Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπύρος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπύρος Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ (ΒΙΝΤΕΟ)


Μια συνέντευξη με τον λογοτέχνη και μεταφραστή Σπύρο Γιανναρά στο intv.gr
Παρουσίαση: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
Σκηνοθεσία: Γιώργος Αρβανίτης

 

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Ο "ΑΓΙΟΣ ΖΕΝΕ", Ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ "ΠΙΣΤΟΙ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΑΓΙΟΙ...


Π.Α. Ανδριόπουλος 
Ο Μάνος Χατζιδάκις στην προσωπική του μυθολογία – όπως την αποτυπώνει στο βιβλίο του «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι» - συμπεριλαμβάνει και τον …κολασμένο γάλλο συγγραφέα Ζαν Ζενέ (1910-1986). Και τώρα που το γράφω συνειδητοποιώ ότι φέτος συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από τον θάνατό του. Μόνο που για τον Χατζιδάκι ο Ζενέ δεν ήταν «κολασμένος», αλλά άγιος! 
Στο βιβλίο του δημοσιεύει την φωτογραφία του Ζενέ, υπομνηματίζοντάς την ως εξής: 
«Ο Άγιος Ζενέ. Του οφείλω ό,τι περιέχω ιερό. Να περιφρονώ τις συνήθειες των πολλών, τη λογική του κράτους και την «ηθική» των συγγενών μου. Να αγαπώ με πάθος τους κυνηγημένους, τους ανορθόδοξους και τους αναθεωρητές. Με πιάνει θλίψη που άργησα να τον γνωρίσω κι έτσι δεν μπόρεσα να γίνω κι εγώ ένας Άγιος. Έμεινα απλώς πιστός». 
Ο Χατζιδάκις φιλοδοξούσε να φτιάξει ένα έργο πάνω σε πρόζες του Ζαν Ζενέ. Δεν ξέρω αν υπάρχουν σχέδια του, αλλά τέτοιο έργο δεν μας …βρήκε ποτές. 
Προφανώς ο Χατζιδάκις ονομάζει και θεωρεί τον Ζενέ «άγιο», επηρεασμένος από τον πατέρα του υπαρξισμού Ζαν Πολ Σαρτρ, ο οποίος στο περίφημο δοκίμιο του «Αγιος Ζενέ, θεατρίνος και μάρτυρας» (1952), διεκήρυξε την «αγιότητα» του ομοτέχνου του τοποθετώντας τον στα υψίπεδα της λογοτεχνικής ζωής. Εκείνος όμως διαφωνούσε: «Είμαι παιδεραστής. Είμαι κλέφτης». 
Είναι καταπληκτικό το γεγονός ότι ο Ζενέ, όταν διάβασε τον Αγιο Ζενέ, ομολόγησε ότι ένιωσε «ένα είδος αηδίας. Ο Σαρτρ με ξεγύμνωσε... Ενιωθα σχεδόν ανίκανος να συνεχίσω να γράφω… Το βιβλίο του επέφερε ένα είδος ψυχολογικής κατάπτωσης». Και πώς αλλιώς; Αφού ο Ζενέ ήθελε να μείνει «κολασμένος» και «αιρετικός» κι όχι εξαγιασμένος και άρα …ακίνδυνος. 
Διαβάζοντας αυτές τις μέρες το κείμενο του «Το παιδί εγκληματίας», από τις εκδόσεις «Άγρα», στην θαυμάσια μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο πως αυτός ο ιδιοφυής και περιθωριακός είχε μια συντριπτική αλήθεια μέσα του. Δύσπεπτη για μας τους κοινούς θνητούς… 
Γράφει, φερ’ ειπείν, στο εν λόγω κείμενο: «Μη θεωρείτε, κύριοι, κυρίες και δεσποινίδες πως αρκεί να σκύψετε με έγνοια, επιείκεια, κι ενδιαφέρον γεμάτο κατανόηση πάνω στην παιδική εγκληματικότητα για να κερδίσετε δικαιωματικά, την αφοσίωση και την ευγνωμοσύνη τους: θα έπρεπε να ενσαρκώνετε αυτή την παιδική ηλικία, θα έπρεπε να ενσαρκώνετε κι εσείς το έγκλημα, και να το καθαγιάζετε με μια εξαιρετική ζωή, διαθέτοντας, δηλαδή, το θάρρος να έρθετε σε ρήξη με την παντοδυναμία του κόσμου». 
Και πιο κάτω μας τα λέει εξίσου χύμα: «Δεν έχετε όμως τη δύναμη που χρειάζεται για να δοθείτε ολοκληρωτικά στην αρετή, ούτε όμως και για να δοθείτε ολοκληρωτικά στο Κακό. Κηρύττετε τη μία και αποκηρύσσετε το άλλο, ενώ επωφελείστε από αυτό». 
Το κείμενο του Ζενέ είναι σκάνδαλο και για σήμερα, καθώς οι άνθρωποι μοιάζουν ανίκανοι τόσο για την αρετή όσο και για το κακό. Είναι ικανοί μόνο για τη σύμβαση που τους εξασφαλίζει την επιβίωση. 
Γι’ αυτό – όπως είπε κι ο Χατζιδάκις – θα παραμείνουμε «πιστοί» και δεν θα γίνουμε άγιοι…

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ "ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2014" ΣΤΟ INTV.GR


Στο διαδικτυακό κανάλι intv.gr δείτε τις εκπομπές μας με τον τίτλο: ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2014.
- Εκπομπή 1η: προσκεκλημένος στο στούντιο ο Λιβανέζος θεολόγος, φιλόλογος και μεταφραστής Roni Bou Saba, με θέμα "Οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής".
- Εκπομπή 2η: μια συζήτηση για τη λογοτεχνία σήμερα - και όχι μόνο - με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Σπύρο Γιανναρά
- Εκπομπή 3η: προσκεκλημένη η υπεύθυνη των εκδόσεων "Πορφύρα" Μαρία Κοκκίνου.
Επιμέλεια - παρουσίαση: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος. 

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ο ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ


Του Σπύρου Γιανναρά
Ο συγγραφέας και μεταφραστής Κωστής Παπαγιώργης ήταν μια από τις αρχοντικότερες μορφές των νεοελληνικών γραμμάτων, το σπάνιο κι ακριβοθώρητο εκείνο κράμα πολυμαθούς λόγιου, ακέραιου ανθρώπου και γενναιόδωρης καρδιάς που επιβλήθηκε χάρη στην ποιότητα του έργου του. Σε μια χώρα ανθρωπάρεσκων δημιουργών όπου η έννοια του έργου είναι σχετική ελλείψει ουσιαστικής αξιολόγησης, και κυρίως μια έννοια εκλαμβανόμενη ως μέσο για την εκπλήρωση αλλότριων στόχων (αναγνώριση, βραβεία, θώκους και χρήμα) η αφοσίωση σ' αυτό συνιστά ουσιαστική ειδοποιό διαφορά, δηλωτική ενός ανήκουστου, για τα εντόπια, ήθους. 
Οσο ανήκουστη είναι δηλαδή και η περίπτωση του ανθρώπου που δεν επιστρέφει θαμπωμένος από τη θητεία του στην Εσπερία, αλλά με οξυμένη την ανάγκη κατανόησης της πραγματικότητας του τόπου του. Ο Παπαγιώργης έφυγε το 1969 για το Παρίσι όπου και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βανσέν με καθηγητές τους Ντελέζ, Λιοτάρ και Σατελέ. Γρήγορα όμως εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή σπουδή για να αναμετρηθεί μόνος με τα κείμενα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας, τα οποία κυριολεκτικά ξεκοκάλισε, τρώγοντάς τα με το κουτάλι. Γιατί η δίψα για τα κείμενα εδραζόταν σε μια μύχια υπαρξιακή και οντολογική αγωνία που δεν μπορεί να χορτάσει κανένα πανεπιστήμιο. 
Το μεγαλύτερο σχολείο της γραφής 
Επιστρέφοντας το 1975 από το Παρίσι ολόκληρος, χωρίς να αφήσει πίσω του την ψυχή ή τη σκιά του, δεν μας προίκισε με την αγιάτρευτη πικρία του συνομιλητή των Ευρωπαίων που αισθάνεται ξένος και δυσανάλογα μεγάλος σε τούτο το ουτιδανό κρατίδιο, ούτε με ανεπεξέργαστες δάνειες θεωρίες και εκσυγχρονιστικές ιδέες, αλλά αφιέρωσε τον χρόνο του για να γυρίσει στη γλώσσα μας τα αγκωνάρια της σκέψης, τα μεγάλα έργα της ευρωπαϊκής γραμματείας. Δεν μετέφρασε απλώς μείζονες φιλοσόφους όπως Κίρκεγκορ, Σέλερ, Πασκάλ, Σιοράν, Λιοτάρ, Μπερξόν, Σταρομπίνσκι, Ντεριντά κ.ά. αλλά συχνά και τα εμβληματικότερά τους έργα, όπως το Είναι και το Μηδέν του Σαρτρ, τις Λέξεις και τα πράγματα του Φουκό, Το πνεύμα των νόμων του Μοντεσκιέ, την Ηθική και το Απειρο του Λεβινάς. 
Η μετάφραση είναι το μεγαλύτερο σχολείο της γραφής, ο καλύτερος τρόπος για να καταφέρει κανείς να λαξέψει ένα ύφος. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Ζιντ επέμενε πως το συγγραφιλίκι απαιτεί το πέρασμα από το έργο της μετάφρασης, ούτε βέβαια ότι αυτόν ακριβώς τον δρόμο επέλεξαν ιλιγγιώδεις στυλίστες της γραφής, όπως λ.χ. ο Προυστ. Ούτε φυσικά είναι τυχαίο ότι μετάφραση, γραφή και κριτική ήταν το ψωμοτύρι του Παπαγιώργη, ο οποίος υπήρξε ίσως η δυνατότερη δοκιμιακή πένα που γνωρίσαμε μετά το '75. 
Η ακάματη λεπτοδουλειά πάνω στη φράση (ψιλολογία, την αποκαλούσε ο Παπαδιαμάντης), το συστηματικό πάντρεμα της λοξής πρότασης με το λοξό βλέμμα που φωτίζει τα πράγματα ξαφνιάζοντας διαρκώς τον αναγνώστη που στερείται την αναγνωστική του πεπατημένη, είναι το ένα, ειδοποιό και πάλι, χαρακτηριστικό της γραφής του. «Εγώ είμαι φρασάκιας» έλεγε. Η ιδιαιτερότητα όμως αυτής της γραφής δεν εξαντλείται στο μαεστρικά περίτεχνο και εξόχως εκλεπτυσμένο ύφος ενός αγχίνοου πνεύματος. Πίσω από τις δύο μεγάλες κατηγορίες κειμένων του - τα κείμενα για τα ανθρώπινα πάθη και τα κείμενα που φωτίζουν το φρόνημα του Νεοέλληνα - κρύβεται η ανάγκη να συλλάβει τον (ντόπιο) άνθρωπο και τον τόπο. Να φωτίσει το πώς και το γιατί καταλήξαμε σε αυτό το ανερμάτιστο υβρίδιο που είναι ο σύγχρονος Νεοέλληνας και σε τούτο το αχαΐρευτο έθνος-κράτος που είναι το νεοελληνικό. 
Οπως συνήθως συμβαίνει με όσους κατατρώγονται από το υπαρξιακό σαράκι του νοήματος, ο Παπαγιώργης ξεκίνησε βυθιζόμενος στον μυχό και στο ποτό, φτάνοντας όμως τον εαυτό του στα άκρα, γλιτώνοντας κυριολεκτικά απ' του Χάρου τα δόντια. Η εσωτερική όμως ανασκαφή των οικείων παθών μέχρι θανάτου μετέτρεψε τον ίδιο του τον εαυτό σε όριο, σε σύν-ορο, δηλαδή φίλτρο μέσα από το οποίο φιλτράρονται όλα τα θεωρητικά διαβάσματα, οι σκέψεις, οι ιδέες. 
Στα είκοσι περίπου βιβλία που προέκυψαν (για τη μέθη, τη ζηλοτυπία, τη μισανθρωπία, τον θάνατο, τη μνησικακία, το γέλιο, αλλά και για τον Ομηρο, τον Παπαδιαμάντη, τον Ντοστογέφσκι, τον Δεληγιάννη, τον Νίτσε, τον Χάιντεγκερ, τον Χέγκελ, τη μνήμη ή τον εαυτό) ανακαλύπτει κανείς μια γραφή που απευθύνεται στον αναγνώστη μιλώντας διαρκώς επί προσωπικού με αιφνίδια πετάγματα ερμηνευτικών κρίσεων ιδιοφυούς αποφθεγματικού χαρακτήρα. Σπάνια, σπανιότατα, συναντάει κανείς συγγραφείς που κατορθώνουν να οικειοποιούνται προς όφελός μας, φιλτράροντάς τα μέσα από το πρίσμα των κοινών μας αναγκών ή αποριών, τα μεγάλα κείμενα, τα μεγάλα ερωτήματα. 
Μεγαλόψυχη ταπεινοφροσύνη 
Είχα το μοναδικό προνόμιο να συγκαταλέγομαι στους στενούς φίλους του Κωστή. Τον πλησίασα πριν από δέκα τόσα χρόνια με το δέος του ακάτεχου μαθητή προς τον δάσκαλο και με αντιμετώπισε όπως ο φιλόσοφος, δηλαδή σαν πατέρας, ανοίγοντάς μου το σπίτι και τα βιβλία του. Απέφευγε τη θεωρητική ή προγραμματικά σοβαρή συζήτηση γιατί δεν ήθελε μαθητές ή οπαδούς, διδάσκοντάς με όμως με έμμεσο και υπαινικτικό τρόπο σε στιγμές εντελώς ανύποπτες. Με έβαλε να αναμετρηθώ με την Ιλιάδα και τον Εκκλησιαστή στο πρωτότυπο για να σπάσω τα δόντια μου στις λέξεις. Με συμφιλίωσε με τη σάρκα της γλώσσας αλλά και με την ίδια μου τη σάρκα, καθ' ότι γνώριζε ότι η σχέση με τον πατέρα είναι ενίοτε ένα αφόρητο βάρος, είτε λόγω του ίδιου του πατέρα, είτε λόγω του μετατοπισμένου βλέμματος των άλλων, από τον πατέρα στον γιο. Με έμαθε να αγαπώ την εξάρτηση από τα λεξικά και ανοίγοντας μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου τα χιλιοϋπογραμμισμένα κείμενα στο γερμανικό τους πρωτότυπο, πλάι στο γαλλικό, με μύησε από την αρχή στον κάματο της ανάγνωσης. Σε κείνον πήγα τα πρώτα μου γραπτά αναζητώντας μια λυτρωτικά άτεγκτη κρίση κι εκείνος σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε τον εκδότη. Το μεγαλύτερο όμως δώρο απ' όλα δεν δόθηκε μέσα από τις λέξεις αλλά από το παράδειγμα του βαθιά ανιδιοτελούς αυτού ανθρώπου που σάρκαζε διαρκώς τον εαυτό του, διδάσκοντας τη μεγαλόψυχη ταπεινοφροσύνη. Το μεγαλύτερο δώρο ήταν η γενναιοδωρία της ζεστής του καρδιάς. Φεύγοντας πήρε για πάντα μαζί του ένα κομμάτι του εαυτού μου αφήνοντας πίσω μια απουσία που δεν θα γεμίσει ποτέ, αφήνοντάς μου ταυτόχρονα αντίδωρο ό,τι χτίστηκε πλάι του μέσα στα χρόνια.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ INTV.GR


