Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020
ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ (ΒΙΝΤΕΟ)
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016
Ο "ΑΓΙΟΣ ΖΕΝΕ", Ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ "ΠΙΣΤΟΙ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΑΓΙΟΙ...
Σάββατο 5 Απριλίου 2014
ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ "ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 2014" ΣΤΟ INTV.GR
Τρίτη 1 Απριλίου 2014
Ο ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ INTV.GR
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014
ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΑΠΟΨΕ ΣΤΙΣ 9.30 ΣΤΟ ΙΝΤV.GR
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014
ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ INTV.GR ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ ΠΕΜΠΤΗ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ
Δείτε τις σχετικές με τον Σπύρο Γιανναρά αναρτήσεις της Ιδιωτικής Οδού εδώ.
Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011
ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ: Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ενας «μεταφραστικός είλωτας»!
Δευτέρα 11 Απριλίου 2011
Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ - ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΑΡΣΑΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΛΑΡΙΩΝ: "Επιστροφή στο μονοφωνικό μέλος στη Ρωσία"
Σε προηγούμενη ανάρτηση για την πρόσφατη συναυλία της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας στην Αγία Πετρούπολη, σημείωσα το αυξανόμενο ενδιαφέρον των ρώσων - μουσικολόγων και πιστών - για την μονοφωνική εκκλησιαστική μουσική, η οποία υπήρχε παλαιότερα στη Ρωσία. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Καθημερινή και στον Σπύρο Γιανναρά, ο μουσικολογιώτατος - εκτός των άλλων - Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων αναφέρεται αναλυτικότερα στο θέμα αυτό.
Στην ερώτηση του Σπ. Γιανναρά για το αν εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα στη Ρωσία ισχυρό ρεύμα για την επιστροφή στη ρωσική μη δυτικότροπη εκκλησιαστική μουσική του 16ου και του 17ου αιώνα, απαντάει ως εξής:
Τελευταία στη Ρωσία έχει σημειωθεί άνοδος του ενδιαφέροντος για την παλαιά ρωσική εκκλησιαστική παράδοση. Αυτό αφορά τόσο τη ναοδομία, όσο και την αγιογραφία και την εκκλησιαστική ψαλμωδία. Ορισμένα μοναστήρια και ενοριακοί ναοί έχουν εγκαταλείψει την πολυφωνική ψαλμωδία (όπου κάθε φωνή ακολουθεί τη δική της μουσική παρτίδα), και την οποία υιοθετήσαμε από τη Δύση τον 18-19 αι., για να επανέλθουν στο παραδοσιακό για τη Ρωσία λεγόμενο μονοφωνικό μέλος «ζνάμεννογιε». Οπως η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, το μονοφωνικό μέλος «ζνάμεννογιε» συμβάλλει και διδάσκει την προσευχή, διότι το μέλος «ζνάμεννογιε» βασίζεται στην εμπειρία της προσευχής. Ενώ η μουσική γλώσσα των πολυφωνικών έργων έχει κοσμικό χαρακτήρα και στην περίπτωση, όταν αυτά προορίζονται για την εκκλησιαστική χρήση.
Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011
ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΜΕ ΑΚΟΜΗ ΤΟΝ ΚΥΡ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

Εξηγεί ο Σπύρος Γιανναράς: "Ζητήσαμε λοιπόν από διαφορετικούς σε ηλικία και επάγγελμα, αναγνώστες του να μας εξηγήσουν γιατί τον διαβάζουν σήμερα. Από τις απαντήσεις προκύπτει ότι ο Παπαδιαμάντης εξακολουθεί να λάμπει παρά τη θέλησή μας, λειτουργώντας ως μεσάζων στην ανακάλυψη ενός βαθύτερου εαυτού μας από τον οποίο δεν έχουμε αποκοπεί πλήρως".
- Για τον Παντελή Μπουκάλα ο Παπαδιαμάντης είναι "ποιητής πάνω απ' όλα".
