να ζουν ελεύθερες. Σε άλλες περιπτώσεις, η προσωπική σωτηρία της ψυχής συνοδεύεται από την ανάγκη τους να μην αποχωριστούν αγαπημένα τους πρόσωπα ή από την επιθυμία τους να απαλλαγούν από την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή τους, κρύβοντας τη θηλυκότητά τους για την οποία ντρέπονται. Οι συγγραφείς των βίων τους παρουσιάζουν την είσοδό τους σε ανδρικά μοναστήρια ως τον μόνο δυνατό τρόπο να ακολουθήσουν μια μοναστική ζωή. 
Αν τα επεισόδια αυτά είναι όντως πραγματικά, θα πρέπει ενδεχομένως να ιδωθούν όχι μόνο από την ανάγκη των γυναικών να ξεφύγουν από μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά ακριβώς από την απόλυτη ανάγκη να «σκληραγωγηθούν» σωματικά και πνευματικά στο όνομα του Χριστού. Στα ανδρικά μοναστήρια τα Τυπικά ήταν αυστηρότερα από αυτά των γυναικείων μοναστηριών. Επιπλέον, οι ανδρικές μονές βρίσκονταν σε απομακρυσμένες περιοχές αποκομμένες από τον κόσμο, σε αντίθεση με τις γυναικείες μοναστικές κοινότητες, που χτίζονταν σε αστικές τοποθεσίες, οι οποίες κρίθηκαν ασφαλέστερες από την ύπαιθρο για το αδύναμο φύλο. Επομένως, η σκληρότερη άσκηση και η απόλυτη ηρεμία με την αποκοπή των κοινωνικών δεσμών θα μπορούσαν ίσως να δώσουν μια απλή εξήγηση της απόφασης των γυναικών αυτών. Η αφοσίωση στον Θεό και η πνευματική χάρη για την ανάκτηση του «χαμένου παραδείσου» ήταν το ύψιστο αγαθό. 
«Οι περισσότερες από αυτές εμπλέκονται στην πορεία του βίου τους ως άνδρες μοναχοί σε επιπλοκές που διαταράσσουν τη μοναστική τους ζωή και τη θέτουν στον κίνδυνο της αποκάλυψης. Η Μαρία/Μαρίνος κατηγορείται για βιασμό και για την πατρότητα ενός παιδιού. Η Ιλαρία μετά τη μεταμφίεσή της ως άνδρας μοναχός ονόματι Ιλάριος, καλείται να θεραπεύσει τη δαιμονισμένη αδελφή της και προκαλούνται ερωτήματα για την ασυνήθιστη επίδειξη αγάπης που της δείχνει. Στο βίο της Απολλιναρίας, το ίδιο σενάριο περιπλέκεται από τη δαιμονική ψευδαίσθηση της εγκυμοσύνης της αδελφής για την οποία η Απολλιναρία ως άνδρας μοναχός αρχικά κατηγορείται. Η Ευγενία, η Σωσάννα και η Θεοδώρα αντιστέκονται στις ανήθικες προτάσεις γυναικών που τις επισκέπτονται, με αποτέλεσμα να κατηγορηθούν από αυτές τις γυναίκες και να οδηγηθούν σε δικαστήριο για να υποστηρίξουν τον εαυτό τους ενάντια στις κατηγορίες. Στο βίο της Θεοδώρας, η γυναίκα κατήγορος μένει έγκυος από άλλον άνδρα και κατηγορεί τη Θεοδώρα ότι είναι ο πατέρας του παιδιού της, ένα σενάριο που μας παραπέμπει και στην ιστορία της Μαρίας/Μαρίνου»2
Οι γυναίκες αυτές βρίσκονται ουσιαστικά αντιμέτωπες με την επιλογή είτε να αρνηθούν τις κατηγορίες είτε να τις αποδεχθούν. Κάθε επιλογή συνεπάγεται oρισμένους κινδύνους και τις ακόλουθες συνέπειες. Η ζωή τους ως ανδρών μοναχών έρχεται σε σοβαρότατο κίνδυνο αφού, για να αποδείξουν ότι οι κατηγορίες είναι αναληθείς, θα πρέπει να αποκαλύψουν το γυναικείο τους φύλο. 
Σε κάποιες περιπτώσεις, οι γυναίκες αναγκάζονται να αποκαλύψουν δημόσια το φύλο τους, εγκαταλείποντας εντέλει τα μοναστήρια τους, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις αναγκάζονται να εγκαταλείψουν παντελώς τη μοναστική τους ζωή ως άνδρες μοναχοί. Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις εκείνες όπου η ταυτότητα της αγίας παραμένει κρυφή μέχρι τον θάνατό της και αποκαλύπτεται κατά την ετοιμασία του αγίου σώματος για ταφή από τους αδελφούς μοναχούς, όπως στην περίπτωση της Μαρίας/Μαρίνου. 
Όπως αποδεικνύεται από τα κείμενα των βίων των Γυναικών-Μοναχών, οι αγίες που έλαβαν ανδρικά ενδύματα ασκούν και τα δύο φύλα. Aυτό γίνεται πιο εντυπωσιακό στις περιπτώσεις εκείνες των ηρωίδων που σε κάποιο σημείο της αφήγησης εγκαταλείπουν τη ζωή ως άνδρες μοναχοί και γίνονται και πάλι γυναίκες αλλάζοντας απλώς την εμφάνισή τους. Μπορούμε να δεχθούμε ότι οι βίοι αυτοί αντικατοπτρίζουν ένα πραγματικό γεγονός. 
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη αυτών των γυναικών και τον τρόπο που επέλεξαν να μονάσουν. Ενδέχεται, όμως, κάποιοι από αυτούς τους βίους να αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας συντακτών που στηρίχθηκαν σε πραγματικά γεγονότα ή σε προγενέστερους βίους, χρησιμοποιώντας τους ως μοντέλα συγγραφής. Ενδέχεται κάποιοι από αυτούς τους βίους να διατηρήθηκαν στη λαϊκή προφορική παράδοση και να καταγράφηκαν σε μια άγνωστη χρονική περίοδο. Χάνεται κανείς στην αμφισβητούμενη γνησιότητα των ιστοριών αυτών, στις διφορούμενες μαρτυρίες, στα κενά του χρόνου, στις σκολιές ατραπούς της θρησκευτικής διαμάχης, στα μυστικά μοναστηριών και εκκλησιαστικών χώρων. Ίσως να μην μπορέσουμε να απαντήσουμε οριστικά στο αν η περιπέτεια των αγίων αυτών είναι μια πραγματική ιστορία ή ένας προκλητικός μύθος, μπορούμε όμως με απόλυτη σιγουριά να υποστηρίξουμε ότι οι ιστορίες αυτές δεν έμειναν ποτέ χωρίς ανάγνωση. 
Μια ξεχωριστή περίπτωση, για παράδειγμα, είναι οι άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία, που ήταν ανδρόγυνο στη Μεγάλη Αντιόχεια των μέσων του 6ου αιώνα μ.Χ. Ήταν πιστοί και φιλόχριστοι και ελεήμονες. Απέκτησαν δύο παιδιά, τα οποία πέθαναν ταυτόχρονα σε μία μέρα σαν είχαν φτάσει στην ηλικία των δώδεκα χρόνων. Αποφάσισαν οι γονείς να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να φύγουν για τους Αγίους Τόπους. Κατέληξαν στην Αίγυπτο, ο Ανδρόνικος σε ανδρικό μοναστήρι και η Αθανασία σε γυναικείο. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τυχαία. Η Αθανασία αναγνώρισε τον άνδρα της, αλλά όχι εκείνος τη γυναίκα του, «επειδή και εμαράνθη το κάλλος αυτής από την πολλήν άσκησιν, και εφαίνετο ωσάν αράπης», όπως λέγει ο Συναξαριστής.3 Τελικά ο Ανδρόνικος αποφασίζει με την ευχή του Γέροντά του να συνασκητέψει με τον Αθανάσιο, δηλαδή τη γυναίκα του Αθανασία, η οποία του είχε παρουσιαστεί ως άνδρας μοναχός. Ασκήτεψαν μαζί δώδεκα χρόνια. Και όταν εκοιμήθη ο αββάς Αθανάσιος, βρέθηκε ένα πινακίδιο κατά την ώρα της ταφής που έλεγε ότι «ήτον η γυναίκα του Aνδρονίκου, η αοίδιμος Aθανασία. Eπληροφορήθησαν δε τούτο, και όταν εκήδευον αυτήν. Eυρέθη γαρ, ουχί ανήρ, αλλά γυνή». 
Ένας παντελώς παράδοξος βίος ενός αγίου ανδρογύνου, που τινάζει στον αέρα κάθε «λογική» ευσεβείας όπως τη γνωρίζουμε στις μέρες μας. 
Γιατί να μη μείνουν στην αρχική «φυσιολογική» κατάσταση; Ο Ανδρόνικος στο ανδρικό και η Αθανασία στο γυναικείο μοναστήρι; 
Γιατί να συναντηθούν και να αποφασίσουν να ασκητέψουν μαζί, όταν μάλιστα η Αθανασία γνώριζε ότι αυτός ήταν ο άνδρας της, ενώ απέκρυπτε, με την ανδρική μεταμόρφωσή της, από εκείνον την αλήθεια; Ποιο άραγε είναι το νόημα αυτής της ακραίας ξενιτείας; 
Ο Συναξαριστής διευκρινίζει πως ήδη από τότε που γέννησαν τα παιδιά τους «ο ένας εις τον άλλον δεν ήγγισαν. Aλλ’ επέρνων την ζωήν τους και οι δύω με σωφροσύνην και με προσευχάς». Τι τους εμπόδιζε να περάσουν κατ’ αυτόν τον σεμνό τρόπο και το υπόλοιπο του βίου τους; 
Γιατί η Αθανασία να αποκρύπτει όχι μόνο την ταυτότητά της, αλλά και το φύλο της από τον ίδιο της τον άνδρα και να φροντίσει να αποκαλυφθεί το φύλο της μετά τον θάνατό της; 
Κι ακόμα κάτι παράδοξο: Έγινε φιλονικία μεταξύ των μοναχών για το πού θα ταφεί ο Ανδρόνικος. «Mόλις δε και μετά βίας κατέπαυσεν ο Aββάς Δανιήλ την φιλονεικίαν αυτών, ειπών, ότι πρέπει να ενταφιασθή εκεί εις το Oκτωκαιδέκατον μαζί με τον συναγωνιστήν του, την Oσίαν Aθανασίαν λέγω. Kαι ούτως ενταφίασαν αυτό εκεί, δοξάζοντες τον επί πάντων Θεόν».
Πώς μπορεί να ερμηνεύσει η σύγχρονη θεολογία αυτά τα ακραία ασκητικά φαινόμενα; 
«Οι Βίοι αγίων, γενικώς, τις τελευταίες δεκαετίες μελετώνται συχνότερα με βάση τις νέες μεθόδους έρευνας και προσεγγίζονται από πολλές, σύγχρονες οπτικές. Με τη διάδοση που γνωρίζουν οι gender studies, είναι αναμενόμενο οι Βίοι των γυναικών που μόνασαν μεταμφιεσμένες σε άνδρες να ανασύρονται από την αριθμητική τους μοναξιά και να γίνονται αντικείμενο μελετών με πολυάριθμες αφετηρίες. Η ξενόγλωσση βιβλιογραφία αριθμεί ήδη σημαντικό αριθμό σχετικών δημοσιεύσεων. Αναμφίβολα οι συγκεκριμένοι Βίοι προσφέρουν και προσφέρονται για πολλές, συνθετικές και πολυεπίπεδες προσεγγίσεις».
Διαβάζοντας κανείς τους βίους των Γυναικών-Μοναχών γεννάται το εύλογο ερώτημα: Ήταν δυνατόν οι αγίες αυτές να κρύψουν το φύλο τους και να διαφύγουν την προσοχή και την αντίληψη των υπολοίπων μοναχών; Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι κατά την πρώιμη χριστιανική περίοδο η ύπαρξη και η μεγάλη διάδοση στο Βυζάντιο του θεσμού του ευνουχισμού, αλλά και η ύπαρξη διπλών μοναστικών κοινοτήτων μέχρι και τον 8ο αιώνα περίπου –και γενικότερα η όλη διαμόρφωση των μοναστικών κοινοτήτων– θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξηγήσουν εν μέρει την παρουσία των γυναικών αυτών σε ανδρικές μοναστικές κοινότητες και την αποφυγή να γίνουν αντιληπτές. 
Σε αυτούς τους βίους συναντούμε και ευνούχους, οι οποίοι συνοδεύουν συχνά τις γυναίκες στα ανδρικά μοναστήρια και παίζουν κάποιο ρόλο στην όλη διήγηση. Οι ευνούχοι στο Βυζάντιο είχαν καθιερώσει, ως γνωστόν, ένα τρίτο φύλο ως άνδρες με προνομιακή πρόσβαση στις γυναίκες· δεν συνιστούσαν απειλή ούτε για την εξουσία του κυρίου τους ούτε για την αγνότητα της κυρίας τους. Κατείχαν τις υψηλότερες θέσεις στην αυλή του αυτοκράτορα, ενώ ταυτοχρόνως είχαν παρουσία στον στρατό και στην Εκκλησία. Οι «αγένειοι άνδρες», άγαμοι ως ήταν, κατείχαν επίσης σημαντικές θέσεις στον εκκλησιαστικό χώρο, ενώ είχαν διαμορφωθεί και μοναστικές κοινότητες αποκλειστικά για αυτούς. 
Οι αγίες Γυναίκες-Μοναχοί, λοιπόν, γίνονται δεκτές στα μοναστήρια και μένουν απαρατήρητες, καθώς η σωματική τους αδυναμία, το αγένειο πρόσωπό τους, η λεπτότητα της φωνής τους και άλλα γυναικεία χαρακτηριστικά είναι στοιχεία που προσδιορίζουν και τους ευνούχους· ο ευνουχισμός τους σε μικρή ηλικία δεν επέτρεψε στο σώμα τους να λάβει τη δέουσα ανάπτυξη και διάπλαση. Έτσι, οι Γυναίκες-Μοναχοί θα μπορούσαν εύκολα να θεωρηθούν άνδρες ευνούχοι· πρόκειται για μια επισήμανση που εντοπίζεται σε αρκετούς βίους. 
Η ύπαρξη του θεσμού του ευνουχισμού σε μια ιστορική περίοδο προσέφερε ευνοϊκό έδαφος για το φαινόμενο των Γυναικών-Μοναχών· ένα φαινόμενο που ευδοκίμησε ακριβώς την περίοδο των πρωτοχριστιανικών χρόνων και της πρωτοβυζαντινής εποχής, όταν εκ παραλλήλου σημειωνόταν άνθηση του θεσμού του ευνουχισμού στην κοινωνία. 
Ο αρχαιότερος βίος των γυναικών που ενδύθηκαν ανδρικά ρούχα και μόνασαν σε ανδρικά μοναστήρια είναι αυτός της αγίας Ευγενίας που μετονομάστηκε σε Ευγένιο.
