Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Φέτος συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από την αναχώρηση του Γιάννη Τσαρούχη από τον μάταιο αυτό κόσμο (20-7-1989).
Υπήρξε αναμφισβήτητα σημαντικός κρίκος του νεοελληνικού μας πολιτισμού. 
Ήταν τόσο ευρύ πνεύμα ώστε έκλεινε μέσα του και την Ορθοδοξία. 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα θαυμάσιο κείμενο του αρχιμανδρίτου Βασιλείου Γοντικάκη, προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, για τον Γιάννη Τσαρούχη, στο οποίο αποτυπώνεται η πνευματική του διάσταση. 
Επί την ηλίου δύσιν
Τον Τσαρούχη τον γνώρισα γέρο στο Άγιον Όρος, όταν ερχόταν για να παρακολουθήσει  τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ήταν άνθρωπος ώριμος, με βαθιά σοφία και ανθρωπιά, που για να φτάσεις, πρέπει να έχεις πονέσει πολύ, και να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό. Είχε μέσα του σαφήνεια και τόλμη, που έμοιαζε με τη σαφήνεια και την τόλμη του Αγίου Όρους. 
Έτσι δεν μπορείς, ούτε έχει νόημα, μιλώντας για τον Τσαρούχη, να απαριθμήσεις τα προσόντα και τις ικανότητές του. Αυτό που του χαρίσθηκε, είναι η σύνθεσις και η υπέρβασις όλων, και η άφιξή του δια της αληθούς μετανοίας στο μακάριον τέλος, που καταυγάζει τον άνθρωπο με ιλαρόν φως αγίας δόξης. 
Ο Τσαρούχης δεν ήταν ένας απλός καλλιτέχνης ή στοχαστής. Τέτοιους έχουμε πολλούς. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, με την αληθινή σημασία του όρου. Και σε μια απλή του φράση περιέκλεισε και απεκάλυψε όλο το πνευματικό του μεγαλείο και τη δύναμη. 
Όταν τον ρώτησαν αν ευτύχησε στη ζωή του, είπε: «Τώρα, με τα γεράματα και τη αρρώστια, νοιώθω ευτυχισμένος, γιατί βρήκα αυτό που ζητούσα. Όταν ήμουν νέος, ήμουν δυστυχής, γιατί έψαχνα όλα αυτά και δεν τα εύρισκα». 
Αυτό είναι το επαναστατικό και γαλήνιο του Τσαρούχη, που πήρε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. 
Για να απαντήσει έτσι, σημαίνει ότι είχε δύναμη που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη της φθοράς και φέρνει τα πάνω κάτω. 
Συνήθως λέγεται: «Το παν είναι η υγεία». Επίσης: "Το γήρας ουκ έρχεται μόνον", αλλά συνοδεύεται με πολλά δεινά, που οδηγούν στον θάνατο. Αυτό ουσιαστικά είναι υποδούλωση στη μοίρα και ηττοπάθεια. 
Αλλά ούτε για την Εκκλησία ούτε για τον Τσαρούχη είναι έτσι τα πράγματα. Η υγεία είναι σημαντικό αγαθό, αλλά δεν είναι το παν. Και το γήρας ουκ έρχεται μόνον, αλλά φέρνει μαζί του – γι’ αυτούς που ζητούν τα τίμια- την ευτυχία που δεν περιγράφεται. 
Η δύσις του ηλίου λέγεται – νομίζω μόνον στα Ελληνικά - και βιούται ως βασίλεμα. Ο ήλιος βασιλεύει όχι όταν μεσουρανεί, αλλά όταν δύει και σβήνει. Και ο αληθινός άνθρωπος βρίσκει τη δύση και το τέλος ως βασίλεμα, ανατολή νέου φωτός και ακτίστου φέγγους. 
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο 103ος Ψαλμός, όταν διαβάζεται ως προοιμιακός στον Εσπερινό, δεν καταλήγει όπως στην Παλαιά Διαθήκη. Τελειώνει με τους προηγούμενους (δηλαδή τους προτελευταίους) στίχους: Έθου σκότος και εγένετο νυξ (στίχος 20), ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας (στίχος 24). Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι. Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 
Επειδή ο άνθρωπος ζητά το πολύ φως, και η Εκκλησία το ξέρει, γι’ αυτό δεν τελειώνει ο Προοιμιακός με το κτιστό φως της δημιουργίας, αλλά με αυτό που για την κοινή λογική και αίσθηση λέγεται και φαίνεται σκότος, επειδή είναι πλησμονή ακτίστου και αδύναμου φωτοχυσίας. 

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.
Ο Μ. Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί
ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».