- Ο επιμελητής των Απάντων του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μας συγκινεί για άλλη μια φορά "με τις ανταύγειες του υψιδρόμου σέλαος". Παραθέτω ολόκληρο το μικρό κείμενο του:
Σε μια απαρατήρητη αλλά οξυδερκέστατη υποσημείωσή του ο Σεφέρης γράφει ότι το δόγμα του Παπαδιαμάντη έγινε «φύσις», τόσο που να τον μειώνει καίρια κανείς όταν το παραβλέπει (το δόγμα). Την επανέλαβε με ολόκληρο δοκίμιο εδώ και 50 χρόνια ο Λορεντζάτος, ωστόσο οι μειώσεις είναι αναρίθμητες. Δεν είναι άσχετες με την «φύσιν» του αυτές οι αράδες του Παπαδιαμάντη : «Ω, αι ώραι του λυκαυγούς!... Ιδού «αυτόμαται ήξαν πύλαι» ας έχον ώραι, πλην ας αφήσωμεν τους παλαιούς, και ας ψάλωμεν μετά του Κοσμά του θεσπεσίου: «Προσενωπίω σοι ώραι, υπεκλίθησαν, φως γαρ και προ ποδών υψίδρομον σέλας, Χριστέ...»» (226. 23-26). Παρέλκει εδώ η ερμηνεία της διάβασης από τον Ομηρο στον Κοσμά. Θέλω να πω μόνο ότι διαβάζω τον Παπαδιαμάντη αχώριστο από την «φύσιν» του, με όσες ανταύγειες του υψιδρόμου σέλαος αξιώνομαι και πάντοτε με σκηνικό την παπαδιαμαντική θάλασσα της Λίμνης Ευβοίας, απείκασμα του «άνω βυθού».
- Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης μας λέει για το πώς επιστρέφει συχνά στη ζωή σαν ηθογραφία του Σκιαθίτη: Με τον καιρό, βυθίστηκα στην πρόζα του, τη μουρμουριστή και εμμελή, ακολούθησα το βλέμμα του πάνω στους ανθρώπους, το βλέμμα του που χαϊδεύει εταστικά λοφίσκους και γραΐδια, τον τρόπο με τον οποίο ιχνογραφεί απαλά το κοινό και το κύριο, εισέπνευσα το ψυχικό άρωμα της ακατακρισίας, της συμπόνιας, της συχώρεσης, της αγάπης. Με τον καιρό, άρχισα να σκέφτομαι ότι ο Παπαδιαμάντης μάς έμαθε να βλέπουμε τον τόπο που ζούμε, τον τρόπο που ζούμε, ανθρώπους αντινομικούς, παλαιούς, παράφορους, αλλοπρόσαλλους, δαιμονισμένους και άγιους, σοφούς, ανθρώπους που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο.
- Ο νομικός Σπύρος Παπαδόπουλος βλέπει τον Παπαδιαμάντη σαν συχωριανό του.
- Ο ποιητής και μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης μας λέει απερίφραστα πώς "ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από τους νοηματοδότες της νεότερής μας ταυτότητας, ένας από τους στυλοβάτες της συλλογικής μας αυτοκατανόησης. Το έργο του μας συναρπάζει επειδή εικονογραφεί όσο λίγα τη σταθερότερη απ' τις σταθερές του νεοελληνικού βίου, τη μόνιμη διελκυστίνδα ανάμεσα στη Δύση και στη δική μας, καθ' ημάς, Ανατολή. Και ό,τι αυτή συνεπάγεται".
- Ο ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος μας προτρέπει ολόψυχα "Να ονειρευόμαστε την ουτοπία της κοινότητας. Μια ουτοπία που είναι πιο κοντά μας κι από την ίδια την πραγματικότητα. Μια ουτοπία που βρίσκεται γύρω μας, αν τη δούμε και την αγαπήσουμε εντός μας. Αυτή την κατ' εξοχήν αλήθεια ανέδειξε το χάρισμα του Παπαδιαμάντη κι αυτήν μας κατέλειπε η αγάπη του, ζωή ολοζώντανη, στο έργο του".
- Τέλος, ο μουσικός Μάνος Αχαλινωτόπουλος μας μιλάει για τον δικό του κυρ Αλέξανδρο που "είναι ο μάγος του ξεπεσμένου δερβίση, είναι εκείνος που μίλησε με τον πιο ποιητικό, μεταφυσικό και εν τέλει γιορταστικό τρόπο για τον ήχο, τη μουσική και την πνοή".