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2014 
Προσκεκλημένος στο στούντιο του διαδικτυακού καναλιού intv.gr ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σπύρος Γιανναράς
Παρουσιάζει ο θεολόγος Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος.
Δείτε την εκπομπή εδώ

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΑΠΟΨΕ ΣΤΙΣ 9.30 ΣΤΟ ΙΝΤV.GR


Στη σειρά των εκπομπών ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2014, που επιμελείται και παρουσιάζει ο θεολόγος Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, απόψε Πέμπτη 20 Μαρτίου στις 9.30 το βράδυ, προσκεκλημένος στο στούντιο του intv.gr είναι ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σπύρος Γιανναράς. 
Η εκπομπή μεταδίδεται απευθείας από το διαδικτυακό κανάλι intv.gr και οι τηλεθεατές θα μπορούν να στέλνουν τις ερωτήσεις και παρατηρήσεις τους κατά την διάρκεια της εκπομπής στην ηλεκτρονική διεύθυνση intv@intv.gr.  Η σκηνοθεσία είναι του Γιώργου Αρβανίτη. 
Ο Σπύρος Γιανναράς γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία και θεωρία λογοτεχνίας στο Παρίσι. Εργάστηκε για δέκα χρόνια στην εφημερίδα Καθημερινή γράφοντας κείμενα (κυρίως για το βιβλίο και τα εικαστικά) και παίρνοντας συνεντεύξεις από έλληνες και ξένους συγγραφείς. Έχει συνεργαστεί, με αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Εντευκτήριο, η Ευθύνη, το Φρέαρ, L’atelier du roman κ.α., δημοσιεύοντας κυρίως βιβλιοκριτικές και διηγήματα. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Ο λοξίας εκδ. Ίνδικτος (2008) και Ζωή χαρισάμενη εκδ. Πόλις, (2011). Ασχολείται με την συγγραφή, την κριτική βιβλίου και την μετάφραση. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Πιέρ Ασουλίν Οι βίοι του Ιώβ και τώρα μεταφράζει μυθιστορήματα του Αμερικανού Πολ Όστερ. Γνωρίζει γαλλικά και αγγλικά.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ INTV.GR ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ ΠΕΜΠΤΗ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ


Στη σειρά των εκπομπών ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2014, που επιμελείται και παρουσιάζει ο θεολόγος Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, την ερχόμενη Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014 στις 9.30 το βράδυ, προσκεκλημένος στο στούντιο του intv.gr είναι ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σπύρος Γιανναράς.
Η εκπομπή μεταδίδεται απευθείας από το διαδικτυακό κανάλι intv.gr και οι τηλεθεατές θα μπορούν να στέλνουν τις ερωτήσεις και παρατηρήσεις τους κατά την διάρκεια της εκπομπής στην ηλεκτρονική διεύθυνση intv@intv.gr 
Η σκηνοθεσία είναι του Γιώργου Αρβανίτη.
Δείτε τις σχετικές με τον Σπύρο Γιανναρά αναρτήσεις της Ιδιωτικής Οδού εδώ

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ: Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του

Η λογοτεχνία του ως αποκούμπι σε καιρούς κρίσης
Μικρό σχόλιο στον Παπαδιαμάντη με οδηγό την προσωπική σχέση με τα παπαδιαμαντικά διηγήματα, και αρωγό τα κείμενα του Ελύτη, του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Χρήστου Βακαλόπουλου κ.α.
Ομιλία του Σπύρου Γιανναρά στο Αρσάκειο Πατρών (11.4.2011)

Είναι πάντα πολύ δύσκολο, αν όχι εκ προοιμίου ακατόρθωτο, να μιλήσει κανείς για μεγάλα αναστήματα του πνεύματος όπως στον τόπο μας ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, χωρίς να προδώσει σε έναν – ακόμα και ελάχιστο βαθμό – τον άνθρωπο ή το έργο. Το σύνηθες, δηλαδή το ανθρώπινο, είναι καθώς αδυνατούμε να τα φτάσουμε να φέρνουμε τα αναστήματα αυτά στα μέτρα μας. Που σημαίνει να αρκούμαστε στο μικρό ή μεγάλο κομμάτι τους το οποίο μπορούμε να συλλάβουμε. Μια πιθανή δηλαδή ανάγνωση της πολυπροβεβλημένης θέσης των θεωρητικών της λογοτεχνίας, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1960 και δώθε περί των άπειρων ερμηνειών ενός λογοτεχνικού έργου τέχνης μπορεί να ακριβώς αυτός: Ότι ο εξαντλητικός προσδιορισμός του έργου είναι εκ των πραγμάτων αδύνατος. Ότι κάθε απόπειρα οριστικού ορισμού είναι ταυτόχρονα και ένας περιορισμός του έργου και του ανθρώπου.
Σε αυτά προσθέστε ότι τα μεγάλα έργα ονομάζονται κλασικά όχι γιατί τους αποδίδουμε ιστορική ή μουσειακή αξία, αλλά επειδή έχουν κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό να πουν σε κάθε εποχή. Κάτι που σε προηγούμενες ιστορικές συνθήκες ή συγκυρίες είτε δεν το είχαμε ανακαλύψει, είτε το ακούγαμε αμυδρά, σαν ψίθυρο χωρίς να του δίνουμε την σημασία που του δίνουμε τώρα. Κάτι που δεν αντιλαμβανόμασταν διότι τότε δεν ανταποκρινόταν – γιατί δεν είχαν ακόμα προκύψει – στις τωρινές μας ανάγκες. Και λέγοντας ανάγκες δεν εννοούμε τα ιδιοτελή μας ατομικά συμφέροντα, αλλά κάτι που πηγάζει από μεγαλύτερο βάθος, χωρίς το οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε. Τα μεγάλα έργα λέγονται κλασικά επειδή μπορούν να φωτίσουν σήμερα τη δική σας καθημερινή πραγματικότητα με τρόπο διαφορετικό απ’ ότι το έκαναν για την προηγούμενη γενιά των πατεράδων ή των παππούδων σας.
Κάνοντας εδώ μια μικρή παρέκβαση θέλω να επισημάνω ότι αυτή τη διαδικασία περιγράφουμε με την χιλιοταλαιπωρημένη και συνήθως παρεξηγημένη λέξη παράδοση. Παράδοση δεν είναι να τρως ταραμοσαλάτα την Καθαρά Δευτέρα επειδή έτσι συνηθίζεται και την επομένη να επιστρέφεις στις μπριζόλες, ούτε – ακόμη χειρότερα – να ψηφίζεις το κόμμα που ψήφιζαν οι γονείς σου. Παράδοση είναι διαδικασία γονιμοποίησης του προσλαμβανομένου ήθους – δηλαδή ενός τρόπου ζωής – σύμφωνα με τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες εκείνου που προσλαμβάνει. Παράδοση σημαίνει παραλαμβάνω ένα δώρο, κάνω κάτι που με έμαθαν να κάνω οι προηγούμενοι το οποίο με βοηθάει να ζήσω σήμερα τη ζωή μου μαζί με τους συγχρόνους μου. Αν αυτή η διαδικασία είναι απλώς μια σύμβαση ή σεβασμός μιας παραδεδεγμένης μορφής, με τα χρόνια καταντάει ακατανόητη, «νεκρό γράμμα», δηλαδή βαρίδι που αντί να μας βοηθάει να συμβιώσουμε, λειτουργεί ως αναχρονιστικό εμπόδιο στην επαφή μας με τον σύγχρονο κόσμο. Με άλλα λόγια μπορεί το ίδιο πράγμα π.χ. η νηστεία της Σαρακοστής να προσφέρει νόημα στη ζωή κάποιου βοηθώντας τον να εξελιχθεί ως άνθρωπος και σε κάποιον άλλο να τον καταδικάζει σε παρατεινόμενη άγνοια του εαυτού του.
Κλείνοντας την παρένθεση επιστρέφω στα προηγούμενα για να τονίσω ότι σας μιλώ με δεδομένη την αποτυχία μου καθώς ως μειράκιο, δηλαδή παιδαρέλι στα γράμματα αδυνατώ να μιλήσω με τρόπο οριστικό ή τελεσίδικο για τον Παπαδιαμάντη, το έργο ή και μέρους αυτού. Τολμώ δε να πω, ακριβώς επειδή έργα σαν του Σολωμού, του Παπαδιαμάντη, του Ντοστογιέφσκι, του Σαίξπηρ ή του Δάντη είναι ανεξάντλητα και ξαναγεννιούνται σε κάθε εποχή – κάθε που διαβάζονται από νέους αναγνώστες από την αρχή – ότι ακόμα και προσεγγίσεις όπως του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του οποίου το κείμενο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» υπέδειξε πώς πρέπει να τον διαβάζουμε για να μην τον περιορίζουμε και τον αδικούμε ή του Ελύτη και αργότερα του Χρήστου Βακαλόπουλου που έριξαν φρέσκο ζωντανό φως στο έργο του, ακόμα δηλαδή και οι ευτυχέστερες προσεγγίσεις παραμένουν πάντα μερικές. Μ’ άλλα λόγια ανοιχτές και εν ζωή, αλλά ταυτόχρονα προσωπικές άρα σε ένα βαθμό υποκειμενικές, προσδιοριζόμενες από την εποχή τους. Προσεγγίσεις όμως που μας καλούν να σταθούμε κριτικά και επιλεκτικά απέναντί τους. Συνεπώς απόψε εγώ από την πλευρά μου δεν μπορώ παρά να αποτολμήσω μονάχα μια εντελώς προσωπική προσέγγιση στο έργο και στον άνθρωπο, απαντώντας στο εύλογο εκ πρώτης ερώτημα αν και γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, εκατό χρόνια από τον θάνατό του.