Εδώ υπάρχουν πολλά θαυμαστά και παράδοξα, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι πρόκειται για μια διήγηση που αφορά στις αρχές του 3ου αιώνα, όταν ακόμα ο μοναχισμός δεν είχε αναπτυχθεί τόσο πολύ.
Διαβάζουμε, λοιπόν, στον βίο της ότι: «Τῷ δὲ ἐνιαυτῷ τῷ τρίτῳ ἐν τοιαύτῃ ἀναστροφῇ καὶ πολιτείᾳ διαγόντων αὐτῶν, ὁ ἀρχιμανδρίτης τελειωθείς, πρὸς Κύριον ἀπῆλθεν, οὗτινος μετὰ τὴν ἀποβίωσιν πᾶσιν ἤρεσεν τοῖς ἀδελφοῖς, ἵνα ἡ μακαρία Εὐγενία τῆς ἡγουμενίας ἄρχηται» (Α΄, §11).7 
Η αγία Ευγενία πήγε στο ανδρικό μοναστήρι σε ηλικία δεκαέξι ετών και ανέλαβε την ηγουμενία της Μονής μετά από τρία χρόνια παραμονής, σε ηλικία δηλαδή δεκαεννέα ετών. 
Η εκλογή της αγίας Ευγενίας ως ηγουμένου θα μπορούσε, κατά μία εκδοχή, να εξηγηθεί με βάση τον Βίο του αγίου Αντωνίου. Ο άγιος Αθανάσιος, μνημονεύοντας την αδελφή του αγίου Αντωνίου, την οποία ο άγιος Αντώνιος παρέδωσε στις παρθένες της πόλεως, σημειώνει ότι αυτός «ἔχαιρεν […] βλέπων […] τὴν ἀδελφὴν γηράσασαν ἐν παρθενίᾳ, καθηγουμένην τε καὶ αὐτὴν ἄλλων παρθένων». O όρος καθηγουμένη δείχνει εδώ την πνευματική εξουσία της αδελφής του αγίου Αντωνίου, η οποία έδινε τις πνευματικές της συμβουλές και στις άλλες παρθένες και δεν πρόκειται για την ηγουμένη στο κοινόβιο. Συνεπώς, κάτι ανάλογο μπορούμε να υποθέσουμε και για την Ευγενία, η οποία προφανώς ασκήτευσε στα περίχωρα της πόλεως, όπου υπήρχαν και πολλοί άλλοι ασκητές, οι οποίοι κάποια στιγμή την αναγνώρισαν ως πνευματικό τους οδηγό. 
Η ιστορία της αγίας Ευγενίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα «ευσεβές μυθιστόρημα» που καλύπτει ένα από τα πιο αγαπητά θέματα των προμηθευτών της εποικοδομητικής φαντασίας. 
Παρ’ όλα αυτά η αγία Ευγενία αναδεικνύεται ηγούμενος, μετά τον θάνατο του αββά, ο οποίος «ηγείτο των αδελφών». Πώς, αλήθεια, ο Θεός επέτρεψε κάτι τέτοιο; Και πώς είμαστε σίγουροι ότι δεν είχε και μια μορφή ιερωσύνης; Όταν, μάλιστα, ως μοναχή/ός διακονούσε τους πάντες και τα πάντα; Και συνέχισε και επηύξησε τη διακονία της ως ηγούμενος. 
Διαβάζουμε στο συναξάρι: 
«Τῷ τρίτῳ τοίνυν ἔτει μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν αὐτῆς, ὁ ἀββᾶς, ὃς ἡγεῖτο τῶν ἀδελφῶν τῶν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, μετῆλθεν πρὸς τὸν Κύριον. Οἷς μετὰ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ πᾶσιν ἤρεσεν τὴν μακαρίαν Εὐγενίαν ἑαυτοῖς ἐπιλέξασθαι εἰς ἡγούμενον. Τότε ἡ μακαρία Εὐγενία φοβουμένη ὅτι θηλεία ὑπῆρχεν καὶ ὅτι παρὰ τὸν κανόνα τοῖς ἀνδράσιν ἡγεῖσθαι ἐτυποῦτο, παρῃτεῖτο, καὶ πάλιν φοβουμένη μὴ πάντων παρακαλούντων ὁμοψύχως παρακούσειεν αὐτῶν, ἔφη πρὸς αὐτούς· “Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα τὰ Ἅγια Εὐαγγέλια ἔλθωσιν εἰς τὸ μέσον”. Προκομισθέντων τοίνυν τῶν Ἁγίων Εὐαγγελίων, ἔφη πρὸς αὐτούς· “Ὅτε τοῖς χριστιανοῖς ἐκλεκτέον τί ἐστιν, ὁ Χριστὸς πρῶτον ὀφείλει ἀκουσθῆναι. Ἴδωμεν τοίνυν ἐν ταύτῃ τῇ ἐκλογῇ ὑμῶν τί αὐτὸς προστάσσει, ἵνα καὶ τῷ ὑμετέρῳ κελεύσματι εἴξωμεν καὶ ταῖς αὐτοῦ νουθεσίαις προσέχωμεν”. Καὶ ἀναπτύξασα τὸ εὐαγγέλιον ἤρξατο ἀναγινώσκειν καὶ εὗρεν τὸ κεφάλαιον, ἐν ᾧ γεγραμμένον ἦν· “Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες εὐεργέται καλοῦνται· ἐν ὑμῖν δὲ οὐχ οὕτως ἔσται, ἀλλ’ εἴ τις θέλει ἐν ὑμῖν μείζων εἶναι, ἔστω πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος». 
Καὶ τούτων ἀναγνωσθέντων εἶπεν ἡ μακαρία· “Ἰδοὺ τῷ ὑμετέρῳ κελεύσματι καταδέχομαι τὴν φροντίδα ταύτην καὶ τοῦ Κυρίου τὰ προστάγματα ἀκούων ἔσχατον ἑαυτὸν τῆς ὑμετέρας ἀγάπης καθιστῶ”. Τούτων οὕτως λεχθέντων ὑπ’ αὐτῆς, χαρὰ μεγάλη ἐγένετο ἐν αὐτοῖς. 
Αὕτη δὲ πᾶν ἔργον τοῦ μοναστηρίου, ὅπερ αἱ θήλειαι ἔθος ἔχουσιν ποιεῖν, ἀνεδέξατο, σχίζουσα ξύλα, ὕδωρ βαστάζουσα, φιλοκαλοῦσα καὶ καθεξῆς τὰ λοιπά. Ἐν τούτῳ οὖν τῷ τόπῳ τὸ κατοικητήριον αὐτῆς ἐξελέξατο, ἐν ᾧ ὁ θυρωρὸς τοῦ μοναστηρίου ἔμενεν, ἵνα καὶ ἐν τούτῳ ἐλαχιστοτέραν πάντων ἑαυτὴν ἀποδείξῃ. Ἐν δὲ τῇ μεταλήψει τῶν ἀδελφῶν μεγάλως ἐφρόντιζεν καὶ ἐν τῷ ψάλλειν τῷ Θεῷ τὴν ἀκολουθίαν ἐφύλαττεν, τρίτην, ἕκτην, ἐννάτην, τὰς ἑσπερινὰς καὶ ἑωθινὰς ὥρας καὶ οὕτω μετὰ ἀκριβείας ἐφύλαττεν, ὡς δοκεῖν αὐτὴν παρὰ τῷ Θεῷ ἀλλoτρίαν γεγονέναι εἴγε μιᾶς εὐχῆς ἀμελήσειεν».8 
Εδώ βλέπουμε την αδιάλειπτη λειτουργική παρουσία της Αγίας ως ηγουμένης. Βέβαια, την εποχή που έζησε η Αγία δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα τόσο συστηματικά η λατρευτική ζωή ώστε να γίνεται λόγος για την ακολουθία των Ωρών (τρίτη, έκτη, ενάτη). Φαίνεται πως το κείμενο απηχεί μεταγενέστερες καταστάσεις. 
Η αγία δηλαδή σύμφωνα με τη χριστιανική ορολογία διακονεί τους μοναχούς της Μονής, αν και ως ηγουμένη δεν είχε καμία ευθύνη να επιδίδεται σε αυτά τα θελήματα. Διακονία είναι η υπηρεσία, η εκτέλεση ενός καθήκοντος και είτε εννοείται ως η εξυπηρέτηση του πλησίον μέσα στο πνεύμα της χριστιανικής αγάπης και αυτοθυσίας είτε δηλώνει το ειδικό αξίωμα του διακόνου.
Να σημειώσουμε εδώ ότι ο ηγούμενος της Μονής φέρει τον τίτλο του αρχιμανδρίτη. Ο αρχιμανδρίτης είναι μοναστικός όρος που εμφανίζεται αρχικά τον 4ο αιώνα στη Συρία στα πρώιμα χρόνια του μοναχισμού (4ος-6ος αι.) έχοντας την ίδια ερμηνεία με τον «Ηγούμενο», που κατέχει την υψηλότερη θέση σε ένα μοναστήρι. Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, ο όρος αρχιμανδρίτης χρησιμοποιείτο αρχικά στην Κωνσταντινούπολη, ιδιαίτερα για να δηλώσει τον ηγούμενο της Μονής Δαλμάτου. Στην εποχή του Ιουστινιανού Α΄ ωστόσο, ο όρος ηγούμενος άρχισε να αντικαθιστά τον όρο αρχιμανδρίτης, αν και παρέμεινε σε χρήση μέχρι τον 10ο αιώνα όπως η ονομασία των ηγουμένων των λίγο μεγαλύτερων μοναστηριών. Από τον 6ο αιώνα και έπειτα, ο όρος χρησιμοποιήθηκε και διαφορετικά.10 
Στην κατηγορία των Γυναικών-Μοναχών συναντούμε και άλλες περιπτώσεις αγίων γυναικών που έλαβαν για κάποιο χρονικό διάστημα την ηγουμενία της ανδρικής Μονής, όπως η αγία η Ευφροσύνη η Νέα, που έζησε κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή.11 Εξάλλου, στην ίδια εποχή τοποθετείται και η μεσαιωνική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, που έγινε ιδιαίτερα γνωστή από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Ροΐδη. 
Η οσία Ευφροσύνη η εν Κωνσταντινουπόλει έζησε τον 9ο αιώνα και τον βίο της συνέγραψε ο άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος. Φέροντας ανδρικά ενδύματα και αυτοαποκαλούμενη Ιωάννης, διέπλευσε τον Βόσπορο και επί δεκαπενταετία κοινοβίασε σε ένα από τα ανδρικά μοναστήρια του Ευξείνου Πόντου. Σύμφωνα με τον βίο της, «διακονούσε παντού ακούραστα. Αντλούσε νερό από το πηγάδι και το μετέφερε στους ώμους για τις ανάγκες του μοναστηριού. Έσχιζε ξύλα και τα μετέφερε στο μαγειρείο, είχε την ευθύνη για την τράπεζα και έτρεχε στον κήπο να ποτίσει τα λάχανα»!12 Πραγματική διακόνισσα! 
Όταν εκοιμήθη ο ηγούμενος της Μονής, οι αδελφοί τον ψήφισαν ηγούμενο: «και της καθ’ αυτούς μονής προστάτην αναδείξαι ψηφίζονται μετά την του καθηγεμόνος αυτών προς Θεόν εκδημίαν». 
Όμως η αγία δεν μπορούσε να αντέξει τέτοιο βάρος και… απέδρασε νύχτα! Άρα φαίνεται πως ο Ιωάννης/Ευφροσύνη δεν άσκησε την ηγουμενία, αλλά αναχώρησε για την έρημο για μεγαλύτερη άσκηση. 
Αξίζει να σημειωθεί πως αυτό το «ψηφίζονται προστάτην αναδείξαι» αφορά στο γεγονός πως στην εκλογή του ηγουμένου μετέχουν κανονικώς όλοι οι μοναχοί του μοναστηρίου. Επειδή δε η εκλογή πρέπει να γίνεται υπό των εκλογέων μοναχών εν πλήρει συνειδήσει της ευθύνης τους ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας, οι εκλογείς διαβεβαιώνουν ότι προβαίνουν στην εκλογή ευσυνειδήτως και άνευ υστεροβουλίας ή πάθους.13 Επομένως, η εκλογή του Ιωάννη/Ευφροσύνης ήταν μια συνειδητή εκλογή με μοναδικό κριτήριο την πνευματική υπόστασή του. 
Συμπερασματικά: Οι άγιες γυναίκες που μόνασαν σε ανδρικά μοναστήρια ήταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διακόνισσες. Είτε διακονώντας τις ανάγκες των αδελφών είτε αναλαμβάνοντας την ηγουμενία. Ο πόθος της ασκήσεως σήμαινε διακονία στον υπερθετικό βαθμό. 
Επειδή, όμως, το φαινόμενο παραμένει «τεράστιο και εξαίσιο», ταιριάζει περισσότερο, από οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, μια ποιητική απόδοσή του, την οποία μου προσέφερε ο φίλος ποιητής π. Παναγιώτης Καποδίστριας όταν πραγματοποιήσαμε στην Αθήνα (28.11.2018) μια μουσικοποιητική εκδήλωση με αυτό το θέμα. 
ΚΟΙΝΟΒΙΟ 
Φυλομετρώντας φύλλο-φύλλο τις φιλίες 
αναρωτιέσαι πάλι 
πώς ερμηνεύονται οριζοντίως οι γραφές 
ή το κουκούλι των λυγμών ξηλώνεται 
πώς παροξύνεται το κάλλος 
και περισπάται η αντοχή 
ή πώς 
τα τεριρέμ αυτά χωράνε στο κρυπτόλεξο καθέτως 
ευρέθη γαρ, ουχί ανήρ, αλλά γυνή 
και με τις κόρες των ματιών κατεσταλμένες 
ευρέθη δάκρυ στάζουσα 
μ’ όλα τα αίματα μαραγκιασμένα 
ξεφυλισμένη βρέθηκε ξενιτεμένη εσαεί– 
Στον εμφύλιο αυτόν ηττάται κάθε νίκη. 14
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
1. Βλ. Ευγενία Ζούκοβα, Μονάστριες που ασκήτεψαν σε ανδρικά μοναστήρια, Υμναγιολογικά Κείμενα και Μελέτες 10, Αρμός, Αθήνα 2006. 
2. Στέφανη Αψερού, Το αγιολογικό dossier της Αγίας Ευγενίας (BHG 607w-607z), διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 2017, σ. 205. 
3. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τόμ. Α´, Δόμος, Αθήνα 2005. 
4. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, ό.π., Συναξάρι θ΄ Οκτωβρίου. 
5. Ευαγγελία Ν. Αμοιρίδου, βιβλιοκρισία: Crystal Lynn Lubinsky, Removing Masculine Layers to Reveal a Holy Womanhood. The Female Transvestite Monks of Late Antique Eastern Christianity, Studia Traditionis Theologiae – Explorations in Early and Medieval Theology 13, Brepols, Tournhout 2013, Βυζαντιακά 31 (2014), σ. 245-249. 
6. Στέφανη Αψερού, ό.π., σ. 205. 
7. Στέφανη Αψερού, ό.π., σ. 45. 
8. Στέφανη Αψερού, ό.π., σ. 345-347. 
9. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. Δ΄, διακονία, 1140. 
10. Στέφανη Αψερού, ό.π., σ. 410. 
11. Βλ. Vita Euphrosynae Iunior (BHG 627), AASS Nov. III. (1910), 865D. 
12. Άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος, Βίος και Πολιτεία της Οσίας Ευφροσύνης της εν Κωνσταντινουπόλει, εισαγωγή, νεοελληνική απόδοσις, σχόλια υπό των πατέρων της Ιεράς Μονής Παναγίας της Χρυσοποδαριτίσσης εις Νεζερά Πατρών, Αθήνα 1998, σ. 44. 
13. Άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος, ό.π., σ. 193-194. 
14. Παναγιώτης Καποδίστριας, Λευκότερος καίγεσαι, Μορφωτικό Κέντρο Λόγου «Αληθώς», Ζάκυνθος 2019, σ. 52.
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο "Χριστιανές γυναίκες στην αγία τράπεζα: Μελέτες για την αναβίωση του θεσμού των Διακονισσών" Εκδόσεις Αρμός (2022). 