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΑΡΤΟ ΖΩΗΣ"

Ο «Αρτος Ζωής» είναι ένα ίδρυμα που στηρίζεται σε κληροδότημα του θεολόγου Αθανάσιου Λυμπερόπουλου, γόνου εύπορης οικογένειας των Πατρών, και ιδρύθηκε το 1937 με σκοπό φιλανθρωπικό και κατηχητικό. Τον χαρακτήρα αυστηρής επιστημονικής βιβλικής θεολογίας του ιδρύματος έδωσε ο καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης αείμνηστος Σάββας Αγουρίδης, ο οποίος διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρός του. Το ίδρυμα "ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ", που σήμερα διευθύνει ο φιλόλογος και διευθυντής της Νέας Εστίας Σταύρος Ζουμπουλάκης, διοργανώνει σήμερα και αύριο, 27 Νοεμβρίου 2010, συνέδριο στην Αθήνα με τον τίτλο: "Η μεσσιανική ιδέα και οι μεταμορφώσεις της. Από την Παλαιά Διαθήκη ως τους πολιτικούς μεσσιανισμούς του 20ου αιώνα".
Το συνέδριο ξεκίνησε σήμερα το απόγευμα και πραγματοποιείται στο αμφιθέατρο "Μεγάρου Διοικητού Θεοδώρου Β. Καρατζά". Το πλήρες πρόγραμμα του συνεδρίου δείτε εδώ. Με αφορμή αυτό το συνέδριο ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έδωσε την περασμένη Κυριακή συνέντευξη στον Σπύρο Γιανναρά και την Καθημερινή, λέγοντας θαυμάσια πράγματα, μεστά και ουσιαστικά. Σταχυολογώ ενδεικτικά τα όσα λέει για τη θέση της Βίβλου στη ζωή μας και τα σχετικά με το συνέδριο:
– Θα σας ενδιέφερε να ρίξετε γέφυρες προς τον κόσμο της αριστερής και της ευρύτερης διανόησης;
– Αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα το δικό μου με τον «Αρτο Ζωής». Εξεγείρομαι απέναντι στην παντελή αγνόηση της Βίβλου. Και από τους πιστούς και από τους μη πιστούς. Ενας μορφωμένος άνθρωπος σήμερα στην Ελλάδα, αν δεν έχει διαβάσει Σοφοκλή, ντρέπεται να το πει. Λέει όμως πάρα πολύ άνετα, σχεδόν υπερηφάνως, ότι δεν ξέρει τον Hσαΐα, τη Γένεση, τον Απόστολο Παύλο. Θεωρεί ότι αυτά είναι για τους παπάδες. Αυτό με ενοχλεί πάρα πολύ. Θεωρώ ότι δεν μπορείς να σκεφτείς τα προβλήματα του εαυτού σου και του κόσμου ως Ευρωπαίος άνθρωπος χωρίς τη Βίβλο. Οποιος, αγνοώντας τη Βίβλο και τον χριστιανισμό, νομίζει ότι καταλαβαίνει τον Εγελο γελιέται. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Βέβαια η υποχώρηση της βιβλικής παιδείας υπάρχει και στην Ευρώπη. Οταν η Εκκλησία συρρικνώθηκε μέχρις εξαφανίσεως στις χώρες της Ευρώπης, χάθηκε το όχημα της βιβλικής παιδείας στην κοινωνία. Οταν λέμε ότι θέλουμε να φέρουμε τη Βίβλο στον δημόσιο χώρο της σκέψης, δεν εννοούμε προφανώς πως ζητούμε από τους ανθρώπους να προσχωρήσουν στην πίστη αλλά απλώς να πάρουν στα σοβαρά αυτή την παράδοση σκέψης. Για να γίνει αυτό, πρέπει προηγουμένως να γίνει κατανοητό ότι η Βίβλος σκέπτεται, ότι υπάρχει βιβλική σκέψη. Είναι λάθος η διάκριση που κάνουμε μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ, όπου η Αθήνα εκφράζει τη σκέψη και η Ιερουσαλήμ την πίστη. Η Βίβλος αφηγείται, εντέλλεται, υμνεί, και διά αυτών σκέπτεται. Η ένταση μεταξύ των δύο, Αθήνας και Ιερουσαλήμ, είναι ουσιαστικά ένταση μεταξύ δύο διαφορετικών τρόπων σκέψης.
