Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Παπατσώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Παπατσώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

"ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ" ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ

Ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

O ποιητής από νωρίς έχει συλλάβει την σημασία του "των θυρών κεκλεισμένων"...
Άλλωστε ο Ιησούς "των θυρών κεκλεισμένων" εισήλθε προς τους μαθητές του μετά την Ανάσταση.
Για να δηλώσει και την μυστική λατρεία, την "εσωτερική πια λατρεία" που λέει ο Τάκης Παπατσώνης. 
Η λατρεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται - δυστυχώς συχνά - υπόθεση αυτοπροβολής, εξουσίας, εξωστρέφειας άνευ προηγουμένου και επομένου. 
"Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος" μοιάζει να μη χωράει σ' αυτή την πρακτική, που πολλές φορές είναι και αντιαισθητική. Επικρατεί ο θόρυβος αντί της σιωπής, τα κενά λόγια αντί της καινής διαθήκης, ο βερμπαλισμός αντί της λιτότητος. 
Αλλά πάντοτε ...τρυπώνει, ακόμα και "των θυρών κεκλεισμένων" ο "κρύφιος εορταστής" που λέει ο Παπατσώνης. Αυτός που γιορτάζει "εν αγνοία των άλλων χριστιανών"¨...
Ο Μάνος Τασάκος σημειώνει για το ποίημα αυτό: 
Θαρρῶ ὅτι στό ποίημα αὐτό ἔχουμε δηλωμένη, (μέ σαφῆ τρόπο), τήν ἀδιαφορία τοῦ Παπατζώνη γιά τά μεγαλόσχημα καί τά ἠχηρά της ἐκκλησίας. Καί ὄχι μόνο. Προσέξτε τόν στίχο «ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν» καί «ἔξω ταγμένου χρόνου» – ἡ ἀντίθεση μέ τόν διπλανό δέν εἶναι ἐδῶ ἀντίθεση ἀνάμεσά σε ἕναν πιστό καί σέ ἕναν ἄπιστο, ὅπως θά περίμενε κανείς, ἀλλά ἀνάμεσα σέ ἐκείνους πού ἐνστερνίζονται τήν ἀπέριττη πνευματικότητα τῆς πίστης καί σέ ἐκείνους πού ἁπλῶς ἀκολουθοῦν τό τυπικό λειτουργικό της, μόνο κατ’ ὄνομα χριστιανοί καί ἐντελῶς ἀνυποψίαστοι γιά τά βαθύτερα τῆς συνείδησης. Οἱ ἀποχρώσεις εἶναι ἴσως μέ δυσκολία ὁρατές, ἀλλά ὑπάρχουν καί ἔστω καί ἀσύγγνωστα, καταδεικνύουν τήν ἄποψη τοῦ Παπατζώνη γιά τά ἀσήμαντα καί τά παρεκκλίνοντα μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπίσημη ἐκκλησία.
Ὅμως ἐτοῦτα δέν εἶναι τά μόνα, (καί μᾶλλον δέν εἶναι τά κύρια), πού ἀπορρέουν ἀπό τό ποίημα. Σέ μία ἑρμηνεία ἐξωθρησκευτική, τό νόημα εἶναι ἐπίσης σαφές καί καθολικό – ἡ δημιουργία εἶναι πάντοτε μία ὑπόθεση ἐσωστρεφής, ἡ προσπάθεια μοναχική, τό βίωμα μοναδικό καί αὐστηρά προσωποποιημένο. Οἱ ἀλλαγές στήν συνείδηση δέν μποροῦν νά εἶναι ἀποτέλεσμα μαζικῶν συμμετοχῶν καί συνομιλιῶν, οἱ μεταβολές καί τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας δέν προκύπτουν ποτέ ἀπό συναθροίσεις ὅπου οἱ συγκλίσεις τείνουν πάντοτε στόν μέσο ὄρο, στήν ἁπλοϊκότητα, στήν ἐπιφάνεια. Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἶναι ἡ μετάφραση τῆς ἀπόσυρσης τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο, ἡ ἀπόλυτη ἀπομόνωση, ἕως ὅτου ἐπιστρέψει τελείως μεταρσιωμένος. Εἶναι ὅμως καί κάτι ἀκόμη, ἡ ἀντίθεση στήν ἔννοια τοῦ ποιμνίου, τῆς ὁμαδικῆς πίστης. Ὁ καθείς μοναχός θά εὕρει τόν δρόμο γιά τήν Ἀνάσταση, (γιά νά μιλήσουμε μέ ὅρους θεολογικούς) καί οὐδείς ξένος δέν ἠμπορεῖ νά βοηθήσει τήν ἀνάβαση στόν Γολγοθά. Δέν εἶναι τυχαῖος ἄλλωστε καί ὁ στίχος Paratum est cor ejus γιά τή σπουδαία Θυσία, γιά τόν Παπατζώνη ἡ ἐνασχόληση μέ τό πνεῦμα, μέ τήν λογοτεχνία, μέ τήν ποίηση, ἔχει πάντοτε ἕνα τεράστιο κόστος, εἶναι μιά ἄποψη πού διατρέχει τό σύνολο σχεδόν τῆς ποίησής του. Παρόλο πού τό ποίημα «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» ἡ (ἐλάχιστη) κριτική δέν τό πιστεύει ἀπό τά καλύτερα τοῦ Παπατζώνη, ἡ γνώμη μου εἶναι ἀρκετά διαφορετική. Ἐκτός ἀπό ὅλα τα προρρηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι καί ἀπό τά ἐλάχιστα ὅπου ὑποβόσκει ἀδιόρατη εἰρωνεία γιά τούς κάτ΄ ὄνομα πιστούς καί τούς μεγαλόσταυρους τῆς ἐκκλησίας. Κι αὐτό ἀπό μόνο του προσδίδει στούς στίχους μία ἀξία.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)
Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι' ευθύς αναρωτάται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.


