Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ...


Δεκαπενταυγούστου Ἀποχαιρετισμός... 
(Ποιμαντικὰ βιώματα) 
Τὰ βιβλία ἔκλεισαν, μετὰ τὴν Παράκληση τὴ στερνὴ ποὺ ψάλαμε στὴ Χάρη Της, τὰ κεριὰ ἕνα-ἕνα σβύνουν, χαμηλώνει τὸ φῶς μὲ τὴν τοῦ ἡλίου δύσιν καὶ σιωπηλὰ ὁ ναὸς ἐνδύεται τὸ νυχτωμένο του χιτώνα, μὲ περισσὴ ἀκρίβεια καὶ ὑπομονή. Ἀδειανὸς πιὰ ὁ χῶρος ἀχνοφωτίζεται ἀπὸ τὸ κατανυκτικὸ τὸ φῶς τῶν κανδηλῶν, ποὺ ἐπιμένουν νὰ συνεχίζουν τὰ δικά τους τὰ τροπάρια ἐμπρὸς ἀπὸ τὶς ἅγιες εἰκόνες. 
Οἱ λίγοι φιλακόλουθοι ἐνορίτες ξεκίνησαν τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὰ σπίτια τους, κομίζοντας, μαζὶ μὲ τὴν εὐωδία τοῦ θυμιάματος, καὶ τὴν εὐλογία Της, ποὺ μετουσιώνεται σὲ αἰσιοδοξία, ζυμωμένη μὲ κείνη τὴ χαρμολύπη τῶν ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ ἀναμονή. Τὶ ἄλλο ἀπὸ τὴ Γιορτή. Αὐτὴ ποὺ προετοιμάζεται δεκαπέντε μέρες τώρα, μὲ νηστεία, σιωπὴ καὶ προσευχή. «Ὤ, Δέσποινα τοῦ Κόσμου γενοῦ μεσίτρια». Κι Ἐκείνη ἀφουγκράζεται, κάθε βράδυ, μαζὶ μὲ τὰ ὀνόματα ποὺ διαβάζει ὁ παπᾶς στὶς Παρακλήσεις καὶ τὶς ἄλλες παρακλήσεις, αὐτὲς ποὺ ψιθυρίζει ἡ καρδιά κι ἀνεβαίνουν ὕστερα ἴσαμε τὰ μάτια, ὡς ἄλλο θάμπωμα... Ὡς ροὴ δακρύων, ποὺ Τὴν ἰκετεύουμε «μὴ ἀποποιήσει»... 
Ὅμως ἀπόψε μὲ τὴ στερνὴ Παράκληση καὶ τὰ προεόρτια τροπάρια ποὺ εἴπαμε, μιὰ ρωγμὴ βαθειὰ ἀνοίγεται στὴν ψυχὴ τοῦ ἱερέα, ποὺ ἐπίτηδες καθυστερεῖ τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὸ σπίτι... Μιὰ ρωγμὴ ἀπ᾿ ὅπου ἀνεβαίνουν μέσα του κάποια ἐρωτήματα καὶ στοχασμοί, ποὺ θέλει, μέσα στὴν ἀπόβραδη κι εὐκατάνυκτα σιωπηλὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ναοῦ, νὰ σκεφτεῖ νηφάλια καὶ νὰ προσέξει. Γιατὶ ἕνα ἀπὸ τὰ προνόμια ποὺ ἔχει ἕνας παπᾶς, εἶναι καὶ τούτη ἡ παρένθεση στὴν ἐφημερία του: Τὸ νὰ μπορεῖ ἐνώπιος ἐνωπίω νὰ σκέφτεται, νὰ διαλέγεται μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ Θεό, νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν ψυχή του, νὰ τὴ συγυρίζει. Γι᾿ αὐτὸ κι εἶναι τούτη ἡ παρένθεση γόνιμη καὶ σωτήρια. 
Συλλογίζεται λοιπόν, πὼς ἄλλο ἕνα ἱερὸ δεκαπενθήμερο ἔφτασε στὸ τέλος του. Κοιτάζει τ᾿ ἀδειανὰ τὰ στασίδια καὶ ἀναλογίζεται πόσες καὶ καὶ πόσες ψυχὲς δὲν κάθησαν σ᾿ αὐτὰ στὰ τριανταπέντε αὐτὰ χρόνια τῆς ἱερατικῆς του διακονίας... Μέχρι ποὺ ἀναχώρησαν γιὰ πάντα ἀφήνοντας τὸ στασίδι γιὰ τὸν ἑπόμενο. Μόνο ποὺ κάποι᾿ ἀπ᾿ αὐτὰ ἀπόμειναν ἀκόμα ἄδεια, ἀφοῦ λιγόστεψε ὁ ἐνοριακὸς πληθυσμός, καὶ περιμένουν ἄδεια, ὅπως τὰ σπίτια νὰ τὰ ἐγκατοικήσει πάλι κάποιος. 
Ἀπό τὴν Ὡραία Πύλη ἕνα λιγοστό, μελιχρὸ φῶς προσπαθεῖ ν᾿ ἁπλωθεῖ στὸ ναό. Εἶναι ἀπό τὴν ἀκοίμητη κανδήλα τοῦ ἱεροῦ, ποὺ ἐπί αἰῶνες παραμένει ἔτσι, ὅπως ἡ πίστη τῶν προκατόχων του ἱερέων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνοριτῶν, τῶν ἱεροψαλτῶν, τῶν ἐπιτρόπων, ποὺ κράτησαν ζωντανὴ αὐτὴ τὴ μικρὴ κοινότητα. Στ᾿ ἀλήθεια, σκέφτεται, πόσοι ἐκ τῶν ἐφημερίων ἐκείνων δὲν εἶπαν τὸ στερνὸ «Δι’ εὐχῶν...» στὶς Παρακλήσεις, ἔσβυσαν τὸ τελευταῖο κερὶ στὴν Ἁγία Τράπεζα, εὐχήθηκαν «Τῆς Παναγίας μὲ ὑγεία» κι ὕστερα ἀποκοιμήθηκαν γιὰ πάντα καὶ δὲν ξανάνοιξαν, μήτε τὴν Ὡραία Πύλη, μήτε τὰ βιβλία, μήτε τὸ στόμα τους νὰ εὐχηθοῦν. Πόσοι ἦταν οἱ προκάτοχοι; Ἄγνωστος ὁ ἀριθμός... Στὸν ὁποῖο σὲ λίγο νὰ ἑτοιμάζεται νὰ προστεθεῖ κι ὁ ἴδιος. Γιατὶ πέρασαν τὰ χρόνια. Τὸ νοιώθει πιὰ ὅτι πέρασαν. Ἀπὸ τὴν κούραση ποὺ ἀνεβαίνει μέσα του, ὅπως ἡ ὑγρασία τὴ νύχτα. Κι ἴσως αὐτή ἡ Παράκληση νὰ εἶναι ἡ στερνή του. Ποιὸς ξέρει... Μονάχα Ἐκεῖνος. 
Ἡ νύχτα ἀνέβηκε καὶ κάλυψε τὸ ναό, τὰ ἔξω δέντρα, τὴν πολίχνη. Κι ὁ παπᾶς ἐπιμένει νὰ στοχάζεται. Στοχάζεται καὶ νομίζει ὅτι τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα ποὺ θυμᾶται εἶναι μαζί του καὶ τὸν συντροφεύουν, μὲ τὴν σιωπηλή τους ὄψη νὰ εἶναι στραμμένη πάνω του. Δεκάδες πρόσωπα, φίλων, γνωστῶν, συγγενῶν. Τὸ καθένα τους κι ἔνας σταυρός, μιὰ δέηση, ὅπως αὐτὴ ποὺ λέγαμε δεκαπέντε μέρες τώρα στὴ Χάρη Της. «Ποῦ προσφύγω, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι... ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν...». 
Θυμᾶται χαρακτῆρες, συμπεριφορές, ἐντάσεις, ἀλλὰ καὶ εὐεργεσίες. Παρατηρεῖ ὅλη αὐτὴ τὴν πινακοθήκη ἀπὸ τὰ πρόσωπα αὐτὰ καὶ βλέπει στὸν καθένα τὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ἀτέλειας, μὲ πρῶτο τὸν ἑαυτό του. Γιατί, σκέφτεται, πόσους δὲν πίκρανε, παρεξήγησε, ἐπετίμησε... Κι ὔστερα μετανοιωμένος πάσχιζε νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ μέσα του τὴ στάχτη καὶ τὴν φαρμακωμένη αἴσθηση τῆς ὅποιας λέξης, τῆς ὅποιας λανθασμένης ἐπιλογῆς. Γι’ αὐτὸ κι αὐτὴ τὴ σωτήριο ὥρα ποὺ τὰ σκέφτεται, προσπαθεῖ νὰ ἑνώσει τὸ νῆμα ποὺ τὸν δένει μὲ ὅλους αὐτούς, τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔζησε μιὰ ζωή. Γιατὶ δὲν εἶναι λίγα τὰ τριανταεννιὰ χρόνια, μήτε καὶ οἱ ἑφτά, περίπου, δεκαετίες ποὺ φέρει... Καιρὸς ἀπολογισμοῦ ὁ ἀποψινός, δηλαδὴ μιὰ προσπάθεια ἀκόμα γιὰ νὰ θεραπευθοῦν κάποιες ἀπό τὶς πληγὲς τοῦ χθὲς τῇ δικῆ Της συναντιλήψει καὶ βοηθείᾳ. 
«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον θερμὴ προστασία, καὶ σὴν βοήθεια δὸς μοι τῷ δούλῳ σου, τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίῳ, τῷ τὴν σὴν ἀντίληψιν ἐπιζητοῦντι θερμῶς». 
Μὲ ἀργὰ βήματα προσκυνᾶ καὶ ἀναχωρεῖ εἰς τὰ ἴδια.  
Ἔξω τὸ σκοτάδι ἀνέβηκε γιὰ τὰ καλά... 
Πρωτοπρεσβ. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός 
Ἐφημέριος Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Σκοπέλου 
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος, Ἱστιαίας καί Βορείων Σποράδων

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

ΣΚΟΠΕΛΙΤΙΚΑ ΘΕΡΙΝΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑ

Θερινά προσόμοια
Μελτέμι
Αυγουστιάτικο μεσημέρι 
φωτογραφίες: π. Κων. Ν. Καλλιανός

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ω, ΣΥΝΕΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ...


«Ὦ, Συνετὸ φθινόπωρο...», Ὀδ. Ἐλύτης 
Στὴν ἀξιότιμη κυρία Ἀνθούλα Δανιήλ, εχετήριο καὶ εχαριστία ἀνοιχτή, γιατὶ μοῦ γνώρισε τὸν ἀληθινό Ἐλύτη 
Γυρίσαμε πιὰ στὸ φθινόπωρο, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ποιητὴς (Γ. Σεφέρης). Κι ἔτσι φαίνεται πιὰ καθὼς ὁ καιρὸς τοῦ θέρους περάτωσε τὴ θητεία του μὲ τὸν περίλαμπρο μῆνα τὸν Αὔγουστο νὰ μᾶς ἀποχαιρετᾶ. 
Κι ὅμως ἡ ἐποχὴ αὐτή, τοῦ φθινοπώρου ἡ ἐποχὴ δηλαδή, εἶχε κάποτε ἕνα νόημα γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κάθε συνετοῦ ἀνθρώπου, ποὺ μὲ ποιητικὴ διάθεση, φιλοτιμία καὶ στοχασμὸ στεκόταν ἀπέναντι σ᾿ αὐτὸ τὸ σοφὸ ἀπὸ μέρους τοῦ Δημιουργοῦ μεγαλεῖο τῆς ἐναλλαγῆς τῶν ἐποχῶν. Γιατὶ τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ περνᾶς μέσα ἀπὸ τὰ χρονικὰ αὐτὰ περάσματα, δίχως νὰ ἀγναντεύεις τὴν ὁμορφιὰ ποὺ κρύπτεται ἐντός των, ἀλλὰ νὰ μπορεῖς νὰ τὴ βιώνεις αὐτὴ τὴν ὁμορφιά. Αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερο κάλλος ποὺ κατέχει ἡ κάθε ἐποχή, καθὼς στολίζεται ἀπὸ τὸ Δημιουργὸ μὲ τόσα προνόμια, ποὺ ἄν τὰ ἀνακαλύψεις τότε θὰ σοῦ δοθεῖ ἡ δυνατότητα νὰ ἀναγνώσεις τὸ ὑπέροχο καὶ ἀξεπέραστο βιβλίο τῆς Δημιουργίας. 
Ναί, κάποτε ἡ ἐποχὴ τοῦ φθινοπώρου ἦταν ντυμένη μὲ πολλὴ μελαγχολία καὶ κατήφεια. Ὅμως κι αὐτὴ ἦταν καὶ εἶναι μιὰ ἄλλη ὄψη τῆς ζωῆς μας, ποὺ χρειάζεται νὰ τὴ προσεγγίσουμε μὲ σύνεση καὶ προσοχή. Γιατί, «τὰ δειλινὰ τὰ πένθιμα τὰ φθινοπωρινά» (Κ. Οὐράνης), μὲ τοὺς μεγάλους ἴσκιους στὶς κάμαρες, εἶχαν (καὶ συνεχίζουν νὰ ἔχουν γιὰ ὅσους ἐπιμένουν νὰ σέβονται τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ὅσων συμβαίνουν στὸν ἐτήσιο κύκλο) μιὰ γοητεία καὶ μιὰ παρουσία χαρμολύπης. Κι αὐτό, ἐπειδὴ μαζύ μὲ αὐτοὺς τοὺς πένθιμους ἴσκιους ποὺ εἰσοδεύουν στὸ σπίτι τὰ δειλινά, ὑπάρχουν ἀσφαλῶς καὶ οἱ ἴσκιοι οἱ ἀγαπημένοι τῶν ἀνθρώπων μας ποὺ ἔφυγαν καὶ στέκονται στὴν ἀντίπερα ὄχθη καὶ μᾶς ἀγναντεύουν. Ποιὸς ξέρει, λοιπόν, ἄν μὲ τὶς πένθιμες καὶ σοβαρὲς αὐτὲς ἰσκιωμένες φιγοῦρες δὲν εἶναι κι οἱ δικοί μας οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐπιστρέφουν...Ὅπως ἐπέστρεψαν μέχρι χθὲς οἱ στερνοὶ τοῦ θέρους ἐπισκέπτες τῶν νησιῶν καὶ τῶν ὁρεινῶν βαθύσκιων περιοχῶν. Καὶ συνεχίζουν νὰ ἐπιστρέφουν... 
Γυρίσαμε, λοιπόν, στὸ φθινόπωρο. Ἀφήσαμε τὸ ἐκτυφλωτικὸ τὸ φῶς τὸ θερινό, τὶς θεϊκὲς ἐκεῖνες νύχτες σιμὰ στὴ θάλασσα ποὺ ἁπλώνονταν σιωπηλή καὶ ἀσημωμένη ἀπὸ τὸ φεγγαρόφωτο. Γυρίσαμε σελίδα στὸ βιβλίο τῆς καθημερινότητάς μας καὶ ἀνοίξαμε πιὰ μιὰ νέα παράγραφο. Ὅπως γίνεται καὶ στὴ ζωή μας. Ἀποχωροῦν σιγὰ καὶ σίγουρα τὰ χρόνια τῆς νιότης καὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τους τώρα πιὰ τὰ χρόνια τῆς ὡριμότητας καὶ τῶν γερατειῶν. Κι᾿ αὐτὸ τὸ μέγιστο μάθημα καὶ γεγονός, μὲ σταθεροὺς ρυθμοὺς μᾶς διδάσκει αὐτὴ ἡ ἐναλλαγὴ τῶν ἐποχῶν/ἡλικιῶν. Μᾶς θυμίζει δὲ ὅτι τὸ φθινόπωρο ὑποκρύπτει καὶ τὸ μεγάλο ἐκεῖνο ἀγαθὸ τῆς Νοσταλγίας, ἀφοῦ μέσα της καθρεφτίζεται ἡ ψυχή μας καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀξιοποιήσει τὸν καιρὸ αὐτὸν τῆς ὡριμότητας, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ διορθώσει λάθη πολλά. Ὅπως δηλαδή, κάνει ὁ νοικοκύρης γεωργός, ποὺ κοιτάζει νὰ καθαρίσει τὸ χωράφι του ἀπὸ τὰ ξερά καὶ ἄχρηστα ποὺ ἄφησε πίσω του τὸ καλοκαίρι, νὰ τὸ ἑτοιμάσει, νὰ τὸ περιποιηθεῖ καὶ στὸ τέλος νὰ τὸ σπείρει. Γιὰ νὰ περιμένει τὴ νέα του σοδειά. 
Πῶς νὰ μὴν εἶναι, λοιπόν, συνετὸ τὸ φθινόπωρο; Καὶ παράλληλα τρισευλογημένο; 
π. κων. ν. καλλιανός
Σκόπελος, 31-8-2015