Και όταν σε ένα Μεγάλο Εσπερινό άκουσε το «φως ιλαρόν» ψαλλόμενο από τους ιερείς, είχε συντονισθεί η ευαισθησία του στον ρυθμό εκείνο του αρχαίου ύμνου, που κυριολεκτικά ρίχνει τα τείχη της Ιεριχούς. Είχε πάρει το μήνυμα των αιώνων ο Τσαρούχης· και βγαίνοντας έξω, μετά τον Εσπερινό, είπε: «Αυτό είναι το αληθινό μαστούρωμα. Εδώ να έλθουν οι νέοι που το ζητούν ματαίως με χίλιους άλλους τρόπους». 
Όταν πατήσεις στο ύψωμα της βεβαιότητος που κάνει τα γεράματα αφορμή ευτυχίας, τότε ηρεμείς· στέκεσαι και προχωρείς. Σου αποκαλύπτονται, δια της στάσεως και θέας, διαρκώς νέα βάθη του παρελθόντος και του μέλλοντος. Μιλάς ελεύθερα για όλα, γιατί τα βλέπεις δίπλα σου. Έχεις απαντήσεις για τα δύσκολα. Βρίσκεις τη συνάφεια των αντιθέτων. Είσαι ήρεμος μέσα στην ταραχή και τρέφεσαι από τα αναλλοίωτα δια των προσκαίρων. Δεν θίγεις και δεν θίγεσαι. Δεν ζητάς παινάδια ή θέσεις. Ασχολείσαι με άλλα θέματα. 
Και ο Τσαρούχης δεν προσανατολιζόταν σε πράγματα που παρέρχονται. Δεν στηριζόταν σε βάσεις που γλιστρούν και φεύγουν. Είχε πονέσει. Και ο πόνος επιβάλλει απλότητα. Απαγορεύει τη φλυαρία.
Τα σχόλιά του για τα διάφορα πρόσωπα και πράγματα έχουν μια εσωτερική συνοχή. Δεν σχολίαζε πράγματα πρόσκαιρα και φρόκαλα που τα παίρνει ο άνεμος. Ή, καλύτερα, τα σχόλιά του για οποιαδήποτε πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα δεν ήσαν απ’ εκείνα που τα παίρνει ο άνεμος.
Όταν στο Άγιον Όρος κάποιος τον είδε για πρώτη φορά, με έκπληξη είπε: «Α, εσείς είστε ο κύριος Τσαρούχης;» Εκείνος συμπλήρωσε: «Εγώ είμαι αυτός που νοιώθω σαν κατσαρίδα πεταμένη ανάποδα σε μια μπανιέρα. Και το θέμα είναι να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου». 
Άλλοτε σε συζήτηση για τη φύση της Ορθοδοξίας, είπε: «Η Ορθοδοξία είναι σαν ένας λεκές που δεν τον βγάζει κανένα απορρυπαντικό». 
Χρησιμοποιούσε τολμηρές εκφράσεις, για να πει εκείνο που ήθελε, επειδή ήταν ζωγράφος, και είχε ξεκάθαρα τα πράγματα μέσα του. 
Γνώρισα γυναίκες που αυτοκτόνησαν όταν είδαν ρυτίδες στο πρόσωπό τους. Συνάντησα "πνευματικούς" ανθρώπους που ήταν καταπρικαμένοι, γιατί δεν διορίστηκαν σε περίοπτη θέση. Και συνάντησα γέρους απλούς, φτωχούς καλόγερους, που, όσο πέρναγε ο καιρός, από μέσα τους έλαμπε, ως φως ανέσπερο η πνευματική αγαλλίαση που τους πλημμύριζε. Στον Τσαρούχη συνέβη το ίδιο· όσο γερνούσε, ηύξανε η έσωθεν σοφία και το φως. Σοβαρός και αγέλαστος, αλλά ταυτόχρονα σίγουρος και ευτυχισμένος, έκρυβε μέσα του θεία παράκληση, που του ρύθμιζε τη ζωή.

Στο Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγ. Νικολάου Χαλκιά του Γέροντα Ιερόθεου στις Καρυές

