Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα Ηρακλή Φίλιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα Ηρακλή Φίλιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Το πρόσωπο της Θεοτόκου και τα αυτοσχέδια πειράματα εις βάρος της


Πρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος (θεολόγος, βαλκανιολόγος) 
Κληρικός Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων 
Ο ευσεβισμός και ηθικισμός του 3ου αιώνα είδε την Παναγία ως μία γυναίκα που γέννησε έναν άνθρωπο. Αυτό το τελευταίο θυμίζει κάτι από τον Άρειο. Μόνο που τώρα ο Νεστόριος είχε ήδη οδηγηθεί με αυτή την ομολογία στην αφαίμαξη του μυστηρίου. Δεν ήθελε να πιστέψει πως μία γυναίκα μπορεί να γεννήσει τον Θεό. Τί σχέση έχει ο Θεός με τον άνθρωπο; Άκρως πλατωνικός ο Νεστόριο. Ξεκάθαρα. ‘’Θεός δέ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται’’ σύμφωνα με το πλατωνικό Συμπόσιο. 
Ο Νεστόριος δέχονταν συγκεκριμένους όρους για την Θεοτόκο. Ανθρωποτόκος, Χριστοτόκος, όχι όμως Θεοτόκος. Ο Θεός είναι αδύνατον να γεννηθεί από άνθρωπο, έλεγε χαρακτηριστικά. Κι έρχεται το φοβερό πλήγμα στην αμιγώς φιλοσοφική σκέψη του Νεστορίου που παραγκώνισε το θαύμα από τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Καθιερώνει στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (431) τον όρο ‘’Θεοτόκο’’, έναν όρο που σκανδάλιζε, αλλά την ίδια στιγμή αποτελούσε την πλέον αυθεντική έκφραση, όχι ενός τρόπου εξόδου και αποκάλυψης του Θεού στην ανθρωπότητα, αλλά το ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας. Θα γράψει ο Κύριλλος Αλεξανδρείας: ‘’Μαθήσεται γάρ, ὅτι φύσει μέν καί ἀληθεία Θεός ἐστιν ὁ Εμμανουήλ, Θεοτόκος δέ δι’ αὐτόν καί ἡ τεκοῦσα Παρθένος’’. 
Κι ενώ την Θεοτόκο την τιμούμε, στην ορθοδοξία κινούμαστε προς μία ρωμαιοκαθολική παραλλαγή, ένα ρωμαιοκαθολικό κακέκτυπο, αυτό της λατρείας του προσώπου της Θεοτόκου. Η Θεοτόκος, με τον τρόπο αυτό, ανάγεται στη σφαίρα της θεότητος. Δεν είναι όμως θεότητα. Είναι άνθρωπος. Παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια πολλές παρατυπίες και ειδικά όσον αφορά το πρόσωπο της Θεοτόκου εκεί έχουν ξεφύγει κατά πολύ τα πράγματα. Λιτανείες με Επιτάφιο, εγκώμια, ευχές του τύπου ‘’καλή Παναγιά’’ ή το ‘’Πάσχα του καλοκαιριού’’. Είναι όλα αυτά ενταγμένα στην παράδοση; Κοπτόμαστε για την παράδοση, αλλά κατά πόσο η παράδοση αναλώνεται μονάχα σε ένα είδος εμφάνισης; 
Στην ορθόδοξη παράδοση δεν υφίσταται ο Επιτάφιος της Παναγίας. Η Εκκλησία της Ελλάδος ήδη από το 1865 (21 Απριλίου 1865) με εγκύκλιο της (Εγκύκλιος 135) προς το σώμα της Ιεραρχίας σημείωνε: ‘’Προ τινῶν ὀλίγων ἐνιαυτῶν ἐπληροφορήθη ἡ Σύνοδος, ὅτι ἔν τισι τῶν Κυκλάδων Νήσων παρεισαχθεῖσα ἐψάλλετο κατά τήν ἑορτήν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῇ15 Αὐγούστου ἀκολουθία Ἐπιταφίου ὕμνου κατά μίμησιν τῆς κατά την νύκτα τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς ψαλλομένης· καί ἐπειδή ἡ τοιαύτη ἀκολουθία εἶναι ἀσυνήθης καί πάντη ξένη εἰς τήν καθ’ ὅλου ὀρθόδοξον Ἀνατολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, μήτε ἐγκεκριμένη, μηδ’ ἀνεγνωρισμένη πούποτε, ἡ Σύνοδος ἀπηγόρευσεν αὐτήν, παραγγείλασα τά δέοντα πρός τούς ἁρμοδίους Ἱεράρχας’’. Παρακάτω αναφέρεται το συγκεκριμένο έθιμο ως ξένο και η Σύνοδος προτρέπει να εμποδιστεί η χρήση αυτού. 
Μία άλλη παρατυπία είναι και τα Εγκώμια που ψάλλονται προς την Θεοτόκο. Το τυπικό του Γεωργίου Βιολάκη (1888), τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, αναφερόμενο στη συνήθεια να ψάλλωνται τα εγκώμια της Παναγίας μετά την Θ’ Ωδή στον όρθρο, σημειώνει πως η Μεγάλη Εκκλησία κατακρίνει κάθε καινοφανές και κακόζηλο, έστω κι αν γίνεται προς τιμή της Θεοτόκου, αποδοκιμάζει αυτά επίσημα και απαγορεύει μάλιστα αυστηρώς. Μαζί με όλα αυτά και η νέα αυτοσχέδια μόδα που ξεπηδά και θέλει το σκήνωμα της Παναγίας να φιλοξενείται στα σπίτια των πιστών για μεγάλη ευλογία, που ακόμη και ως συναισθηματισμός σημαίνεται ως ένας ακρωτηριασμένος φολκορισμός. 
Ας δούμε τώρα σε γενικό πλαίσιο τα πράγματα. Πολλές υπερβολές μέσα στην Εκκλησία γίνονται για να προκληθεί το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών. Υπερβολικά στολισμένοι ναοί, πομπώδεις εκφράσεις, πρακτικές εκτός της παραδεδομένης τάξης κ.ο.κ.. Κούφιοι από πνευματικότητα και καλείται πλέον η εικόνα, σε μία τέτοια περίπτωση, να μας βγάλει από το πνευματικό τέλμα. Από πότε το θρησκευτικό συναίσθημα λειτουργεί εις βάρος του βιώματος, της βεβαιωμένης εμπειρίας που προκύπτει από την μετοχή της εορτής, τη χαρά της πανηγύρεως; Αυτόχειρες μιας ζωνταντής παράδοσης που δεν έχει ανάγκη από συστημικά φτιασίδια για να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη. Γράφει σε επιφυλίδα του ο Χ. Γιανναράς: ‘’Συντηρούμε ακόμα εθιμοτυπικά κατάλοιπα της άλλοτε εόρτιας χαράς του κοινοτικού βίου, εκκλησιαστικές ονομασίες περιόδων ή ημερών αργίας και ευωχίας, ίσως και τη συναισθηματική εμμονή σε θρησκευτικές τελετουργίες που εκτιμώνται για τη γραφικότητά τους. Συντηρούμε προσχήματα, οι «γιορτές» μας δεν έχουν «νόημα». 
Αυτός είναι ο Θεός της αποκάλυψης; Αυτός είναι ένας πεθαμένος Θεός. Σωστά το είχε πει ο Νίτσε, καθώς είδε στην δυτική θεολογία του προτεσταντισμού τον Θεό να μετατρέπεται σε ιδεολογία. Ποιος θέλει έναν τέτοιο Θεό στον κόρφο του; Πρόκειται για την πιο επικίνδυσνη μορφή εξαθλίωσης των ορίων και των αντοχών της πίστης, απώλεια του νοήματος, εκφυλισμό της εορτής. Αυτό είναι θρησκεία. Δεν είναι πίστη. Δεν χρειάζεται την ψηλάφιση, παρά μόνο ευτελή θρησκευτικά πυροτεχνήματα που εκωφνατικά δημιουργούν εντυπώσεις. Όλα για την εντύπωση. Άρτος και θεάματα. Όλα να γίνουν εντύπωση. Συστημικά φτιασίδια που καλούνται να επιτελέσουν τον πιο άχαρο ρόλο· να ντύσουν την πνευματική γυμνότητα των καιρών και των προσώπων μέσα από την απογύμνωση του μυστηρίου που αναπαύεται στη σιωπή. 
Επί του προκειμένου δεν χρειάζεται να φορτώσουμε το πρόσωπο της Θεοτόκου με αυτοσχέδια πειράματα για να συναντήσει η ευλάβεια την προσκύνηση. Αρκεί ένα ψέλλισμα από τους στίχους της εορτής για να μουδιάσει η νεκρική σιωπή που ευαγγελίζεται ο μετανεωτερικός θρησκευτικός ιδεολογισμός: ‘’Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν σοί Παρθένε ἄχραντε, παρθενεύει γάρ τόκος, καί ζωήν προμνηστεύεται θάνατος’’.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Μην ακούτε τους ‘’πεφωτισμένους’’ γέροντες για την πανδημία - Απομονώστε τους


Πρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, θεολόγος
Κληρικός Ι. Μητροπόλεως Σταγών & Μετεώρων 
Η πραγματικότητα είναι σκληρή και τραγική. Ορισμένοι γέροντες χωρίς φιλανθρωπία και εμφορούμενοι ενός ανένταχτου θρησκευτικού φανατισμού πήραν ανθρώπους στο λαιμό τους. Το ακούμε στα Μ.Μ.Ε. όπου συγγενείς μιλάνε για γέροντες που έσκαψαν τον λάκκο αγαπημένων τους προσώπων, επιβάλλοντας τους να μην κάνουν το εμβόλιο και να μην φοράνε την μάσκα μέσα στην Εκκλησία και στο τέλος έφυγαν από την ζωή. 
Αλήθεια, ποια θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής επιτάσσει μία τέτοια αφιλανθρωπία; Ποια θεολογία ασχολείται με το ζήτημα του εμβολίου και της μάσκας; Από πότε το εμβόλιο και η μάσκα έγιναν πνευματικά θέματα; Ποιος γέροντας έχει το ηθικό πλεονέκτημα να ανάγει το εμβόλιο και την μάσκα σε προσωπική υπόθεση, φετίχ, απωθημένο; Μέσα στην Εκκλησία ο καθένας δεν κάνει ό,τι θέλει. Υπάρχει μία αρχή, υπάρχει μία Σύνοδος, υπάρχει ένα συνοδικό σύστημα από τα πρώτα κιόλας αποστολικά χρόνια (βλ. Αποστολική Σύνοδος 49 μ.Χ. και Οικουμενικοί Σύνοδοι). Η Εκκλησία εκφράζεται συνοδικά, χωρίς να αποφασίζει ένας για όλους. Οι πιστοί εμπιστεύονται τη Σύνοδο και αυτό μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας. Μία επισήμανση σημαντική: Ορισμένοι φονταμενταλιστές χριστιανοί (υπερορθόδοξοι) κάνουν λόγο για τους Πατέρες στα θέματα αυτά, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούν τους Πατέρες τους ίδιους αλλά και τα έργα τους, το περιεχόμενο και την σημασία τους. Γι’ αυτό όπου ακούτε να μιλάνε πολύ για παράδοση και Πατέρες, κρατήστε μικρό καλάθι. 
Υπάρχουν γέροντες φωτισμένοι με πολύ αγάπη και πολύ διάκριση στα πράγματα. Κάνουν υπακοή (ύψιστη αρετή) στην Εκκλησία, στην φωνή του εκκλησιαστικού συνοδικού σώματος και δεν ξεσηκώνουν τα πνευματικά τους παιδιά. Μάλιστα, στην περιοχή μας σεβάσμιοι γέροντες έκαναν υπακοή στη Σύνοδο, εμπιστεύθηκαν τη Σύνοδο και παρότρυναν τους μοναχούς και τα πνευματικά τους παιδιά να εμβολιαστούν αφού συζητήσουν πρώτα το θέμα με τον προσωπικό τους γιατρό και μόνο. Δεν πήραν οι γέροντες την θέση του γιατρού, ούτε έβαλαν στην άκρη την επιστήμη. Η Εκκλησία της Ελλάδος η επίσημη φωνή του συνοδικού συστήματος μέσα από εγκυκλίους ξεκαθάρισε πως δεν υπάρχει τσιπάκι στα εμβόλια και πως δεν είναι αυτό το χάραγμα. Κάθε αντίθετη φωνή είναι εκ του πονηρού και εκ της ημιμάθειας που είναι τρομερά χειρότερη και επικίνδυνη από την αμάθεια. 
Η πανδημία έφερε πολλά δεινά και η Εκκλησία ταρακουνήθηκε. ‘’Φάγαμε’’ ήττα, όπως γράφει στο πρόσφατο βιβλίο του ο καθηγητής Δογματικής του Α.Π.Θ. Χρυσόστομος Σταμούλης. Η Εκκλησία ήρθε αντιμέτωπη με ένα θέμα και εκεί ήρθε ο αιφνιδιασμός, η διχόνοια, η διάσπαση του εκκλησιαστικού σώματος, καθώς αιρετικές φωνές καλούσαν ξανά σε αποστασία. Όταν ο Επίσκοπος μας Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητος μίλησε πριν από καιρό για αιρετικές φωνές έπεσαν πάνω του υποτίθεται ‘’ανώνυμοι’’ ευσεβιστές και ηθικιστές να τον κατασπαράξουν γιατί ομολόγησε μία μεγάλη αλήθεια, ότι δηλαδή όποιος γίνεται αιτία να διασπαστεί η συνοχή του εκκλησιαστικού σώματος και σκανδαλίζει με την συμπεριφορά του και ξεσηκώνει τον κόσμο είναι αιρετικός. Αυτή είναι η αλήθεια. 
Η πανδημία είχε και έχει και την θετική της αποτίμηση. Ξεχώρισε η ήρα από το στάρι. Ορισμένοι γέροντες με μακριές γενειάδες και μαλλιά (από εκεί νομίζουν πως αντλούν την πνευματική τους πατρότητα), με σοβαρό το ύφος ενός προφητολόγου (αφού στην ορθοδοξία η προφητεία πουλάει), με αυστηρότητα στο βλέμμα και οπαδούς να τρέχουν από πίσω τους, ιερείς πνιγμένοι στα κομποσχοίνια και στην μονολόγιστη ευχή, που πάραυτα αγνοούν τον Επίσκοπο τους, ιερείς που οι πιστοί εκτιμούσαν και προτρέπουν τώρα τους ηλικιωμένους να βγάλουν την μάσκα μέσα στην Εκκλησία, έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο που δεν έχει καμία σχέση με την φιλανθρωπία του ορθόδοξου ανθρωπισμού. Αυτή η εμμονή να θεωρούν την χρήση της μάσκας μέσα στον ναό βλασφημία και το εμβόλιο διαβολικό πρέπει να εκλείψει. Όμως ήρθε η εποχή που τα πράγματα και οι πιστοί πλέον τους απομονώνουν. Αυτοί οι άνθρωποι που δεν είναι πνευματικοί έχουν διαπράξει μείζων αμάρτημα. Έχουν πάρει στο λαιμό τους κόσμο. Και το βασικότερο; Έχουν τοποθετήσει στη θέση του προσώπου του Χριστού το δικό τους ιδεολόγημα, προσωπείο. Μιλώντας συνεχώς για την αμαρτία παρά για τη σωτηρία. Επιμένοντας συνεχώς στον διάβολο (τρομοκρατώντας τον κόσμο) και στους δαίμονες (πουλάνε και οι δαίμονες σήμερα) παρά στον γλυκύτατο Νυμφίο και την Βασιλεία του Θεού, την οποία έχουν ανάγει σε αμαρτωλό καρπό για τους ‘’αμαρτωλούς’’. 
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, σεβάσμιος και παραδοσιακός Ιεράρχης, άριστος γνώστης της ορθόδοξης θεολογίας, τον οποίο έκαναν πέρα όσοι τον υποστήριζαν, αφού ανέπτυξε τις θέσεις του για την μάσκα και το εμβόλιο, σωστά επισημαίνει σε πρόσφατο κείμενο του: ‘’όμως, μετά από λίγο χρονικό διάστημα παρουσιάσθηκαν τόσες συνωμοσιολογίες, αντιχριστολογίες, οπισθοδρομικές νοοτροπίες και φανατισμοί που με έκαναν πραγματικά να τρομάξω. Δηλαδή, δεν με φόβισε τόσο το εμβόλιο, παρά τις παρενέργειες που θα μπορούσε να έχει στην υγεία μου, διότι όλα τα φάρμακα και όλες οι ιατρικές επεμβάσεις έχουν παρενέργειες, όσο με φόβισε αυτός ο φανατισμός και η άγνοια μερικών Χριστιανών. Σκέφθηκα ότι τέτοιες νοοτροπίες θα μας κάνουν να συνέλθουμε ύστερα από πολλά χρόνια, ωσάν να επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα όταν συγκρούσθηκε η δυτική σχολαστική θεολογία με τα νέα ρεύματα της εποχής’’. 
Μέσα στην πανδημία όλοι έγιναν γιατροί, επιδημιολόγοι, θεολόγοι κ.ο.κ.. Ο πνευματικός είναι για τα πνευματικά και όχι για να φανατίζει και να ξεστομίζει συνωμοσιολογίες που διαβάζει στο διαδίκτυο χωρίς να γνωρίζει την πηγή τους. Ο γιατρός είναι για την υγεία των ανθρώπων και σε εκείνους πρέπει οπωσδήποτε να καταφεύγουμε για το ζήτημα του εμβολιασμού και όχι σε ορισμένους γέροντες που έσκαψαν αρκετούς λάκκους.. Ο ιερέας ακούει την φωνή της Συνόδου και η επιτροπή Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος που ασχολείται με τα ζητήματα αυτά έχει επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων στους κόλπους της (γιατρούς, θεολόγους κ.ά.). 
Αν διαβάσετε το μεγάλο σε έκταση και σπουδαίο (επιστημονικά και θεολογικά) έργο του Μ. Βασιλείου, την ‘’Εξαήμερο’’, θα διαπιστώσετε την ποικιλία των επιστημονικών θέσεων στο έργο αυτό. Ο Μ. Βασίλειος στις εννέα του ομιλίες που περιλαμβάνονται στο έργο χρησιμοποιεί ευρέως την φιλοσοφία, την φυσική, την μετεωρολογία, την γεωγραφία, την γεωλογία, την φυτολογία, την φαρμακευτική, την αστρονομία, την ιχθυολογία, την πτηνολογία, την ζωολογία και φυσικά την θεολογία. Δεν στέκεται στην ερμηνευτική της δημιουργίας του κόσμου αποκλειστικά και μόνο στην θεολογία. Το βλέπουμε σε όλους τους Πατέρες αυτό (Γρηγόριο Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Ιωάννη Δαμασκηνό, Μάξιμο Ομολογητή, Νικήτα Στηθάτο κ.α.). 
Δίπλα μας μυρίζει θάνατος. Γνωστοί μας έχουν φύγει από την ζωή, αρνητές του εμβολίου και της μάσκας αρχίζουν να αλλάζουν στάση καθώς έχουν περάσει την φάση της νοσηλείας και μετανιώνουν για πολλά που δεν έπραξαν. Την ίδια στιγμή ορισμένοι αμετανόητοι θρησκευτικοί γκουρού και προφητολόγοι (όχι πλέον γέροντες) επιμένουν να σπέρνουν τον τρόμο, τον φόβο και την ανυπακοή, αφού μιλούν για δαίμονες και σφράγισμα και καλούν σε ανυπακοή στον Επίσκοπο. Δείχνοντας αλαζονεία και πνευματική αυτάρκεια, καθαρά εωσφορικά κατάλοιπα μιας αλλοτριωμένης πνευματικά τοποθέτησης του εαυτού τους απέναντι στον Θεό, απέναντι στον συνάνθρωπο. Έως πότε δυο - τρία μοναχικά κουκούλια και δυο - τρία καλυμμαύχια θα αλωνίζουν ανεξέλεγκτα; Απομονώστε τους.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Ξεγλιστρώντας από τις ευθύνες ή ΦΑΓΑΜΕ ΗΤΤΑ


Πρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος 
Κληρικός Ι.Μ. Σταγών & Μετεώρων 
Το ευαγγέλιο της Κυριακής που αναφέρεται στον Φαρισαίο και στον Τελώνη (Λουκ. 18, 10-14) δεν αφορά μόνο την ημέρα της Κυριακής. Αφορά όλες τις ημέρες του χρόνου. 
Δεν χρειάζεται να υπενθυμίζουμε στον κόσμο τον Τελώνη και τον Φαρισαίο∙ να αναλύουμε την περικοπή, να χρησιμοποιούμε όλα εκείνα τα οργανωσιακά φτιασίδια που μας θέλουν καλούς χριστιανούς στο όνομα μιας εύθραυστης ηθικής ικανοποίησης. Ο κόσμος, ακόμη κι αυτός που δεν εκκλησιάζεται, γνωρίζει πολύ καλά, έχοντας ως βάση το παρόν ευαγγελικό ανάγνωσμα, τι να αποφεύγει και σε τι να καταφάσκει. Δεν χρειάζεται οδηγίες, εντολές, κούνημα δαχτύλου κι ενοχικά σκουντήματα τούτος ο κόσμος. Αρκετά με όλα αυτά. Κουράστηκε ο σύγχρονος άνθρωπος να ζεις στις σκιές εχθρών και φαντασμάτων που ενδελεχώς αποπροσανατολίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο από το γεγονός της σάρκωσης, της χαράς και της πανηγύρεως. Ο κόσμος έξω πενθεί και η Εκκλησία κάποιες φορές δείχνει σ’ αυτό το πένθος να εξοβελίζει τις υπαρξιακές κραυγές και μεταφυσικές αγωνίες του κόσμου τούτου. Αυτό δεν είναι υποκρισία; 
Περάσαμε και διανύουμε την πιο πικρή δοκιμασία των τελευταίων ετών. Μία πανδημία που έθεσε βασανιστικά και αναπόφευκτα ερωτήματα στον καθένα ξεχωριστά. Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα και η Εκκλησία να αντιληφθεί την ένδεια της. Αυτό της αξίζει της ‘’Εκκλησίας της εξόδου’’ όπως θα ‘λεγε ο μακαριστός καθηγητής Νίκος Ματσούκας. Η Εκκλησία δεν έχει ένδεια λόγου αλήθειας, ζωής και μεταμόρφωσης. Το θέμα έγκειται στον τρόπο που οι φωνές της, όσοι ασχολούνται με την διακονία του συνανθρώπου, αφουγκράζονται τα βάσανα του κόσμου και δέχονται την τραγικότητα του κόσμου. Αυτό που είναι η Εκκλησία είναι τρομερά όμορφο. Αντέχεται όμως αυτή η ομορφιά; Έχω την αίσθηση πως η ομορφιά αυτή δεν αντέχεται. Εκείνο που καθορίζει τα πράγματα είναι ο τρόπος. Πάντοτε αυτός ο τρόπος έρχεται και εκβιάζει τον χρόνο, απαιτώντας με επιτακτικό ύφος την αναμέτρηση του με τις αντοχές του σύγχρονου κόσμου. 
Η Εκκλησία μπροστά σ’ αυτή την πανδημία κατάφερε κάτι; Είχε την μοναδική ευκαιρία να καταθέσει προτάσεις ενώπιον των σύγχρονων δεδομένων που σε λίγες μέρες από την έναρξη της πανδημίας συμπαρέσυραν τις δομές του κόσμου σε μία ατέρμονη λεηλασία των αναγκών του ανθρωπίνου προσώπου. Ο άνθρωπος αναζητούσε καταφύγιο, θετικές προτάσεις κι εμείς του προσφέραμε άρνηση. Ορισμένοι του υποδείξαμε με περισσή μαγκιά και ακατανόητο θράσος, κάποιες φορές, να πετάξει την μάσκα όταν εισέρχεται στον ναό. Αν δεν το έπραττε, τότε τον στοχοποιούσαμε. Δεν κολλάς μέσα στον ναό, έλεγαν ορισμένοι τρίζοντας τα δόντια τους στην απιστία όσων ήθελαν να προστατεύσουν την υγεία τους. Αλήθεια ποια δογματική βάση επικροτεί μία τέτοια θέση περί μη μετάδοσης του ιού μέσα στον χώρο ενός ναού; Προκλητικά ορισμένοι ξεκινήσαμε κηρύγματα ασυναρτησίας και διχάσαμε τον κόσμο. Αποδειχτήκαμε φτωχοί, πολύ φτωχοί στο πνεύμα του νόμου και το γράμμα μας τύφλωσε. Την ίδια στιγμή, με άτεγκτο νομικισμό φανήκαμε σκληρόκαρδοι στους αδελφούς μας και φανατίσαμε τους πιστούς ‘’οπαδούς’’ μας. Ο κόσμος ανέμενε από εμάς ελπίδα και τους κεράσαμε απογοήτευση. Άλλη μία έκφανση ενός αλάθητου που δεν συγχωρεί. Αυτά δεν είναι υποκρισία; 
Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας απέδειξε την ανεπάρκεια ορισμένων να σταθούμε με σεβασμό και πίστη απέναντι του. Το εξευτελίσαμε σαν να πρόκειται για δική μας υπόθεση. Αντί να το προσεγγίσουμε με όρους ευχαριστιακής κατάφασης, αρνηθήκαμε όσους δεν είχαν πίστη και τους κολλήσαμε στον τοίχο. Και το χειρότερο∙ κάποιες φορές για να αποδείξουμε ότι από την Θεία Κοινωνία δεν κολλάς τον ιό, μοιάζαμε σαν να διαβάζαμε στους αδελφούς μας τους Στοχασμούς περί της πρώτης Φιλοσοφίας του Καρτέσιου. Όλο μας το κήρυγμα ένας Καρτέσιος. Αποδείξεις, αποδείξεις, αποδείξεις. Στήσαμε επικίνδυνο παιχνίδι στην πίστη μας. Όπως θα ‘λεγε ο Νίτσε ‘’σκοτώσαμε τον Θεό’’.
Οδηγηθήκαμε στην πιο ανερυθρίαστη αφαίμαξη του μυστηρίου του Θεού. Πασχίσαμε ως άλλοι Δυτικοί να αποδείξουμε πως έχουμε Σώμα και Αίμα στην Θεία Ευχαριστία, χρησιμοποιώντας παραδείγματα πως δεν κολλάς, αμέτρητα παραδείγματα. Παραδείγματα για να στηρίξουμε την πίστη μας. Και αντί το βίωμα, η εμπειρία, η σύναψη σχέσης με τον Θεό να αποτελέσει την βάση για το ξεδίπλωμα των σκέψεων στο θέμα αυτό και για μία σχέση διαλεκτική με όσους αμφισβητούν και δεν πιστεύουν, δώσαμε στον κόσμο επιχειρήματα και στην παραμικρή αντίδραση που ‘’μόλυνε’’ την πίστη μας, πετούσαμε πέτρες. Αλήθεια, μολύνεται η πίστη; Η πίστη κινδυνεύει ή ο άνθρωπος; Έτσι, δεν υποβαθμίσαμε το μυστήριο. Αρνηθήκαμε στον Θεό να υπάρξει στο μυστήριο με τον τρόπο που ο Θεός θέλει να υπάρχει, έναν τρόπο άκτιστο, τον τρόπο της δικής Του αβίαστης αποκάλυψης και φανέρωσης. Αυτά δεν είναι υποκρισία; 
Μέσα από την πανδημία αυτή χάσαμε την μεγαλύτερη ευκαιρία να δείξουμε στον άνθρωπο την αληθινή Εκκλησία. Εκείνη που σέβεται, αγαπάει και αγκαλιάζει τους πάντες, καταθέτοντας προτάσεις θετικές, χωρίς να αναλώνεται σε εσωτερικές διενέξεις, αλλά και σε διενέξεις με ανθρώπους που δεν έχουν εμπειρία του ευχαριστιακού γεγονότος. Αναλωθήκαμε σε στοχασμούς που δεν μυσταγωγούν την εμπειρία της σχέσης με τον Θεό και δεν μαρτυρούν το γεγονός ότι πρώτοι εμείς γνωρίζουμε να συνδιαλεγόμαστε ακόμη και μ’ έναν αθεϊστή. Η πανδημία τελειώνει. Μόλις επανέλθουμε στην κανονικότητα, πολύ φοβάμαι πως η Εκκλησία δεν θα βρίσκεται στις προτεραιότητες του σύγχρονου ανθρώπου σε ολόκληρη την υφήλιο. Πολύ φοβάμαι επίσης πως θα αναλωθούμε σε έναν ακόμη αγώνα μιζέριας και κακεντρέχειας, παλεύοντας να φέρουμε τον κόσμο στην Εκκλησία προς επιβεβαίωση της δικής μας υπαρξιακής ανεπάρκειας. Είχαμε την χρυσή ευκαιρία να βγάλουμε την Εκκλησία έξω στον κόσμο. Όχι να γίνει κόσμος. Την χάσαμε αυτήν την ευκαιρία και η απώλεια αυτή, αυτό το πένθος φέρει τη σφραγίδα της δικής μας ευθύνης, του τρόπου μας, της αντίληψης μας και της τοποθέτησης μας απέναντι στα πράγματα. Δεν φταίει η αλήθεια του ευαγγελίου σε όλα αυτά. 
Φάγαμε ήττα. Αυτός είναι και ο τίτλος του νέου βιβλίου του καθηγητή Δογματικής Χρυσόστομου Σταμούλη, που κυκλοφόρησε μόλις τον περασμένο Ιανουάριο. Φάγαμε ήττα, καθώς ‘’η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών· αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια, δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση’’ (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Τα δύσκολα του έρωτα και η Εκκλησία

