Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέλλη Βουτσινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέλλη Βουτσινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Η ΝΕΛΛΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΟΣ" ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ


Της Νέλλης Βουτσινά

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ 
Η γραμμή του ορίζοντος
Εστία 1991 
Είναι η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρόνων, μελαχρινή, πολιτική επιστήμων, παντρεμένη, ελαφρά πάντα ντυμένη. Χωρίζει και αναχωρεί για το πρώτο ελληνικό νησί που θα βρει στο δρόμο της και που καθόλου τυχαία είναι η Πάτμος. Δεν εξηγεί πολλά, δεν ξέρει τα γιατί. Ξέρει ότι μέχρι το ’68 κατοικούσε στο κέντρο του γνωστού κόσμου που ήταν η Κυψέλη, υπήρχε η πλατεία, υπήρχε το ραδιόφωνο, υπήρχαν οι ουρές για τις απογευματινές προβολές στο Κυψελάκι και υπήρχε και η επιτακτική ανάγκη να αρέσεις. Υπήρχε η εβδομάδα που έμοιαζε μ’ ένα ανθεκτικό απόγευμα Σαββάτου, υπήρχαν τα καλοκαίρια που ήταν πολύ εύκολο να μπεις στη θάλασσα και πάνω απ’ όλα υπήρχε τότε η μουσική. Τον Αύγουστο του ’68 δύο ιδρωμένοι τύποι εγκατέστησαν μια τηλεόραση στο σαλόνι τους και από τη στιγμή εκείνη ο κόσμος εισέβαλλε στο σπίτι, η Κυψέλη δεν ήταν πια το κέντρο του και έκτοτε είναι δύσκολο να θυμηθεί πως ήταν η ζωή πριν τον Αύγουστο του ’68. Αργότερα, τον Ιούλιο του ’71, αυτή και άλλοι συνομήλικοι έλληνες, αμήχανοι και μελαγχολικοί ταξίδεψαν στον έξω ξανθό κόσμο για να προσηλυτιστούν στην πραγματική ζωή και να πάψουν να ‘ναι ντροπαλοί. Κάποιοι, μαζί και αυτή δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά, επέστρεψαν και συνέχισαν να χαμηλώνουν το βλέμμα. Αλλά πάντως αργότερα το ’85, όταν στην Βενετία ο Γιάννης της έκανε πρόταση μπροστά στον Άγιο Μάρκο, δε γινόταν να μη δεχτεί, έτσι που η στιγμή ήταν σαν βγαλμένη από διαφημιστικό. Η ζωή έγινε επιτέλους διαφημιστικό, έγινε πραγματική, το καταιγιστικό παρόν νίκησε τη μουσική, όλοι τράβηξαν όσο μακρύτερα γινόταν από τον παιδικό τους εαυτό, κανείς δε νοσταλγούσε τα απογεύματα, κανείς δεν είχε χρόνο. Ακόμα μακρύτερα από το κέντρο, στο νησί-απόκεντρο του κόσμου, η Ρέα Φραντζή παρακολουθεί το ξανθό πλήθος που μαυρίζει ομοιόμορφα, που νομίζει ότι υπάρχει ακόμα μουσική και την παίζει δυνατά, που ξέρει να διασκεδάζει, να μη διστάζει, να μην πονά, να φωτογραφίζει τα απογεύματα και να βουτά στη θάλασσα συχνά. Μέσα από τις εικόνες που περνούν από μπροστά της, ψάχνει την εικόνα που είναι βαθιά φυλαγμένη μέσα της από τη ζωή πριν τον Αύγουστο του ’68, ψάχνει τη μια μικρή φράση, όχι για να εξηγηθεί (ας μείνει οριστικά απληροφόρητη, ας δώσει και μια εξήγηση λιγότερη), αλλά να θυμηθεί και να βρει επιτέλους τη στιγμή , την απολύτως σωστή να πέσει στη θάλασσα, γιατί για την ώρα δεν μπορεί. Εν ολίγοις, στο νησί της Αποκάλυψης, η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρόνων, ελαφρά ντυμένη, περιμένει ένα σημάδι από τον άγνωστο κόσμο που δεν υπήρξε ποτέ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του γνωστού κόσμου. 


Ξαναδιαβάζοντας δεκαπέντε και βάλε χρόνια μετά, βιβλίο τόσο σφιχτά δεμένο με την εμπειρία μιας γενιάς (αυτής που ενηλικιώθηκε και πολιτικοποιήθηκε τη δεκαετία του ’70 μετά την Χούντα, και που στις αναζητήσεις της, η επόμενη δεκαετία αντέταξε την εισηγμένη καταναλωτική ευφορία), ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς η γενιά σου (αφού μια δεκαετία μετά, εσύ δεν μπορείς να ξέρεις πώς ήταν πριν ο ορίζοντας καταληφθεί από παχύρρευστα στρώματα εικόνων και δεν «θυμήθηκες» τις εικόνες που έχει ξεχάσει η Ρέα Φραντζή), μετράς θες δε θες και την απόσταση και την αντοχή. Πολύ περισσότερο που οι κατά Βακαλόπουλο όροι της διελκυστίνδας μεταξύ γνωστού και άγνωστου κόσμου, κουβαλούν ιδεολογικό φορτίο πιο βεβαρημένο με την πάροδο της εικοσαετίας, πιο περιπλεγμένο, ειδικά μέσα στα τρέχοντα συμφραζόμενα και στο όπως όλα δείχνουν, επίπονο κλείσιμο του μεταπολιτευτικού κύκλου. 
Καθώς η απώλεια του βαθύτερου εαυτού, η υπαρξιακή δηλαδή κρίση της Ρέας Φραντζή, στέκεται μετέωρη πάνω σε μια ρήξη μεταξύ δύο κόσμων. Γνωστού και άγνωστου, καινούργιου και παλιού: δύο διακριτά σύμπαντα, που οι όροι τους συντίθενται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Είναι από τη μία, η Ελλάδα του ’60, με τις γνωστές και ριζωμένες στις συνειδήσεις εικόνες τής γειτονιάς και του χωριού. Ένας οροθετημένος και δεδομένος φαντασιακός χώρος, ένα περιβάλλον-μήτρα όπου ο εαυτός μπορεί να είναι αρραγής και αθώος, ο χρόνος μπορεί να είναι συνεχής, αφού μέσα στο παρόν αναπνέει και το παρελθόν, κυοφορείται και το μέλλον. Είναι ο κόσμος της συνοχής και της συνέχειας, του συμπαθητικού και ντροπαλού παρόντος και του βλέμματος που μπορεί να χαμηλώνει. Και ακόμα με τους όρους του Βακαλόπουλου: ο κόσμος του αιώνιου απογεύματος του Σαββάτου, της μουσικής -που ακόμα υπάρχει και κοιτά στα μάτια τον πόνο, και της αυτονόητης θάλασσας -που είναι πάντα τόσο εύκολο να μπεις. 
Και είναι μετά η ρήξη: το άνοιγμα στον ξανθό κόσμο, η εισβολή και η έκτοτε αναπόφευκτη παρεμβολή άλλων εικόνων. Εικόνων που επιβάλλονται ως πραγματική ζωή, ως ένα αδιαφιλονίκητο και αυτάρεσκο παρόν που έστειλε στον αγύριστο τους αιώνες. Εικόνων που τελεσίδικα διαρρηγνύουν τη σχέση με τον παρελθόντα χρόνο και τον παλιό εαυτό. Είναι οι εικόνες ενός γενναίου νέου κόσμου που εκφυλίζει τον πόνο σε πόζα, και που προκύπτει σαν ιστορική αναγκαιότητα από τη μακρινή εκείνη μέρα, που ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος με τους σταυροφόρους του μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη και τα έκαναν γυαλιά-καρφιά. Και ήταν έκτοτε, ιστορική αναγκαιότητα να γνωρίσει η ανθρωπότητα τον εαυτό της μέσα από τα υπέροχα δυτικά διαφημιστικά, ήταν ιστορική αναγκαιότητα να υποκλιθούν όλοι στην αναγκαιότητα των πολιτικών επιστημών και ήταν ιστορική αναγκαιότητα οι Κέλτες επιτέλους να διαβούν και το απόγευμα να παραδώσει το πνεύμα. Έτσι όμως βρέθηκε η Ρέα Φραντζή χαμένη κάπου ανάμεσα στον μελαγχολικό ύπνο της Ανατολής και στην κουρασμένη αϋπνία της Δύσης, ανήμπορη να μπει στη θάλασσα. 
Έτσι, αν η Γραμμή του ορίζοντος, εξαντλούνταν στο παλιό, κραταιό και αναλόγως πάντα φορτισμένο «Δύση ή Ανατολή», η ανάγνωση δεκαπέντε χρόνια μετά, απλώς θα διαπίστωνε την απόσταση. Όμως η συναρμογή από τον Βακαλόπουλο των όρων της διελκυστίνδας, δεν της επιτρέπει να τελειώνει έτσι εύκολα μ’ αυτό, άσε που διαβάζοντας παρατηρεί ότι ξαναγοητεύεται. Αφού είναι μία συναρμογή, που ακόμα και όταν χρησιμοποιεί δεδομένους συμβολικούς τόπους (το νησί, η θάλασσα, ο παιδικός εαυτός, τα απογεύματα), χτίζεται και φορτίζεται βήμα το βήμα, με τις αναδιπλώσεις και τις επωδούς της, από δικά της υλικά, ακροβατώντας με αυθάδικη χάρη από το πολύ συγκεκριμένο στο καθαρά ποιητικό, για να εντοπίσει κάθε τόσο, το καίριο και το αγωνιώδες. Τα υλικά της είναι βασικά «πεζά»: οι εικόνες και τα σημεία των καιρών, και εδώ ο Βακαλόπουλος εισέρχεται με όλες τις αποσκευές του Παρισιού (τους φαινομενολόγους και τους θεωρητικούς της επικοινωνίας), για να υπαινιχθεί τους τρόπους που η εικόνα διαβρώνει τόσο τη σχέση με την πραγματικότητα, όσο και με τον εαυτό ή αλλιώς τους τρόπους που η εποχή σκηνοθετεί την επιθυμία. Η χρήση παρ’ όλ’ αυτά, παντού ποιητική, δεν ενδιαφέρεται να εκθέσει ένα δίλημμα, ούτε να ασκήσει κριτική, αλλά να συντάξει αφήγηση, να αναζητήσει μια στάση ή ένα βλέμμα ειλικρινέστερο και αισθαντικότερο στη σχέση του με τα πράγματα. Αίτημα μπορεί ρομαντικό και καθαρά απογευματινό, αλλά ακόμα επιτακτικό. Ανθεκτικά επιτακτικό. Και η αφήγηση σώζεται, (πράγμα που μπορεί να ήταν κι από την αρχή αναμενόμενο), όπως σώζεται και η Ρέα Φραντζή, ή όπως σώζεται κάποιος, όταν συναντάει τον παιδικό του εαυτό, ακόμα και με τρύπες σ’ ολόκληρο το σώμα.

Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

ΣΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΝΕΛΛΗΣ


Η φίλη Νέλλη Βουτσινά έχει αύριο τα γενέλθιά της. 
Την φέρουμε μέσα μας, την έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών κι ας απέδρασε πριν πέντε χρόνια...
Δημοσιεύω στη συνέχεια ένα από αυτά τα εξαιρετικά, κριτικά κείμενά της για διάφορα βιβλία. Ματιά διεισδυτική, ουσιαστική, σπάνια... 
Και στη συνέχεια, ας την ακούσουμε να διαβάζει παραδοσιακά μοιρολόγια, θρήνους της Μ. Παρασκευής και την "Κασσιανή" στην απόδοση του Γιώργου Χειμωνά, από την εκδήλωση "Μοιρολόγια" που πραγματοποιήσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ τον Απρίλιο του 2005, στην Αίθουσα Millenium στην Πάτρα. 
Π.Α.Α. 

ΟΛΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ 
ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΣΑΦΡΑΝ ΦΟΕΡ 
μτφρ: Μυρσίνη Γκανά 
εκδ: ΜΕΛΑΝΙ, 2011 
…και ο χιουμοριστικός είναι ο μόνος τρόπος να πει κανείς μια λυπητερή ιστορία… όπως θα παραδεχτεί τελικά ο νεαρός συμπαθέστατος και άδολος Άλεξ, σ’ ένα από τα γράμματα του προς το συγγραφέα και ήρωα του βιβλίου, τον εξίσου νεαρό αλλά δαιμόνιο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Και καθώς το γέλιο διαχέεται αόρατο στον αέρα του μυθιστορήματος, η μυθιστορηματική βεβήλωση είναι η χειρότερη δυνατή. Γιατί θρησκεία και χιούμορ είναι ασυμβίβαστα, όπως ένας γοητευτικός γηραιός λάτρης, χαρισματικός αναγνώστης και υπηρέτης της τέχνης και της περιπέτειας του μυθιστορήματος, ο Μίλαν Κούντερα έχει προ πολλού αποφανθεί. Γιατί ιερό και απαράβατο εδώ, είναι μόνο ότι διεμβολίζει αποτελεσματικά και τα ιερά και τα όσια, αλλά κυρίως (και επί του πρακτέου) γιατί στο σύμπαν της σχετικότητας του μυθιστορήματος δεν έχει θέση το μίσος[i]. Και ακόμα γιατί στο σύμπαν αυτό, αυτό που πραγματικά κρίνεται είναι η δημιουργία οικείας σχέσης με την ίδια την αλήθεια, για ν’ ανατρέξουμε, όχι άσκοπα, στον πατριάρχη της θεωρίας του μυθιστορήματος, τον Μιχαήλ Μπαχτίν[ii]. Καθόλου άσκοπα, αφού είναι ακριβώς πάνω σ’ αυτή την αισθητική και την παράδοση που διαπερνά το μυθιστορηματικό είδος -και που ο Μπαχτίν, διαβάζοντας τον Ντοστογιέφσκι, πρώτος διέκρινε, όρισε και ανέλυσε σαν καρναβαλική αίσθηση του κόσμου- που αυτό το δαιμόνιο και σκανδαλωδώς νεαρό αστέρι της νεοϋορκέζικης λογοτεχνικής σκηνής κινείται, σκανδαλωδώς άνετα, σκανδαλωδώς αυθάδικα. Ή, μ’ άλλα λόγια, πάνω στη παραγκωνισμένη αισθητική τού, κατά Κούντερα, πρώτου ημιχρόνου της ιστορίας του μυθιστορήματος, αυτού που άνοιξε με τον Ραμπελαί και τον Θερβάντες, και κατέβασε αυλαία όταν τη σκηνή κατέλαβε, κατά το 19ο αιώνα, ο ρεαλισμός. 
Εδώ είναι λοιπόν ο τόπος αυτής της υπέροχης αταξίας[iii], όπου το παιχνίδι εξακοντίζει προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις την εμβέλειά του, ενώ το χιούμορ διυλίζοντας το σοβαροφανές, εκτρέπει τη ρότα του αληθοφανούς στην τροπή του σατιρικού ή του ανεκδοτολογικού. Την ίδια δε τροπή ακολουθώντας και ο ψυχολογικός ρεαλισμός, εκβάλλει στην κοίτη της παραμυθητικής εικόνας ή του αλληγορικού –σημεία και τα δύο όπου ο Φόερ αυτοσχεδιάζει σαν πραγματικός μετρ. Στον διευρυμένο αυτόν ορίζοντα που επιτρέπει η αποδοχή της αισθητικής του πρώτου ημιχρόνου -και που σα βασική αρχή δεσπόζει η απελευθέρωση της φαντασίας- στη μεταμοντέρνα αυτή ελευθεριότητα και ελαφρότητα που ανοίγεται, ο Φόερ επινοεί και εμβολίζει έξυπνα και δεξιοτεχνικά και τους όρους της διάσπασης της μονολιθικότητας των αφηγηματικών φωνών –καταστατική πρόθεση του μπαχτινικού διαλογικού μοντέλου. Και καταστατική πρόθεση της παρούσας εξιστόρησης, όπου συγγραφείς και ήρωες υπάρχουν δύο, και όπου στην αυτογνωσιακή πορεία θα εμπλακούν και οι δυο, και όπου η επίγνωση θα προκύψει μόνο αν το ρίσκο της μεταξύ τους διαπλοκής δεν πέσει στην παγίδα να κάνει την ιστορία πιο πρωτοκλασάτη από τη ζωή, και αν -ακόμα δυσκολότερο- τολμήσει να φανταστεί ο ένας για τον άλλο σχετικά με το πώς είναι να είσαι εγώ. 
Συγγραφέας και ήρωας της εξιστόρησης, ο εβραϊκής καταγωγής, νεαρός Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, που επιχειρεί ένα ταξίδι προς τα πίσω, στη μνήμη και την ιστορία της οικογένειάς του, σε αναζήτηση ενός ουκρανικού στετλ, κρατώντας στα χέρια μόνο μια φωτογραφία[iv]. Μόνο που ο συγγραφέας και ήρωας Τζόναθαν Σάφραν Φόερ θα παραδώσει σ’ έναν αλλότριο το δικαίωμα να αφηγηθεί την ιστορία του οδοιπορικού αυτού, στον ουκρανό ξεναγό του, το νεαρό Άλεξ. Είναι ο Άλεξ που κρατά τους δύο από τους τρεις μοχλούς της αφήγησης, αφού είναι αυτός που θα διηγηθεί εκ των υστέρων το μικρό και παράδοξο οδοιπορικό τους από το Λουτσκ (όπου και παραλαμβάνει τον Τζόναθαν) σε αναζήτηση του Τράχιμπροντ, ενός μικρού εβραϊκού χωριού που κάποτε υπήρξε. Και είναι πάλι αυτός που θα διαχειριστεί τα μέρη που κάθε καλός μεταμοντέρνος συγγραφέας κρατά συνήθως για λογαριασμό του: τα μέρη της αυτοαναφορικότητας και του αυτοσχολιασμού του όλου εγχειρήματος. Σα δεύτερος μοχλός της αφήγησης είναι οι επιστολές του Άλεξ προς το Τζόναθαν, αυτές που σχολιάζουν την εξέλιξη της αφήγησης, τα μέρη-κεφάλαια που ο ένας αποστέλλει στον άλλο. Η αλλοτριότητα του Άλεξ όχι μόνο στα γράμματα, αλλά και στην καθ΄ εαυτή του αφήγηση, εγγράφεται πρώτα απ’ όλα στη γλώσσα, αφού χρησιμοποιεί την ξένη γλώσσα (τα αγγλικά –εδώ ελληνικά[v]) -τη γλώσσα που απλώνει σα γέφυρα προς τον Τζόναθαν, τη γλώσσα που αδημονεί να κατοικήσει (ο Άλεξ θέλει να φύγει από την Ουκρανία, ονειρεύεται την Αμερική)- σαν αρχάριος, παράφορος και αδέξιος εραστής: αδιανόητες αγγλικούρες, βαρύγδουπα ρήματα, επίθετα και στόμφος. Μια γλώσσα, που μακράν του να γελοιοποιείται –και παρ’ ότι δε σταματά να προκύπτει ξεκαρδιστική, επιβάλλεται με σφοδρότητα και φόρτιση, επιβάλλει την ορμή και την αγωνία της, τη ζωτική (και ανυπόφορη – όπως ίσως θα ‘λεγε ο Άλεξ) ανάγκη της να αναμετρηθεί με την αλήθεια και την ιστορία. Έτσι, με δεδομένη και τη γλώσσα, το ξένισμα της συνάντησης των δύο θα παρουσιαστεί κυρίως από τη μεριά του Άλεξ παρά του Τζόναθαν, ενώ, μέσα από τα γράμματα, το ξετύλιγμα της αφήγησης, η ίδια η υπόθεση της γραφής θα επιβληθεί σαν ένα work in progress, καθόλου θεωρητικό, αλλά απολύτως και επιτακτικά εμπράγματο και βιωματικό. Και αυτό παρ’ όλο τον ολοένα εντεινόμενο προϊδεασμό, ότι η αλήθεια θα αποκαλύψει τη φρίκη και άρα ενέχει επικινδυνότητα όχι μόνο για τον Τζόναθαν, αλλά κυρίως για τον Άλεξ. Στα καθ’ αυτό «συγγραφικά» μέρη, αυτά που ο νεαρός Τζόναθαν αποστέλλει στον φίλο του Άλεξ ζητώντας την αντίδρασή του, ο μίτος της αφήγησης ξετυλίγεται από το 1791, χρονιά που η προ-προ-προ-προ γιαγιά του αναδύθηκε απ’ το βυθό του ποταμού Μπροντ – ιδρυτική χρονολογία για την ιστορία του μικρού χωριού Τράχιμπροντ. Η αφαίρεση του ρεαλιστικού ειδικού βάρους επισημαίνεται ήδη από την κυματιστή στοιχειοθεσία των τίτλων -εύστοχη και διακοσμητική τυπογραφική εικονοποίηση[vi], προπομπός μιας αφήγησης τρυφερής και ανάλαφρης, παράδοξης και παραμυθητικής, πληθωρικής σε εικόνες που γεννοβολούν λέξεις και γεννοβολούν αλληγορικά σχήματα. Η κυματοειδής κίνηση της αφήγησης αυτής διαστέλλοντας και συστέλλοντας τις διάρκειες κατά τις επιταγές της όλης σύνθεσης, θα παρακολουθήσει με τους δικούς της όρους, την ιστορία του Τράχιμπροντ και της οικογένειας του Φόερ, μέχρι και τον πόλεμο, μέχρι και τον αφανισμό του χωριού. Και σ’ αυτή την ανάλαφρη αφήγηση, που θα χτίσει παραμυθητικά έναν ολόκληρο μικρό-κόσμο -αυτόν της μικρής εβραϊκής κοινότητας- με τους μύθους, τις εμμονές και τα κείμενά του, ο Φόερ δε θα διστάσει να συμπεριλάβει όλα τα μεγάλα θέματα. Όχι μόνο για την οικογένεια, τους πατέρες και τη θρησκεία (η κατά Φόερ διαπραγμάτευση της εβραϊκότητας, αυθάδικη, καυστική και ξεκαρδιστική), ούτε μόνο για την αχαρτογράφητη πολυμορφία της αγάπης, αλλά και για το αδιανόητο της φρίκης – νευραλγικό, μελανό σημείο της αδέκαστης τελεσιδικίας της ιστορίας. Και για τη μνήμη βεβαίως πάνω και πριν απ’ όλα στο βάθρο της έκτης των αισθήσεων, την αναγκαία και τυραννική, κέντρο και βραχνά της εβραϊκής ταυτότητας – σημείο που βεβαίως ο Φόερ δεν παραλείπει να σχολιάσει δεόντως: όπως διαβάζουμε στα απολαυστικά παρατιθέμενα μέρη του Βιβλίου των Προγενέστερων – της Βίβλου του Τράχιμπορντ, …για τους Εβραίους η μνήμη είναι εξίσου θεμελιώδης όσο το τσίμπημα μιας καρφίτσας…Ο Εβραίος νιώθει το τσίμπημα μιας καρφίτσας και θυμάται άλλες καρφίτσες. Μόνο ακολουθώντας τα ίχνη αυτού του τσιμπήματος σε άλλα τσιμπήματα του παρελθόντος –όταν η μητέρα του προσπαθούσε να διορθώσει το μανίκι του… όταν τα δάχτυλα του παππού του μούδιασαν… όταν ο Αβραάμ δοκίμασε την αιχμή του μαχαιριού για να είναι σίγουρος ότι ο Ισαάκ δεν θα ένιωθε τον πόνο- καταφέρνει ο Εβραίος να ξέρει γιατί πονάει. 
Και μόνο γράφοντας, επιμένει ο Φόερ, διεκδικεί ο οποιοσδήποτε το δικαίωμα στις δεύτερες ευκαιρίες, αφού η μνήμη από μόνη της δεν αρκεί. Γιατί η μνήμη από μόνη της μπορεί αιωνίως να γλύφει τις πληγές, η μνήμη από μόνη της μπορεί αιωνίως να τερματίζει και να παραδίνεται στο τραύμα, να ανακυκλώνει και να στερεώνει την εικόνα του Άλλου σαν προαιώνιου ή δυνητικού εχθρού. Η μνήμη από μόνη της μπορεί να σταματά και να αποσβολώνεται πάντα στη στιγμή που ο Ένας έδειξε και αφάνισε τον Άλλο για να σωθεί ο ίδιος. Γιατί αν η αλήθεια είναι αυτή η στιγμή, μόνο η γραφή μπορεί να την προσεγγίσει, όχι ζητώντας εξηγήσεις, αλλά ρισκάροντας την κατανόηση, και μόνο εδώ, στο σύμπαν της σχετικότητας του μυθιστορήματος -όπου σύμφωνα με την κουντερική απόφανση, ιδωμένη σαν αρχή ηθική και αισθητική- δεν έχει θέση το μίσος. Είναι, για το λόγο αυτό, ο διάλογος μεταξύ του Ενός και του Άλλου, ο διάλογος μεταξύ των δύο ξένων συνειδήσεων, ο πραγματικός ήρωας και συγγραφέας της αφήγησης. Ή μ’ άλλα λόγια και σύμφωνα με την οριστική διατύπωση του Μπαχτίν: ο διάλογος δεν αποτελεί εν προκειμένω τον προθάλαμο της δράσης, αλλά την ίδια τη δράση… το βασικό θέμα είναι η στάση του ανθρώπου απέναντι στον ξένο λόγο και απέναντι στην ξένη συνείδηση… Αυτή είναι η αιτία που ο λόγος του ήρωα για τον εαυτό του δομείται από την αδιάκοπη επιρροή του ξένου λόγου. Και αυτή είναι και η αιτία που σ’ αυτό το παράδοξο οδοιπορικό μνήμης ο Ένας και ο Άλλος συμπορεύονται διαλεγόμενοι, ανάγοντας σε πραγματικό ήρωα της δράσης αυτόν καθ’ εαυτόν τον μεταξύ τους διάλογο, αφού οι ίδιοι σαν ήρωες θα μείνουν ελλιπείς και ατελείς, γιατί πάλι σύμφωνα με το μπαχτινικό διαλογικό μοντέλο, ο άνθρωπος αποτελεί το υποκείμενο στο οποίο κάποιος απευθύνεται… Δεν μπορούμε να μιλήσουμε γι΄ αυτόν –το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να του απευθυνθούμε. Πάνω σ’ αυτό επαυξάνει, κλείνοντας το σχήμα του και ο Φόερ: να μη δείξουμε τον Άλλο, αλλά να του απευθυνθούμε. Ακριβώς πάνω απ’ την πληγή, ακριβώς πάνω απ’ τη φρίκη. 
_____________________
[i] Οι Προδομένες Διαθήκες, Μίλαν Κούντερα, μτφρ: Γιάννης Χάρης, Εστία, 1995. 
[ii] Ζητήματα της Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, Μιχαήλ Μπαχτίν, μτφρ: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Πόλις, 2000. 
[iii] Από τις Προδομένες Διαθήκες. 
[iv] Καθ’ όλα ισχυρό και αδιαμφισβήτητο τεκμήριο για τον Φόερ: η χρήση φωτογραφιών γίνεται συχνότερη και πιο νευραλγική στην αμέσως επόμενη συγγραφική του εμφάνιση (Εξαιρετικά δυνατά και Απίστευτα κοντά, Μελάνι, 2009), όπου και το ανάποδο «τρέξιμο» μιας τραγικής φωτογραφικής σεκάνς χρησιμοποιείται ευφυώς και επιβάλλεται σπαρακτικά και τελεσίδικα σαν το μοναδικό διαθέσιμο happy end. 
[v] Σε σχέση με τη χρήση αυτή της αγγλικής στο λόγο του Άλεξ, γράφτηκε πως «η αγγλική γλώσσα είχε να κατακρεουργηθεί και να αναδυθεί με τόση λάμψη και σπιρτάδα από την εποχή του Κουρδιστού πορτοκαλιού». Εκ των πραγμάτων δε θα μπορούσε το ίδιο να ειπωθεί και εδώ, ενώ η ποιότητα της μεταφραστικής δημιουργικότητας θα μπορούσε μόνο κατ’ αντιπαραβολή να ελεγχθεί. Ωστόσο η ορμητικότητα και η εφηβική παραφορά του λόγου του Άλεξ μεταφέρονται επαρκώς. Το ίδιο και η θερμοκρασία και λειτουργικότητα των αφηγηματικών του μερών σε σχέση με το σύνολο. [vi] Η τυπογραφική παρέκκλιση -άλλη μια από τις εμμονές του Φόερ: όχι μόνο σαν αποτύπωμα του παιχνιδιού της γλώσσας και του παιχνιδιού της γραφής, αλλά και σαν δημιουργικός όρος του αφηγηματικού σχεδιασμού. 
Δημοσιεύτηκε στην Book Press στις 13/11/11


Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

Της Νέλλης που έχει σήμερα τα γενέθλια της


Η φίλη Νέλλη Βουτσινά έχει σήμερα τα γενέλθιά της. 
Την φέρουμε μέσα μας, την έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών κι ας απέδρασε πριν τέσσερα χρόνια... 
Δημοσιεύω στη συνέχεια ένα από αυτά τα εξαιρετικά, κριτικά κείμενά της για διάφορα βιβλία. 
Ματιά διεισδυτική, ουσιαστική, σπάνια... 
Και στη συνέχεια, ας την ακούσουμε να διαβάζει παραδοσιακά μοιρολόγια, θρήνους της Μ. Παρασκευής και την "Κασσιανή" στην απόδοση του Γιώργου Χειμωνά, από την εκδήλωση "Μοιρολόγια" που πραγματοποιήσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ τον Απρίλιο του 2005, στην Αίθουσα Millenium στην Πάτρα. 
Π.Α.Α. 

ΙΣΑΑΚ ΡΟΣΑ 
Το μάταιο χθες
ΠΟΛΙΣ 2008 
μτφρ: Κυριάκος Φιλιππίδης 
Ένα μυθιστόρημα που αυτοσχολιάζεται, αποκαθηλώνοντας τις συμβάσεις του σε κάθε γύρισμα του κεφαλαίου, ίσως δεν χρειάζεται παραπέρα σχολιασμό. Ίσως να μην αφήνει πολλά να σχολιαστούν, πέρα από την ανάδειξη του τρόπου, του «μηχανισμού» ή του τεχνάσματος, αλλά και πάλι, όχι. Γιατί κι εκεί το κείμενο έχει προλάβει κι έχει σηκώσει ένα προς ένα τα πέπλα. Έχει επίσης προνοήσει να καλύψει και τα νώτα του: 
Χωλαίνοντας, χωρίς ρυθμό, το μυθιστόρημα προχώρησε με άνισες δρασκελιές πέταξε άχρηστα υλικά στα πόδια του αναγνώστη και μίλησε ανοιχτά για μηχανισμούς που συνήθως κρύβονται πίσω από τη μαστοριά του συγγραφέα (ο σκελετός μιας κατασκευής πάντα καλύπτεται με ένα ωραίο παραπέτασμα).Τι συμβαίνει λοιπόν; Συγγραφική ανεπάρκεια; Προφανώς ναι. 
Σκεφτόμαστε ήδη, ότι μιλάμε περισσότερο για κείμενο, που αναζητά αλλά και εμπαίζει την μυθιστορηματική του ιδιότητα, την ίδια στιγμή που εντατικά, επίμονα και ειρωνικά, υπονομεύει τόσο τους τρόπους και τις προθέσεις της, όσο και την νομιμότητά της –τελικά τον ίδιο το σκοπό της ύπαρξης του. Μιλάμε δηλαδή για το είδος εκείνο που προϋποθέτει όλες τις προηγούμενες δομημένες αφηγήσεις, αυτές με το σφιχτοπλεγμένο παραπέτασμα. Που ακριβώς επειδή τις προϋποθέτει και όντας προγραμματικά και όσο του επιβάλλει ο αυτοσεβασμός του ριψοκίνδυνο, δεν έχει παρά να αφηγηθεί την αγωνία. Αλλά και πάλι, ούτε…
Ας το πάρουμε όμως από την αρχή, αφού από την αρχή τίθενται όλα: και τα ζητούμενα και οι όροι. Ζητούμενο πρώτο -τι άλλο- η ιστορία. Μια μικρή ιστορία, επιλεγμένη στην τύχη μέσα από τις αράδες των αρχείων. Ήρωες της, δύο ονόματα με σκοτεινά σημεία στη βιογραφία τους: Ο Χούλιο Ντένις, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης στη δεκαετία του ΄60, που εκτοπίστηκε στο Παρίσι, για λόγους που παραμένουν αδιευκρίνιστοι: Λάθος της αστυνομίας, καμουφλαρισμένη κατάδοση ή παράνομη πολιτική δράση που τελικά αποκαλύπτεται;. Η βιογραφία του Ντένις, ανοιχτή και πρόσφορη στη μυθοπλαστική φαντασία. Ακόμα ένας άλλος, κάποιος Αντρέ Σάντεθ: επιφανές και αμφιλεγόμενο μέλος του φοιτητικού κινήματος, που σε σχέση με την τύχη του, υπάρχουν κενά ενημέρωσης. Οι τύχες των Ντένις και Σάντεθ διασταυρώνονται, καθώς πριν από τον εκτοπισμό του ενός και τη σύλληψη του άλλου, έχει προηγηθεί δίωρη, κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση στο γραφείο του Ντένις, παρ’ όλο που δεν τους συνέδεε καμιά ιδιαίτερη σχέση καθηγητή φοιτητή. Ποια η σχέση της συνάντησης αυτής με τα όσα ακολούθησαν; Σύμπτωση ή όχι; Και είναι η μυθοπλαστική πρόθεση σε θέση να συμπεριλάβει τις συμπτώσεις, ή οφείλει να τεκμηριώσει νομοτέλεια και άρα ερμηνεία, προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία; Αυτή τη μικρή περιφρονημένη ιστορία, που αν όμως ειπωθεί σωστά, ενδέχεται, από περίπτωση ν’ αναχθεί σε πορτρέτο εποχής, ζοφερής και τραυματικής, να διεκδικήσει την παραδειγματικότητά της και τελικά και μόνον έτσι την νομιμοποίησή της: ν’ αφηγηθεί την μεγάλη ιστορία, αυτή των χρόνων της δικτατορίας του Φράνκο, ιστορία που στοιχειώνει τις μνήμες και φέρει τις πληγές. Ώστε από περιττή και περασμένη στα ψιλά, να γίνει απαραίτητη. Μόνον όμως έτσι. 
Και ακριβώς γι αυτό, ζητούμενο δεύτερο: το στοίχημα της αφήγησης. Επιτακτικότερο αυτό, λόγω της περιβάλλουσας συνθήκης, η οποία, δηλώνεται από την εναρκτήρια κιόλας φράση: Στις σελίδες ενός βιβλίου… Αυτονόητο ή όχι, δεν θα μας επιτραπεί στιγμή να ξεχάσουμε πως βρισκόμαστε εδώ και πως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απ’ τον μηχανισμό και την εντιμότητα της αφήγησης θα κριθούν όσα είναι να κριθούν: το είδος και το βάθος της πληγής, η ένταση του πόνου, ο τραχύς βηματισμός της ιστορίας και τελικά η σύσταση της αλήθειας. Της αλήθειας, που πλέον κάθε έντιμη αφήγηση ξέρει: δεν είναι μία ούτε μεγάλη, αλλά πολλές, μικρές και σχετικές. Μιας αλήθειας ακόμα, που μπορεί να μην είναι καν συνώνυμο της πραγματικότητας των ιστορικών, τολμά, η τέτοιων απαιτήσεων αφήγηση, να υποστηρίξει: Ας καταλάβουμε επιτέλους πως η πραγματικότητα, αυτή που τόσο πιστά μεταφέρουν οι ιστορικοί μας, στήνει αφηγηματικές γέφυρες τεράστιας δυναμικής, τις οποίες εκθειάζουν οι κριτικοί και οι θεωρητικοί μας…και προτιμά ο σοφός μέσος αναγνώστης και το εξίσου σοφό σώμα των εκδοτών. Η σχετικότητα και η ρευστότητα στη σύστασή της ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνουν την αναγκαιότητά της, κατά συνέπεια η αφήγηση που θα τη διαχειριστεί οφείλει να μην κάνει παραχωρήσεις και να μην ενδώσει πουθενά: σε καμία μυθοπλαστική ευκολία, σε κανένα δραματουργικό γοητευτικό κλισέ. Οφείλει να έχει υπ’ όψη της ότι διασχίζει ένα χώρο ναρκοθετημένο από κοινοτοπίες, από αφηγηματικούς τρόπους ήδη δοκιμασμένους, σωρεία προηγούμενων συγκινησιακά φορτισμένων αφηγήσεων, που έχουν πιθανώς οριστικώς εξαντλήσει –μέσα από μια μορφή κορεσμού- τις δυνατότητες του προφανώς περιορισμένου ρεπερτορίου σχημάτων που διαθέτουμε προκειμένου να απεικονίσουμε την περίοδο που είναι γνωστή ως φρανκισμός. Αναπόφευκτη, τελικά η σε πρώτο πλάνο διαρκής παρουσία του αφηγηματικού στοιχήματος, αναπόφευκτος και ο σφιχτός του εναγκαλισμός με το θέμα του. 
Αναπόφευκτα στήνει η τέτοιων καταβολών αφήγηση λοιπόν κι έναν ακόμα ήρωα: τον συγγραφέα. Ο συγγραφέας, σε τρίτο πρόσωπο στη σκηνή του κειμένου και αυτός, με το φως του προβολέα πάνω του, εκθέτει την αδυναμία του, ακριβώς πριν προειδοποιήσει για την παντοδυναμία του, πειραματίζεται με δυνητικές αφηγήσεις, ενορχηστρώνει μια διαδοχή φωνών και πλευρών (οι φοιτητές, οι καθηγητές, οι αντιφρονούντες, οι καθεστωτικοί και οι άλλοι, που κινούνται στην «ήρεμη ουδέτερη ζώνη») δοκιμάζει σχήματα, δομώντας και αποδομώντας τους αφηγηματικούς του δρόμους, θέτοντας πάλι και πάλι ερωτήματα, πάντα ανυποχώρητος και θα ‘λεγε κανείς, έως θανάτου σοβαρός. Κι όμως όχι. Δεδομένου ότι, σαν γνώστης όλων των ιστοριών και όλων των χρήσεων, μακράν απέχει του να νιώθει αθώος και άρα σοβαρός. Σαν γνώστης των μυθοπλαστικών τρόπων, κύριος και μαζί υποκείμενο της αφήγησής του, είναι εξ’ ορισμού φορέας πλάγιου, ειρωνικού βλέμματος. Έχει εξ’ ορισμού αποδεχτεί ότι στη μυθοπλαστική συνθήκη, μόνο η ειρωνεία είναι σε θέση να μην εφησυχάζει, να μην αποσιωπά τους κινδύνους, να υπαινίσσεται την κινούμενη άμμο και τους αντικατοπτρισμούς που καλύπτουν την απόσταση από τον συγγραφέα μέχρι τις αλήθειες του, να καταφάσκει στην αμφισημία, σαν εγγενές συστατικό της όποιας αφήγησης και της όποιας ιστορίας. Μετά τις τόσες επικαλύψεις των αφηγήσεων, μόνο αυτή είναι σε θέση να προσεγγίσει με τον δέοντα σεβασμό θέματα πάντα παλιά και φθαρμένα, επαναφέροντας το ξάφνιασμα και το ρίγος της αναγνώρισης που οφείλει η όποια αλήθεια να προκαλεί, αποδίδοντας τελικά την «σοβαρότητά» του στο σοβαρό. Καμία ειρωνεία, μοιάζει ακόμα να προϋποθέτει ο Rosa, δεν είναι αντάξια της εμβέλειας και του ονόματος της, αν δεν στρέφεται πρώτα στον εαυτό της. Στο υποκείμενο που την εκφέρει. Εξ’ ου κι επιφυλάσσει στον ήρωα-συγγραφέα του την ειρωνικότερη μεταχείριση. Σ’ αυτόν και στα εργαλεία του, δηλαδή τη μυθοπλασία. Το κατεξοχήν έτσι κι αλλιώς πεδίο της ειρωνικής ματιάς, που εδώ θα μπει και στο στόχαστρό της: Σε αυτό το σημείο της ιστορίας μας οι αφηγηματικές συμβάσεις μας καλούν να πραγματοποιήσουμε άλλη μια άσκηση αναδρομής στη βιογραφία του ήρωά μας…Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο αγαπημένο σημείο των μυθιστοριογράφων, εκείνο που προσφέρει τις περισσότερες ευκαιρίες για να λάμψει το ταλέντο τους, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του μυθιστορήματος, που ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, χαρακτηρίζεται συνήθως από μία τάση υπερβολής. Στη σύνθεσης της βιογραφίας του Χούλιο Ντένις μπορούμε να επιδείξουμε τη συγγραφική μας δεινότητα σε δύο πεδία: της μορφής και του περιεχομένου…Αλλά η ευκαιρία για μια πραγματική επίδειξη δεξιοτεχνίας βρίσκεται στη ουσία, στο περιεχόμενο του αφηγήματος: Είναι ο αιώνιος πειρασμός να μετατρέψουμε τον ήρωα σε μάρτυρα και μαρτυρία ταυτόχρονα… Αρκεί να έχει κανείς στοιχειώδεις γνώσεις ισπανικής ιστορίας για να μαντέψει το τεράστιο μυθιστορηματικό κοίτασμα που μας περιμένει. Μια μυθοπλασία που δεν θα ψυχαγωγεί μόνο, αλλά και θα διδάσκει. 
Ωστόσο, και αφού θα έχει εκθέσει και εξαντλήσει τα σχήματά του και τις γωνίες λήψης του, ο ήρωας-συγγραφέας, θα παραδοθεί τελικά και στη μυθοπλασία, αποδίδοντάς της και την τιμή: Ας μη μας διαφύγει, ότι στην κατάληξη του 32ου κεφαλαίου (σελ.243), και αφού έχει μόλις πραγματοποιήσει μια άσκηση αναδρομής στη βιογραφία του Ντένις, θα ενδώσει τελικά και θα αναγγείλει: Κυρίες και κύριοι, εδώ κάνουμε μυθοπλασία, χαλαρώστε κι απολαύστε την. Έτσι στο αμέσως επόμενο, ενδίδοντας στους ευερέθιστους και δημιουργικούς δέκτες του μυθοπλαστικού τρόπου, θα παρακολουθήσει από υπερβολικά κοντά, τα βήματα του Χούλιο Ντένις, το τελευταίο απόγευμα πριν τη σύλληψή του. Θα γίνει, για να ακριβολογήσουμε, οι ίδιες οι αισθήσεις του Ντένις, ακόμα κι αυτές που θα μπορούσε να έχει και δεν είχε. 
Και θα ‘ναι εδώ, που θα υπαινιχθεί κάποιες αλήθειες και κάποιες συνδέσεις. Όσες απ’ αυτές, μόνο έτσι μπορούν να ειπωθούν, γιατί κάποιες άλλες –ανεβάζοντας ακόμα περισσότερο την ένταση του ειρωνικού του τόνου- θα τις παραχωρήσει σε μία «αλλότρια» αφήγηση, αυτή ενός αστυνομικού, υπερασπιστή των ανακριτικών τακτικών του καθεστώτος, που θεωρεί υπερβολές και συναισθηματισμούς, τα όσα προηγήθηκαν. 
Ο τριαντατετράχρονος Issac Rosa, άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, αφού οι αιματοβαμμένες ιστορίες της δικτατορίας του Φράνκο είχαν πάρει τέλος. Ωστόσο ανατράφηκε, όπως όλοι της γενιάς του με τις αφηγήσεις –προφορικές και γραπτές, που οι ιστορίες αυτές άφησαν πίσω τους. Και ακόμα περισσότερο, με τις σιωπές, τα βλέμματα, τους τρόπους που αποκρυσταλλώνει ο χρόνιος φόβος. Αρχίζει να γράφει αφού έχουν ειπωθεί όλα, αλλά προφανώς ενόσω το διακύβευμα της σχέσης με την ιστορική μνήμη παραμένει ανοιχτό, για ένα λαό και μια χώρα, που θα ‘θελε πολλά να ξεχάσει από το παρελθόν της. Άρρωστοι όλοι από μια ανίατη ασθένεια, αποθαρρυμένοι όλοι, όλοι σακατεμένοι. Πώς να επαναφέρει κανείς την ειρήνη, την αίσθηση πληρότητας, την ηρεμία μέσα στις καρδιές; Θλιμμένε λαέ, θλιμμένη πατρίδα, ποιο είδος ψυχανάλυσης θα μπορούσε να σε γιατρέψει;…Θα αλλάξεις άραγε μια μέρα; Ίσως ναι (μονολογούσες), όταν τα κόκαλά σου (τα δικά σου) θα λιπάνουν το χώμα σου (ω πατρίδα) κι άλλοι άντρες καλύτεροι (σήμερα ακόμα μικρά παιδιά) θα κατευνάσουν με την προσφορά τους την ανεκπλήρωτη επιθυμία που καταδυναστεύει τη μοίρα σου. Αν πέθαινες εσύ (έλεγες μέσα σου), σε ποιόν θα ‘πεφτε ο κλήρος να τα διηγηθεί; , αναρωτιόταν σαράντα χρόνια πριν ο Χουάν Γκοϊτισόλο, προφητεύοντας το είδος της πληγής που η γενιά του θα κληροδοτούσε στις επόμενες. Κι αν για τον «προπάτορα» Γκοϊτισόλο, παιδί της εποχής του ασφυκτικού φόβου, το ζητούμενο στο εμβληματικό Στοιχεία Ταυτότητας (ΚΕΔΡΟΣ 2006), ήταν να ανατάμει όλο αυτό το αίσθημα της ντροπής, όλο το βαθύ ρίζωμα της ενοχής και τη μοιραία συνακόλουθη επιθυμία ακύρωσης της ταυτότητας, για τον Rosa, που θα κρατήσει άξια την σκυτάλη, το αίτημα δεν θα μπορούσε παρά να είναι διαφορετικό: η διαχείριση της μνήμης ως απαραίτητης προϋπόθεσης ανασύστασης μιας ταυτότητας, δεν μπορεί πλέον να διέλθει από ευθείες και ασφαλείς διαδρομές, καθώς αδιαμεσολάβητη οδός δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια μια περισσότερο δομημένη και τελεσίδικη αφήγηση παρεκκλίνει του στόχου, εθελοτυφλώντας στην κρισιμότητά του και τελικά προδίδοντάς τον. 
Ο αποδομητικός δρόμος, καίτοι ολισθηρός, προκύπτει αναπόφευκτος, πόσω μάλλον που ο Rosa, υποβάλλοντας δραστικά όση κατάφαση ή ερμηνεία είναι διαθέσιμη, θα κερδίσει όλα τα στοιχήματα, για να μας παραδώσει άρτιο αυτό που απ’ την αρχή υποσχέθηκε: ένα μυθιστόρημα, τελικά ένα μυθιστόρημα, για τις πληγές της ιστορίας, αλλά και για τις στρατηγικές της γραφής. Έως του σημείου ν’ αναγκαστεί να παραδεχτεί, ακόμα και αυτός, ο διαβολέας της αφηγηματικής σαγήνης και άρα ολοκλήρωσης, πως Το πιθανότερο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ομολογία αδυναμίας, το έσχατο μέσο αποδόμησης κάποιου που δεν ξέρει, δεν μπορεί ή δεν θέλει να οικοδομήσει αλλά τελικά -στην τελευταία σελίδα- διαπιστώνει απελπισμένος πως δεν υπάρχει άλλη λύση, πως πάντα καταλήγουμε οικοδομώντας κάτι.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

ΜΝΗΜΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΒΒΟΥΡΑ


Π. Α. Ανδριόπουλος 
Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα 
….
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα 
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ 
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος 
λέει ο Ελύτης στη συλλογή του «Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά». 
Και πάντα με ενδιαφέρει αυτό το «τίποτα». Η ιδέα αλλά και η αίσθηση να ζεις με το τίποτα. Όπως με εκφράζει και το «ελάχιστο» και η σχέση του με το «τίποτα». 
Πάλι ο Ελύτης μας λέει: Η απόσταση από το «τίποτε» στο «ελάχιστο» είναι πολύ μεγαλύτερη παρ’ ό,τι από το «ελάχιστο» στο «πολύ» (από τα «ΜΙΚΡΑ ΕΨΙΛΟΝ») 
Έτσι, με αληθινή συγκίνηση δέχθηκα το «Κάτι από το τίποτα» (Οκτώβριος 2017, Εκδόσεις «Πικραμένος») του αγαπητού μας ποιητή Δημήτρη Κάββουρα. 
Πρόκειται για μια κομψή μικρόσχημη έκδοση, που περιλαμβάνει στοχασμούς σε στίχους, αποφθέγματα και αφορισμούς του πατρινού ποιητή, μαζί με σχέδια δικά του που ανασύρθηκαν από τα συρτάρια του. 
Η συγκίνησή μου πολλαπλασιάζεται βλέποντας πως η σύλληψη της ιδέας και ο σχεδιασμός της έκδοσης ανήκει στην αγαπημένη μου φίλη Νέλλη Βουτσινά, η οποία είναι συνώνυμη του ακριβού βιβλίου. Είτε το σχεδιάζει είτε το διαβάζει είτε το παρουσιάζει είτε το προτείνει. 
Κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πολύ ακριβό βιβλίο, το οποίο είναι πολύ μικρό, πολύ φτηνό (ως προς την τιμή) και ασχολείται με το «τίποτα»! 
Κάτι ἀπὸ τὸ τίποτα 
ἦταν ἡ ἀρχή 
όπως λέει κι ο Δημήτρης Κάββουρας. 
Στο «Κάτι από το τίποτα» ιχνηλατούνται ο χρόνος, η μνήμη, ο έρωτας, η γνώση, η υπαρξιακή πλήξη, η ανησυχία… Νομίζω πως συντελείται αυτό που λέει ο Διονύσης Καρατζάς και έχει βάλει ο Δ. Κάββουρας ως μότο: 
Τις λέξεις, όταν παλιώνουν, 
να τις ρίχνετε στα ποιήματα. 
Μέσα σ’ αυτά θα ξαναβρούν την αλήθεια 
και τη λάμψη τους. 
Μέσα στους στίχους και τους αφορισμούς του Δ. Κάββουρα οι λέξεις ανακαινίζονται! Και όταν επιστρατεύονται ως «Κάτι από το τίποτα», αναβαπτιζόμαστε στα νάματά τους. 
Γιατί 
Τα χίλια μπορεί να χρειάζονται 
ακόμα ένα• 
ενώ το ένα, τίποτα.


Ο κ. Δημήτρης Κάββουρας αναχώρησε χθες για το ταξίδι στην αιωνιότητα. 
Είχα την τύχη να τον συναναστραφώ και να συνεργαστώ μαζί του ποικιλοτρόπως. 
Ακόμα και συνέντευξη είχα κάνει μαζί του για τον Τηλεοπτικό Σταθμό της Μητροπόλεως Πατρών "Λύχνος". 
Ήταν ατελείωτες οι συζητήσεις μας για τον θείο του, σπουδαίο ψάλτη, Χρήστο Σπηλιόπουλο, για τον αδελφό του, τον περίφημο μουσικό Θεόφιλο Κάββουρα, για την κλασική μουσική, για την δική του ποίηση, αλλά και για την πίστη στον Θεό. 
Μας αφήνει προς παρηγορίαν το πλούσιο και σημαντικό ποιητικό και λογοτεχνικό του έργο. Δεν είναι λίγο...
Νομίζω πως η σύνδεσή του με την πόλη, την Πάτρα, ήταν άρρηκτη. 
Έτσι κι αλλιώς ταξίδεψε ελάχιστα... Ασάλευτη ζωή, με περιπάτους στην πόλη που αγάπησε. 
Καλό ταξίδι κύριε Μίμη μας. 

Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

"...ο καημός χτυπάει σαν κεραυνός..."


Μνήμη Νέλλης Βουτσινά
Τότες, στα φοιτητικά μας χρόνια, που ακούγαμε με πάθος Χατζιδάκι και ανακαλύπταμε με ευλάβεια όλο το έργο του...
Σαν εντρυφήσαμε στον δίσκο "Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης", της είπα: 
"Το μεθυσμένο κορίτσι θαρρώ πως το 'γραψε ο Μάνος έχοντας υπ' όψιν του εσένα, χωρίς να σε γνωρίζει...". 
Μειδίασε παράξενα...
Ένα χρόνο μετά την απουσία της - και πολλά από την Αθήνα της νιότης μας - είμαι σίγουρος πως γράφτηκε για κείνη...

Μες στο κρύο μες στ’ αγιάζι 
το κορίτσι μου βουλιάζει 
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό. 

Χύθηκαν τα ξεροβόρια 
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια 
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό. 

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή 
το στόμα γίνεται πληγή 
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό 
παίζει στο θάνατο κρυφτό. 

Έχει στα μαλλιά κορδέλες 
στο κορμί της χίλιες βδέλλες 
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό. 

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες 
κι απ’ τα χέρια πέφτουν κι άλλες 
ο καημός χτυπάει σαν κεραυνός. 

Ποιος της έδωσε μαχαίρι 
ποιος αγέρας θα τη φέρει 
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός; 

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή 
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή 
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή 
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή; 

Μες στο κρύο μες στ’ αγιάζι 
το κορίτσι μου τρομάζει 
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.


Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΕΛΛΗΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑ


Η Νέλλη Βουτσινά έχει τα γενέλθιά της αύριο, 28 Ιουνίου. 
Επειδή την φέρουμε μέσα μας, την έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών κι ας μας άφησε πριν ένα χρόνο...
Η φωνή της ηχεί ακόμα στις καρδιές μας.
Γι' αυτό ας την ακούσουμε να διαβάζει παραδοσιακά μοιρολόγια, θρήνους της Μ. Παρασκευής και την "Κασσιανή" στην απόδοση του Γιώργου Χειμωνά, από την εκδήλωση "ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ" που πραγματοποιήσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ τον Απρίλιο του 2005, στην Αίθουσα Millenium στην Πάτρα.


Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Ο ατέρμονος χρόνος των βιβλιοπωλείων της Νέλλης Βουτσινά


