Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το ζήτημα της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το ζήτημα της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ


Η εκπομπή με τον τίτλο "Η μεταγλώτισση των λειτουργικών κειμένων" που δημοσιεύουμε εδώ, είναι μια συνέντευξη που πραγματοποιήσαμε στις 16.4.2000, τον καιρό της θητείας μας στον Τηλεοπτικό Σταθμό της Μητροπόλεως Πατρών ΛΥΧΝΟΣ. 
Συνομιλητής μας, στο πλαίσιο της σειράς εκπομπών μας με τον γενικό τίτλο "Τα Λειτουργικά", ήταν ο αείμνηστος Ιωάννης Γιαννόπουλος, έγκριτος νομικός και συγγραφέας. Ο αδελφός του κ. Γεώργιος Γιαννόπουλος, εκδότης της ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ - ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ, έκανε τον κόπο και απομαγνητοφώνησε εκείνη τη συνέντευξη και την δημοσίευσε σε τρεις συνέχειες στην μοναδική -από πολλές απόψεις - εφημερίδα του. 
Τότε το θέμα της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων είχε τεθεί - σε επίσημο επίπεδο -  από τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Τώρα τίθεται εκ νέου από άλλους ιεράρχες και θεολόγους. Η συνομιλία μας με τον Ιωάννη Γιαννόπουλο διατηρεί, νομίζουμε, την επικαιρότητά της, γι' αυτό και την αναδημοσιεύσαμε στην Ιδιωτική Οδό και μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.
Το γεγονός ότι η θέση μας είναι εναντίον της μεταγλώτισσης των λειτουργικών κειμένων, δεν σημαίνει ότι συμμεριζόμαστε τα όσα - επιεικώς απαράδεκτα - προσάπτουν κάποιοι στους οπαδούς της "μετάφρασης", περί "νεοβαρλααμισμού" κ.ο.κ. Αντιθέτως, νομίζουμε ότι το θέμα έχει προκαλέσει την παραγωγή σημαντικών κειμένων που πρέπει να τίθενται προς συζήτησιν. Η γλώσσα της Εκκλησίας και η λατρείας της δεν πρέπει να είναι μουσειακό είδος, άρα η έκφραση της αγωνίας για την δυναμική της στο σύγχρονο κόσμο είναι απολύτως νόμιμη. 
Π.Α.Α.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΝΟΥΣΗ

Εκκλησάκι στην Αλοπρόνοια της Σικίνου - φωτό: Ιδιωτική Οδός

Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 
Τον Κύριο υμνείτε και δοξολογείτε σε όλους τους αιώνες. 
Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.
Δοξολογείτε πάντα τα κτίσματα Κυρίου τον Ποιητή τους• υμνείτε και υπερυψώνετε Αυτόν εις τους αιώνες. 
Εὐλογεῖτε, Ἄγγελοι Κυρίου, οὐρανοὶ Κυρίου, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ευλογείτε οι Άγγελοι του Θεού και όλα τα ουράνια τάγματα και στερεώματα τον Κύριο• υμνείτε και δοξάζετε Αυτόν εις τους αιώνας. 
Εὐλογεῖτε, ὕδατα πάντα τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις Κυρίου, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Δοξάζετε, όλα τα ύδατα και τα υγρά στοιχεία του σύμπαντος, τα πάνω απ’ τους ουρανούς, όλες οι ασώματες Δυνάμεις του Κυρίου τον Κύριο• υμνείτε και υπερυψούτε Αυτόν ακαταπαύστως.
Εὐλογεῖτε, ἥλιος καὶ σελήνη, ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας
Ευλογείτε ο ήλιος και η σελήνη, όλα τα άστρα τ’ ουρανού τον ποιητή τους Θεό• υμνείτε και υπερμεγαλύνετε Αυτόν σε όλους τους αιώνες. 
Εὐλογεῖτε, φῶς καὶ σκότος, νύκτες καὶ ἡμέραι, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Δοξάζετε το φως και το σκοτάδι, οι μέρες και οι νύχτες τον έναν και μοναδικό Κύριο• υμνείτε και ψάλλετε θριαμβικά σ’ Αυτόν μες τους αιώνες. 
Εὐλογεῖτε, πᾶς ὄμβρος καὶ δρόσος, πάντα τὰ πνεύματα, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ευλογείτε όλες οι βροχές και οι δροσιές και πάντες οι ανέμοι τον Κύριο• ψάλλετε κι ανυψώνετε Αυτόν στους αναρίθμητους αιώνες. 
Εὐλογεῖτε, πῦρ καὶ καῦμα, ψῦχος καὶ καύσων, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Δοξάζετε η λάβρα και η κάψα, οι παγωνιές και οι καύσωνες τον Δημιουργό του κόσμου• ανυμνείτε και υπερεξαίρετε Αυτόν στο βάθος των αιώνων. 
Εὐλογεῖτε δρόσοι καὶ νιφετοί, πάγοι καὶ ψῦχος, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Δοξολογείτε οι δροσιές και οι χιονονιφάδες, οι πάγοι και το ψύχος τον Τριαδικό Θεό• υμνείτε και πανυπερμεγαλύνετε Αυτόν από τώρα και στους αιώνες των αιώνων. 
Εὐλογεῖτε, πάχναι καὶ χιόνες, ἀστραπαὶ καὶ νεφέλαι τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Τραγουδάτε ευχαριστιακά οι πάχνες και τα χιόνια, τ’ αστραπόβροντα και τα σύγνεφα τον Κύριο• υμνολογείτε και αναπέμπετε τις δοξολογίες σας σ’ Αυτόν για αιώνες ατέλειωτους. 
Εὐλογεῖτε, γῆ, ὄρη καὶ βουνοί, καὶ πάντα τὰ φυόμενα ἐν αὐτῇ, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Κράζετε δοξολογικά η γη, οι οροσειρές της, οι ταπεινοί λοφίσκοι και όλα που φυτρώνουν πάνω της τον Κύριο• υμνείτε και ανυψώνετε χωρίς μέτρο και κορεσμό Αυτόν αιώνια. 
Εὐλογεῖτε, πηγαί, θάλασσα, καὶ ποταμοί, κήτη, καὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐν τοῖς ὕδασι, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ευλογείτε πηγές, θάλασσα και ποτάμια, φοβερά κήτη και όλα όσα κινείστε μέσα στα νερά, τον Θεό σας• αινείτε κι δοξάζετε καθ’ υπερβολήν εντάσεως Αυτόν εις τους αιώνας. 
Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Κελαηδάτε τις δοξολογίες σας όλα τα πουλιά τ’ ουρανού, τα άγρια θεριά της γης και όλα τα ήμερα ζώα τον μοναδικό Κύριό σας• μέλπετε και εγκωμιάζετε τα μεγαλεία Αυτού νυν και εις τον αιώνα τον άπαντα. 
Εὐλογεῖτε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, εὐλογείτω Ἰσραὴλ τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ψάλλετε τους ύμνους σας στον Κύριο οι άνθρωποι της γης και συ Ισραήλ, πρωτεκλεγμένε λαέ του Θεού, δόξαζε τον ένα και μοναδικό Κύριο όλων μας• ανυμνείτε κι ανυψώνετε Αυτόν εις αιώνας αιώνων. 
Εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς Κυρίου, δοῦλοι Κυρίου, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Αναφέρετε τις δοξολογίες σας, ιερείς και υπηρέτες του Κυρίου κι όλοι οι δούλοι του τρισύμνητου Παντοκράτορος, στον Δεσπότη των πάντων• αναπέμπετε τους ύμνους σας και πανυπερευλογείτε Αυτόν για αιώνες και αιώνες. 
Εὐλογεῖτε, πνεύματα καὶ ψυχαὶ Δικαίων, ὅσιοι καὶ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ευλογείτε οι αγιασμένες ψυχές και τα πνεύματα των Δικαίων, όλοι οι όσιοι και οι ταπεινοί στην καρδιά τον Κύριο• υμνείτε και υπερυψούτε Αυτόν εις τους αιώνες των αιώνων. 
Εὐλογεῖτε, Ἀνανία, Ἀζαρία, καὶ Μισαήλ, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Δοξολογείτε Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ τον Κύριο και Θεό• υμνολογείτε και υπερμέλπετε Αυτόν εις αιώνας των αιώνων. 
Εὐλογεῖτε, Ἀπόστολοι, Προφῆται, καὶ Μάρτυρες Κυρίου, τὸν Κύριον• ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας
Υμνείτε εν αγίω χορώ Απόστολοι, Προφήτες και Μάρτυρες του Κυρίου τον Κύριο• δοξολογείτε κι ανυψώνετε Αυτόν ακατατάπαυστα μες στους αιώνες. 
Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα. Υμνοῦμεν καὶ ὑπερυψοῦμεν αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας
Δοξολογούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Υμνούμε και μεγαλύνουμε Αυτόν νυν και αεί και εις τους αιώνες των αιώνων. 
Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν, καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον. 
Αινούμε, ευλογούμε και προσκυνούμε τον ένα και μοναδικό Κύριο του σύμπαντος κόσμου. 
Τὸν Κύριον ὑμνοῦμεν, καὶ δοξολογοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 
Τον Κύριο ανυμνούμε και δοξολογούμε σε όλους τους αιώνες. 
Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας
Τον Κύριο ανυμνείτε και υπερδοξολογείτε σε όλους τους αιώνες των αμέτρητων αιώνων. 
Αμήν. 
κ.ν. 
11/7/2013