Γιάννης Μόραλης - Ερωτικό 

Πρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος 
Κληρικός Ι.Μητροπόλεως Σταγών & Μετεώρων
Η εορτή των αγίων Ακύλα και Πρίσκιλλας καθώς και η δυτικόφερτη του Βαλεντίνου πέρασαν. Πέρασε κι ο έρωτας; Είναι υπόθεση λίγων ωρών και χάνεται η φύση του κατόπιν εορτής; Και η Εκκλησία που κολλάει; Μήπως πρόκειται για έναν ακόμη απαγορευμένο καρπό; 
Δυστυχώς, μέσα στην Εκκλησία ο μοναδικός χώρος στον οποίο ακούγεται η λέξη αυτή (και δικαίως ακούγεται στον χώρο αυτό) είναι ο μοναχισμός. Δείτε τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος και θα καταλάβετε. Ο πρώτος έγραψε τόσους ύμνους για τον θείο έρωτα και ο δεύτερος σε λόγο του κάνει αναφορά σε μανικό εραστή. Αυτά λοιπόν, αλλά και τόσα παραδείγματα οσίων που μίλησαν για τον θείο έρωτα, ανάγουν τον έρωτα σε μία θέση ιερή∙ αλλά προσέξετε, μόνο όταν σχετίζεται ο έρωτας με μία υπαρξιακή διάθεση του ανθρώπου προς τον Θεό. Τότε είναι ‘’ιερή’’ η λέξη έρωτας. Για όλα τα άλλα τίθεται απαγορευτικό. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. 
Αρκεί ένας όσιος Μάξιμος Ομολογητής για να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση. ‘’Τόν ἔρωτα εἴτε θεῖον εἴτε ἀγγελικόν, εἴτε νοερόν εἴτε ψυχικόν, εἴτε φυσικόν εἴποιμεν, ἑνωτικήν τινα καί συγκρατικήν ἐννοήσωμεν δύναμιν’’. Δεν αναφέρεται μόνο στον θείο έρωτα. Ποιος; Ένας μοναχός. Κι επειδή και στην εποχή του αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου οι χριστιανοί τρομοκρατούνταν ακούγοντας για έρωτα, ο άγιος τους λέει: ‘’τό τοῦ ἔρωτος ὄνομα μή φοβηθῶμεν, μηδέ τίς ἡμᾶς θορυβείτω λόγος περί τούτου δεδιττόμενος’’. Σπάνια στην Εκκλησία γίνεται λόγος για τον έρωτα. Τα κείμενα και τα κηρύγματα έχουν πάρει διαζύγιο από τον έρωτα. Κι αν κάποιος μιλήσει γι’ αυτόν, νιώθει ενοχικά σκουντήματα αντιλήψεων και πεποιθήσεων που κολλάνε τον έρωτα στον τοίχο, πάντα απολογούμενο και εμφορούμενο μιας σαρκικής διάθεσης. 
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο έρωτας βρίσκεται απολογούμενος. Και δεν είναι των ημερών μας κάτι τέτοιο. Έχει τις καταβολές. Βλέπετε, η πλατωνική και νεοπλατωνική διάθεση εισέβαλαν για τα καλά στον θεολογικό λόγο και βίο. Η άρνηση της σωματικότητας και όλα όσα μία τέτοια παραδοχή συμπαρασύρει μαζί της, αρνούνται στην ουσία την ανθρωπινότητα. Γιατί άραγε ο ιερός Αυγουστίνος που επηρεάστηκε από τον Νεοπλατωνισμό υιοθετείται τόσο πολύ από τις χριστιανικές αδελφότητες; Ο έρωτας συγχέεται με την σεξουαλικότητα. Κι αυτό είναι βαρύ αμάρτημα. Ο έρωτας μπορεί να έχει σεξουαλικότητα, η σεξουαλικότητα όμως δεν είναι απαραίτητο να έχει έρωτα. 
Ακόμη και η ταύτιση του έρωτα με την αγάπη, όπως έγινε με τους Διονύσιο Αρεοπαγίτη και Μάξιμο Ομολογητή τον 5ο αιώνα, δεν στάθηκε ικανή να ξεδιαλύνει τα πράγματα. Κι αυτό γιατί μέσα στην Εκκλησία πρέπει να υπάρχει πάντοτε κάποιος αποδιοπομπαίος τράγος στον οποίο θα φορτώσουμε τις ευθύνες και τα βάρη. Γεμίσαμε τον έρωτα με ενοχές και αδειάσαμε υπαρξιακά. Σταθήκαμε ενώπιον του Θεού, ενώπιον των Πατέρων των πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και ιδίως ενώπιον της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου (451 μ.Χ.), που καταξίωσε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου (τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος) το δικό μας ανθρώπινο σώμα και ρίξαμε πέτρες σε ό,τι πιο ιερό αποκάλυψε η θέληση του Θεού∙ το σώμα το ίδιο. 
Η Εκκλησία έχει γεμίσει από ανέραστες φωνές με ισχυρές νευρωτικές διαθέσεις που για να ελέγξουν τον άνθρωπο χτυπάνε τον έρωτα ως ενοχικό στοιχείο της ζωής. Αυτό συναντάται παντού και ιδιαιτέρως στις αδελφότητες, οι οποίες έχουν οδηγηθεί μέσα από τον ισχυρό τους προτεσταντισμό στην ολική αφαίμαξη του μυστηρίου της ζωής με μίζερο και κακεντρεχή τρόπο. Καίρια επισημαίνει ο καθηγητής Δογματικής Χρυσόστομος Σταμούλης αναφερόμενος στο ευσεβιστικό στοιχείο της Εκκλησίας πως ‘’όποιος δεν μπορεί να ζήσει τη δική του ζωή παλεύει να ερημώσει τις ζωές των άλλων’’. Η ερωτικότητα ταυτίζεται με την σεξουαλικότητα, με άλλα λόγια με την πτώση, το κακό. 
Η Εκκλησία δεν εξορίζει τον έρωτα, όπως δεν εξορίζει και τη σεξουαλικότητα. Το παιχνίδι έχει άγια προοπτική όταν παίζεται εντός των ορίων της. Κάθε έκφραση ερωτικότητας και συμπλοκής των σωμάτων μέσα στην Εκκλησία σημαίνει την σάρκωση, τον σεβασμό, τον αγιασμό. Δεν εμπνεύσαμε τους νέους στο θέμα του έρωτα με βάση τη ζωή της Εκκλησίας που έχει ομορφιά, πολύ ομορφιά. Απεναντίας, τους κουνήσαμε το δάχτυλο, τους στήσαμε στον τοίχο ρίχνοντας τους πέτρες, βαραίνοντας τις συνειδήσεις τους με την προσωπική μας γύμνια και όταν καμιά φορά έρχονται να εξομολογηθούν τους επισύρουμε αμέτρητες ποινές και απαγορεύσεις να κοινωνήσουν, αφού είδαμε τους κανόνες ως Νόμο, επουδενί ως μέσα ίασης, θεραπείας των υπαρξιακών τραυμάτων. Και μετά εφευρίσκουμε τρόπους για να τους πούμε ‘’ελάτε στην Εκκλησία’’. Γιατί να έρθουν; Για να τους ενοχοποιήσουμε και να τους γεμίσουμε και με άλλες τύψεις κι ενοχές; Μήπως για να τους κάνουμε ανέραστους; Δεν τους εμπνεύσαμε στην αγάπη του Θεού και δεν σταθήκαμε αυστηρότεροι με τον εαυτό μας, όπως οι σύγχρονοι άγιοι μας, αλλά τους τα φορτώσαμε όλα και παράλληλα απαιτούμε τη σωτηρία τους. Έχω την αίσθηση πως το μεγαλύτερο τραύμα μέσα στην Εκκλησία είναι το γεγονός ότι καταντήσαμε ανέραστοι. Από εκεί ίσως ξεκινάνε πολλά. 

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΡΩΤΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ…



Ηρακλής Αθ. Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος
«Πήγα στην Αφρική, με ρώταγαν τι είναι τα υποστατικά ιδιώματα της Αγίας Τριάδας. Πήγα στην Ασία, με ρώταγαν αν μπορούμε όντως να μετέχουμε εμείς οι κοινοί θνητοί στις Άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Επέστρεψα και στην Ελλάδα και με ρώταγαν αν η γυναίκα στην Εκκλησία κάνει να φορά παντελόνι…» (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιος). 
Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, διαπίστωσε κάτι τραγικό στην Ελλάδα. Την προσήλωση στους τύπους. Όχι, όμως, στην ουσία. Και είναι αλήθεια πως, ενίοτε, το βάθος και η ουσία αποτελούν ξένες λέξεις, για τα θεολογικά και εκκλησιαστικά γεγονότα στη χώρα μας. Ποιος περίμενε λοιπόν, ένας Αφρικανός να θέλει να μάθει για τα χαρακτηριστικά των προσώπων της Αγίας Τριάδος; Τί τον ενδιέφερε ένα θέμα δογματικής φύσεως; Εν τέλει, ποια απήχηση μπορούσε εκείνη τη στιγμή να έχει για τη ζωή του μία τέτοια απορία; Και οι άκτιστες ενέργειες; Γιατί να θέλουν άραγε οι Ασιάτες να μετέχουν σε αυτές; Μήπως αισθάνθηκαν πως η ζωή τους μπορεί να μεταμορφωθεί; 
Στον ελλαδικό χώρο, οι μεταφυσικές ανησυχίες και αγωνίες ενός μέρους ορθοδόξων, έχω την πίστη πως απέχουν από την αλήθεια, που αναδεικνύει η ουσία των πραγμάτων. Συναντάται, πολλές φορές, μία εμμονή στους τύπους, στο εξωτερικό περίβλημα μιας θρησκευτικότητας που μυρίζει περισσότερο ψυχολογισμό παρά Χριστό. Αυτό, δεν εγγυάται, επουδενί, τον οντολογικό χαρακτήρα του ανθρωπίνου βιώματος και κατ’ επέκταση δεν αναδεικνύει την οντολογική λειτουργικότητα του ανθρώπινου «είναι», που έχει βάθος. 
Η ελληνική θεολογική πραγματικότητα, θεωρώ πως κάποιες φορές απέχει από τον εγκεντρισμό της στο «είναι» των πραγμάτων. Το βάρος ρίχνεται, πολλές φορές, στις ανούσιες πτυχές των ζητημάτων. Δίνεται νόημα στην ηθική. Τί να την κάνεις την ηθική όταν απουσιάζει ο Χριστός; Απόντος Χριστού, η ηθική καταντά ηθικισμός και η ευσέβεια ευσεβισμός. Η παρουσία του Χριστού είναι εκείνη που διαφοροποιεί την ηθική, την ευσέβεια. Κι αυτό πραγματώνεται με τη συμβολή της αγάπης, της κένωσης, της διάκρισης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, «ο ευσεβισμός υπονομεύει, αν δεν αρνείται ολοκληρωτικά την οντολογική αλήθεια της εκκλησιαστικής ενότητας και προσωπικής κοινωνίας», καταπώς λέει ο Χρήστος Γιανναράς. 
Ρωτάμε για το εάν επιτρέπεται το παντελόνι στην εκκλησία, ενώ την αγάπη, που είναι βασική υπόθεση στη ζωή της εκκλησίας, της γυρνάμε την πλάτη. Δεν είναι εύκολο να αγαπάς. Και περισσότερο, ν’ αγαπάς τους εχθρούς σου∙ Το απόλυτο άδειασμα του εαυτού, το έσχατο τσαλάκωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτό είναι υπέρλογο. Είναι όμως το υπέρλογο παράλογο; Εντούτοις, η αγάπη απουσιάζει πολύ από τους ανθρώπους που εκκλησιάζονται. Αιωρείται μία καχυποψία απέναντι στον άλλον. Υπάρχει μνησικακία, εμπάθεια, ζήλεια, φθόνος, διαβολή, και πουθενά Χριστός. Κι ας είναι στολισμένοι οι ναοί, ας ακούγονται ιερά άσματα και θεία γράμματα, ας δημιουργείται η ανάλογη ιεροπρέπεια. Μερικές φορές, καλλιεργείται η αίσθηση πως η μισανθρωπία έχει θάψει τη φιλανθρωπία για τα καλά. Απουσιάζει κάποιες στιγμές και ο θεολογικός λόγος, ο υπεύθυνος, υποψιασμένος και μεταμορφωτικός θεολογικός λόγος. Έχει απλώς αντικατασταθεί από την απουσία του! 
Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω. Ο ψυχολογισμός που προκύπτει από τα τελούμενα δεν συσχετίζει βαθύτερα την ανθρώπινη ύπαρξη στο πρόσωπο του Χριστού παρά λειτουργεί ως φολκλορικό απωθημένο ή συνήθεια. Ο ηθικισμός μετρά τους ανθρώπους σε ποιότητες και ποσότητες. Εμείς είμαστε οι καθαροί, οι σεσωσμένοι, ενώ οι άλλοι οι χειρότεροι όλων, ενώ την ίδια στιγμή τα χέρια κρατάνε πέτρες έτοιμες να ριχτούν σε πονεμένα πρόσωπα. Κρατάμε τον παράδεισο για εμάς και κερνάμε κόλαση στους άλλους. 
Ο γεροντισμός είναι ένα ακόμη πλήγμα. Όπως σημειώνει ο Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης, «πλήθος ιερέων που εξομολογούν πιστούς, ενεργούν ως Γέροντες, κατευθύνοντας τα Πνευματικά τους παιδιά, εισδύοντας στην προσωπική και οικογενειακή τους ζωή και δημιουργώντας πνευματικά εξαρτημένους ανθρώπους». Σχετικά με το θέμα της ελευθερίας, θέλω να σημειώσω οπωσδήποτε κάτι που οι άνθρωποι της εκκλησίας (απ’ όπου κι αν προέρχονται), ή αγνοούν ή καταστρατηγούν. Απολύτως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξουσιάζει το φυσικό θέλημα (Μάξιμος Ομολογητής) του ανθρώπου, αλλά να το παιδαγωγεί στο γνωμικό θέλημα (Μάξιμος Ομολογητής). Η ελευθερία καταστρατηγείται, αρκετές φορές, μέσα στην εκκλησία για χάρη της υπακοής. Ορισμένοι, με το πρόσχημα της υπακοής θέλουν να ελέγχουν την ελευθερία των ανθρώπων. Επιτέλους, ας το φωνάξουμε δυνατά. Δεν καταπατάται το φυσικό θέλημα. 
Συν τοις άλλοις, το ενδιαφέρον έχει φύγει από τους Πατέρες και έχει επικεντρωθεί στα έσχατα. Αναπτύσσεται, λοιπόν, μία εσχατολογία, ενώ την ίδια στιγμή η ύπαρξη του ανθρώπου δεν θωρακίζεται με τον πατερικό λόγο και τα ιερά μυστήρια της εκκλησίας που χαριτώνουν τον άνθρωπο. Οι Πατέρες απουσιάζουν. Η Δύση διψάει για Μάξιμο Ομολογητή, ενώ την ίδια στιγμή ελάχιστοι γνωρίζουν το πνευματικό βάθος και την καταπληκτικότητα των λόγων του. Φυσικά, όσον αφορά το πρόσωπο του Χριστού; Αυτό έχει αντικατασταθεί από ιδεολογήματα, φετιχισμούς, απωθημένα. Και ο κλήρος έχει ένα μερίδιο ευθύνης σ’ όλα τα παραπάνω. Όπως είπε αυτές τις μέρες ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, σε μερικές περιπτώσεις «υπάρχει μία ‘’εικονική ιερωσύνη’’, η οποία επιθυμεί περισσότερον να φαίνεται παρά να είναι, να επιδεικνύεται παρά να θυσιάζεται, να παίρνει παρά να προσφέρει». 
Ο π. John Meyendorff, κάποτε επέστρεφε από ένα συνέδριο στην Αμερική μαζί με άλλους. Σε κάποια στιγμή, στο δρόμο, δίπλα από το φανάρι σταμάτησε ένα φορτηγό με κάποιους νεαρούς που πήγαινε σ’ ένα rock festival. Ένας απ’ αυτούς, έβγαλε από την τσέπη του ένα μήλο, το έδωσε σ’ έναν ρωμαιοκαθολικό ιερέα που ήταν μαζί με τον Meyendorff, και του είπε: «Πάτερ, εγώ σου δίνω ένα μήλο. Εσύ τί έχεις να μου δώσεις;». Η εκκλησία, τί έχει να δώσει σήμερα στον άνθρωπο; Τύπους ή ουσία; Προσωπεία ή πρόσωπο; Εν τέλει, έχει τη μαγκιά να έρθει σε ρήξη με το ανέραστο και να υποψιάσει για το πρόσωπο του Χριστού; Ή θα εξακολουθεί, όταν αυτό γίνεται, να μετρά το μήκος και το είδος; Σε κάποιους αρέσουν τα tattoo και το piercing. Θα τους κρίνετε; 