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

ΜΝΗΜΕΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΚΟΠΕΛΙΤΙΚΕΣ...


Καὶ πάλι τοῦ Δεκαπενταύγουστου οἱ ἀθάνατες μνῆμες... 
Στὸν Παναγιώτη Γρ. Σταμούλη, εὐχετήριο ὁλοκάρδιο 
Συμμαζεύεις καὶ σήμερα τὶς μνῆμες τὶς ἱερὲς, τὶς ποτισμένες μὲ εὐωδιὲς ἀθάνατες καὶ περιμένεις τὴ Γιορτὴ νὰ σοῦ δροσίσει τὴν ψυχὴ μέσα σὲ τοῦτον τὸν γενικὸ καύσωνα ποὺ μᾶς κυκλώνει. Τοπίο τοῦ αἰωνίου πάντα τὸ μικρό τὸ χωριό, ποὺ ἦταν χωμένο ἀνάμεσα σὲ ἐλιές, ἀμυγδαλιὲς καὶ πεῦκα. Καὶ κάτω στὰ θεμέλιά του ἡ θάλασσα, μακρυνή, ὡστόσο οἰκεῖα πάντα τώρα τὸ θέρος. Μιὰ ἀπέραντη, γαλαζοπράσινη ἔκταση μὲ τὰ γκριζοχάλκινα νησάκια νὰ στέκουν μέσα της, ὑπομονετικά, γιὰ νὰ τὴ στολίζουν. Μαζὶ μὲ τ᾿ ἀτλάζια ἀπὸ τὶς ἡλιαχτίδες καὶ τὰ χαμηλά, σάν κεριὰ λιτανείας φῶτα ἀπὸ τὶς λάμπες τῶν γρί-γρί, τὰ θεϊκὰ τὰ ἀστροστόλιστα τὰ βράδυα. 
Κι ἔρχονταν οἱ μέρες οἱ φωτεινὲς τοῦ Δεκαπενταύγουστου. 
Φρουροῦσαν τὶς πύλες τῆς ψυχῆς τους οἱ ταπεινοὶ οἱ χωρικοί, νήστευαν καὶ παράλληλα κοίταζαν τὶς μέρες αὐτὲς νὰ συμμαζέψουν τὰ μαξούλια τους. Μὲ πολὺ κόπο, ἀστείρευτους ἰδρῶτες καὶ μὲ ὑπομονὴ πάντα... 
Καφάσια καὶ κοφίνες γεμᾶτες ἀπὸ σταχτογάλαζο δαμάσκηνο, ποὺ ἁπλώνονταν μὲ προσοχὴ στὰ τελάρα ἤ στὰ πατημένα γερὰ σπάρτα. Κι ἔβλεπες δίπλα στοὺς φούρνους νὰ γαλανίζει ὁ τόπος λὲς καὶ φάνηκαν ξαφνικὰ μικρὲς λιμνοῦλες-ἔτσι φαίνονταν ἀπὸ μακρυὰ μέσα στὸ θερινὸ τὸ μεσημέρι. Κι εὐωδίαζε ὁ τόπος... Κι ἄκουγες τὶς φωνὲς ἀπὸ τὶς ἐργατίνες ποὺ δούλευαν στοὺς φούρνους... Κι ἄκουγες ὕστερα τὸ θόρυβο ποὺ κάνανε τὰ παστρεμένα ἀμύγδαλα-τὸ ἄλλο μαξούλι τῶν ἠμερῶν-πάνω στὰ χαγιάτια ἤ στὶς αὐλές τῶν σπιτιῶν, λὲς καὶ ἄδειαζαν μικρά-μικρὰ βότσαλα... 
Στὶς λιάστρες στὰ χωράφια ἤ στὶς αὐλὲς ἄλλος καρπὸς περίμενε νὰ γίνει. Τὰ σῦκα. «Τὰ παστάλια», ποὺ τὰ μάζευαν καὶ τὰ λιάζανε γιὰ τὸ χειμώνα. Λιγωμένη ἡ εὐωδιά τους, ὅπως κι ἡ εὐωδιὰ τῆς φρεσκοκομμένης ντομάτας ἤ τοῦ βρασμένου κολοκυθιοῦ μὲ λίγα βλαστάρια ἀπὸ μάραθα γιὰ νὰ μοσκοβολήσει ὁ τόπος. 
Ὡστόσο μὴ λησμονοῦμε καὶ τοὺς τραχανάδες ποὺ ἔκαναν ἀπὸ τὸ γάλα τῆς γίδας τους οἱ παλιοὶ Κληματιανοί. Μάλιστα, θυμᾶμαι τοὺς «χερόμυλους» ποὺ κόβανε τὸ «χόντρο», τὸ χοντροκομμένο σιτάρι μὲ πολλή προσοχή. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ τῆς θειᾶς τῆς Ἀρχοντοῦς στὸ Ρέμα. 
Τὸν τραχανά τὸν ἔβραζαν, τὸν ἄφηναν νὰ κρυώσει κι ὕστερα τὸν ἔκοβαν κομματάκια καὶ τὸν ἔλιαζαν. Μάλιστα, οἱ παλιότεροι τὸ κουτάλι ποὺ τὸν ἀνακάτευαν τὸ εἶχαν ἀχώρια τὶς μέρες τῆς νηστείας. 
Τὰ ἀπόβραδα στὶς ροῦγες οἱ γυναῖκες παστρεύουν μέσα σὲ μεγάλους ταβάδες τὰ ἀμύγδαλα καὶ προσκυνᾶνε κάθε τόσο γιὰ τὴ Χάρη Της. Τὰ χέρια «γιώνουν», πρασινοκιτρινίζουν, τὰ δάχτυλα κολοῦν ἀπὸ τὴ «μελιτζάνα», ὅπως οἱ ταβάδες γεμίζουν κι ὕστερα ἀδειάζουν πάνω στὸ ἁπλωμένο σακὶ στὸ χαγιάτι... Μαξούλια εὐλογημένα, ποὺ σήμερα χάθηκαν. Ὅπως χάθηκε καὶ τὸ «γιαρτίμ», ἡ ἀλληλοβοήθεια δηλαδή: Σήμερα παστεύω τὰ δικά σου, αὔριο τὰ δικά μου κ.λ.π. 
Κι οἱ μέρες περνοῦσαν, μέχρι νὰ ἔλθει τῆς Παναγιᾶς, νὰ σημάνουν στὸ ἀντικρυνὸ τὸ χωριὸ οἱ ἑόρτιες καμπάνες, νὰ παρατήσουν γιὰ λίγο τὰ ἔργα τῶν χειρῶν τους οἱ χωρικοί, νὰ βάλουν τὰ καλά τους κι ὕστερα νὰ πᾶνε νὰ προσκυνήσουν τὴ Χάρη Της, νὰ παρακαλέσουν, νὰ εὐχηθοῦν, νὰ μεταλάβουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸ σπίτι μὲ τὰ χρόνια πολλά. 
Τώρα πιὰ ἡ εὐωδιὰ τοῦ καλομαγειρεμένου φαγητοῦ συντονίζεται πλήρως μὲ τὴ Γιορτή. Τῆς Παναγιᾶς τὴ Γιορτὴ ποὺ ἐκεῖνοι ἤξεραν νὰ τιμοῦν καὶ νὰ βιώνουν συνειδητὰ καὶ δίχως ἀγανάκτηση. Κι ἄς εἶχαν στὴ ράχη καὶ στὴν ψυχὴ τόση κούραση...
Δεκαπενταύγουστος 2015 
π. Κων. Ν. Καλλιανός

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΣΚΟΠΕΛΟ

Ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος στην Σκόπελο... στεφανωμένος από τον Άθωνα (φωτ. Κ. Ανδρέου) 

Τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος 2015 
Στοχασμοὶ στὸ περιθώριο τῆς Γιορτῆς 
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μου, τὸν Χαλκίδος κύριο Χρυσόστομο ποὺ διηνεκῶς εὔχεται γιὰ τὸ ναὸ καὶ τὴν ἐνορία «ἥν ἐστερέωσε». 
Μεσοῦντος τοῦ θέρους, τοῦ Ἑλληνικοῦ θέρους μὲ τὸ ἐκτυφλωτικὸ τὸ φῶς καὶ τὶς θεϊκὲς τὶς νύχτες νὰ στεφανώνουν τὸ νησί μας, ὁδοιπορήσαμε κι ἐφέτος μέχρι τὸ ναὸ τοῦ Πολιούχου τῆς ἐνορίας μας, ποὺ πανηγυρίζεi. Γι᾿ ἄλλη μιὰ χρονιά. Χρονιὰ ποὺ προστίθεται στὰ ὅλα τὰ χρόνια, ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, καὶ ποὺ συμποσοῦνται σὲ τρισήμιση αἰῶνες. Χάριτι Θεοῦ φυσικά, ὅπως μὲ τὴν ἀνοχή Του ἐπιτελοῦμε τὶς Πανηγύρεις, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀναγκαία συνδρομὴ πάντων: ἐνοριτῶν ἐπιτρόπων, φιλεόρτων προσκυνητῶν, ἱεροψαλτῶν καὶ φιλοτίμων γειτόνων ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν.
Ἔτσι ἡ Κατίνα, ἡ ἐπιτρόπισσα και φέτος, ἀφοῦ σύναξε τὶς φιλάγιες καὶ φιλότιμες ἐνορίτισσες, λάμπρυνε τὸ ναὸ καὶ τοῦ χάρισε μιὰν αἴγλη θαυμαστή. Κι εἶναι συγκινητικὸ τὸ φαινόμενο αὐτὸ ποὺ θυμίζει τὴ μοναστηριακὴ «παγγενιά», γιατὶ ὑψώνει τὴ συνεργασία ἐκεῖ ποὺ πραγματικὰ τῆς ἀνήκει.
Ὁ Ρήγας ὁ ἐπίτροπος φρόντισε γιὰ τὶς μυρτιὲς καὶ δάφνες ποὺ θὰ στολίσουν τὶς θύρες κ.λ.π., ὁ Βασίλης γιὰ τὰ λουκούμια καὶ τὸ φωτισμό, κι ὁ καθένας μας ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὰ εἰσόδια τῆς γιορτῆς.
Πάντα ἡ πιὸ ἱερὴ καὶ πάνσεπτη ὥρα εἶναι ἐκείνη ποὺ προσέρχονται, μετὰ τὸ ἄκουσμα τῶν ἑόρτιων κωδωνοκρουσιῶν τὴν παραμονή, σὲ ὥρα δειλινή, οἱ ταπεινοὶ κι ὀλίγιστοι, χρόνο τὸ χρόνο, ἐνορίτες στὸ ναὸ μὲ τὰ πρόσφορα τῆς εὐλαβικῆς τους καταθέσεως στὸν Ἅγιό τους-οἱ παλαιότεροι, ποὺ σήμερα δὲν ὑπάρχουν πιά, τὸν ἔλεγαν «παπποῦ».
Τὰ πρόσφορα μὲ τὰ ὀνόματα εἶναι πάντα μιὰ ἀφορμὴ γιὰ τὸν παπᾶ νὰ ἐξετάσει τὶ κρύβεται πίσω ἀπὸ αὐτά: ἀσθένεια, κάποιο αἴτημα, δοκιμασία προσωπικὴ ἤ οἰκογενειακή ( π. χ ἡ ἀνεργία). Αἴτημα βαθὺ τὸ κάθε πρόσφορο, τὸ καθαρὸ κερί, τὸ λάδι κ.λ. π. γίνεται ἐφαλτήριο γιὰ προσευχή, ἀλλὰ καὶ διηνεκῆ μνημόνευση. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν παρεξηγοῦμε ἐκείνους ποὺ μᾶς λοιδωροῦν ἐμᾶς τοὺς παπάδες ὡς «ψωμοζῆτες», γιατὶ δὲ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι πὼς τὸ κάθε πρόσφορο εἶναι μιὰ εἰδικὴ περίπτωση, ποὺ χρήζει τῆς ἀναφορᾶς στὸν Πατέρα τῶν Φώτων κι ὄχι τῆς ἀποθήκευσης στὸ σπίτι τοῦ κάθε παπᾶ. Δὲν παρεξηγοῦμε ἐπίσης ἐκείνους ποὺ βλέπουν τὰ ἀναθήματα τῶν πιστῶν πάνω στὴν εἰκόνα καὶ τὰ μεταποιοῦν σὲ μετρητά. Δίκιο ἔχουν οἱ ἄνθρωποι... Ποῦ νὰ καταλάβουν, στ᾿ ἀλήθεια, ὅτι τὸ κάθε ἕνα εἶναι καὶ μιὰ μαρτυρία κι ἕνας ἄυλος- κι ἄγνωστος ἀσφαλῶς σήμερα-κατάλογος αἰτημάτων ποὺ τὰ ἔχουν μουσκέψει ποταμοὶ δακρύων.
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἦταν παραμονὴ τῆς πρώτης πανηγύρεως. Ἐδῶ καὶ 36 χρόνια...
Ὅλα στολισμένα καὶ σὲ ἀναμονὴ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ. Τὀτε ἐμφανίζεται ἡ γιαγιὰ ἐκείνη, ἡ θειὰ τὸ Μαριγώ-συγχωρεμένη σήμερα-καὶ μὲ παράπονο μοῦ λέει: «Παπᾶ μ᾿ γιατὶ δὲν ἔβαλις κι του ρουλόϊ τ᾿ πιδιοῦ μ’σν ᾿ εἰκόνα;».
Τῆς ἐξήγησα ὅτι τὸ ρολόϊ ἦταν βαρὺ κι ὅτι μποροῦσε νὰ σπάσει τὸ τζάμι κι ἡσύχασε. Ὅμως παράλληλα τὴ ρώτησα γιατὶ ἀγωνιᾶ; Καὶ μοῦ ἐξήγησε μὲ τραγικὴ ἔκφραση καὶ συγκίνηση ποὺ δὲν περιγράφεται, πὼς τὸ ρολοϊ αὐτό, ρολόϊ παλιό, τῆς τσέπης κι ὄχι τοῦ χεριοῦ, ἦταν τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ της, ποὺ ἔφυγε πολὺ νέο ἀπὸ ἀσθένεια βαρειὰ κι ὅτι τὸ ρολόϊ αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμά του στὸν Ἅγιο, γιὰ νὰ τὸν γιάνει.


Σκέφτηκα ὅτι ὁ νέος Ἅγιος, ὁ νεαρὸς γιατρὸς Παντελεήμων, μπορεῖ νὰ μὴν ἔδωσε στὸν ἄρρωστο νέο τὴν ὑγεία του, ὅμως κάπου σιμά του θὰ τὸν ἔχει τὸ γιὸ τῆς θειᾶς τῆς Μαριγῶς. Κι ὅσο γιὰ τὸ ρολόϊ, αὐτὸ θὰ μετρᾶ τοὺς ρυθμοὺς τῆς ἐγκοσμιότητας, μέχρι κι ἐμεῖς ν᾿ ἀναχωρήσουμε, ὅπως ὁ μπάρμπα Γιάννης κι ἡ θειὰ τὸ Μαριγώ, οἱ γονεῖς τοῦ νέου ποὺ ἔφυγε νωρίς, γιὰ νὰ δοῦμε κι ἀκούσουμε τὴν εύγνωμοσύνη τοῦ Ἁγίου καὶ περισσότερο νὰ προσέξουμε τὴ φροντίδα καὶ ἀγάπη του γιὰ «τοῖς πίστει καὶ πόθῳ, ἀεὶ δοξάζοντας Αὐτόν».
Κάτω ἀπὸ τὸ δροσερὸ φύλλωμα τοῦ πλάτανου ποὺ συντροφεύει τὸ ναό, ὁ ἀποχαιρετισμός τῆς γιορτῆς τὴν ἑπόμενη, τὴν κυριώνυμο ἡμέρα. Ὁ ἀπολείτουργος Ἁγιασμός, τὰ λευκοτυλιγμένα Υψώματα τῶν ἑορταζόντων, τὸ παραδοσιακὸ λουκούμι κι ὕστερα οἱ εὐχές... Καθὼς ἀσπάζονται τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ ἀναχωροῦν οἱ φιλέορτοι πιστοὶ μὲ τὴν εὐχὴ «Χρόνια πολλά, καὶ τοῦ χρόνου», οἱ στιγμὲς αὐτὲς ντύνονται τὰ χρώματα τῆς χαρμολύπης, ἀφοῦ εἶναι βέβαιο πὼς κάποιοι ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ καταθέσουν τὸ εὐχετήριό τους. Θὰ ἔχουν ἀναχωρήσει γιὰ τὴ Χώρα τῶν Ζώντων. Ὡστόσο ὅλοι εὐελπιστοῦν καὶ συνειδητοποιοῦν ἕνα πρᾶγμα: Τὴν ἀναγκη τῆς θεραπείας. Ἴσως δὲ κάποιοι νὰ συντονίζονται μὲ τὸν ἀρυτίδωτο καὶ πάντα θαλερὸ λόγο τοῦ Ὑμνογράφου: «Παντελεῆμον Μάρτυς ἔνδοξε, γενοῦ ἡμῶν ψυχῶν τε καὶ σωμάτων σωτηρία...». 
Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἡ κάθε γιορτή, ὅπως αὐτὴ τοῦ Ἀθλοφόρου, ἀνοίγει ἕνα παράθυρο στὸν Κόσμο, γιὰ νὰ κατορθώσουν ἔτσι οἱ πιστοὶ νὰ δοῦν τὰ ὅσα προβάλλει ἡ καθημερινότητα, στὶς πραγματικές τους διαστάσεις.
Τὸ γνωρίζουμε πολὺ καλά, ὅτι Θεραπευτήριο εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ ὅσοι πιστοὶ τὸ ἐπιθυμοῦν, αἰτοῦν «ἴασιν σωμάτων ρῶσιν ψυχῶν». 
Θεραπευτήριο, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία, Νοσοκομεῖο δηλαδή. Μὲ ἰατροὺς ἄριστους τοὺς Ἁγίους, τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω.15,15 ) Ὅπως ὁ σήμερα τιμώμενος Ἅγιος Παντελεήμων, ὁ ὁποῖος τῶν «ἰαμάτων (του) τὴν χάριν παρ᾿ Αὐτοῦ ( τοῦ Κυρίου) κομισάμενος», ἀναπαύει, αἰῶνες τώρα, πλῆθος αἰτούντων τὴν ἴασι καὶ τῶν πταισμάτων τους τὴν ἄφεσιν.
Ὡστόσο αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία νὰ τὸ δοῦμε μὲ εἰλικρινῆ διάθεση καὶ ἀπουσία κάθε φαρισαϊκῆς συνειδήσεως εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, ἀγναντεύοντας τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο ποὺ ἀνοίγει ἡ Ἐκκλησία στὴν κάθε γιορτή, ὄπως λ.χ τὴ σημερινή, τὶ ἀκριβῶς παρατηροῦμε καὶ πῶς ψυχωφελεῖ τούτη ἡ θέα τοῦ κόσμου ἀπὸ ἕνα θεραπευτήριο;
Δὲν εἶναι διόλου δύσκολο νὰ διαπιστώσει κάποιος ὅτι ἔξω ἀπὸ τὸ κάθε θεραπευτήριο/νοσοκομεῖο, ἡ ζωὴ ἔχει καὶ διατηρεῖ τοὺς δικούς της ρυθμούς. Ἔτσι στὰ γήπεδα ἀκούγονται ἰαχές, στοὺς τοίχους γράφονται συνθήματα, στὰ κέντρα γίνονται οἱ ὁλονύχτιες διασκεδάσεις, στοὺς δρόμους ἀκούγονται οἱ μηχανὲς ποὺ περνᾶνε μὲ ταχύτητα καὶ θόρυβο, στὶς τηλεοράσεις προβάλλονται ἔργα μὲ βία καὶ διαφημίσεις μὲ ἀνταγωνιστικὸ περιεχόμενο, τὰ λεγόμενα facebook, κ. ἄ δημιουργοῦν μικρούς, ψεύτικους παράδεισους, ὅπου προέχει ἡ ἀγωνία, ἡ αὐθάδεια καὶ ἡ διάθεση γιὰ «κουτσομπολιό», οἱ ἐφημερίδες ἁπλώνουν τεράστιους τίτλους γιὰ να προσελκύσουν κ. ἄ πολλά ποὺ τὰ ζεῖ ἔνας κόσμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει συνειδητοποιήσει πόσο μηδαμινὰ καὶ ἄχρηστα εἶναι ὅλ᾿ αὐτά. Γιατὶ τὸ πρώτιστο ἀγαθὸ στὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ ἐμβιώσει τὴν ἀσθένειά του καὶ νὰ καταφύγει στὸ μέγα ἰατρεῖον (βλ. «Τὸ τοῦ Χριστοῦ ἰατρεῖον βλέπων ἀνεῳγμένον, καὶ τὴν ἐκ τούτου τῷ Ἀδὰμ πηγάζουσαν ὑγείαν, ἔπαθεν, ἐπλήγη ὁ διάβολος...», Μ. Κανών), «ἵνα λάβῃ ἔλεος». Αὐτὸ τοῦ χρειάζεται, ἤ ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει σήμερα ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, «τοῦ Ἀναργύρου τὴν μνήμην... εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν φιλόχριστοι, ἵνα λάβωμεν ἔλεος, μάλιστα οἱ βορβορώσαντες, ὡς καγώ, τοὺς ἑαυτῶν ναούς...»
Ἀλήθεια, ποιὸς πιστεύει-καὶ πῶς μπορεῖ καὶ τὸ πιστεύει- ὅτι δὲν ἔχει «βορβορώσει» καὶ τὸ δικό του τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή;
Χρόνια πολλά.

Τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος 2015 
παπα-κων. ν. καλλιανός

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

Εισοδικό φθινοπώρου...

Φωτογραφίες του π. Κων. Ν. Καλλιανού από το Κλήμα Σκοπέλου

Χειμωνιάτικο αγνάντεμα της Σκιάθου από το Κλήμα
Φθινόπωρο στο Κλήμα

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Ο π. Κωνσταντίνος Καλλιανός για την τροφό του Σχολή, την Ριζάρειο

Ριζάρειος, χειμώνας 1973 - Ο πρώτος από δεξιά είναι ο νυν Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος

Σταλαγμοὶ ἱερᾶς Μνήμης καὶ κατανύξεως 
(Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ Μακαριωτἀτου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας κ. Θεοδώρου 
εἰς τὴν τροφόν του Σχολήν, τὴν Ριζάρειο) 
«Ὑπῆρχον τρεῖς ἢ τέσσαρες ἱερατικαὶ σχολαί, ὑπῆρχε, καὶ ὑπάρχει ἀκόμη ἡ Ριζάρειος. Ἀπὸ τὰς ἱερατικὰς σχολὰς ἐβγῆκε σμῆνος δικολάβων, δημοδιδασκάλων, δικαστικῶν κλητήρων καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπὸ τὴν Ριζάρειον ἐβγῆκεν ὁλόκληρος σφηκιὰ δικηγόρων, ἀγέλη καθηγητῶν, ἰατρῶν, χρηματιστῶν καὶ πολιτευομένων» ( Ἀλ. Παπαδιαμάντης). 
Τὰ παραπάνω ἔγραφε ὁ Παπαδιαμάντης πρὶν ἀπὸ ἕνα αἰῶνα καὶ κάτι παραπάνω. Γιατὶ τότε ἤξερε τὶ ἔλεγε ( βλ. π. χ. τὸ διήγημά του, "Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας"’), ὁπότε κανεὶς δὲν ἀντιλέγει ὅτι ἔχει δίκιο. Ὡστόσο, γιὰ νᾶ ἔχει σαφῆ ὑπόσταση καὶ στέρεο θεμέλιο τὸ δίκαιο, πρέπει νὰ φανεῖ καὶ ἡ ἄλλη του ὄψη, ὅπως εἶναι δηλαδή, οἱ ὄψεις τοῦ νομίσματος, ποὺ ἀποφαίνεται: ὅτι ἀπὸ τὴν Ριζάρειο «ἐβγῆκαν» καὶ πλῆθος ἱερέων ἱερομονάχων, μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ Ἀρχιερέων, ἕως καὶ Πατριαρχῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ πιστοποιεῖ τὸ γεγονὸς τῆς παρουσίας τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας κυρίου Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος μὲ τὸν ἐπίσης Ριζαρίτη Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδος κύριο Χρυσόστομο καὶ ἄλλους Ἀρχιερεῖς συλλειτούργησαν τὴν Κυριακὴ 9 Νοεμβρίου στὸν πάνσεπτο ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ναὸ τῆς Σχολῆς, ποὺ ὡς ἄλλο Καθολικὸ Μονῆς δεσπόζει μέσα στὸ ὅλο κτιριακὸ συγκρότημα τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς. Συλλειτούργησαν γιὰ νὰ τιμήσουν τὴ Μνήμη τοῦ Ἁγίου Σχολάρχου τῆς σεμνῆς Ριζαρείου, τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. 
«Ἐπιστρέφω, εἶπε ὁ Πατριάρχης, μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια». 
Νόστος ἡ ἐπιστροφή. Μὲ τὴν ἱερὰ συγκίνηση νὰ πάλλει τὴν ψυχή, καθὼς πρόσωπα ἱερὰ προβάλλουν ἀπὸ ὅλες τὶς γωνιές, ἀπὸ παντοῦ ἐμφανίζονται ἴσκιοι ἁγιασμένων μορφῶν, ἐνῶ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σιωπηλὰ κτίρια ἀκούγονται οἱ μυστικὲς φωνὲς τῶν παλαιῶν συμμαθητῶν, τῶν διδασκάλων, τῶν παιδονόμων. 
Θὰ θυμήθηκε ἀσφαλῶς ὁ Μακαριώτατος ἐκεῖνο τὸ φθινοπωρινὸ πρωϊνὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1972, τότε, δηλαδή, ποὺ δίναμε τὶς εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις καὶ τὸν συντρόφευε ἡ μακαριστὴ Μητέρα του. Ὅπως ἐπίσης θὰ ξανάζησε τὶς ὧρες τῶν μαθημάτων στὶς εὐρύχωρες καὶ φωτεινὲς αἴθουσες μὲ τὸν ἀξεπέραστο Νικηφόρο Καχριμάνη νὰ μᾶς παραδίδει φιλοσοφία καὶ μαζί νὰ μᾶς χαράζει δρόμους γιὰ νὰ καλλιεργοῦμε μὲ εὐρύτητα πνεύματος τὶς γνώσεις μας, νὰ μποροῦμε νὰ σκεπτόμαστε ἔντιμα καὶ θεοφώτιστα, νὰ μάθουμε νὰ ταυτίζουμε τὴν ἀνθρωπιὰ μὲ τὴν μέλλουσα ἱερατική μας διακονία. Ἀκόμα θὰ τοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ὁ σοφὸς καθηγητής μας Ἰω. Χρ. Κωνσταντινίδης μὲ τά θαυμάσια ἀπογευματινὰ φροντιστήρια, ὅπου μᾶς μάθαινε τὴ μέθοδο τῆς ἀποδελτίωσης ὑλικοῦ ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγγραφὴ μιᾶς μελέτης. 
Κι ὅταν ἀντίκρυσε τοὺς θαλάμους ὅπου μέναμε, θὰ ξαναθυμήθηκε τὸν Πολύβιο ποὺ ὄντας ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία ἀπ᾿ ὅλους μας στὸ θάλαμο ἔκανε τὸν «πνευματικό», τὸν σύμβουλο ὅλων μας, γιατὶ ἦταν μιὰ ἀγαθὴ ψυχή, ὅπως κι ὁ Σπύρος ὁ Κόρκος, ἱερέας σήμερα στὴν Ἀμερικὴ, ποὺ τὸν πείραζε κάποιες φορές, γιὰ θυμώνει ὁ πρῶτος...
Θὰ θυμήθηκε τὸν συμμαθητή μας καὶ συγκάτοικο στὸ θάλαμο, τὸν Διονύση Στρούζα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, ἥσυχο πάντα καὶ μετρημένο - γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπέλεξε τὴν ὁδὸ τῆς ἡσυχίας, μοναχός γενόμενος, ὀνόματι Δανιὴλ, καὶ, ἀργότερα, ἡσυχαστὴς στὴν Ἁγία Ἄννα, ἵνα εὔχεται ὑπὲρ ἡμῶν. 
Τέλος στὸ ναὸ ὅπου ἱερούργησε, ἐκεῖ θὰ τοῦ ἐμφανίστηκαν οἱ πλέον καθαγιασμένες ἀναμνήσεις, καθὼς θὰ ἐνισχύονταν μέσα του ἡ εἰκόνα ἐκείνη τῆς ρασοφορίας μας, ὄχι τὸ πρωΐ, ὅπως ἐκεῖνος τὴν ἐτέλεσε, ἀλλὰ κάποιο συννεφιασμένο ἀπόβραδο τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1972, τότε ποὺ ἀκούσαμε ἐκείνη τὴν συγκινητικὴ μουσικὴ σύνθεση τοῦ ὄντως φιλοτίμου, ἀλλὰ καὶ τόσο ἀγαπητοῦ μας καθηγητοῦ, τοῦ Δημ. Παναγιωτοπούλου-Κούρου, «Κύριος ἐμοὶ βοηθός καὶ οὐ φοβηθήσομαι τὶ ποιήσει μοι ἄνθρωπος...», (Ψαλμ. 117, 6). Σύνθεση γραμμένη ἀσφαλῶς γιὰ τὴ ρασοφορία καί, μάλιστα, μὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ποιμαντική της προοπτικὴ ἐπιλεγμένο ἀπὸ τὸ ἱ. Ψαλτήριο. Χώρια ἡ μουσική... Τόσο ἐπιβλητική, συγκινητική, εὐαισθητογραμμένη γιὰ τούτη τὴν ἱερὴ στιγμή: Τὴν πρώτη δηλαδὴ φορὰ ποὺ θὰ ἐνδυθοῦμε τὸ ἔνδυμα τῶν πατέρων μας: Τὸ ράσο. (Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σταθῶ σὲ λεπτομέρειες, ἱστορικο-δογματικὲς καὶ κοινωνιολογικὲς γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἴσως κάποτε γίνει. Ὡστόσο ἡ ἱερότητα ἐκείνης τῆς ἀπόβραδης ὥρας ἔχει σφραγιστεῖ μὲ ὅλη της τὴν ἱερότητα στὴν ψυχή μου, ποὺ πραγματικὰ λέω ὅτι ἦταν Θεοῦ παρουσία). 
Κι ὔστερα ἦταν ἐκεῖνοι οἱ νυσταγμένοι ὄρθροι, οἱ νοσταλγικοὶ ἑσπερινοί, οἱ λιτὲς Κυριακάτικες Θ. Λειτουργίες, ποὺ μᾶς χάριζαν τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴν δηλαδὴ ποὺ ἀποθηκεύαμε γιατὶ ξέραμε πὼς στὸν κόσμο τὰ πράγματα ἦταν διαφορετικά, ἐπειδὴ ἐκεῖ, στὴν ἐνορία του ὁ καθένας μας εἶχε ν᾿ ἀντιπαλαίσει μὲ τὶς ὅποιες ἀντίξοες δυνάμεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκείνη ἡ μαθητεία μας στὴν φιλτάτη μας Ριζάρειο ἦταν ἡ προετοιμασία γιὰ την ἔνδυση τῆς πανοπλίας τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Ἐφεσ.6, 10-20). 
Τὰ χρόνια πέρασαν... Κάποια στιγμὴ κοιτάξαμε γιὰ στερνὴ φορὰ τὸ θάλαμο ποὺ μᾶς φιλοξενοῦσε, ὀσφρανθήκαμε γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ταγκίλα τῶν μαγειρίων, προσκυνήσαμε τὸν μυρωμένο Ἅγιο Γεώργιο κι ἀναχωρήσαμε. 
Ὡστόσο πρέπει νὰ εἰπωθεῖ πὼς ἐκεῖ ἀφήσαμε ἕνα μεγάλο καὶ σημαντικὸ κομμάτι τοῦ ψυχισμοῦ μας, ἀφοῦ ταμιεύσαμε ἱεροκατάνυκτες στιγμές, στιγμὲς βάλσαμο γιὰ τὶς πληγὲς τῶν καιρῶν καὶ χρόνων ποὺ ἀνοίγονταν μπροστά μας. Κι εὐγνωμονοῦμε Κτήτορες, Δασκάλους καὶ τὴν κάθε ψυχὴ ποὺ μᾶς ἄνοιξε τὴν ψυχή της μὲ χαμόγελο εὐαισθησίας καὶ φιλίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπιστρέφουμε πάντα ἐκεῖ. Στὴ Ριζάρειό μας, στὴ Σχολή μας, ὅπως δηλαδὴ ἐπιστρέφουν ὁ Πατριάρχης, ὁ Ἐπίσκοπός μας κι ἄλλοι πολλοί, ποὺ δὲν κρέμασαν τὸ τίμιο ράσο τὸ ὁποῖο τοὺς φόρεσαν στὴν καθιερωμένη ἐκείνη τελετὴ τῆς ρασοφορίας, ἀλλὰ τὸ κράτησαν καὶ τὸ τίμησαν. 
Εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ πνευματικὴ εὐφροσύνη τῶν μακαρίων Ἱδρυτῶν τῆς Ριζαρείου καὶ φυσικὰ τῶν δασκάλων μας... 
π. κων. ν. καλλιανός

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Φθινοπωρινή γλώσσα...

φωτογραφία: π. Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανός, Σκόπελος

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

"ΤΗ ΑΘΑΝΑΤΩ ΣΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΙ..."

Φώτο από τη Σκόπελο, του π. Κ.Ν. Καλλιανού

«Τῇ ἀθανάτῳ Σου Κοιμήσει...» 
Διετὲς Μνημόσυνο τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς, ποὺ σέβονταν μὲ ἀκρίβεια τὸ Θερινὸ τὸ Πάσχα...
Ἄχραντες καὶ τρυφερὲς οἱ ὧρες, οἱ στιγμές, οἱ καιροί αὐτοὶ τούτης τῆς θεσπέσιας παρένθεσης, ποὺ κάθε χρόνο, ὡς ἄλλο φυλαχτό, μᾶς δωρίζει ἡ Παναγιά μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσει τὴ διάθεση, καταστείλει τὸν ὅποιο οἶστρο βιωτικῶν μελημάτων καὶ μᾶς καλλιεργήσει, μὲ τὸ ἄροτρο τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ τὴν ψυχή μας. 
Καὶ γιὰ νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, τὶς χρειαζόμαστε αὐτὲς τὶς ἑόρτιες Ὧρες τοῦ θερινοῦ τοῦ Πάσχα, τοῦ πάντερπνου καὶ στοργικοῦ Δεκαπενταύγουστου, γιατὶ μέσα σὲ τούτη τὴν παγερὴ καὶ ἀπάνθρωπη ἀδιαφορία, ζοῦμε τὴν ἐπικοινωνία ὡς γεγονός: «Ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν Κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε...». Μιὰ ἐπικοινωνία ποὺ ὄχι μονάχα τὶς δεκαπέντε μέρες γευτήκαμε καὶ ζήσαμε μέσα ἀπὸ τοὺς ὕμνους προσευχὲς ποὺ κάθε βράδυ Τῆς λέγαμε μὲ παρακλητικὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ μιὰ ἀγαλλίαση, γιατὶ ξέρουμε πὼς μᾶς ἀφουγκράζεται.Ὅπως ἡ Μάνα μας: «Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, Ἁγνή; Ποῦ προσδράμω λοιπόν καὶ σωθήσομαι; Ποῦ πορευθῶ, ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν... (γι᾿ αὐτό καὶ) προστρέχω τῇ σκέπῃ Σου· σῶσον με». 
Δὲν ἀμφιβάλλεις πιὰ γιὰ τὴ σκέπη Της, ὅπως τότε ποὺ μικρὸ παιδὶ σὲ κράταγε γερὰ τὸ χέρι τῆς Μάνας ἤ σὲ τύλιγε μὲ ἄφατη στοργή, μοναδικὴ θὰ ἔλεγα ἡ ἀγκαλιά της, ἔνοιωθες σιγουριά, ἀσφάλεια, βεβαιότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Γιορτὴ αὐτὴ μέσα στὸ θερινὸ διάκοσμο τοῦ μοναδικοῦ ἑλληνικοῦ καλοκαιριοῦ, χαριτώνει τὶς ψυχές, ὑψώνει τὶς συνειδήσεις πάνω ἀπὸ τὰ εὐτελῆ τοῦ κόσμου τούτου, ζωγραφίζει μέσα μας τοπία τοῦ αἰωνίου, ποὺ διακρατοῦν τὸ εἶναι θεμελιωμένο στὴν πίστη τῶν πατέρων μας, στὴ σοφία καὶ ἁπλότητά τους: στοιχεῖα πολιτισμοῦ ἀρυτίδωτα, ἀλλὰ καὶ μαθήματα θεολογίας καὶ κοινωνίας μὲ τὸ Θεὸ μοναδικά. 
Δεκαπενταύγουστο. Ἑόρτιες ἐωθινὲς καμπάνες, εὐωδιὲς ἀπό θυμίαμα καὶ βασιλικό, ἀλλὰ καὶ σπαράγματα χαρμολύπης νὰ ντύνουν τὶς ψυχές μας. Γιατὶ πάντα μέσα σὲ τούτη τὴν ἑόρτιο χαρὰ κάποιος ἀπουσιάζει καὶ εἶναι ἡ ἀπουσία μιὰ μαχαιριὰ ποὺ κόβει στὰ δυὸ τὸ χρόνο. Ἔτσι παρηγοριόμαστε, καθὼς ξέρουμε πὼς μᾶς ἀγναντεύει ἀπὸ τὴ βίγλα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀναπαύεται. Ὅπως μᾶς ἀγνάντευε τότε, ποὺ μαζευόμασταν ἔνα γύρω στὴν ἑορταστικὴ τὴν τράπεζα καὶ νοιαζόταν γιὰ τὸ κάθε τί... 
Τώρα πιὰ συλλαβίζεις τὸ χρόνο μὲ τροπάρια καὶ μνῆμες ίερές, ποὺ φωτίζουν, ὅπως τὰ κεριά, τὰ μονοπάτια τῆς ψυχῆς: «Μετέστης πρὸς τὴν ζωὴν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς...». Μήτηρ...Μητέρα, Μάνα. Γι᾿αὐτὸ καὶ φέτος, μὲ κλειδὶ τὴ λέξη αὐτή, λέξη ἱερὴ καὶ ἄχραντη, ἀνοίγεις τὴν Πύλη τῆς Γιορτῆς, ἀναζητώντας τὸ πανσέβαστο πρόσωπο τῆς Μάνας σου, στὸ ἄλλο, τὸ ἄχραντο, πανίερο καὶ πάντα ἀξεπέραστο πρόσωπο τῆς Μητέρας τῆς Ζωῆς, τῆς Παναγιᾶς μας. Ποὺ Τῆς ψυθιρίζεις ὅπως κι ὁ ποιητής: 
«Εἶσαι ἄσπρο ἑλληνικὸ ἐρημοκλήσι δαρμένο 
ἀπὸ τὴν ἀντηλιά. Γύρω-γύρω ἀμπέλια, μποστάνια, 
καρποφόρες συκιές καὶ κάπου κάπου μοναχικὴ 
καὶ κάποια ἐλιά. Χρυσοφρυγανισμένα τὰ χορτάρια 
ἀχνίζουνε, ἄχυρο πιά• κι' ἀντὶς γι' ἀγγέλους, τὰ τζιτζίκια, 
σοῦ κανοναρχοῦνε τὸ κάθε ἀπομεσήμερο ἕως ἀργὰ 
μὲ τὸ δικό τους τρόπο τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα».
(Τ. Κ. Παπατσώνης) 
Λόγια γνώριμα, οἰκεῖα, ποὺ τὰ ἔζησες σιμὰ στὴ Μάνα ποὺ σὲ ἔφερε στὸν κόσμο, τὰ ταμίευσες μέσα σου ὠς κορυφαῖα, ἀξεπέραστα καὶ ἀλησμόνητα βιώματα καὶ κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες τὰ ξαναζεῖς, ὅπως τὰ παλιά, καλὰ στολίδια ποὺ τὰ παρουσιάζεις σὲ μέρες ξεχωριστές, χρονιάρες μέρες, γιὰ νὰ στολίσουν, ὄχι μονάχα τὸ σπίτι, ἀλλὰ καὶ τὶς ψυχὲς ὅσων κοπίασαν νὰ γίνουν «εἰς τιμὴν καὶ μνήμην» τους... 
π. Κων. Ν. Καλλιανός, Δεκαπενταύγουστος 2014