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

"ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ ΤΩ ΚΥΡΙΩ" ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Νικόλαος Καλλής, Άγγελοι μουσικοί

ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ 
(Μια σύγχρονη μεταγραφή του δοξολογικού και κτισιολογικού ρλε’ ψαλμού) 
Αλληλούια• 
ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον Κύριο, γιατί είναι φύσει Aγαθός και η χρηστότητά Του ακατάληπτη για την ανθρώπινη διάνοια, αρκούμενη στην πτωχεία της να Τον περιγράφει με το όνομα Αγάπη• 
2 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν θεῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον υπέρθεο μέγα Θεό, που δεν είναι ένας ακόμα μικρός και ψεύτικος θεός σαν τους άλλους, οικούντες σε νοητά ή αισθητά είδωλα, όπου πιστεύουν τα έθνη, αλλά Αυτός που εκτείνει την εξαρχία Του και πάνω σ’ εκείνους• 
3 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ τῶν κυρίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον Ένα και μοναδικό Κύριο, που δεν είναι ακόμα ένας μικρός και ψεύτικος κύριος σαν τους έτερους, ένυλους και ασώματους, όπου καταδυναστεύουν τους ανθρώπους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αλλά Αυτός που έχει το κράτος Του πάνω και σ’ εκείνους• 
4 τῷ ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον φοβερό Θεό, που δημιούργησε έργα θαυμαστά σε όγκο και ασύλληπτα σε μέγεθος χωρίς τη συνδρομή κανενός άλλου• 
5 τῷ ποιήσαντι τοὺς οὐρανοὺς ἐν συνέσει, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον αλάθητο Δημιουργό, που ουσιώνει αμεταμέλητα και αμετάκλητα το σύμπαν με την ενυπόστατη συνάναρχη Σοφία Του και με την προσωπική συναΐδια Πνοή Του, απερινοήτως στις ημέτερες νοερές ελαχιστότητες• 
6 τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον πανσθενουργό άσαρκο Λόγο του Θεού, δι’ ου η συμπαντική έκρηξη γέννησε τη γη που κατοικούμε, και την κρέμασε πάνω στα νερά των ωκεανών• 
7 τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε το Τρισήλιο Φως, που κατασκεύασε τους γαλαξίες και τα ουράνια στερεώματα χωρίς τη βοήθεια κανενός• 
8 τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον σαρκωθέντα Ήλιο της Δικαιοσύνης, που ανάπτει τον ήλιο του πλανητικού μας συστήματος να κυβερνάει τη μέρα• 9 τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε την παμπληρούσα Δόξα του Κυρίου, την Τριαδική Μονάδα και Ενική Τριάδα, που έπλασε με τα χέρια Του τη σελήνη και έκτισε (μάλλον κέντησε) όλα τα αστέρια του σύμπαντος να διαφεντεύουν τη νύχτα• 
10 τῷ πατάξαντι Αἴγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοις αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον ειρηνικώς πολεμούντα, απαθώς ζηλούντα και αδιαβλήτως εκδικούντα Κύριο, που κατατρόπωσε τους αρχαίους Αιγύπτιους και συντρίβει τα αρχέτυπά τους μαζί με τα πρωτότοκά τους, τις ανυπόστατες αμαρτίες και φαντασίες• 
11 καὶ ἐξαγαγόντι τὸν ᾿Ισραὴλ ἐκ μέσου αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον Κύριο της ιστορίας, που εισέρχεται σ’ αυτήν και μας εξάγει στη Βασιλεία Του, διά του άκτιστου αρπαγμού της αναστάσιμης ελευθερίας Του, απ’ ανάμεσο των ορατών και αοράτων εχθρών μας, μέσα από την άσβεστη φωτιά του ακοίμητου πυρός, σαν και τότε με τον περιούσιο λαό Του• 
12 ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον Θεό Πατέρα, που μας λυτρώνει με τον Υιό Του τον Παντοδύναμο και με το Πνεύμα Του το Παντοκρατορικό• 
13 τῷ καταδιελόντι τὴν ᾿Ερυθρὰν θάλασσαν εἰς διαιρέσεις, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε την Πύρινη Πατρική Ρομφαία, που διχοτόμησε τόσο εύκολα τον θάνατο και τον διάβολο, σαν τότε με τα νερά της Ερυθράς• 
14 καὶ διαγαγόντι τὸν ᾿Ισραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, που διαπορθμεύει την Εκκλησία Του μέσα από τα πειρασμικά ύδατα του κόσμου, όπως πέρασε μέσα από τη θάλασσα τους αρχαίους Ισραηλίτες• 
15 καὶ ἐκτινάξαντι Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ εἰς θάλασσαν ᾿Ερυθράν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τη μονοκρατορική υπεράλκιμη παντουργική Δύναμη, που λιχνίζει τον αρχέκακο Φαραώ και τους υποτακτικούς του, όπως διασκόρπισε το αχυροειδές αντίγραφό του και τα στρατεύματά του• 
16 τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε Αυτόν που είπε ότι είναι η Οδός, πάνω στην οποία μονάχα μπορεί να διέλθει κάποιος την ερημία του αιωνίου μηδενός• 
17 τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον Βασιλέα των επουράνιων ταξιαρχιών, την Τρισυπόστατη Φύση, που δεν υπέστη καμία ήττα από επίγειους και καταχθόνιους κοσμοκράτορες• 
18 καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε την τρίκλιτη ζωαρχική Θεαρχία, που δε διστάζει να οδηγήσει σ’ αφανισμό άρχοντες και δυνατούς αυτού του κόσμου• 
19 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον πανταχού παρόντα και του παντός όντως όντα Κύριο, που συνθλίβει κάθε επαιρόμενο ύψωμα στην αδιάπτωτη μοναρχία Του, όπως συνέβη και με τον Αμορραίο δυνάστη• 
20 καὶ τὸν ῍Ωγ βασιλέα τῆς Βασάν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον ακαθαίρετο Κύριο Σαβαώθ, που καθαίρεσε τον Εωσφόρο και τη συνοδεία του, ωσάν και τον τύραννο της Βασάν αργότερα• 
21 καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον υπερόλβιο Πατέρα, την Τρισσοφαή Θεότητα, που κληροδοτεί στα παιδιά Του όχι απλά τους ακένωτους θησαυρούς Του, αλλά και τον ίδιο του τον Εαυτό• 
22 κληρονομίαν ᾿Ισραὴλ δούλῳ αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον μυστικό Δεσπότη των απάντων, που υπερανυψοί τους δούλους Του με το χάρισμα της υιοθεσίας• 
23 ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον Ταπεινό Ύψιστο Παντάνακτα, που θεραπεύει τη μηδενίζουσα κτιστότητα των όντων μέσα στην αιώνια μνήμη Του• 
24 καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· δοξάστε τον σωτήρα Θεό, που ερρύσατο ημάς από παντός πονηρού πολεμίου - διαβόλου, αμαρτίας, θνητού πρώτου θανάτου και αθάνατου δεύτερου• 
25 ὁ διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον ζώντα Θεό Λόγο, που χορηγεί στα σύμπαντα αδιαλείπτως το είναι και σε μας τους ανθρώπους το αεί ευ είναι, τη θεοποιούσα σάρκα Του• 
26 ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ• δοξάστε τον ένθρονο στους ουρανούς Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα, διότι το Έλεος είναι μέσα στη φύση Του και φτάνει μέχρι τις εσχατιές της αιωνιότητας, ακόμα και στην κόλαση• αλληλούια. 
Κ. Νούσης 
6/11/2012