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ: «ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙ Η ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ;»

Βιβλιοπαρουσίαση από τον βαλκανιολόγο - θεολόγο Ηρακλή Φίλιο

Ο καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης με τον Ηρακλή Φίλιο

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΦΙΛΙΟΥ ΣΕ ΙΕΡΕΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ

Παπαδημητρίου Ευθύμιος (1895 - 1958) Άσμα Ασμάτων,
1945 Ξυλογραφία , 36,2 x 27,3 εκ. Αρ. έργου: Π.8964/δ

Ηρακλής Φίλιος
Βαλκανιολόγος - Θεολόγος
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ π. ΤΥΜΠΑ ΓΙΑ ΟΣΑ ΜΟΥ ΚΑΤΑΜΑΡΤΥΡΕΙ ΣΕ ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΜΟΥ «ΝΑΙ, ΕΡΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΟΛΑ!».

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

«ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ» ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΩΝ


Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

1. Αν δεν ξεφύγουμε από το βερμπαλιστικό κήρυγμα, υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες ο κόσμος να μυηθεί στο ήθος του ορθόδοξου ανθρωπισμού, στην ομορφιά της ορθόδοξης θεολογίας και στην ωραιότητα των πατερικών λόγων. 
2. Οι πιστοί γνωρίζουν και έχουν αναπτύξει ένα καλό θεολογικό αισθητήριο μέσα από τα ψυχωφέλιμα κηρύγματα. Σε αυτό έχουν βοηθήσει οι συνειδητοί λειτουργοί του λόγου, όσοι δηλαδή έχουν ερωτευτεί πραγματικά τον εραστό Θεό. 
3. Δεν χρειάζεται θεολογική εμβάθυνση, χρειάζεται ΕΠΑΝΑΚΑΤΗΧΗΣΗ. ΕΠΑΝΑΚΑΤΗΧΗΣΗ. Ο πιστός λαός αγνοεί βασικά σημεία της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής. 
4. Ανάμεσα στους πιστούς που εκκλησιάζονται υπάρχουν κι εκείνοι που δεν εκκλησιάζονται, εκείνοι που δεν πιστεύουν, εκείνοι που αρνούνται τον Θεό, εκείνοι που αμφισβητούν το θεμέλιο της ορθόδοξης πίστης, την Ανάσταση, εκείνοι που παλεύουν μέσα τους με τον Θεό και τον οποίο αισθάνονται απομακρυσμένο και μη αποκεκαλυμμένο, εκείνοι που αναζητούν, εκείνοι που βρίσκονται σε αδιέξοδα. Ο ρόλος του κληρικού είναι πολυδιάστατος, άκρως σημαντικός, ο κατεξοχήν πλέον σημαντικός, αφού ο κληρικός οφείλει να σταθεί δίπλα στον πονεμένο άνθρωπο της δακρυσμένης αυτής εποχής. Με πίστη και με γνώση.  
5. Πρόκληση μεγάλη: Να κερδίσει η ορθοδοξία δια του λόγου και του παραδείγματος το έδαφος που πολλές φορές χάνεται κάτω από τα πόδια της. Οι θεολόγοι, οι κληρικοί μπορούν και πρέπει να εμπνεύσουν πιο συνειδητά, εμφατικά, με πίστη. Δεν έχουμε καν υποψιαστεί την εξέλιξη της θεολογίας όσον αφορά ζητήματα που στο εξωτερικό έχουν ήδη ξεκινήσει να απασχολούν και να προβληματίζουν τη θεολογική πραγματικότητα. Επιμένουμε σε μία στείρα και ξεγυμνωμένη από θείο πνεύμα απολογητική (την πλέον κακότεχνη φύση της εκκλησιαστικής ζωής), και ασχολούμαστε συνεχώς με τους αιρετικούς, τους κακόδοξους, τις κινήσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη, τους διαλόγους των θρησκειών, την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Κι αυτά, ενώ δεν καταφέραμε να υποψιαστούμε το θησαυρό της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας που βρίσκεται κάτω πλέον από τα πόδια μας, αφού φροντίσαμε επιμελώς να τον θάψουμε, για να μην μας θυμίζει ότι το έλεος του Θεού αφορά τον κάθε άνθρωπο, τον όλο άνθρωπο, το «συναμφότερον» κατά Γρηγόριο Παλαμά. 
6. Ο πιστός λαός στέκει ακόμη ανυποψίαστος. Δεν έχει υποπτευθεί τι σημαίνει ορθοδοξία, εκκλησία, Χριστός, ζωή, θάνατος, σωτηρία, έλεος, μυστηριακή ζωή. Πόσοι άραγε απαντούν εύστοχα στο ερώτημα «Ποιος είναι ο Χριστός;». 
7. Η ορθοδοξία έχει άπειρη ομορφιά, εκλεπτυσμένη αισθητική, φιλακόλουθη φύση, σωτηριώδες χάρισμα. Χρειάζεται να ερωτευθούν οι ανθρώπινες ψυχές τον Χριστό. Και για να γίνει αυτό, είναι ανάγκη να γνωρίσουν τον κατεξοχήν έρωτα της ζωής, τον Χριστό. Ο Χριστός δεν είναι ιδέα, δεν είναι φιλοσοφία, δεν είναι συναίσθημα. Είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο ενανθρωπήσας Θεός. 
8. «Είδαμε» τον Θεό, μπερδευτήκαμε με τον τρόπο θεώρησης Του και ξεγελαστήκαμε πως είναι ένας επαναστάτης, ένας άριστος φιλόσοφος. Τον προσεγγίσαμε με τα αισθητήρια του σώματος, Τον καταντήσαμε «κτιστό». Σκοτώσαμε το μυστήριο. Θάψαμε την ομορφιά του μυστηρίου που εντούτοις βιώνεται. Πρόκληση είναι να μυηθούμε από πνευματικές μορφές στο κάλλος του μυστηρίου. 
9. Αγνοήσαμε και κρύψαμε την αλήθεια. Οι Πατέρες συνηθίζεται να προβάλλονται ως διώκτες των αιρετικών, πολέμιοι των κακοδοξιών κ.ο.κ. Ναι, είναι και αυτό και αυτό ανέδειξαν στα θαυμάσια τους έργα. Οι Πατέρες όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ποιος μίλησε για τον Γρηγόριο Παλαμά ως μεγάλο φιλόσοφο; Συνήθως προβάλλεται ως διώκτης των αιρετικών. Κατεξοχήν έτσι έχει γίνει γνωστός. Μίλησε όμως για την εμπειρία του Θεού, τα στάδια της εμπειρικής θεολογίας, το Άγιο Πνεύμα ως «απόρρητο έρωτα» μεταξύ Πατρός και Υιού κ.ά. Γιατί αγνοήσαμε τους λόγους του κατεξοχήν φιλοσόφου αγίου του μεγάλου αυτού ανδρός, αυτού του μεγάλου πνευματικού αναστήματος του Γρηγορίου Νύσσης; Και γιατί κρύψαμε με φοβικά σύνδρομα τη διδασκαλία του για την ανυπαρξία της κόλασης για παράδειγμα, την οποία αναπτύσσει στον Κατηχητικό του λόγο; Γιατί φοβηθήκαμε να ερευνήσουμε, να εντρυφήσουμε, να συναντήσουμε μία άποψη που νιώθουμε ότι μας «απειλεί»; Γιατί σκανδαλιστήκαμε; Γιατί επιλέγουμε αποσπασματικά τους λόγους των Πατέρων κατά το συμφέρον; Γιατί χρησιμοποιούμε τους Πατέρες κατά το δοκούν και με σκοπό να ικανοποιήσουμε την ξευτιλισμένη μας ανεπάρκεια, ένδεια; Γιατί θάβουμε την εκστατική ερωτικότητα των πατερικών λόγων; Γιατί λεηλατούμε το μυστήριο του πως και του τρόπου φανέρωσης του; 
10. Αρνούμαστε τη σωτηρία όλων όσων δεν είναι εμείς ή σαν εμάς. Συμπονούμε στους λόγους μας, στο νου μας τους αμαρτωλούς αλλά κατακρίνουμε και αποφεύγουμε την πόρνη, τον εγκληματία, τον αδιάφορο, τον άθεο, τον αρνητή, τον τσαλακωμένο. Επιτέλους. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ CLUB ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που βαυκαλίζονται πως κρατάνε καλά τα κλειδιά της σωτηρίας για τον εαυτό τους, ξεχνώντας πως ο Θεός δεν σώζει για τις καλές μας πράξεις (προτεσταντικά κατάλοιπα του sola fide κ.ο.κ.), αλλά δια του ελέους Του, το οποίο είναι ακατανόητο, άφραστο, απερινόητο, ακατάληπτο για τα ανθρώπινα δεδομένα. 
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΝΑΙ, ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ! 
ΕΜΕΙΣ; 

Σάββατο 22 Απριλίου 2017

ΑΝΕΡΑΣΤΟΙ ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

Μιχάλης Οικονόμου, Βυζαντινή Εκκλησία. Ιδιωτική Συλλογή.
Η απόκοσμη εκκλησία, μνημείο του παρελθόντος, καθρεφτίζεται στο νερό.

Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Ακούγεται συχνά πυκνά στο χώρο της εκκλησιαστικής και θεολογικής πραγματικότητας η άποψη ότι η Εκκλησία κινδυνεύει. Τολμώ δε να πω πως η άποψη αυτή έχει τις ρίζες της στην ελλαδική πραγματικότητα. Και αυτό μόνο προβληματισμό γεννά για την πορεία των θεολογικών πραγμάτων.
Η Εκκλησία εδώ και 2.000 χρόνια πέρασε τέτοιες μπόρες που κανένα σύστημα, θεωρία, οργάνωση δεν έχει δεχτεί. Κι όμως επέζησε. Και είναι λογικό να επιζήσει των ανελέητων διωγμών, των αιρέσεων, τον πολέμων, γιατί η ίδια δεν είναι ένας οργανισμός, κάτι που ανάγεται στη σφαίρα της κτιστότητας, η οποία λόγω της φύσεως της έχει μέσα της την τρεπτότητα και κίνηση προς το αγαθό ή το μη αγαθό. Επικαλούμαι τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο να μας υπενθυμίσει μία αλήθεια που αγνοούμε, και πιστέψτε με ηθελημένα. Σημειώνει για την Εκκλησία τα εξής: «Η Εκκλησία, εφόσον είναι σώμα Χριστού, που σκοπό έχει την σωτηρία των ανθρώπων, δεν κινδυνεύει να αφανιστεί, να καταποντιστεί, να χαθεί» (PG52, 429). 
Έχω πλέον την αίσθηση πως το να υποστηρίζουμε ότι η Εκκλησία κινδυνεύει καταντά ύβρις απέναντι στο μυστήριο του Θεού, ήτοι της ένσαρκης αποκεκαλυμμένης αλήθειας που χωροχρονικά φανερώνει την μυστηριακή της οντολογία, πραγματικότητα εν τέλει στην κτίστη δια των ενεργειών της θείας χάριτος. Η Εκκλησία δεν είναι σύστημα για να καταρρεύσει, πολιτική οργάνωση για να ξεπεραστεί, ηθική φιλοσοφία για να θεωρείται αναχρονιστική και να αντικατασταθεί από ένα επόμενο φιλοσοφικό ρεύμα. Παραμένει σταθερή, ασάλευτη, ίδια σε όλους τους αιώνες. Η φθορά δεν την αλλοιώνει, δεν αφήνει τα πεπερασμένα σημεία του χρόνου στη φύση της γιατί η φύση της ναι μεν έχει ισχύ στον κόσμο τούτο (αλλά και εσχατολογικά όπου μόνο το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας θα έχει ισχύ) αλλά «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Και αυτή είναι η αμφισημία της, η αναγκαιότητα του κόσμου που δεν θα είναι αναγκαίος στη Βασιλεία του Θεού. 
Ο φόβος πάντοτε αποτελούσε και αποτελεί το ισχυρότερο μέσο για την επιβολή μιας άποψης, θέσης. Καλλιεργείται ο φόβος για να συσπειρωθεί ένα σύνολο, μία ομάδα ατόμων γύρω από τη θέση που κάποιος θέλει να επιβάλλει ως επικρατούσα. Ο φόβος είναι το όπλο ελέγχου του άλλου. Αν δεν φοβηθεί ο άλλος, αν δεν νιώσει αυτή την έλλειψη που θα του δημιουργήσει η ανάγκη για να οχυρωθεί πνευματικά, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά ώστε να εξαλειφθούν τα στοιχεία απειλής, δεν μπορεί να επικρατήσει η άποψη, η θέση που θέλει κάποιος ή κάποιοι να περάσουν. Ο φόβος είναι το όπλο του ανέραστου, εκείνου του προσώπου που δεν ερωτεύεται τον Χριστό παρά διατηρεί μία συναισθηματική σχέση μαζί του. Ο ανέραστος φοβάται, δειλιάζει, θεωρεί ότι κινδυνεύει, αλλά ποτέ δεν αγαπά. Έχω την αίσθηση πως όποιος αγαπά τον Χριστό δεν φοβάται, πόσο δε μάλλον δεν κατασκευάζει εχθρούς. 
Στην ελληνική πραγματικότητα ο φόβος καλά κρατεί. Αντίστοιχα στο εξωτερικό, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Η τάση δημιουργίας εχθρών, φαντασμάτων, πολιορκητών δεν έχει όρια στη χώρα μας. Αισθανόμαστε την Εκκλησία δικό μας βιλαέτι. Δική μας εξουσία, προσωπική μας ιδιοκτησία. Και σε κάθε ξένο άκουσμα φρίττουμε και τρέμουμε μη μπορώντας να συναντηθούμε με το κάθε άλλο ξένο. Το εξορκίζουμε, το πολεμάμε με μίσος και κακότητα. Πώς μπορούμε εξάλλου να υπάρχουμε, αν δεν αφανίσουμε τον άλλον; Πάντα και παντού βλέπουμε εχθρούς, δαίμονες, σχέδια, οργανωμένα εγκλήματα μα ποτέ δεν καταφέραμε να δούμε εμάς απέναντι στην Εκκλησία. Τοιουτοτρόπως, μη αντέχοντας να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας απέναντι στην Εκκλησία, πρέπει να εφευρίσκουμε συνεχώς κάποιους που μας απειλούν. Η ύπαρξη μας έχει ισχύ μόνο αν κατασκευάσουμε εχθρούς. Σκεφτείτε για παράδειγμα όλους αυτούς που ανερυθρίαστα δεν μνημονεύουν τον Επίσκοπο τους, αν θα είχαν λόγο και παρουσία τη στιγμή που ο Επίσκοπος καταδίκαζε την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. 
Η Εκκλησία δεν κινδυνεύει. Το αγιοπνευματικό στοιχείο και η θεία χάρης δεν μπορεί να εμπίπτει στις κατηγορίες του όντος, της φθοράς, της αλλοίωσης, του φόβου. Κινδυνεύει όμως ο άνθρωπος. Είναι θέμα αποκλειστικά του τρόπου τοποθέτησης του στη σχέση του με τον τριαδικό Θεό. Είναι θέμα αυτογνωσιακής προσέγγισης και όχι σύνολης έκφρασης του εαυτού. Δεν μπορεί ο κάθε εαυτός να διαλαλεί τον κίνδυνο της Εκκλησίας, όταν ο ίδιος αυτός εαυτός δεν έχει βρει το δρόμο της δικής του τοποθέτησης μέσα στην Εκκλησία, στη σχέση του με τον Χριστό, στη σχέση του με το συνάνθρωπο. 
Ο Χριστός αναστήθηκε. Κινδυνεύει η Εκκλησία; Ο θάνατος καταπατήθηκε. Κινδυνεύει η Εκκλησία; Ο διάβολος καταργήθηκε. Κινδυνεύει η Εκκλησία; «Ὁ ἅδης ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη». Κινδυνεύει η Εκκλησία; «Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες». Κινδυνεύει η Εκκλησία; Έτσι, λοιπόν τίθεται θέμα συγκρότησης του προσώπου, της υπόστασης του καθενός εντός της Εκκλησίας και όχι φαντασιακής υιοθέτησης φοβιών και εχθρών. Όσο ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί ότι η Εκκλησία δεν κινδυνεύει αλλά ο ίδιος είναι ικανός με τη θέληση του να φτάσει έως και τον προσωπικό του εκμηδενισμό, τόσο θα ζει στην πλάνη πιστεύοντας ταυτοχρόνως πως η σωτηρία επιβάλλεται δια του φόβου. 

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ: ΕΜΕΙΣ «ΣΚΟΤΩΣΑΜΕ» ΤΟ ΘΕΟ


Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος
Συνηθίζεται να λέγεται πως ο Νίτσε ήταν ένας άθεος και πολέμιος του χριστιανισμού. Αδυνατώ να συλλάβω το μέγεθος της άγνοιας, ακόμη και της αδιαφορίας όσων κατακρίνουν το μεγάλο φιλόσοφο ως άθεο. Εκείνο που ο ποιητικός Νίτσε στα έργα του στηλίτευσε ήταν η άρνηση των ανθρώπων να βιώσουν εμπειρικά το Θεό. Γι’ αυτό και στη «Χαρούμενη Γνώση» σημειώνει πως «ο άνθρωπος έπλασε το θεό». 
Ο Νίτσε πριν εναντιωθεί στο επίσημο ιερατείο που κατακρεουργούσε το μυστήριο του Θεού και το κατέβαζε στην κτιστή πραγματικότητα, υπήρξε θρήσκος άνθρωπος, ευλαβής. Σπούδασε τη θεολογία, εκκλησιαζόταν μαζί με τη μητέρα του και επιθυμούσε να γίνει πάστορας όπως ο πατέρας του. Όμως από πολύ νωρίς βίωσε από την προτεσταντική εκκλησία την απώλεια του μυστηρίου της αποκάλυψης του Θεού. Γι’ αυτό εναντιώθηκε, έγραψε και σε κανένα του βιβλίο δεν χτυπάει το Θεό. Παρά μόνο την επίσημη εκκλησία, τις μεθοδεύσεις της, το παρασκήνιο της, της ραδιουργίες της, τις συκοφαντίες της απέναντι στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Νίτσε είχε καθαρό το παρελθόν του και το παρόν του και δεν επέτρεπε σε κανέναν ιερωμένο να επαίρεται για τα δικά του πιστοποιητικά «καθαρότητος», ούτε να του κουνάει το δάχτυλο με έπαρση και αυθάδεια για όσα έγραφε. Ξεκάθαρα πράγματα. 
Αν και δεν συμφωνώ σε όλα με τον φιλόσοφο, εντούτοις τα έργα του κυοφορούν θέσεις που όταν ανθίζουν στο διάβα της ζωής μέσα από την προσωπική σκέψη του καθενός, αποδεικνύουν την αλήθεια των πραγμάτων ύστερα από σταδιακή ωρίμανση θα έλεγα, καθώς ο Νίτσε δεν διαβάζεται εύκολα κι όπως κι ο ίδιος έλεγε όσα λέει «δεν είναι για όλα τ’ αυτιά». Θέλω εμφατικά να τονίσω, και προσέξετε αυτό το εμφατικά, την ανάγκη για ανάγνωση των γραπτών του Νίτσε σε βάθος. Απαραίτητη δε προϋπόθεση για να καταλάβει κάποιος τι θέλει να πει ο Νίτσε, είναι αρχικά πριν διαβάσει οτιδήποτε να γνωρίσει τη ζωή του, τη βιογραφία του. Είναι το μόνο χρήσιμο «κλειδί» που θα ανοίξει την πόρτα της συνάντησης με τον ίδιο. 
Ο Νίτσε στη «Χαρούμενη Γνώση» ομολογεί, μάλλον εξομολογείται στη δημόσια πλατεία - δια του τρελού- ότι «ο Θεός είναι νεκρός!». Εκ πρώτης όψεως αυτή η ανερυθρίαστη ομολογία περί της θεοκτονίας σκανδαλίζει το αναγνωστικό κοινό. Όμως τι εννοεί με τον όρο «σκοτώσαμε» και ποιοι είναι οι υπαίτιοι γι’ αυτή τη θεοκτονία; Ας δούμε πρώτα τι γράφει ο ίδιος: «Δεν ακούσατε για εκείνον τον τρελό που κρατούσε ένα αναμμένο φανάρι μέρα μεσημέρι κι έτρεχε στην πλατεία της αγοράς φωνάζοντας ασταμάτητα: «Γυρεύω το Θεό! Γυρεύω το Θεό!» - Επειδή όμως πολλοί από τους παρευρισκομένους δεν πίστευαν στο Θεό, ξέσπασε ηχηρό γέλιο. Μήπως χάθηκε αυτός; ρώτησε κάποιος. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν το μικρό παιδί; είπε κάποιος άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μήπως μας φοβάται; Μήπως μπάρκαρε στο πλοίο; Μήπως ξενιτεύτηκε; - Τέτοια έλεγαν και γελούσαν. 
Ο τρελός πήδησε ανάμεσα τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. ‘’Που είναι ο Θεός;’’ φώναξε. ‘’Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε – εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε δολοφόνοι του!... Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε! Πώς να παρηγορηθούμε εμείς, οι φονιάδες των φονιάδων; Κάτω απ’ το μαχαίρι μας μάτωσε ό,τι πιο άγιο και πιο ισχυρό είχε ως τώρα ο κόσμος – ποιος θα μας καθαρίσει απ’ αυτό το αίμα; Ποιο νερό μπορεί να μας πλύνει; Ποιους εξιλασμούς, ποια ιερά παιχνίδια πρέπει να εφεύρουμε; Το μέγεθος αυτής της πράξης δεν είναι πολύ μεγάλο για μας;…» (Νίτσε, Χαρούμενη Γνώση, Βιβλίο III, 125). 
Τα παραπάνω δείχνουν να ξεκαθαρίζουν το ομιχλώδες των αοριστιών και της υποτιθέμενης βεβαιότητας του Νίτσε. Όμως δεν ήταν σκοπός μου να υπερασπιστώ κανέναν, πόσο μάλλον τον ίδιο το φιλόσοφο, αλλά να φανερώσω τους θεοκτόνους, εκείνους τους στυγνούς εγκληματίες που αφαιρούν από το Θεό το δικαίωμα της ύπαρξης. Ο Νίτσε γράφοντας αυτό το βιβλίο γνώριζε δύο περιπτώσεις. Εκείνη του κυνικού φιλοσόφου Διογένη κι εκείνη του αποστόλου Παύλου που όταν μίλησε για ανάσταση νεκρών στον Άρειο Πάγο, μερικοί τον ειρωνεύτηκαν γι’ αυτό (Πραξ. 17, 32). Στο βιβλίο της Εξόδου διαβάζουμε πως «καὶ εἶπεν· οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τό πρόσωπόν μου· οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται» (Έξοδ. 33, 20). Δηλαδή όποιος άνθρωπος δει το πρόσωπο του Θεού δεν θα ζήσει. Ο Νίτσε αντιστρέφει τη θέση αυτή και λέει ότι αν ο άνθρωπος δει τον Θεό, τότε είναι ο Θεός που πεθαίνει. 
Εδώ δεν εννοεί πως ο Θεός δεν υπάρχει ή υπήρχε και πλέον δεν έχει τη δική Του παρουσία μέσα στη ζωή του ανθρώπου, της κτίσης, εν τέλει της ιστορίας ολάκερης όπως σαρκώνεται με τον πολιτισμό που τη διέπει. Θέλει να δείξει πως οι φιλόσοφοι σκότωσαν τον Θεό γιατί τον είδαν με τα μάτια του νου και όχι της ψυχής. Αυτό θυμίζει το τρίτο οντολογικό επιχείρημα του Ντεκάρτ για την απόδειξη ύπαρξης του Θεού αλλά και τον Άνσελμο Καντερβουρίας που επιχειρούσε λογικά (με προϋπόθεση τον όρο «τέλειος» που προσάπτουμε στο Θεό) την ύπαρξη Του. Θα έλεγα πως η δυτική σκέψη, ο προτεσταντισμός και ρωμαιοκαθολικισμός είδε τον Θεό ως ιδέα και όχι σαν εμπειρία όπως τον βίωσε η νηπτική παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας με την άσκηση και την άκτιστη θεία χάρη. Αυτή η ιδέα περί Θεού, κατέστησε τον Θεό είδωλο. Ο καθηγητής φιλοσοφίας του Καθολικού Κολεγίου Τιμίου Σταυρού Βοστώνης π. Παντελεήμων Μανουσάκης γι’ αυτό αναφέρει πως ο λόγος του Παύλου δεν στράφηκε μόνο κατά της ειδωλολατρίας των αγαλμάτων αλλά και της «ειδωλολατρίας του ανθρώπινου λογικού, μιας εννοιολογικής ειδωλολατρίας». 
Αν δεν πιστέψεις στο Θεό δεν μπορείς να Τον σκοτώσεις. Σκοτώνεται κάτι στο οποίο δεν πιστεύεις; Τοιουτοτρόπως ενεργούν όσοι πιστεύουν σήμερα στον Θεό και Τον σκοτώνουν. Είναι εκείνοι που στο Όνομα Του κατηγορούν τον συνάνθρωπο, τον διαβάλλουν, τον εχθρεύονται, τον μισούν, τον πολεμούν, τον κατηγορούν, πλάθοντας ψευδείς κατηγορίες και καταγγελίες με σκοπό να τον εξοντώσουν. Και λέω συνάνθρωπο γιατί ο άλλος είναι ο Θεός. Είναι εκείνοι που μέσα από το δικό τους σχήμα και θέση στην κοινωνία κάθε μέρα σκίζουν τις σάρκες του Θεού, γίνονται οι πιο στυγνοί θεομπαίχτες, αρνούνται να δουν τη σάρκωση της αγάπης και το έλεος Του, δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα στο συνάνθρωπο τους. Είναι εκείνοι που θέλουν να βλέπουν στην κοινωνία τον εαυτό τους και τον εαυτό τους ως την μόνη κοινωνία. Είναι όσοι με ύφος υπεροπτικό και αθεράπευτα αλαζονικό σπείρουν διχόνοιες, εξευτελίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο, γίνονται τιμητές άγιων και ευαίσθητων συναισθημάτων, υποκρίνονται τους σωτήρες, χωρίς να σώζουν τον εαυτό τους, τον οποίο και με τις ύπουλες τους ενέργειες καταδικάζουν. Είναι εκείνοι που δεν βιώνουν την αγάπη του ευαγγελίου και των μελιτωδών πατερικών λόγων και για να υπάρξουν πρέπει να μην υπάρξει ο άλλος. Είναι εκείνοι που αφήνουν τον πόνο του άλλου ενώ την ίδια στιγμή ευλαβούνται τον Θεό, τον οποίο με απόλυτο τρόπο καταδικάζουν να τους κοιτάζει ακόμη πάνω από το Σταυρό. 
«Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθεί ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνία αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής απλώς ως πόλη επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζουμε από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ἡμῶν» (Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος Κυρός Μελίτων, Λόγος εἰς τήν ὑποκρισίαν). 