– Σε αυτή την προοπτική εντάσσεται και το συνέδριο που ετοιμάζετε;
– Το συνέδριο είναι ακριβώς σε αυτή τη λογική: να φέρουμε τη βιβλική σκέψη στη δημόσια συζήτηση και να συναντηθούν οι βιβλικοί θεολόγοι με ανθρώπους από άλλους πνευματικούς ορίζοντες. Γι’ αυτό και διαλέξαμε το θέμα του μεσσιανισμού, ένα κεντρικό θέμα στην ευρωπαϊκή ιστορία μέχρι τον 20ό αιώνα. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για τους πολιτικούς μεσσιανισμούς του 20ού αιώνα, για τον ναζισμό, τον κομμουνισμό κ.λπ., και αγνοούν παντελώς την καταγωγή της ιδέας. Θα είναι ένα συνέδριο συνάντησης βιβλικών θεολόγων, φιλοσόφων, πολιτικών στοχαστών, ιστορικών πάνω στο θέμα αυτό. Φιλοδοξούμε να διοργανώνουμε κάθε χρόνο ένα συνέδριο αυτού του τύπου: συνάντηση βιβλικών και θεολόγων εν γένει με θύραθεν στοχαστές πάνω σε ένα θέμα που πηγάζει από τη Βίβλο.
Τρίτη 6 Απριλίου 2010
"Ζωή χαρισάμενη" του ΣΠΥΡΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Ο Σπύρος Γιανναράς είναι άξιος γιός του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά, ακριβώς γιατί διαφέρει αρκετά από τον πατέρα του. Ο Σπύρος Γιανναράς ασχολήθηκε φυσικά με τα γράμματα, αλλά ως αυτόφωτος εξ αρχής.
Έζησε έξι χρόνια στη Γαλλία, όπου μετά από μια σύντομη ενασχόληση με την Aρχιτεκτονική στο Στρασβούργο, κατέληξε στο Παρίσι. Εκεί σπούδασε Γαλλική Φιλολογία. Σήμερα εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Kαθημερινή. Έχει δημοσιεύσει βιβλιοκριτικές και άρθρα στα περιοδικά Nέα Eστία, Διαβάζω, Eπίγνωση, Mανιφέστο, Eυθύνη και Nέα Πολιτική.
Τα διηγήματά του από τις εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, με τον τίτλο Ο Λοξίας, μας αποκαλύπτουν ένα νέο λογοτέχνη, πολλά υποσχόμενο. Έχει αναμφισβήτητα φιλοσοφικές καταβολές ο Σ. Γιανναράς. Αυτές, όμως, τις μετουσιώνει σε λογοτεχνία. Δεν είναι εύκολος δρόμος αυτός. Γιατί μπορεί τα αφηγήματα να γλιστρίσουν σε δοκιμιακά κείμενα. Όμως ο Σ. Γιανναράς αν κάτι σίγουρα πήρε από τον πατέρα του είναι η πάλη με τις λέξεις και τις ιδέες. Κι αυτό σηματοδοτεί μια πορεία χωρίς αυτονόητα, αλλά με επαναπροσδιορισμό κάθε στιγμή.
Διαβάζω με βουλιμία και τα άρθρα του στην Καθημερινή, τα οποία θεωρώ καίρια και ουσιαστικά, παρά τον επικαιρικό τους χαρακτήρα.
(Η φωτό των Χρήστου και Σπύρου Γιανναρά είναι της Ιδιωτικής Οδού - Πόλις, Δεκ. 2008).
Αναδημοσιεύω παρακάτω το πασχαλιάτικο διήγημα του Σ. Γιανναρά από την Καθημερινή της Κυριακής του Πάσχα (ζωγραφιά: Ανδρέας Δεβετζής). Και εύχομαι από καρδιάς στον όλο ήθος Σπύρο τα κάλλιστα και τα αναστάσιμα διά βίου.Ζωή χαρισάμενη
«Καθ' ότι αν κοινωνήσωμεν,
αληθεύομεν, ά δε ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα»
Ηράκλειτος
Ο πατήρ Ευτύχιος σηκώθηκε αχάραγα, παραμονή των Βαΐων, αποκαμωμένος από τον κακό ύπνο. Η ζωντάνια του νυχτερινού ενύπνιου ταλάνιζε για ώρες το μυαλό του. Ηταν όντως θαύμα ή μήπως κάποιο από τα υποχθόνια παιχνίδια του εωσφόρου; Οσο όμως το ξανασκεφτόταν, ένιωθε να μετακινείται προς το φως. Το ίδιο άκτιστο φως που κατέκλυζε το όνειρό του. Οχι, δεν έκανε λάθος, ο εαυτός του ήταν που εμφανίστηκε «εν ετέρα μορφή» στον ύπνο του. Ενσώματος, μα άσαρκος, απελευθερωμένος από τα βδελυρά δεσμά της σάρκας και της αμαρτίας.