Πριν προχωρήσω πρέπει επίσης να σας πω ότι δεν έχω ούτε διαβάσει ολόκληρο τον Παπαδιαμάντη απ’ άκρη σ’ άκρη, ούτε θυμάμαι τα διηγήματά του απέξω όπως οι ξεσκολισμένοι μελετητές του. Τον διαβάζω λίγο λίγο και ξανά και ξανά για να μην τελειώνει ποτέ. Αν έχω κάτι προσωπικό να σας πω για τον Παπαδιαμάντη – που μάλλον το είπα ήδη – είναι να προσπαθήσω να σας εξηγήσω ακριβώς γιατί μεγαλώνοντας νιώθω ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη, αλλά και άφατη απόλαυση να επιστρέφω κάθε τόσο σ’ αυτόν.
Ο πιο πρόσφορος για μένα τρόπος να ξεκινήσω είναι αναφερόμενος στα λόγια του πιο κοντινού μου χρονικά ανθρώπου ο οποίος πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια, το 1991 απάντησε στο ίδιο ερώτημα, στον αείμνηστο συγγραφέα – το πιο προικισμένο της γενιά του – τον Χρήστο Βακαλόπουλο. Γιατί ένα άλλο μεγάλο εφόδιο που προσφέρει στους κατοπινούς η τακτική γόνιμη πρόσληψη της παράδοσης από ορισμένους ανθρώπους είναι ότι δημιουργεί ένα σκαλοπάτι που τους οδηγεί ευκολότερα στους παλαιότερους.
Χρειάζομαι δηλαδή τον Βακαλόπουλο για να πλησιάσω τον Λορεντζάτο, και χρειάζομαι τον Λορεντζάτο και τον συγκαιρινό του Οδυσσέα Ελύτη για να πλησιάσω τον Παπαδιαμάντη. Όσο εγγύτερα σε μένα βρίσκεται ο διαμεσολαβητής μου, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να εκφράζει σε μεγαλύτερο βαθμό τις τωρινές μου ανησυχίες και απορίες. Σε αυτό βέβαια πρέπει κανείς να προσμετρήσει και την οξυδέρκεια και το βάθος της ανάλυσης του κάθε ανθρώπου. Δεν συνεπάγεται δηλαδή ότι ο νεότερος έχει πάντα να μας αποκαλύψει πιο ουσιαστικά για την εποχή μας πράγματα. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος λόγου χάρη έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου στηλιτεύοντας την κακή πρακτική του δανεισμού και προβλέποντας την σημερινή κρίση ήδη από το 1968.
Να λοιπόν τι μας λέει ο Βακαλόπουλος στα 1991 για τον Παπαδιαμάντη:
«Οι φυλακισμένοι και οι άρρωστοι καταφεύγουν συχνά στην Αγία Γραφή και μερικοί Ελληνες στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Καθώς ο ελληνικός κόσμος χαλαρώνει στην ασφυκτικά αναπαυτική αγκαλιά της φανταστικής ευρωπαϊκής κοινότητας, αυτού του πολυσυλλεκτικού κατασκευάσματος που στηρίζεται στην αναγκαιότητα της οικονομίας κι όχι σε εκείνη του αισθήματος, ο Παπαδιαμάντης θα έπρεπε ν’ απομακρύνεται και να χάνεται από τα μάτια μας, όπως τόσοι άλλοι πριν και μετά από αυτόν. Εμείς οι ίδιοι, σαρκικοί, υλόφρονες και νωθροί άνθρωποι, θα έπρεπε να τον είχαμε φυλακίσει μια για πάντα στα σχολικά αναγνωστικά ή σε κάποιο λογοτεχνικό μουσείο. Ομως ο Παπαδιαμάντης λάμπει περισσότερο παρά ποτέ κι αυτό συμβαίνει παρά τη θέλησή μας. Όσο ο κόσμο γύρω μας αποχαιρετάει τον δικό του τόσο η φήμη του μεγαλώνει, όσο οι ερμηνείες για τη ζωή και το έργο του πληθαίνουν τόσο εκείνος τις αντιπαρέρχεται και επιβιώνει· η παρουσία του αφήνει ένα ανεξίτηλο χνάρι».
Στα είκοσι χρόνια που πέρασαν από την δημοσίευση του παραπάνω κειμένου όλα δείχνουν ότι έχουμε προχωρήσει μακριά στον δρόμο που μας απομακρύνει από τον Παπαδιαμάντη.
Όχι μόνο η ευρωπαϊκή κοινότητα που οραματιζόταν ο κοινοτιστής Ντενί ντε Ρουζμόν επιβεβαίωσε τις χειρότερές του προβλέψεις αποτελώντας ουσιαστικά μια πρόσκαιρη οικονομική συνεργασία αντικρουόμενων εν πολλοίς συμφερόντων, η οποία δεν κατόρθωσε ποτέ να εξελιχθεί σε πολιτική οντότητα και ακόμα λιγότερο να αποκτήσει κοινό πολιτιστικό άξονα, αλλά βιώνουμε ήδη τα επίχειρα της φαντασιώδους επιθυμίας που επωάστηκε εντός της, για άκοπη, απρόσκοπτη και αέναη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας και των καταναλωτικών μας απολαύσεων.
Σήμερα που βιώνουμε με εξαιρετικά απότομο και επώδυνο τρόπο την απομάγευση από το ευρωπαϊκό (κατ’ αντιστοιχίαν με τον αμερικανικό) όνειρο, τη λεγόμενη οικονομική κρίση, σήμερα που η κατάλυση της υποτυπώδους κοινωνικής μας συνοχής μοιάζει ολοένα και πιθανότερο ενδεχόμενο, η ενασχόληση με τον Παπαδιαμάντη και κατ’ επέκταση με τα γράμματα και τις τέχνες φαντάζει υπερβολική πολυτέλεια, αν όχι εγωκεντρική αδιαφορία για τα κοινά που αγγίζει τα όρια της ύβρεως.
Εδώ, θα πουν κάποιοι, τίθεται ζήτημα αν θα έχουμε αύριο δουλειά, εδώ απειλείται το μέλλον μας και εσείς ασχολείστε με τον Παπαδιαμάντη; Με έναν συγγραφέα που εκτός των άλλων γράφει σε μια δυσνόητη, σχεδόν ακαταλαβίστικη, παρωχημένη γλώσσα για να μας διηγηθεί περίεργες ιστορίες μιας άλλης ξεχασμένης εποχής; Αυτή η φαινομενικά εύλογη αντίδραση ψηλαφείται και εμπειρικά μέσα από τη σταδιακή συρρίκνωση του αριθμού των ανθρώπων που τον διαβάζουν: Των ανθρώπων που μπορούν να χαρούν και να απολαύσουν την μελωδική του γλώσσα. Και από την ακόμα δραστικότερη μείωση του αριθμού εκείνων που μπορούν, ακολουθώντας την προτροπή του Λορεντζάτου, να συλλάβουν ολόκληρο, αδιαχώριστα δηλαδή, το έργο μαζί με τον άνθρωπο.