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑ: ΜΙΑ «ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΗ» ΓΥΝΑΙΚΑ


Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος
Εύκολα διαπιστώνει κάποιος πως φίλοι του Χριστού υπήρξαν οι πόρνες, οι ληστές, οι φοροεισπράκτορες, εν τέλει όλοι εκείνοι οι «τσαλακωμένοι» που δεν είχαν όμως κάτι βασικό. Την υποκρισία. 
Ο τελώνης ήταν γνωστό ότι εισέπραττε φόρους, ότι αδικούσε τον λαό και αυτό η κοινωνία το γνώριζε. Η πόρνη αναπαυόταν σε διαφορετικούς άντρες και πιθανόν οι προτιμήσεις της να μην αναγνώριζαν όρια. Κι αυτό το γνώριζε η κοινωνία. Ο ληστής είχε κλέψει, αδικήσει, ο εγκληματίας είχε σκοτώσει, αλλά κι αυτό το γνώριζε η κοινωνία. Η οσία Μαρία Αιγυπτία που σήμερα εορτάζεται η μνήμη της είχε ακόρεστη δίψα να ικανοποιεί στο έπακρο τις σωματικές της ανάγκες, να αναζητά άνδρες σε όλα τα μέρη ακόμη και στα Ιεροσόλυμα, ταξίδι το οποίο και πραγματοποίησε γι’ αυτό το σκοπό. Αλλά κι αυτό το ήξερε η κοινωνία. 
Θέλω να πω τοιουτοτρόπως πως οι τσαλακωμένοι αυτοί δεν ήθελαν να κρυφτούν από τον κόσμο. Τους γνώριζε ο κόσμος. Εκείνο που δεν γνώριζε ο κόσμος, εκείνο που αγνοούσε ήταν η υποκρισία των ευλαβών και «ατσαλάκωτων» ανθρώπων, αυτών των «καθαρών» προσώπων που έδειχναν ως εικόνα αυτό που δεν είναι. Κι επιτέλους ας μην κρυβόμαστε μεταξύ μας. Όλοι γνωρίζετε ποιος είναι ο κατεξοχήν χώρος της υποκρισίας. 
Η οσία Μαρία Αιγυπτία λοιπόν σε όλη της τη ζωή ζούσε την ακολασία, το ανικανοποίητο, το ακόρεστο έως ότου μετανιώσει. Κι αυτό συντελέστηκε θαυματουργικώς στο ταξίδι της στα Ιεροσόλυμα όπου ταξίδεψε για να γνωρίσει άντρες. Μία γυναίκα λοιπόν που όλες οι ώρες της ημέρας αναπαρήγαγαν στη σκέψη της μα και στη θέληση της με έντονο τρόπο της βίωση της ηδονής, χωρίς αυτή η πώρωση της να έχει τέλος. Αυτή η ηδονή λειτούργησε ως οδύνη στη ζωή της όταν ο Θεός της μίλησε και η οδύνη πάλι αντιστράφηκε σε ηδονή∙ όχι των σωμάτων αλλά του Χριστού. Έτσι η ίδια έγινε άλλος ένας εραστής του Θεού, μετανόησε, έζησε το υπόλοιπο της ζωής της στην έρημο, ασκήτεψε, προσευχόταν, κοινωνούσε Σώμα και Αίμα Χριστού, ο Θεός την ελέησε και την κατέταξε στο χορό των οσίων γυναικών. 
Αισθάνομαι την ανάγκη να επισημάνω μία σκέψη. Στην Εκκλησία υπάρχει η τάση να συγκινούμαστε από τη μετάνοια ανθρώπων όπως η πόρνη, ο τελώνης, ο ληστής, να τους προτάσσουμε ως παραδείγματα μετάνοιας, εντούτοις έχω ισχυρή την αίσθηση πως όταν δίπλα μας ή απέναντι μας βρεθεί ένας μοιχός, μία πόρνη, ένας άθεος, η συμπεριφορά αυτή γκρεμίζεται. Κάνουμε λόγο για τη μετάνοια της οσίας Μαρίας Αιγυπτίας, αν όμως δίπλα μας σταθεί μία γυναίκα που εκδίδεται της δημιουργούμε την ενοχή μέσα από τη στάση του σώματος μας με ένα βλέμμα, μία κίνηση κ.ο.κ. 
Σαν να απαιτούμε από εκείνη να μετανοήσει για να τη δεχτούμε, αγνοώντας ηθελημένα τις περισσότερες φορές πως ο Θεός έχει άπειρο, αμέτρητο έλεος προς όλους τους ανθρώπους. Δεν είναι δική μας υπόθεση να διεισδύσουμε στη ζωή της γυναίκας αυτής, ούτε έχουμε το δικαίωμα να την κάνουμε να αισθανθεί άσχημα. Τα δικά μας δοκάρια είναι και περισσότερα και βαθύτερα στη δική μας ύπαρξη, η οποία καταντά και είναι φτωχότερη από εκείνη της γυναίκας που εκδίδεται. 
Και ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο λαμβάνοντας αφορμή από ένα σπουδαίο λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, ο οποίος αναφέρει ότι αυτός που πορνεύει αμαρτάνει στο δικό του σώμα. Σημειώνει λοιπόν ο Γρηγόριος Νύσσης πως «τό πραχθέν εἰς μόνον τόν τήν πρᾶξιν δεχόμενον ἵστησιν». Τότε εμείς γιατί ασχολούμαστε με τη ζωή του άλλου; Για να νομίσουμε ότι γεμίζουμε τη δική μας μέσα από το άδειασμα του άλλου; Ή μήπως για να υπάρξουμε εμείς, δεν πρέπει να υπάρχει ο άλλος; Εκείνος που επιλέγει να μοιράζει το σώμα του σε πολλούς συντρόφους αμαρτάνει στο δικό του σώμα. Εμείς που τον κατακρίνουμε; Υποκρινόμαστε και πλέον με τον πιο άθλιο, αυθάδη και απροκάληπτο τρόπο. 
Δεν έχουμε καταφέρει να προσελκύσουμε το έλεος του Θεού, να σώσουμε τον εαυτό μας, «αγωνιώντας» την ίδια στιγμή να σώσουμε τους άλλους. Κατακρίνουμε τις επιλογές των άλλων, που εν τέλει δεν μας θίγουν, δεν τους σεβόμαστε ως πρόσωπα Θεού και μάλιστα τη στιγμή που ο Θεός σέβεται στην ελευθερία τους και στην οποία δεν επεμβαίνει. Έτσι γινόμαστε σωτήρες, τιμητές των άλλων, περιφερόμενες αυθεντίες, οι κατεξοχήν αλάθητοι, ανόητοι, τυφλοί. Πωρωμένοι στην αυτοϊκανοποίηση της ψευδαίσθησης που γεννά η αίσθηση της αντεστραμμένης εικόνας του είναι στο μη είναι. Η οσία Μαρία Αιγυπτία πώς να ένιωθε άραγε όταν στη ζωή της και πριν μετανοήσει, κυλιόταν στην ηδονή των σωμάτων με κάθε έναν που θα ικανοποιούσε τις επιθυμίες της; Ήταν ευτυχισμένη; Κι αν ήταν γιατί άλλαξε τη φιλοσοφία του τρόπου θεώρησης αλλά και ιδιαίτερα τη ζωή της ως στάση, ως πράξη; Άρα αναγνώρισε όχι μόνο την αμαρτωλή ζωή που διήγε αλλά και την έλλειψη ουσίας, νοήματος στην μέχρι τότε ζωή της. Προφανώς αναγνώρισε τη δυστυχία της, τη θλίψη της. Ενδεχομένως και τότε να ένιωσε μόνη της. Το σώμα της βίωνε την ηδονή του έρωτα με τον οποιονδήποτε αλλά και η ψυχή της βίωνε την ίδια ηδονή. Στη χριστιανική ανθρωπολογία δεν χωράνε γνωστικιστικές θεωρήσεις, μήτε μανιχαϊστικοί διαχωρισμοί. Ο άνθρωπος θεωρείται μία ενιαία ψυχοσωματική ολότητα καθώς «εἰς μίαν τήν τοῦ καλοῦ μορφήν συντεθέν» κατά άγιο Επιφάνιο Κύπρου. Εφόσον το σώμα βίωμα την ηδονή, την ηδονή αυτή βίωνε και η ψυχή. Και μετανοώντας η ίδια για τα πάθη και τις αστοχίες της, το σώμα της και η ψυχή της άρχισαν να βιώνουν την ηδονή του εραστού Θεού. 
Αυτοί είναι οι τσαλακωμένοι φίλοι του Χριστού. Άνθρωποι που είναι αυτό που δείχνουν. Επ' ουδενί υποκριτές και τιμητές των πραγμάτων. Άνθρωποι κουρελιασμένοι, ταλαιπωρημένοι, μόνοι, πονεμένοι, δυστυχισμένοι. Κι εκεί έρχεται ο Θεός και τους κάνει φίλους. Τρώει μαζί τους, βαδίζει μαζί τους, συζητά μαζί τους. Χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς διακρίσεις. Απροϋπόθετα κάθεται μαζί τους όσο τσαλακωμένοι κι αν είναι, γιατί δεν έχουν κάτι που αγνοούν όσοι τους κατακρίνουν. Την υποκρισία. 