Όταν κάποτε στο Άγιον Όρος κατέβαινε κούτσα κούτσα για την εκκλησία, όπου παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες, και είδε φοιτητές να πηγαίνουν προς το αρχονταρίκι, τους είπε: «Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε. Είστε νέοι, και έχετε ανάγκη από ύπνο. Εγώ δεν έχω ανάγκη από ξεκούραση, γιατί είμαι σαν μια μούμια». 
Δεν τον ενοχλούσαν τα γεράματα· γι’ αυτό μπορούσε να αυτοχαρακτηρίζεται ως μούμια. Δεν απαιτούσε αναγνωρίσεις και καλή συμπεριφορά, γιατί είχε τη σπίθα της αιωνίου ζωής, που τον ανεδείκνυε όντως καλλιτέχνη και άνθρωπο. Ενώ σε έργα νεότητός του βρίσκεις κάτι από τη δυστυχία που αναφέρει, τα έργα και οι λόγοι των γηρατειών του φανερώνουν την πένθιμη και μελαγχολική ευτυχία - πλήρωμα χαράς -, η οποία βάρυνε την ψυχή του και τον κατέστησε πτωχό, - "εγώ ειμί πτωχός και πένης" - πολλούς δε πλουτίζοντα. 
Κάποιος, σχολιάζοντας αρνητικά το βιβλίο Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, έλεγε: «Μα, αυτός δεν λείπει από καμιά κοσμική συγκέντρωση, πώς είναι στρουθίον μονάζον;» 
Δεν είχε καταλάβει ότι ο Τσαρούχης ήταν με όλους, χωρίς να φεύγει από την ησυχία της μοναξιάς του. Ήταν με όλους και, ταυτόχρονα, βρισκόταν αλλού, γιατί πάντοτε έβλεπε πιο μακριά από τα παρερχόμενα, που βλέπουν οι πολλοί. Μέσα από τη σύγχυση και την οχλαγωγία μπορούσε να παίρνει στοιχεία ησυχίας και βεβαιότητος. 
Κάποτε, καθώς έβγαινε από το Άγιον Όρος με το καράβι της συγκοινωνίας, τον είχαν περικυκλώσει πολλοί φοιτητές και τον είχαν κυριολεκτικά "πνίξει" με ερωτήσεις, συζητήσεις και φασαρία. Κατεβαίνοντας τις σκάλες του καραβιού του είπα: «Συγγνώμη, σας κουράσαμε με ατέλειωτη φασαρία» (πολλοί από τους συζητητές της παρέας ήσαν προσκυνητές της Μονής μας). Εκείνος είπε: «Όχι. Ήταν όλα καλά, γιατί πάντοτε κρατώ τη ζωγραφική απόσταση». 
Η ζωγραφική απόσταση δια της ωριμότητος τον προστάτευε από τις επιπολαιότητες. Και ο πόνος που πέρασε, τον έκανε ικανό να τρέφεται από πράγματα που συγχύζουν και εκνευρίζουν τον ανώριμο. Γι’ αυτό, όταν κάποιος τελευταία μου έλεγε: «Χάσαμε τον Τσαρούχη. Μέχρι τώρα ξέραμε ότι βρίσκεται στο Μαρούσι, και αυτό ήταν μια παρηγοριά», κατάλαβα τι εννοούσε. Συμφωνούσα και δε συμφωνούσα ταυτόχρονα. Γιατί ο Τσαρούχης πέτυχε κάτι που δεν χάνεται με τον θάνατο, αλλά καθαίρεται δι’ αυτού. 
Ήταν γέρος με πνεύμα άγρυπνο. Ήταν ήσυχος, και τάραζε τα νερά της νωχέλειας. Η ησυχία του τρεφόταν από τη συναναστροφή. Και η μοναξιά του ήταν αφορμή αναπαύσεως για όλους. 
Στις συνηθισμένες ερωτήσεις απαντούσε απρόσμενα, χωρίς προσπάθεια, γιατί είχε ξεπεράσει την αντίθεση του παραδοσιακού και του μοντέρνου με το να έχει καταποντισθεί στο αληθινό. 
Ήταν μεγάλος· γι’ αυτό ανέπαυε τους μικρούς. Ήταν όντως πετυχημένος, γι’ αυτό τόνιζε τις αποτυχίες και τα βάσανα της ζωής του.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος απ' τον Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

Δεν γελούσε, και σου μετέδιδε χαρά. Ήταν χούφταλο τρεμάμενο, και σου έδειχνε το ατρεμούλιαστο φως της ευτυχίας, που αναδύεται από τα γεράματα και τον πόνο. 
Πολλοί ήθελαν να βρίσκονται μαζί του, γιατί δεν πλήγωνε κανένα, μόνο φώτιζε. 
Στα τελευταία του έβαζε κάθε πρωί να του διαβάζουν τη νεκρώσιμη ακολουθία, για να έχη χαρούμενη μέρα. 
Έφυγε γαλήνιος, αφήνοντας για πάντα παρηγοριά στους πολλούς. 
Συλλογικός τόμος για τον Γιάννη Τσαρούχη, Ωσεί μύρα, μέριμνα Αλεξίου Σαββάκη, Αθήνα 1998, σσ. 21-24 