Στο "Κεκλεισμένων των θυρών" ο Νικηφόρος Βρεττάκος μας προτρέπει:
Κλείσου τώρα και γνέσε,
μαλλί του ήλιου, το αίμα σου,
ζώσε τον κόσμο. Γίνου κλωστές,
ώρα να υφάνουμε.
...Γύρω από την
ερημιά της ελπίδας, χρειάζεται ο κόσμος
έναν ορίζοντα
Κεκλεισμένων των θυρών, λοιπόν, μαζί με τους ποιητές του κόσμου για "Παρηγορία και φως, στους ώμους του κόσμου."

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991)
Κεκλεισμένων των θυρών 

Αυτή την τραχύτητα
των λέξεων, ψυχή μου, πως τη μπορείς;
Χαμήλωσε τώρα, ή σώπασε,
όπως οι πέτρες, ή όπως
ο άλαλος πόνος, ή άλλαξε.
Γίνου κάτι άλλο. Κάτι σαν την αφή
του ήλιου στα δάχτυλα
του τυφλού.
Κλείσου τώρα και γνέσε,
μαλλί του ήλιου, το αίμα σου,
ζώσε τον κόσμο. Γίνου κλωστές,
ώρα να υφάνουμε.
Χρειάζεται ο κόσμος ρούχα ψυχή μου,
για ώρες βροχής, για ώρες ανέμου,
για ώρες αφέγγαρης λύπης
και νύχτας. Γύρω από την
ερημιά της ελπίδας, χρειάζεται ο κόσμος
έναν ορίζοντα. Γίνου καθώς
απάνω απ’ τους λόφους κάποτε ο Μάης
βροχούλα μετάξινη:
Παρηγορία και φως, στους ώμους του κόσμου.

[Από την ενότητα «Η Λιτανεία των Σκεπασμένων Προσώπων», 1961]

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

ΣΤΕΛΙΟΣ Θ. ΜΑΦΡΕΔΑΣ: Το βάρος του Θεού


Το βάρος του Θεού
Κι έγινε ευώδης Κήπος όλη η θλίψη, 
που ανίδεος ο Συμεώνας παραδίνει 
το Θεόν 
Τάκης Παπατσώνης: Τρία ρόδα 

Έγνοια μεγάλη είχα αποβραδίς 
την άλλη μέρα ξημέρωνε της Υπαπαντής. 
Για τον πρωτότοκο θ’ άρχιζε ο χρόνος να μετράει 
ο πρεσβύτης, νάναι η ύστατη στιγμή του, να παρακαλάει. 

Τι όνειρο θα έβλεπα στον ύπνο 
εφιάλτη μήπως ή θα ήμουν μέσα στην ευδαιμονία; 
Είδα πως σου παρέθεσα πλούσιο δείπνο 
παλαιός των ημερών εσύ και έχεις την ηγεμονία. 

Στην πρώτη σου εμφάνιση θύελλα και γνόφος 
κόκκινος ο ουρανός καίγονταν από παντού ο λόφος. 
Τώρα μωρό στην αγκαλιά μου σε έχω, σε κοιτώ 
να ησυχάζεις μέσα στα σπάργανά σου. 
Ω! θα σε μισήσουνε πολλοί κι άλλοι θα σ ’έχουν αρχηγό 
θ’ ανοίξουν γρήγορα για σένα οι ουρανοί 
πίσω θα μείνουνε τα ορφανά σου. 

Τρέμεις σύγκορμος, μου λέει ο Παπατσώνης 
κράτησε δυνάμεις ν’ αντέξεις το βάρος του Θεού! 
Με το γράμμα του νόμου, με τους ανθρώπους τώρα, 
                                                                  τον ενώνεις 
 περιστέρια και τρυγόνες πάντα θα πετούν 
                                                  στα ύψη του ουρανού. 

Στέλιος Θ. Μαφρέδας

Σημείωση: Η κλεμμένη, μετά την τουρκική εισβολή, εικόνα της Υπαπαντής του Χριστού, που παραθέτουμε εδώ, ανήκει κατά πάσα πιθανότητα στην κατεχόμενη μονή του Αγίου Παντελεήμονα στην Μύρτου.  
Η εικόνα εντοπίστηκε από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Κύπρου στις Βρυξέλλες, να δημοπρατείται από τον οίκο Kaupp στο Σάλτσμπουργκ. Η Εκκλησία αθόρυβα και διακριτικά, με την ουσιαστική στήριξη Κυπρίων χορηγών, κατάφερε με επιτυχία να τη διεκδικήσει και να την ανακτήσει. Η εικόνα αγιογραφήθηκε το 1787 και αποδίδεται στον αγιογράφο Λεόντιο της σχολής αγιογραφίας της Μονής Αγίου Ηρακλειδίου. Αφιερωματική επιγραφή στη βάση της εικόνας αναφέρει: «Μνήσθητι Δέσποινα των δούλων σου Ελευθερίου Χριστίνας και των γονέων και των τέκνων αυτών (αψοζ=1787)».