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

ΜΕΓΑ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΘΕΝΙΑ ΑΛΛΑ Η ΘΕΟΜΗΤΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Ηρακλής Φίλιος 
iraklisf@theo.auth.gr
Μην βλέπετε που στη σημερινή εποχή είναι δεδομένο για τους χριστιανούς το γεγονός ότι η Παναγία γέννησε τον Θεό και καλείται Θεοτόκος. Για την εποχή που έδωσε αγώνα εναντίον του Νεστορίου και της παρέας του ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρεύς δεν ήταν ειρηνικά κι εύκολα τα πράγματα.
Έδωσε τεράστιο αγώνα, επίπονο και επίμονο προκειμένου να αναδείξει ο ιερός Πατήρ την αλήθεια των πραγμάτων. Ο μέγας εραστής και θιασώτης του προσώπου της Θεοτόκου θεολόγησε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος αποφεύγοντας φιλοσοφικούς στοχασμούς και συσχετισμούς. Κάτι βέβαια που έπραξε ο Νεστόριος και άλλοι αιρετικοί όπως ο Άρειος επηρεασμένοι από τη λογική των αριστοτελικών σχημάτων και των φιλοσοφικών συσχετισμών και εννοιών.
Οφείλω να κινηθώ προς μία «σκανδαλιστική» προσέγγιση σχετικά με το πρόσωπο της Θεοτόκου. Συγχωρέστε με όμως η αλήθεια των πραγμάτων επιτάσσει επισημάνσεις ιδιαιτέρως σημαντικές για το ζήτημα μας. Δυστυχώς στην ορθόδοξη θεολογία όταν κάποιες στιγμές γίνεται λόγος για την Παναγία, εκείνο το οποίο επισημαίνεται «εκστατικώς» πολλές φορές είναι το «αειπάρθενο» της. Ομολογώ πως μία τέτοια ομολογίαν αν και είναι αληθινή, απέχει μακράν από το μέγα μυστήριο που έχει συντελεσθεί στη μήτρα της. Σαφώς και προϋπόθεση ήταν το αειπάρθενο της. Δεν διαφωνούμε. Αυτό όμως ήταν εν τέλει που έδωσε τη συνέχεια για το σχέδιο της του Θεού Οικονομίας; Το μυστήριο της Οικονομίας έλαβε «σάρκα και οστά» και υπούργησε την ανθρωπότητα επειδή ήταν αειπάρθενος ή επειδή γέννησε τον Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου; Με άλλα λόγια το μέγα θαύμα ήταν το α ε ι π ά ρ θ ε ν ο της Θεοτόκου ή η Θ ε ο μ η τ ρ ό τ η τα της; Σαφώς και το δεύτερο. Αυτή είναι η αλήθεια. 
Η οντολογικοποίηση της παρθενίας, η απολυτοποίηση της και η έξαρση της σπουδαιότητας της, έδωσε την πιο «γλυκειά» αφορμή στον ηθικισμό εντός του χώρου της Εκκλησίας, θέτοντας άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα το μέγα μυστήριο της υποστατικής ένωσης σε δεύτερη μοίρα. Βέβαια αυτή η απολυτοποίηση και αποκοπή της παρθενίας από το σύνολη αντίληψη του μυστηρίου, δημιούργησε άλλο ένα τραύμα στο σώμα της Εκκλησίας. Λειτούργησε ως «εργαλείο για την απόλυτη ενοχοποίηση της σεξουαλικής ερωτικότητας» όπως θα μας πει ο Χ. Σταμούλης.
Έχω την αίσθηση πως δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη το αχώρητο μυστήριο που έχει συντελεστεί. Και ο μονοφυσητισμός της σκέψης ότι το μυστήριο της ενσάρκωσης του Θεού Λόγου αναλώνεται στην παρθενία της Θεοτόκου, έχει πάλι να κάνει με το ζήτημα της καθαρότητος που απασχόλησε και τσάκισε την Εκκλησία καθώς οι αιρετικοί αυτό υποστήριξαν στις Οικουμενικές Συνόδους και εξέκλιναν της αλήθειας και της παράδοσης. Μόνο που το ζήτημα αυτό αυτή τη στιγμή υπερτονίζεται από συντηρητικούς θεολογικούς κύκλους που πλέον εντοπίζουν μία σωτηριολογική απολυτότητα και μονομερή τονισμό στο θέμα. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρεύς δεν έδωσε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο (431 μ.Χ.) τον αγώνα εναντίον του Νεστορίου και της παρέας του για το αειπάρθενο της Θεοτόκου, αλλά για το μεγαλύτερο μυστήριο που συντελέστηκε στην ανθρώπινη φύση μιας γυναικός. Τη Θ ε ο μ η τ ρ ό τ η τ α της. 
Η παρθενία δεν είναι μέγα μυστήριο αλλά προϋπόθεση. Η παρθενία αποτελεί κατάσταση ενός προσώπου που επιλέγει να ζήσει αυτή την κατάσταση, είναι απόρροια της ελεύθερης βούλησης του και ο αγώνας για τη διατήρηση της επιτυγχάνεται μόνο με τη χάρη του Θεού. Αυτό δεν είναι μυστήριο. Είναι ανθρώπινη επιλογή. Μυστήριο είναι ότι έγινε η ίδια η Χώρα του Αχωρήτου, χωρώντας μέσα της Εκείνον τον οποίο ο άγιος μάρτυς Ιουστίνος ο Φιλόσοφος χαρακτηρίζει «τόπω τε αχώρητος και τω κόσμω όλω».
Γράφει σχετικά λοιπόν ο Χ. Σταμούλης: «Η παρθενία είναι μια δευτερεύουσα πραγματικότητα, που αληθεύει οντολογικά μόνο όταν δείχνει τη Θεομητρότητα και συνεπώς τη θεοπρέπεια της σάρκωσης, από την οποία αποκτά και το οποιοδήποτε νόημα της». Ποιο είναι λοιπόν το μέγα μυστήριο; «Όλος θεός γαρ, ος συνενούται μεθ’ ημών, ω φρικτού μυστηρίου!...εγώ δε πάλιν λέγω σοι∙ Βλέπε Χριστόν εν μήτρα, και τα εν μήτρα νόησον και μήτραν υπεκδύντα, και πόθεν εξερχόμενος ο Θεός μου διήλθε!», όπως μας λέει σ’ αυτόν τον θαυμάσιο λόγο χωρίς αισχύνη, συστολή και ηθικισμούς ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
Ο Νεστόριος, για τον οποίο «τα ομούσια τίκτουν ομοούσια», όπως και η παρέα του προσέδιδαν στη Θεοτόκο τον τίτλο «ανθρωποτόκος», Χριστοτόκος», «Κυριοτόκος» και «Θεοδόχος». Κάποιοι απ’ αυτούς αληθεύουν, όμως αποτελούν μέρος της αλήθειας. Όχι την όλη αλήθεια. Δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια του μυστηρίου που συντελέστηκε. Μιας αλήθειας που αρνήθηκε ο ευσεβιστής Νεστόριος, ο ιερέας Αναστάσιος και οι γύρω του. Η αλήθεια απέχει από τους όρους αυτούς και φανερώνει τη γέννηση του Θεού στη μήτρα ενός δημιουργήματος, μιας ανθρώπου, της Θεοτόκου. Ποτέ λοιπόν δεν υιοθέτησαν τον όρο «Θεοτόκος».
Ερχόμαστε στον θιασώτη της Θεοτόκου, τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρέα. Για τον Κύριλλο Αλεξανδρέα, ο όρος «Θεοτόκος» είναι ο όρος που δηλώνει τη θεομητρότητα της Παναγίας και αυτόν κατοχυρώνει δογματικά. Είναι απαραίτητη η ομολογία περί αυτού και ο ίδιος εμμένει στον όρο αυτό σε αντίθεση με τον όρο «ανθρωποτόκος» που χρησιμοποιεί ο Νεστόριος. Μας λέει ο ιερός Πατήρ πως «αρκεί τοιγαρούν προς ορθήν και αδιάβλητον της πίστεως ημών ομολογίαν, το Θεοτόκος λέγειν και ομολογείν την αγίαν Παρθένον».
Με την επιμονή του στον όρο αυτό, ήθελε να τονίσει τις σωτηριολογικές διαστάσεις του θέματος αναδεικνύοντας συνάμα την ανθρωπολογία της Εκκλησίας. Πώς γίνεται εξάλλου να σωθεί ο άνθρωπος των αστοχιών όταν μία γυναίκα δεν γέννησε τον Θεό αλλά έναν άνθρωπο; Βλέπετε λοιπόν πως το όλο θέμα έχει καίρια, την πιο καίρια σημασία θα έλεγα τόσο για την ανθρωπολογία όσο και για τη σωτηριολογία.
Για τον επίλογο είναι αδύνατον να μην αφήσουμε να μιλήσει ο κατεξοχήν ερωτευμένος με το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου άγιος Κύριλλος Αλεξανδρεύς, ο οποίος σε εγκώμιο του γράφει:
«Χαίροις, Παρθένε Μαρία, μήτηρ και δούλη, Παρθένε μεν, διά τον εκ σου της Παρθένου τεχθέντα. Μήτηρ δε διά τον εν αγκάλαις σαις βασταχθέντα, και γάλακτι σω τραφέντα. Δούλη διά τον μορφήν δούλου λαβόντα. Χαίροις Μαρία, το χωρίον του αχωρήτου, η τον Μονογενή Θεόν Λόγον χωρήσασα, η τον στάχυν άνευ αρότρου και σπέρματος βλαστήσασα τον αμαράντινον. Χαίροις, Μαρία Θεοτόκε, δι’ ης ήνθησε και εξέλαμψε το της αναστάσεως κάλλος». 

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

ΧΡΙΣΤΟΣ: ΑΠΛΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ Η ΘΕΟΣ;


Η θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής έχει ένα χαρακτήρα μοναδικό και συνάμα ανεκτίμητο. Αυτός αφού απορρέει από τη "φύση" της, καταφέρνει ως η αλήθεια των πραγμάτων να εγκολπώνει τις μυσταγωγικές αλήθειες αιώνων στον χώρο της σαρκωμένης φύσης. 
Αν δούμε συγκριτικά την μοναδικότητα της, θα διαπιστώσουμε το "παράλογο της πορείας". Με άλλα λόγια θα παρατηρήσουμε ότι αφενός μεν η θεολογία δεν είναι θρησκεία, αλλά Αποκάλυψη, αφετέρου δε ότι στην Αποκάλυψη αυτή υπάρχει κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο και όχι του ανθρώπου προς τον Θεό. Και το λέω αυτό διότι όσες φορές ο άνθρωπος κινήθηκε προς τον Θεό (εν τέλει το ιερό, ανώτερο, υπερβατικό), δημιούργησε τον Θεό και τον ενέταξε σε συστημικά περιχαρακώματα. 
Αντίθετα στην πίστη περί Τριαδικότητας του Θεού, ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω των ενεργειών Του στην κτίση και την ιστορία όπως θα θεολογήσει ο Μ. Βασίλειος. Και στον καινό λόγο, στη νέα συμφωνία (Καινή Διαθήκη) η ''μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη" (εδώ η φράση εννοείται ορθόδοξα όπως την χρωμάτισε ο Κύριλλος Αλεξανδρέας και όχι με τη σημασία που της έδωσε ο Απολινάριος στον οποίο και ανήκει) είναι δηλωτική της Ένσαρκης παρουσίας Του, όπου ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. 
Έτσι με την Ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού συντελείται το εξής θαυμάσιο - δηλωτικό της κατάστασης πριν αλλά και μετά της Σαρκώσεως-, το οποίο σκιαγραφεί ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος: "Ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται. Ὁ Λόγος παχύνεται. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται. Ὁ ἄχρονος ἄρχεται'' (Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος ΛΗ΄, Εἰς τά Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος). Παρόλ' αυτά ο Θεός για τους Πατέρες είναι αποκεκαλυμμένος αλλά και κεκρυμμένος, «Deus secretus» και «Deus publicus», όπως θα έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος. 
Στη θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, ο Θεός δεν εντάσσεται σε ένα οργανωτικό σύστημα, δεν φανερώνεται μέσα από κακότεχνα συμπλέγματα και δεν βιώνεται μέσα από κοσμικές και νοησιαρχικές πρακτικές. Ο Τριαδικός Θεός δεν είναι ο θεός που το παγκόσμιο σύστημα πασχίζει να επιβάλλει μέσα από την πανθρησκεία σύμφωνα με την οποία όλοι οι θεοί είναι το ίδιο. Η φυσική αναζήτηση βέβαια των ανθρώπων για το υπερβατικό είναι λογική και έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών κατά την άποψη του M. Eliade. 
Το ζήτημα του Θεού απασχόλησε την ιστορία και τη δογματική της εκκλησίας η οποία διαμορφώθηκε μέσα από την ιστορία και μέσα στην ιστορία, ως ανάγκη διαμόρφωσης της προφορικής παράδοσης, αλλά και ως ανάγκη περιφρούρησης της πίστης της πρωτοχριστιανικής κοινότητας (σ' αυτή στηρίχτηκε η παύλεια θεολογία όσον αφορά τη γέννηση της) πίστη στη σταύρωση και στην Ανάσταση του Χριστού Στο διάβα των αιώνων το πρόσωπο του Θεού απασχόλησε φιλοσόφους, Πατέρες, θεολόγους και ιστορικούς. 
Όλοι συμφωνούν στο ελάχιστο, το οποίο όμως πραγματικά δεν σημαίνει ότι είναι η κατεξοχήν αλήθεια. Δηλαδή, παραδέχονται τον ιστορικό Ιησού ο οποίος για άλλους είναι ένας επαναστάτης, για άλλους ένας αξιόλογος ραβίνος της εποχής, για άλλους ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, για άλλους ο Χριστός ο Υιός του Θεού. Κι αν ο Χριστός είναι ένας επαναστάτης ή ένας φιλόσοφος ή ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, τότε ποια η διαφορά του από τους σύγχρονους του; Αρκεί αυτό; Μήπως είναι κάτι που δεν είναι οι άλλοι; 
Στο ζήτημα της γνωσιολογίας οι Πατέρες της Εκκλησίας μας (ιδίως οι Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Μάξιμος Ομολογητής, Ιωάννης Δαμασκηνός, Συμεών Νέος Θεολόγος κ.ά.) εμβάπτισαν τη σκέψη τους στον αποφατισμό. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέει πως στο Θεό θα πρέπει να αποδίδουμε όχι το είναι, αλλά "τὸ μὴ εἶναι μᾶλλον, διὰ τὸ ὑπερεῖναι, ὡς οἰκειότερον ἐπ' αὐτοῦ λεγόμενον" (Μάξιμος Ομολογητής, Μυσταγωγία). Ομολογία που θυμίζει την επισήμανση του ιερού Αυγουστίνου "Deus ineffabilis est, facilius dicimus quid non sit, quam quid sit". Είναι άλλος όμως ο φιλοσοφικός αποφατισμός (K. Jaspers, M. Heidegger, K. Popper, L. Wittgenstein), ο οποίος βέβαια κι αυτός κινείται σε αντίστοιχα πλαίσια αλλά αδυνατεί να προσεγγίσει το μυστήριο του Θεού. 
Για την πατερική σκέψη ο Θεός είναι ένας (φύση, θεότητα, ουσία) και τρεις (ύπαρξη, πρόσωπα) όπως αναπτύσσει στην πληρέστερη και ακριβέστερη απ' όλες τριαδολογία του ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Η ουσία του Θεού διαφέρει από τις ενέργειες Του και δεν σχετίζεται με το αγέννητο (το οποίο αποτελεί τρόπο ύπαρξης). Κάθε ένα από τα τρία πρόσωπα (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα) έχει τη θεία φύση και δικές του ιδιότητες. όμως είναι ένας Θεός και όχι τρεις. Αυτός λοιπόν ο Θεός είναι ένας Θεός που αποκαλύπτεται σ' ολόκληρη την ιστορία. 
Η θεολογία για να "υπάρξει" δεν χρειαζόταν να στηριχτεί οντολογικά σε κάποιο ξένο στοιχείο (φιλοσοφία, κοινωνιολογική θεωρία, πολιτική επιστήμη), αλλά έχει την αναφορά της στον Ενανθρωπήσαντα Θεό. Δεν πολέμησε την φιλοσοφία η οποία έντυσε την αλήθεια της τριαδικής φανέρωσης, αλλά στηρίχτηκε στην έξωθεν παιδεία, η οποία βοήθησε στην "τεκνογονία της αρετής" κατά τον Γρηγόριο Νύσση και καλλώπισε το του Θεού μυστήριο. 
Οι θεοφόροι Πατέρες δεν αντιμετώπισαν με καχυποψία τη φιλοσοφία. Ο Μ. Βασίλειος συμβούλευε τους νέους να χρησιμοποιούν ό,τι βρίσκουν ωφέλιμο στους εθνικούς διδασκάλους και την εθνική γραμματεία (οι Πατέρες είχαν διαβάσει και επηρεαστεί από τον Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Ωριγένη, Φίλωνα κ.ά.). Η κλασσική παιδεία δεν ήταν εχθρός, αλλά σύμμαχος της θεολογίας ως προς την ποιοτικότερη εξωτερικά εμφάνιση των αληθειών της. Το γεγονός ότι οι Πατέρες χρησιμοποίησαν άριστα φιλοσοφικό ένδυμα για να ντύσουν το σώμα της ορθόδοξης θεολογίας, δεν σημαίνει ότι η θεολογία ήταν ελλιπής και νοσούσε, άρα και χρειαζόταν τη συμβολή μιας θεωρίας ή φιλοσοφίας για να καταφέρει να ευαγγελιστεί. 
Κι ερχόμαστε σε ένα σημείο που χρειάζεται να επισημανθεί. Είναι άλλος ο σκοπός της θεολογίας και άλλος ο σκοπός της φιλοσοφίας του Πλάτωνα ή της κοινωνιολογικής θεωρίας του Durkheim ή της πολιτικής θεωρίας του Norberto Bobbio. Σκοπός της θεολογίας είναι ο αγιασμός και η εξύψωση του ανθρώπινου προσώπου σε εικόνα Θεού. Τα κοινωνικά μανιφέστα, οι φιλοσοφικές θεωρίες και οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, εν τέλει κάθε επιστημονική θεώρηση που ασχολείται με το ζήτημα του ανθρωπισμού, τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου χωρίς όμως Θεό, ενώ η αγιοσύνη είναι ίδιον γνώρισμα της χριστιανικής ζωής, εμπειρίας και βιώματος. Αποτελεί χαρακτηριστικό της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας, που απορρέει από την ταυτότητα της που κι αυτή από άσαρκη σαρκώνεται "ἐν τοῖς μυστηρίοις" σύμφωνα με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα. 
"Ενώ λοιπόν οι δαίμονες ομολογούν και τα έργα καθημερινά μαρτυρούν, είναι φανερό –και κανείς ας μην είναι αναιδής απέναντι στην αλήθεια, ότι ο Σωτήρας ανάστησε το σώμα του· ότι είναι, επίσης, αληθινός Υιός του Θεού· ότι προέρχεται από τον Πατέρα και είναι ο δικός του Λόγος, Σοφία και Δύναμη. Αυτός στα κατοπινά χρόνια, για τη σωτηρία όλων, προσέλαβε το ανθρώπινο σώμα και δίδαξε σ' όλο τον κόσμο για τον Πατέρα του• κατάργησε το θάνατο και χάρισε σε όλους την αφθαρσία με την υπόσχεση της αναστάσεως. Έκανε την αρχή της αναστάσεως με την έγερση του δικού του σώματος. Και ανέδειξε το σώμα του με τα σημάδια του σταυρού (σταύρωση) τρόπαιο νίκης ενάντια στο θάνατο και τη φθορά" (Μ. Αθανάσιος, "Λόγος Περί Ενανθρωπίσεως του Λόγου"). 
Ηρακλής Φίλιος 
(iraklisf@theo.auth.gr)

