Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εσχατολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εσχατολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

ΕΝΑ ΑΛΗΘΙΝΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ "ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΥ"


Η θεσμική πώρωση του ιδρυματικού χριστιανισμού και ο φόβος της θεολογίας 
Χαράλαμπος Βέντης 
Διδάκτωρ θεολογίας και φιλοσοφίας 
Κάποτε, ο χριστιανισμός κέρδισε τον κόσμο, επειδή έκανε την έκπληξη. Στην πορεία τον έχασε, γιατί σταδιακά η έκπληξη αμβλύνθηκε θανάσιμα, ηττημένη από την αποπνικτική τυπολατρεία και την ολέθρια ώσμωση του Ευαγγελίου με τις εκάστοτε συντηρητικές κοινωνικές δομές, που ανέστειλαν τη φυσική εξέλιξή του. Μοιραία, λοιπόν, μετήλθαμε στη μετα-χριστιανική εποχή, σέρνοντας ως θρησκευτική βακτηρία τη δογματική μανιέρα: τον μακρινό απόηχο ενός αρχικά καινοτόμου αγγέλματος, ιδεολογικά πια σκληρυμένου σε αυτοαναφορική φόρμουλα, αποστραγγισμένη από τους χυμούς της και προκλητικά αδιάφορη για τον ανεξερεύνητο ωκεανό της πέραν κι εκτός των ιερών κειμένων πραγματικότητας, που επιφυλάσσει εκπλήξεις και επιμένει να εκδικείται, χαμογελώντας σαρδόνια, τους ιδεοληπτικούς αρνητές της. Ο ίδιος ο Χριστός είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τον κίνδυνο του εκφυλισμού των καλών νέων, δηλ. του ευ-αγγελίου σε ανούσιο σύστημα, αφυδατωμένο υπαρξιακά και ξένο προς τη χαρά του κορμιού και της ζωής, συνεπώς αδιάφορο για τον διψασμένο για ζωή άνθρωπο, όπως ανούσιο και άχρηστο είναι και το αλάτι που έχει χάσει τη γεύση του και καταλήγει να ποδοπατηθεί ανελέητα στο χώμα από τους περαστικούς. 
Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που ο ποιητής Νίκος Καρούζος προέβη σ’ ένα «βλάσφημο» στιχουργικό ξέσπασμα, στηλιτεύοντας μια κουρασμένη μεγαλοβδομαδιάτικη ακολουθία ως «νεκροφιλικό σύμπτωμα», αδιάφορη ακόμη και για τον ίδιο τον Χριστό, που τον βάζει να την προσπερνά βιαστικά, σε αναζήτηση (εικάζουμε) μιας άλλης ομήγυρης, δεκτικότερης της δικής Του ξενικότητας και λαχτάρας για ανθρώπινη κοινωνία χωρίς περιχαρακώσεις και αποκλεισμούς: της συντροφιάς των θρησκευτικά και κοινωνικά ανέστιων, που δεν χώρεσαν στο καθιερωμένο εκκλησιαστικό σχήμα. Αναμφίβολα βαρύς και ανεπίτρεπτος ο χαρακτηρισμός για τους ευλαβείς φιλακόλουθους• παρά ταύτα, η «βλάσφημη» αγανάκτηση του εικονοκλάστη ποιητή, που δεν λαϊκίζει και δεν χαϊδεύει αυτιά, θυμίζει έντονα την προκλητική ορολογία κάποιων μορφών της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι κλήθηκαν να προκαλέσουν ρωγμές στο παχύ στρώμα της συμβατικότητας και της τυπολατρίας που κατά κανόνα επικάθεται στο συλλογικό ιερό, για να υποκαταστήσει σταδιακά την αλήθεια και τη γνησιότητα της ζωής με το πρόσχημα, την ανθρώπινη εμπάθεια και το ανέξοδο ξέπλυμα της συνείδησης. 
Οι πρώτοι διδάξαντες στην αιχμηρή κριτική της αυτάρεσκης θρησκοληψίας ήταν λοιπόν οι Προφήτες, από τις αρχαιότερες ανεξάρτητες προσωπικότητες που αποτυπώνονται στον γραπτό λόγο. «Εμίσησα, απεστράφην τας Εορτάς σας, και δεν θέλω οσφρυνθή εν ταις πανηγύρεσιν υμών … Αλλ’ η κρίσις ας καταρρέη ως ύδωρ, και η δικαιοσύνη ως αένναος ποταμός», έγραψε ο Αμώς (5: 21-24), · «Διότι έλεος θέλω, και ουχί θυσίαν και επίγνωσιν Θεού μάλλον παρά ολοκαυτώματα», συμπληρώνει ο Ωσηέ (6:6)· πρβλ. Ματ. 9:13: «πορευθέντες δε μάθετε τι εστιν έλεον θέλω και ου θυσίαν». Δεν έχουν λοιπόν κανένα αντίκρισμα στα μάτια του βιβλικού τουλάχιστον Θεού τα θρησκευτικά φεστιβάλ και οι ακολουθίες, αν δεν συνοδεύονται από ευαισθησία για τον αναγκεμένο, τον ξένο, τον φυλακισμένο. Αναγκεμένος, όμως, δεν είναι μονάχα ο φτωχός και πεινασμένος, ο άστεγος. Είναι και ο παρίας: ο ανεπιθύμητος συνάνθρωπος, ο κοινωνικά άστεγος που προκαλεί με την παρουσία του και μόνο τα όρια και τις ανοχές του κοινωνικού μας υπερεγώ, καθώς δεν υπόκειται στις αναγνωρίσιμες συντεταγμένες του κανονικού ρου της ζωής. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι απλά πολύτιμοι στα μάτια του Χριστού. Είναι αναντικατάστατοι, όχι σε πείσμα της όποιας διαφορετικότητάς τους, αλλά εξαιτίας της ακριβώς. Το Ευαγγέλιο είναι μια κλήση για διάνοιξη στον «άλλον» και μέσω αυτού, στον «όντως Άλλον». 