Στον Αγιο Ανδρέα, την ενορία του, όπου κατέβηκε πριν από τον όρθρο τον περίμενε άλλο χτυποκάρδι. Σκύβοντας να προσκυνήσει την εικόνα του αγίου στον νάρθηκα αντίκρισε το πρόσωπό του στην επιφάνεια του γυαλιού, φωταγωγημένο. Ορθώθηκε απότομα και έριξε ένα πλάγιο βλέμμα κάτω από το τζάμι. Το αίμα του πάγωσε. Οχι, δεν έκανε λάθος, τα δικά του, άκτιστα όμως χαρακτηριστικά, διέκρινε και στο πανάχραντο πρόσωπο του αγίου.
«Αδύνατον!» ψιθύρισε και σταυροκοπήθηκε βιαστικά τρεις φορές. Προχώρησε αλαφροστενάζοντας, με γοργό βήμα προς την Ωραία Πύλη. Δύο βήματα πριν έπεσε απότομα στα γόνατα, σαν πυροβολημένος.
«Θε μου... Θε μου... Νυν απολύεις τον δούλον σου...» ψέλλισε κι αναλύθηκε σε ένα γοερό κλάμα. Το φωτοστεφανωμένο πρόσωπο που είχε απέναντί του ήταν για άλλη μια φορά το δικό του - απαράλλαχτη κορωνίδα πάνω από διαφορετικά σώματα: του Αγιαντρέα, του Προδρόμου, ακόμα και πάνω από εκείνο του Χριστού. Ετσι πεσμένος στα γόνατα έστρεψε το κεφάλι στις τοιχογραφίες που πλαισίωναν το τέμπλο. Παντού το ίδιο, πάμφωτο, μα ωστόσο άτεγκτο, δικό του πρόσωπο. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, είχε διακρίνει τα πρώτα σημεία, αν και αδιόρατα, έναν περίπου χρόνο μετά την έλευσή του στη νέα ενορία. Το ουσιαστικά ακαλλιέργητο χάρισμα λόγου με το οποίο μάγευε το ποίμνιο των απολωλότων προβάτων σε κάθε κήρυγμα. Τα μουσκεμένα μάγουλα και τα αναφιλητά που σαν να πλήθαιναν συν τω χρόνω. Τα διάσπαρτα ξεσπάσματα απελπισμένης αφοσίωσης: οι κοπετοί στην εξομολόγηση, οι περίτρανες μεταμέλειες, ο ζήλος των εθελοντών για το πνευματικό έργο του κατηχητικού, του γηροκομείου και του ραδιοφωνικού σταθμού της ενορίας, που ο ίδιος είχε αναστήσει. Ακόμα και το πάθος με το οποίο οι ψαλτάδες έψαλλαν «εις πολλά έτη». Αλλά και σε ατομικό επίπεδο: στο θείο δώρημα μιας σπάνιας εσωτερικής δύναμης αντίστασης στον ζόφο της αμαρτίας. Στο επαμειβόμενο πνευματικό έπαθλο της αρχιμανδροσύνης - σε τόσο νεαρά ηλικία.
Εκεί καθισμένον ανακούρκουδα απέναντι στο λεπτοπελεκημένο τέμπλο, χύνοντας δάκρυα χαράς τον βρήκε ο Γρηγοράκης καθώς εισέβαλε τρέχοντας στη μακρόστενη εκκλησία. Πίσω του ακολουθούσε, εμφανώς αναστατωμένος από την ανάρμοστη εισβολή, ο επίτροπος, ο κύριος Ζαχαρίας. Επιασαν ο καθένας από ένα μπράτσο και τον τραβούσαν να σηκωθεί. Ο λυγερόκορμος αρχιμανδρίτης, ενώ συνήθως απέφευγε επιμελώς τις επαφές αφέθηκε στα χέρια που πάσχιζαν να τον ξαναστήσουν στα πόδια του.