Καθώς οι συνθήκες της ζωής μας και κατά συνέπεια ο κόσμος μας μοιάζει πολύ διαφορετικός ακόμα και από εκείνον του Βακαλόπουλου η σχέση μας με τον Παπαδιαμάντη δεν έχει απλώς διασαλευθεί περισσότερο, αλλά μοιάζει έτοιμη να διαρραγεί οριστικά, ακυρωμένη από άλλες πιο ζωτικές προτεραιότητες με πρώτη απ’ όλες το απειλητικό φάσμα της επιβίωσης. Και στη διασάλευση αυτή πρέπει κανείς να συμπεριλάβει και όλους εκείνους που αντιλαμβάνονται και χρησιμοποιούν την λογοτεχνία (του Παπαδιαμάντη συμπεριλαμβανομένου) ως όχημα απόδρασης από την δύσκολη, σκοτεινή και απειλητική πραγματικότητα. Ως ένα όμορφο ψέμα που μπορεί να μας νανουρίσει γλυκά, διαλύοντας τις μελανόπτερες σκέψεις και τα ζοφερά όνειρα, χαρίζοντάς μας ξέγνοιαστο ύπνο.
Με όλα αυτά τα δεδομένα, έχει λοιπόν καμιά ισχύ, έστω και ελάχιστο περιεχόμενο αλήθειας η αλλοτινή θέση του Βακαλόπουλου ότι ο «Παπαδιαμάντης λάμπει περισσότερο παρά ποτέ»; Ότι «όσο ο κόσμος γύρω μας αποχαιρετάει τον δικό του τόσο η φήμη του μεγαλώνει»; Και τι μπορεί να εννοεί – αν δεν ειρωνεύεται – με την φράση «κι αυτό συμβαίνει παρά τη θέλησή μας»;
Η απάντηση που αποτολμώ κι αν σας φαίνεται υπερβολική σας παρακαλώ να με συγχωρέσετε, είναι ότι η εμβάπτιση στο έργο και η σχέση με τον Παπαδιαμάντη δεν αποτελεί μόνον εφόδιο, αλλά και κριτήριο της επιβίωσης του σύγχρονου ελληνισμού.
Το καλό με την πάροδο του χρόνου είναι ότι ενίοτε παρασέρνει μαζί του και άσκοπα διλήμματα που μας τυραννούν. Το καλό με τις συνθήκες κρίσεις είναι ότι δεν υπάρχει πλέον χρόνος και χώρος για άσκοπα ζητήματα. Όταν δηλαδή σήμερα αναρωτιόμαστε και προσπαθούμε να ψυχανεμιστούμε την τωρινή μας σχέση με τον Παπαδιαμάντη το κάνουμε έχοντας αφήσει πλέον πίσω μας το παρωχημένο δίλημμα αν ήταν σπουδαίος λογοτέχνης ή άγιος των γραμμάτων. Νομίζω ότι σήμερα μπορούμε να τον πλησιάσουμε χωρίς να χρειάζεται να βροντοφωνάξουμε όπως ο Βακαλόπουλος ότι «δεν μπορούμε να μεταμορφώσουμε τον Παπαδιαμάντη ούτε σε καλό συγγραφέα μόνο, ούτε σε ταπεινό ασκητή».
Θέλω δηλαδή να πω ότι σήμερα είτε ξέρουμε τι θα πάμε να βρούμε διαβάζοντάς τον, είτε δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για τον άνδρα, συνεπώς ακόμα κι όταν τον τεμαχίζουμε σαν σφαχτάρι για να διαλέξουμε το κομμάτι του γούστου μας, δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνουμε από άγνοια, αλλά με πλήρη επίγνωση της λαθροχειρίας μας. Το ίδιο εν πολλοίς ισχύει τουλάχιστον για τη δική μου γενιά και κάτω, όσον αφορά και στη γλώσσα, καθώς όχι απλώς έχουμε αφήσει πίσω μας, αλλά δεν γνωρίσαμε το σχίσμα μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας. Με άλλα λόγια η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δεν κουβαλάει εκ προοιμίου – γιατί οι ιδεολογικοί λόγοι που την φόρτωναν έχουν πλέον σβήσει – τη ρετσινιά της «συντηρητικής» ή «ξεπερασμένης» γλώσσας, αλλά στη χειρότερη περίπτωση αντιμετωπίζεται ως ξένη μαζί με τα αρχαία και τα αγγλικά. Κι αυτή είναι υπό μια έννοια ευτυχής συγκυρία διότι αν μας είναι ξένη, μπορούμε να την οικειοποιηθούμε χωρίς προκαταλήψεις από την αρχή.
Με το που κάνουμε λοιπόν το βήμα και εισέλθουμε ανάλαφροι και χωρίς ιδεολογικά βαρίδια στον γλωσσικό κόσμο του Παπαδιαμάντη ξεκινάει μια διαδικασία «αμφίδρομης» αναγνώρισης την οποία δεν ελέγχουμε, που συμβαίνει μ’ άλλα λόγια όπως τόνισε ο Βακαλόπουλος «παρά τη θέλησή μας». Αναγνωρίζουμε κατ’ αρχάς έναν οικείο τόπο ή θεολογικά μιλώντας μια οικεία κτίση. Στις περιγραφές του φυσικού τοπίου, μέσα από τα «θαμνώδη» παπαδιαμαντικά «ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας» που δοξολογεί ο ποιητής Νίκος Καρούζος αναγνωρίζουμε την θάλασσα που έχουμε κολυμπήσει, «βουνά κι ακρογιάλια, κοιλάδες και πηγές, αμπέλια, δεντρώνες, περιβόλια, ως και μια λίμνη», με τα λόγια του Ελύτη, βράχους, κυπαρίσσια, καλντερίμια που έχουμε περπατήσει, χρώματα, ακόμα και μυρωδιές που κουβαλάμε μέσα μας. Θα αναγνωρίσουμε δηλαδή οπωσδήποτε και με την ίδια λαχτάρα που αναγνωρίζουμε έναν συμπατριώτη μας στα ξένα, «μιαν ωραίαν τοποθεσίαν, προσφιλή εις τας αναμνήσεις» μας.
Η περιγραφή του Παπαδιαμάντη (η υποβλητική στη φαντασία δύναμη των εικόνων του είναι ανυπέρβλητη) ανασταίνει περιγράφοντας τον ελληνικό τόπο με τρόπο που ξεπερνάει κάθε ηθογραφία. Κι ο Καρκαβίτσας μιλάει για τη θάλασσα, αλλά ως κομμάτι ή χαρακτηριστικό της ζωής του ναυτικού με την οποία λίγοι σήμερα μπορούμε να ταυτιστούμε. Ο έρωτας του παιδίου για την Βασιλικήν δρυν – ξέχωρα από το όνειρο και την οπτασία – εκφράζει μια πρωτογενή σχέση των κατοίκων αυτού του τόπου με την φύση – η οποία δεν είναι ποτέ απρόσωπη – έναν τρόπο σχέσης που δεν θα βρούμε σε έναν Γερμανό ή Δανό, αλλά ούτε και στον γείτονά μας τον Ιταλό. «Αυτή τη μεγάλης διαφάνειας θαλασσογραφία», για να δανειστώ και πάλι τα λόγια του Ελύτη, «και μαζί τυπολογία ελληνικής ζωής που άπαξ υπήρξε και που δεν ξεγράφεται με τίποτε· που δεν αποτελεί μήτε παρελθόν μήτε παρόν μήτε μέλλον, αλλά αποτύπωση, σε μιαν ορισμένη ιστορική στιγμή και πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο υλικό, μιας σταθερής εκφραστικής που χαρακτηρίζει ανέκαθεν τον Ελληνα και είναι πάντοτε η ίδια».
Διαβάζοντας δηλαδή Παπαδιαμάντη αναγνωρίζουμε τον τόπο μας, αλλά και μια αντανάκλασή του ελληνικού τοπίου – έναν τρόπο διάχυσης του φωτός – στο πιο μύχιο κομμάτι του εαυτού μας. Ενώ δηλαδή διαβάζουμε ταυτόχρονα είναι σαν να μας «διαβάζει» το κείμενό, αποκαλύπτοντάς μέσα μας – εφόσον θελήσουμε να το δούμε – ένα συγκεκριμένο τοπίο ή θεολογικά και πάλι μιλώντας μια συγκεκριμένη οικονομία της κτίσης.
Η «αμφίδρομη» αυτή λειτουργία αναγνώρισης ή αίσθηση του οικείου είναι ακόμα εντονότερη στους παπαδιαμαντικούς χαρακτήρες. Γριές και γέροι, καπετάνιοι και ψαράδες, γεωργοί και αχθοφόροι, παπάδες και ψάλτες, κοπέλες και παιδιά, «γερόντοι χαρακωμένοι από τους λεβάντηδες, κοπέλες κρουστές σαν τα βότσαλα», μας λέει καλύτερα και πάλι ο Ελύτης, μια κοινωνία ανθρώπων μιας άλλης, αλλά ταυτόχρονα και της δικής μας – σε κάθε εποχή – εποχής. Η αναγνώριση αρχίζει από τα πιο άμεσα επαληθεύσιμα, από τις συμπεριφορές, τις συνήθειες και τα χούγια που εξακολουθούμε να αναγνωρίζουμε γύρω μας. Οι υποψήφιοι και οι ψηφοφόροι που παρελαύνουν στις σελίδες του διηγήματος Οι Χαλασοχώρηδες έχουν τα ίδια εναύσματα και τα ίδια ελατήρια με τη σημερινή πελατεία των πολιτικών κομμάτων. Εδώ η αναγωγή από τον κουτοπόνηρο ήρωα του Παπαδιαμάντη που πασχίζει να εκμεταλλευτεί την ανάγκη των κομμάτων για ψήφους μέχρι τη σημερινή ανερυθρίαστη εξαγορά της ψήφου των πολιτών από ένα συντεταγμένα κομματικό εκλογικό μηχανισμό που εργάζεται 365 μέρες τον χρόνο γίνεται σχετικά εύκολα.
Η αναγνώριση δομικών ψυχικών στοιχείων της ιδιοσυγκρασίας του Έλληνα στους προ-νεωτερικούς παπαδιαμαντικούς ήρωες, έμπλεους αθωότητας, ακόμα και στις «ειδεχθείς» περιπτώσεις των φονιάδων, όπως η φόνισσα, η οποία σκοτώνει θέλοντας να κάνει το καλό, είναι σίγουρα δυσκολότερη υπόθεση. «Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας», λέει ο Ελύτης, «σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει σε σημείο να υποψιαστεί καν το μαύρο· κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό». Οι ήρωες του Παπαδιαμάντη είτε δεν υποψιάζονται το μαύρο – το μαύρο του Ολοκαυτώματος ή των ρωσικών Γκούλαγκ που γνώρισε ο 20ος αιώνας, το μαύρο του Άμπου Γκράιμπ που γνώρισε ο δικός μας – είτε μπαινοβγαίνουν από το δικό τους αραιό μαύρο στο λευκό όπως οι άγιοι.
Επιτρέψτε μου άλλη μια μικρή σε αυτό το σημείο παρέκβαση με την οποία επιζητώ να τονίσω ακόμα περισσότερο το αίσθημα οικειότητας που μας γεννούν – παρά τις τεράστιες διαφορές μας – οι ήρωες του Παπαδιαμάντη. Στο Παρίσι ένας ελληνιστής δίδασκε στο πανεπιστήμιο Παπαδιαμάντη. Ανέβαινε στον πίνακα και τον χώριζε στα δυο με μια κατακόρυφη λευκή γραμμή. Στη μια μεριά επάνω έγραφε, «αμαρτωλοί» και στην απέναντι «αναμάρτητοι ή άγιοι». Στη συνέχεια έγραφε την ίδια σειρά ονομάτων και στις δύο στήλες για να καταλήξει λέγοντας ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ανισόρροπος και τρελός. Για τους Έλληνες που βρίσκονταν στο ακροατήριό του αυτή η διπλή ιδιότητα των παπαδιαμαντικών ηρώων δεν είχε τίποτε το περίεργο, πόσο μάλλον το μεμπτό.