Παρά ταύτα, η φωνή της ιδρυματικής Εκκλησίας υψώνεται σήμερα δικανικότερη και πιο αφιλόξενη από ποτέ, ιδίως προς τους «άλλους». Αλήθεια, πόσο εύκολο είναι να αυτονομηθεί ένας αρχικά καλών προθέσεων θεσμός από τις ιδρυτικές του αρχές και να εκφυλιστεί σε αυτοδίκαιο μόρφωμα που διατηρεί το κέλυφος και μόνο των αρχικών του διακηρύξεων; Πολύ εύκολα δυστυχώς, εξ’ όσων βεβαιώνει η αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία. Το διαπιστώσαμε επώδυνα στην απανθρωπία των σοβιετικών καθεστώτων, αλλά και κάθε συστήματος και ιδεολογίας που διαιρεί απλουστευτικά και στο όνομα ενός αφελούς μανιχαϊσμού τον κόσμο σε ασπρόμαυρα στρατόπεδα, υποσχόμενο ό,τι ελκυστικότερο στους ανθρώπους: τις απόλυτες βεβαιότητες που προσφέρουν πλέρια ψυχολογική ασφάλεια και απαλλάσσουν από το βάσανο της κριτικής σκέψης και της αμφισβήτησης (χωρίς φυσικά να αποκλείεται το ενδεχόμενο και η ίδια η αμφισβήτηση να εκφυλιστεί με τη σειρά της σε προγραμματικό δόγμα και αυτοσκοπό). Το διαπιστώσαμε και το βλέπουμε επιπλέον καθημερινά στη ζωή της ελλαδικής Εκκλησίας (όσοι επιμένουμε ακόμη να ασκούμε τα λατρευτικά μας δικαιώματα ως πολίτες της), οποτεδήποτε η φιλάνθρωπη αίσθηση διακονίας του ανθρώπου και των αναγκών του παραμερίζεται χάριν ενός άθλιου δημόσιου λόγου, πατερναλιστικού και γραφειοκρατικού στον απρόσωπο δικανισμό του. Πιο επώδυνα, το αντιληφθήκαμε τα τελευταία χρόνια με το ξέσπασμα της κρίσης, όταν η επέλαση του καρκινικού νεοναζιστικού μορφώματος και των ορμέφυτων που το πυροδοτούν (με κυριότερα από αυτά την ενστικτώδη και ανακλαστική απέχθεια προς οτιδήποτε το ξένο και διαφορετικό, τον μακροχρόνια πληγωμένο εθνικισμό, αλλά και την κουτοπόνηρη ροπή του νεοέλληνα προς τον πολιτικό και οικονομικό μεσσιανισμό) βρήκαν την ελληνική κοινωνία, όπως δυστυχώς και την Ελλαδική Εκκλησία, ως συγκοινωνούντα δοχεία, απροετοίμαστες και χωρίς ουσιαστικά αναχώματα. 
Σε ό,τι αφορά μεν στην περιχαρακωμένη και αποκομμένη από τις μείζονες διεθνείς εξελίξεις του 20ου αιώνα Ελλάδα, παρά την απατηλή εντύπωση εκσυγχρονισμού που δημιουργούσε η πλασματική ευμάρεια και ο νεοπλουτίστικος καταναλωτισμός που περνούσε για «άποψη», δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς για την πολυεπίπεδη ηθική ένδεια που βγήκε στην επιφάνεια με θρασύτητα στον πρώτο κιόλας κλυδωνισμό που επέφερε η οικονομική κρίση – μία ένδεια κριτικού πνεύματος, πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης και παιδείας η οποία υπέβοσκε δεκαετίες ολόκληρες ανά την ελληνική επικράτεια αλλά περνούσε κατά κανόνα απαρατήρητη σε μια κοινωνία η οποία είχε μάθει να εξαργυρώνει τις αναπηρίες της ως αρετές και να κρύβει όλα της τα προβλήματα κάτω από το χαλί.
Εδώ όμως έχουμε μία Εκκλησία η οποία επιθυμεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «το άλας της γης» και το «φως του κόσμου», ενώ στην πραγματικότητα πολλοί κληρικοί της (Μητροπολίτες και ιερείς) επιμένουν σε επίπεδο νοοτροπίας και κηρύγματος να προτάσσουν ένα αντι-Ευαγγέλιο κομμένο και ραμμένο στο ακατέργαστο θυμικό του λαϊκιστή και ακροδεξιού πιστού (ενίοτε και του ακροαριστερού). Η επί δεκαετίες καθήλωση του μέσου έλληνα χριστιανού σε μια στενωπό βλέμματος στραμμένου στο (φαντασιακά εξωραϊσμένο) παρελθόν και τις προδιαγραφές μιας κλειστής αγροτικής κοινωνίας, περιχαρακωμένης και αγοραφοβικής, δεν είναι δυσερμήνευτη εάν αναλογιστούμε το διαχρονικό ρόλο της Εκκλησίας ως θεματοφύλακα μιας Βυζαντινής κοσμοθεωρίας που δεν εξελίσσεται και δεν διαλέγεται με τον κόσμο, αλλά αρκείται στο ρόλο του παντογνώστη Κατηχητή. Έχοντας λησμονήσει τον υπερεθνικό της χαρακτήρα, ότι δηλαδή οι χριστιανοί αποτελούν τον νέο, πνευματικό και όχι φυλετικό Ισραήλ, υπεράνω έθνους, φυλής, χρώματος και καταγωγής, η ελλαδική Εκκλησία φιλοδοξεί να ασκεί εθναρχικό ρόλο, ταυτίζοντας μάλιστα τα όρια των πιστών της με εκείνα των ελλήνων υπηκόων και παρεπιδημούντων στη χώρα, σε κραυγαλέα αντίθεση με την κατηγορηματική άρνηση του Ιδρυτή της να ταυτίσει την επικράτειά Του με τα επίγεια Βασίλεια. Οι ιεράρχες και πολλοί κληρικοί της αναλαμβάνουν αυτόκλητοι τον ρόλο των υπουργών Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Διοίκησης, Εκπαίδευσης και Δικαιοσύνης, αντί να κηρύττουν Ιησού Χριστόν Εσταυρωμένο και Αναστημένο, σαδιστικά κακοποιημένο από τις αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου και σύντροφο των φυλακισμένων, των ξένων και των κάθε λογής αναγκεμένων απανταχού της γης. Ακόμη χειρότερα, πολλοί εκκλησιαστικοί ταγοί επιθυμούν την ποινικοποίηση όσων πρακτικών και συμπεριφορών θεωρούν «αμαρτήματα», όπως ακριβώς αντιτάχθηκαν στη θέσπιση του πολιτικού γάμου όταν πριν από λίγες δεκαετίες τέθηκε σοβαρά το ζήτημα, προφανώς γιατί θεωρούσαν και θεωρούν ακόμη σωστό να σέρνουν δια της βίας τους πιστούς στα Μυστήρια, σε ριζική αντίθεση με το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» του Χριστού και την «ελευθερία των τέκνων του Θεού». 