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Αρχαίες Μορφές των Γεροντισσών να μοιρολογούν το Χριστό... στη Σκόπελο τον παλιό καιρό

Κλήμα Σκοπέλου, 1970

Ἐκεῖνος ὁ ἀρχαῖος Χορός…. 
(Μνῆμες καὶ πάλι) 
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος κ. Ἀθανάσιο, ταπεινὸ Πασχάλιο εὐχετήριο
Τὶς εἶδα πάλι κι ἐφέτος τὶς Γερόντισσες τῆς ἐνορίας, ὅσες δηλαδὴ ἀπόμειναν νὰ ἔρχονται, σὲ ὥρα μεσημεριανή, γιὰ νὰ συντροφέψουν τὸν Ἐπιτάφιο, σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή. 
Κάθισαν σοβαρὲς καὶ σιωπηλὲς στὰ στασίδια τους, ἀφοῦ ἄναψαν τὶς λαμπάδες γιὰ τὰ «πεθαμένα», τὰ προσφιλῆ τους, δηλαδή, τὰ πρόσωπα ποὺ ἔχουν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ βρίσκονται στὴν ἀντίπερα τὴν ὄχθη. Κάθισαν, «μελετώντας»,δηλαδή μνημονεύοντας, τὰ πρόσωπα τῶν γονιῶν τους, τῶν ἀδελφῶν, τῶν γειτόνων, ἴσως καὶ κάποιων παιδιῶν τους, ποὺ ἔχουν φύγει γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, ἀφήνοντας νὰ ξεφύγει μές᾿ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τους, ἡ εὐχὴ, «Θεὸς σχωρέστους». 
Κάποτε βγαίνουν ἀπό τὴ σιωπή τους, προσκυνοῦν, εὔχονται κι ὕστερα ἀρχίζουν νὰ συζητᾶνε χαληλόφωνα, ἔχοντας πάντα τὸ ἴδιο θέμα: τὸν Ἐπιτάφιο καὶ τὸ στολισμό του. Ἴσως γιατὶ σὲ ἄλλα χρόνια, χρόνια τῆς νεότητάς τους συμμετεῖχαν κι αὐτὲς στὸ στολισμὸ τοῦ Κουβουκλίου, κι ἀναθυμοῦνται καὶ συγκρίνουν, καὶ συγκινοῦνται, ἀφοῦ στὴ μνήμη ἔρχονται πολλὰ καὶ ποικίλα… 
Ὁ ναὸς εἶναι φωτισμένος ἀπὸ τὰ πολλὰ κεριὰ κι ἀπό τὸ καθαρὸ τὸ ἀνοιξιάτικο τὸ φῶς, ποὺ καταυγάζει τὰ πάντα καὶ τονίζει τὰ χρώματα τῶν λουλουδιῶν μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι στολισμένο τὸ Κουβούκλιο. 
Ὅμως ὁ νοῦς αὐτὲς τὶς ὄντως ἱερὲς καὶ πολύτιμες στιγμές, τὶς ἀπομεσήμερες τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, γυρίζει χρόνια πίσω. Πόσα, ἄραγε; Πασχίζεις νὰ τὰ μετρήσεις καὶ βλέπεις ὅτι περνᾶνε τὸ μισὸ αἰῶνα. Γυρίζει, λοιπὸν, ὁ νοῦς καὶ εἰσοδεύει σὲ μιὰ κλειστὴ ἐκκλησιὰ, ἐνορία κάποτε καὶ χω-νευτήρι τῶν παιδικῶν σου ἀναμνήσεων. Εἰσοδεύει καὶ πασχίζει νὰ ξαναδεῖ, μέσ᾿ ἀπό τὶς στοιβάδες τοῦ Χρόνου ποὺ πέρασε, τέτοια ὥρα πάντοτε, γύρω ἀπ᾿ τὸ ἀχνοφωτισμένο Κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου, μὲ τὰ γνήσια ἄνθη καὶ τὰ λιτὰ στολίδια καλλωπισμένο, μαζεμένες ἀρχαῖες Μορφὲς τῶν Γεροντισσῶν τοῦ χωριοῦ νὰ μοιρολογοῦν τὸ Χριστό… Κι ἦταν τὸ μοιρολόϊ ἐκεῖνο, ἕνα μακρόσυρτο, παραπονεμένο ἄσμα, βγαλμένο ἀπό τὸ ὀρυχεῖο τῆς ψυχῆς τους, ἀτόφιο καὶ γνήσιο. Γιατὶ δὲν ὑπῆρχε κάτι τὸ προσποιητό, τὸ ξένο, τὸ δανεισμένο ἤ τὸ πρόχειρο. Ὅλα γίνονταν μὲ μιὰν ἱεροπρέπεια καὶ συνειδητὴ φιλοτιμία, λές καὶ μοιρολογούσανε κάποιο δικὸ τους πρόσωπο ποὺ εἶχε γιὰ πάντα κλείσει τὰ μάτια του. Ἔτσι τὸν αἰσθάνονταν τὸ Χριστὸ, δικὸ τους, οἰκεῖο, γιὸ, πατέρα, συγγενῆ, καρδιακὸ φίλο….. 
Ἀλήθεια, ἀναρωτιέσαι σήμερα, ὕστερα ἀπό τόσα χρόνια, πότε εἰπώθηκε γιὰ στερνὴ φορὰ ἐκεῖνο τὸ μοιρολόι κι ὕστερα σφάλισαν γιὰ πάντα, μαζὶ μὲ τὰ στόματα, καὶ οἱ καρδιὲς; Τὸ πῆραν σιμά τους οἱ Γερόντισσες ἐκεῖνες, ὅπως πῆραν μαζὶ μ᾿ αὐτὸ καὶ μιὰ φωτεινὴ παράδοση φορτωμένη δάκρυα, πόνο, ἀνθρωπιά, συγκίνηση, ἀλλὰ καὶ ἀτόφια Πίστη; 
Ἀπομεσήμερο Μ. Παρασκευῆς 2006 
π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ ΣΤΟ ΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

Μολυβένιες φωτοσκιάσεις... φώτο του π. Κ. Ν. Καλλιανού

Τῆς χαρμολύπης τὸ σύνορο... 
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος, κ. Ἀθανάσιο, ταπεινὸς ἑόρτιος χαιρετισμός
Σχεδιάσανε οἱ πατέρες μας πολὺ σωστὰ καὶ μέσα στὸ πρόγραμμα τῶν χαρμόσυνων ἡμερῶν τῆς δεύτερης ἐβδομάδας τοῦ Τριωδίου, τοποθέτησαν καὶ τὴν Τσικνοπέμπτη. Μιὰ μέρα διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες τοῦ χρόνου, ἀφοῦ ὁ χαρακτήρας της εἶναι ἑορταστικός. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι θὰ συναχτοῦν μὲ τὴν ἐπισημότητα ποὺ τονίζει ἡ μέρα αὐτὴ στὸ σπίτι κάποιου δικοῦ τους ἀνθρώπου καὶ θὰ συμφάγουν εὐχόμενοι «καλὴ κριατνή, καλὴ ἀποκρίτσα». Φυσικά, ὅπως τὸ θέλει τὸ ἔθιμο, τὴν τράπεζα θὰ τὴν κλείσει ὁ χορὸς καὶ τὰ ἀποκριάτικα τραγούδια, ποὺ δὲν λέγονται ἄλλη φορὰ μέσα στὸ χρόνο. Μονάχα τότε. 
Τὰ ἐδέσματα τῆς Τσικνοπέμπτης εἶναι πάντα προσεγμένα καὶ καλομαγειρεμένα. Δεσπόζει τὸ κατσίκι ἤ τὸ ἀρνὶ «καπαμᾶ», ἀλλὰ καὶ κρέας μὲ τὸ ρύζι, τὰ ψητὰ ἤ τηγανισμένα ἐντόσθια, ἀλλὰ καὶ τὰ ψητὰ κοσύφια. 
Ἀπ᾿ὅλες τὶς καμινάδες ἀναδύεται μιὰ εὐωδία, ποὺ ἁπλώνεται πάνω στὸ χωριό, λές κι εἶναι ὅλος αὐτὸς ὁ μικρὸς ὁ τόπος ἕνα μεγάλο μαγερειό. Καὶ παράλληλα μὲ τὴν εὐωδιὰ τοῦ μαγειρεμένου κρέατος ἀνεβαίνει κι ἡ ἀναμιγμένη εὐωδιὰ κανέλλας καὶ γάλακτος, καθὼς ἐτοιμάζεται τὸ πάλευκο κι ἀρωματισμένο μὲ βανίλια ρυζόγαλο, τὸ ἄλλο ἐπίσημο ἔδεσμα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. 
Ὅμως κάτι λησμονήθηκε. Γιατὶ οἱ μέρες τὸ καλοῦν... Κι ὅλα σχεδὸν τὰ σπίτια τὸ παρασκευάζουν, ἐκτὸς ἀπὸ κεῖνα ποὺ τὰ σκιάζει τὸ πένθος... Πρόκειται γιὰ τὴν γευστικότατη κολοκυθόπιττα ἀπό κίτρινο, χειμωνιάτικο κολοκύθι, ρύζι, κανέλλα, γάλα, γαρύφαλο, «μουσκουκάρ’φ=μοσκοκάρυδο» καὶ φυσικὰ τέχνη καὶ «πτηδειοσύ-νη=καπατσοσύνη». Σὲ ποιὸ σπίτι καὶ νὰ πᾶς, καὶ νὰ μὴ σοῦ δώσουνε, ἔστω καὶ στὸ «φλιτζουτσάνακου= πιατάκι τοῦ καφέ», ἕνα καὶ δυὸ κομματάκια γιὰ τὸ καλό1
Τσικνοπέμπτη, λοιπόν, τοῦ σωτηρίου ἔτους 2014... Μὲ τὶς μνῆμες νωπές, τὶς παλιὲς τὶς εὐωδιές νὰ σταλάζουν ἀκόμα στὴν ψυχὴ ἑόρτιο χαρά καὶ συγκίνηση, γιατὶ ἡ Παράδοση καλὰ τραβάει τὸ δρόμο της, μὲ τὰ σπίτια νὰ φεγγοβολοῦν, ἀλλὰ κι ἀπό τὰ σπλάχνα τους νὰ βγαίνουν τραγούδια καὶ χοροί, κρότοι περίεργοι καθὼς χτυποῦν πάνω στὰ σανίδια τὰ πασούμια τῶν γυναικῶν ποὺ χορεύουν τὸν ἀποκριάτικο μὲ τὸ «Ἄχ, χειλάκι μου γραμμένο...», «Τὴ Σοῦσα» καὶ τόσα ἄλλα... 
Κι ὅμως, πίσω ἀπ᾿ ὅλ᾿αὐτὰ καιροφυλαχτεῖ ἡ ἑπομένη ἡμέρα, ἡ Παρασκευή, ποὺ ναὶ μὲν ἔχει τὴ νηστεία της, μετὰ τὴν πλούσια τράπεζα τῆς Πέμπτης, ἀλλὰ ἔχει καὶ σφίξιμο ἐκεῖνο στὴν ψυχὴ καθὼς ἑτοιμάζεται τὸ κόλλυβο γιὰ τὸ Ψυχοσάββατο ποὺ ξημερώνει. Κι ἐδῶ εἶναι τὸ βαθὺ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπινου βίου, καθὼς γειτονεύουν τόσο αὐτὲς οἱ μέρες. Τῆς Τσικνοπέμπτης μὲ τὴ γεύση τῆς χαρᾶς καὶ τὸ Ψυχοσάββατο μὲ τὴ σιωπηλὴ λιτανεία τῶν κεκοιμημένων μας, καθὼς τοὺς γράφουμε ἕναν ἕναν στὸ χαρτὶ ποὺ θὰ παραδώσουμε στὸν ἱερέα γιὰ μνημόνευση, χαρτὶ νοτισμένο πάντα ἀπὸ τὰ δάκρυα ποὺ ἀφήνουμε καθὼς τοὺς ἀνακαλοῦμε στὴ μνήμη καὶ τοὺς ξαναφέρνουμε σιμά μας. Καὶ μαζί τους ἀνακαλοῦμε παλιὲς οἰκογενειακές συνάξεις, ὅπως αὐτὴ τῆς Τσικνοπέμπτης. Συνάξεις, ποὺ ἀπόμειναν στὴν ψυχή μὲ κόμπους ἀγαλλίασης καὶ φαρμακωμένης αἴσθησης καθὼς ἀντικρύζουμε τὴν ἀδειανὴ γωνιὰ στὴν πατραστιά, στὸ κεφαλοτράπεζο... Γιὰ νὰ βιωθεῖ ἔτσι τὸ τραγικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς καὶ νὰ ἐπιμετρηθεῖ τελικὰ τόσο τὸ σύντομο τοῦ ἐγκόσμιου βίου μας, ποὺ καλὸ εἶναι νὰ ραντίζεται μὲ αἰσιοδοξία καὶ φωτεινή διάθεση. Αὐτὴ ποὺ μᾶς κομίζουν τελικὰ οἱ κεκοιμημένοι μας καὶ μεῖς δὲν τὸ κατανοοῦμε: κι εἶναι ἡ αἰσιοδοξία αὐτὴ καὶ τὸ φῶς, ἡ ἐλπίδα ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ σιτάρι ποὺ προσκομίζουμε γιὰ νὰ διαβαστεῖ μαζὶ μὲ τὰ ὀνόματα: σιτάρι προσεγμένο καὶ φροντισμένο νὰ μὴν εἶναι μήτε ἄγευστο, μήτε στυφό, ἀλλὰ νἄναι ἕνα γλύκισμα, ποὺ θὰ καταλαγιάσει τὴ συγκίνηση καὶ θὰ τῆς δείξει τὸ δρόμο νὰ προσέξει τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀσφαλῶς δὲν εἰπώθηκε τυχαῖα: «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει»( Ἰω. 12, 24). Κόκκος σίτου ὁ καθένας μας περιμένει. Κι ὄχι, φυσικὰ τὴ μοναξιά... 
π. Κων. Ν.Καλλιανός
Σκόπελος, Τσικνοπέμπτη 2014
______________________________
1Τὰ ἔθιμα καὶ ἡ τοπικὴ διάλεκτος ἀναφέρονται στὸ χωριό μου, τὸ Κλήμα Σκοπέλου