«Τι βλέπεις γύρω σου Ζαχαρία μου;», σιγοψιθύρισε ανάμεσα στους λυγμούς. «Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις», πρόσθεσε συγκλονισμένος.
«Τι βλέπω πάτερ μου, τι βλέπω», έκανε αμήχανα εκείνος.
«Δεν βλέπεις το καθαγιασμένο μου πρόσωπο σε όλες τις μορφές των αγίων στεφανωμένο με άκτιστο φως;». Είπε ορθώνοντας τη μπάσα φωνή και το κορμί του, περιφέροντας τον τεντωμένο του βραχίονα σαν ξεναγός. Ο άλλος κοιτούσε με ανοιχτό στόμα τους πολύχρωμους τοίχους, στριφογυρίζοντας γύρω από τον άξονά του. Δεν ξέρω αν ήταν η επιβλητική μορφή του πατέρα Ευτύχιου ή κάποια μύχια, χρόνια καιροφυλακτούσα αντεπιθυμία που τον έριξε κι εκείνον στα γόνατα σπαράζοντας γοερά: «Ναι, ναι βλέπω, βλέπω άγιε πατέρα», φώναξε, ξεσπώντας σε κλάματα, ενώ άρχισε να σταυροπροσκυνάει τον ιερέα, κάνοντας βαθιές μετάνοιες.
Ο νεαρός που παρακολουθούσε αμέτοχος, έπιασε να σέρνει τον παπά απ' το χέρι: «Ελα παππούλη μου, έλα... Η γιαγιά μου πεθαίνει... Ψυχοπαραδίνει όπως λέει, και θέλει να κοινωνήσει πριν αποχαιρετήσει για τις αιώνιες... τα αιώνια μοναστήρια ή κάπως έτσι...».
Ο Γρηγοράκης είχε προλάβει -στα 23 του- να μάθει από την κακή και την ανάποδη τα ελληνικά νοσοκομεία. Είχε περάσει αμέτρητα μερόνυχτα, λίγο πριν κλείσει τα δώδεκα, στο προσκεφάλι της μάνας του που χαροπάλευε από τροχαίο στο ΚΑΤ. Μετά τον θάνατό της, και την αλαφροπάτητη εξαφάνιση του πατέρα, άρχισε να μπαινοβγαίνει και πάλι στις κλινικές συνοδεύοντας τη φιλάσθενη γιαγιά του.
Τούτη τη φορά όμως όλα δείχναν ότι θα ήταν η τελευταία. Το ογκίδιο που είχε διαγνωστεί στον μαστό της κυρά-Σταυρούλας (και δεν έπαιρνε επέμβαση ένεκα του εμφυσήματος που της φιλοδώρησε μαζί με μια πενιχρότατη σύνταξη η δουλειά της καθαρίστριας) είχε ριζοβολήσει μέσα της και θέριευε σε πείσμα των χημειοθεραπειών. Από κοντά και το εμφύσημα συναυτουργούσε στο «κακό», χειροτερεύοντας.
Το περασμένο βράδυ η γραία που ένιωθε ότι τα είχε φάει πια τα ψωμιά της, δεν έκλεισε μάτι. Η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο κοντή, πραγματικό αγκομαχητό. Οι γιατροί την εξέτασαν κι είπαν πως ήταν πια θέμα ημερών. Αν όχι ωρών. Ο Γρηγοράκης που ξενυχτούσε πλάι της δεν σήκωσε κεφάλι από το PlayStation μέχρι που την άκουσε να τον ορμηνεύει για το νεκροσέντουκο και να αποζητάει τον παπά.
«Είμαι πολύ αμαρτωλή πάτερ Ευτύχη μου», ψέλλισε εκείνη πριν αυτός προλάβει να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού, προσέχοντας μην αγγίξει το πολυπλόκαμο σύστημα από σωληνάκια που την κρατούσαν καρφωμένη στο στρώμα. «Ακούω τις καμπάνες να τραγουδούν», συνέχισε με σφυριχτή αναπνοή, «κι εγώ κάθομαι εδωνά και κοιτώ το ταβάνι... Ο Θεός να με συγχωρέσει...» συνέχισε, παλεύοντας να ανασηκωθεί. Ο αρχιμανδρίτης την παρατηρούσε ανέκφραστος σαν να άκουγε το ίδιο το ξεκούτιασμα.