Οι ήρωες του Παπαδιαμάντη, όπως και οι αμαρτωλοί στην ελληνική ορθόδοξη παράδοση, αμαρτάνουν και μετανοούν πέφτουν και σηκώνονται διασχίζοντας το μαύρο μέχρι το λευκό και πέφτοντας πάλι στο σκοτάδι μέχρι την ύστατη στιγμή της δικαίωσης. Μέχρι δηλαδή τον θάνατο τους όπου ή αγιάζουν σαν την πρώτη γυναίκα του Καραχμέτη ή αγκαλιάζονται με ευσπλαχνία από τον αφηγητή. Αλλά ακόμα και από την ίδια τη φύση που σκεπάζει τον γέροντα του Ο έρωτας στα χιόνια με τον λευκό μανδύα της ή από τα ζωντανά της, σαν τη φώκια που μοιρολογεί μαζί με την πτωχή Ακριβούλα, «τα πάθια και τους καϋμούς του κόσμου». Αντιμετωπίζονται δηλαδή με τόση συμπόνια, με τόση πονεμένη αγάπη που υπερβαίνει και αναιρεί κάθε προηγούμενη αμαρτία ή κοινώς λεγόμενη αστοχία του βίου τους. Ο Παπαδιαμάντης συμπάσχει, κάνοντάς μας συν-κοινωνούς του πάθους του, μαζί με τους νεκρούς του, αναλαμβάνοντας σαν άλλος Χριστός την αμαρτία τους εν είδει εξομολόγου μην αφήνοντας κανέναν ασυγχώρητο και ασυνόδευτο στον θάνατο.
Θα μου πείτε όμως, τι μπορούμε να αναγνωρίσουμε σήμερα από τον εαυτό μας πίσω από όλα αυτά; Στη σημερινή δηλαδή αποϊεροποιημένη – αντιχριστιανική προσδιορίζει ο Σωτήρης Γουνελάς – εποχή μας, πώς μπορεί να υποστηρίζει κανείς ότι ο υπέρ ή μετά - φυσικός κόσμος των ηρώων του Παπαδιαμάντη δεν θα μας ξενίσει, σκανδαλίζοντάς μας όπως τον προαναφερθέντα Γάλλο καθηγητή; Γιατί απλούστατα – έστω και σε ελάχιστο βαθμό – αναγνωρίζουμε σύμφωνα με τα λόγια του Βακαλόπουλου «κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που μας οδηγεί σε αυτό που» [κατά βάθος] «είμαστε». Αναγνωρίζουμε τον εν δυνάμει ιδανικό εαυτό μας γιατί όπως λέει και πάλι ο Βακαλόπουλος «μοιάζουμε μόνο με τον εαυτό μας, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο». Ο Έλληνας ακόμα και χωρίς να το γνωρίζει κουβαλάει μέσα του επιθυμώντας διακαώς να την ενσαρκώσει, την αρχοντιά της συγχώρεσης. Κάτι εμφανές στην έμφυτή του τάση να μην κρατάει υποδεκάμετρο και ζυγαριά όταν πλησιάζει τους άλλους, στην ανάγκη του να τους συγχωρέσει, να χωρέσει τα καλά και τα κακά τους μαζί με τα δικά του. Στην έμφυτη τάση για συμπόνια προς τον κατατρεγμένο, τον χτυπημένο και τον αδικημένο, τον άνθρωπο που υποφέρει δηλαδή κάθε άνθρωπο. Ακόμα και η κακή πλευρά του, η οργίλη φύση του και η τάση του να εξαπατά και να κοροϊδεύει είναι όπως σωστά λέει ο λαός η «ανάποδή του»: μια πληγωμένη φιλευσπλαχνία και ευρυχωρία που αγάλλεται όταν αναγνωρίζει αλλού την «καλή της», όπως π.χ. στο παπαδιαμαντικό έργο.
Πηγαίνοντας ένα σκαλί πιο κάτω ή πιο βαθιά στην ανάγνωση του Παπαδιαμάντη αναγνωρίζουμε, σύμφωνα με την εξαιρετική διατύπωση του Βακαλόπουλου, «την ιερή μελωδία της πραγματικότητας». Η ανεξάντλητη φιλευσπλαχνία και συμπόνια για τους ανθρώπους και τα πράγματα είναι συνυφασμένη με άλλα λόγια με μια αρχέγονη αίσθηση του ιερού η οποία ευδοκίμησε σε αυτά τα μέρη από αρχαιοτάτων χρόνων. Ένα δέος, δηλαδή σεβασμό για τη ζωή και τον θάνατο, για την απόκοσμη αιτία και τον σκοπό τους, αλλά και για ολόκληρη την φύση ή την κτίση την οποία βρεθήκαμε να κατοικούμε. Μια βαθιά αίσθηση ότι δεν μπορεί κανείς να παραβαίνει ατιμώρητα – ύβρη ονόμαζαν αυτή την υπέρβαση του μέτρου οι αρχαίοι – τους νόμους της ζωής ή του θανάτου. Κι αυτή η στάση δεν συνεπάγεται επουδενί ανάσχεση της ατέρμονης διαδικασίας αναζήτησης της γνώσης αλλά την ανάγκη διατήρησης ενός μέτρου – που στα μέρη μας καλείται ανθρωπιά – το οποίο άπαξ και υπερβαθεί παύει ο άνθρωπος να είναι άνθρωπος και μετατρέπεται σε αγρίμι. Ο Παπαδιαμάντης συμπληρώνει ο Βακαλόπουλος «πιάνει με δέος ένα νήμα που τον οδηγεί στην πνευματική ρίζα της κτίσεως».
Αν λοιπόν θελήσουμε να φτάσουμε ως την άκρη και να κοιτάξουμε, όπως λέει ο Λορεντζάτος «ποια είναι η ρίζα ή η ‘μυστική φωταγωγία’ (…) που στηρίζει τον κόσμο της σποραδικής ταπεινοσύνης ή της πρωτευουσιάνικης φτωχολογίας των διηγημάτων του», αν θελήσουμε δηλαδή να δούμε ποια συγκεκριμένη αντίληψη του ιερού διακόνησε με τη ζωή και το έργο του ο Παπαδιαμάντης θα ανακαλύψουμε τον κόσμο ορθόδοξης ελληνικής χριστιανοσύνης. Μόνο μέσα από το πρίσμα αυτού του κόσμου μπορούμε «να καταλάβομε», συνεχίζει ο Λορεντζάτος, «τον Παπαδιαμάντη, όχι μόνο ως λογοτέχνη, αλλά σαν πνευματικό μας κεφάλαιο». Κι εκεί θα αντιληφθούμε, προσθέτει ο Σεφέρης, ότι στον Παπαδιαμάντη «το δόγμα γίνεται φύσις», ότι «δεν μπορεί να το αποχωρίσει κανείς από τον άνθρωπο χωρίς να τον μειώσει καίρια στο σύνολό του». Θα ανακαλύψουμε έναν χριστιανισμό που δεν απαρνείται, αλλά καταφάσκει στην φύση, εξυψώνοντας την ως κτίση μαζί με τον άνθρωπο. «Η αγιοσύνη», τονίζει ο Ελύτης, «αποχτάει αφή και η αφή αγιοσύνη, με έναν τρόπο που πριν από τον χριστιανισμό θα ήτανε δύσκολο να το συλλάβεις από το ένα μέρος και μετά τον χριστιανισμό από το άλλο».
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι οι νεότερες γενιές έχουμε την ευκαιρία να προσεγγίσουμε ελεύθεροι από τις ιδεολογικές διαμάχες του παρελθόντος τον Παπαδιαμάντη, γνωρίζοντας ότι όσοι επιμένουν σε κάποια από τις ακραίες εκδοχές της σύγκρουσης το κάνουν με ιδιοτέλεια – συνήθως για να προσποριστούν κύρος από τον άνδρα. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι η ανάγνωση του Παπαδιαμάντη είναι μια μυητική διαδικασία αναγνώρισης του εαυτού μας σε πολλά επίπεδα.
Ότι ακόμα κι αν σταματήσουμε στη μέση της κλίμακας γνωρίζουμε σήμερα πόσα και ποια επίπεδα κάτω μπορούμε να κατέβουμε για να τον συλλάβουμε ολόκληρο μαζί με τον πνευματικό του κόσμο. Ακόμα δηλαδή και αν αποφασίσουμε να τον διαβάσουμε μόνο ως λογοτέχνη, στα στενά – περιορισμένα – όρια της τέχνης ως αυτοσκοπού, ακόμα και τότε το παπαδιαμαντικό έργο θα λειτουργεί ως εργαλείο για την κατανόηση και την ισότιμη συνομιλία με άλλα κορυφαία έργα διαφορετικών πολιτισμών. Έτσι ο συγγραφέας και φιλόλογος Λουκάς Κούσουλας φέρνει κοντά βάζοντάς τους να συνομιλήσουν γόνιμα τον Παπαδιαμάντη με τον Μπόρχες και τον Προυστ. Μας βοηθάει με αυτό τον τρόπο να καταλάβουμε καλύτερα – καθώς σήμερα δεν συνομιλούμε με τη Δύση, αλλά αποτελούμε κομμάτι της – και τους δύο ξένους, αλλά και τον Έλληνα συγγραφέα. Δηλαδή την σημερινή μας συνθήκη.
«Αυτοβιογραφούνται», λέει ο Κούσουλας, «ο Παπαδιαμάντης κι ο Προυστ με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο. (…) Στο νου τους έχουν τη ζωή τους πρώτα – πήγα να ειπώ την ψυχή τους - , πώς κερδίζεται ή χάνεται αυτή ακριβώς, η ζωή, ο βίος του καθενός, και είναι στο σημείο αυτό που μπαίνει στη μέση η τέχνη τους, ως το πλέον πρόσφορο όργανο να κάμουν το καλύτερο δυνατόν, να ‘κερδίσουν’ ή να εξαγοράσουν τον χαμένο καιρό τους. Ξέρουν καλά, ζουν το περιορισμένο πράγμα που είναι ο βίος του ανθρώπου και, ανάγοντας τον στην περιωπή της τέχνης, την τέχνη ακολούθως αυτή στην περιωπή μιας υπέρβασης, αναλαμβάνουν τελικά την καλογερική της διακονίας της με απόλυτη αφοσίωση και αυταπάρνηση».
Σήμερα ωστόσο που η καθημερινότητα βιώνεται ως κρίση που απειλεί από το εισόδημα, μέχρι την κοινωνική, και ενδεχομένως ακόμα χειρότερα την φυσική μας υπόσταση, τα θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με το ποιοι είμαστε και που πάμε τίθενται επιτακτικότερα μέρα με την μέρα ως άμεσα συνυφασμένα όχι απλώς με την επιβίωση, αλλά το νόημα του βίου. Σε τέτοιες εποχές άνθρωποι σαν τον Παπαδιαμάντη με στάση και το έργο τους μπορούν να αποτελέσουν έναν δρόμο όχι απλώς για την καλύτερη κατανόηση της λογοτεχνίας, αλλά για την ανακάλυψη του εαυτού μας. Μπορεί να μας βοηθήσει να ξυπνήσουμε και να δούμε το βαθύτερο μας πρόβλημα είναι πως τόσα χρόνια κυνηγούσαμε να ζήσουμε μια άλλη δαπανηρή και πιο απολαυστική ζωή «μπλεγμένοι στην άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου», όπως λέει ο Βακαλόπουλος. «Πολεμώντας», όπως έλεγε «με όλες μας τις δυνάμεις το κοινό ελληνικό αίσθημα που υπηρετούσε ο Παπαδιαμάντης». Υπ’ αυτή την έννοια η διεθνής οικονομική κρίση ήταν μια συγκυρία που μας ξύπνησε απότομα από το όνειρο, το οποίο χρηματοδοτούσαμε αλόγιστα με δανεικά.
Αν όμως δεν φτάσουμε την ανάλυσή μας μέχρις εκεί, το παπαδιαμαντικό έργο μπορεί να μας βοηθήσει απλώς – κι αυτό δεν είναι λίγο – να αντιληφθούμε όπως λέει ο Ελύτης, «την πρόοδο με τα ποιοτικά κι όχι τα ποσοτικά μέτρα», να γίνουμε δηλαδή περισσότερο αυτάρκεις και λιγότερο εξαρτημένοι από πλασματικές ή εικονικές ανάγκες, να αποκτήσουμε συμπόνια και ευσπλαχνία, καλλιεργώντας μια αίσθηση ιερού, δηλαδή ανθρωπιάς. Ωστόσο τη μέρα που δεν θα αναγνωρίσουμε τίποτε δικό μας στον Παπαδιαμάντη, ακόμα και παρά τη θέλησή μας, την μέρα εκείνη οι Έλληνες θα έχουμε αφήσει πίσω μας τον ελληνικό μας πολιτισμό για κάποιον άλλο. Οι δρόμοι που έχουμε μπροστά μας είναι πολλοί κι ο Παπαδιαμάντης εκατό χρόνια από τον θάνατό του δεν υποχρεώνει κανέναν για τίποτα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ενας «μεταφραστικός είλωτας»!