Χριστίνα Μπάνου 
Επίκουρος καθηγήτρια (Πολιτική και Εκδοτική του Βιβλίου), στο Τμήμα Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου 
Κάθε κείμενο μπορεί να είναι ένας χαιρετισμός, μια ανάμνηση, ένας ξανακερδισμένος χρόνος, μια εκδοχή, ένας εξαγνισμός, ίσως αποχαιρετισμός. Για την πολυαγαπημένη φίλη των βιβλιοπωλείων και της νεότητας Νέλλη Βουτσινά το κείμενο αυτό δεν μπορεί να είναι νεκρολογία, όχι μόνο γιατί η λέξη ηχεί σκληρή, αλλά γιατί ο τροχός των βιβλίων και του χρόνου της Νέλλης μοιάζει να εξακολουθεί να γυρίζει με τους δικούς του ρυθμούς ατέρμονα. Γιατί στη Νέλλη ταιριάζει μόνο ένα κείμενο για βιβλία και βιβλιοπωλεία, για τη ζωή μέσα και πέρα από τα μυθιστορήματα, πίσω από τα ράφια και μέσα από τις λέξεις. Πέρα από το ότι η Νέλλη ήταν προνομιακή συνομιλήτρια της λογοτεχνίας, χαρισματική αναγνώστρια, ταλαντούχος βιβλιοπώλης και εξαιρετικός άνθρωπος, νομίζω ότι είχε την ευλογία και το ταλέντο των βιβλίων. Υπό αυτή την έννοια, ο τροχός του χρόνου στην εικονογραφία, ο τροχός των βιβλίων στην αναγνωστική μηχανή περασμένων αιώνων, ο τροχός της φιλίας, των διαδρομών και των σελίδων προφανώς γυρίζει για όσους τη γνωρίσαμε και την αγαπήσαμε. 
Γνώρισα τη Νέλλη ανάμεσα στα βιβλία, στο βιβλιοπωλείο Τροχός της οδού Αράτου, στην Πάτρα. Μετά τη βιτρίνα, κατεβαίνοντας τα λίγα σκαλιά προς αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί (είμαι βέβαιη πλέον για αυτό) ο παράδεισος των βιβλίων, συναντηθήκαμε πολύ νέες, το 1994, μάλλον – και ανάμεσα στα βιβλία συνεχίστηκε η φιλία μας ακολουθώντας διαδρομές πόλεων, χρόνων, επιλογών, αλλαγών με μόνη σταθερά το πάθος για τη λογοτεχνία και τα βιβλία, πάθος που διατρέχει τη ζωή μετουσιώνοντάς τη, ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο και επανα-ανακαλύπτοντας τις απεριόριστες εκδοχές. Γιατί όσοι ζούμε στα βιβλία έχουμε πολλές εκδοχές, που όσο κι αν ο χρόνος τις περιορίζει, πολλές από αυτές επιμένουν επαναπροσδιορίζοντας αυτό που οι περισσότεροι αποκαλούν πραγματικότητα. 
Η Νέλλη ήξερε. Και ο Τροχός της Νέλλης είναι, κατά την προσωπική γνώμη και εμπειρία μου, ένα από τα καλύτερα βιβλιοπωλεία που έχω γνωρίσει, εφάμιλλο και συχνά καλύτερο αντίστοιχων ανεξάρτητων στο εξωτερικό. «Το δικό μας ήταν καλύτερο», της είχα πει μια φορά στο τηλέφωνο βγαίνοντας από ένα μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο κάπου στη Σκωτία. Ο «Τροχός» ήταν βεβαίως της Νέλλης αλλά ήταν συνάμα και δικός μας, γιατί η Νέλλη είχε το ταλέντο και το χάρισμα του βιβλιόφιλου, παθιασμένου βιβλιοπώλη να κάνει τον επισκέπτη-αναγνώστη να νοιώθει ότι ο χώρος ήταν δικός του. Ο «Τροχός» ήταν τόπος που φώτιζε τη ζωή και τα χρόνια τότε, τους δρόμους της Πάτρας και τους δρόμους τους προσωπικούς, ως απόλυτος τόπος βιβλίων, συνάντησης, επικοινωνίας, σκέψης, παρηγοριάς, χαράς, ανακάλυψης, εντρύφησης. 
Στα επόμενα χρόνια ο Τροχός μετακόμισε στο διπλανό κτήριο, σε μεγαλύτερο χώρο, ανεβαίνοντας αυτή τη φορά τα σκαλιά προς τον τόπο των βιβλίων και της συζήτησης, προς τον επίγειο, απτό χώρο της συνάντησης με τα βιβλία γυρίζοντας τους δείκτες πολλαπλών ιδεατών χρόνων (μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2000). Το βιβλιοπωλείο της Νέλλης ήταν αυτό που ένα ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο σήμερα πασχίζει να είναι και συχνά δίδονται συμβουλές (και δεκάλογοι και σεμινάρια και webinars και μεταπτυχιακά προγράμματα) για το πώς πρέπει να είναι. Η Νέλλη αποτελούσε παράδειγμα χαρισματικού βιβλιοπώλη που δεν χρειάζεται κανένα σεμινάριο, γιατί ξέρει τι είναι και τι ακόμα μπορεί να είναι το βιβλιοπωλείο. «Μάγος και μεσίτης των βιβλίων» γράφει ο Τσβάιχ για τον παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ. Και αυτό ακριβώς ήταν η Νέλλη Βουτσινά. 
Αφού σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η Νέλλη επέστρεψε στην Πάτρα, και από πολύ νέα αφοσιώθηκε και αφιερώθηκε στα βιβλιοπωλεία μοιραζόμενη τις αναγνωστικές περιπέτειές της. Πάντοτε χαμογελαστή (ένας από τους καλύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει), ευγενική, με χιούμορ, με εξαιρετική παιδεία και ανατροφή, και βεβαίως με απαράμιλλο λογοτεχνικό γούστο, γνώριζε το κατάλληλο, το ταιριαστό για τον κάθε αναγνώστη βιβλίο. Υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάγκοι κοντά στο ταμείο, στο βάθος του παλαιού Τροχού, που καθόμασταν με τις ώρες και συζητούσαμε με τον καφέ δίπλα. Ο Τροχός με περίμενε, μας περίμενε όλους, μετά από ταξίδια και διαδρομές. 
Και όταν έκλεισε ο «Τροχός», πάλι στα βιβλία έβρισκα τη Νέλλη, με «την ασθένεια της λογοτεχνίας», στην Αθήνα ξανά. Εργάστηκε στον Ιανό για μεγάλο χρονικό διάστημα προσφέροντας την έμπειρη ματιά και το γούστο της στους πάγκους ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου και μετά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Ποταμός», σε εκείνη τη γωνία στο Κολωνάκι, με το άρωμα του καφέ και των τυπωμένων σελίδων. Και μετά κατεβαίνοντας την Ερμού, στρίβοντας δεξιά στην Αιόλου η Νέλλη πάλι μέσα στα βιβλία ήταν, στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Πόλις». Και μετά στις εκδόσεις «Αιώρα». 
Σκηνικά, πόλεις και σελίδες: οδοί και ιστορίες που επαναπροσδιορίζονται μέσα από εξώφυλλα, παραγράφους και ράχες βιβλίων. Επιστρέφοντας στην γενέθλια Πάτρα, πριν από περίπου πέντε χρόνια, μετά την πρόωρη και τραγική απώλεια της πολυαγαπημένης αδελφής της Ναταλίας, η Νέλλη κατά τα τελευταία χρόνια εργαζόταν στις εκδόσεις «Πικραμένος». Γράφοντας και μιλώντας για βιβλία, σχεδιάζοντας βιβλία, παρουσιάζοντας βιβλία, συνεργαζόμενη με συγγραφείς, η Νέλλη ζούσε στον κόσμο του βιβλίου, σε διαφορετικούς κρίκους της εκδοτικής αλυσίδας με οδηγό της την πάντοτε δίκαιη κρίση, την οξυδέρκεια, την ευαισθησία, τη γνώση αλλά και το ταλέντο να κατανοεί τους άλλους. Και τα τελευταία χρόνια, μέσα από τις σελίδες μοιραζόταν όπως πάντα, όψεις της λογοτεχνίας και της ζωής, κοντά στους φίλους, τους συνεργάτες και την οικογένειά της: τον πατέρα της Γεράσιμο και τη μητέρα της Ξανθή (την οποία θυμάμαι να ανοίγει περνώντας την πόρτα του «Τροχού» και να μας χαιρετά πάντοτε χαμογελαστή), στους οποίους σήμερα 17 Ιουλίου 2018 -ημέρα του «τελευταίου αντίο»- δεν υπάρχει λέξη κατάλληλη για να απευθυνθεί κάποιος, και βέβαια τον αδελφό της και τα ανίψια της. 
Βεβαίως, η ευαίσθητη και οξυδερκής Νέλλη έγραφε ωραία για τα βιβλία (ήδη ο παρελθοντικός χρόνος μπλέκεται σε αυτό το κείμενο στενοχωρώντας). Αρθρογραφούσε στη Book Press και έγραφε στο βιβλιοφιλικό ιστολόγιό της «Αναγνωστική αδεία» για τις αναγνωστικές περιπέτειές της, όπως η ίδια τις αυτο-προσδιόριζε. 