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η αντίδραση ορισμένων Μητροπολιτών (αλλά και ουκ ολίγων πιστών) στο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» για το οποίο γίνεται πολύς λόγος, τελευταία. Μια μεγάλη μερίδα της Εκκλησίας, δυστυχώς ίσως η πλειοψηφία, θεωρώντας ότι κινδυνεύει να φιμωθεί θεσμικά από το εν λόγω νομοσχέδιο, αντιδρά λυσσαλέα και κωμικώ τω τρόπω σε μια προσπάθεια να διασωθεί κάτι από το παλαιό καθεστώς όπου ο κλήρος ασκούσε δικαιοσύνη και έκρινε τι πρέπει να είναι αποδεκτό και τι όχι. Στην πραγματικότητα, ο φόβος των ιεραρχών είναι ότι θα ποινικοποιηθεί η καταδίκη της ομοφυλοφιλίας (για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας) κι έτσι δεν θα μπορούν πλέον να καταδικάζουν από τον άμβωνα την ελεύθερη ομόφυλη αυτοέκφραση, η οποία στις δυτικές χώρες κατοχυρώνεται πλέον νομικά αλλά και συνειδησιακά, από τους πολίτες. Η αντίδραση είναι εξοργιστικά άτοπη, καταρχάς διότι το νομοσχέδιο δεν επιβάλλει στην Εκκλησία την τέλεση gay γάμων, όπως δεν της επιβάλλει και την αρειανική ή τη νεστοριανική χριστολογία, την απομάκρυνση των εικόνων από τους ναούς ή την κατάργηση του βαπτίσματος. Οι κανονιστικές λεγόμενες αρχές της Εκκλησίας δεν θίγονται νομικά ή άλλως πώς, οπότε η τελευταία ουσιαστικά δεν έχει λόγο να διαμαρτύρεται, εκτός κι αν δεν αποδέχεται το πλαίσιο της συνταγματικής δημοκρατίας, το οποίο σέβεται και διασφαλίζει μεν το αυτοκέφαλο και αυτοδιοίκητο της ελλαδικής Εκκλησίας (μάλιστα με μια σειρά σκανδαλωδών προνομίων υπέρ της), αλλά ταυτόχρονα διασφαλίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη και δεν είναι ούτε επιτρέπεται να μετατραπεί σε θεοκρατία τύπου «Ιράν», όπου η εμφάνιση, η σκέψη, η συμπεριφορά και οι προσωπική ζωή του καθενός θα πρέπει να περνάει από την έγκριση του κλήρου.
Θα περίμενε κανείς ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπως η Εκκλησία, να είναι προσεκτικότερη σε ό,τι αφορά στους διακριτούς ρόλους της από την Πολιτεία, αλλά και να τιμά τη θεμελιώδη, στο πλαίσιο του δυτικού δικαίου, διάκριση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο των πολιτών και την προστασία τους από ρατσιστικές επιθέσεις, σωματικές και/ή λεκτικές, που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των ανθρώπων και προσβάλουν την αξιοπρέπειά τους. Σε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο, θεολογικό αυτή τη φορά, θα πρέπει η Εκκλησία (αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι κανονιστικές της αρχές όντως διαμορφώνονται με θεολογικά κριτήρια και όχι τροφοδοτούμενες από τις πολιτιστικές προκαταλήψεις παρελθόντων εποχών, που παρεισέφρησαν στη ζωή της αλλά και στα ιερά της κείμενα), να αναστοχαστεί γύρω από το θέμα της ομοφυλοφιλίας, το οποίο θα είναι και το Βατερλό της, αν εξακολουθήσει να δαιμονοποιεί εκατομμύρια ανθρώπων ανά τον κόσμο, των οποίων το μόνο έγκλημα είναι ότι γεννήθηκαν (και θα πεθάνουν) με προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες της πλειοψηφίας και οι οποίοι μπορούν να είναι και όντως είναι (όσο και οι υπόλοιποι συνάνθρωποί τους) ανιδιοτελείς, σκληρά εργαζόμενοι, νομοταγείς πολίτες, πατριώτες, φιλάνθρωποι, μονογαμικοί, τίμιοι, μορφωμένοι (ή όχι) και αξιοπρεπέστατοι. 