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ "ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟ"


Τ.Κ.Παπατσώνης (1895-1976)
ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ

La Madonna Candellora,- dall’ Inverno semo fora;
Ma se piove, o se fa vento,- nell’ Inverno semo dentro.
Ήρθε πάλι η Υπαπαντή, συλλογιέμαι κατά μόνας,
όξω απ’ άνεμο η βροχή, πάει πια ο άγριος χειμώνας.
Αλλ’ αν βρέξει ή αν φυσήξει, τότες πάλι αλλοίμονο:
αύριο τι θα φέξει η μέρα, τούτο μόνο θα το δείξει,
η Γριούλα αν θα λουφάξει, για η Γριούλα αν θα πηδήξει:
κούτσουρο θα ν’ αναφτεί, κούτσουρο θα να σβηστεί
κάρβουνα και ροκανίδια, σάρωμα στ’ αποκαΐδια.
Ένα μόνο είναι γνωστό, θα σημάνει αύριο η καμπάνα
και θα μεραστούν κεριά, απ’ τον ίδιο τον Παπά.
Κι ύστερα θ’ ακολουθήσει μια σπουδαία Λιτανεία·
οι Γριούλες από πίσω θα συρθούνε μία μία·
τα κεριά θα τα φουντώσουν και θα ψάλουν ψαλμωδία
βραχνιασμένες, γερασμένες, όλες για την Παναγία.
Και γυρνώντας στο σπιτάκι, καθώς θα μεσημεριάζει,
θα λογιάξουν πια στ’ αλήθεια, αν σωστά καλοκαιριάζει.


ΤΡΙΑ ΡΟΔΑ

Sive rosae tres Rosarii mei fidelis 
in honore Purificationis Beatae 
Mariae Virginis, die II Februarii. 

CUM AUTEM το Παιδίον είχε ως Κρίνον 
αυξήσει πια πολύ, κι' είχε πια γίνει 
ημερών τεσσαράκοντα, αφήνον 
το παρελθόν στη βρεφική Του κλίνη, 
-πηγαίνει Το αγκαλιάν η Παναγία, 
κάποιο πρωί ευλογητού χειμώνα, 
να μπει πρώτη φορά στην Εκκλησία, 
να μπει ο Νυμφίος το πρώτο στο Νυμφώνα. 

Τα τρία Σκαλούνια τότε κατεβαίνει 
(τον θαμβώνει τόση λάμψη και γαλήνη) 
ο Συμεώνας. Τρέμοντας ανασαίνει: 
"Νυν απολύεις τον δούλον Σου εν ειρήνη!" 
Θεοφρούρητος, Θεοφόρος, περιφέρει 
το Γιό του Ανθρώπου στ' άγια εκείνα Μέρη. 

Αλλ’ έξωθεν, ως δέεται η Αγία,
ένας Καημός γλυκύς Τη συντυχαίνει,
και μια Πίκρια μαβιά, σα νοσταλγία
την άγια Υπαπαντή Της πώς πικραίνει!
Μαδάει, μαδάει κάποιο ένα Χειμωνάνθι
μαργαριτοφανές, μαδάει τα φύλλα,
και ό,τι απόμεινε ως γύρη σαν τ’ οσφράνθη,
αιστάνθη δάκρυον άγιο, έτσι, ως να εκύλα.

Τη δε Ιερή Καρδιάν, είχε καλύψει
μιαν Ομίχλη, το Πέπλο του Αοράτου·
Κι’ έγινε ευώδης Κήπος όλη η Θλίψη:
Που ανίδεος ο Συμεώνας παραδίνει
το Θεόν, ερμώνοντας την αγκαλιά του,
μη νιώθοντας τη θεία Της σκοτοδίνη. 

Αλλά πιον έξω, ο χιονισμένος Δρόμος, 
το Καλτερίμι μάλλον, το Δρομάκι, 
μολονότι σκληρό, όλο πέτραν, -όμως 
έγινεν απαλόν, όλο μπαμπάκι· 
όλο Ρόδα πολύφυλλα και Κρίνα 
ραίναν, Βροχή πολλή σταλτή ουρανόθε, 
τη Μητέρα, που ο Θεός Την εσυγκίνα 
με το Ραφαήλ, ως Θλίψη ελθόντα εδώθε. 

Μακάριες οι Γυναίκες, ως ξυπνούσαν 
και άνοιγαν τα πρωινά τους παραθύρια, 
να ιδούν τη Χαραυγή τους τόσο πλούσιαν! 
Veniunt de Tharsis Magi et de Syria, 
αλλά που! δεν εθεάθησαν τέτοιο Ήλιο: 
MATREM IN VIA, DOLENTEM CUM FILIO!
_________________
Σημειώσεις για τις λατινικές φράσεις: 
~ CUM AUTEM = Όταν όμως 
~ Veniunt de Tharsis Magi et de Syria = Έρχονται οι Μάγοι από Θαρσείς και Συρία 
~ Matrem in via, dolentem cun filio = μητέρα εν τη οδώ, με τον γιό της, θλιμμένη. 

Με αφορμή την εορτή της Υπαπαντής ας ακούσουμε το στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της εορτής "Λέγε Συμεών..." σε ήχο α', από τον μακαριστό διακο - Διονύσιο Φιρφιρή, το Δοξαστικό του Εσπερινού "Ανοιγέσθω η πύλη..." σε ήχο πλ. β', αλλά και το Δοξαστικό των Αίνων «Ο εν χερσί πρεσβυτικαίς...», σε ήχο επίσης πλάγιο του β΄, στο μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου, από την ηχογράφηση του Δοξασταρίου του Ιακώβου (cd14), που εκδόθηκε από το Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων σε επιμέλεια του Μανόλη Κ. Χατζηγιακουμή.