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ: Του Δεκαπενταυγούστου τα Άνθη


Τοῦ Δεκαπενταυγούστου τὰ Ἄνθη 
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κύριον Εὐάγγελον, ταπεινὸ εὐχετήριο γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ 
Δεκαπενταύγουστος, μὲ τὴν ποίηση τοῦ Ματθαίου Μουντέ νὰ μᾶς γίνεται ἑόρτιο προσόμοιο στὴν κορυφαία αὐτή μέρα, τὴν ἡμέρα τῆς Παναγιᾶς. Ἄνθη εὐλαβείας κομίζοντας καὶ στολίζοντας τὸ κάδρο τῆς γιορτῆς, γιὰ νὰ χωνέψουν μέσα του οἱ μνῆμες, ἰδίως ἐκεῖνες οἱ παιδικὲς καὶ τρυφερές, ποὺ μέχρι σήμερα μᾶς δροσίζουν μὲ τὴν κατάνυξη, τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν φωτεινή τους εὐπρέπεια. 


Ἄνθη τοῦ Δεκαπενταυγούστου 
Ἄνθη λευκὰ ἐκ περάτων τὰ χέρια τῶν παιδιῶ 
ἀπ᾿ τῶν κυμάτων τοὺς ἀγροὺς 
ἀπ᾿ τῶν ἄστρων τὰ περβόλια 
καὶ τἄφεραν γιὰ νὰ στολίσουνε τὸν Τάφο Σου. 
«Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ», σὰν καὶ τότε... 
Γλυκιὰ, γαλάζια φαντασία, χρόνων μακρυνῶν, 
ὦ, γλυκασμὲ τῶν Ἀγγέλων, 
ποὺ ἡ Γεθσημανῆ δὲν ἦταν πέρα στὰ βουνὰ τῶν Ἐλαιῶν, 
τῆς Βιβλικῆς τῆς Χαναὰν τὰ μάκρη, 
μὰ ἦταν τοπίο νησιώτικο, 
δικό μας, κοντινό, 
μὲ τ᾿ ἀνθισμένα γιασεμιά, τὰ φούλια, τὸ βασιλικὀ, 
στοῦ γαλανοῦ γυαλοῦ μας κάποιαν ἄκρη. 
Γύρισε πίσω φορτωμένη-μόνο μιὰ στιγμή- 
Τὴν παιδικὴ κατάνυξη καὶ τὰ ὄνειρά μας, 
Γεθσημανὴ λευκή, τῶν παιδικῶν καλῶν καιρῶν. 
Ποὺ ἤσουν στὴ θάλασσα κοντὰ καὶ στὴ καρδιά μας» 
( Μ. Μουντές, Παρακαταθήκη, Ἀθήνα 1957) 
Συλλαβίζεις μία πρὸς μία τὶς λέξεις, εἰκονογραφεῖς τὰ νοήματα καὶ προσπαθεῖς νὰ διαπιστώσεις τοὺς κοινοὺς τόπους εὐλάβειας καὶ τιμῆς στὴν Πάνσεπτο τῆς Παναγίας μας Κοίμηση. Γιατὶ καλὰ καὶ χρήσιμα εἶναι τὰ ἐγκώμια, οἱ ἑόρτιοι λόγοι καὶ οἱ συναφεῖς πανηγυρισμοί, γιὰ τὸ «τελευταῖον ἐπ᾿ Αὐτῆ Μυστήριον», ποὺ συντελεῖται μάλιστα μὲ ἀλαλαγμούς «ἐν κυμβάλοις...ἐν ὠδαῖς...», ὥστε «ἐπιτύμβια ᾄσματα φαιδρῶς ἐκβοήσωμεν». Ὡστόσο μαζὶ μὲ αὐτὰ συνυπάρχει καὶ τὸ  ἀνόθευτο βίωμα, αὐτὴ ἡ μυστικὴ ἡ κατάθεση στὴ Χάρη Της, ποὺ διατηρεῖ, μαζὶ μὲ τὴν Πίστη, ἀκμαία τὴν γνήσια ἐκκλησιαστική μας συνείδηση. Γιατὶ διακρατεῖ μέσα μας ἀκοίμητες, θεοφύλακτες στιγμὲς, φορτωμένες κατάνυξη καὶ εὐλογία, τότε ποὺ στήναμε τὰ θεμέλια τοῦ μετέπειτα βίου μας. Κι ἦταν ὅλα ἐκεῖνα τὰ βιώματα ἁπλὰ καθημερινὰ πράγματα καὶ ἐνέργειες, καμωμένα ὅμως μὲ εἰλικρίνεια καὶ ταπεινὸ φρόνημα.

Σκόπελος, Kat O' Connor: Windows and Stairs

Γι᾿ αὐτὸ ἰκετεύεις σήμερα, τέτοια χρονιάρα μέρα, ὅπως ὁ ποιητής, νὰ μποροῦσες νὰ ξαναζήσεις τὸν Δεκαπενταύγουστο στὸ τοπίο ἐκεῖνο τὸ νησιώτικο, ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν σιμὰ στὴ θάλασσα, ἀλλὰ λίγο παραπάνω, ὡστὸσο ἦταν στολισμένο μὲ βασιλικά, γαρυφαλιές καὶ ντάλιες. Ἡ ροῦγα τὸ πρωΐ φρεσκοπλυμένη ἀνάδινε τὴν εὐωδιὰ τοῦ νοτισμένου χώματος, ἐνῶ οἱ ἑόρτιες καμπάνες ἔχωναν τὸν ἦχο τους μέσα τὶς ἐλιὲς, στὶς ἀμυγδαλιὲς καὶ τὰ πεῦκα, ποὺ τὶς σάλευε τὸ μελτέμι. 
Κι   ἀπολείτουργα, στὴ λευκὴ πεζοῦλα, κάτω ἀπό τὴ σκιόφυλλη κληματαριά, ποὺ ἀνάσαινε δροσιὰ καὶ χάρη, τὸ κέρασμα. Πάντα γλυκὸ βύσινο, ρακὶ καὶ φρέσκο νερὸ ἀπό τὴν πήλινη τὴ φρεσκογεμισμένη στάμνα. Κοιτάζεις ὕστερα τὸ πέλαγο ποὺ ἀνθίζει λευκὰ, παιχνιδιάρικα κύματα καὶ εὐφράινεσαι... Ἀλήθεια, τὶ ἄλλο θέλεις ; 
....Δεκαπενταύγουστος 2013. Μ᾿ αὐτὴ τὴ γλυκειὰ φαντασία τοῦ χθὲς, ὡς βακτηρία καὶ τὴν παιδικὴ ἀθωότητα ὡς δρόμο ἐπιστροφῆς καὶ μετάνοιας. Μὲ τὴν Χάρη Της πάντοτε καὶ τὴν ἀνοχή Της. 
π. Κων. Ν. Καλλιανός , 
Δεκαπενταύγουστος 2013

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΚΑΙΣΑΡΙΟΣ ΔΑΠΟΝΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΡΗΓΙΝΟΣ ΠΟΥ ΤΙΜΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ


Ὁ Καισάριος Δαπόντες καί ὁ Ἅγιος Ρηγῖνος 
[Καθώς ξημερώνει τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου, σκέφτηκα, μιά καί τιμᾶμε φέτος τόν Δαπόντε, νὰ πῶ δυό λόγια γιά τήν προσφορά τοῦ Καισάριου στόν Ἅγιό του. Ἄς εἶναι δέ αὐτό ἕνα εὐλαβικό μνημόσυνο γιά τόν Σκοπελίτη λόγιο, τόν τόσο ξεχασμένο στόν τόπο του...] 
Θέλω νὰ πιστεύω πὼς ἄν δὲ φρόντιζε ὁ Καισάριος, ὥστε νὰ διαδοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου, ἀφοῦ αὐτὸς πρῶτος νοιάστηκε νὰ συνθέσει καὶ νὰ δημοσιεύσει τὴν ἀκολουθία του, σήμερα δὲν θὰ εἴχαμε τὴν ξεχωριστὴ αὐτὴ τιμὴ, τὴν ὁποία ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴ συμπληρώνει ἕνα ἄλλο μεγάλο ὄνομα λογίου ἀνδρὸς κι αὐτοῦ Σκοπελίτου καὶ μάλιστα λησμονημένου. Τοῦ καθηγητοῦ Νικολάου Γεωργάρα, τοῦ ὁποίου οἱ μελέτες καὶ μάλιστα ἡ πρώτη ἐπιμελημένη ἐπανέκδοση τῆς Ἀκολουθίας καὶ τοῦ βίου τοῦ  Ἁγίου Ρηγίνου τὸ 1902, ἀπομένουν τεκμήρια μιᾶς σοβαρῆς ἱστορικῆς ἔρευνας καὶ διακαοῦς εὐλάβειας γιὰ τὸν Ἅγιο καὶ τὴ Σκόπελο. Αὐτὰ ὡς μιὰ παρένθεση, ἀναγκαία πιστεύω, καὶ εὐστόχως συμπληρωματική. 
Τὸ 1746, σέ ἡλίκια 32 ἐτῶν ὁ Κωνσταντῖνος Δαπόντες φέρει τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ Καμινάρη, ὑπεύθυνου δηλ. γιὰ τὴ συλλογὴ φόρων τῶν οἰνοπνευματωδῶν καὶ τοῦ ταμπάκου. Τότε λοιπὸν ἑτοιμάζει καὶ τὴν ἔκδοση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου, ἀλλὰ καὶ τοῦ βίου του, ὁ ὁποῖος σημειωτέον μᾶς παραδίδεται καὶ χφος, θησαυρισμένος στὸ Ἀρχεῖο τῆς M. Μ. Λαύρας. Ὡστόσο αὐτὸ ποὺ θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω εἶναι τὸ ἐξῆς: μέχρι σήμερα δὲν ἔχουν προσεχθεῖ δύο σημαντικὰ σημεῖα, ἀθησαύριστα παντελῶς, ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ Δαπόντες στὴν Ἀκολουθία τοῦ 1746.
 