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Σήμερα Σάββατο 21 Ιανουαρίου το πρωί πραγματοποιήθηκε από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και τον Σύνδεσμο Νέων της οικείας Μητροπόλεως, ημερίδα με θέμα: «Το ζήτημα της γλώσσας στη λατρεία».
Στην έναρξη της ημερίδας χαιρετισμούς απηύθυναν ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο οποίος περιέγραψε τους όρους του διαλόγου πάνω στο ζήτημα αυτό (κοινή ορθόδοξη πίστη, ενδο-ορθόδοξο ζήτημα, αγάπη για τη λατρεία κ.ά), και η Πρόεδρος του Συνδέσμου Μαρία Αθανασιάδου, η οποία πρόβαλε την ευχαριστιακή διάσταση της εκκλησιαστικής λατρείας και γλώσσας.
Στην πρώτη εισήγηση της πρώτης συνεδρίας της Ημερίδας, υπό την προεδρία του Διευθυντή της Ακαδημίας Δρ. Π. Καλαϊτζίδη, ο Κωνσταντίνος Χολέβας, πολιτικός επιστήμων, μίλησε με θέμα «Δεν χρειαζόμαστε μετάφραση αλλά κατήχηση». Μιλώντας από φιλολογική σκοπιά αναφέρθηκε στα προβλήματα μιας επικείμενης μεταγλώττισης της λειτουργικής γλώσσας (προβληματική απόδοση όρων ή φράσεων ακολουθιών κ.ά), τονίζοντας ότι μια τέτοια αλλαγή θα έθετε σε κίνδυνο την ενότητα του ποιμνίου, ενώ αντίθετα απαιτείται από την πλευρά της Εκκλησίας κατήχηση για το τι γίνεται στη διάρκεια της λατρείας, κάνοντας επίσης λόγο στην προβληματική παιδεία που παρέχεται στα σχολεία και η οποία οδηγεί στην άγνοια της πλούσιας ελληνικής γλώσσας.
Στη συνέχεια μίλησε ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλος, με θέμα «Το ζήτημα της γλώσσας στη λατρεία και η ποιμαντική του διάσταση». Μέσα από προσωπικές αναμνήσεις και αναφορές στην συμβολή στα λειτουργικά θέματα του κυρού Μητροπολίτη πρώην Κοζάνης Διονυσίου (Ψαριανού), ο Μητροπολίτης αναφέρθηκε σε ποικίλες όψεις του ζητήματος. Αρχικά έκανε λόγο για ποικίλες προβληματικές όψεις της εκκλησιαστικής ζωής του λαού του Θεού, την έλλειψη σχετικής κατήχησης, τα προβληματικά κριτήρια ανάγνωσης και μελέτης των Πατέρων και των λειτουργικών κειμένων, την αδυναμία κατανόησης της λειτουργικής γλώσσας κ. ά. Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε προσωπικές απόπειρές του στο πλαίσιο της Μητρόπολής του και από καθαρά ποιμαντικό ενδιαφέρον να φέρει το ευαγγέλιο και να το καταστήσει κατανοητό στο μέσο και καθημερινό άνθρωπο, χρησιμοποιώντας ο ίδιος μεταφράσεις και απλούστερες μορφές γλωσσικής έκφρασης για να προσφέρει απαντήσεις στις ανάγκες και τα ερωτήματα των πιστών.

Στη δεύτερη συνεδρία της Ημερίδας υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου, πρώτος ομιλητής υπήρξε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, Διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» μιλώντας με θέμα: «Είναι απαραίτητο να κατανοούμε τη γλώσσα της λατρείας;». Ξεκινώντας από τη σύγχρονη διαπίστωση αδυναμίας κατανόησης της λειτουργικής γλώσσας, επικεντρώνεται στο ερώτημα της εισήγησής του φέρνοντας ιστορικά παραδείγματα από τις τρείς μονοθεϊστικές θρησκείες για την αναγκαιότητα κατανόησης της γλώσσας της λατρείας (λ.χ. οι εξελίξεις στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέχρι την περισσότερο ανεκτική και περιεκτική απόφαση για τη γλώσσα της λατρείας, πέραν της αποκλειστικότητας της λατινικής από την Β’ Βατικανή Σύνοδο ή τη δυσκολία ήδη από τον 8ο αιώνα στην ελληνόφωνη χριστιανοσύνη κατανόησης της λειτουργικής γλώσσας) για να αναδείξει την διαχρονικότητα του προβληματισμού. Σχολιάζοντας με κριτικό τρόπο την λεγόμενη «ιερότητα» της γλώσσας, γίνεται λόγος για ένα είδος μυστικοποίησης της λατρείας, με συνέπεια την ακατανόητη γλώσσα και τις μυστικές ευχές. Έτσι θα καταλήξει πως σήμερα θεωρείται ακατανόητο η λειτουργική γλώσσα να παραμένει σε διαχριστιανικό επίπεδο μη προσβάσιμη από τον άνθρωπο, ένα ζήτημα που οφείλεται στην νεωτερική συνθήκη της ανάδυσης του υποκειμένου.

Στην τελευταία εισήγηση της ημερίδας ο Φώτης Σχοινάς, Δρ. Φιλοσοφίας μίλησε με θέμα «Λειτουργική γλώσσα: αξία και παράδοση». Μιλώντας για τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του υποκειμένου στην πατερική θεολογία (νοερά σύλληψη και όχι υπεροχή της διάνοιας) προσέφερε μια φιλοσοφική προσέγγιση του ζητήματος, μιλώντας για την αμετάδοτη προσωπική εμπειρία σε σχέση με την υπεροχή της εμπειρίας, αλλά και τους περιορισμούς της λειτουργικής γλώσσας, σε σχέση με την κατανόησή της. Στο τέλος κάθε συνεδρίας δόθηκε επαρκής χρόνος για την ανταλλαγή απόψεων και διατύπωση ερωτήσεων από το κοινό. Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με τον καταληκτικό λόγο του Μητροπολίτη Ιγνατίου για τη σπουδαιότητα και αξία του διαλόγου για το ζήτημα της λειτουργικής γλώσσας.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

ΚΩΣΤΑ ΝΟΥΣΗ: "Ορθοδοξίας μεταγλώττιση"