Γυναίκες που μόνασαν ως άντρες 
Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με τον θεολόγο και συγγραφέα Παναγιώτη Ανδριόπουλο για μια παράξενη πραγματικότητα που διασώζουν οι βίοι αγίων και τα συναξάρια.
"Θήλεις άγγελοι" είναι ο τίτλος του κειμένου του Παναγιώτη Ανδριόπουλου με θέμα τις γυναίκες που μόνασαν σε ανδρικά μοναστήρια. Το κείμενο περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Χριστιανές γυναίκες στην αγία τράπεζα - Μελέτες για την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός σε επιμέλεια των Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Αικατερίνης Δροσιά και Αντωνίας Κυριατζή. 


«Χριστιανές γυναίκες στην αγία τράπεζα - Μελέτες για την αναβίωση του θεσμού των διακονισσών» Όλα τα κείμενα του τόμου παρουσιάστηκαν σε συνέδριο με θέμα την επιστροφή των γυναικών στη λειτουργία, κάτι που γίνεται σήμερα μόνο στην προτεσταντική εκκλησία. 
Στο podcast γίνεται λόγος επίσης για τους ευνούχους στα μοναστήρια, τη θηλυκότητα, την απόκρυψη φύλου, τη διεμφυλικότητα και το πώς οι «βίοι αγίων» των γυναικών που μόνασαν ως άνδρες αποτελούν ύλη των σημερινών σπουδών φύλου (gender studies).


Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ: "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ" / ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ - ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Η πρώτη σελίδα του χειρογράφου του ποιήματος «Οι Άγιοι Επτά Παίδες»,
με διαγραφές και διορθώσεις, στις δύο όψεις φύλλου και στο recto δεύτερου φύλλου.
Αυτοσχέδιος φάκελος με χειρόγραφο τίτλο και χρονολογική ένδειξη.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Tω αυτώ μηνί [Αυγούστω] Δ΄, μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. 
Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων,
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω.
Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά. 
Επτά παιδιά, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δεκίου (251) για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από σχεδόν 200 χρόνια, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (445).
Μάλιστα, το "ξύπνημά" τους ήταν απτό δείγμα της ανάστασης των νεκρών, που την εποχή εκείνη αμφισβητούσε μια αίρεση.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων δύο φορές το χρόνο. Στις 4 Αυγούστου και στις 22 Οκτωβρίου.


Ο μέγιστος Κωνσταντίνος Καβάφης, ο οποίος ήξερε και μελετούσε πολλά και ...απίθανα, εμπνεόμενος, προφανώς, από το Συναξάρι της ημέρας έγραψε ένα ποίημα για τους Αγίους Επτά Παίδες, τον Ιανουάριο του 1925.
Ποιον Συναξαριστή, άραγε, είχε υπ' όψιν του ο Καβάφης; Στην Βιβλιοθήκη του βρίσκουμε και τους τρεις τόμους του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, σε μία έκδοση του 1868 στη Ζάκυνθο. Άρα, δεν μπορεί να είναι άλλη η πηγή του.
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού μεταφρασθείς δε αμέσως εκ του ελληνικού χειρογράφου συναξαριστού και μεθ’ όσης πλείστης επιμελείας ανακαθαρθείς, διορθωθείς, πλατυνθείς, αναπληρωθείς, σαφηνισθείς, υποσημειώσεσι διαφόροις καταγλαϊσθείς και εις τρεις τόμους διαιρεθείς υπό του αοιδίμου μοναχού Nικοδήμου Aγιορείτου. 
Eν Zακύνθω, Eκ του τυπογραφείου «O Παρνασσός» Σεργίου X. Pαφτάνη, 1868.
Ιδού, λοιπόν, το Καβαφικό ποίημα - συναξάρι:

Oι Άγιοι Επτά Παίδες 
Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον: 
"ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς" με τους αγίους 
"κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, 
"ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι" 
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν. 