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ


Η Ιερά Μητρόπολη Κορίνθου την Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014, ώρα 6 μ.μ, στην «Κροκίδειο Αίθουσα» (δίπλα στην παλαιά Ιερατική), διοργανώνει πνευματικό συμπόσιο αφιερωμένο στον Αββά Ισαάκ τον Σύρο. 
Κατά την εκδήλωση αυτή θα παρουσιαστεί το μνημειώδες έργο της κριτικής εκδόσεως των Ασκητικών του Λόγων, το οποίο ανέλαβε υπό την πνευματική αιγίδα της Ιεράς Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους και έφερε εις πέρας με υποδειγματικό τρόπο, χειριζόμενος μεγάλο αριθμό χειρογράφων και σημαντικό όγκο πληροφοριών, ο πολύγλωσσος Βέλγος Φιλόλογος και «εξ αγχιστείας» Κορίνθιος κ. Μάρκελλος Πιράρ. 
Για την πρώτη αυτή Ελληνική κριτική έκδοση ενός από τους μεγαλύτερους θησαυρούς της ανθρωπότητας και για τον συγγραφέα Αββά Ισαάκ το Σύρο (7ος αιώνας) θα συζητήσουν με το ακροατήριο ο Προηγούμενος της Ιεράς Μονής Ιβήρων Πανοσ. Αρχιμ. κ. Βασίλειος (Γοντικάκης), ο θεολόγος και εκδότης κ. Δημήτριος Μαυρόπουλος και ο ίδιος ο κ. Μάρκελλος Πιράρ.
Σύμφωνα με σχετικό δελτίο τύπου:


Ἡ ἑλληνικὴ μετάφραση, ἀπὸ τὴ συριακὴ γλώσσα, τῆς συλλογῆς τῶν Ἀσκητικῶν Λόγων τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου ἐκπονήθηκε τὸν 9ο αἰώνα στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς Ἀβράμιο καὶ Πατρίκιο. Κυκλοφόρησε εὐρύτατα στοὺς μοναστικοὺς κυρίως κύκλους καὶ ἐπηρέασε καίρια τὴ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συλλογὴ διασώζεται σὲ πλῆθος χειρόγραφων κωδίκων, μὲ ἀρκετὲς δια- φορὲς μεταξύ τους. Τὸ 1770 ἐκδόθηκε σὲ βιβλίο ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Θεοτόκη μὲ βάση δύο κώδικες. Τὸ κείμενο τοῦ Θεοτόκη ἐπανεκδόθηκε τὸ 1895 ἀπὸ τὸν Ἰωακεὶμ Σπετσιέρη καὶ τὸ 1871 σὲ δημώδη γλώσσα ἀπὸ τὸν Καλλίνικο Παντοκρατορινό. Ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκδόσεις γνωρίζουμε μέχρι σήμερα τὸν λόγο τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ. 
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων ἀνέθεσε στὸν φιλόλογο Μάρκελλο Πιρὰρ νὰ ἐκπονήσει μία κριτικὴ ἔκδοση αὐτῶν τῶν Λόγων, μὲ βάση τὴ σύνολη ἑλληνικὴ χειρόγραφη παράδοση, ὥστε νὰ πραγματοποιηθεῖ μία ἔκδοση μὲ στερεότυπο κείμενο, πλησιέστερο, ὅσο εἶναι δυνατόν, στὸ κείμενο τῶν δύο πρώτων μεταφραστῶν. Ἀνέθεσε ἐπίσης στὶς Ἐκδόσεις Δόμος νὰ ἐπιμεληθοῦν αὐτὴ τὴν ἔκδοση. 
Γιὰ πρώτη λοιπὸν φορὰ ἐκδίδονται οἱ Ἀσκητικοὶ Λόγοι τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου μὲ τὴ μορφὴ κριτικῆς ἐκδόσεως. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ κείμενο τῶν Λόγων ὑποστηρίζεται ἀπὸ κριτικὸ ὑπόμνημα στὸ ὁποῖο καταγράφονται οἱ διαφορετικὲς γραφὲς ποὺ ὑπάρχουν στοὺς χειρόγραφους κώδικες. Ἐπίσης παρατίθεται ὑπόμνημα ποὺ καταγράφει ἀναγωγὲς στὶς συριακὲς πηγὲς τῶν Λόγων, καθὼς καὶ ὑπόμνημα (testimonia) μὲ παραπομπὲς λέξεων ἢ φράσεων σὲ πηγὲς ἐκκλησιαστικῆς καὶ θύραθεν γραμματείας. 
Ἡ ἔκδοση περιλαμβάνει ἐκτενὴ εἰσαγωγὴ στὴν ὁποία περιέχονται: α) Βίος τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ, β) Πηγὲς τοῦ ἔργου καὶ θεολογία τῶν πηγῶν, γ) Περὶ τοῦ συριακοῦ πρωτοτύπου, τῶν ἀρχαίων μεταφράσεων καὶ τῆς γλώσσας τῆς ἑλληνικῆς μετάφρασης, δ) Ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου μὲ περιγραφὴ τῶν χειρόγραφων κωδίκων, ε) Τὶς ἐκδοτικὲς ἀρχὲς τῆς ἔκδοσης. Σὲ Παράρτημα παρατίθενται πέντε κείμενα φερόμενα ὡς τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ, ποὺ ἔχουν παρεισφρήσει σὲ μερικοὺς κώ- δικες.
Διαβάστε στην Ιδιωτική Οδό το άρθρο του Δημήτρη Μπαλτά:

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Ο π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

Ντυμένος την αρχιερατική στολή.
Villeneuve-Les Sablons, 1972
Αρχ. Α. Σαββάκη

Σήμερα συμπληρώνονται 25 χρόνια από την αναχώρηση του Γιάννη Τσαρούχη από τον μάταιο αυτό κόσμο (20-7-1989).
Υπήρξε αναμφισβήτητα σημαντικός κρίκος του νεοελληνικού μας πολιτισμού. 
Ήταν τόσο ευρύ πνεύμα ώστε έκλεινε μέσα του και την Ορθοδοξία. 
Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα θαυμάσιο κείμενο του αρχιμανδρίτου Βασιλείου Γοντικάκη, προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, για τον Γιάννη Τσαρούχη, στο οποίο αποτυπώνεται η πνευματική του διάσταση. 
Επί την ηλίου δύσιν
Τον Τσαρούχη τον γνώρισα γέρο στο Άγιον Όρος, όταν ερχόταν για να παρακολουθήσει  τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ήταν άνθρωπος ώριμος, με βαθιά σοφία και ανθρωπιά, που για να φτάσεις, πρέπει να έχεις πονέσει πολύ, και να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό. Είχε μέσα του σαφήνεια και τόλμη, που έμοιαζε με τη σαφήνεια και την τόλμη του Αγίου Όρους. 
Έτσι δεν μπορείς, ούτε έχει νόημα, μιλώντας για τον Τσαρούχη, να απαριθμήσεις τα προσόντα και τις ικανότητές του. Αυτό που του χαρίσθηκε, είναι η σύνθεσις και η υπέρβασις όλων, και η άφιξή του δια της αληθούς μετανοίας στο μακάριον τέλος, που καταυγάζει τον άνθρωπο με ιλαρόν φως αγίας δόξης. 
Ο Τσαρούχης δεν ήταν ένας απλός καλλιτέχνης ή στοχαστής. Τέτοιους έχουμε πολλούς. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, με την αληθινή σημασία του όρου. Και σε μια απλή του φράση περιέκλεισε και απεκάλυψε όλο το πνευματικό του μεγαλείο και τη δύναμη. 
Όταν τον ρώτησαν αν ευτύχησε στη ζωή του, είπε: «Τώρα, με τα γεράματα και τη αρρώστια, νοιώθω ευτυχισμένος, γιατί βρήκα αυτό που ζητούσα. Όταν ήμουν νέος, ήμουν δυστυχής, γιατί έψαχνα όλα αυτά και δεν τα εύρισκα». 
Αυτό είναι το επαναστατικό και γαλήνιο του Τσαρούχη, που πήρε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. 
Για να απαντήσει έτσι, σημαίνει ότι είχε δύναμη που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη της φθοράς και φέρνει τα πάνω κάτω. 
Συνήθως λέγεται: «Το παν είναι η υγεία». Επίσης: "Το γήρας ουκ έρχεται μόνον", αλλά συνοδεύεται με πολλά δεινά, που οδηγούν στον θάνατο. Αυτό ουσιαστικά είναι υποδούλωση στη μοίρα και ηττοπάθεια. 
Αλλά ούτε για την Εκκλησία ούτε για τον Τσαρούχη είναι έτσι τα πράγματα. Η υγεία είναι σημαντικό αγαθό, αλλά δεν είναι το παν. Και το γήρας ουκ έρχεται μόνον, αλλά φέρνει μαζί του – γι’ αυτούς που ζητούν τα τίμια- την ευτυχία που δεν περιγράφεται. 
Η δύσις του ηλίου λέγεται – νομίζω μόνον στα Ελληνικά - και βιούται ως βασίλεμα. Ο ήλιος βασιλεύει όχι όταν μεσουρανεί, αλλά όταν δύει και σβήνει. Και ο αληθινός άνθρωπος βρίσκει τη δύση και το τέλος ως βασίλεμα, ανατολή νέου φωτός και ακτίστου φέγγους. 
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο 103ος Ψαλμός, όταν διαβάζεται ως προοιμιακός στον Εσπερινό, δεν καταλήγει όπως στην Παλαιά Διαθήκη. Τελειώνει με τους προηγούμενους (δηλαδή τους προτελευταίους) στίχους: Έθου σκότος και εγένετο νυξ (στίχος 20), ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας (στίχος 24). Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι. Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 
Επειδή ο άνθρωπος ζητά το πολύ φως, και η Εκκλησία το ξέρει, γι’ αυτό δεν τελειώνει ο Προοιμιακός με το κτιστό φως της δημιουργίας, αλλά με αυτό που για την κοινή λογική και αίσθηση λέγεται και φαίνεται σκότος, επειδή είναι πλησμονή ακτίστου και αδύναμου φωτοχυσίας. 