Είναι κρίμα που οι σκληρυμένοι προϊδεασμοί και η κραυγαλέα άγνοια (που περνά μάλιστα για «ευσέβεια») συσκοτίζουν τα στιβαρά εκείνα θεολογικά κριτήρια που θα μπορούσαν να δώσουν μια εκκλησιαστική διέξοδο στο δράμα τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων, συχνά με πολλαπλά άτομα μέσα στην ίδια οικογένεια, και να τους εντάξουν στην Εκκλησία ως πρόσωπα με τις δικές τους ανάγκες όχι για … ηδονοθηρία αλλά για συντροφικότητα και μια διασφάλιση στα γηρατειά, αλλά και με προστασία από τον έκδηλο και φονικό ρατσισμό των ανεγκέφαλων. Ουσιαστικά, το λεγόμενο «σύμφωνο συμβίωσης», το οποίο τέτοια κατακραυγή σήκωσε στην υποκριτική κοινωνία μας όπου ελλοχεύει άγρυπνα η «δικτατορία του διπλανού», αποσκοπεί στο να επιτρέψει να γεράσουν μαζί δυο άνθρωποι, οι οποίοι διαφορετικά θα παρέμεναν καταδικασμένοι στην αφόρητη μοναξιά και στον φόβο να αρρωστήσουν ολομόναχοι και να τους βρουν νεκρούς στο σπίτι τους μέρες μετά θάνατον, από την μπόχα -- χωρίς τον δικό τους άνθρωπο να γιορτάσουν μαζί Χριστούγεννα, πρωτοχρονιά, Πάσχα, μια εκδρομή, την ίδια στιγμή που θα είναι αναγκασμένοι να παρευρίσκονται στους γάμους των συγγενών και γνωστών τους και να είναι και υποχρεωμένοι να ακούν και τα αστυνομικού τύπου σχόλια, του στυλ, "εσύ γιατί δεν παντρεύεσαι;" 
Όσοι διαμαρτύρονται επικαλούμενοι την Παράδοση της Εκκλησίας, καλό θα ήταν να γνωρίζουν ότι η Παράδοση ούτε τετελεσμένη είναι, ούτε στατική και ότι θα είναι σε συνεχή διαμόρφωση και εξέλιξη μέχρι και το τέλος της Ιστορίας, οπότε και εκκλησιαστική ναυς θα έχει φτάσει στο οριστικό της τέρμα. Μέχρι τότε, η χριστιανική εσχατολογία μας υποχρεώνει να είμαστε προσεκτικότεροι και πιο ανοικτοί στην απροσδιοριστία του μέλλοντος, το οποίο μπορεί κάλλιστα να περιλαμβάνει απροσδόκητες μορφές θείας χάριτος. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να τείνουμε ευήκοον ους στο Άγιο Πνεύμα, τον Παράκλητο, ο οποίος ανανεώνει την φύση, την κοινωνία και τον κόσμο δημιουργώντας νέες βιολογικές και κοινωνικές πραγματικότητες, χωρίς να ζητήσει ποτέ την άδειά μας, Προηγείται των προϊδεασμών μας και τους θραύει, σε αντίθεση με το είδωλα (κυρίως τα θρησκευτικά) που είναι πάντοτε στατικά και μονοδιάστατα και απευθύνονται στον άνθρωπο από το παρελθόν. 
Σε αντίθεση με τα είδωλα, το χριστιανικό όραμα είναι εσχατολογικό, έχει δηλαδή τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, σε ένα όραμα "καινού ουρανού και καινής γης" και όχι στο παρελθόν. Η προσκόλληση στο παρελθόν αποτελεί, θεολογικά τουλάχιστον, βαρύτατο ατόπημα ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, όπου ο Αβραάμ καλείται από τον Γιαχβέ να εγκαταλείψει την πατρογονική του εστία (τη βολή του γνώριμου και οικείου) και να ξανοιχτεί στο άγνωστο μέλλον της αναζήτησης μιας νέας πατρίδας, να ανοιχθεί δηλ. στην απροσδιοριστία. Το ίδιο (μεταφορικά μιλώντας) με τη γυναίκα του Λωτ, που τιμωρήθηκε επειδή κοίταξε πίσω και όχι εμπρός, το ίδιο και ακόμη περισσότερο με την Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο και τη σαραντάχρονη περιπλάνησή τους στην έρημο, η οποία παρά την ταλαιπωρία, τους ελευθέρωσε από τη στατικότητα και τη δουλεία-περιχαράκωση σε μια δεδομένη γη. Το ίδιο και στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Χριστός παρότρυνε αυστηρά να αφήσουμε τους νεκρούς [τα νεκρά ιδεολογήματα και τη θανατίλα του παρελθόντος] να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς και να τον ακολούθησουμε σε ένα αβέβαιο μέλλον, το ίδιο και στο βιβλίο της Αποκάλυψης, όπου προβάλλεται το όραμα ενός νέου ουρανού και μιας νέας γης. Δυστυχώς, ούτε το ιουδαϊκό, ούτε το χριστιανικό ιερατείο απέφυγαν ποτέ τον πειρασμό της παρελθοντολαγνείας, γι' αυτό ίσως και ο Θεός (μια ερμηνεία προτείνω) επιτρέπει σε κάθε στροφή της Ιστορίας να συμβεί το "αδιανόητο" κάθε φορά: η πτώση της ιερής πόλης (της Ιερουσαλήμ, της Κωνσταντινούπολης κλπ), έτσι ώστε να καταστεί σαφές ότι κανένα ανθρώπινο ιστορικό επίτευγμα δεν αποτελεί την εγκαθίδρυση της επικράτειας του Θεού στη γη, καθώς όλα ανεξαιρέτως τα επίγεια βασίλεια είναι στην καλύτερη περίπτωση ατελή, πωρώνονται και καταντούν είδωλα που πρέπει να πέσουν, για να απεγκλωβιστεί ο άνθρωπος από αυτό που τον κρατά προσκολλημένο σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν ή και παρόν (αλήθεια, τι απέγιναν οι εμπνευσμένες υπομνήσεις του μακαριστού π. Φλωρόφσκυ, ότι «τα Μεγαλεία του Θεού δεν περιορίζονται στο παρελθόν», ότι «η θεολογία είναι πάντοτε στην πορεία του σχηματισμού» και ακόμη περισσότερο, ότι «τα έσχατα της αποκαλύψεως δεν έχουν ακόμη συντελεσθή»;) Όπως θαυμάσια παρατηρεί σχετικά ο αείμνηστος καθηγητής Αγουρίδης, «ο Θεός της Βίβλου δημιουργεί νέες ευκαιρίες και δυνατότητες μέσα στην ιστορία για το άτομο και την ανθρώπινη κοινότητα». Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο βιβλικός Θεός (σε αντίθεση με τα απειράριθμα είδωλα-κακέκτυπά Του), όπως πολύ ωραία επεσήμανε κάποτε ο Αλβανίας Αναστάσιος, είναι Θεός εκπλήξεων, Θεός ανατροπών – ένας Θεός, ο οποίος μας γνωρίζει όπως ακριβώς μας μνημονεύει η Εκκλησία, δηλ. με τα κύρια βαφτιστικά μας ονόματα, αδιάφορα από τα φυσικά μας χαρακτηριστικά: εθνικότητα, φυλή, φύλο, χρώμα, ακόμη και σεξουαλικό προσανατολισμό. Κάποια στιγμή ρώτησαν τον Μάξιμο τον Ομολογητή αν ο Θεός μας γνωρίζει από τη φύση μας και η απάντηση που έδωσε είναι εκπληκτική: Όχι! Ο Θεός είναι πρόσωπο και σχετίζεται με πρόσωπα, όχι με "φύσεις¨". Γιατί αν μας γνώριζε με βάση τα φυσικά μας χαρακτηριστικά, θα μετατρεπόμασταν σε αντικείμενα και θα χάναμε το κατ' εικόνα. Εάν η Εκκλησία θέλει να παραμείνει πιστή στην προφητική της αποστολή, οφείλει να θυμάται ότι παλαιοδιαθηκικός Προφήτης, όπως και ο Έλληνας τραγωδός, αλλά και ο άγιος, για να κάνουμε χρήση μιας εύστοχης περιγραφής της Edith Hamilton, είναι «ένας ποιητής … που δεν αρκείται στα αρχαία ιερά έθιμα, ένας ποιητής με μια ψυχή τόσο μεγάλη που αντέχει την καινούργια και δυσβάσταχτη αλήθεια». 
Όπως διορατικότατα και κατ’ επανάληψη έχει επισημάνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία δεν συνεπάγεται ομοιομορφία και ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων, αφού η ετερότητα, ένεκα του ότι ενυπάρχει στην καρδιά του ίδιου του Θεού, είναι συστατική του Μυστηρίου. Με τα λόγια του ίδιου του Μητροπολίτη Περγάμου, «Το πρόσωπο δεν κρίνεται από τις ιδιότητές του αλλά από την απλή κατάφαση της ταυτότητάς του ως μοναδικού και αναντικατάστατου όντος … το πρόσωπο είναι ελεύθερο από ιδιότητες και δεν κρίνεται από αυτές … [κατά συνέπεια] Η Εκκλησία είναι ο χώρος στον οποίο ο άνθρωπος δεν κρίνεται από τις ιδιότητές του αλλά από το ότι είναι αυτός που είναι», «ο χώρος μέσα στον οποίον μαθαίνουμε να αγαπούμε εξίσου αυτούς που δεν είναι όπως θα τους θέλαμε ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά τους». Εάν κάποτε η ιδρυματική Εκκλησία στοχαστεί σοβαρά στους λόγους αυτούς και τους ενσωματώσει στις κανονιστικές της αρχές, θα μπορούμε και να ελπίζουμε ότι θα κάνει μια μέρα την έκπληξη και θα αναστατώσει εκ νέου τον κόσμο.
___________________________________________
1. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, Αθήνα, Άρτος Ζωής, 1989, σσ. 52-53, (οι υπογραμμίσεις δικές μας). 
2. Σάββας Αγουρίδης, Ερμηνευτική των Ιερών Κειμένων: Προβλήματα--Μέθοδοι Εργασίας στην Ερμηνεία των Γραφών (Β΄ Έκδοση βελτιωμένη, Αθήνα, Άρτος Ζωής, 2000), σ. 378. 
3. Edith Hamilton, Ο Ελληνικός Τρόπος, μετ. Ειρήνη Ραζή, Σταυρούλα Μεταξά, Ιωάννα Γαγλία, Αθήνα, Ανατολικός, 2004, σ. 203 (η έμφαση στο παράθεμα είναι δική μας). 
4. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Ορθοδοξία και Σύγχρονος Κόσμος, Λευκωσία, Κέντρο Μελετών Ιεράς μονής Κύκκου, 2006, σσ. 78-79. 
5. Όπ. π. σ. 118. Αυτά όλα βέβαια ισχύουν ιδεατά, σε επίπεδο αρχών, γιατί στην πράξη, η ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας, όπως καταμαρτυρείται από την συνήθη ενοριακή ζωή και νοοτροπία και τα εξ άμβωνος κηρύγματα, παραπέμπει δυστυχώς συχνά στο ακριβώς αντίθετο!

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΟΦΗΤΕΣ, ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΣ ΚΑΙ… ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Όλοι μας αυτές τις μέρες για μια ακόμη φορά περιμένουμε το… τέλος του κόσμου που βεβαίως έχει έρθει και έχει φύγει πολλές φορές. Και η ζωή ασφαλώς συνεχίζεται… 
Από αρχαιοτάτων χρόνων μέσα από μύθους και ιστορίες, πολλές φυλές ανθρώπων μιλούσαν για συνταρακτικά γεγονότα-συνήθως φυσικά φαινόμενα- που έγιναν ή που πρόκειται να γίνουν. Οι μύθοι αν και αρκετές φορές βασίζονταν σε ιστορικά γεγονότα επενδύθηκαν με φόβους, ανασφάλειες, και δοξασίες που πολλές φορές επηρέαζαν τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. 