 

Γράφει ο Μανόλης Χατζηγιακουμής για την ερμηνεία του π. Διονυσίου Φιρφιρή στο Δοξαστικό των Αίνων της Υπαπαντής του Κυρίου: 
Ένα μέλος λαμπρό από κάθε άποψη, ρυθμικά, ηχοχρωματικά, ποικιλματικά, σε μια εξίσου λαμπρή και ανεπανάληπτη όντως ερμηνεία, με οίστρο, με μέθεξη, με απαράμιλλη εκφραστικότητα. Από τα πρώτα που έχει εκτελέσει ο πατήρ Διονύσιος (Μάιος 1984). Τέτοιες ερμηνείες είναι απαύγασμα της ψυχής και του νου, μιας διαρκούς έμπρακτης και βιωματικής οικείωσης, γι’ αυτό και  μπορούν να ειπωθούν με τέτοια δύναμη και ένταση, ακόμα και στον «νεκρό» χώρο μιας ηχοληπτικής αίθουσας. 
«Ο εν χερσί πρεσβυτικαίς, την σήμερον ημέραν, ως εφ' άρματος Χερουβίμ, ανακλιθήναι ευδοκήσας Χριστέ ο Θεός, και ημάς τους υμνούντάς σε, της των παθών τυραννίδος, ανακαλούμενος ρύσαι, και σώσον τας ψυχάς ημών.»


 
Η Υπαπαντή του Κυρίου, διά χειρός Αντρέι Ρουμπλιόφ

Ιωσήφ ΜπρόντσκιΥπαπαντή
Στην Άννα Αχμάτοβα 
Όταν έφερε για πρώτη φορά στην εκκλησιά 
το παιδί, ήταν εκεί στους πολλούς ανάμεσα 
ανθρώπους που βρίσκονταν μόνιμα 
ο άγιος Συμεών και η προφήτισσα Άννα. 

Κι ο γέροντας το βρέφος πήρε από τα χέρια 
της Μαρίας∙ τρεις άνθρωποι στέκονταν γύρω 
το παιδί, σαν άγρυπνη φρουρά 
εκείνο το πρωί, χαμένοι στο μισοσκόταδο στης εκκλησιάς. 

Σαν δάσος πυκνό τους σκέπαζε ετούτη η εκκλησιά. 
Τις κορυφές από των ανθρώπων και τ’ ουρανού το βλέμμα 
έκρυβε, σαν ξάπλωναν την ώρα εκείνη 
αυτό το πρωινό, η Μαρία, η προφήτισσα κι ο γέροντας. 

Και μόνο στο κεφάλι μια αχτίδα τυχαία 
έριχνε φως στο βρέφος∙ μα τίποτα 
δεν ήξερε ακόμη και βούρκωνε νυσταγμένα 
ήρεμο στου Συμεών τα δυνατά χέρια. 

Και όμως, ειπώθηκε στον γέροντα αυτόν 
πως τον Υιό του Κυρίου θα γνωρίσει 
πριν το θανάσιμο σκοτάδι αντικρίσει. 
Εγένετο! Και σιγοψιθύρισε ο γέροντας: «Σήμερα, 

φυλάσοντας τα προ καιρού ρηθέντα 
Κύριε, μ’ ελευθερώνεις, ειρηνικά, 
γιατί είδανε τα μάτια μου 
Το βρέφος: αυτό είναι το φως και η συνέχεια σου 

πηγή για τις φυλές που είδωλα τιμούν 
και η δόξα του Ισραήλ». – ο Συμεών 
σώπασε. Κι όλους τους σκέπασε η σιωπή. 

Μόνη των λέξεων η ηχώ, πετούσε ψηλά 
στροβιλιζόταν για λίγο ακόμη 
πάνω από τα κεφάλια της, θροΐζοντας ελαφρά 
κάτω από τις εκκλησιάς του θόλους, σαν πουλί, 

που έχει δύναμη να πετάξει ψηλά, μα όχι και να κατέβει.  
Ήταν τρομακτικά. Κι η σιωπή 
ήτανε πιο τρομακτική από τα λόγια. Σκυθρωπή 
Η Μαρία σώπαινε. «Τι λέξεις κι αυτές…» 

Κι ο γέροντας, στράφηκε και είπε στη Μαρία: 
«Αυτό που στα χέρια σου κρατάς, 
για άλλους είναι η πτώση και γι’ άλλους η εξύψωση, 
αντικείμενο προβλέψεων και αφορμή διαιρέσεων. 

Και με τον ίδιο όπλο, Μαρία, με το οποίο 
θα σκιστεί η σάρκα του και η δική σου 
Η ψυχή θα πληγωθεί. Αυτό το τραύμα 
μέλλει σ’ εσένα να το δεις, είναι βαθιά 

κρυμμένο στον ανθρώπων τις ψυχές, σαν παραθύρι». 
Απόσωσε τα λόγια του και κίνησε για την έξοδο. 
Ξωπίσω του η Μαρία, σκυμμένη και από των χρόνων 
τα βάρη η Άννα, κοιτούσαν σιωπηλά. 

Περπατούσε, μικραίνοντας σε σημασία και στο κορμί, 
για τις δύο αυτές γυναίκες, στον κολόνων την σκιά. 
Κυνηγημένος θαρρείς από τα βλέμματα τους, 
περπατούσε στην παγωμένη, άδεια εκκλησία, 

προς την χλωμή κατάλευκη πόρτα. 
Σταθερό ήταν το βήμα το γεροντικό. 
Μόνο της προφήτισσας η φωνή από πίσω 
σαν ακούστηκε, το βήμα του για λίγο κόμπιασε: 

Δεν τον φωνάζανε αυτόν, μα το Θεό 
η προφήτισσα άρχισε να υμνεί απ’ την αρχή. 
Πλησίασε στην πόρτα. Τα ρούχα και το πρόσωπο 
ο αγέρας ήδη αγγίζει και στην ψυχή του 

όρμησε η ζωή έξω από της εκκλησιάς τα τείχη. 
Ίσα στο θάνατο τραβούσε. Μέσα στης πόλης τον αχό, 
ανοίγοντας την πόρτα με τα χέρια, δρασκέλισε, 
στην κωφάλαλη επικράτεια του θανάτου. 