Ανάσταση στο Πρωτάτο (1982). Ο Γ. Τσαρούχης στο στασίδι κρατώντας τη λαμπάδα του.
Ο Μ. Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησιά, αλλά γιατί
ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού».

Και όταν σε ένα Μεγάλο Εσπερινό άκουσε το «φως ιλαρόν» ψαλλόμενο από τους ιερείς, είχε συντονισθεί η ευαισθησία του στον ρυθμό εκείνο του αρχαίου ύμνου, που κυριολεκτικά ρίχνει τα τείχη της Ιεριχούς. Είχε πάρει το μήνυμα των αιώνων ο Τσαρούχης· και βγαίνοντας έξω, μετά τον Εσπερινό, είπε: «Αυτό είναι το αληθινό μαστούρωμα. Εδώ να έλθουν οι νέοι που το ζητούν ματαίως με χίλιους άλλους τρόπους». 
Όταν πατήσεις στο ύψωμα της βεβαιότητος που κάνει τα γεράματα αφορμή ευτυχίας, τότε ηρεμείς· στέκεσαι και προχωρείς. Σου αποκαλύπτονται, δια της στάσεως και θέας, διαρκώς νέα βάθη του παρελθόντος και του μέλλοντος. Μιλάς ελεύθερα για όλα, γιατί τα βλέπεις δίπλα σου. Έχεις απαντήσεις για τα δύσκολα. Βρίσκεις τη συνάφεια των αντιθέτων. Είσαι ήρεμος μέσα στην ταραχή και τρέφεσαι από τα αναλλοίωτα δια των προσκαίρων. Δεν θίγεις και δεν θίγεσαι. Δεν ζητάς παινάδια ή θέσεις. Ασχολείσαι με άλλα θέματα. 
Και ο Τσαρούχης δεν προσανατολιζόταν σε πράγματα που παρέρχονται. Δεν στηριζόταν σε βάσεις που γλιστρούν και φεύγουν. Είχε πονέσει. Και ο πόνος επιβάλλει απλότητα. Απαγορεύει τη φλυαρία.
Τα σχόλιά του για τα διάφορα πρόσωπα και πράγματα έχουν μια εσωτερική συνοχή. Δεν σχολίαζε πράγματα πρόσκαιρα και φρόκαλα που τα παίρνει ο άνεμος. Ή, καλύτερα, τα σχόλιά του για οποιαδήποτε πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα δεν ήσαν απ’ εκείνα που τα παίρνει ο άνεμος.
Όταν στο Άγιον Όρος κάποιος τον είδε για πρώτη φορά, με έκπληξη είπε: «Α, εσείς είστε ο κύριος Τσαρούχης;» Εκείνος συμπλήρωσε: «Εγώ είμαι αυτός που νοιώθω σαν κατσαρίδα πεταμένη ανάποδα σε μια μπανιέρα. Και το θέμα είναι να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου». 
Άλλοτε σε συζήτηση για τη φύση της Ορθοδοξίας, είπε: «Η Ορθοδοξία είναι σαν ένας λεκές που δεν τον βγάζει κανένα απορρυπαντικό». 
Χρησιμοποιούσε τολμηρές εκφράσεις, για να πει εκείνο που ήθελε, επειδή ήταν ζωγράφος, και είχε ξεκάθαρα τα πράγματα μέσα του. 
Γνώρισα γυναίκες που αυτοκτόνησαν όταν είδαν ρυτίδες στο πρόσωπό τους. Συνάντησα "πνευματικούς" ανθρώπους που ήταν καταπρικαμένοι, γιατί δεν διορίστηκαν σε περίοπτη θέση. Και συνάντησα γέρους απλούς, φτωχούς καλόγερους, που, όσο πέρναγε ο καιρός, από μέσα τους έλαμπε, ως φως ανέσπερο η πνευματική αγαλλίαση που τους πλημμύριζε. Στον Τσαρούχη συνέβη το ίδιο· όσο γερνούσε, ηύξανε η έσωθεν σοφία και το φως. Σοβαρός και αγέλαστος, αλλά ταυτόχρονα σίγουρος και ευτυχισμένος, έκρυβε μέσα του θεία παράκληση, που του ρύθμιζε τη ζωή.