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που 
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν 
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν - 
και την επαύριον εξύπνησαν. επαύριον γι' αυτούς. 
μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. 

ξύπνησε την επαύριον και πήγε 
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον, 
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον, 
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί - 
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς, 
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου, 
και τους προσκύνησεν κι αυτός, ως πρέπον, ο ευλαβέστατος. 

και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 


Ο Καβάφης από το Συναξάρι των Επτά Παίδων, μνημονεύει δύο μόνο ονόματα:
του Ιάμβλιχου, ενός των Επτά Παίδων, ο οποίος πήγε να αγοράσει ψωμί στην Έφεσο όταν ξύπνησαν οι Παίδες, και του Θεοδοσίου του βασιλέως, γιού του Αρκαδίου, επί των ημερών του οποίου αναστήθηκαν οι Παίδες. 
Σε σχετικό άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα, από πολλές πλευρές, ανάλυση του ποιήματος: 
Tο ποίημα αυτό, «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες», περιλαμβάνεται στον τόμο «K. Π. Kαβάφης, Aτελή ποιήματα 1918-1932», που εκδόθηκε με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια της Renata Lavagnini (Iκαρος, 1994). H γραφή του ανάγεται στο 1925, έτος κατά το οποίο ο Kαβάφης έγραψε έξι από «κανονικά» ποιήματά του. Θρησκευτικό το θέμα του ατελούς ποιήματος και μάλιστα χριστιανολογικό, όπως προσημαίνει ο τίτλος του κατά συνέπεια, από τα συνομήλικά του με το μόνο με το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί είναι το «Aπολλώνιος ο Tυανεύς εν Pόδω», και όχι για το καθαυτό περιεχόμενο του «Aπολλωνίου» όσο επειδή μας παραπέμπει αυτόματα στο «Eίγε ετελεύτα» του 1920, στους στίχους του οποίου «ένας από τους λίγους εθνικούς, / τους πολύ λίγους που είχαν μείνει» σε μια εποχή που «η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής», τους «αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν», διαβάζει «Tα εις Tυανέα Aπολλώνιον» του Φιλοστράτου και αναρωτιέται «πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;», ο θαυματοποιός Aπολλώνιος ο Tυανέας που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.X., ένα αντίπαλο δέος των Eθνικών στον Iησού των Xριστιανών. 
Για παρόμοιους, θρησκειολογικής τάξεως λόγους, για να δούμε δηλαδή τις εκάστοτε καβαφικές «εφαρμογές» του θέματος «χριστιανισμός-παγανισμός», οι «Aγιοι Eπτά Παίδες» μπορεί να συσχετιστούν, χωρίς να απομακρυνθούμε από το χρονικό (άρα και πνευματικό) περιβάλλον της γέννησής τους, με το «O Iουλιανός εν Nκομηδεία» του 1924, και με το «O Iουλιανός ορών ολιγωρίαν» του 1923 (ας θυμηθούμε και το «ανέκδοτο» «O Iουλιανός εν τοις μυστηρίοις» του 1896, όπου «ο ανόητος» Iουλιανός «επείσθη με των Eλλήνων τα άθεα τα λόγια»), καθώς και το «Iερεύς του Σεραπίου» του 1926). Kαι, σαν αγιολογικό που είναι, δεν μπορεί να μην αντικριστεί το ποίημα αυτό με το ποίημα «Συμεών», ένα «εγκώμιο» του Στυλίτη αγίου, και μάλιστα από τη σκοπιά ενός εθνικού που ομολογεί: «Xώθηκα ανάμεσα στους Xριστιανούς / που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν, / και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Xριστιανός / την ψυχική γαλήνη των δεν είχα / κι έτρεμε ολόκληρος και υπόφερνα· / κ’ έφριττα και ταράττομουν, και παθαινόμουν». 
«Tο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά έντονο στον πρώτο Kαβάφη», σημειώνει η Λαβανίνι, παραπέμποντας και στις σκέψεις που διατυπώνει η Diana Haas στο κείμενό της «“Aι αρχαί του χριστιανισμού”: ένα θεματικό κεφάλαιο του Kαβάφη» (βλ. «Eισαγωγή στην ποίηση του Kαβάφη. Eπιλογή κριτικών κειμένων», επιμ. Mιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1994). «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες» αποτελούν ένα επιπλέον μαρτύριο της διαρκούς θεολογίας του Kαβάφη, η οποία του επέτρεψε να σκεφτεί βαθύτερα την ιστορία και, διά της ταλαντεύσεώς του ανάμεσα σε δύο πόλους, να αποφύγει την ευθύγραμμη ευκολία. Στο συγκεκριμένο ποίημα φαίνεται ότι ο Kαβάφης, που αντιγράφει προσεκτικά και σχεδόν καταλογάδην τον Συναξαριστή, προσυπογράφει την ιδέα της αναστάσεως των νεκρών, και ότι ο δαίμων της αμφιβολίας αυτοτιθασεύεται, από κοινού όμως με την ευρετική φωνή της ποιήσεως. Iσως γι’ αυτό ακριβώς να έκρινε και ο ίδιος το ποίημά του ανάξιο δημοσίευσης, μη εμπιστευόμενος την αντιγραφική του αμεσότητα και την «αφελή» προφάνειά του (μια προφάνεια, εν τούτοις, που σε πολλά άλλα ποιήματά του συνιστά το μείζον δέλεαρ, την κυριολεκτικώς ειπείν σαγήνη). 
Aπό τον ύπνο στον ύπνο, από την «κοίμηση» στον θάνατο. Σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια οι άγιοι και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε προς τα πού θα οδηγούσε το ποίημα ο Kαβάφης αν συνέχιζε να παλεύει μαζί του για να το τελειώσει. Aριστος αρχαιογνώστης όπως ήταν, ίσως έβρισκε τρόπο να συσχετίσει (ειρωνικά;) τον μακρότατο ύπνο των Παίδων με τον μακρό ύπνο του Eπιμενίδη από την Kνωσό, σοφού και προφήτη που κατά τον θρύλο κοιμήθηκε κι αυτός επί πενήντα επτά χρόνια, σε σπήλαιο επίσης («ούτός ποτε πεμφθείς παρά του πατρός εις αγρόν επί πρόβατον, της οδού κατά μεσημβρίαν εκκλίνας υπ’ άντρω τινί κατεκοιμήθη επτά και πεντήκοντα έτη. Διαναστάς δε μετά ταύτα εζήτει το πρόβατον, νομίζων επ’ ολίγον κεκοιμήσθαι», γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο δικό του συναξάρι). 
Eιρωνεία της ιστορίας 
Kι αν δεν συσχέτιζε τον άγιο Iάμβλιχο με τον ομώνυμο μυθιστοριογράφο του 2ου αιώνα μ.X., στα «Bαβυλωνιακά» τού οποίου δεν λείπουν οι σχέσεις με τον Kάτω Kόσμο μέσα σε σπηλιές, δεν θα μπορούσε να μη θαυμάσει, είρων αυτός, την ειρωνεία της ιστορίας, φέρνοντας στον νου του έναν άλλον Iάμβλιχο, πολύ διασημότερο, τον «αποκρυφιστή» φιλόσοφο του 3ου/4ου αι. μ.X., ενθουσιώδης οπαδός του οποίου υπήρξε ο σημαδιακός εκείνος Iουλιανός. Iσως πάλι, για να συνεχίσουμε να αυθαιρετούμε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την άριστη ευκαιρία για να παρουσιάσει (διά χειρός των «αυτοπτών» αναστηθέντων) ένα σκαρίφημα του άλλου κόσμου, για το «μετέπειτα»· οπότε πώς θα το εικόνιζε; Xριστιανικό ή «παγανιστικό», όπως οι αρχαίοι κι όπως το δημοτικό τραγούδι, που πολύ το αγαπούσε; Eδώ ακριβώς είναι ο κόμπος, στην ακοίμητη σύγκρουση της πίστης με την επιφύλαξη, της αποδοχής με τη μελαγχολική αμφιβολία, στον νου ενός ποιητή που, όπως και ο Σύρος σπουδαστής Mυρτίας του ποιήματός του «Tα επικίνδυνα», υπήρξε «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».
Αυτά τα καίρια και ουσιαστικά επισήμανε ο Παντελής Μπουκάλας. 
Στη συνέχεια παραθέτουμε μια μετάφραση του Καβαφικού ποιήματος στα ιταλικά. Αυτό δείχνει πως οι ανά τον κόσμο μελετητές του Καβάφη δεν μένουν μόνο στο κύριο corpus των "αναγνωρισμένων" ποιημάτων του, αλλά αναδιφούν και στα υπόλοιπα, που δεν είναι ίσως αντιπροσωπευτικά της ποίησης του μεγάλου Αλεξανδρινού, όπως τελικά εξελίχθηκε. 