«Και στα καλά σας όμως, δεν ήσασταν τακτική στην εκκλησία, κυρά-Σταυρούλα μου», αποκρίθηκε μ' ένα χαμόγελο ευαρέσκειας. «Κι όταν μ' ακούγατε να υπογραμμίζω πως τα πρόσφορα δεν φτάνουν για να πάρει αντίδωρο το χριστεπώνυμο πλήρωμα, δεν σας είδα να γρηγορείτε. Και να πω πως σας ενδιέφερε η πνευματική τροφή; Ολο ψιλοκουβεντούλα πιάνατε στα κηρύγματα. Δεν σας τα λέω μετά χαράς, κυρά Σταυρούλα μου», συνέχισε απτόητος, «αλλά γιατί πλησιάζει η ώρα που θα σας κρίνει ο Θεός...».
Η γριά ξέσπασε σε αναφιλητά. Η αναπνοή όμως δεν τη βάσταγε και το κλάμα μετατράπηκε πάραυτα σε ρόγχο. Ο παπάς της έδωσε θορυβημένος οξυγόνο. Εκείνη γούρλωνε τα μάτια πασχίζοντας να πάρει ανάσες, στυλώνοντας πάνω του ένα ευσπλαχνικό βλέμμα που του έδινε ακόμα περισσότερο στα νεύρα.
Οταν βρήκε την ανάσα της, έκανε να του μιλήσει: «Πετάγομαι... και στον Προφήτη Ηλία, στο Χαλάνδρι... εκεί λειτουργιέται η Ταμάρα... καλή κοπέλα... μάλαμα... και πολύ ταλαιπωρημένη... αυτή γιατροπόρεψε τη μάνα του Γρηγοράκη μου... Είναι ξωμερίτισσα η καημένη και μόνη... δεν έχει κανέναν εδώ. Μένει εσωτερική σ' ένα πλουσιόσπιτο... φροντίζει μια νεαρή, ξωπαρμένη, που δεν ξεμυτίζει έξω. Οσο... όσο για τα πρόσφορα... μια σφραγίδα έχω μονάχα... και τη δανείζω... τη δανείζω και στις άλλες...».
Την κυρά-Σταυρούλα την ξέχασε ή μάλλον την ξέγραψε αμέσως αφού την κοινώνησε και πάτησε πόδι έξω από το δωμάτιο. Από τότε πέρασε καιρός. Είχε διαβάσει τα δώδεκα ευαγγέλια, είχε ψάλλει τα εγκώμια, είχε κάνει την αποκαθήλωση κι ετοιμαζόταν πια για το βράδυ της Ανάστασης. Ηταν εξέχουσας σημασίας η φετινή Ανάσταση. Περίμενε αγωνιωδώς το περίλαμπρο θαύμα που θα αποκάλυπτε, ωσάν άγγελος εξ ουρανού, σε ολόκληρο το εκστασιασμένο εκκλησίασμα τα αδιαμφισβήτητα πειστήρια της αγιότητάς του.
Εβαλε ευλογητός, έδωσε το Φως, διάβασε το αναστάσιμο ευαγγέλιο και βγήκε, απελπισμένος και κατηφής, λες κι έθαβε τον ίδιο του τον πατέρα, στην Ωραία Πύλη να διαβάσει τον κατηχητικό λόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Μόλις έφτασε στο: «φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον», έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στους ενορίτες του κι έχασε τη μιλιά του. Αντίκρισε την κυρά-Σταυρούλα να μπαίνει στον ναό ντυμένη στα γιορτινά της, να προσκυνάει ευλαβικά την εικόνα, να βαδίζει με βήμα ζωηρό προς το μέρος του και να στέκεται πρώτη στην ουρά να μεταλάβει.
Απέξω στα σκαλάκια ο Γρηγοράκης έσκυβε προσηλωμένος και σιωπηλός πάνω από τη φωτεινή οθόνη του PlayStation.