Παραδόσεις για την καταστροφή του κόσμου
Είναι σε όλους μας γνωστή η ιστορία του Νώε με τον κατακλυσμό που συνέβη όταν αυτός ζούσε στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης. 
Παρόμοιες αφηγήσεις συναντούμε και σε άλλους αρχαίους λαούς, όπως στους Βαβυλώνιους και τους Σουμέριους. 
Στην αρχαία Ελλάδα έχουμε και εδώ κατακλυσμό με πρωταγωνιστές στην αναγέννηση των ανθρώπων τον Δευκαλίωνα και την γυναίκα του την Πύρρα, όπου η ιστορία τους είναι από τις πιο γνωστές ανάμεσα σε άλλες που υπήρχαν στην Ελλάδα. Επίσης, την ίδια ιστορία, του κατακλυσμού δηλαδή, τη συναντούμε και σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, όπως αυτές του Μουσουλμανισμού και του Ινδουισμού. 
Όλες αυτές οι παραδόσεις συντείνουν στο γεγονός ότι πιθανότατα υπήρξε αυτός ο κατακλυσμός αν μιλήσουμε επιστημονικά πέρα από την πίστη του καθενός ανθρώπου. Βεβαίως, η Επιστήμη μιλάει και για την πτώση ενός αστεροειδούς εκεί που τώρα βρίσκεται η χερσόνησος Γιουκατάν του Μεξικού, όπου ήταν η αιτία να χαθούν οι δεινόσαυροι και να προκαλέσει τεράστιες αλλαγές στη μέχρι τότε εικόνα του πλανήτη. 
Φυσικές καταστροφές λοιπόν, αλλά και ο φόβος του αγνώστου κατατρύχουν τον άνθρωπο από τότε που υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη, και πάντα (ο άνθρωπος) από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα έψαχνε, ψάχνει και θα ψάχνει έναν τρόπο να αμυνθεί σε αυτούς τους κινδύνους-υπαρκτούς και ανύπαρκτους- είτε μέσα από τη θρησκεία, είτε μέσα από τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Η εναγώνια αναζήτηση πάντως, ενός σωτήρα που θα τον απαλλάξει από τα βάσανα της ζωής, αλλά και θα του δώσει απαντήσεις για τη μετά θάνατον κατάσταση είναι διαρκής ανάγκη από τον αρχέγονο άνθρωπο ακόμα. 
Για τους Χριστιανούς ο Σωτήρας είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, ο Μεσσίας που προφήτευσαν την έλευσή Του οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης με σκληρό ασκητικό τρόπο ζωής, και με Θεία Φώτιση. Η αλήθεια ήταν ο απαράβατος κανόνας της ζωής τους-και στα λόγια τους, αλλά και στα έργα τους- και δεν δίσταζαν να την εκφράζουν με παρρησία μπροστά και στους κατά καιρούς σκληρούς ηγεμόνες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν πολλές φορές προς όφελός τους ψευδοπροφήτες που με ψευδοπροφητείες προσπαθούσαν να φέρουν σύγχυση στη ζωή των ανθρώπων και κυριαρχία στις συνειδήσεις τους, με το αζημίωτο βέβαια. Προφήτες και ψευδοπροφήτες δεν υπήρχαν βεβαίως μόνο στην προ Χριστού εποχή, αλλά και σε κάθε ιστορική περίοδο μέχρι και σήμερα. 
Το τι μέλλει γενέσθαι στη προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική, εθνική και παγκόσμια ζωή των ανθρώπων απασχολεί –όπως είπαμε- τον κάθε άνθρωπο ο οποίος βεβαίως περιμένει να ακούσει κάτι από σοφούς ανθρώπους που να διαλύσει τους φόβους του. 
Πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον
Το πρόβλημα βεβαίως ξεκινάει όταν άνθρωποι με μη διακριτά τα χαρακτηριστικά του ψευδοπροφήτη εμφανίζονται ως προφήτες είτε από όφελος τις περισσότερες φορές-όπως ήδη είπαμε- είτε ως δέσμιοι των αιρέσεων και των δοξασιών τους θυμίζοντας στην εποχή μας Μεσαιωνικές πρακτικές. 
Η Δεύτερη Έλευση του Χριστού και η συντέλεια των αιώνων είναι το κατεξοχήν γεγονός που ιστορικά ασχολούνται Προφήτες και ψευδοπροφήτες. 
Ήδη από τα πρώτα εκκλησιαστικά χρόνια ο Απόστολος Παύλος κλήθηκε να λύσει τέτοια προβλήματα που είχαν ανακύψει στις νεοσύστατες εκκλησίες που ο ίδιος είχε ιδρύσει. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το γεγονός ότι στην εκκλησία της Θεσσαλονίκης έχοντας παρεξηγήσει τα λόγια του Απ. Παύλου και υπακούοντας σε ψευδοπροφήτες παράτησαν τις δουλειές τους και περίμεναν τη Δευτέρα Παρουσία. Πίστη με αφέλεια μαζί, όταν μάλιστα αυτά ποδηγετούνται, οδηγούν δυστυχώς πολλές φορές, όπως εδώ, σε τραγελαφικές καταστάσεις, γεγονός που έκανε τον Απ. Παύλο τότε να παρέμβει δυναμικά με τη Β΄ επιστολή του προς Θεσσαλονικείς, όπου παρότρυνε τους χριστιανούς να συνεχίσουν να ζούνε ,όπως ζούσαν τη ζωή τους, με πίστη βέβαια στο Χριστό και στην Έλευσή Του, που θα γίνει όμως σε άγνωστο χρόνο και με το Χριστό να έρχεται «ως κλέπτης μεσ’ τη νύχτα», αν και βεβαίως θα προηγηθούν, όπως λέει ο Απ. Παύλος, σημάδια της Έλευσής Του μέσα από τη φαινομενική κυριαρχία του Υιού της απωλείας, όπως ονομάζει το διάβολο ο ίδιος ο Απ. Παύλος. 