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης


Tω αυτώ μηνί IE΄, μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Kηρύκου και Iουλίττης της μητρός αυτού.
Ιουλίττα σύναθλος υιώ Kηρύκω,
H λαιμότμητος τω κάραν τεθλασμένω.
Πέμπτη Iουλίτταν δεκάτη τάμον, υία δ’ έαξαν.
H Aγία Mάρτυς Iουλίττα ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], καταγομένη από το Iκόνιον. Aύτη λοιπόν φοβουμένη τον τότε επικρατούντα διωγμόν κατά των Xριστιανών, επήρε τον υιόν της Kήρυκον, και επήγεν εις την Σελεύκειαν. Eυρούσα δε και εκεί τον ίδιον διωγμόν, επήγεν εις την Tαρσόν της Kιλικίας, εις την οποίαν ήτον ηγεμών ένας θηριώδης και απάνθρωπος, Aλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος ετιμώρει τους Xριστιανούς. Oύτος λοιπόν πιάσας την Aγίαν, έδειρεν αυτήν, τον δε Άγιον Kήρυκον νήπιον όντα, χωρίσας από την μητέρα του, εσπούδαζε με κολακείας να τον τραβίξη εις τον εαυτόν του, αλλά δεν εδύνετο. Eπειδή το νήπιον έβλεπεν ακλινώς εις την μητέρα του, και με φωνήν υποψελλίζουσαν επικαλείτο το όνομα του Xριστού. Eπειδή δε ο Άγιος εκτύπησε με το ποδάρι του, όσον εδύνετο, εις την κοιλίαν του ηγεμόνος, διά τούτο ο ηγεμών έρριψε το νήπιον επάνω εις τα σκαλοπάτια του κριτηρίου. Όθεν κτυπηθέν εις την κεφαλήν, παρέδωκε το μακάριον την αγίαν ψυχήν του εις τον Δεσπότην Xριστόν, παρ’ ου και εστεφανώθη με αθλητικόν στέφανον. H δε μακαρία Iουλίττα δοκιμάσασα πολλάς βασάνους, δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, όθεν απεκεφαλίσθη, και έλαβεν η αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον1. Tελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον ευκτήριον Nαόν του Aρχαγγέλου Mιχαήλ, εις τόπον λεγόμενον Aδδώ2.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι εγκώμιον έπλεξεν εις την Aγίαν ταύτην Iουλίτταν και Kήρυκον, Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Ώσπερ ουκ έστι συνεχόμενον τω Kυρίω». (Σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, και εν τη Iερά Mονή του Bατοπαιδίου.) Tο δε ελληνικόν τούτων Mαρτύριον σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις, ου η αρχή· «Tω αγαπητώ αδελφώ και συλλειτουργώ». Tο δε ρηθέν εγκώμιον, εν τοις Πανηγυρικοίς της Λαύρας επιγράφεται, Nικήτα Φιλοσόφου δούλου Xριστού.
2. Περιττώς γράφεται εδώ το Συναξάριον του Aγίου Iωσήφ του Θεσσαλονίκης. Aυτό γαρ προεγράφη εις την δεκάτην τετάρτην του ιδίου τούτου μηνός, ότε τελείται και η μνήμη αυτού.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ'. Εκδόσεις Δόμος, 2005) - Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

- Δεῦτε πιστοί, τοῖς ἐπαίνοις συνελθόντες, στέψωμεν δυάδα παναγίαν, Τριάδος σέβας κατέχουσαν· τῶν γὰρ εἰδώλων τὴν πλάνην, καὶ τῶν τυράννων τὴν ἀπόνοιαν, τοῖς ἑαυτῶν ποσὶ κατεπάτησαν. Τούτους ἀνευφημοῦντες ἀνακράξωμεν, λέγοντες· Χαίροις Ἰουλίττα πανσεβάσμιε, ἡ τὴν γυναικείαν ἀσθένειαν ἀπορριψαμένη, καὶ ἀνδρικῶς ἀγωνισαμένη. Χαίροις Κήρυκε παμμακάριστε, ὁ τριετὴς τῇ ἡλικίᾳ, καὶ τὸν πολυμήχανον ἐχθρὸν καταβαλών. Χαίρετε το ἡμέτερον κλέος καὶ καύχημα, τῶν ἐν πίστει ἑορταζόντων τὴν ἱερὰν ὑμῶν ἄθλησιν, οὓς ἱκετεύομεν πρεσβεύειν ἀεὶ τὸν τῶν ὅλων Κύριον, τῷ κόσμῳ δωρηθῆναι εἰρήνην, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
(Ιδιόμελον των Αίνων, ήχος β', ποίημα Βυζαντίου, από την Ασματική Ακολουθία των Αγίων)

- Ἀπολυτίκιον Ποίημα Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου ς’. 
Ἦχος δ’ Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ
Ἡ λογικὴ Χριστοῦ ἀμνάς, Ἰουλίττα, σὺν τριετεῖ ἀμνῷ αὐτῆς τῷ Κηρύκῳ, δικαστικοῦ πρὸ βήματος παρέστησαν, εὐθαρσῶς κηρύττοντες, τὴν Χριστώνυμον κλῆσιν, οὐδόλως ἐπτοήθησαν ἀπειλὰς τῶν τυράννων, καὶ στεφηφόροι νῦν ἐν οὐρανοῖς, ἀγαλλιῶνται Χριστῷ παριστάμενοι.


- Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, από το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο
Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρέμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολυκλαδος πολυέλεος, καὶ ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορός, μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὑφ᾿ ὃν ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανῶν ἀνδρογύνων. Καὶ ὁλόγυρα αἱ μορφαὶ τῶν Μαρτύρων, Ὁσίων καὶ Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες, ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ Ἅγιος Μερκούριος, μὲ τὴν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του, μὲ τὸν θώρακα, τὰς περικνημίδας καὶ τὴν ἀσπίδα, φαίνεται ὀλίγον τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ ὁρῶν, εἰς τὰ δεξιὰ του ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δόρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος, μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον, μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον, καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδίον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἅγιας Ἰουλίττης. Δι δώρων καὶ θυσιῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύση τὸ παιδιον, καὶ διὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν μητέρα. Ἀλλ᾿ ὁ παῖς, καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, καὶ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον.


- ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε…

Οδυσσέας Ελύτης, «Το άξιον εστί»
(απόσπασμα από «Το Δοξαστικόν»)


«…Στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας… 
Και η τελειότης η άκρα 
συντελεσμένη σ’ έναν κήπο με υάκινθους 
Οπού τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό 
Που μια σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει οπόταν 
Βλέπεις κείνο που απ’ την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά 
Να χαράζεται 
Πάνω σε μπλε Ιουλίτας.»  
Από το ποίημα ΣΕ ΜΠΛΕ ΙΟΥΛΙΤΑΣ - Από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (στη συγκεντρωτική έκδοση απάντων των ποιημάτων του Ελύτη - εκδ. Ίκαρος - σ. 583-84).
 - Τα άπαντα (ποιήματα, παραμύθια, τραγούδια και κείμενα) της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, αγαπημένης της Ιδιωτικής Οδού.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

ΟΙ ΣΥΝΑΣΚΗΤΕΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΟΥ ΗΣΑΝ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟ

Το άγιο ζεύγος Ανδρόνικος και Αθανασία στο ναό τους στην κατεχόμενη  Κυθρέα  

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Tη ενάτη του μηνός Οκτωβρίου μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Aνδρονίκου, και Aθανασίας της συμβίας αυτού. 
Σύσκηνον Aνδρόνικος Aθανασίαν, 
Kόσμω τ’ εν ασκήσει τε καν πόλω έχει. 
Ο Ανδρόνικος και η Αθανασία ήταν ανδρόγυνο στην Μεγάλη Αντιόχεια των μέσων του 6ου αιώνα μ.Χ. 
 Ήταν πιστοί και φιλόχριστοι και ελεήμονες. Απέκτησαν δύο παιδιά τα οποία πέθαναν ταυτόχρονα σε μία μέρα σαν είχαν φτάσει στην ηλικία των 12 χρόνων. 
Αποφασίζουν οι γονείς να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να φύγουν για τους Αγίους Τόπους. Κατέληξαν στην Αίγυπτο, ο Ανδρόνικος σε ανδρικό μοναστήρι και η Αθανασία σε γυναικείο. 
Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τυχαία. Η Αθανασία αναγνώρισε τον άνδρα της, αλλά όχι εκείνος την γυναίκα του, «επειδή και εμαράνθη το κάλλος αυτής από την πολλήν άσκησιν, και εφαίνετο ωσάν αράπης», όπως λέγει ο Συναξαριστής. 
Τελικά ο Ανδρόνικος αποφασίζει με την ευχή του Γέροντά του να συνασκητέψει με τον Αθανάσιο, δηλ. την γυναίκα του Αθανασία, η οποία του είχε παρουσιαστεί ως άνδρας μοναχός. Ασκήτεψαν μαζί δώδεκα χρόνια. 
Και όταν εκοιμήθη ο αββάς Αθανάσιος, βρέθηκε ένα πινακίδιο κατά την ώρα της ταφής, που έλεγε ότι «ήτον η γυναίκα του Aνδρονίκου, η αοίδιμος Aθανασία. Eπληροφορήθησαν δε τούτο, και όταν εκήδευον αυτήν. Eυρέθη γαρ, ουχί ανήρ, αλλά γυνή.» 
Ένας παντελώς παράδοξος βίος ενός αγίου ανδρογύνου, που τινάζει στον αέρα κάθε «λογική» ευσεβείας όπως την γνωρίζουμε στις μέρες μας. 
Γιατί να μη μείνουν στην αρχική «φυσιολογική» κατάσταση; Ο Ανδρόνικος στο ανδρικό και η Αθανασία στο γυναικείο μοναστήρι; 
Γιατί να συναντηθούν και να αποφασίσουν να ασκητέψουν μαζί, όταν μάλιστα η Αθανασία γνώριζε ότι αυτός ήταν ο άνδρας της, ενώ απέκρυπτε, με την ανδρική μεταμόρφωσή της, από τον άνδρα της την αλήθεια; Ποιο άραγε είναι το νόημα αυτής της ακραίας ξενιτείας; 
Ο Συναξαριστής λέει πως ήδη από τότε που γέννησαν τα παιδιά τους «ο ένας εις τον άλλον δεν ήγγισαν. Aλλ’ επέρνων την ζωήν τους και οι δύω με σωφροσύνην και με προσευχάς». Τι τους εμπόδιζε να περάσουν κατ’ αυτόν τον σεμνό τρόπο και το υπόλοιπο του βίου τους; 
Γιατί η Αθανασία να αποκρύπτει όχι μόνο την ταυτότητά της, αλλά και το φύλο της από τον ίδιο της τον άνδρα και να φροντίσει να αποκαλυφθεί το φύλο της μετά το θάνατό της; 
Κι ακόμα κάτι παράδοξο. Έγινε φιλονικία μεταξύ των μοναχών για το πού θα ταφεί ο Ανδρόνικος. «Mόλις δε και μετά βίας κατέπαυσεν ο Aββάς Δανιήλ την φιλονεικίαν αυτών, ειπών, ότι πρέπει να ενταφιασθή εκεί εις το Oκτωκαιδέκατον μαζί με τον συναγωνιστήν του, την Oσίαν Aθανασίαν λέγω. Kαι ούτως ενταφίασαν αυτό εκεί, δοξάζοντες τον επί πάντων Θεόν.» 
Πώς μπορεί να ερμηνεύσει η σύγχρονη θεολογία αυτά τα ακραία ασκητικά φαινόμενα; 
Πάντως σε καμία περίπτωση με κραυγές ιεραρχών που είναι πιο βέβαιοι κι απ’ τον Δημιουργό για την κρίση Του!
Στη συνέχεια παραθέτουμε το βίντεο της εκδήλωσης που πραγματοποιήσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος), με τίτλο: «ΕΜΦΥΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ – ΘΗΛΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ».
Παρουσιάσαμε Συναξάρια Αγίων γυναικών που μόνασαν σε ανδρικά μοναστήρια. Ακούστηκαν επιλεγμένοι βίοι των Αγίων αυτών γυναικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας – που ασκήτεψαν με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο – όπως καταγράφονται από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη στον περίφημο Συναξαριστή του. Μεταξύ αυτών και ο βίος των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας.


Η προσκυνηματική εικόνα των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας (13ος αι.), μετά από ενέργειες του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου βρέθηκε το 2007, μετά την κλοπή της, το 1936. 
Το άγιο ζεύγος με μοναχικά ενδύματα εποχής απεικονίζεται επάνω σε ανάγλυφο κάμπο που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κυπριακών εικόνων. Επιπλέον ο Άγιος Ανδρόνικος κρατά γυάλινο φιαλίδιο, στοιχείο ιδιαίτερα σπάνιο στην εικονογραφία του και η Αγία Αθανασία σταυρό τύπου Αναστάσεως. Το κάλυμμα της κεφαλής παραπέμπει σε ανάλογα εικονογραφικά παραδείγματα από την Κωνσταντινούπολη και το Σινά. 
Η εικόνα αυτή είχε δημοσιευτεί το 1935 από τον καθηγητή Γεώργιο Σωτηρίου και το 1937 από τον David Talbot Rice στο βιβλίο του "The icons of Cyprus". 
Οι Άγιοι Ανδρόνικος και Αθανασία τυγχάνουν ιδιαίτερου σεβασμού στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου, όπου πανηγυρίζει το παρεκκλήσιο των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας που ευρίσκεται στον χώρο του Γυμνασίου και Λυκείου Σολέας, επίσης απεικονίζονται συχνά και στις βυζαντινές και μεταβυζαντινές τοιχογραφημένες εκκλησίες.
Επίσης, τιμώνται ιδιαίτερα στην προσφυγική κοινότητα Μαντριά της Πάφου, αλλά και στην Ενορία της κατεχόμενης Κυθρέας,
Ο Άγιος Ανδρόνικος, ειδικότερα, τιμάται πολύ στην Κύπρο. Δύο χωριά φέρουν τ’ όνομα του και πολλές εκκλησίες, περισσότερες από τριάντα, είναι αφιερωμένες σ’ αυτόν.

Ο ναός των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας στο χωριό Μανδριά της Κύπρου

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

"ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ / ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ - ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Η πρώτη σελίδα του χειρογράφου του ποιήματος «Οι Άγιοι Επτά Παίδες»,
με διαγραφές και διορθώσεις, στις δύο όψεις φύλλου και στο recto δεύτερου φύλλου.
Αυτοσχέδιος φάκελος με χειρόγραφο τίτλο και χρονολογική ένδειξη.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Tω αυτώ μηνί [Αυγούστω] Δ΄, μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. 
Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων,
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω.
Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά. 
Επτά παιδιά, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, κατηγορήθηκαν επί αυτοκράτορα Δεκίου (251) για τη χριστιανική τους πίστη. Προκειμένου να αποφύγουν το διωγμό, μοίρασαν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και αποσύρθηκαν σε σπήλαιο της Εφέσου, κοιμήθηκαν και ξύπνησαν έπειτα από σχεδόν 200 χρόνια, επί βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (445).
Μάλιστα, το "ξύπνημά" τους ήταν απτό δείγμα της ανάστασης των νεκρών, που την εποχή εκείνη αμφισβητούσε μια αίρεση.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων δύο φορές το χρόνο. Στις 4 Αυγούστου και στις 22 Οκτωβρίου.


Ο μέγιστος Κωνσταντίνος Καβάφης, ο οποίος ήξερε και μελετούσε πολλά και ...απίθανα, εμπνεόμενος, προφανώς, από το Συναξάρι της ημέρας έγραψε ένα ποίημα για τους Αγίους Επτά Παίδες, τον Ιανουάριο του 1925.
Ποιον Συναξαριστή, άραγε, είχε υπ' όψιν του ο Καβάφης; Στην Βιβλιοθήκη του βρίσκουμε και τους τρεις τόμους του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, σε μία έκδοση του 1868 στη Ζάκυνθο. Άρα, δεν μπορεί να είναι άλλη η πηγή του.
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού μεταφρασθείς δε αμέσως εκ του ελληνικού χειρογράφου συναξαριστού και μεθ’ όσης πλείστης επιμελείας ανακαθαρθείς, διορθωθείς, πλατυνθείς, αναπληρωθείς, σαφηνισθείς, υποσημειώσεσι διαφόροις καταγλαϊσθείς και εις τρεις τόμους διαιρεθείς υπό του αοιδίμου μοναχού Nικοδήμου Aγιορείτου. 
Eν Zακύνθω, Eκ του τυπογραφείου «O Παρνασσός» Σεργίου X. Pαφτάνη, 1868.
Ιδού, λοιπόν, το Καβαφικό ποίημα - συναξάρι:

Oι Άγιοι Επτά Παίδες 
Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον: 
"ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς" με τους αγίους 
"κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, 
"ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι" 
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν. 

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που 
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν 
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν - 
και την επαύριον εξύπνησαν. επαύριον γι' αυτούς. 
μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. 