Τὸ πρῶτο ἀναφέρεται στὴν αἰτία τῆς ἔκδοσης τῆς ἐν λόγω ἀκολουθίας καὶ βρίσκεται στὸν ἄγνωστο, δυστυχῶς, μέχρι σήμερα πρόλογο τοῦ συγγραφέα καὶ ὑμνογράφου. 
«Συνέταξα, μᾶς πληροφορεῖ ὁ Δαπόντες, μετὰ πόνου πολλοῦ τὴν παροῦσαν βίβλον περιέχουσαν τήν ἅπασαν ἀκολουθίαν τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ἱερομάρτυρος Ἐπισκόπου Σκοπέλων Ρηγίνου, χρέος τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι ἀφοσιούμενος καὶ τὴν πατρὸς μνήμην θρέπτρα τῇ πατρίδι προσφέρων, πατρὸς παλαιοῦ, ὁποῦ καὶ εἰς συνόδους κατὰ τῶν δυσεβούντων πάμπολλα ἠγωνίσατο καὶ τὴν εὐσέβειαν ὑπέρ τις ἄλλος κηρύξας...».
Τὸ ἄλλο ὑπάρχει μέσα στὸ συναξαρι τοῦ Ἁγίου, ποὺ εἶναι ἐνσωματωμένο στὴν Ἀκολουθία καὶ μᾶς πληροφορεῖ τὰ ἀκόλουθα: «Πρὸ πέντε χρόνων ἀπό τῆς σήμερον - δηλ. γύρω στὰ 1741 (272 χρόνια ἀπό σήμερα), σταλθεὶς παρὰ τῆς Γερουσίας τῶν Σκοπέλων ὁ Χατζη-Κωνσταντὶνος, ὁ ὕστερον μετωνομασθεὶς διὰ τὸ μοναχικὸν σχῆμα Καλλίνικος, ἐφέρθησαν μέρη τινὰ ἐκ τοῦ ἀγίου λειψάνου εἰς Σκόπελον καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ σεβασμίῳ μοναστηρίῳ τοῦ γίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὅπου εὐρίσκονται φυλαττόμενα καὶ τιμώμενα ὡς εἰκός». 
Ἐξηγῶ ἐδῶ, πὼς στὴ Σκόπελο τοῦ 18ου αι. ὑπῆρχε Κοινοτικὴ Διοίκηση, τὴν ὁποία ἀποτελοῦσαν δύο Ἐπίτροποι ἤ Γέροντες καὶ ὁ Γραμματικὸς τῆς Χώρας. Ἦσαν ἐπιφανῆ πρόσωπα τῆς Σκοπελίτικης κοινωνίας-ὀ Χατζη-Κωνσταντής ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς πρέπει νὰ ἦταν καὶ προσκυνητὴς τοῦ Παναγίου Τάφου, μόνο ποὺ μέχρι σήμερα δὲν ἔχουμε ἄλλες ἰκανὲς εἰδήσεις γι᾿ αὐτόν. Ἀλήθεια, πόσα τεμάχια  Λειψάνων ἔφερε ὀ Χ-Κωνσταντὴς ἀπό τὴν Κύπρο; Θέτω τὸ ἐρώτημα αὐτὸ γιὰ νὰ σᾶς πῶ ὅτι αὐτὸ τὸ τεμάχιο τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου μας, ποὺ ἀπὸ τὸ 1834 περίπου εἶναι θησαυρισμένο στὸν περικαλλῆ ναὸ τῆς Ἐπισκοπῆς, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μετὰ ἀπό τὴν διάλυση τῶν μονῶν ἀπό τὴν Ἀντιβασιλεία, εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐκομίσθη ἀπό τὴν Κύπρο, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Καισάριου, ποὺ μᾶς ἐξηγεῖ καλύτερα τὰ πράγματα στὴν ἀνέκδοτη Γεωγραφική του ἰστορία. 


Ἀφοῦ λοιπόν στὸ φ. ἀναφερθεῖ στὴν Κύπρο, λέει παρακάτω: 
«Ἔχει δὲ κἄν τὸ λείψανον τοῦ θείου μου Ῥηγίνου Σκοπέλων ἐπισκόπου, ναί, τοῦ θαυμαστοῦ ἐκείνου εἰς τὴν τοῦ Ἀρχαγγέλου δὲ μονὴν τοῦ Μοναγρίου τὴν λεγομένην σώζεται καύχημα τοῦ νησίου. Εἰς τοῦ Κιτέων τὴν γνωστὴν τοῖς πᾶσιν ἐπαρχίαν, ἡ Σκόπελός μου ἔχει δὲ ταφὴν του τὴν ἁγίαν κι ἕνα μεγάλον κόκκαλον ἀπό τὸ λείψανόν του ληφθὲν καὶ προσκυνούμενον εἰς δόξαν καὶ τιμήν του». 
Φυσικὰ στὸν Ἅγιο Ρηγῖνο  ὁ Δαπόντες ἔχει ἀφιερώσει κι ἄλλες σελίδες, τὶς ὁποῖες ὁ φιλότιμος ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ βρεῖ στὰ ἔργα τοῦ Δαπόντε Λόγοι Πανηγυρικοί (ἐκδ, Βενετία 1778) καὶ Ἐξήγησις τῆς Θ. Λειτουργίας (Βιένη 1796) καὶ φυσικὰ στὴν ἀνέκδοτη Γεωγραφικὴ Ἰστορία, τὴν ὁπόια εἶχε προαναγγείλει ὅτι θὰ ἐξέδιδε ὀ μακαρίτης καθ. Ἄλκης Ἀγγέλου, ὁ ἐπιμελητὴς καὶ ἐκδότης τοῦ περίφημου Κήπου Χαρίτων. Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον νὰ τὴν εἴχαμε. Ὄχι τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ γιατὶ τὸ ἔργο αὐτὸ γράφτηκε τὸ 1781, ἐδῶ στὴ Σκόπελο, στὸ μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Καὶ μιὰ κι ἔγινε λόγος γιὰ ὑπάρχοντα σήμερα χειρόγραφα τοῦ Δαπόντε στὴ Σκόπελο, σᾶς πληροφορῶ ὄτι στὴ μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κανένα του χφο δὲν ὑπάρχει, ἐνῶ στὶς μονὲς τοῦ Τ. Προδρόμου καὶ τῆς Μεταμορφώσεως διασώζοντα κάποια. Ἐπειδὴ ὅμως σᾶς κούρασα, θὰ κοιτάξω νὰ κλείσω τὴν ἑνότητα αὐτὴ μὲ λόγια ὄχι δικά μου, μὰ τοῦ Καισάριου, ποὺ ἀπευθύνονται στὸν Ἅγιο Ρηγῖνο καὶ εἶναι σὰ νὰ γράφτηκαν ἐπίτηδες γιὰ τὶς γκρίζες μέρες ποὺ διερχόμαστε.


Λόγια εἰλικρινῆ, καρδιακὰ καὶ ἔντιμα. Πῶς νὰ μὴ συγκινήσουν καὶ παράλληλα ἀποδείξουν τὸ μέγεθος ἀγάπης καὶ λατρείας τοῦ μεγάλου μας συμπολίτη στὸν Ἅγιο τοῦ τόπου του; Ἀπὸ κάτι τέτοια φαίνεται δὲ πὼς τὸν τιμησαν δύο μεγαλοι θεωρητικοὶ τῆς λογοτεχνίας μας. Ὁ Γ. Σεφέρης κι ὁ Κ.Θ. Δημαρᾶς. Καὶ νομίζω πὼς ἐκεῖνοι σωστὰ ἔπραξαν Ἐμεῖς;
π. Κων. Ν. Καλλιανός, 
τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου 2013

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ...


Κοιτώντας τον Άθωνα από τη ...σκιά του...
Μια φωτογραφία του π. Κωνσταντίνου Καλλιανού από τη Σκόπελο. 

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Αντικρύζοντας τη Σκιάθο...


Αντικρύζοντας τη Σκιάθο εν καιρώ χειμώνος...
Μια φωτογραφία του π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού, παρμένη από το χωριό του, το Κλήμα Σκοπέλου. 
Με ευχές για το Άγιο Δωδεκαήμερο. 

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

ΓΥΡΙΣΑΜΕ ΠΙΑ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ...



«Γυρίσαμε πιὰ στὸ Φθινόπωρο...» ( Γ. Σεφέρης)

Μέ τό γύρισμα τῆς μέρας, καθώς ἡ νύχτα ἄρχισε ν᾿ ἁπλώνει τή πρώτη της δροσιά νοτίζοντας τίς πλάκες καί τά κεραμίδια τῶν σπιτιῶν, ὁ τόπος δέχτηκε σιωπηλός τό φθινόπωρο πού εἰσόδευσε καί φέτος στή ζωή μας. Κι ὅλοι βιάστηκαν νά ἑτοιμάσουν τίς ἀποσκευές, νά κλείσουν μέ προσοχή τίς θερινές τους κατοικίες κι ὕστερα νά πάρουν τό δρόμο γιά τήν πολιτεία.
Ἀπόμειναν μονάχα τά μαραμένα κλαδιά τοῦ δάσους, πού κόπηκαν σέ ὦρες θερινές καί πασίχαρες, νά στολίζουν ἀκόμα τ᾿ ἄδεια τά τραπέζια, ὅπως καί κάποια βότσαλα μεγάλα,  πού ἀφέθηκαν στά περβάζια τῶν κλειστῶν παραθυριῶν, γιά νά θυμίζουν τίς θεϊκές πρωϊνές ἤ ἀπομεσήμερες στιγμές σιμά στή θάλασσα πού τότε ἦταν τόσο ἐλκυστική, λαμπρόφωτη καί ἥρεμη, σά νἄσουν ἔτοιμος νά τήν περπατήσεις. Ἀπόμεινε ἀκόμα κι ὁ ἀπόηχος τῶν φωνῶν τῶν παιδιῶν πού παίζανε τ᾿ ἀπόβραδα στίς αὐλές καί στούς δρόμους, μέχρι πού ἦλθε ἐκεῖνο τό στερνό τό πρωϊνό, ὅπου μάζεψαν τά πράγματα καί τίς μνῆμες τους,  κι ἀναχώρησαν. Γύρισαν καί εἶδαν τό κλειστό τό σπίτι, ἄφησαν στήν αὐλή καί στόν ἔρημο τό δρόμο τή στερνή τους τρυφερή ματιά καί εὐχήθηκαν νά τούς δοθεῖ κι ἄλλος χρόνος ἀπό τό Θεό νά ξαναβροῦν τά ἴχνη τῆς ἡρεμίας, τά προνόμια τῆς ξεκούρασης καί τή δροσιά πού ἀνανεώνει καί στερεώνει τό πολυκομματιασμένο εἶναι. 


Γιατί ξέρουν πώς αὐτοί οἱ τόποι τῆς ἀνάνηψης καί τῆς ἀνασύνταξης τοῦ εἶναι, ἀποτελοῦν γι᾿ αὐτούς τήν ἄλλη κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ ὅπου ἀνασυνθέτει τόν πληγωμένο τους ἑαυτό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ καιρὸ θέρους τοὺς ἐπισκέπτονται,  συγυρίζουν τὰ σπίτια τους, τὰ ὁμορφαίνουν, μέχρι νἄρθει ἡ «πρώτη σταγόνα τῆς βροχῆς», ποὺ λέει κι ὁ ποιητής, γιὰ νὰ τὰ διπλοκλειδώσουν μὲ πόνο ψυχῆς καὶ νὰ πάρουν τὸ πλοῖο, ποὺ θὰ τοὺς πάει σιμά στὴν πικρή τὴν καθημερινότητα, στὸ ἀστικὸ περιβάλλον, ποὺ μυρίζει καυσαέριο καὶ μουχλιασμένα σκουπίδια. Γιατὶ τὸ ἄρωμα τοῦ πεύκου, τῶν φρέσκων φυκιῶν ποὺ ἀφήνει στὰ περιγιάλια ἡ θάλασσα, τὸ κρατοῦν μέσα τους ὡς ἰσχυρὴ  ἀντιβίωση, ὡς πολύτιμη φεγγοβόλα ἀνάμνηση, ἐξάπαντος καθαρτήρια. Καλὸ φθινόπωρο, λοιπόν...
Κλῆμα Σκοπέλου
π. Κων. Ν. Καλλιανός                        

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Τοῦ θέρους οἱ διαλογισμοί...


Ἀνασαίνεις ἰώδιο ποὺ τὸ ἔχει ἐμποτίσει τοῦ πεύκου τὸ εὐῶδες καὶ λεπτὸ ἄρωμα κι ὕστερα ἀφήνεις τὴν ψυχή σου νὰ εἰσοδεύσει στὰ τῆς Δημιουργίας ἱερὰ καὶ κορυφαῖα διδάγματα. Σὲ μέρες θερινές, πασπαλισμένες μὲ ἄμμο καὶ ἅλμη.  
Θερινὸ πρωϊνό, μὲ τὴ θάλασσα νὰ σαλεύει ἁπαλά, ὅπως δηλαδὴ τὴ λικνίζει τὸ δροσερὸ ἀεράκι ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ ψηλά, ἀπὸ τὶς μουδιασμένες βελούδινες βουνοκορφές, τὶς στολισμένες μὲ παμπάλαια πεῦκα, κι ἄλλους ἄγριους θάμνους. 
Σέρνεται λοιπόν, τὸ βουνίσιο τ᾿ ἀγεράκι πάνω στὴ στιλπνὴ τῆς θάλασσας ἐπιφάνεια, τὴ ρυτιδιάζει κι ὕστερα ἀπλώνεται πάνω στὰ λαλαρίδια τ᾿ ἀκροθαλασσιοῦ, μέ μοναδικούς μουσικοὺς ἤχους, ποὺ μονάχα μιὰ πειθαρχημένη κι εὐαίσθητη ψυχὴ μπορεῖ ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσει. Στ᾿ ἀλήθεια, Θεέ μου, τὶ μουσικοὺς φθόγγους σχεδιάζει τούτη τὴν ὥρα τὴ θεϊκὴ ὁ ἐλαφρὺς κυμματισμὸς ποὺ σέρνεται προσεχτικά, ρυθμικά καὶ ἐπίμονα πάνω στὰ βότσαλα... Φθόγγους γραμμένους σὲ ἀόρατα πεντάγραμμα, ἤχους ποὺ ἐνέχουν τὴ δικιά τους ἀρμονία, τὸν δικό τους ἐνορχηστρωμένο ρυθμὸ, ποὺ τὸν διευθύνει χέρι ἀόρατο, ἐκεῖνο τοῦ Δημιουργοῦ. Τώρα μπορεῖς νὰ καταλάβεις γιατὶ ἔγραψε ὁ Βιβάλντι τὴν «ταραχὴ τῆς θάλασσας», ἤ ὁ Χέντελ τὴ Μουσικὴ τῶν νερῶν... Ἀλήθεια, ποιές ἦταν οἱ ρίζες τῆς ἔμπνευσής τους;