Η πτυχή αυτή του Παπαδιαμάντη και ο τρόπος που μετέφραζε φωτίζει και το λογοτεχνικό του έργο
Του Σπύρου Γιανναρά - Καθημερινή

Το περασμένο Σάββατο ολοκληρώθηκε το τρίτο διεθνές συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη στο Μέγαρο Μουσικής. Ο δεύτερος κύκλος του συνεδρίου της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών, που ξεκίνησε στη Σκιάθο, είχε ως θέμα: «Ο Παπαδιαμάντης μεταφράζων και μεταφραζόμενος». Το συνέδριο υπήρξε επιτυχημένο, δηλαδή ιδιαίτερα γόνιμο.
Το εμβριθές σκάλισμα της σημαντικής αυτής πτυχής του παπαδιαμαντικού βίου (ο Παπαδιαμάντης υπήρξε, όπως τόνισε ο Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ένας «μεταφραστικός είλωτας») έρχεται να φωτίσει το λογοτεχνικό του έργο.
Οι εισηγήσεις μπορούν χονδρικά να χωριστούν σε τέσσερις κατηγορίες. Σε όσες ασχολήθηκαν με τις μεταφράσεις του από (γαλλικά και αγγλικά) και προς ξένες γλώσσες (π.χ. τα ισπανικά και τα σερβικά), σε όσες εστίασαν στις ενδογλωσσικές του μεταφράσεις και στις εισηγήσεις που αφορούσαν την πιστοποίηση της πατρότητας παπαδιαμαντικών μεταφράσεων.
Το ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο που αναδείχθηκε από τις εργασίες του συνεδρίου αφορά στον τρόπο με τον οποίο μετέφραζε ο Παπαδιαμάντης, ή μ’ άλλα λόγια στις θεολογικές βάσεις του μεταφραστικού του ήθους. Ο Παπαδιαμάντης μετέφραζε απευθυνόμενος σε ένα συγκεκριμένο κοινό, σε ένα κοινωνικό σώμα, το οποίο στα μάτια του ταυτιζόταν με το εκκλησιαστικό σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οπως τόνισε ο Ν.Δ.Τ. αναφερόμενος στη μετάφραση «Ο Βίος του Ιησού» του Φάραρ και στους «Δίδυμους του ουρανού» της Σάρας Γκαντ, ο Παπαδιαμάντης μεταφράζει «εκκλησιάζοντας» τα κείμενα. Εξ ου και απαλείφει ή προσθέτει μεγάλα κομμάτια χωρίς να ενδιαφέρεται για την πιστότητα στο πρωτότυπο. Δεν μένει πιστός στο γράμμα, αλλά σε ένα θεολογικό, ήτοι ορθόδοξο πνεύμα. Μονάχα στις μεταφράσεις ιστορικών έργων, όπως την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Γόρδωνος, μένει προσηλωμένος στο ξένο πρωτότυπο.
Στα σημαντικά ευρήματα συγκαταλέγεται και η ανάδειξη της συμβολής των μεταφράσεων στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού του ύφους. Εξαιρετική υπ’ αυτή την έννοια ήταν η ανακοίνωση του Αγγελου Μαντά, ο οποίος επιμελήθηκε την παπαδιαμαντική μετάφραση της «Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Τζορτζ Φίνλεϊ (Εκδοση του Ιδρύματος της Βουλής) και την υπό έκδοση ομότιτλη μετάφραση του Τόμας Γκόρντον από το ΜΙΕΤ. Ο Μαντάς πιστοποίησε μέσω της παράθεσης σχετικών παραδειγμάτων μετάφρασης από το αγγλικό πρωτότυπο, αυτό που μεταξύ άλλων υπογράμμισε και η υποψήφια διδάκτωρ Βασιλική Λαμπροπούλου, ότι δηλαδή «Ο Παπαδιαμάντης αρύεται από την ανεξάντλητη πηγή των εκκλησιαστικών έργων, διαμορφώνοντας το προσωπικό του ύφος, τελικώς κοινό στις μεταφράσεις και στο πρωτότυπο έργο του». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ν.Δ.Τ. υπογράμμισε ότι «η μεταφραστική γοητεία είναι ενίοτε εφάμιλλη των διηγημάτων» καθώς ο Παπαδιαμάντης «άκουγε πολύ καλά τη μουσική της γλώσσας του στις μεταφράσεις του».
Εξαιρετικό ενδιαφέρον είχε η εισήγηση της φιλολόγου Μαρίνας Αρετάκη, η οποία παρουσίασε τη θέση την οποίαν κατέχει ο μεταφραστής ως ήρωας εντός του παπαδιαμαντικού corpus, καθώς και εκείνη της ποιήτριας Τασούλας Καραγεωργίου, η οποία ανέδειξε ως σημαίνον λογοτεχνικό χαρακτηριστικό τού ύφους του, τη διαρκή επεξήγηση του λαϊκού ιδιώματος και τη «μετάφρασή» του στο λόγιο καθαρευουσιάνικο της εποχής.
Εντονες αλλά μάλλον αναίτιες αντιδράσεις προκάλεσε η ιστορική αναδρομή του Σταύρου Ζουμπουλάκη στις μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη στη δημοτική. Ο διευθυντής της «Νέας Εστίας» επεσήμανε ότι το γεγονός ότι αναγκαζόμαστε να μεταφράζουμε, κυριολεκτικά «χθεσινούς» συγγραφείς όπως ο Παπαδιαμάντης, οι οποίοι είναι οιονεί ακατάληπτοι στο ευρύ κοινό, σημαίνει «ότι μας γίνεται ξένος ο ίδιος μας ο εαυτός». Η ομότιμη καθηγήτρια Ελένη-Πολίτου Μαρμαρινού, η καθηγήτρια και κριτικός Τιτίκα Δημητρούλια και ο καθηγητής «Υπολογιστικής γλωσσολογίας» Γεώργιος Μικρός παρουσίασαν ένα νέο γλωσσολογικό εργαλείο από τον νεοσύστατο κλάδο της «υφομετρίας», το οποίο αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στην πιστοποίηση λογοτεχνικών κειμένων και μεταφράσεων. Στην εισήγησή τους επιβεβαίωσαν την πατρότητα της παπαδιαμαντικής μετάφρασης της «Αριέττας» του Κοπέ, αποδίδοντας ωστόσο μάλλον εσφαλμένα στον Σκιαθίτη και τη μετάφραση της «Μύτης» του Γκόγκολ.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ - ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΑΡΣΑΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ


Απόψε το βράδυ στις 8, στον πολυχώρο του Αρσακείου Πατρών στο Πλατάνι, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση για τον Παπαδιαμάντη του Ελύτη.

100 χρόνια από τον θάνατο του κυρ Αλέξανδρου και 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη. Μια μυστική συνομιλία... Μέσα από το υπέροχο δοκίμιο του Ελύτη Η μαγεία του Παπαδιαμάντη.

Οι μαθητές της Α' και Β' Λυκείου, μέσα από το δοκίμιο του Ελύτη, διαβάζουν τον Παπαδιαμάντη. Απαγγέλλουν Παπαδιαμάντη ανθολογούμενο από τον Ελύτη, παρακολουθούν τη ματιά του Ελύτη - τον υπομνηματισμό του θα λέγαμε - σε κάθε ένα από τα διηγήματα του κυρ- Αλέξανδρου.

Ταυτόχρονα ψάλλουν υμνογραφήματα του Παπαδιαμάντη και τραγουδούν στίχους του μελοποιημένους από τον Μανώλη Λιαπάκη, τον Ορφέα Περίδη και ένα τραγούδι Για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη σε μουσική Χρήστου Τσιαμούλη και στίχους Δ. Γιαλαμά.

Θα προηγηθεί ομιλία του λογοτέχνη - δημοσιογράφου Σπύρου Γιανναρά, με θέμα: Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του. Η λογοτεχνία του ως αποκούμπι σε καιρούς κρίσης. Ένα μικρό σχόλιο στον Παπαδιαμάντη με οδηγό την προσωπική σχέση με τα παπαδιαμαντικά διηγήματα, και αρωγό τα κείμενα του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Χρήστου Βακαλόπουλου, του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου κ.α.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΛΑΡΙΩΝ: "Επιστροφή στο μονοφωνικό μέλος στη Ρωσία"


Σε προηγούμενη ανάρτηση για την πρόσφατη συναυλία της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας στην Αγία Πετρούπολη, σημείωσα το αυξανόμενο ενδιαφέρον των ρώσων - μουσικολόγων και πιστών - για την μονοφωνική εκκλησιαστική μουσική, η οποία υπήρχε παλαιότερα στη Ρωσία. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Καθημερινή και στον Σπύρο Γιανναρά, ο μουσικολογιώτατος - εκτός των άλλων - Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων αναφέρεται αναλυτικότερα στο θέμα αυτό.

Στην ερώτηση του Σπ. Γιανναρά για το αν εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα στη Ρωσία ισχυρό ρεύμα για την επιστροφή στη ρωσική μη δυτικότροπη εκκλησιαστική μουσική του 16ου και του 17ου αιώνα, απαντάει ως εξής:

Τελευταία στη Ρωσία έχει σημειωθεί άνοδος του ενδιαφέροντος για την παλαιά ρωσική εκκλησιαστική παράδοση. Αυτό αφορά τόσο τη ναοδομία, όσο και την αγιογραφία και την εκκλησιαστική ψαλμωδία. Ορισμένα μοναστήρια και ενοριακοί ναοί έχουν εγκαταλείψει την πολυφωνική ψαλμωδία (όπου κάθε φωνή ακολουθεί τη δική της μουσική παρτίδα), και την οποία υιοθετήσαμε από τη Δύση τον 18-19 αι., για να επανέλθουν στο παραδοσιακό για τη Ρωσία λεγόμενο μονοφωνικό μέλος «ζνάμεννογιε». Οπως η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, το μονοφωνικό μέλος «ζνάμεννογιε» συμβάλλει και διδάσκει την προσευχή, διότι το μέλος «ζνάμεννογιε» βασίζεται στην εμπειρία της προσευχής. Ενώ η μουσική γλώσσα των πολυφωνικών έργων έχει κοσμικό χαρακτήρα και στην περίπτωση, όταν αυτά προορίζονται για την εκκλησιαστική χρήση.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΜΕ ΑΚΟΜΗ ΤΟΝ ΚΥΡ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ


Το αφιέρωμα στον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που επιμελήθηκε ο Σπύρος Γιανναράς στο φύλλο της περασμένης Κυριακής της εφημερίδας Η Καθημερινή, ήταν εξαιρετικό: Γιατί τον αγαπάμε ακόμη - Εκατό χρόνια χωρίς τον Αλ. Παπαδιαμάντη.
Εξηγεί ο Σπύρος Γιανναράς: "Ζητήσαμε λοιπόν από διαφορετικούς σε ηλικία και επάγγελμα, αναγνώστες του να μας εξηγήσουν γιατί τον διαβάζουν σήμερα. Από τις απαντήσεις προκύπτει ότι ο Παπαδιαμάντης εξακολουθεί να λάμπει παρά τη θέλησή μας, λειτουργώντας ως μεσάζων στην ανακάλυψη ενός βαθύτερου εαυτού μας από τον οποίο δεν έχουμε αποκοπεί πλήρως".