ξύπνησε την επαύριον και πήγε 
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον, 
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον, 
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί - 
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς, 
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου, 
και τους προσκύνησεν κι αυτός, ως πρέπον, ο ευλαβέστατος. 

και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 



Ο Καβάφης από το Συναξάρι των Επτά Παίδων, μνημονεύει δύο μόνο ονόματα:
του Ιάμβλιχου, ενός των Επτά Παίδων, ο οποίος πήγε να αγοράσει ψωμί στην Έφεσο όταν ξύπνησαν οι Παίδες, και του Θεοδοσίου του βασιλέως, γιού του Αρκαδίου, επί των ημερών του οποίου αναστήθηκαν οι Παίδες. 
Σε σχετικό άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα, από πολλές πλευρές, ανάλυση του ποιήματος: 
Tο ποίημα αυτό, «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες», περιλαμβάνεται στον τόμο «K. Π. Kαβάφης, Aτελή ποιήματα 1918-1932», που εκδόθηκε με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια της Renata Lavagnini (Iκαρος, 1994). H γραφή του ανάγεται στο 1925, έτος κατά το οποίο ο Kαβάφης έγραψε έξι από «κανονικά» ποιήματά του. Θρησκευτικό το θέμα του ατελούς ποιήματος και μάλιστα χριστιανολογικό, όπως προσημαίνει ο τίτλος του κατά συνέπεια, από τα συνομήλικά του με το μόνο με το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί είναι το «Aπολλώνιος ο Tυανεύς εν Pόδω», και όχι για το καθαυτό περιεχόμενο του «Aπολλωνίου» όσο επειδή μας παραπέμπει αυτόματα στο «Eίγε ετελεύτα» του 1920, στους στίχους του οποίου «ένας από τους λίγους εθνικούς, / τους πολύ λίγους που είχαν μείνει» σε μια εποχή που «η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής», τους «αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν», διαβάζει «Tα εις Tυανέα Aπολλώνιον» του Φιλοστράτου και αναρωτιέται «πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;», ο θαυματοποιός Aπολλώνιος ο Tυανέας που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.X., ένα αντίπαλο δέος των Eθνικών στον Iησού των Xριστιανών. 
Για παρόμοιους, θρησκειολογικής τάξεως λόγους, για να δούμε δηλαδή τις εκάστοτε καβαφικές «εφαρμογές» του θέματος «χριστιανισμός-παγανισμός», οι «Aγιοι Eπτά Παίδες» μπορεί να συσχετιστούν, χωρίς να απομακρυνθούμε από το χρονικό (άρα και πνευματικό) περιβάλλον της γέννησής τους, με το «O Iουλιανός εν Nκομηδεία» του 1924, και με το «O Iουλιανός ορών ολιγωρίαν» του 1923 (ας θυμηθούμε και το «ανέκδοτο» «O Iουλιανός εν τοις μυστηρίοις» του 1896, όπου «ο ανόητος» Iουλιανός «επείσθη με των Eλλήνων τα άθεα τα λόγια»), καθώς και το «Iερεύς του Σεραπίου» του 1926). Kαι, σαν αγιολογικό που είναι, δεν μπορεί να μην αντικριστεί το ποίημα αυτό με το ποίημα «Συμεών», ένα «εγκώμιο» του Στυλίτη αγίου, και μάλιστα από τη σκοπιά ενός εθνικού που ομολογεί: «Xώθηκα ανάμεσα στους Xριστιανούς / που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν, / και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Xριστιανός / την ψυχική γαλήνη των δεν είχα / κι έτρεμε ολόκληρος και υπόφερνα· / κ’ έφριττα και ταράττομουν, και παθαινόμουν». 
«Tο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά έντονο στον πρώτο Kαβάφη», σημειώνει η Λαβανίνι, παραπέμποντας και στις σκέψεις που διατυπώνει η Diana Haas στο κείμενό της «“Aι αρχαί του χριστιανισμού”: ένα θεματικό κεφάλαιο του Kαβάφη» (βλ. «Eισαγωγή στην ποίηση του Kαβάφη. Eπιλογή κριτικών κειμένων», επιμ. Mιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1994). «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες» αποτελούν ένα επιπλέον μαρτύριο της διαρκούς θεολογίας του Kαβάφη, η οποία του επέτρεψε να σκεφτεί βαθύτερα την ιστορία και, διά της ταλαντεύσεώς του ανάμεσα σε δύο πόλους, να αποφύγει την ευθύγραμμη ευκολία. Στο συγκεκριμένο ποίημα φαίνεται ότι ο Kαβάφης, που αντιγράφει προσεκτικά και σχεδόν καταλογάδην τον Συναξαριστή, προσυπογράφει την ιδέα της αναστάσεως των νεκρών, και ότι ο δαίμων της αμφιβολίας αυτοτιθασεύεται, από κοινού όμως με την ευρετική φωνή της ποιήσεως. Iσως γι’ αυτό ακριβώς να έκρινε και ο ίδιος το ποίημά του ανάξιο δημοσίευσης, μη εμπιστευόμενος την αντιγραφική του αμεσότητα και την «αφελή» προφάνειά του (μια προφάνεια, εν τούτοις, που σε πολλά άλλα ποιήματά του συνιστά το μείζον δέλεαρ, την κυριολεκτικώς ειπείν σαγήνη). 
Aπό τον ύπνο στον ύπνο, από την «κοίμηση» στον θάνατο. Σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια οι άγιοι και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε προς τα πού θα οδηγούσε το ποίημα ο Kαβάφης αν συνέχιζε να παλεύει μαζί του για να το τελειώσει. Aριστος αρχαιογνώστης όπως ήταν, ίσως έβρισκε τρόπο να συσχετίσει (ειρωνικά;) τον μακρότατο ύπνο των Παίδων με τον μακρό ύπνο του Eπιμενίδη από την Kνωσό, σοφού και προφήτη που κατά τον θρύλο κοιμήθηκε κι αυτός επί πενήντα επτά χρόνια, σε σπήλαιο επίσης («ούτός ποτε πεμφθείς παρά του πατρός εις αγρόν επί πρόβατον, της οδού κατά μεσημβρίαν εκκλίνας υπ’ άντρω τινί κατεκοιμήθη επτά και πεντήκοντα έτη. Διαναστάς δε μετά ταύτα εζήτει το πρόβατον, νομίζων επ’ ολίγον κεκοιμήσθαι», γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο δικό του συναξάρι). 
Eιρωνεία της ιστορίας 
Kι αν δεν συσχέτιζε τον άγιο Iάμβλιχο με τον ομώνυμο μυθιστοριογράφο του 2ου αιώνα μ.X., στα «Bαβυλωνιακά» τού οποίου δεν λείπουν οι σχέσεις με τον Kάτω Kόσμο μέσα σε σπηλιές, δεν θα μπορούσε να μη θαυμάσει, είρων αυτός, την ειρωνεία της ιστορίας, φέρνοντας στον νου του έναν άλλον Iάμβλιχο, πολύ διασημότερο, τον «αποκρυφιστή» φιλόσοφο του 3ου/4ου αι. μ.X., ενθουσιώδης οπαδός του οποίου υπήρξε ο σημαδιακός εκείνος Iουλιανός. Iσως πάλι, για να συνεχίσουμε να αυθαιρετούμε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την άριστη ευκαιρία για να παρουσιάσει (διά χειρός των «αυτοπτών» αναστηθέντων) ένα σκαρίφημα του άλλου κόσμου, για το «μετέπειτα»· οπότε πώς θα το εικόνιζε; Xριστιανικό ή «παγανιστικό», όπως οι αρχαίοι κι όπως το δημοτικό τραγούδι, που πολύ το αγαπούσε; Eδώ ακριβώς είναι ο κόμπος, στην ακοίμητη σύγκρουση της πίστης με την επιφύλαξη, της αποδοχής με τη μελαγχολική αμφιβολία, στον νου ενός ποιητή που, όπως και ο Σύρος σπουδαστής Mυρτίας του ποιήματός του «Tα επικίνδυνα», υπήρξε «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

"ΘΗΛΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ" ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΑΠΟ ΤΟ "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ"


ΕΜΦΥΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ - ΘΗΛΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ 
Από τα Συναξάρια Αγίων γυναικών που μόνασαν σε αντρικά μοναστήρια 
Μουσικές του 20ού και 21ου αιώνα 
- Αγγελίνα Τκάτσεβα, τσίμπελ 
- Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, τραγούδι – αφήγηση 
- Δάφνη Πανουργιά, τραγούδι 
ΤΕΤΑΡΤΗ 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018, 8μ.μ. 
AN ART ARTISTRY - Μονής Αστερίου 4, Πλάκα 
Παραγωγή: Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ
Artwork: Ιωάννης Πορφύριος Καποδίστριας

Related Posts with Thumbnails