Από την εποχή του Απ. Παύλου μέχρι τώρα, πολλές φορές ειπώθηκε χρονολογία κατά την οποία θα γινόταν η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού (πιο πρόσφατες: 1974, 2000, 2012) που όμως αυτό τελικά δεν έγινε. Μιλάνε επίσης για νέες ημερομηνίες κάποιοι και για σημάδια που ήδη φαίνονται-κατά τη γνώμη τους- ή θα φανούν περισσότερο στο μέλλον, πράγματα τα οποία μοιάζουν μάλλον αυθαίρετα παρά να έχουν ρεαλιστική βάση. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός παρότι διαβεβαίωσε ότι θα έρθει ένδοξα με τη Δευτέρα Παρουσία Του, ωστόσο δεν καθόρισε το χρόνο που αυτό θα γίνει για λόγους που ο Ίδιος γνωρίζει, αλλά και εμείς μπορούμε να υποψιαστούμε. 
Περί της Αποκάλυψης
Ορισμένοι επίσης, σύγχρονοι χριστιανοί, οι περισσότεροι ανήκοντες σε παραθρησκευτικές θα έλεγε κανείς ομάδες, ερμηνεύουν κατά το δοκούν τις Γραφές ή βασίζονται σε άλλες αυθαίρετες ερμηνείες τους, και ειδικά για τη συντέλεια των αιώνων στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που είναι όμως το μοναδικό βιβλίο το οποίο δεν ερμήνευσαν οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Το γεγονός βέβαια της μη ερμηνείας της Αποκάλυψης από τους Πατέρες δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γεμάτο από συμβολισμούς και αλληγορίες και η όποια ερμηνεία δεν καθίσταται μόνο εξαιρετικά δύσκολη, αλλά παράλληλα και επικίνδυνη στο να δημιουργήσει πολλές παρεξηγήσεις και αλλοιώσεις ή εκτροπές στη ζωή των χριστιανών. Μέλημα του Χριστιανού είναι να Χριστολογεί με τις πράξεις του μάλιστα, και όχι να αντιχριστολογεί. Για εμάς τους Χριστιανούς υπάρχει ο Χριστός και η ζωή Του, που όποιος την ακολουθεί και ενώνεται μαζί Του σώζεται. Κακό είναι απουσία του καλού, κι όχι ο αντίποδας του, κατά το αντιθετικό σχήμα για παράδειγμα: Βόρειος και Νότιος πόλος. Όταν «κακολογούμε» τόσο πολύ, τότε βάζουμε στο ίδιο ύψος το Δημιουργό (Χριστό) με το δημιούργημα: το διάβολο. 
Τώρα, όσο για τις αυθαίρετες ερμηνείες, όπως λ.χ. ότι «Ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, ενώ ο διάβολος θα γεννηθεί από πόρνη» ή ότι «ήδη γεννήθηκε ο Αντίχριστος» αυτές δεν μπορούν να έχουν καμία ορθόδοξη βάση. Άλλωστε, πώς είναι δυνατόν να γίνει ο διάβολος άνθρωπος τη στιγμή που κάθε άνθρωπος που γεννιέται έχει «το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν» κάτι το οποίο δεν έχει ο διάβολος, αλλά ούτε θέλει, ούτε μπορεί να έχει; 
Συνεπώς, άλλο επιρροή του διαβόλου στους ανθρώπους, που είναι υπαρκτή κατά το βαθμό που ο κάθε άνθρωπος του το επιτρέπει, και άλλο ενανθρώπηση του διαβόλου κατά το πρότυπο της Ενανθρωπήσεως του Χριστού. 
Και βεβαίως μην ξεχνάμε ότι από τα πρώτα εκκλησιαστικά χρόνια ο…Αντίχριστος «ενσαρκώθηκε» σε πλειάδα ιστορικών προσώπων-θρησκευτικών και πολιτικών-για να αποδειχθεί τελικά ότι επρόκειτο για πλάνη που μόνο θυμηδία προκαλούσε σε νοήμονες ανθρώπους. Ενώ, από την άλλη, φυσικά φαινόμενα, πόλεμοι, καταστροφές και δυστυχία υπάρχουν σε κάθε ιστορική εποχή. 