Διέσχισε το χώρο, που ήταν πλέον ασταθής 
 κατάλαβε πως χάθηκε ο ήχος. 
 Και του Βρέφους η μορφή λάμποντας 
 γύρω από τον πυκνό σκοτάδι στο δρόμο του θανάτου 

 την ψυχή του Συμεών οδηγούσε, 
 σαν το κερί μες στο πυκνό σκοτάδι 
 που μέχρι εκείνη τη στιγμή 
 κανένας δεν είχε ματαδεί. 

 Φώτιζε το κερί και άνοιγε ο δρόμος. 

 Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Ο αείμνηστος Πρωτοψάλτης Καβάλας Ματθαίος Τσαμκιράνης (1925- 2006) ψάλλει τις Καταβασίες «Χέρσον αβυσσοτόκον...», της εορτής της Υπαπαντής, ήχος γ´. 
Από τη σειρά των ηχογραφήσεων του Μανόλη Χατζηγιακουμή "Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής", Σώμα Πέμπτο, Ειρμοί Κανόνων Πέτρου Βυζαντίου. Έκδοση: Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων

 

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ


Τ.Κ.Παπατσώνης (1895-1976)
ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ

La Madonna Candellora,- dall’ Inverno semo fora;
Ma se piove, o se fa vento,- nell’ Inverno semo dentro.
Ήρθε πάλι η Υπαπαντή, συλλογιέμαι κατά μόνας,
όξω απ’ άνεμο η βροχή, πάει πια ο άγριος χειμώνας.
Αλλ’ αν βρέξει ή αν φυσήξει, τότες πάλι αλλοίμονο:
αύριο τι θα φέξει η μέρα, τούτο μόνο θα το δείξει,
η Γριούλα αν θα λουφάξει, για η Γριούλα αν θα πηδήξει:
κούτσουρο θα ν’ αναφτεί, κούτσουρο θα να σβηστεί
κάρβουνα και ροκανίδια, σάρωμα στ’ αποκαΐδια.
Ένα μόνο είναι γνωστό, θα σημάνει αύριο η καμπάνα
και θα μεραστούν κεριά, απ’ τον ίδιο τον Παπά.
Κι ύστερα θ’ ακολουθήσει μια σπουδαία Λιτανεία·
οι Γριούλες από πίσω θα συρθούνε μία μία·
τα κεριά θα τα φουντώσουν και θα ψάλουν ψαλμωδία
βραχνιασμένες, γερασμένες, όλες για την Παναγία.
Και γυρνώντας στο σπιτάκι, καθώς θα μεσημεριάζει,
θα λογιάξουν πια στ’ αλήθεια, αν σωστά καλοκαιριάζει.


ΤΡΙΑ ΡΟΔΑ

Sive rosae tres Rosarii mei fidelis 
in honore Purificationis Beatae 
Mariae Virginis, die II Februarii. 

CUM AUTEM το Παιδίον είχε ως Κρίνον 
αυξήσει πια πολύ, κι' είχε πια γίνει 
ημερών τεσσαράκοντα, αφήνον 
το παρελθόν στη βρεφική Του κλίνη, 
-πηγαίνει Το αγκαλιάν η Παναγία, 
κάποιο πρωί ευλογητού χειμώνα, 
να μπει πρώτη φορά στην Εκκλησία, 
να μπει ο Νυμφίος το πρώτο στο Νυμφώνα. 

Τα τρία Σκαλούνια τότε κατεβαίνει 
(τον θαμβώνει τόση λάμψη και γαλήνη) 
ο Συμεώνας. Τρέμοντας ανασαίνει: 
"Νυν απολύεις τον δούλον Σου εν ειρήνη!" 
Θεοφρούρητος, Θεοφόρος, περιφέρει 
το Γιό του Ανθρώπου στ' άγια εκείνα Μέρη. 

Αλλ’ έξωθεν, ως δέεται η Αγία,
ένας Καημός γλυκύς Τη συντυχαίνει,
και μια Πίκρια μαβιά, σα νοσταλγία
την άγια Υπαπαντή Της πώς πικραίνει!
Μαδάει, μαδάει κάποιο ένα Χειμωνάνθι
μαργαριτοφανές, μαδάει τα φύλλα,
και ό,τι απόμεινε ως γύρη σαν τ’ οσφράνθη,
αιστάνθη δάκρυον άγιο, έτσι, ως να εκύλα.

Τη δε Ιερή Καρδιάν, είχε καλύψει
μιαν Ομίχλη, το Πέπλο του Αοράτου·
Κι’ έγινε ευώδης Κήπος όλη η Θλίψη:
Που ανίδεος ο Συμεώνας παραδίνει
το Θεόν, ερμώνοντας την αγκαλιά του,
μη νιώθοντας τη θεία Της σκοτοδίνη. 

Αλλά πιον έξω, ο χιονισμένος Δρόμος, 
το Καλτερίμι μάλλον, το Δρομάκι, 
μολονότι σκληρό, όλο πέτραν, -όμως 
έγινεν απαλόν, όλο μπαμπάκι· 
όλο Ρόδα πολύφυλλα και Κρίνα 
ραίναν, Βροχή πολλή σταλτή ουρανόθε, 
τη Μητέρα, που ο Θεός Την εσυγκίνα 
με το Ραφαήλ, ως Θλίψη ελθόντα εδώθε. 