- Για τον Παντελή Μπουκάλα ο Παπαδιαμάντης είναι "ποιητής πάνω απ' όλα".
- Ο επιμελητής των Απάντων του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μας συγκινεί για άλλη μια φορά "με τις ανταύγειες του υψιδρόμου σέλαος". Παραθέτω ολόκληρο το μικρό κείμενο του:
Σε μια απαρατήρητη αλλά οξυδερκέστατη υποσημείωσή του ο Σεφέρης γράφει ότι το δόγμα του Παπαδιαμάντη έγινε «φύσις», τόσο που να τον μειώνει καίρια κανείς όταν το παραβλέπει (το δόγμα). Την επανέλαβε με ολόκληρο δοκίμιο εδώ και 50 χρόνια ο Λορεντζάτος, ωστόσο οι μειώσεις είναι αναρίθμητες. Δεν είναι άσχετες με την «φύσιν» του αυτές οι αράδες του Παπαδιαμάντη : «Ω, αι ώραι του λυκαυγούς!... Ιδού «αυτόμαται ήξαν πύλαι» ας έχον ώραι, πλην ας αφήσωμεν τους παλαιούς, και ας ψάλωμεν μετά του Κοσμά του θεσπεσίου: «Προσενωπίω σοι ώραι, υπεκλίθησαν, φως γαρ και προ ποδών υψίδρομον σέλας, Χριστέ...»» (226. 23-26). Παρέλκει εδώ η ερμηνεία της διάβασης από τον Ομηρο στον Κοσμά. Θέλω να πω μόνο ότι διαβάζω τον Παπαδιαμάντη αχώριστο από την «φύσιν» του, με όσες ανταύγειες του υψιδρόμου σέλαος αξιώνομαι και πάντοτε με σκηνικό την παπαδιαμαντική θάλασσα της Λίμνης Ευβοίας, απείκασμα του «άνω βυθού».
- Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης μας λέει για το πώς επιστρέφει συχνά στη ζωή σαν ηθογραφία του Σκιαθίτη: Με τον καιρό, βυθίστηκα στην πρόζα του, τη μουρμουριστή και εμμελή, ακολούθησα το βλέμμα του πάνω στους ανθρώπους, το βλέμμα του που χαϊδεύει εταστικά λοφίσκους και γραΐδια, τον τρόπο με τον οποίο ιχνογραφεί απαλά το κοινό και το κύριο, εισέπνευσα το ψυχικό άρωμα της ακατακρισίας, της συμπόνιας, της συχώρεσης, της αγάπης. Με τον καιρό, άρχισα να σκέφτομαι ότι ο Παπαδιαμάντης μάς έμαθε να βλέπουμε τον τόπο που ζούμε, τον τρόπο που ζούμε, ανθρώπους αντινομικούς, παλαιούς, παράφορους, αλλοπρόσαλλους, δαιμονισμένους και άγιους, σοφούς, ανθρώπους που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο.
- Ο νομικός Σπύρος Παπαδόπουλος βλέπει τον Παπαδιαμάντη σαν συχωριανό του.
- Ο ποιητής και μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης μας λέει απερίφραστα πώς "ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από τους νοηματοδότες της νεότερής μας ταυτότητας, ένας από τους στυλοβάτες της συλλογικής μας αυτοκατανόησης. Το έργο του μας συναρπάζει επειδή εικονογραφεί όσο λίγα τη σταθερότερη απ' τις σταθερές του νεοελληνικού βίου, τη μόνιμη διελκυστίνδα ανάμεσα στη Δύση και στη δική μας, καθ' ημάς, Ανατολή. Και ό,τι αυτή συνεπάγεται".
- Ο ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος μας προτρέπει ολόψυχα "Να ονειρευόμαστε την ουτοπία της κοινότητας. Μια ουτοπία που είναι πιο κοντά μας κι από την ίδια την πραγματικότητα. Μια ουτοπία που βρίσκεται γύρω μας, αν τη δούμε και την αγαπήσουμε εντός μας. Αυτή την κατ' εξοχήν αλήθεια ανέδειξε το χάρισμα του Παπαδιαμάντη κι αυτήν μας κατέλειπε η αγάπη του, ζωή ολοζώντανη, στο έργο του".
- Τέλος, ο μουσικός Μάνος Αχαλινωτόπουλος μας μιλάει για τον δικό του κυρ Αλέξανδρο που "είναι ο μάγος του ξεπεσμένου δερβίση, είναι εκείνος που μίλησε με τον πιο ποιητικό, μεταφυσικό και εν τέλει γιορταστικό τρόπο για τον ήχο, τη μουσική και την πνοή".

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΑΡΤΟ ΖΩΗΣ"



Ο «Αρτος Ζωής» είναι ένα ίδρυμα που στηρίζεται σε κληροδότημα του θεολόγου Αθανάσιου Λυμπερόπουλου, γόνου εύπορης οικογένειας των Πατρών, και ιδρύθηκε το 1937 με σκοπό φιλανθρωπικό και κατηχητικό. Τον χαρακτήρα αυστηρής επιστημονικής βιβλικής θεολογίας του ιδρύματος έδωσε ο καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης αείμνηστος Σάββας Αγουρίδης, ο οποίος διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρός του.
Το ίδρυμα "ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ", που σήμερα διευθύνει ο φιλόλογος και διευθυντής της Νέας Εστίας Σταύρος Ζουμπουλάκης, διοργανώνει σήμερα και αύριο, 27 Νοεμβρίου 2010, συνέδριο στην Αθήνα με τον τίτλο: "Η μεσσιανική ιδέα και οι μεταμορφώσεις της. Από την Παλαιά Διαθήκη ως τους πολιτικούς μεσσιανισμούς του 20ου αιώνα".
Το συνέδριο ξεκίνησε σήμερα το απόγευμα και πραγματοποιείται στο αμφιθέατρο "Μεγάρου Διοικητού Θεοδώρου Β. Καρατζά".
Το πλήρες πρόγραμμα του συνεδρίου δείτε εδώ. Με αφορμή αυτό το συνέδριο ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έδωσε την περασμένη Κυριακή συνέντευξη στον Σπύρο Γιανναρά και την Καθημερινή, λέγοντας θαυμάσια πράγματα, μεστά και ουσιαστικά. Σταχυολογώ ενδεικτικά τα όσα λέει για τη θέση της Βίβλου στη ζωή μας και τα σχετικά με το συνέδριο:

Θα σας ενδιέφερε να ρίξετε γέφυρες προς τον κόσμο της αριστερής και της ευρύτερης διανόησης;

– Αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα το δικό μου με τον «Αρτο Ζωής». Εξεγείρομαι απέναντι στην παντελή αγνόηση της Βίβλου. Και από τους πιστούς και από τους μη πιστούς. Ενας μορφωμένος άνθρωπος σήμερα στην Ελλάδα, αν δεν έχει διαβάσει Σοφοκλή, ντρέπεται να το πει. Λέει όμως πάρα πολύ άνετα, σχεδόν υπερηφάνως, ότι δεν ξέρει τον Hσαΐα, τη Γένεση, τον Απόστολο Παύλο. Θεωρεί ότι αυτά είναι για τους παπάδες. Αυτό με ενοχλεί πάρα πολύ. Θεωρώ ότι δεν μπορείς να σκεφτείς τα προβλήματα του εαυτού σου και του κόσμου ως Ευρωπαίος άνθρωπος χωρίς τη Βίβλο. Οποιος, αγνοώντας τη Βίβλο και τον χριστιανισμό, νομίζει ότι καταλαβαίνει τον Εγελο γελιέται. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Βέβαια η υποχώρηση της βιβλικής παιδείας υπάρχει και στην Ευρώπη. Οταν η Εκκλησία συρρικνώθηκε μέχρις εξαφανίσεως στις χώρες της Ευρώπης, χάθηκε το όχημα της βιβλικής παιδείας στην κοινωνία. Οταν λέμε ότι θέλουμε να φέρουμε τη Βίβλο στον δημόσιο χώρο της σκέψης, δεν εννοούμε προφανώς πως ζητούμε από τους ανθρώπους να προσχωρήσουν στην πίστη αλλά απλώς να πάρουν στα σοβαρά αυτή την παράδοση σκέψης. Για να γίνει αυτό, πρέπει προηγουμένως να γίνει κατανοητό ότι η Βίβλος σκέπτεται, ότι υπάρχει βιβλική σκέψη. Είναι λάθος η διάκριση που κάνουμε μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ, όπου η Αθήνα εκφράζει τη σκέψη και η Ιερουσαλήμ την πίστη. Η Βίβλος αφηγείται, εντέλλεται, υμνεί, και διά αυτών σκέπτεται. Η ένταση μεταξύ των δύο, Αθήνας και Ιερουσαλήμ, είναι ουσιαστικά ένταση μεταξύ δύο διαφορετικών τρόπων σκέψης.

– Σε αυτή την προοπτική εντάσσεται και το συνέδριο που ετοιμάζετε;

– Το συνέδριο είναι ακριβώς σε αυτή τη λογική: να φέρουμε τη βιβλική σκέψη στη δημόσια συζήτηση και να συναντηθούν οι βιβλικοί θεολόγοι με ανθρώπους από άλλους πνευματικούς ορίζοντες. Γι’ αυτό και διαλέξαμε το θέμα του μεσσιανισμού, ένα κεντρικό θέμα στην ευρωπαϊκή ιστορία μέχρι τον 20ό αιώνα. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για τους πολιτικούς μεσσιανισμούς του 20ού αιώνα, για τον ναζισμό, τον κομμουνισμό κ.λπ., και αγνοούν παντελώς την καταγωγή της ιδέας. Θα είναι ένα συνέδριο συνάντησης βιβλικών θεολόγων, φιλοσόφων, πολιτικών στοχαστών, ιστορικών πάνω στο θέμα αυτό. Φιλοδοξούμε να διοργανώνουμε κάθε χρόνο ένα συνέδριο αυτού του τύπου: συνάντηση βιβλικών και θεολόγων εν γένει με θύραθεν στοχαστές πάνω σε ένα θέμα που πηγάζει από τη Βίβλο.

Θέλω να επισημάνω εδώ ότι ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και σε κείμενά του μας προτείνει να ανακαλύψουμε τον αείμνηστο βιβλικό θεολόγο Παναγιώτη Ανδριόπουλο, του οποίου η επιστημονική κατάθεση έχει περάσει μάλλον απαρατήρητη...

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

"Ζωή χαρισάμενη" του ΣΠΥΡΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ


Ο Σπύρος Γιανναράς είναι άξιος γιός του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά, ακριβώς γιατί διαφέρει αρκετά από τον πατέρα του. Ο Σπύρος Γιανναράς ασχολήθηκε φυσικά με τα γράμματα, αλλά ως αυτόφωτος εξ αρχής.
Έζησε έξι χρόνια στη Γαλλία, όπου μετά από μια σύντομη ενασχόληση με την Aρχιτεκτονική στο Στρασβούργο, κατέληξε στο Παρίσι. Εκεί σπούδασε Γαλλική Φιλολογία. Σήμερα εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Kαθημερινή. Έχει δημοσιεύσει βιβλιοκριτικές και άρθρα στα περιοδικά Nέα Eστία, Διαβάζω, Eπίγνωση, Mανιφέστο, Eυθύνη και Nέα Πολιτική.
Τα διηγήματά του από τις εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, με τον τίτλο Ο Λοξίας, μας αποκαλύπτουν ένα νέο λογοτέχνη, πολλά υποσχόμενο. Έχει αναμφισβήτητα φιλοσοφικές καταβολές ο Σ. Γιανναράς. Αυτές, όμως, τις μετουσιώνει σε λογοτεχνία. Δεν είναι εύκολος δρόμος αυτός. Γιατί μπορεί τα αφηγήματα να γλιστρίσουν σε δοκιμιακά κείμενα. Όμως ο Σ. Γιανναράς αν κάτι σίγουρα πήρε από τον πατέρα του είναι η πάλη με τις λέξεις και τις ιδέες. Κι αυτό σηματοδοτεί μια πορεία χωρίς αυτονόητα, αλλά με επαναπροσδιορισμό κάθε στιγμή.
Διαβάζω με βουλιμία και τα άρθρα του στην Καθημερινή, τα οποία θεωρώ καίρια και ουσιαστικά, παρά τον επικαιρικό τους χαρακτήρα.
(Η φωτό των Χρήστου και Σπύρου Γιανναρά είναι της Ιδιωτικής Οδού - Πόλις, Δεκ. 2008).

Αναδημοσιεύω παρακάτω το πασχαλιάτικο διήγημα του Σ. Γιανναρά από την Καθημερινή της Κυριακής του Πάσχα (ζωγραφιά: Ανδρέας Δεβετζής). Και εύχομαι από καρδιάς στον όλο ήθος Σπύρο τα κάλλιστα και τα αναστάσιμα διά βίου.

Ζωή χαρισάμενη

«Καθ' ότι αν κοινωνήσωμεν,
αληθεύομεν, ά δε ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα»
Ηράκλειτος

Ο πατήρ Ευτύχιος σηκώθηκε αχάραγα, παραμονή των Βαΐων, αποκαμωμένος από τον κακό ύπνο. Η ζωντάνια του νυχτερινού ενύπνιου ταλάνιζε για ώρες το μυαλό του. Ηταν όντως θαύμα ή μήπως κάποιο από τα υποχθόνια παιχνίδια του εωσφόρου; Οσο όμως το ξανασκεφτόταν, ένιωθε να μετακινείται προς το φως. Το ίδιο άκτιστο φως που κατέκλυζε το όνειρό του. Οχι, δεν έκανε λάθος, ο εαυτός του ήταν που εμφανίστηκε «εν ετέρα μορφή» στον ύπνο του. Ενσώματος, μα άσαρκος, απελευθερωμένος από τα βδελυρά δεσμά της σάρκας και της αμαρτίας.