Η ανάγκη μεταγλώττισης του πάσης φύσεως λόγου ανήκοντος σε οιαδήποτε χωροχρονική συγκυρία είναι αναπόφευκτη τόσο σε συλλογικό όσο και σε καθαρά εξατομικευμένο επίπεδο ως φυσική και αναπόφευκτη προσαρμογή λίαν επιβεβλημένη και χρήσιμη για τον πομπό και τον δέκτη που (ή τουλάχιστο θα πρέπει να) λαμβάνει υπόψη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τις απαιτήσεις των καιρών, τις ευρύτερες συντεταγμένες δηλαδή του νυν, χωρίς όμως να προδίδει την ταυτοποιητική χροιά του, που τον συνδέει με το παραδοσιακό του υπόστρωμα. Στο πλαίσιο αυτό και έχοντας υπόψη τις ειδικές παραμέτρους του εκκλησιαστικού – χαρισματικού λόγου προσπάθησα πρόσφατα μέσα από μια σειρά κειμένων να καταπολεμήσω τη θέαση και χρήση του ως άνω λόγου ως εξουσιαστικού εργαλείου ή ως ειδωλοποιηθέντος οργάνου μέσα από την υπεράσπιση μιας αρχαιοπρεπούς ακαταλαβίστικης στους πολλούς μεγαλοπρέπειάς του σε αντιδιαστολή με τη διακονική της αγάπης κατά κύριο λόγο θεώρησή του. Τη στιγμή μάλιστα που βιώνουμε μια φοβική αντιμετώπιση της ζωής μέσα σε έναν πρωτοφανή κυκεώνα πολύσημων ειδεχθών μηνυμάτων εντός ομιχλωδών πολιτικοοικονομικών παγκόσμιων εξελίξεων εκ σκιωδών κέντρων εκπορευομένων και το μυστήριο της ανομίας – που σήμερα το βαφτίσαμε κρίση - ενεργείται όντως εναργέστερα τελευταία στις συνειδήσεις όλων μας (Β΄ Θεσ. β΄ 7), μέσα λοιπόν στην ανυπόφορη αυτή πλήξη τι θα αναμέναμε άλλο παρεκτός ενός ρήματος ζωής, ενός μηνύματος αισιοδοξίας, μιας οντολογικής και όχι ψευτοπαραμυθητικής βεβαίωσης ελπίδας;
Ένας τέτοιος λόγος όμως δε θα μπορούσε σαφέστατα να σπάσει τα δεσμά του φαύλου κύκλου της εγκόσμιας αθυμίας των ημερών, εκτός αν προερχόταν έξω από αυτόν. Στρέφοντες κατά το εικός το βλέμμα προς τα πάνω, τείνουμε ευήκοον ους προς τον αρμοδιότερο φορέα μετάδοσης του θείου μηνύματος, την Εκκλησία. Μάρτυρες, τότε, όλοι μας γενόμενοι γραπτών και οπτικοακουστικών μηνυμάτων ορθοδόξου αυτοπροσδιορισμού μένουμε πολλές φορές άποροι και έκπληκτοι εκ τρόπων απηρχαιωμένων, μεθόδων ξεπερασμένων και δόκιμων σε άλλες εποχές και ανθρώπους ετέρου μορφωτικού και εν γένει πνευματικού υποβάθρου και αντιστοίχων αναγκών, γεμόντων καταθλιπτικής προχειρολογίας, σαθρής επιχειρηματολογίας, έκδηλης ασκεπτοσύνης, επιστημονικού ερασιτεχνισμού, προφανούς βιωματικής απόκλισης, κακότεχνα εκφερομένων εντός περίεργων πολλές φορές σχημάτων εκπομπής τους, επί παραδείγματι τύπου κακόγουστων στημένων διαλογικών δρωμένων με πρωταγωνιστές προϋποτεταγμένους σε μια προσωπικότητα (κατά το σύνηθες έχουσα ιερατική αυθεντία) με την οποία συνήθως πρέπει να συμφωνούμε (κατά το δοθέν από τους προαναφερθέντες παράδειγμα) εξάπαντος σε όλα, θυσιάζοντες πολλάκις στοιχειώδη λογικά και άλλα προσωπικά μας δεδομένα. Και αναρωτιέται ευλόγως ο αντικειμενικός παρατηρητής αν έχει στερέψει τόσο ο εκκλησιαστικός μας λόγος που πρέπει να κοιτάει όπισθεν....
Θεωρώ πως για το νηφάλιο και απροκατάληπτο αναγνώστη κατέστη ήδη σαφές ότι η προηγηθείσα αντιπαράθεση θέσεων περί μετάφρασης των ευαγγελικών κειμένων ήταν ουσιαστικά μια μόνο παράμετρος στον καλό αγώνα για μια ευρεία μεταγλώττιση της σύνολης έκφρασης και παρουσίας της Εκκλησίας στο σήμερα, μάλλον στο εκάστοτε νυν. Βιώσαμε λίαν προσφάτως την ενοχική σιωπή και πενία μιας φονταμενταλίζουσας τάσης του εν λόγω χώρου, που δυστυχώς εκφράζει μάλλον αρκετούς ανάμεσά μας και αναμασιέται ευκαίρως ακαίρως θλιβερά επανερχόμενη αμετανοήτως – όπως ενδεικτικά την είδαμε και πάλι πρόσφατα φιλοξενούμενη εν είδει πνευματικού μονοπωλίου σε σχετικό εντόπιο περιοδικό το οποίο κινδυνεύει έτσι να απολέσει τον εκκλησιαστικό του χαρακτήρα εκπροσώπησης του πληρώματος και της πληρότητας της Ορθοδοξίας και να καταστεί θρησκευτικό έντυπο ιδιοκτησίας ενίων συνήθων υπόπτων. Για ποιο λόγο, αναρωτιέται για πολλοστή φορά κανείς, να μην τολμήσει η ελευθερία του ορθοδόξου λόγου να αυτοαναδείξει την εγγενή της δύναμη; Γιατί να αδικούν οι άνθρωποι που τον υπηρετούν και το λόγο αυτό, αλλά κυρίως τον εαυτό τους και τους δέκτες του; 
Ίσως θα προβάλλει κάποιος την ένσταση πως διυλίζουμε τον κώνωπα και ότι μεγάλη μερίδα των χριστιανών αρκείται στα προαναφερθέντα ποιμαντικά τεκταινόμενα, ενώ ο λόγος ο δικός μου είναι αυστηρός και σκληρός με αποδέκτες μια ελίτ απαιτητικών και εξειδικευμένων θεολογικά χριστιανών. Σίγουρα δεν είναι έτσι τα πράγματα ούτε θα το αναλύσω σε αυτό το μικρό άρθρο. Θα αντιτείνω μόνον πως ο ορθόδοξος λόγος έχει στην μέριμνά του και ανθρώπους περιφερομένους σε αλλότριους της ορθοδοξίας χώρους, που τους θεωρεί δυνάμει μέλη της Εκκλησίας και σε κάθε περίπτωση παιδιά του Θεού, και ακόμα ότι με τις πάσης φύσεως «προκλητικές» ποιμαντικές ενέργειες οι περισσότεροι εξαιτίας της υποτίμησης της νοημοσύνης τους (του εγωισμού τους έστω, και αυτός πρέπει να γίνει κάπου σεβαστός), μάλλον όμως των πιο μύχιων ανεκπλήρωτων πνευματικών τους ορέξεων, ή θα απογοητευθούν ή θα εξοργιστούν ή θα στραφούν σε χώρους κίβδηλης πνευματικότητας, όπερ και το απευκταίον. Η λειτουργία του θείου λόγου βαρύνει τους υπουργούς του περισσότερο από όσο φαντάζονται. Ειδικά σε μια διεθνή οικονομική υπερένταση που ο λόγος αυτός, πέρα από τη μεταφυσική του διάσταση, έχει μια τόσο απαραίτητη για όλους πολιτική λειτουργία παραμυθητικού (δηλαδή πρακτικού και συνάμα ενθαρρυντικού και παρηγορητικού) ενθαδικού χαρακτήρα, βαρύνει εξίσου, αν όχι περισσότερο, και τους ικανούς μεν, σιωπώντες δε φορείς του με ποικίλες προφάσεις εν τη αμαρτία τους αυτή.
Ο ορθό(δοξo)ς λόγος του Θεού, όταν μεταφράζεται στη γλώσσα του παρόντος – γλώσσα ως τη σύξευξη όλων των μέσων διατύπωσής του, από την καθαυτήν λεκτική διατύπωση μέχρι και τον τρόπο που θα οργανωθεί και θα μεταδοθεί – καθιστάμενος εύληπτος με την τακτική αυτή, όχι μόνο δεν κινδυνεύει να απολέσει τα ουσιώδη του χαρακτηριστικά αλλά αντιθέτως επανευρίσκει το δομικό αναφαίρετό του στοιχείο: την όντως και μοναδική αλήθεια. Από το σημείο αυτό θεωρώ ότι μπορούμε να πιάσουμε το μίτο της Αριάδνης για την έξοδο από κάθε προσωπική και συλλογική κρίση. Δε μιλάμε εδώ για κάποιο εξωραϊστικό ψυχολογικό τέχνασμα λόγω της τραγικότητας της κατάστασης με στόχο μια εκβιασμένη ψευδαισθητική ανάταση. Πρόκειται για την αλήθεια, την ουσία της λύσης του προβλήματος, της άρσης του αδιεξόδου. Θεωρώ ότι ένας τέτοιος λόγος είναι και αυτός που είπε ο προ ολίγων ετών κοιμηθείς σύγχρονος αγιασμένος κληρικός π. Ευσέβιος Γιαννακάκης: «τον δε φόβον αυτών μη φοβηθήτε, μηδέ ταραχθήτε. Τον πολύν κόσμο, που είναι μακριά από το Φως και τον Χριστόν, τον διακατέχει φόβος. Όμως τον άνθρωπον που είναι κοντά στον Χριστό ουδείς φόβος τον πλησιάζει. Έτσι να νιώθεις και συ, παιδί μου. Ουδόλως να επιτρέπεις στον εαυτό σου φόβον. Αντίθετα, απέραντη εμπιστοσύνη στον Κύριο και άκρα ασφάλεια… Το άγχος είναι απαράδεκτο, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Άγχος ίσον ολιγοπιστία, ίσον εγωισμός» (από το ομώνυμο βιβλίο για το γέροντα, εκδ. Ι. Μ. Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Αιγίου). Δυστυχώς δεν ακούγονται πολλοί τέτοιοι λόγοι πια – αντιθέτως ουκ ολίγοι λαϊκισμοί προφέρονται από επίσημα εκκλησιαστικά χείλη - ίσως διότι δεν πείθουν οι πνευματικώς λιποβαρείς πομποί τους, πιθανώς επειδή ακούγονται γραφικοί στα αυτιά μιας νεοειδωλολατρικής εποχής και κοινωνίας, εχούσης εντούτοις ακόμα εξ ιστορικών και λαογραφικών αιτίων χριστιανική ταυτότητα. Παρόλ’ αυτά, όμως, σε τέτοια λόγια κρύβεται η αλήθεια των πραγμάτων. Και, πραγματικά, η αλήθεια δεν μπορεί παρά να σε λευτερώνει…(Ιω. η΄ 32).

Κώστας Χρ. Νούσης
Φιλόλογος - Θεολόγος
Λάρισα 23/10/2011

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΝΟΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ ΣΕ "ΠΟΛΙΟ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟ"