Στο Κουτλουμουσιανό Κελλί Αγ. Νικολάου Χαλκιά του Γέροντα Ιερόθεου στις Καρυές

Όταν κάποτε στο Άγιον Όρος κατέβαινε κούτσα κούτσα για την εκκλησία, όπου παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες, και είδε φοιτητές να πηγαίνουν προς το αρχονταρίκι, τους είπε: «Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε. Είστε νέοι, και έχετε ανάγκη από ύπνο. Εγώ δεν έχω ανάγκη από ξεκούραση, γιατί είμαι σαν μια μούμια». 
Δεν τον ενοχλούσαν τα γεράματα· γι’ αυτό μπορούσε να αυτοχαρακτηρίζεται ως μούμια. Δεν απαιτούσε αναγνωρίσεις και καλή συμπεριφορά, γιατί είχε τη σπίθα της αιωνίου ζωής, που τον ανεδείκνυε όντως καλλιτέχνη και άνθρωπο. Ενώ σε έργα νεότητός του βρίσκεις κάτι από τη δυστυχία που αναφέρει, τα έργα και οι λόγοι των γηρατειών του φανερώνουν την πένθιμη και μελαγχολική ευτυχία - πλήρωμα χαράς -, η οποία βάρυνε την ψυχή του και τον κατέστησε πτωχό, - "εγώ ειμί πτωχός και πένης" - πολλούς δε πλουτίζοντα. 
Κάποιος, σχολιάζοντας αρνητικά το βιβλίο Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, έλεγε: «Μα, αυτός δεν λείπει από καμιά κοσμική συγκέντρωση, πώς είναι στρουθίον μονάζον;» 
Δεν είχε καταλάβει ότι ο Τσαρούχης ήταν με όλους, χωρίς να φεύγει από την ησυχία της μοναξιάς του. Ήταν με όλους και, ταυτόχρονα, βρισκόταν αλλού, γιατί πάντοτε έβλεπε πιο μακριά από τα παρερχόμενα, που βλέπουν οι πολλοί. Μέσα από τη σύγχυση και την οχλαγωγία μπορούσε να παίρνει στοιχεία ησυχίας και βεβαιότητος. 
Κάποτε, καθώς έβγαινε από το Άγιον Όρος με το καράβι της συγκοινωνίας, τον είχαν περικυκλώσει πολλοί φοιτητές και τον είχαν κυριολεκτικά "πνίξει" με ερωτήσεις, συζητήσεις και φασαρία. Κατεβαίνοντας τις σκάλες του καραβιού του είπα: «Συγγνώμη, σας κουράσαμε με ατέλειωτη φασαρία» (πολλοί από τους συζητητές της παρέας ήσαν προσκυνητές της Μονής μας). Εκείνος είπε: «Όχι. Ήταν όλα καλά, γιατί πάντοτε κρατώ τη ζωγραφική απόσταση». 
Η ζωγραφική απόσταση δια της ωριμότητος τον προστάτευε από τις επιπολαιότητες. Και ο πόνος που πέρασε, τον έκανε ικανό να τρέφεται από πράγματα που συγχύζουν και εκνευρίζουν τον ανώριμο. Γι’ αυτό, όταν κάποιος τελευταία μου έλεγε: «Χάσαμε τον Τσαρούχη. Μέχρι τώρα ξέραμε ότι βρίσκεται στο Μαρούσι, και αυτό ήταν μια παρηγοριά», κατάλαβα τι εννοούσε. Συμφωνούσα και δε συμφωνούσα ταυτόχρονα. Γιατί ο Τσαρούχης πέτυχε κάτι που δεν χάνεται με τον θάνατο, αλλά καθαίρεται δι’ αυτού. 
Ήταν γέρος με πνεύμα άγρυπνο. Ήταν ήσυχος, και τάραζε τα νερά της νωχέλειας. Η ησυχία του τρεφόταν από τη συναναστροφή. Και η μοναξιά του ήταν αφορμή αναπαύσεως για όλους. 
Στις συνηθισμένες ερωτήσεις απαντούσε απρόσμενα, χωρίς προσπάθεια, γιατί είχε ξεπεράσει την αντίθεση του παραδοσιακού και του μοντέρνου με το να έχει καταποντισθεί στο αληθινό. 
Ήταν μεγάλος· γι’ αυτό ανέπαυε τους μικρούς. Ήταν όντως πετυχημένος, γι’ αυτό τόνιζε τις αποτυχίες και τα βάσανα της ζωής του.

Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος απ' τον Εμπειρίκο στο Μαρούσι, Φεβρουάριος 1972

Δεν γελούσε, και σου μετέδιδε χαρά. Ήταν χούφταλο τρεμάμενο, και σου έδειχνε το ατρεμούλιαστο φως της ευτυχίας, που αναδύεται από τα γεράματα και τον πόνο. 
Πολλοί ήθελαν να βρίσκονται μαζί του, γιατί δεν πλήγωνε κανένα, μόνο φώτιζε. 
Στα τελευταία του έβαζε κάθε πρωί να του διαβάζουν τη νεκρώσιμη ακολουθία, για να έχη χαρούμενη μέρα. 
Έφυγε γαλήνιος, αφήνοντας για πάντα παρηγοριά στους πολλούς. 
Συλλογικός τόμος για τον Γιάννη Τσαρούχη, Ωσεί μύρα, μέριμνα Αλεξίου Σαββάκη, Αθήνα 1998, σσ. 21-24 

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Ο π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ ΣΤΟΝ "ΑΡΜΟ" (video)


Π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΜΟ 24-3-2011 from karxarias on Vimeo.