Στον Αγιο Ανδρέα, την ενορία του, όπου κατέβηκε πριν από τον όρθρο τον περίμενε άλλο χτυποκάρδι. Σκύβοντας να προσκυνήσει την εικόνα του αγίου στον νάρθηκα αντίκρισε το πρόσωπό του στην επιφάνεια του γυαλιού, φωταγωγημένο. Ορθώθηκε απότομα και έριξε ένα πλάγιο βλέμμα κάτω από το τζάμι. Το αίμα του πάγωσε. Οχι, δεν έκανε λάθος, τα δικά του, άκτιστα όμως χαρακτηριστικά, διέκρινε και στο πανάχραντο πρόσωπο του αγίου.

«Αδύνατον!» ψιθύρισε και σταυροκοπήθηκε βιαστικά τρεις φορές. Προχώρησε αλαφροστενάζοντας, με γοργό βήμα προς την Ωραία Πύλη. Δύο βήματα πριν έπεσε απότομα στα γόνατα, σαν πυροβολημένος.

«Θε μου... Θε μου... Νυν απολύεις τον δούλον σου...» ψέλλισε κι αναλύθηκε σε ένα γοερό κλάμα. Το φωτοστεφανωμένο πρόσωπο που είχε απέναντί του ήταν για άλλη μια φορά το δικό του - απαράλλαχτη κορωνίδα πάνω από διαφορετικά σώματα: του Αγιαντρέα, του Προδρόμου, ακόμα και πάνω από εκείνο του Χριστού. Ετσι πεσμένος στα γόνατα έστρεψε το κεφάλι στις τοιχογραφίες που πλαισίωναν το τέμπλο. Παντού το ίδιο, πάμφωτο, μα ωστόσο άτεγκτο, δικό του πρόσωπο. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, είχε διακρίνει τα πρώτα σημεία, αν και αδιόρατα, έναν περίπου χρόνο μετά την έλευσή του στη νέα ενορία. Το ουσιαστικά ακαλλιέργητο χάρισμα λόγου με το οποίο μάγευε το ποίμνιο των απολωλότων προβάτων σε κάθε κήρυγμα. Τα μουσκεμένα μάγουλα και τα αναφιλητά που σαν να πλήθαιναν συν τω χρόνω. Τα διάσπαρτα ξεσπάσματα απελπισμένης αφοσίωσης: οι κοπετοί στην εξομολόγηση, οι περίτρανες μεταμέλειες, ο ζήλος των εθελοντών για το πνευματικό έργο του κατηχητικού, του γηροκομείου και του ραδιοφωνικού σταθμού της ενορίας, που ο ίδιος είχε αναστήσει. Ακόμα και το πάθος με το οποίο οι ψαλτάδες έψαλλαν «εις πολλά έτη». Αλλά και σε ατομικό επίπεδο: στο θείο δώρημα μιας σπάνιας εσωτερικής δύναμης αντίστασης στον ζόφο της αμαρτίας. Στο επαμειβόμενο πνευματικό έπαθλο της αρχιμανδροσύνης - σε τόσο νεαρά ηλικία.

Εκεί καθισμένον ανακούρκουδα απέναντι στο λεπτοπελεκημένο τέμπλο, χύνοντας δάκρυα χαράς τον βρήκε ο Γρηγοράκης καθώς εισέβαλε τρέχοντας στη μακρόστενη εκκλησία. Πίσω του ακολουθούσε, εμφανώς αναστατωμένος από την ανάρμοστη εισβολή, ο επίτροπος, ο κύριος Ζαχαρίας. Επιασαν ο καθένας από ένα μπράτσο και τον τραβούσαν να σηκωθεί. Ο λυγερόκορμος αρχιμανδρίτης, ενώ συνήθως απέφευγε επιμελώς τις επαφές αφέθηκε στα χέρια που πάσχιζαν να τον ξαναστήσουν στα πόδια του.

«Τι βλέπεις γύρω σου Ζαχαρία μου;», σιγοψιθύρισε ανάμεσα στους λυγμούς. «Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις», πρόσθεσε συγκλονισμένος.

«Τι βλέπω πάτερ μου, τι βλέπω», έκανε αμήχανα εκείνος.

«Δεν βλέπεις το καθαγιασμένο μου πρόσωπο σε όλες τις μορφές των αγίων στεφανωμένο με άκτιστο φως;». Είπε ορθώνοντας τη μπάσα φωνή και το κορμί του, περιφέροντας τον τεντωμένο του βραχίονα σαν ξεναγός. Ο άλλος κοιτούσε με ανοιχτό στόμα τους πολύχρωμους τοίχους, στριφογυρίζοντας γύρω από τον άξονά του. Δεν ξέρω αν ήταν η επιβλητική μορφή του πατέρα Ευτύχιου ή κάποια μύχια, χρόνια καιροφυλακτούσα αντεπιθυμία που τον έριξε κι εκείνον στα γόνατα σπαράζοντας γοερά: «Ναι, ναι βλέπω, βλέπω άγιε πατέρα», φώναξε, ξεσπώντας σε κλάματα, ενώ άρχισε να σταυροπροσκυνάει τον ιερέα, κάνοντας βαθιές μετάνοιες.

Ο νεαρός που παρακολουθούσε αμέτοχος, έπιασε να σέρνει τον παπά απ' το χέρι: «Ελα παππούλη μου, έλα... Η γιαγιά μου πεθαίνει... Ψυχοπαραδίνει όπως λέει, και θέλει να κοινωνήσει πριν αποχαιρετήσει για τις αιώνιες... τα αιώνια μοναστήρια ή κάπως έτσι...».

Ο Γρηγοράκης είχε προλάβει -στα 23 του- να μάθει από την κακή και την ανάποδη τα ελληνικά νοσοκομεία. Είχε περάσει αμέτρητα μερόνυχτα, λίγο πριν κλείσει τα δώδεκα, στο προσκεφάλι της μάνας του που χαροπάλευε από τροχαίο στο ΚΑΤ. Μετά τον θάνατό της, και την αλαφροπάτητη εξαφάνιση του πατέρα, άρχισε να μπαινοβγαίνει και πάλι στις κλινικές συνοδεύοντας τη φιλάσθενη γιαγιά του.

Τούτη τη φορά όμως όλα δείχναν ότι θα ήταν η τελευταία. Το ογκίδιο που είχε διαγνωστεί στον μαστό της κυρά-Σταυρούλας (και δεν έπαιρνε επέμβαση ένεκα του εμφυσήματος που της φιλοδώρησε μαζί με μια πενιχρότατη σύνταξη η δουλειά της καθαρίστριας) είχε ριζοβολήσει μέσα της και θέριευε σε πείσμα των χημειοθεραπειών. Από κοντά και το εμφύσημα συναυτουργούσε στο «κακό», χειροτερεύοντας.

Το περασμένο βράδυ η γραία που ένιωθε ότι τα είχε φάει πια τα ψωμιά της, δεν έκλεισε μάτι. Η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο κοντή, πραγματικό αγκομαχητό. Οι γιατροί την εξέτασαν κι είπαν πως ήταν πια θέμα ημερών. Αν όχι ωρών. Ο Γρηγοράκης που ξενυχτούσε πλάι της δεν σήκωσε κεφάλι από το PlayStation μέχρι που την άκουσε να τον ορμηνεύει για το νεκροσέντουκο και να αποζητάει τον παπά.

«Είμαι πολύ αμαρτωλή πάτερ Ευτύχη μου», ψέλλισε εκείνη πριν αυτός προλάβει να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού, προσέχοντας μην αγγίξει το πολυπλόκαμο σύστημα από σωληνάκια που την κρατούσαν καρφωμένη στο στρώμα. «Ακούω τις καμπάνες να τραγουδούν», συνέχισε με σφυριχτή αναπνοή, «κι εγώ κάθομαι εδωνά και κοιτώ το ταβάνι... Ο Θεός να με συγχωρέσει...» συνέχισε, παλεύοντας να ανασηκωθεί. Ο αρχιμανδρίτης την παρατηρούσε ανέκφραστος σαν να άκουγε το ίδιο το ξεκούτιασμα.

«Και στα καλά σας όμως, δεν ήσασταν τακτική στην εκκλησία, κυρά-Σταυρούλα μου», αποκρίθηκε μ' ένα χαμόγελο ευαρέσκειας. «Κι όταν μ' ακούγατε να υπογραμμίζω πως τα πρόσφορα δεν φτάνουν για να πάρει αντίδωρο το χριστεπώνυμο πλήρωμα, δεν σας είδα να γρηγορείτε. Και να πω πως σας ενδιέφερε η πνευματική τροφή; Ολο ψιλοκουβεντούλα πιάνατε στα κηρύγματα. Δεν σας τα λέω μετά χαράς, κυρά Σταυρούλα μου», συνέχισε απτόητος, «αλλά γιατί πλησιάζει η ώρα που θα σας κρίνει ο Θεός...».

Η γριά ξέσπασε σε αναφιλητά. Η αναπνοή όμως δεν τη βάσταγε και το κλάμα μετατράπηκε πάραυτα σε ρόγχο. Ο παπάς της έδωσε θορυβημένος οξυγόνο. Εκείνη γούρλωνε τα μάτια πασχίζοντας να πάρει ανάσες, στυλώνοντας πάνω του ένα ευσπλαχνικό βλέμμα που του έδινε ακόμα περισσότερο στα νεύρα.

Οταν βρήκε την ανάσα της, έκανε να του μιλήσει: «Πετάγομαι... και στον Προφήτη Ηλία, στο Χαλάνδρι... εκεί λειτουργιέται η Ταμάρα... καλή κοπέλα... μάλαμα... και πολύ ταλαιπωρημένη... αυτή γιατροπόρεψε τη μάνα του Γρηγοράκη μου... Είναι ξωμερίτισσα η καημένη και μόνη... δεν έχει κανέναν εδώ. Μένει εσωτερική σ' ένα πλουσιόσπιτο... φροντίζει μια νεαρή, ξωπαρμένη, που δεν ξεμυτίζει έξω. Οσο... όσο για τα πρόσφορα... μια σφραγίδα έχω μονάχα... και τη δανείζω... τη δανείζω και στις άλλες...».

Την κυρά-Σταυρούλα την ξέχασε ή μάλλον την ξέγραψε αμέσως αφού την κοινώνησε και πάτησε πόδι έξω από το δωμάτιο. Από τότε πέρασε καιρός. Είχε διαβάσει τα δώδεκα ευαγγέλια, είχε ψάλλει τα εγκώμια, είχε κάνει την αποκαθήλωση κι ετοιμαζόταν πια για το βράδυ της Ανάστασης. Ηταν εξέχουσας σημασίας η φετινή Ανάσταση. Περίμενε αγωνιωδώς το περίλαμπρο θαύμα που θα αποκάλυπτε, ωσάν άγγελος εξ ουρανού, σε ολόκληρο το εκστασιασμένο εκκλησίασμα τα αδιαμφισβήτητα πειστήρια της αγιότητάς του.

Εβαλε ευλογητός, έδωσε το Φως, διάβασε το αναστάσιμο ευαγγέλιο και βγήκε, απελπισμένος και κατηφής, λες κι έθαβε τον ίδιο του τον πατέρα, στην Ωραία Πύλη να διαβάσει τον κατηχητικό λόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Μόλις έφτασε στο: «φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον», έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στους ενορίτες του κι έχασε τη μιλιά του. Αντίκρισε την κυρά-Σταυρούλα να μπαίνει στον ναό ντυμένη στα γιορτινά της, να προσκυνάει ευλαβικά την εικόνα, να βαδίζει με βήμα ζωηρό προς το μέρος του και να στέκεται πρώτη στην ουρά να μεταλάβει.

Απέξω στα σκαλάκια ο Γρηγοράκης έσκυβε προσηλωμένος και σιωπηλός πάνω από τη φωτεινή οθόνη του PlayStation.

Related Posts with Thumbnails