Η εκμετάλλευση των Γερόντων
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια είμαστε όλοι θεατές, δυστυχώς, μιας δεινής εκμετάλλευσης γερόντων της Ορθοδοξίας. Τα λόγια τους, η ζωή τους και οι προρρήσεις τους γεμίζουν με βιβλία τις προθήκες των βιβλιοπωλείων, με ένθετα τις εφημερίδες και με εκπομπές τα μέσα ενημέρωσης. Μια ακατάσχετη γεροντολογία που εδώ και καιρό έχει χάσει το μέτρο, κάτι που σίγουρα δεν θα επιθυμούσαν ούτε οι ίδιοι οι γέροντες για τους εαυτούς τους, αφού η ίδια η ζωή τους περνούσε στην ταπείνωση και την ησυχία κι όχι σε τέτοιο θόρυβο, που μάλιστα όταν αυτό γίνεται, τα κίνητρα είναι άλλα, με πρώτο και καλύτερο αυτό του οικονομικού κέρδους. Γίνεται λοιπόν σκόπιμη εμπορευματοποίηση, βάζοντας ακόμα και λόγια ενδεχομένως στο στόμα των γερόντων, που οι ίδιοι δεν είπαν ή ακόμη και προσκόλληση σε προρρήσεις τους, λόγου χάρη για εθνικά θέματα, όπου εκεί πιθανόν να υπέπεσαν και οι ίδιοι σε λάθη στα λεγόμενά τους. Όμως, το ότι κάποια από αυτά που είπαν οι γέροντες είναι συζητήσιμα ή θεολογούμενα αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται η αγιότητα του βίου τους. Φωτισμός του αγίου Πνεύματος και εξαγιασμένη προσωπικότητα συνυπάρχουν στο πρόσωπό τους. Όταν προλέγουν για κάτι ή εκφράζουν μια γνώμη δε βρίσκονται σε έκσταση, αλλά διατηρούν τα προσωπικά στοιχεία του χαρακτήρα τους. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι και γνώμες πολλών μεγάλων Πατέρων που εκφράζονται δια των συγγραφικών τους έργων δεν έχουν γίνει πλήρως αποδεκτές-όπως η αποκατάσταση των πάντων που υπαινίσσεται για παράδειγμα ο Γρηγόριος Νύσσης- από το Σώμα της Εκκλησίας και εκφραζόμενο εν Συνόδω, χωρίς όμως αυτό βέβαια να μειώνει το κύρος των υπολοίπων έργων και της αγίας τους ζωής. Το να δεχόμαστε τα πάντα, ό,τι ειπώθηκε ακόμα και από άγιες μορφές χωρίς την ελευθερία της κρίσης και της διάκρισης δεν είναι σοφό. Η μετάνοια που ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι στη ζωή τους, και τα σημάδια του Θεού (μυροβλυσία, θαύματα, άθικτο στη φθορά σώμα κ.α) είναι αυτά που θα τους καταστήσουν ή τους κατέστησαν αγίους στη συνείδηση του Εκκλησιαστικού Σώματος κι όχι το αλάθητό τους το οποίο βεβαίως δεν διεκδίκησαν ποτέ για τους εαυτούς τους. Οι γέροντες ό,τι προφητικό είπαν, το είπαν όχι για να μας καταπλήξουν, αλλά για να αλλάξουμε τη ζωή μας. Το να θαυμάζουμε τα χαρίσματα τους χωρίς την εσωτερική μας μετάνοια που να αντανακλάται στην καθημερινότητά μας τότε αυτό σίγουρα δεν είναι η καλύτερη τιμή του προσώπου αυτών των φωτισμένων ανθρώπων. Χρειάζεται λοιπόν προσοχή, γιατί αυτή η δίψα του λαού για πνευματικό φως στη ζωή του είναι δυνατόν να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης και όχι μόνο να μην έρθει ποτέ το πνευματικό φως στη ζωή του, αλλά και να εξωθηθεί (ενν. ο λαός) σε περισσότερο σκοτάδι. Επιπρόσθετα, αυτή η αμετροέπεια σε ό,τι αφορά τη ζωή των γερόντων δίνει λαβή για χλευασμό των ίδιων των γερόντων και πιστών-πολλές φορές αφελών- από ανθρώπους που στέκονται με σκεπτικισμό γενικά στο θρησκευτικό φαινόμενο. Τέτοια παραδείγματα άλλωστε, είδαμε όλοι μας πριν λίγο καιρό. 
Άμετρη εσχατολογία
Κανόνας της Εκκλησίας είναι η αλήθεια μέσα στην ταπείνωση. Ο Θεός είναι διακριτικός και πάνω από όλα η απόλυτη Ελευθερία. Διάχυτος φόβος και θόρυβος δεν είναι δυνατόν να πάνε αντάμα με την πίστη. Η Θεολογία δεν είναι μόνο υπερβατική, αλλά συνάμα και ρεαλιστική, έξω από τον κόσμο και ταυτόχρονα μέσα σ’ αυτόν. 
Το τέλος του κόσμου που πολλές φορές προλέγουν-και διαψεύδονται παταγωδώς- αιρετικές ομάδες, όπως Χιλιαστές ή διάφορες παγανιστικές ομάδες εδράζεται ακριβώς, στη διάχυση του φόβου και κατ’ επέκταση στην ανελευθερία ή στο εμπόριο της πίστης. 
Υπ’ αυτήν την έννοια, και ο μύθος για το τέλος του κόσμου που λέγεται ότι οι Μάγια τοποθετούν στις 21 Δεκεμβρίου του 2012,σε λίγες ημέρες δηλαδή, έχει σαφώς τα ίδια κίνητρα της αναλήθειας, καίτοι οι ίδιοι οι Μάγια σύμφωνα με σοβαρούς επιστήμονες δεν μίλησαν για το τέλος του κόσμου, αλλά για το τέλος ενός ιστορικού κύκλου, βάσει του ημερολογίου τους πάντα, και το άνοιγμα ενός άλλου κύκλου. Έτσι, όλοι μας πλέον μπορούμε να… ησυχάσουμε, γιατί κατά πως φαίνεται για μια ακόμη φορά θα αναβληθεί και πάλι αυτό το περίφημο τέλος του κόσμου τροφοδοτώντας όμως με πολλά ευφάνταστα σενάρια τον κινηματογράφο και την παραγωγή βιβλίων. 
Ο άνθρωπος και πάλι θα συνεχίσει να ζει για την ώρα, αν και περισσότερο δεν κινδυνεύει με ολική καταστροφή από φυσικά φαινόμενα, αλλά από τα ίδια τα έργα των χειρών του δια των πολέμων ή των οικολογικών καταστροφών στο όνομα του ακατάσχετου κέρδους και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της τεχνολογίας κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του. 
Η άμετρη εσχατολογία λοιπόν, που συνήθως αναζωπυρώνεται σε περιόδους πολυποίκιλης κρίσης σαν αυτή που ζούμε-και να σημειώσουμε ότι έχει ζήσει πολλές κρίσεις μέχρι τώρα η ανθρωπότητα- δε βοηθάει τη ζωή μας, αλλά ίσα-ίσα επιφέρει μεγαλύτερη σύγχυση. Ο Ορθόδοξος ζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε κάθε στιγμή της ζωής του με αγώνα και με τη σκέψη στην Ανάσταση που ξεκινάει από αυτή τη ζωή. 
Γκουνέλας Χρήστος 
Θεολόγος-Μουσικός
Related Posts with Thumbnails