Μακάριες οι Γυναίκες, ως ξυπνούσαν 
και άνοιγαν τα πρωινά τους παραθύρια, 
να ιδούν τη Χαραυγή τους τόσο πλούσιαν! 
Veniunt de Tharsis Magi et de Syria, 
αλλά που! δεν εθεάθησαν τέτοιο Ήλιο: 
MATREM IN VIA, DOLENTEM CUM FILIO!
_________________
Σημειώσεις για τις λατινικές φράσεις: 
~ CUM AUTEM = Όταν όμως 
~ Veniunt de Tharsis Magi et de Syria = Έρχονται οι Μάγοι από Θαρσείς και Συρία 
~ Matrem in via, dolentem cun filio = μητέρα εν τη οδώ, με τον γιό της, θλιμμένη. 

Με αφορμή την εορτή της Υπαπαντής ας ακούσουμε το στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της εορτής "Λέγε Συμεών..." σε ήχο α', από τον μακαριστό διακο - Διονύσιο Φιρφιρή, αλλά και το Δοξαστικό των Αίνων «Ο εν χερσί πρεσβυτικαίς...», σε ήχο πλάγιο του β΄, στο μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου, από την ηχογράφηση του Δοξασταρίου του Ιακώβου (cd14), που εκδόθηκε από το Κέντρον Ερευνών και Εκδόσεων σε επιμέλεια του Μανόλη Κ. Χατζηγιακουμή.


Γράφει ο Μανόλης Χατζηγιακουμής για την ερμηνεία του π. Διονυσίου Φιρφιρή στο Δοξαστικό των Αίνων της Υπαπαντής του Κυρίου: 
Ένα μέλος λαμπρό από κάθε άποψη, ρυθμικά, ηχοχρωματικά, ποικιλματικά, σε μια εξίσου λαμπρή και ανεπανάληπτη όντως ερμηνεία, με οίστρο, με μέθεξη, με απαράμιλλη εκφραστικότητα. Από τα πρώτα που έχει εκτελέσει ο πατήρ Διονύσιος (Μάιος 1984). Τέτοιες ερμηνείες είναι απαύγασμα της ψυχής και του νου, μιας διαρκούς έμπρακτης και βιωματικής οικείωσης, γι’ αυτό και  μπορούν να ειπωθούν με τέτοια δύναμη και ένταση, ακόμα και στον «νεκρό» χώρο μιας ηχοληπτικής αίθουσας. 
«Ο εν χερσί πρεσβυτικαίς, την σήμερον ημέραν, ως εφ' άρματος Χερουβίμ, ανακλιθήναι ευδοκήσας Χριστέ ο Θεός, και ημάς τους υμνούντάς σε, της των παθών τυραννίδος, ανακαλούμενος ρύσαι, και σώσον τας ψυχάς ημών.»

 

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Τ.Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ: ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ


Τ.Κ.Παπατσώνης (1895-1976)
ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ

La Madonna Candellora,- dall’ Inverno semo fora;
Ma se piove, o se fa vento,- nell’ Inverno semo dentro.
Ήρθε πάλι η Υπαπαντή, συλλογιέμαι κατά μόνας,
όξω απ’ άνεμο η βροχή, πάει πια ο άγριος χειμώνας.
Αλλ’ αν βρέξει ή αν φυσήξει, τότες πάλι αλλοίμονο:
αύριο τι θα φέξει η μέρα, τούτο μόνο θα το δείξει,
η Γριούλα αν θα λουφάξει, για η Γριούλα αν θα πηδήξει:
κούτσουρο θα ν’ αναφτεί, κούτσουρο θα να σβηστεί
κάρβουνα και ροκανίδια, σάρωμα στ’ αποκαΐδια.
Ένα μόνο είναι γνωστό, θα σημάνει αύριο η καμπάνα
και θα μεραστούν κεριά, απ’ τον ίδιο τον Παπά.
Κι ύστερα θ’ ακολουθήσει μια σπουδαία Λιτανεία·
οι Γριούλες από πίσω θα συρθούνε μία μία·
τα κεριά θα τα φουντώσουν και θα ψάλουν ψαλμωδία
βραχνιασμένες, γερασμένες, όλες για την Παναγία.
Και γυρνώντας στο σπιτάκι, καθώς θα μεσημεριάζει,
θα λογιάξουν πια στ’ αλήθεια, αν σωστά καλοκαιριάζει.


ΤΡΙΑ ΡΟΔΑ

Sive rosae tres Rosarii mei fidelis 
in honore Purificationis Beatae 
Mariae Virginis, die II Februarii. 

CUM AUTEM το Παιδίον είχε ως Κρίνον 
αυξήσει πια πολύ, κι' είχε πια γίνει 
ημερών τεσσαράκοντα, αφήνον 
το παρελθόν στη βρεφική Του κλίνη, 
-πηγαίνει Το αγκαλιάν η Παναγία, 
κάποιο πρωί ευλογητού χειμώνα, 
να μπει πρώτη φορά στην Εκκλησία, 
να μπει ο Νυμφίος το πρώτο στο Νυμφώνα. 

Τα τρία Σκαλούνια τότε κατεβαίνει 
(τον θαμβώνει τόση λάμψη και γαλήνη) 
ο Συμεώνας. Τρέμοντας ανασαίνει: 
"Νυν απολύεις τον δούλον Σου εν ειρήνη!" 
Θεοφρούρητος, Θεοφόρος, περιφέρει 
το Γιό του Ανθρώπου στ' άγια εκείνα Μέρη. 