Στα χρόνια που μεσολάβησαν μιλούσαμε πιο αραιά, συναντιόμαστε λιγότερο (και τώρα λυπάμαι για αυτό, ξέροντας πόσο λιγοστεύουν οι φίλοι, πόσο ανεκτίμητοι είναι οι φίλοι της νεότητας τους οποίους τελικά ποτέ δεν χάνουμε – όμως θα ήθελα να έχω ακούσει τη χαρακτηριστική, κάπως βραχνή, φωνή της μια φορά ακόμα, ίσως στα γενέθλιά των 50 χρόνων της, στις 28 Ιουνίου) αλλά ήξερα ότι η Νέλλη ήταν πάντοτε εκεί, προνομιακή συνομιλήτρια της λογοτεχνίας, ήξερα ότι (όπως έλεγε και εκείνη) διαβάζαμε ταυτόχρονα τα ίδια βιβλία ή ότι θέλαμε να διαβάσουμε τα ίδια βιβλία συνδυάζοντας παρόμοιες βιβλιακές διαδρομές. Αυτές τις ημέρες του Ιουλίου διαβάζοντας δυο βιβλία για τα βιβλιοπωλεία και την ανάγνωση σκεφτόμουν τη Νέλλη, προτού μάθω την Κυριακή 15 Ιουλίου την κάκιστη είδηση. Γνώρισα τη Νέλλη ανάμεσα στα βιβλία και με βιβλία θα την αποχαιρετήσω. Με τα «Βιβλιοπωλεία» του Carrion και τη «Χαμένη αναγνώστρια» του Fabio Stassi, βιβλία που είμαι σίγουρη ότι θα είχε λατρέψει εάν τα διάβαζε. Και με λέξεις για εκδοτικές και αναγνωστικές περιπέτειες. 
Εάν ισχύει άλλωστε αυτό που έγραψε ο Καρούζος ότι «στον ουρανό οι δυνατότητες είναι μόνο συναρπαστικές», τότε η Νέλλη σίγουρα χαμογελώντας θα φτιάξει ξανά έναν τροχό, στον οποίο οι φίλοι-αναγνώστες θα απολαμβάνουν τα βιβλία, εσαεί νέοι και δυνατοί, γεμάτοι αισιοδοξία και όνειρα, προτού οι απώλειες, οι τριβές, οι μικροπρέπειες, οι αρρώστιες, η σκληρότητα, η υποκρισία προσπαθήσουν να σκιάσουν το ελπιδοφόρο βλέμμα τους (χωρίς να το πετυχαίνουν πάντοτε, αλλά οι ρυτίδες δείχνουν πλέον την πάλη για τον ξανακερδισμένο χρόνο). 
Μα στον «Τροχό» τότε ήμασταν όλοι νέοι και νέοι θα παραμείνουμε, «ονειρευόμενοι», με χαμόγελο, δίνοντας μάχες για τις εκ λογοτεχνίας εκδοχές μας. 
Καλό ταξίδι, Νέλλη. Ξέρεις τι έγραψε η Τζόις Μανσούρ για τον ουρανό.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Η ΝΕΛΛΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΕΥΑ" ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΕΥΑ
Έρση Σωτηροπούλου
Πατάκης 2009
Αργά το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, βγαίνοντας από το ρεβεγιόν σε κλαμπ της πλατείας Θεάτρου η Εύα, δεν παίρνει το δρόμο για το σπίτι. Παίρνει απλώς το δρόμο, με το κάθε βήμα να φέρνει το επόμενο και αφήνοντας τα λιγοστά ταξί να περάσουν. Τα βήματα της την οδηγούν προς τη Βαρβάκειο και μετά όλο και πιο κάτω και πιο βαθιά στην άγνωστη και σκοτεινή «παρένθεση» του κέντρου, από το κατέβασμα της Σοφοκλέους μέχρι και τον Κεραμεικό. Στην άλλη αυτή όψη (κανονικό αρνητικό) της γνώριμης πόλης, και πολύ περισσότερο της χριστουγεννιάτικης εκδοχής της, η Εύα χωρίς προαποφασισμένο δρομολόγιο θα περιπλανηθεί μέχρι το πρωί. Η περιπλάνηση τυχαία (σαν περιπλάνηση), αλλά η νύχτα φορτισμένη: εκτός από τις αυξημένες προσδοκίες τις ευάλωτες στις διαψεύσεις -παραδοσιακή ψυχολογική ενδυμασία των γιορτών, η Εύα έχει νωρίτερα τσακωθεί με τον άντρα της, έχει στο πάρτι ανταλλάξει ένα υποσχόμενο φιλί με νεαρό συγγραφέα, έχει πιθανώς πάρει ένα τριπάκι, είναι πάντως επιρρεπής στις εικόνες που μοιάζουν με σκέψεις που γλιστρούν η μία μέσα στην άλλη…χωρίς βιασύνη, χωρίς αγωνία και στην κάθε φωτεινή σκέψη που ανακαλεί κάποια άλλη λαμπρότερη. Έτσι έτοιμη να συναντήσει και να συνομιλήσει με τα σημάδια, η περιπλάνηση στην πόλη θα προκαλέσει την περιπλάνηση και στον εσωτερικό της χώρο και χρόνο, όχι πια τυχαία. Σχεδόν μοιραία, ή τουλάχιστον όσο πιο μοιραία το σκοτεινό, αλλά καθόλου δραματικό σύμπαν της Σωτηροπούλου, μπορεί να επιτρέψει. 
Σημείο εκκίνησης το πάρτι: η περιπλάνηση στο χρόνο, αρχίζει φυσικά από το πιο πρόσφατο παρελθόν για να προχωρήσει με παλινδρομήσεις και όλο και πιο συνειδητά άλματα στο βάθος του χρόνου. Στο πάρτι λοιπόν, όπου τα μπάσα ηχούσαν σα να αντλούν αίμα, μέσα στον εξωτικό διάκοσμο με τις θεές Κάλι να χειρονομούν στην πλάτη τους και παραβάν…με παραδείσια πουλιά με μακριές πράσινες ουρές, που κρύβανε ποιος ξέρει ποια απουσία (ενώ η εικόνα συμπληρώνεται από φίνες ανταύγειες και σώματα σε επιφυλακή, ένα ξεθεωμένο χαμόγελο πιο δω, κάποιες λοξές ματιές παραπέρα, ασυνάρτητα λόγια, λευκές ελεφάντινες γάμπες, ή χέρια τεντωμένα), υποβάλλεται με κάθε φράση η αίσθηση ενός παραισθητικού και ανοίκειου περιβάλλοντος. Εδώ τα πρόσωπα υπάρχουν μόνο σα ρόλοι (ο κριτικός, ο συγγραφέας, οι βουλευτές, ο μάνατζερ) ή ζωντανά μνημεία, σκιές μέσα σε θέατρο σκιών και ο αδιαμφισβήτητος και άκαιρος ρεαλισμός του παρείσακτου που καταρρέει επειδή πεινάει, άνετα εκλαμβάνεται σαν περφόρμανς από τους παριστάμενους. Εδώ η Εύα ανάλαφρη και επιλήσμων, γλιστρά πάνω στις εντυπώσεις και τις σκέψεις της σκαρώνοντας παιχνίδια μ’ ονόματα και συνειρμούς, παιχνίδια που της άρεσαν επειδή γίνονταν στο κενό. Στο μοναδικό κεφάλαιο που μιλά σε πρώτο πρόσωπο, εκ των υστέρων σα να έλεγε την ιστορία σε κάποιον άλλο, παρακολουθούμε την ισχνή για την ώρα προσπάθειά της μέσα στο πάρτι, να διαπεράσει το κενό και να βρει τα σημεία που τέμνεται η ίδια με τη σκηνές μπρος στα μάτια της. Σαν επίδοξη συγγραφέας καταφεύγει στις αφηγήσεις για να οριστεί: σκέφτεται Σεφέρη, Έλιοτ, Καβάφη, Doors και Lou Reed και το πράγμα για την ώρα σταματά εκεί (η Εύα θα επιστρέψει στις αφηγήσεις της, αργότερα το ίδιο βράδυ, για να διαπιστώσει την απόστασή τους από την εμπειρία, αλλά όχι ακόμα), αφού μ’ όσα πραγματικά την αφορούν δεν έχει έρθει η ώρα να συναντηθεί. Τώρα έχει ήδη αφήσει το πάρτι και είναι έξω στην έρημη αγορά και όσο κατηφορίζει και η ευφορία την εγκαταλείπει, η ώρα αυτή δείχνει όλο και να πλησιάζει, αφού στο μεταξύ κομμάτια από το παρελθόν (και κυρίως η σχέση με τον άντρα της), αναδύονται κάθε τόσο και σταδιακά αποκαλύπτουν τη συνοχή τους. Κάπου εκεί θα συναντήσει και την Μόιρα, θυμόσοφη πόρνη και παραλίγο Μοίρα. Στην κουβέντα πάνω από τη φουφού και μέσα από τις παραδοξολογίες της Μόιρας μια συναίσθηση σαν ξένη αρχίζει να επιβάλλεται, και το χτύπημα της καμπάνας (η υποβλητική σκηνοθεσία διαρκής και συνδιαλεγόμενη με τις κινήσεις της μνήμης), γίνεται στ’ αυτιά της Εύας ένα τώρα τώρα τώρα. Μετά απ’ αυτό η Εύα για πρώτη φορά θα σκεφτεί τον πατέρα της που είναι κατάκοιτος στο νοσοκομείο και από ‘δω και πέρα όλο και πιο συνειδητά όλο και πιο επίμονα θα ανακαλεί το παρελθόν ζητώντας απαντήσεις. Η γνωριμία της με τους φίλους της Μόιρας και κυρίως με τον Έντι, κλέφτη και οξυδερκή αφηγητή των περιπετειών του, θα ενισχύσει την εντύπωση ότι αυτό που γίνεται την αφορά άμεσα: στο κεφάλαιο όπου ο Έντι διηγείται την χειρότερη μέρα της ζωής του, οι σκέψεις της Εύας παρεμβάλλονται καθώς ανακαλείται ένα επεισόδιο από τη δική της ιστορία. Κι όσο ο Έντι, στην εύστοχη αυτή διαπλοκή των αφηγήσεων ψάχνει την κλωστή της δικής του επιθυμίας, η Εύα αναζητά τους λόγους που κάνουν το συγκεκριμένο ξεχασμένο επεισόδιο τόσο καταλυτικό για την ίδια. Στη συνέχεια της βραδιάς με βήματα πιο σίγουρα και με ενδιάμεσους σταθμούς τη συνάντηση με την φίλη της Ελένη και την επίσκεψη στον πατέρα της στο νοσοκομείο, θα πάρει επιτέλους το δρόμο για το σπίτι.