Δείτε την ομιλία του αρχιμανδρίτου π. Βασιλείου Γοντικάκη, προηγουμένου της Ι. Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους, για την οποία κάναμε ειδική ανάρτηση εδώ.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ: ΑΦΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ...

 

Πριν λίγη ώρα στο πατάρι των Εκδόσεων
Αρμός στην Αθήνα.
Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης, προηγούμενος της Μονής των Ιβήρων, μας ξεσήκωσε και μας ανέπαυσε συγχρόνως με τον φαινομενικά ...ασυνάρτητο λόγο του.
Με αφορμή το μικρό κείμενο του Άρη Ζεπάτου "Ποιος είμαι εγώ", μίλησε για τα καίρια και ουσιώδη, όπως πάντα.
Μίλησε για την αφή και την ταφή. Για την αφή της αιμορροούσης, που είναι η αφή της αιωνιότητος, και την ταφή, που είναι η προϋπόθεση για την μετοχή στην αιωνιότητα.
Αυθόρμητα μου ήρθε στο νου ο στίχος του π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Η αφή ταφή
και η μέρα φοβέρα
κοιμητηρίου


Αναφέρθηκε στον Ντοστογιέφσκυ και τον Νίτσε. Στην από μέρους τους ζήτηση του Χριστού. Έτσι ή αλλιώς. Στην ομιλία του αειμνήστου Κοζάνης Διονυσίου Ψαριανού, μια Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπου τόνισε την τραγικότητα της ζήτησης του Θεού στην Δύση τον 20αι.
Στον Δεσπότη εκείνο που φώναζε "Εγώ είμαι ο ποιμένας, δεν είμαι πρόβατο", ο π. Βασίλειος απάντησε με το "Εγώ ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος...".
Στον θεολόγο που φιλοσοφούσε, βλέπε βατολογούσε, πρότεινε τον παπα Αγγελή από την Κύπρο, αγράμματο ιερέα χωρίου, ο οποίος με ...μπάτσους (!!!) έκανε ποιμαντική!


Μας πρότεινε να αφήσουμε τα πολλά λόγια και τις ποικίλες ερμηνείες και να διακηρύξουμε "αφώνως την αγάπη". Αυτή την αγάπη, που είναι ο Χριστός, και εισβάλλει παντού "των θυρών κεκλεισμένων".
Μας πρότεινε τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ως θεολόγο μέγα του 20ου αι., ο οποίος επέστρεψε στους Πατέρες μ' ένα τρόπο αυθεντικό.

Μας μίλησε γι' αυτή την χλιαρή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε ως χριστιανοί, και για τον ζήλο που είναι πάντα ζητούμενο. Ένας ζήλος που ξέρει να σιωπά και να μένει και άπρακτος. Κι αυτό να είναι η μεγαλύτερη δράση.


Το αποκορύφωμα των όσων είπε απόψε ο π. Βασίλειος είναι ακριβώς αυτή η συν - αίσθηση που δεν έχουμε. Ότι είμαστε ένα τίποτα. Κι αυτό αν το συνειδητοποιήσουμε θα αγγίξουμε το όλον.

Όταν βρω λίγο χρόνο, αγαπητοί συνοδίτες, θα απομαγνητοφωνήσω τα αποψινά ...Γοντικάκια και θα τα αναρτήσω εδώ στην Ιδιωτική Οδό.


Ο π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ ΑΠΟΨΕ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Όπως βλέπετε και στην αφίσα, αγαπητοί συνοδίτες, εκτάκτως απόψε στις Εκδόσεις Αρμός στην Αθήνα (Μαυροκορδάτου 11) θα μιλήσει ο προηγούμενος της Μονής των Ιβήρων αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης. Με αφορμή το βιβλίο του Άρη Ζεπάτου Ποιος είμαι εγώ;
Απόψε στις 7.30 στην αίθουσα εκδηλώσεων των Εκδόσεων Αρμός.

Αμέτρητες φορές λέμε εγώ και θεωρούμε πασίδηλη την έννοιά του. Έτσι πολύ εύκολα προχωράμε πιο πέρα. Όμως εδώ κρύβεται κάτι το άγνωστο που μας αφορά άμεσα. Ανάγκη λοιπόν να ρωτήσουμε. Τι είναι το λεγόμενο εγώ: Ποιος λέγει εγώ: Αν δεν προσδιορίσουμε ποιος λέγει εγώ δεν μπορούμε να μελετήσουμε τον εαυτό μας δεν μπορούμε να βελτιωθούμε γιατί πάντα θα μας διαφεύγει η απάντηση στα ερωτήματα ποιος θα βελτιωθεί: ποιος θα μάθει: ποιος θα ερευνήσει: Αλήθεια ποιοι είμαστε: Ποιος αναρωτιέται ποιος είναι;

Ολόκληρο του βιβλίο του Άρη Ζαπάτου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Related Posts with Thumbnails