ΗΘΟΣ ΑΗΘΕΣ

Συγκρουσιακή λογική ή ένθεη ποιμαντική αγωνία; Αυτή η απορία μού γεννήθηκε μετά το σοκ της απογοήτευσης από τη - λακωνική μεν σε ποσότητα, πληθωρική δε και επαρκέστατη σε εμπάθεια και περιεκτική προς χαρακτηρολογική ταυτοποίηση – πρόσφατη επιστολή του πολιού συναδέλφου. Προσπάθησα να αυτοπροσδιοριστώ εν τάχει στη διεξαγόμενη αντιδικία που σίγουρα δεν είναι εύηχη σε μέρες κρίσης και προσωπικά με κάνει να αισθάνομαι λίγο άβολα. Έτσι κατέληξα στην απόφαση μιας όσο το δυνατό νηφάλιας καταγραφής των γεγονότων προς αποκατάσταση μιας αντικειμενικότερης – για έλλειψη της οποίας και ενεκλήθην βεβιασμένα από τον εν λόγω – προσέγγισης της αλήθειας, που σίγουρα δεν ταυτίζεται με τα αναπόδεικτα συκοφαντικά πυροτεχνήματα που εξαπέλυσε σε βάρος μου. Ευθαρσώς λοιπόν δηλώνω εξαρχής πως ποσώς δεν με απασχόλησε η αυθάδης παραδοχή του για τις γκεμπελικού τύπου πρακτικές στις οποίες προέβη προ ετών (ως και νυν) εκείνος και ένιοι μιας καταχρηστικώς, ως απεδείχθη, φέρουσας το όνομα θεολογικής ένωσης και θα εκχυδάιζα το λόγο μου, αν χρησιμοποιούσα το ρήμα που με εκφράζει αναφορικά με τα αισθήματα που ένιωσα εξ αυτών των ενεργειών και εν γένει για τη γνώμη πολλών γύρω μου που πιθανώς εφάπτεται με αυτήν του συναδέλφου μου για το άτομό μου και τις θέσεις μου. Είναι - τουλάχιστον κατ’ εμέ - σαφές πως δεν εκπροσωπούν την πληρότητα της (θεολογικής) αλήθειας των πραγμάτων αλλά την προσωπική τους «αίρεση» ενός μέρους της. Και σίγουρα θα εξέπιπτα σε μίζερη ανθρωπαρέσκεια, αν τότε – όπως και τώρα – δεν ενδιαφερόμουν παρά μόνο για την καταγραφή του ορθόδοξου λόγου και όχι της οιασδήποτε φονταμενταλιστικής εκδοχής του, με το κόστος, όπως φάνηκε, να καταστώ δυσάρεστος όχι σε ανθρώπους εκτός αλλά εντός (;) της Εκκλησίας!
Η a priori ακύρωση της υπόστασης του ετέρου (πρώην εταίρου) σε ηθικό επίπεδο με συνθηματικού τύπου σπιλωτική φρασεολογία – παντελώς ατεκμηρίωτη, μη φέρουσα ούτε ένα, έστω, παράδειγμα! – δε συνάδει μεν ούτε με την ηλικία ούτε με τη διαδρομή του περί ου ο λόγος, συνάμα δε ξενίζει ιδίως λόγω της προσωπικής του γνωριμίας με το «θύμα», ζηλωτική ούσα της δόξας πονηρών εποχών. Έκπληκτος αντίκρισα τη μικροπρεπή αυτή στάση που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική ακρίβεια αλλά μάλλον στις εσωτερικές διεργασίες μερικών. Και θα μπω στην ουσία με απλές ερωτήσεις – που μάλλον θα παραμείνουν ρητορικές λόγω του ασύμφορου της απάντησής τους – και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επιμείνω στην αντιστροφή και επιστροφή των χαρακτηρισμών περί του απαράδεκτου και υβριστικού των κειμένων μου: έγραψα άραγε κάτι αιρετικό εκείνη την περίοδο; Και αν ναι, τι; Ποιοι αντέδρασαν; Η σκληρή μου (αλλά όχι χυδαία) γλώσσα σε γραφικούς και φανατικούς παραδοσιολάγνους, σε ανώνυμους και κεκρυμμένους υπό ψευδώνυμα κοινούς συκοφάντες με φιλοσχισματικές και θεολογικά ύποπτης απόχρωσης (τωόντι) απόψεις, θεωρείται υβριστική; Ας μας ορίσει επίσης εκείνος το έτυμον του ρήματος αναφορικά και με την προσωπική του εν προκειμένω τακτική. Και δίκιο να είχε κάπου – που πολύ φοβάμαι ότι έχασε και το λίγο εναπομείναν – πώς θα αιτιολογούσε τη φίμωση της ελευθερίας του λόγου (με απορία παρακολουθώ τις εκφράσεις εκτίμησης από μέρους του προς την ομώνυμη εφημερίδα σας!) ; Και στο κάτω κάτω της γραφής η τοπική ένωση θεολόγων δεν πρέπει να είναι το μαγαζάκι κανενός, πολλώ δε μάλλον αφ’ ης στιγμής κατέστη αποκρουστική σε πολλούς και ελάχιστα αντιπροσωπευτική λόγω της μετάλλαξής της σε συντηρητικόχρωμο κονκλάβιο. Ας εκφράσω εν προκειμένω και τη δική μου γνώμη: το ευτελές αυτό δημοκρατικό αισθητήριο – απάδον και προς τη χώρα μας και μητέρα της Δημοκρατίας αλλά και προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη Εκκλησία της οποίας ως λαός είμαστε εκ παραδόσεως μέλη - είναι μάλλον δηλωτικό πνευματικής πενίας και αντίκειται στις στοιχειώδεις χριστιανικές αρετές. Οπότε δανειζόμενος επί λέξει την αμφισβήτησή του αναφορικά με τη δική μου αντικειμενικότητα - εφόσον έτσι τοποθετείται σε απλά περιστατικά (πραγματικά τα είχε πει αλλά ποια η πραγματικότητα της πραγματικότητας μετά τα νέα αυτά δεδομένα ;) - τι συμπέρασμα να εξάγω για τα κριτήριά του στα υπόλοιπα θεολογικά θέματα, όπως ο πυροδοτικός της αντιπαράθεσης αυτής διάλογος περί μετάφρασης των Ευαγγελίων! Πιστεύω εξάπαντος ότι εκπροσωπεί μια ευσεβιστική μειοψηφία με ύποπτες εκκλησιολογικές αντιλήψεις και θα έπρεπε μάλλον να απολογείται άλλος αυτήν τη στιγμή. Και όπως τω καιρώ εκείνω εκάμφθη στις πιθανές αντιδράσεις τους – αν φαντάζομαι ορθά – θα ήθελα να κάνει το ίδιο και στη δική μου τώρα παράκληση και να πάψει να δείχνει αντί συνετής υπαναχώρησης και μετανοίας ανεπίτρεπτη επιθετικού τύπου αυτοάμυνα, καθώς και να προκρίνει το νόμο της αγάπης έργω τε και λόγω και τη δόξα του Θεού μάλλον ήπερ την δόξαν των ανθρώπων (Iω. ιβ΄ 43). Η (Ορθόδοξη) Εκκλησία είναι ανοιχτή σε όλους αδιακρίτως, χώρος ελευθερίας και χαράς, όχι αυτοαπομονωτικής περιχαράκωσης σε ολιγάριθμο σύλλογο υπεράκμων – μακράν απ’ εμού κάθε ρατσιστική θεώρηση της τρίτης ηλικίας της οποίας κάνω εδώ αναφορά ποιητική αδεία - ακροατών λόγων μονοφωνικού χαρακτήρα και αυθεντίστικης απολυτότητας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η πολυφωνία των Πατέρων και πολλές συγκρούσεις και διαφωνίες ανάμεσα και σε Αγίους ακόμα, που καταγράφονται στην εκκλησιαστική ιστορία, δεν πρέπει να σκανδαλίζουν αλλά αντιθέτως αποδεικνύουν τον υπερβατικό χαρακτήρα της αλήθειας που ανήκει μόνο στον Θεό και στο (εξ Εκείνου χορηγηθείσα) σύνολο του εκκλησιαστικού σώματος, όταν τηρούνται οι ορθές προϋποθέσεις λήψης, αποδοχής και εφαρμογής του αποκαλυπτόμενου χαρισματικά θελήματος του Θεού στην Εκκλησία του, που πιστεύουμε ότι ταυτίζεται με την Ορθόδοξη.