Το πρώτο ζουζούνι το είχε δει στο υπερώο του κλαμπ και ήταν μοναδικό. Αστραφτερό, ανεπανάληπτο. Το ζουζούνι θυμάται η Εύα σαν το εφαλτήριο της ενεργοποίησης της μνημονικής ακολουθίας, και μπορούμε να φανταστούμε το ζουζούνι σαν το σημείο που διασταυρώνεται το πρόταγμα της Γουλφ με εκείνο του Πόε: Το ασήμαντο, το καθημερινό και ευτελές που μπορεί να ανακαλέσει σειρά εικόνων, παραστάσεων και σκέψεων, να κινηθεί ελεύθερα μέσα στο χρόνο και να φέρει στην επιφάνεια στοιχεία από τη διαστρωμάτωση και τους αρμούς της μνήμης, κρατάει από τον Φάρο και την Κα Νταλογουαίη. Αλλά προηγείται το πλάγιο βλέμμα που αντικρίζει την πραγματικότητα υπό το πρίσμα του ονείρου ή της παραίσθησης, οπότε και ανάγει το ευτελές από τετριμμένο σε ανεπανάληπτο και αινιγματικό. Ένα ζουζούνι, σαν άλλος Χρυσός Σκαραβαίος, ένα σκοτεινό και αδιευκρίνιστο σύμβολο που επιδέχεται αλλεπάλληλες, ακόμα και εκκρεμείς ερμηνείες, ή ακόμα σαν Κλεμμένο Γράμμα, που στέκει μπροστά στα μάτια μας, κρυμμένο στην προφάνειά του, απ’ όπου θα χρειαστεί η ποιητική ματιά να το ανασύρει. Η ματιά έτσι συγκροτημένη έχει ήδη μετατρέψει το ασήμαντο και με τη χρήση πλέον αόρατο σε παράδοξο, σ’ ένα αναγεννημένο αίνιγμα και πάλι ορατό, και κυρίως ικανό να δημιουργήσει καινούργιες συνάψεις και να ανασύρει ξεχασμένες μνήμες ή νέα επίπεδα ερμηνειών. Ο συμβολισμός με την υποβλητική του «σκηνοθεσία» έτσι κι αλλιώς διαπερνά τη μοντερνιστική αφήγηση και η περιπλάνηση της Εύας μας το θυμίζει για μια ακόμη φορά. Μας θυμίζει ακόμα πως η ματιά υπό αυτή τη γωνία με οξυμένα τα αντανακλαστικά της είναι σε θέση να συνομιλήσει με τα πράγματα σαν πραγματικά σημαίνοντα και αναφερόμενα σε αυτήν προσωπικά ακόμα κι αν αυτό μπορεί σε πρώτη φάση να ‘ναι ένα παιχνίδι που γίνεται στο κενό. 
Μέσω της υποβλητικής αυτής σκηνοθεσίας, που η Σωτηροπούλου ελέγχει και ξεδιπλώνει σε κάθε φράση, εναποθέτοντας πάντα το στοίχημα στην επενέργεια μεταξύ των λέξεων και την αλληλεπίδρασή τους (πολύ περισσότερο απ’ ότι στην όποια περιγραφική τους δυνατότητα) και στοχεύοντας κάθε τόσο στα αντανακλαστικά της μνήμης, όχι μόνο αποδίδει τελικά το πρόσωπο, αλλά σχεδιάζει και ενορχηστρώνει μια φαινομενικά μικρή, στην πραγματικότητα κακοτράχαλη και επώδυνη αυτογνωσιακή διαδρομή, από την παραίσθηση στη συναίσθηση. Τίποτα λιγότερο δραματικό, αλλά και τίποτα περισσότερο επιβεβλημένο, ειδικά αν διαβάσουμε την παραισθητική εκκίνηση της Εύας, όχι μόνο σαν συμβολιστική σύμβαση που επανεξετάζει και επαναδιατυπώνει τα προφανή, αλλά και σαν κυριολεκτική υπαρξιακή κατάσταση του σύγχρονου προσώπου που έχει απωλέσει τις κλωστές με την επιθυμία, τον εαυτό και την πραγματικότητα. Κι ακόμα κι αν η Εύα δεν θα βιώσει κάποια δραστική υπαρξιακή μεταβολή και πάρει το δρόμο πάλι για το ίδιο σπίτι, θα έχει πάντως σηκώσει το παραβάν, ακόμα και για ν’ αντικρίσει την απουσία, ή αλλιώς αυτό το τίποτα, που παραμονεύει στα πράγματα και που ήταν η μόνη βεβαιότητα. Κι αυτή η μικρή αποκαρδιωτική βεβαιότητα που χαρτογραφώντας τις απωθημένες ακυρώσεις, έχει ξαναπιάσει το νήμα της χαμένης ρίζας ή των τεθλασμένων διαδρομών της επιθυμίας κι έχει υποψιαστεί τις αναπάντεχες μεταμορφώσεις της ενοχής, μπορεί ίσως πλέον να αναμετρηθεί με τα κενά και τους συμβιβασμούς των σχέσεων ή την ελλειμματική και διαμεσολαβημένη σχέση με το πραγματικό. Σίγουρα μπορεί να διακρίνει ευκολότερα όλους τους λόγους, που σπανίως είναι οι προφανείς, καθώς και το δυσδιάκριτο, άχαρο και ρευστό όριο μεταξύ αφηγηματικών συμβάσεων και βιώματος, κάτι που η καλή λογοτεχνία οφείλει ενίοτε να υπενθυμίζει.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

ΝΕΛΛΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ - ΑΝΤΡΕ ΓΚΟΡΖ, ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΙΕΒΑ: ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ


Σήμερα έχει τα γενέθλιά της η φίλη μου Νέλλη Βουτσινά. 
Δεν βρίσκω τα κατάλληλα λόγια για να της ευχηθώ. 
Έτσι, καταφεύγω στα δικά της λόγια, αυτά που τόσο έντεχνα πλέκει σα μελωδία για τον λόγο της απουσίας, όταν γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο για μια αποκλίνουσα συνομιλία μεταξύ του Αντρέ Γκορζ και της Μαρίνας Τσβετάγιεβα. 
Πρόκειται για μια παρουσίαση δύο διαφορετικών βιβλίων, δύο εντελώς ασχέτων μεταξύ τους συγγραφέων - τους χωρίζουν δεκαετίες - που όμως για τη Νέλλη Βουτσινά συνομιλούν, καθώς η επιστολική γραφή τους είναι υπόθεση ουσίας της ...απουσίας. 
Παραθέτω στη συνέχεια το κείμενο, όπως το δημοσίευσε η Νέλλη Βουτσινά στο προσωπικό της ιστολόγιο



Μπορώ μόνο να αφιερώσω στη Νέλλη μας ένα τραγούδι της νιότης μας. 
Από εκείνα τα Χατζιδακικά που ακούγαμε μανικά στα φοιτητικά μας χρόνια, στο νεοκλασικό της Καλλιφρονά. 


Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΠΟΛΥ «ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ» ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΒΒΟΥΡΑ


Π. Α. Ανδριόπουλος 
Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα 
….
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα 
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ 
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος 
λέει ο Ελύτης στη συλλογή του «Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά». 
Και πάντα με ενδιαφέρει αυτό το «τίποτα». Η ιδέα αλλά και η αίσθηση να ζεις με το τίποτα. Όπως με εκφράζει και το «ελάχιστο» και η σχέση του με το «τίποτα». 
Πάλι ο Ελύτης μας λέει: Η απόσταση από το «τίποτε» στο «ελάχιστο» είναι πολύ μεγαλύτερη παρ’ ό,τι από το «ελάχιστο» στο «πολύ» (από τα «ΜΙΚΡΑ ΕΨΙΛΟΝ») 
Έτσι, με αληθινή συγκίνηση δέχθηκα το «Κάτι από το τίποτα» (Οκτώβριος 2017, Εκδόσεις «Πικραμένος») του αγαπητού μας ποιητή Δημήτρη Κάββουρα. 
Πρόκειται για μια κομψή μικρόσχημη έκδοση, που περιλαμβάνει στοχασμούς σε στίχους, αποφθέγματα και αφορισμούς του πατρινού ποιητή, μαζί με σχέδια δικά του που ανασύρθηκαν από τα συρτάρια του. 
Η συγκίνησή μου πολλαπλασιάζεται βλέποντας πως η σύλληψη της ιδέας και ο σχεδιασμός της έκδοσης ανήκει στην αγαπημένη μου φίλη Νέλλη Βουτσινά, η οποία είναι συνώνυμη του ακριβού βιβλίου. Είτε το σχεδιάζει είτε το διαβάζει είτε το παρουσιάζει είτε το προτείνει. 
Κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πολύ ακριβό βιβλίο, το οποίο είναι πολύ μικρό, πολύ φτηνό (ως προς την τιμή) και ασχολείται με το «τίποτα»! 
Κάτι ἀπὸ τὸ τίποτα 
ἦταν ἡ ἀρχή 
όπως λέει κι ο Δημήτρης Κάββουρας. 
Στο «Κάτι από το τίποτα» ιχνηλατούνται ο χρόνος, η μνήμη, ο έρωτας, η γνώση, η υπαρξιακή πλήξη, η ανησυχία… Νομίζω πως συντελείται αυτό που λέει ο Διονύσης Καρατζάς και έχει βάλει ο Δ. Κάββουρας ως μότο: 
Τις λέξεις, όταν παλιώνουν, 
να τις ρίχνετε στα ποιήματα. 
Μέσα σ’ αυτά θα ξαναβρούν την αλήθεια 
και τη λάμψη τους. 
Μέσα στους στίχους και τους αφορισμούς του Δ. Κάββουρα οι λέξεις ανακαινίζονται! Και όταν επιστρατεύονται ως «Κάτι από το τίποτα», αναβαπτιζόμαστε στα νάματά τους. 
Γιατί 
Τα χίλια μπορεί να χρειάζονται 
ακόμα ένα• 
ενώ το ένα, τίποτα.


Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Η ΝΕΛΛΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ" ΤΟΥ ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ


Η Νέλλη Βουτσινά είναι ακριβή μου φίλη των φοιτητικών χρόνων. Περάσαμε μοναδικά χρόνια εν Αθήναις...
Μετά την ...αγγάρευσα να κάνουμε εκπομπές για το βιβλίο στον Τηλεοπτικό Σταθμό της Μητροπόλεως Πατρών "Λύχνος" και θυμάμαι - αίφνης - την πρώτη, νομίζω, που αφορούσε σε βιβλία Σερβικής Λογοτεχνίας που είχαν κυκλοφορήσει εκείνο τον καιρό. Είχαμε συνεργαστεί και σε εκδηλώσεις του συνόλου μου "Πολύτροπον" (απ' όπου και η φωτογραφία της που δημοσιεύω εδώ).
Είναι μια ανεπανάληπτη αναγνώστρια και - κατά τη γνώμη μου - μια εξαιρετική κριτικός λογοτεχνίας, παρά το γεγονός ότι δεν το ...κυνήγησε. Είναι πάντα επί της ουσίας! 
Στη συνέχεια παραθέτω ένα σημείωμά της για το θαυμάσιο blog της "Αναγνωστική αδεία", από το οποίο αναδημοσιεύω εδώ την κριτική της στο βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ "Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο". 


Έχοντας για χρόνια δουλέψει σε βιβλιοπωλεία, είχα μέσα στ άλλα την ευκαιρία κάθε τόσο να ξαφνιάζομαι από την επικοινωνιακή δραστικότητα των βιβλίων. Εξηγούμαι, γιατί δεν εννοώ μ αυτό το εντελώς αυτονόητο, ότι δηλαδή η λογοτεχνία μέσα σ όσα μπορεί να της αποδώσει ή και να της καταλογίσει κανείς θα συνιστά πάντα και μια πράξη επικοινωνίας. Εννοώ κυρίως, πόσο προνομιακή επικοινωνία επιτυγχάνεται με αφορμή ένα βιβλίο, ή στην προκειμένη με αφορμή την αναζήτηση για ένα βιβλίο: Ο άγνωστος που έχεις μπροστά σου είναι ένας πελάτης, που είναι εδώ με σκοπό ν αγοράσει αυτό που θα του πουλήσεις και άρα δε μιλάμε για κάτι παραπάνω από μια υποτυπώδη εμπορική συναλλαγή. Μια εμπορική συναλλαγή όμως που στην πορεία της διεκπεραίωσής της και προκειμένου να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα (αυτό που θα αγοραστεί να είναι αυτό που ο άγνωστος αναζητά χωρίς συχνά να το ξέρει), ό,τι σαν πληροφορία ανταλλάσσεται αναγκαστικά ξεφεύγει από το επίπεδο της τετριμμένης αβρότητας και της απλής παράθεσης των χρηστικών παραμέτρων. Εφόσον η ανάγνωση παραμένει μια από τις ιδιωτικότερες των πράξεων και εφόσον ο χώρος που στοχεύει είναι κατά κανόνα ο εσωτερικότερος δυνατός, όταν οι άνθρωποι μιλούν για τα βιβλία που αγαπούν, ή όταν προσπαθούν να περιγράψουν το βιβλίο που θα θελαν να διαβάσουν, γίνονται αναγκαστικά προσωπικοί, αφού αναγκαστικά μιλούν για κάτι πολύ δικό, ιδιωτικό και ως εκ τούτου πολύτιμο. Έτσι μ αυτό τον άγνωστο, συχνά βρίσκεσαι να έχεις ανταλλάξει πολύ περισσότερα από τα δέοντα της συναλλαγής, βρίσκεσαι να προκύπτει να μοιραστείς μέχρι και προσωπικές αγωνίες, ακόμα και συνενοχή. Και σίγουρα βρίσκεσαι να έχεις ανοίξει μία συζήτηση, που διαμέσου των βιβλίων εμπλουτίζεται και ανατροφοδοτείται, και ακόμα και όπου ακούγεται θεωρητική, είναι (αν ξέρεις πραγματικά ν ακούς) στο βάθος της πολύ προσωπική. Δεν αποφεύγω το αυτονόητο τελικά λέγοντας, ότι μιλώντας για βιβλία μιλάμε πάντα για τις αγωνίες μας, όμως αυτήν ακριβώς την επικοινωνιακή δραστικότητα της λογοτεχνίας, θέλω να δοκιμάσω και αν είναι δυνατόν να απολαύσω και εδώ. 
Αλλά το αίτημα της επικοινωνίας, αν και βασικό δεν είναι μόνο. Υπάρχει και ένα σαφέστατα προσωπικό, μπορώ μάλιστα και απερίφραστα να το χαρακτηρίσω καθαρά εγωιστικό αίτημα, και που επωφελείται από αυτό το ιδανικό πεδίο για ασκήσεις γραφής και ύφους ή αλλιώς την ελεύθερη και επί ίσοις όροις συνύπαρξη των πολλών εγωισμών, που είναι η μπλογκόσφαιρα. Προσωπικό στοίχημα εδώ, η εκλέπτυνση των όποιων αισθητηριακών εργαλείων, μ άλλα λόγια η εμβάθυνση στην ανάγνωση και η άσκηση στη γραφή. Δύο πράγματα αλληλένδετα, όπως πολύ συχνά διαπιστώνω και μόνο από το γεγονός πως υπάρχουν φορές, που σημαντικές παραμέτρους ενός βιβλίου τις ανακαλύπτω κατά τη διάρκεια της γραφής του εκάστοτε κομματιού, και αυτό φαντάζομαι λέει πολλά για τη γραφή σαν γνωσιακή διαδικασία. Το σίγουρο είναι, ότι μ αυτό τον τρόπο η γραφή γίνεται μέρος της αναγνωστικής περιπέτειας και βασική της αποσκευή. Και ένα ακόμα πιο σίγουρο, ότι αυτή η περιπέτεια προκύπτει έτσι ακόμα πιο γοητευτική. Και σου μένει στο τέλος (για λίγο), η όση αναλογεί, ανταμοιβή μιας κάποιας έκφρασης… 
Αλλά στο θέμα της γοητείας θέλω να επιμείνω, γιατί την γοητεία δεν θέλω να θυσιάσω ούτε διαβάζοντας, ούτε μετα-γράφοντας. Δεν ξέρω αν ισχύει το επιχείρημα ότι η ανάλυση ή ο σχολιασμός το πρώτο που σκοτώνουν είναι η γοητεία, το σίγουρο πάντως είναι πως η κριτική ματιά έχει χαρακτηριστεί (δεν θυμάμαι από ποιόν) σαν μια αλαζονική ανάγνωση, και πολλές φορές καλά κάνει και είναι -σαν βιβλιοπώλης έχω διαπράξει διάφορες τέτοιες, το ομολογώ. Όμως ξέρω πως ανέκαθεν προτιμούσα (και πολλές φορές ευγνωμονούσα), εκείνη την ανάγνωση και κατ επέκταση ανάλυση ή σχολιασμό, που βρίσκει τον τρόπο χωρίς να στέκεται γοητευμένη -και πάντα χέρι χέρι με το κείμενο, να διαπερνά το θάμπωμα και να σκαλίζει το βυθό, αλλά να διασώζει όσο καλύτερα μπορεί, τη γοητεία. Μαζί (απαραίτητο) και κάποιες νησίδες σημασίας. Τέτοιες είναι οι αναγνώσεις που θέλω να προσπαθήσω. 
Νέλλη Βουτσινά
Related Posts with Thumbnails