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

ΣΕ ΤΙ ΔΙΑΦΕΡΕΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ; «ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ»

Ο Παλαιός των Ημερών (1794) του Ουίλλιαμ Μπλέηκ

Ηρακλής Φίλιος 
iraklisf@theo.auth.gr
Η αλλαγή του χρόνου είναι μία στιγμιαία ανικανοποίητη φυγή του χρόνου προς την επόμενη στιγμή, ενώ η προηγούμενη στιγμή είναι ζωντανή. Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να μεταπηδήσει η αίσθηση του ανεκπλήρωτου στην πλήρωση του ρόλου που έρχεται να διαδραματίσει μία νέα ημερολογιακά συνάντηση. 
Το ερώτημα που διαγράφεται παραπάνω είναι αστείο. Μπορείς να γνωρίζεις την ποιότητα και τα «συστατικά» της σημερινής ημέρας (τα γεγονότα, τις στιγμές της), δεν μπορείς ως να έχεις όχι πλήρη αλλά έστω την ελάχιστη γνώση της αυριανής ημέρας. Αυτό είναι κάτι που αύριο θα το γνωρίζουμε, κάτι που αύριο θα το βιώσουμε. Σαν στιγμές, σαν αλήθεια, σαν κατάσταση, σαν ενάργεια. 
Η αίσθηση που υπάρχει σχετικά με την παροδικότητα και τη διαχρονικότητα, αφήνει πληγές στο γυμνό σώμα ψυχής του σύγχρονου ειδικά ανθρώπου. Και χρησιμοποιώ τον όρο «σύγχρονος» όχι για να συγκρίνω την ανθρώπινη υπόσταση και την έννοια του προσώπου στο παρελθόν και στις μέρες μας, αλλά για να εστιάσω στη εύθραυστη πραγματικότητα που γεννά η αλλοτριωμένη προοπτική των ημερών. Ημερών πικρών, λύπης, πένθους, απούσης της πνευματικής διαύγειας που μπορεί να επιτρέψει με άνεση την «εισβολή» της αγιοσύνης στους ανθρώπινους προσανατολισμούς. 
Η υφή του κόσμου και η γεύση των ηδονών που επαναλαμβάνονται και χωρίς όρια ξεγυμνώνουν την ψυχή του ανθρώπου και τον κάνουν πιο φτωχό σε συναισθήματα, πολιορκεί τη γέννηση κάθε τι νέου πνευματικού στοιχείο της φύσης που αναδύεται από την ζώσα εκκλησιαστική ζωή και που αποτελεί ανόθευτη, αναλλοίωτη και αιώνια εμπειρία βιωμάτων και ζωής για τον άνθρωπο της σύγχρονης κουλτούρας. Είμαι σίγουρος πως για έναν αδιάφορο άνθρωπο που δεν πρωταγωνιστεί στη ζωή της ζωής του και στη ζωή της κτίσης, η αυριανή ημέρα δεν θα διαφέρει από τη σημερινή. Όπως και η τελευταία μέρα του ερχόμενου έτους από την αυριανή ή χθεσινή κ.ο.κ. 
Εξαρτάται κάθε άνθρωπος τι θέλει να βάλει στην ιστορική πορεία του χρόνου ως πινελιά διαμορφωτική και ανάλογη του ρόλου που ο ίδιος καλείται να διαδραματίσει. Ένας άνθρωπος βαριέται και το σήμερα και την επόμενη μέρα και όλες τις μέρες. Ένας χριστιανός ως μέτοχος της αέναης κίνησης προς την ετερότητα που μοιάζει απλησίαστη και απρόσιτη, αλλά ενσαρκώνεται ως κάτι που δεν του ανήκει αλλά κατά χάριν τον κάνει Θεό, δεν μονάζει σε απέραστα λεπτά. Αντίθετα η ιδιοσυγκρασία του που έχει μάθει να μυρίζει Θεό και να ζει Θεό, δεν του δίνει την πολυτέλεια να επαναπαύεται στην αταραξία και στη στωικότητα εκείνου που γεννά το αδημιούργητο και εύκολα προσπελάσιμο. 
Για έναν άνθρωπο του Θεού όλες οι μέρες είναι Γέννηση, Σταύρωση και Ανάσταση. Από τα μάτια της χωμάτινης ζωής του περνάει με ταχύτητα ο ανεκπλήρωτος πόθος που δημιουργείται στην πλειοψηφία όσων αγνοούν τον Θεό από τη ζωή τους και δεν Του επιτρέπουν να εισέλθει στο βάθος των ψυχών τους. Κάθε μέρα η αγία μας Εκκλησία δίνει δυνατότητες, δίνει κλειδιά στον άνθρωπο, τα Ιερά της Μυστήρια και τις Ιερές της Ακολουθίες που είναι η απαραίτητα ανάσα για τον άνθρωπο. Εσπερινός, Όρθρος, Θεία Λειτουργία, Ευχαριστιακή Σύναξη, Ιερό Ευχέλαιο, Αγιασμός, όλες αυτές οι μυστηριακές χαρές δεν αδειάζουν την ψυχή του ανθρώπου. Δεν την αφήνουν μόνη. Δεν τον κάνουν να νιώθει άδειος. Δεν μετατρέπουν τη ζωή του σε μία ανιαρή υπόθεση αλλά σε μία πλήρωση αγιαστική. Ηδονή κοινωνίας με τον Θεό, τον άνθρωπο και την κτίση. 
Ο Χριστός σήμερα, αύριο που ξημερώνει η νέα χρονιά και όλες τις μέρες δεν είναι ένας άλλος Χριστός. Είναι ο Ίδιος Χριστός μέσα στο χρόνο που γεννάται και σταυρώνεται στο λειτουργικό «σήμερον». Άχρονο και χρονικό. Άσαρκο και σαρκούμενο. «᾿Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας». Ενώ όλα αλλάζουν ο Χριστός δεν αλλάζει. Ο πόθος, ο έρωτας, η αγάπη για τον Θεό φλέγονται και βαδίζουν στην οδό του Παραδείσου, που δεν είναι ουτοπία, μήτε ποιητικός καημός, μα ωραιότητα και ευλογία. 
Θέλω να κλείσω το τελευταίο αυτό άρθρο του 2015 με τα λόγια που απηύθυνε ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών π. Συμεών Βολιώτης σε ευχετήριο επιστολή του προς τους συλλειτουργούς του και συνεργάτες: «Εύχομαι το νέο έτος μας φέρει πιο κοντά στον Θεό και πιο κοντά μεταξύ μας. Με αγάπη, με αλληλοκατανόηση, επιείκεια, πραότητα, σύνεση, διάκριση και συγχωρητικότητα». 
Χρόνια πολλά με αγάπη, καλή χρονιά, ευλογημένη, άγια και φιλοσοφούμενη!!! 

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Ηρακλής Φίλιος 
iraklisf@theo.auth.gr
Μην μπορώντας ο άνθρωπος να αντέξει τις αλήθειες της ζωής, είδε τον Ιστορικό Ιησού ως επαναστάτη ή ως κάτι άλλο. Δεν με ενδιαφέρει πως Τον είδε. Με λυπεί πως δεν Τον είδε. 
Χρόνος και καιρός, στιγμές και αιωνιότητα. Όλα αυτά σπερματικά ενωμένα στο ενιαίο σχέδιο της του Θεού Οικονομίας. Τι υπέροχα η αγία μας Εκκλησία πάντρεψε ανθρωπολογία και σωτηριολογία. Αυτό που στους πρωτόπλαστους φάνηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο, καταδίκη, αφανισμός, ο χρόνος το ευλόγησε και το βούτηξε σε μία εμπειρία άχρονη που έγινε χρονική και σε μία υπόσχεση που ντύθηκε τη σάρκα της ελπίδας υπό το φως της Αναστάσεως. 
Δεν είναι απλό μα δεν είναι κι εύκολο. Δεν είναι στιγμή για δογματικούς συσχετισμούς μήτε για την προέλευση των όρων «Λόγος» και «υπόσταση». Είναι στιγμή ανάστασης. Ανάστασης μέσα στο φως ενός σπηλαίου. Μιας αθλιότητας κτιστής που δέχτηκε στον κρύο, αφιλόξενο και άχαρο χώρο της οτιδήποτε δεν χωράει και δεν γίνεται. Οτιδήποτε ζει στην αφάνεια και δεν ψηλαφιέται. Ένας χώρος ενσάρκωσε όχι απλά μία ελπίδα. Αυτό θα μου θύμιζε ποιητική νοσταλγία. Ενσάρκωσε κάτι ανώτερο. Την Ανάσταση. Το σπήλαιο της Ανάστασης. Ή μάλλον της γέννησης της Ανάστασης. Γιατί μία γέννηση ως κίνηση υπόκειται στη φθορά. Μία γέννηση όμως της Ανάστασης υπόκειται στην αναίρεση εκείνου που ζητά επίμονα ο χρόνος. 
Η γέννηση ενός ανθρώπου δεν είναι είδηση. Η γέννηση του Θεανθρώπου είναι μία αποφατική έκπληξη άδηλης μυστηριακής συναίσθησης του τι είμαστε, ανάμνηση του τι δεν γίναμε και πίστη στο τι γινόμαστε. Δεν είναι και λίγο να γίνεις Θεός κατά χάριν. Και μάλιστα με μία εντελώς παράδοξη και αντιστροφική κίνηση. Οι θεοί των θρησκειών περιμένουν τον άνθρωπο. 
Ο Θεός του χριστιανισμού πηγαίνει στον άνθρωπο. Κινείται προς τον άνθρωπο. Δεν περιμένει ο άνθρωπος να Τον αναζητήσει. Προτιμά να βγει όμως από την θεϊκή ασφάλεια και βεβαιότητα της Υπάρξεως Του, να ξεβολευτεί από τη θέση ισχύος και να γίνει πτωχός. Να καταδεχτεί να γίνει άνθρωπος. Και τι είναι άνθρωπος; Ένα δημιούργημα που πάλι χώμα θα γίνει. Ένα πρόσωπο που δελεάστηκε από την εύκολη λύση, την εύκολη εξουσία και αρνήθηκε την κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. 
Πώς να περιγράψει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μ. Βασίλειος και οι άλλοι θεοφόροι Πατέρες το μυστήριο αυτό; Ένας Θεός, όχι οποιοσδήποτε Θεός που δέχεται να γεννηθεί στη μήτρα μιας γυναικός. Ο Θεός που περιγράφεται αποφατικά και αρνητικά, που δεν ορίζεται, δεν προσεγγίζεται, δεν αγγίζεται, κατεβαίνει για να διευκολύνει τον άνθρωπο που έπεσε να ανέβει. Και γεννάται στη μήτρα μιας γυναικός. Πόσο θαυμάσια το λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «βλέπε Χριστόν εν μήτρα, και τα εν μήτρα νόησον και μήτραν υπεκδύντα, και πόθεν εξερχόμενος ο Θεός μου διήλθε!». Αυτά ήταν δυσνόητα για τον θεοποιημένο νου του Άρειου, του Νεστόριου και της παρέας αυτής που δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο Θεός μπορεί να γεννηθεί από μία άνθρωπο. 
Όλη η ανθρωπότητα και η κτίση πλέον χορεύει και υμνεί τον Θεάνθρωπο. Εκείνον που χρόνια ανέμενε να δεχτεί στους κόλπους της για ωα πάψει αυτή η παρέλαση ιδεολογιών και πολιτικών συστημάτων που δεν είχα μέσα τους ανάσα Θεού. Αλλά και μετά τη γέννηση όλες οι υποσχέσεις για ελευθερίες και ίσα δικαιώματα που έφερε η κάθε επανάσταση, ξεγύμνωσαν την ανθρώπινη υπόσταση αφαιρώντας της το δικαίωμα να συμμετέχει στο μυστήριο της Εκκλησίας. Όμως ήρθε η θεία γέννηση. Η ενσάρκωση της φιλοσοφίας της γέννησης. Η Ανάσταση! 
Related Posts with Thumbnails