Καθὼς ἀνεβαίνει μὲ βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια ὁ ἥλιος, γιὰ νὰ σταθεῖ  στὰ μεσούρανα καὶ νὰ φανεῖ κυριάρχο τὸ Ἑλληνικὸ τὸ Καλοκαίρι, τὸ ἀκρογιάλι ἀρχίζει νὰ δέχεται τοὺς ἐπισκέπτες του. Ὅπως ὅταν γιορτάζει κάποιος δέχεται στὸ σπίτι του τοὺς φίλους καὶ τοὺς γνωστοὺς γιὰ νὰ τοῦ εὐχηθοῦν, ἔτσι  κάθε καλοκαίρι τὸ ἀκρογιάλι αὐτὸ δέχεται τοὺς δικοὺς του ἀνθρώπους, ἀφοῦ μιὰ μεγάλη γιορτὴ εἶναι τὸ καλοκαίρι, ποὺ διαρκεῖ μέχρι τὸ πρῶτο βαρὺ συννέφιασμα, τὶς πρῶτες βροχὲς καὶ τοῦ γκρίζου φθινοπώρου τὴν κυρίαρχη παρουσία. 
Πανηγύρι στὴ θάλασσα μὲ τὰ σώματα νὰ δέχονται τὴν τρυφερότητα τοῦ θαλασσινοῦ νεροῦ καὶ τὴν ἀμμουδιὰ νὰ ξαποσταίνει τὸ εἶναι, νὰ τὸ μεταποιεῖ δωρίζοντάς του, ἔστω γιὰ λίγο καιρὸ- ἀφοῦ ἡ στυγνὴ ἡ καθημερινότητα καραδοκεῖ κάπου στὴ γωνία- τὴν εὐλογημένη αἰσιοδοξία, ποὺ φωτίζει μὲ τὴν ἀκοίμητη λαμπάδα της τὸ Ἀνθρώπινο Πρόσωπο.   
π. Κων. Ν. Καλλιανός 
Σκόπελος 
φωτογραφίες π. Κ.Ν. Καλλιανού: 
- Η συντροφιά στη Λειτουργία ή το άλλο συλλείτουργο...
- Αυγουστιάτικο ξημέρωμα  

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

...και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά...


... Και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά...
Ελύτης, Άξιον εστι

Τα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου, Σκόπελος
φωτό: π. Κωνσταντίνος Ν. Καλλιανός

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Τοῦ Δεκαπενταυγούστου οἱ ἰσχνοὶ στοχασμοί...


Μνημόσυνο εὐλαβικὸ τῆς Μητέρας μου... 
Μὲ τὸ στερνὸ τὸ «Δι᾿ εὐχῶν» κλείσαμε κι ἀπόψε τὶς Παρακλήσεις στὴ Χάρη Της, ποὺ, σχεδόν, κάθε ἀπόγευμα Τῆς προσφέραμε, μαζὶ μὲ τὸ κερί, τὸ θυμίαμα, τὸ βασιλικὸ, τὸ γιασεμί, τὰ γαρύφαλα ποὺ κομίζαμε... Ὅλα εὐπρεπεῖς καταθέσεις, ποὺ παρατίθενται μὲ αἰτήματα, πολλὰ αἰτήματα, ἀφοῦ κάθε βράδυ αὐτὸ Τῆς θυμίζαμε: «...καὶ τὰς αἰτήσεις ἡμῶν πλήρωσον...». Ἀλήθεια, πόσα εἶναι τὰ αἰτήματα αὐτά; Ἀμέτρητα, ἀλλὰ πάντα ὅμοια μεταξύ τους, γιατὶ ὁ ἀνθρώπινος πόνος μπορεῖ νὰ ἔχει πολλὲς ὄψεις, ὅμως στὴν οὐσία του εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός. Ἴδιος γιὰ ὅλους, ὅπως κι ὁ θάνατος, τὸ κοινὸν χρέος ποὺ λέγανε οἱ παλιότεροι. Κι εἶναι ἀλήθεια, πὼς κι Ἐκείνη γνώρισε τὸν πόνο σὲ ὅλο του τὸ μεγαλεῖο. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξέρει, Τῆς ἀναφέραμε κάθε βράδυ τοὺς καημοὺς, τὶς ἀνησυχίες, τοὺς πειρασμοὺς, ἐνῶ ἡ συγκίνηση δὲν ἀποχωρίζεται τὴ ψυχή μας. Καὶ παραμένουμε σ᾿ αὐτὴ τὴ στάση τῆς ἰκεσίας, ἀκόμα κι ἄν τέλειωνε ἠ κάθε Παράκληση, ἔκλεινε ὁ ναὸς κι ἐπιστρέφαμε στὰ σπίτια μας. Ἐμεῖς ἀναμέναμε. Περιμένοντας... Ἀλήθεια, ποιὰ εἶναι καὶ πῶς τελικὰ λειτουργεῖ καὶ ἐκπαιδεύει αὐτὴ ἡ ἀναμονή; Γιὰ ν᾿ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα θὰ πρέπει ν᾿ ἀποδράσουμε ἀπό τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ μεριμνοῦν μονάχα γιὰ τὴν αὐτοπροβολή μας, μὲ ἀφορμὴ τὴν κάθε γιορτή: Δεσποτική, Θεομητορική, ἀλλὰ καὶ Ἁγίων. Γιατὶ, εἶναι λυπηρὸ ποὺ λέγεται, πολλὲς φορὲς, χρησιμοποιοῦμε τὶς Γιορτὲς ὡς ἐργαλεῖα, γιὰ νὰ στήσουμε τὸν ἑαυτό μας πάνω στὸ βάθρο, ὡστε νὰ φανῶμεν τοῖς ἀνθρώποις καὶ νὰ μᾶς ἐπαινέσουν. Κάτι δηλαδὴ ποὺ ἀποκλειστικὰ ἀνήκει σὲ Κείνη, τὸ προσποριζόμαστε ἐμεῖς, ὥστε νὰ καταστοῦμε ἀποκλειστικὰ ἐμεῖς τὸ κέντρο τῆς Γιορτῆς, τῆς κάθε Γιορτῆς. Αὐτὴν τὴν ἀπόδραση ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν βέβηλο ναρκισσισμὸ ζητᾶ ὡς ἀντίδωρο Ἐκείνη, ἀπόδραση μέχρι ἀπελπισμοῦ ἀπό τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὴν καπατσοσύνη μας, ἀπό τὴν εὐστροφία, τὶς διοικητικές ἤ τὶς ρητορικές μας ἰκανότητες-ὅλα ἐκεῖνα ποὺ συμπυκνώνονται σὲ μιὰ καὶ μοναδικὴ ἔκφραση «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν, σοὶ προσφέρομεν...». Ἔκφαση εὐχαριστιακὴ ποὺ δείχνει ὅλο τὸ μέγεθος τῆς φτώχειας μας-πόσοι τὸ κατανοοῦμε, ἀλλὰ καὶ τὸ σπουδάζουμε αὐτό; - ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνικανότητάς μας. «Τὶς δύναται προσθῆναι κ.λ.π. 
Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, μὲ τὴ Γιορτὴ , στὴν κορυφαία τοῦ θέρους ἀκμὴ νὰ εἰσοδεύει μυστικὰ καὶ μὲ εὐπρέπεια. Ἔστω κι ἄν κάπου σιμὰ ἤ μακρυὰ-αὐτὴ τὴ λεπτομέρεια ἄς τὴν κρίνει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός,- ἡ ἐκκοσμίκευση ρυθμίζει κι ἐφέτος τὰ τῆς προκείμενης ἑορτῆς τελετουργούμενα: ἀνταγωνιστικὲς προτάσεις ἐνοριακῶν κοινοτήτων, ποιὰ θὰ ἔχει δηλαδή τὸ πρωτεῖο! λές καὶ γίνεται διαγωνισμός, ἀλλὰ κι ἄλλων ἐκδηλώσεων, ποὺ ὑποβιβάζουν ἤ χαντακώνουν τὴν ἑορτὴ ποὺ δὲν εἶναι τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ ἕνα ἰκανὸ ἄθλημα γιὰ ὑπέρβασή του.( πρβλ. Ἰωαν. 15, 18-20) Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔχει δοθεῖ ὡς ἐντολὴ σεβαστικὴ ἀπό τοὺς πατέρες μας ἡ προτροπὴ ὅπως ἡ κλήση πραγματοποιεῖται, αἰῶνες τώρα, μὲ τὴν ἑορταστικὴ κωδωνοκρουσία, ποὺ διαμολπεῖ σὲ μιὰ γλώσσα μυστική, ἐξάπαντος ἐκκλησιαστική, τὸ εἰσοδικὸ τῆς Γιορτῆς μέσα στὸ Χρόνο, καὶ φυσικὰ ὅλων ἡμῶν μέσα στὴ Γιορτὴ, γιὰ νὰ κατορθώσουν, ὅσοι μὲ ἀληθινὴ προαίρεση τὴν προσεγγίζουν, νὰ εὐφρανθοῦν, νὰ ὑπερβοῦν τὸ σκάμμα τῆς καθημερινότητας, μὲ τοὺς ὅσους πειρασμούς της καὶ νὰ ζήσουν τὸ θεοφιλέστατο καὶ πάντα μοναδικὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Καὶ δὴ τοῦ Ἐλληνικοῦ Καλοκαιριοῦ, ποὺ εὐωδιάζει θυ-μίαμα κι ἁρμύρα, τοῦ στεφανωμένου μὲ ἄνθη βασιλικοῦ καὶ γιασεμιῶν, τοῦ λουσμένου μέσα στὸ βαθὺ κι ἀπέραντο γαλάζιο... 
π. Κων. Ν. Καλλιανός
Σκόπελος

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Ο π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΛΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Σκοπελίτικο θερινό απόγευμα


Μιὰν ἀπάντηση, ποὺ θεωρῶ ἀπαραίτητη
Μὲ φωτεινά, θερινὰ χρώματα ἔντυσε τὴν πανευλόγητη καὶ ἐρατινὴ νῆσο Χἀλκη ὁ ποιητὴς τῆς Πόλης, ὁ εὐσταλὴς γόνος τοῦ μαρτυρικοῦ Φαναρίου,  ὁ Μητροπολίτης Πέργης κύριος Εὐάγγελος Γαλάνης καὶ μᾶς τὴν κόμισε ὡς πρόσφορο τιμῆς καὶ μάθημα ἐξάπαντος ἀναγαῖο, ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὴν εὐπρέπεια καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἀκτινοβολεῖ «Ἕνα δειλινὸ στὴ Χάλκη». 
Μὲ προσεχτικοὺς βηματισμοὺς λόγου ὁ Σεβασμιώτατος μᾶς ραντίζει, πρῶτα μὲ τ᾿ ἀρώματα ποὺ ἀποπνέει ἠ Χάλκη, μᾶς ἱκανοποιεῖ τὸ αἴτημα γιὰ ἐπίσκεψη σὲ μοναστήρια καὶ ἁγιάσματα, εὐκατάνυκτα καὶ καθαγιαστικά, κι ὕστερα μᾶς ἁπλώνει τὸν ἰλαρό του τὸ λόγο, ἀπό τὰ πρῶτα τὰ μαθήματα τοῦ ἀθάνατου «Εν Φαναρίῳ Α'», ὅταν ὡς ἱεροδιάκονος, σιμὰ στὸν Πατριἀρχη τῶν ὁραματισμῶν καὶ τῆς ὀδύνης (ἡ τελευταία λέξη λησμονεῖται, ὅταν γίνεται λόγος γι᾿ τὸ ὄνομά του) τοῦ Ἀθηναγόρου. Λέει λοιπόν ὁ Ἅγιος Πέργης μὲ γλώσσα ποιητική, ὅπως εἶναι τῶν ψαλμάτων ἡ γλώσσα-κάτι δηλ, ποὺ πολὺ ἀγαπᾶ, «Παντοῦ λειτουργεῖται ἡ ἁγιασμένη ἱστορία μας. Κι᾿ ἡ ἀλησμόνητη. Μ᾿ ὀρθάνοιχτα μέσα της τά μάτια τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἀγγέλων μας καί τῶν ἀπόντων. Καί ξεχυμένη μέχρι τά πέλαγα ἡ μυρωδιά τοῦ λιβανιοῦ κι’ ὁ θόρυβος ὁ μυσταγωγικός ἀπ᾿ τά περάσματα τά ἱερά κι᾿ ἀπ᾿ τίς ἐμφάνειες τῆς θείας παρουσίας. Ὅλες ἕτοιμες νά μᾶς ξυπνήσουν, νά μᾶς ἀγκαλιάσουν, νά μᾶς προστατέψουν, νά μᾶς σώσουν: «Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον ...» 

Κι ὕστερα ἀνοίγει τὴν καρδιά μας, τήν εὐφραίνει καὶ τὴ στολίζει μέ τὸν φερέλπιδα λόγο του, γιὰ νἄχει ἀντοχὴ μέσα στὰ κύματα τῆς ὀδύνης καὶ τῶν καημῶν ποὺ τὴν κυκλώνουν 
Πολλὰ τὰ ἔτη Σας, σεβασμιώτατε. Περιμένουμε κι ἄλλους σταλαγμοὺς εὐλογίας ἀπό τὸ πανίερο χέρι Σας... 
παπα-Κων. Ν. Καλλιανός

Το κείμενο του Μητροπολίτου Πέργης Ευαγγέλου "Ένα δειλινό στη Χάλκη" δημοσιεύθηκε στο Φως Φαναρίου.
Related Posts with Thumbnails