Θα ήθελα και πάλι, κατερχόμενος στα γήινα πάθη, να ευχαριστήσω τον πολιό συνάδελφο που εξέθεσε (εκτιθέμενος) δημόσια παραδεχόμενος (αλλ’ ουκ αισχυνόμενος) την αποκλειστικά δι’ εμέ αιτία κατάργησης της ιστοσελίδας, κάτι το οποίο ανήκε μέχρι σήμερα στο χώρο των εικότων και όχι της ιστορικής βεβαιότητας. Αυτό ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε ειπωθεί επίσημα αλλά και εγώ το είχα σχολιάσει με επιφύλαξη. Ίσως εκεί εστιαζόταν η άγνοια που μου προσήψε και με την οποία επέγραψε το τελευταίο του κείμενο και του είμαι ευγνώμων που μου την διέλυσε - μου θυμίζει βέβαια λίγο από τη σκλήρυνση του Φαραώ έναντι των Εβραίων στην Π.Δ. αυτή η τροπή των πραγμάτων. Μιας και μιλάμε για θύμησες, μου ξανάρθε η λέξη «απαράδεκτα». Αν εγώ έγραψα τότε (και τώρα) κάτι απαράδεκτο, τι να πω αναμιμνησκόμενος ενδεικτικά μια προγενέστερη γραπτή έκφραση εκείνου (όντως scripta manent: καλό θα ήταν, όταν επιχειρηματολογεί κάποιος, να προσέχει να μην καταλήγουν μπούμερανγκ) – ζητώ συγγνώμη αλλά δε θυμάμαι πού ακριβώς, με ευχαρίστηση θα δεχτώ τη διάψευση, την οποία φράση και παραφράζοντας από μνήμης καταθέτω - ότι ο χριστιανισμός είναι ιδεολογία, έστω και η καλύτερη; Τότε όμως εγώ δεν προχώρησα σε προσβλητικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, όπως τους υφίσταμαι μάλλον (σίγουρα αναλαμβάνω και το δικό μου ποσοτικό μερίδιο ευθύνης που εδώ το θεωρώ έλαττον) αδικαιολόγητα σήμερα. Δεν θα ήθελα επίσης να φανώ κακεντρεχής, αν σχολίαζα πως τίθεται εν αμφιβόλω η προσληπτική για μια ακόμα φορά ικανότητα του συνομιλητή μου στο επίπεδο της ορθής ανάγνωσης των λόγων μου. Η έντεχνη εξάλλου συγκάλυψη της ανεπάρκειας συνέχισης του διαλόγου - με το επιχείρημα περί ενός πιθανολογούμενου ανώφελου χαρακτήρα του - ίσως πείσει άλλους, μα όχι εμένα. Βλέπω πίσω από τις λέξεις την ανεπάρκεια όχι εξ αδυναμίας – είναι γνωστός συγγραφέας ο συνάδελφός μου και εμβριθέστατος γνωστικά και βιωματικά θεολόγος – αλλά από έλλειψη διάθεσης. Και αυτό φαίνεται περίτρανα από την εμμονή του σε επιχειρήματα ψιλού φιλολογικού – γλωσσολογικού – αρχαιογνωστικού χαρακτήρα και όχι στα ισχυρότερά τους θεολογικά. Δεν βλέπει ότι αυτά οδηγούν σε αναπόφευκτη «ήττα» και μάλιστα όταν ούτε αυτά είναι τόσο ισχυρά; Αλήθεια, δεν θέλω να τον φέρω σε δυσκολότερη θέση, αλλά είναι τόσο σίγουρος για όλες τις επί του θέματος απόψεις, π.χ. του Μπαμπινιώτη; Έσσετ’ ήμαρ… και για αυτές. Τον ευχαριστώ πάντως που μας έδωσε ακόμη και υπό τις δυσάρεστες αυτές συνθήκες την ευγενή πρόφαση να εξασκήσουμε σε μέρες λεξιπενίας τη γλώσσα μας στη νεοελληνική της, έστω, έκδοση – παραδεχτείτε το πως έχει και αυτή την ομορφιά της, ακόμα και αν δεν συναγωνίζεται τη μαμά της ελληνιστική και τη γιαγιά της την αττική, να μην αναφέρω και τις άλλες προγιαγιάδες, π.χ. την ομηρική κ.ο.κ. – και να του ανακοινώσουμε μια δική μας μετάφραση στο αρχαίο ρητό που επικαλέστηκε στην πρώτη του για μας επιστολή: «εχθρός μεν Πλάτων (η αφεντιά μου δηλαδή), φιλτάτη δε η εμή αλήθεια»! Όντως εξάγει ο καθένας τα συμπεράσματά του και πολλοί σίγουρα – αν και για ποικίλους λόγους θα συμφωνούν τύποις και λόγοις μαζί του - θα ήθελαν πολύ να μπορούσαν να τον συμβουλέψουν κράζοντας ήδη ενδιαθέτως προς αυτόν: «πολλάκις κρείττον, αγαπητέ, το σιγάν του λαλείν»!
Ανέβαινα προχθές βράδυ το λόφο του Φρουρίου και με την άκρη του ματιού μου έπιασα να οδεύουν αρκετοί σε ιερή αγρυπνία στον πολιούχο μας άγιο Αχίλλειο. Εγώ πήγαινα προς την αντίθετη κατεύθυνση, εκεί που μαζεύεται η νεολαία της πόλης τα βράδια, και σκέφτηκα για αυτά τα παιδιά τη φράση του Ευαγγελίου: ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα (Ματθ. θ΄ 36), έρμαια της αθεΐας, των αιρέσεων, των ποικίλων παθών, του σατανισμού, του νεοπαγανισμού, των ναρκωτικών, της κακής διαπαιδαγώγησης, των διαλυμένων οικογενειών, της ολικής κρίσης που άκοντα κληρονομούν. Την ίδια ώρα πολλοί καθωσπρέπει συμπολίτες μας προσεύχονταν στο ναό - σίγουρα από μέσα τους στη νεοελληνική, ενώ ταυτόχρονα ο ιερέας μιλούσε στον Θεό αρχαϊστί - και όλοι εν τέλει φύγανε δικαιωμένοι και αναπαυμένοι με την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων (Ματθ. ια΄ 19)! Αναρωτιέμαι τελικά ποιο άλλο κριτήριο πρέπει να έχει προτεραιότητα στις θεολογικές συζητήσεις, στις διαπροσωπικές σχέσεις και στις εκκλησιαστικές επιλογές από το νόμο της αγάπης και της διάκρισης;
Όπως χαίρομαι προσωπικά όταν μιλάει και γράφει για Θεό και Ορθοδοξία σήμερα κάποιος – έστω και με τρόπο που δε μας βρίσκει όλους σύμφωνους – θα περίμενα αντίστοιχα να χαρούν και άλλοι που ένας νεότερος συνάδελφος πονάει για το εκκλησιαστικό μας χάλι – μέρες που απαξιούν όλοι σχεδόν μια Εκκλησία γεμάτη σκάνδαλα, άφωνη μεν, αρχαιόφωνη δε, και αυτάρκη στα πολυτελή άμφια και ξύλινα κηρύγματά της, ή υπομειδιούν αγνωστικιστικώς. Αντ’ αυτών συνάντησα ασύμμετρη διαστροφή της εικόνας πραγμάτων και προσώπων, που «τρελάθηκα» σαν την είδα ανεστραμμένη εσκεμμένα ( ή μήπως πλεονάζει τελικά το ακούσιο;) και γι’ αυτό φάνηκα σκληρός – οπότε ζητώ και πάλι ταπεινά συγγνώμη από τον συνάδελφό μου σε όσα τυχόν σημεία «ξέφυγα». Θεωρώ πάντως ότι μετά την εκτενή μου ανάλυση κάποιοι θα επαναπροσδιορίσουν τα πράγματα και θα εντοπιστούν τα λάθη αμφοτέρων. Πάνω στην αρραγή βάση της ενθέου ταπείνωσης – που αρχίζει από την απλή επιστροφή και θέαση της αλήθειας – μπορεί να λυθεί η όποια παρεξήγηση και να γίνει μια νηφάλια επανεκκίνηση του αρχικού διαλόγου περί μετάφρασης. Το πρώτο βήμα της εν λόγω αρετής – που είναι η πρόταση χειρός διαλλαγής - ανήκει συνήθως στον πιο πνευματικό. Ούτως ή άλλως, προσδοκώ να λάμψει και πάλι το άηθες ήθος των χριστιανών - που σκανδαλίζει τον κόσμο και δεν είναι άλλο από αυτό της τα πάντα στέγουσας (Α΄ Κορ. ιγ΄ 7) αδελφικής εν Χριστώ αγάπης που δεν καταργείται σε καμιά περίπτωση παρά τις διαφωνίες και τις ετερότητες, διότι είναι κάτι βαθύτερο – το ήθος της υψοποιού ταπείνωσης που μας δίδαξε δαψιλέστατα η Υπεραγία Θεοτόκος που τη γιορτάζουμε αυτές τις μέρες.