Αλλ’ έξωθεν, ως δέεται η Αγία,
ένας Καημός γλυκύς Τη συντυχαίνει,
και μια Πίκρια μαβιά, σα νοσταλγία
την άγια Υπαπαντή Της πώς πικραίνει!
Μαδάει, μαδάει κάποιο ένα Χειμωνάνθι
μαργαριτοφανές, μαδάει τα φύλλα,
και ό,τι απόμεινε ως γύρη σαν τ’ οσφράνθη,
αιστάνθη δάκρυον άγιο, έτσι, ως να εκύλα.

Τη δε Ιερή Καρδιάν, είχε καλύψει
μιαν Ομίχλη, το Πέπλο του Αοράτου·
Κι’ έγινε ευώδης Κήπος όλη η Θλίψη:
Που ανίδεος ο Συμεώνας παραδίνει
το Θεόν, ερμώνοντας την αγκαλιά του,
μη νιώθοντας τη θεία Της σκοτοδίνη. 

Αλλά πιον έξω, ο χιονισμένος Δρόμος, 
το Καλτερίμι μάλλον, το Δρομάκι, 
μολονότι σκληρό, όλο πέτραν, -όμως 
έγινεν απαλόν, όλο μπαμπάκι· 
όλο Ρόδα πολύφυλλα και Κρίνα 
ραίναν, Βροχή πολλή σταλτή ουρανόθε, 
τη Μητέρα, που ο Θεός Την εσυγκίνα 
με το Ραφαήλ, ως Θλίψη ελθόντα εδώθε. 

Μακάριες οι Γυναίκες, ως ξυπνούσαν 
και άνοιγαν τα πρωινά τους παραθύρια, 
να ιδούν τη Χαραυγή τους τόσο πλούσιαν! 
Veniunt de Tharsis Magi et de Syria, 
αλλά που! δεν εθεάθησαν τέτοιο Ήλιο: 
MATREM IN VIA, DOLENTEM CUM FILIO!
_________________
Σημειώσεις για τις λατινικές φράσεις: 
~ CUM AUTEM = Όταν όμως 
~ Veniunt de Tharsis Magi et de Syria = Έρχονται οι Μάγοι από Θαρσείς και Συρία 
~ Matrem in via, dolentem cun filio = μητέρα εν τη οδώ, με τον γιό της, θλιμμένη. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Τάκη Παπατσώνη: ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ

Ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

O ποιητής από νωρίς έχει συλλάβει την σημασία του "των θυρών κεκλεισμένων"...
Άλλωστε ο Ιησούς "των θυρών κεκλεισμένων" εισήλθε προς τους μαθητές του μετά την Ανάσταση.
Για να δηλώσει και την μυστική λατρεία, την "εσωτερική πια λατρεία" που λέει ο Παπατσώνης. 
Η λατρεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται - δυστυχώς συχνά - υπόθεση αυτοπροβολής, εξουσίας, εξωστρέφειας άνευ προηγουμένου και επομένου. 
"Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος" μοιάζει να μη χωράει σ' αυτή την πρακτική, που πολλές φορές είναι και αντιαισθητική. Επικρατεί ο θόρυβος αντί της σιωπής, τα κενά λόγια αντί της καινής διαθήκης, ο βερμπαλισμός αντί της λιτότητος. 
Αλλά πάντοτε ...τρυπώνει, ακόμα και "των θυρών κεκλεισμένων" ο "κρύφιος εορταστής" που λέει ο Παπατσώνης. Αυτός που γιορτάζει "εν αγνοία των άλλων χριστιανών"¨...
Ο Μάνος Τασάκος σημειώνει για το ποίημα αυτό: 
Θαρρῶ ὅτι στό ποίημα αὐτό ἔχουμε δηλωμένη, (μέ σαφῆ τρόπο), τήν ἀδιαφορία τοῦ Παπατζώνη γιά τά μεγαλόσχημα καί τά ἠχηρά της ἐκκλησίας. Καί ὄχι μόνο. Προσέξτε τόν στίχο «ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν» καί «ἔξω ταγμένου χρόνου» – ἡ ἀντίθεση μέ τόν διπλανό δέν εἶναι ἐδῶ ἀντίθεση ἀνάμεσά σε ἕναν πιστό καί σέ ἕναν ἄπιστο, ὅπως θά περίμενε κανείς, ἀλλά ἀνάμεσα σέ ἐκείνους πού ἐνστερνίζονται τήν ἀπέριττη πνευματικότητα τῆς πίστης καί σέ ἐκείνους πού ἁπλῶς ἀκολουθοῦν τό τυπικό λειτουργικό της, μόνο κατ’ ὄνομα χριστιανοί καί ἐντελῶς ἀνυποψίαστοι γιά τά βαθύτερα τῆς συνείδησης. Οἱ ἀποχρώσεις εἶναι ἴσως μέ δυσκολία ὁρατές, ἀλλά ὑπάρχουν καί ἔστω καί ἀσύγγνωστα, καταδεικνύουν τήν ἄποψη τοῦ Παπατζώνη γιά τά ἀσήμαντα καί τά παρεκκλίνοντα μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπίσημη ἐκκλησία.
Ὅμως ἐτοῦτα δέν εἶναι τά μόνα, (καί μᾶλλον δέν εἶναι τά κύρια), πού ἀπορρέουν ἀπό τό ποίημα. Σέ μία ἑρμηνεία ἐξωθρησκευτική, τό νόημα εἶναι ἐπίσης σαφές καί καθολικό – ἡ δημιουργία εἶναι πάντοτε μία ὑπόθεση ἐσωστρεφής, ἡ προσπάθεια μοναχική, τό βίωμα μοναδικό καί αὐστηρά προσωποποιημένο. Οἱ ἀλλαγές στήν συνείδηση δέν μποροῦν νά εἶναι ἀποτέλεσμα μαζικῶν συμμετοχῶν καί συνομιλιῶν, οἱ μεταβολές καί τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας δέν προκύπτουν ποτέ ἀπό συναθροίσεις ὅπου οἱ συγκλίσεις τείνουν πάντοτε στόν μέσο ὄρο, στήν ἁπλοϊκότητα, στήν ἐπιφάνεια. Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἶναι ἡ μετάφραση τῆς ἀπόσυρσης τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο, ἡ ἀπόλυτη ἀπομόνωση, ἕως ὅτου ἐπιστρέψει τελείως μεταρσιωμένος. Εἶναι ὅμως καί κάτι ἀκόμη, ἡ ἀντίθεση στήν ἔννοια τοῦ ποιμνίου, τῆς ὁμαδικῆς πίστης. Ὁ καθείς μοναχός θά εὕρει τόν δρόμο γιά τήν Ἀνάσταση, (γιά νά μιλήσουμε μέ ὅρους θεολογικούς) καί οὐδείς ξένος δέν ἠμπορεῖ νά βοηθήσει τήν ἀνάβαση στόν Γολγοθά. Δέν εἶναι τυχαῖος ἄλλωστε καί ὁ στίχος Paratum est cor ejus γιά τή σπουδαία Θυσία, γιά τόν Παπατζώνη ἡ ἐνασχόληση μέ τό πνεῦμα, μέ τήν λογοτεχνία, μέ τήν ποίηση, ἔχει πάντοτε ἕνα τεράστιο κόστος, εἶναι μιά ἄποψη πού διατρέχει τό σύνολο σχεδόν τῆς ποίησής του. Παρόλο πού τό ποίημα «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» ἡ (ἐλάχιστη) κριτική δέν τό πιστεύει ἀπό τά καλύτερα τοῦ Παπατζώνη, ἡ γνώμη μου εἶναι ἀρκετά διαφορετική. Ἐκτός ἀπό ὅλα τα προρρηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι καί ἀπό τά ἐλάχιστα ὅπου ὑποβόσκει ἀδιόρατη εἰρωνεία γιά τούς κάτ΄ ὄνομα πιστούς καί τούς μεγαλόσταυρους τῆς ἐκκλησίας. Κι αὐτό ἀπό μόνο του προσδίδει στούς στίχους μία ἀξία.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)
Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι' ευθύς αναρωτάται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ


ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)
Η Κυριακή των Βαΐων
Τρεις Καλογέροι εβαίνανε τη χαραυγή στη στράτα
για ν’ ανασάνουν του πρωιού τ’ αεράκια τα μοσχάτα·
και στο μισόφωτο, γλυκά γλυκά, σαν Υμνωδία
αγγέλων, σκόρπισε θαμπή μιαν άγια μυρωδία,
που κάθισε απαλά, ως λυγμός, στα κούφια μεσοκάρδια
των Καλογέρων, που διψάαν για τέτοια όμορφα χάδια·
λιγώνουνται οι ταλαίπωροι, κι αγιάζουν, και φιλούσιν
τους ώμους τους, νομίζοντας πως, τάχα, ιερουργούσιν
πασχαλινές Αγάπες, και, δίχως ορμή ανασαίνουν
το στάλαγμα της μυρωδίας, και το μεταλαβαίνουν.
Κι ευθύς ο γεροντότερος σιγηλά καβαλάει
κάποιο γαϊδούρι, που έβοσκε στον Κάμπο εκεί πλάι,
και η ακολουθία των άλλων δυο, ίδιο αγιαστό κοπάδι,
διαβαίνουν με τον Σεβαστόν Ηγούμενον ομάδι,
όσο που φτάνουν σοβαρά, επισκοπικά, στο Φρούριο,
στο Μοναστήρι, πούν’ μακριά από κάθε τι καινούργιο,
και με σφυράκια ολάργυρα βροντάν τη στέρεα πόρτα
(που ανοίγουν τα δυο φύλλα της, και στέκουνται ολόρθα,
γιγαντωμένα), και στρατοί Μαυροφόρων Οσίων
τιμώσι τον Ηγούμενον, με κλάδους των Βαΐων.
Και ύστερα, καθώς είν’ λευκοί από την πολλή νηστεία,
σφαλάν την Πύλη, κι αρχινάν την ιεροτελεστία.
Τι δεν οραματίζεται τινάς σε κεια τα βάθη,
που μέλλουνται να θρηνηθούν πιστά τα τίμια Πάθη.
Θυμιατά, Αξαφτέρυγα, Λάβαρα, σ’ έναν γύρον
Διακόνους, φέρνοντας το Φως των Δικηροτρικήρων,
και Στέμματα χρυσάργυρα, και πένθιμα Ωμοφόρια,
(βελούδα, με κεντήματα λευκών ανθών), - και χώρια
τις μελωδίες από τις Άρπες, και από τα Βιολίνα,
και από το Θείον Όργανον, ή από τ’ απλά Κλαρίνα,
ή απ’ τις φωνές των δυο Χορών, που κλαίνε αληθινά
ψέλνοντας το θριαμβευτικό και πένθιμο Ωσαννά!
………………… Μετά, στα Εσπερινά,
αφού τελειώσει η τελετή των πράσινων Βαΐων,
τα ορναμέντα κρύβουσι, και ψέλνουν το Νυμφίον.

Related Posts with Thumbnails