Λάρισα 13/8/2011
Κώστας Χρ. Νούσης
Φιλόλογος - Θεολόγος

πίνακας του Στέλιου Βότση

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗΣ ΝΟΣΟΥ


Του Κώστα Νούση

Η καλοπιστία ενός διαλόγου αρχίζει να κλονίζεται όταν αυτός γίνεται δίαυλος έκφρασης των παθών και της προβολής (επιθετικής ή αμυντικής αυτοπροστασίας) του εγώ των συμμετεχόντων. Με αυτήν την αξιωματική σκέψη κατά νου διάβασα προχθές με βαθιά θλίψη την επιστολή πολιού συναδέλφου θεολόγου και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του αναφορικά με τη μη διάθεσή του αντιδικίας προς εμέ – πολλάκις ψευδόμεθα και εις εαυτόν - η απάντησή του μού έδωσε την εντύπωση μάλλον έχουσα εντονότερη τη χροιά μιας επί προσωπικού (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης) διάστασης παρά μιας διάθεσης συμμετοχής και προώθησης του αρξαμένου διαλόγου για τη μετάφραση. Ίσως βέβαια η προκατάληψη να είναι εξ ολοκλήρου δική μου υπόθεση, επειδή εμνήσθην ημερών αρχαίων για τις οποίες και εξηγούμαι ευθύς αμέσως.
Η διττής ερμηνείας φράση του περί γνωστών θέσεων του επιστολογράφου (εμού δηλαδή) – γνωστές ως θέσεις γενικώς ή ως ανήκουσες σε μένα που τις ξέρουν όλοι; (τόσο διάσημος είμαι!) – είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα τής σε πολλά σημεία «ποιητικής» και δυσερμήνευτης γλώσσας των γραφομένων του – δεν είναι της παρούσης να τα αναλύσω αλλά σίγουρα ενίσχυσε τη θέση μου περί της μεταφραστικής αναγκαιότητας! Δεν ξέρω λοιπόν κατά πόσο γνωστές είναι οι θέσεις μου αυτές, αλλά σίγουρα δεν είναι ευρέως γνωστό ότι προ διετίας ο εν λόγω συνάδελφός μου συμμετείχε ως μέλος της Ένωσης Θεολόγων Λάρισας στη διάτρητης δημοκρατικότητας αναστολή λειτουργίας ιστολογίου προς έμμεση (ή μήπως άμεση;) παρακώλυση έκφρασης θεολογικών μου θέσεων. Ίσως προκατειλημμένος λόγω συνειρμικής ευαισθησίας διαβλέπω μια επανάληψη αντίστοιχης νοοτροπίας και τακτικής ύποπτων αποχρώσεων, αναμιμνησκόμενος τα παλιά εκείνα αμαρτήματα. Θα έπρεπε επομένως να είναι λίαν προσεκτικός απέναντί μου γνωρίζοντας την ευαισθησία μου αυτή, που γεννήθηκε από την αγανάκτηση των καιρών εκείνων της τεχνηέντως ασκηθείσας λογοκριτικής τρομοκρατίας από ένα σχήμα που θύμιζε μάλλον «θεολογικό παρακράτος», όπως λίαν επιεικώς θα το χαρακτήριζα. Με την ίδια ίσως καχυποψία διείδα και διάφορες έμμεσες απαξιωτικές χρήσεις όρων και φράσεων, όπως π.χ. στο επίθετο νέος – συνώνυμο προφανώς εδώ του υποδεέστερος ή ελεγχόμενης εγκυρότητας και πνευματικότητας, μια που μιλάμε για εκκλησιαστική ζωή – και στις παραπομπές περί ελληνικότητας, λες και οι υπέρμαχοι της μετάφρασης είναι ανθέλληνες ή λιγότερο πατριώτες. Ζητώ ταπεινά συγγνώμη αν αδικώ κάπου τις προθέσεις του πολιού θεολόγου αλλά στιγματίζω σίγουρα τη νοοτροπία όσων διεκδικούν περί εαυτών την κατοχή της αποκλειστικότητας στη γνώση και έκφραση της αλήθειας. Ως φαίνεται, η μονοπώληση του θεολογικού λόγου από μερικούς κλονιζομένη από την όποια ετερότητα, αν δεν ενοχλεί, τότε οπωσδήποτε ξενίζει και προκαλεί σπασμωδικές και κακόγουστες αντιδράσεις. Άλλωστε η θεολογία και η συνώνυμή της αλήθεια δεν είναι προνόμιο μιας σέκτας ολιγίστων θεολόγων, θεολογίσκων ή θεολογούντων, αλλά του Χριστού και συνόλου του εκκλησιαστικού σώματός Του.
Ο καημός μου ήταν και παραμένει απλώς ο θεολογικός (και όχι ένας στείρος λογοτεχνικός - φιλοκαλικός) διάλογος (ούτε η προβολή και διαφήμιση προσωπικών απόψεων, θα ΄μουν πολύ φτωχός τότε), η ανεύρεση και καταγραφή της θεολογικής ορθότητας και ακρίβειας και η εξ αυτής πρόκληση ζωής και διαλόγου στον παραπαίοντα κόσμο, που η Εκκλησία ανοίγει, όταν ο λόγος της εκφέρεται αυθεντικά και όχι ως ρυθμικώς επαναλαμβανόμενη απαρχαιωμένη ιδεολογία. Με εξοργίζουν προπαντός οι δυτικόφερτες απολογητικές εμμονές προάσπισης ενίων της βαλλόμενης ορθοδοξίας από υποτιθέμενους παραχαράκτες της. Ανέμενα επομένως επιχειρήματα αρυόμενα από την πλούσια ορθόδοξη πατερική και εν γένει εκκλησιαστική φαρέτρα – επί παραδείγματι από τον π. Βασίλειο Θερμό ή τον γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ, που τους αναφέρω ενδεικτικά ως εκπροσώπους δύο αντικειμένων θεωρήσεων επί του ιδίου θέματος – και όχι τα ολίγον ή καθόλου ικανοποιητικά παραθέματα που είδα. Το χιλιοειπωμένο, ας πούμε, παράδειγμα της χωρικής σούπερ γιαγιάς που κατανοεί (;) τα αρχαιότροπα λόγια εν είδει κλασικής φιλολόγου πρέπει κάποτε να σταματήσει να αναπαράγεται, τουλάχιστον για λόγους αισθητικής. Περίμενα λόγο θεολογίας. Αντ’ αυτού εισέπραξα ρήματα… αρκτολογίας (ο αναγιγνώσκων την επιστολή εκείνου θα κατανοήσει το ρηθέν)! Και δεν θα ήμουν τόσο καυστικός, αν δεν με ενοχλούσε ο ευτελισμός και η προχειρολογία σε ένα θεολογικό διάλογο που αδικεί την ίδια την Εκκλησία και αποτελεί μια ακόμα αφορμή απομάκρυνσης του επιζητούντος πλείστες όσες προφάσεις σύγχρονου ανθρώπου και αιτία απογοήτευσης του καλοπροαίρετου εκζητούντος ρήματα ζωής αιωνίου. Παρήλθαν οι εποχές που ο εκκλησιαστικός λόγος ικανοποιούσε με τον τρόπο που κάποιοι βλέπουν να χαίρονται οι αφρικανόπαιδες παπαγαλίζοντας αρχαίες ελληνικές λέξεις, για να πάρουν ένα τετράδιο σε κάποια ορθόδοξη ιεραποστολή (το παράδειγμα ειλημμένο και πάλι από τον σεβαστό μου συνάδελφο)! Ας μην υποτιμάμε τη νοημοσύνη, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του μετανεωτερικού ανθρώπου. Και αυτό είναι και το μεγάλο μας αμάρτημα: η περιχαράκωση στον εαυτό μας, στην υστεροφημία μας, στη μειοψηφία των χειροκροτητών μας και η ατολμία διάνοιξής μας σε όλους αδιακρίτως, κατά την εντολή του Κυρίου. Ο πόθος των εκκλησιαστικών ανδρών πρέπει να είναι πώς θα καταστήσουν τον Χριστό θελκτικό και όχι πώς θα μιμηθούν τους Φαρισαίους φορτώνοντας δυσβάστακτα φορτία στον ήδη κεκοπιακότα άνθρωπο. Περισσεύει η μέριμνα και η αγωνία για την αναστήλωση παραδόσεων και μύθων – εν προκειμένω γλωσσικών – την ίδια ώρα που επικρατεί πλήρης αμεριμνησία και εγκληματική πνευματική αδιαφορία για την καθημερινή κατάρρευση και απώλεια των ζωντανών ναών του Θεού.
Ο νηφάλιος αναγνώστης του πρώτου μου κειμένου θα είδε πως δεν είμαι υπέρ μια συλλήβδην και άκριτης μεταφραστικής «ισοπεδωτικής» διαδικασίας στα λειτουργικά κείμενα αλλά περί της προώθησης ενός αγιοπνευματικού ενδοεκκλησιαστικού διαλόγου και της δυνατότητας μιας αντίστοιχης επιτυχημένης προσπάθειας. Και πάλι όμως λειτούργησαν οι νόμοι της ψυχολογίας. Όσοι διαφώνησαν μαζί μου, το έπραξαν οι περισσότεροι προαποφασισμένοι σχεδόν, χωρίς να μπουν στην τίμια διαδικασία της καλοπροαίρετης μελέτης των γραπτών μου. Προφανώς και δεν με ενοχλεί προσωπικά ποσώς η αρχαία γλώσσα – ίσα ίσα, την κατανοώ και την αγαπώ περισσότερο από πολλούς γύρω μου – αλλά η υποφώσκουσα ειδωλοποιητική της θεώρηση. Η νομιναλιστική στάση των ορθοδόξων αγίων Πατέρων έναντι των κτιστών ονομάτων και πραγμάτων καταρρίπτει και την όποια τάση μυθοποίησης του γλωσσικού οργάνου. Εξάλλου η υποτίμηση κάθε μετάφρασης έναντι του πρωτοτύπου – προσκρούουσα ταυτόχρονα και στην ίδια τη φιλολογική επιστήμη και σε σύγχρονες θεωρίες λογοτεχνίας – δεν έχει θέση εδώ, διότι πρόκειται περί λειτουργικής χρήσης της μετάφρασης των εκκλησιαστικών κειμένων και όχι περί αναζήτησης μιας ούτως ή άλλως ελεγχόμενης τελειότητας της μεταφραστικής απόδοσης (η ετερότητα της μετάφρασης μάλιστα δεν συνιστά πάντοτε κατωτερότητα συγκριτικά με το πρωτότυπο αλλά ενίοτε παίζει και το ενδεχόμενο ανωτερότητας!). Όπως ορθά σημειώνει ο συνάδελφός μου, δεν σώζουν οι γνώσεις αλλά η Χάρη του Θεού, που εξάπαντος μπορεί να ενεργήσει και μέσω ενός μεταφρασμένου κειμένου.
Κλείνοντας, θα παραθέσω κάτι από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά που θεωρώ πως δίνει εν ταυτώ και μια φόρμουλα στο θέμα της συμφωνίας ή της διαφωνίας, περί του εφικτού ή εφαμάρτου της μετάφρασης: «ου γάρ εν ρήμασιν ημίν αλλ’ εν πράγμασιν η αλήθειά τε και η ευσέβεια, κατά τον θεολόγον Γρηγόριον. Περί δογμάτων δε και πραγμάτων τον αγώνα ποιούμαι. Καν τις επί των πραγμάτων ομοφωνή, προς τας λέξεις ου διαφέρομαι». Θα το αφήσω και αυτό αμετάφραστο. Ίσως έτσι όλες μου οι παραπάνω θέσεις περιβληθούν με το ένδυμα μιας υπερκόσμιας αυθεντίας και ενθρονιστώ στις συνειδήσεις μερικών ως ισόκυρος συνομιλητής άξιος μιας πλέον περισπουδάστως ανάγνωσης και όχι της επιπόλαιης παράκαμψης των όποιων τοποθετήσεών μου, και προπάντων ως μη υποψήφιο θύμα θεολογικής προγραφής.

Με εκτίμηση
Κώστας Νούσης
Φιλόλογος - Θεολόγος
Λάρισα 8/8/2011

πίνακας της Γελένα Ιγκνιάτοβιτς

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ


Του Κώστα Νούση
Θεολόγου - φιλολόγου Α.Π.Θ.

Στον απόηχο του πρόσφατου διαλόγου σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης στη νεοελληνική γλώσσα των λειτουργικών κειμένων στο λαρισαϊκό Τύπο θα κατατεθούν εδώ λίγες ακόμα «προοδευτικές» σκέψεις που προφανώς και πάλι θα σκανδαλίσουν κάποιους, όπως ενόχλησαν προσφάτως και οι τοποθετήσεις του φίλου και συναδέλφου Χ. Ανδρεόπουλου, ο οποίος λίαν διακριτικά κινήθηκε υπέρ μιας «εν πνευματική συνέσει» παράλληλης διατήρησης και συνύπαρξης της αρχαίας γλώσσας και της νεοελληνικής της απόδοσης στα εν λόγω κείμενα χάριν αποδοτικότερης πρόσληψης και αμεσότερης χρηστικής πρόσβασής της από τον πολύπλευρα απαίδευτο σήμερα λαό του Θεού.
Το πιο ενοχλητικό σε αυτές τις συζητήσεις δεν είναι τόσο η ουσία του ζητήματος όσο η προχειρότητα μερικών θέσεων και εκφράσεων που το ευτελίζουν στα μάτια εκείνων που πραγματικά θα ήθελαν να ακούσουν μια πληρέστερη θεολογική – και όχι μόνο μια μικροεθνική συναισθηματικού τύπου – τεκμηρίωση. Γιατί λοιπόν να απαξιώνουμε ως προοδευτικό – χρωματίζοντας αρνητικά την παρεξηγημένη αυτή, θαυμάσια όμως λέξη - κάποιον που λέει κάτι έτερο από τις συντηρητικές μας - συνήθως - προαποφασισμένες αγκυλώσεις παντός τύπου; Και μάλιστα όταν ο εν λόγω χαρακτηριζόμενος τυγχάνει να είναι εν Χριστώ αδελφός; Για ποιο λόγο να συνδέουμε με ιστορικοθεολογικούς ιδίας προελεύσεως ή επαναλαμβανόμενους εκ τετριμμένης αναμασήσεως ακροβατισμούς την επέλαση του Μ. Αλεξάνδρου με μια αποκλειστική προτίμηση του Θεού σε μια συγκεκριμένη ιστορική φάση της ελληνικής γλώσσας εις βάρος άλλων γλωσσών ή και σε βάρος ετέρων μορφών της ιδίας; Καταντά επίσης κουραστικό να γίνεται μια αδιάλειπτη κινδυνολογική επίκληση διάσωσης της εθνικής μας και όποιας άλλης παραδόσεως υπέρ την ιερά εκκλησιαστική Παράδοση.
Μήπως ο Θεός δεν εξηρτάτο, όπως διδάσκεται εσφαλμένα, από την ελληνική γλώσσα για τη διάδοση του λόγου του σε οικουμενικό επίπεδο; Μήπως αυτός δεν τη δημιούργησε και αυτήν και προφανώς μπορεί να την αντικαταστήσει με μια τελειότερη; Τα κτιστά όργανα και κατηγορήματα – γλώσσες, παραδόσεις, τέχνες, πολιτισμοί – δεν προέρχονται από την άκτιστη ενέργεια του Θεού; Μια οιαδήποτε ειδωλοποίησή τους τελικά βλάπτει ή ωφελεί την Εκκλησία; Η επανάληψη, ως φαίνεται, του παλιού ιουδαϊκού αμαρτήματος της εθνοκεντρικής αποκλειστικότητας και υπεροχής αχνοφέγγει στις συνειδήσεις, τις εκφράσεις και τα υποσυνείδητα πολλών γύρω μας. Η τολμηρή πρακτική του Νικοπόλεως Μελετίου – σεβασμίου και αγιοτάτου επισκόπου – φαίνεται να προσκρούει απλώς στις συνήθως επιφυλακτικές και συντηρητικότροπες αποφάσεις των τοπικών – ως δηλοί η εκκλησιαστική ιστορία - εκκλησιαστικών συνόδων – προς πνευματική μάλλον ωφέλεια των πιστών εκ της πνευματικής μας ανωριμότητας και όχι λόγω μιας φονταμενταλιστικής νοοτροπίας των συνοδικών οργάνων και ανικανότητάς τους για ρηξικέλευθες πρακτικές. Είναι δε άξιον απορίας πώς δεν σκέπτονται μερικοί ότι η ελληνιστική κοινή θεωρούνταν στην εποχή της μια «υποβαθμισμένη» έκδοση της αττικής τελειότητας και γινόταν κατανοητή από όλο τον κόσμο ως η απλή καθομιλουμένη της εποχής και όχι ως μια ιερή μαγική γλώσσα, όπως οράται σήμερα. Ένας επίσης απλός γνώστης των εκκλησιαστικών γραμμάτων και των ποικίλων μορφών της γλώσσας μας, όπως αυτή απαντάται στις διάφορες λατρευτικές ακολουθίες και στα έργα των ορθοδόξων Πατέρων, σίγουρα θα αναρωτιέται ποια από αυτές είναι η πιο ιερή, η πλέον θεόσδοτη. Εκεί άλλωστε που πας να πιάσεις μια σταθερή φόρμα της γλώσσας και του σημασιολογικού φάσματος των λέξεών της και να τα καθιερώσεις στο χώρο μιας υπερβατικής τάξης πραγμάτων περιειλιγμένων με ένα πέπλο μυστηρίου και ένα φάσμα απαγορευτικών διατάξεων οιασδήποτε μεταβολής τους, την ίδια στιγμή σαν τον μυθικό Πρωτέα αλλάζουν μορφή και σου γλιστράνε μέσα από τα χέρια, ακολουθώντας τους φυσικούς νόμους της αέναης κίνησης των κτιστών όντων, που ο ίδιος ο Κύριος έθεσε.
Η Εκκλησία πολεμάει με μένος τη μαγεία και την ειδωλολατρία σε κάθε χονδροειδή ή εκλεπτυσμένη παρουσία τους. Θεωρώ πως σε καμιά περίπτωση δε θα επευλογούσε, στο δικό της μάλιστα χώρο, μια μαγική αντίληψη συνομιλίας με τον Θεό μέσω μιας και μόνο γλωσσικής μορφής απαξιώνοντας εμμέσως τη δυνατότητα άλλων φυλών και λαών να μιλήσουν μαζί Του επί ίσοις όροις λόγω των «κατώτερων» γλωσσικών μέσων στη λατρεία τους. Από την άλλη δεν είναι και κομψό να στερούμε από το Άγιο Πνεύμα τη δυνατότητα να χορηγεί στην Εκκλησία του τη Χάρη να μεταφράζονται τα ιερά λόγια στη γλώσσα και στο γνωστικό επίπεδο των ανθρώπων κάθε ξεχωριστής εποχής και τόπου, μόνο και μόνο λόγω της ραθυμίας, της δειλίας, της ανικανότητας και της έλλειψης αγιότητας των εκκλησιαστικών ταγών – κληρικών και θεολόγων – να προβούν σε μια καλύτερη διαποίμανση του διψασμένου πνευματικά σύγχρονου ανθρώπου και της κάλυψής τους πίσω από διάφορα ενδοκοσμικά ιστορικοκεντρικά λάβαρα και φονταμενταλιστικές φανφάρες ή επιχειρήματα δηλωτικά ημιμάθειας.
Μερικοί με τις εμμονές τους σε μαγικές συνταγές πνευματικότητας μάλλον θα δίνουν την εντύπωση στο σύγχρονο άνθρωπο ότι μαινόμαστε στην Εκκλησία μας ακούγοντας ακαταλαβίστικα στους πολλούς λόγια (Α΄ Κορ. ιδ΄ 23). Είναι πολύ διαφωτιστικός στο σχετικό κείμενό του ο Παύλος (Α΄ Κορ. κεφ. 14) αναφορικά με την επιθυμία του υπερίσχυσης της λογικής λατρείας του Θεού έναντι μιας παρεξηγημένης χαρισματικού – υπερλογικού τύπου διάστασής της. Όλοι σίγουρα θα θέλαμε να είμαστε στα ιερά χώματα της Γαλιλαίας και να ακούμε τον απλό – αλλά αρρήτως υπερβαίνοντα τις γνωστικές μας κατηγορίες - και εύπεπτο λόγο του Κυρίου που σαγήνευε τα πλήθη. Δε θα είχαμε τότε διλήμματα για μεταφράσεις ή για στείρες αντιπαραθέσεις. Θα νιώθαμε μόνο πως το βασικό κριτήριο των ενεργειών και των επιλογών μας θα έπρεπε να εστιάζει στην ανεύρεση τρόπων δια των οποίων θα αγαπήσουμε περισσότερο τον Χριστό και θα φέρουμε κοντά του όσο πιο πολλούς αδελφούς μας μπορούμε, σκεπτόμενοι και σεβόμενοι και την αδυναμία των «χωλών, τυφλών, κωφών, κυλλών και ετέρων πολλών» (Ματθ. ιε΄ 30) πνευματικά ασθενών και αναπήρων ανθρώπων της τραγικής μας εποχής.

Λάρισα 1/8/2011

Γεωμετρικό Κωνσταντίνου Μουντζούρη

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ



Ο καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης μίλησε στο BIBLICUM του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. για τον θεολογικό προβληματισμό της μετάφρασης των εκκλησιαστικών κειμένων

Πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 2 Μαΐου 2011 η έβδομη συνάντηση του BIBLICUM που οργανώνει ο Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Α.Π.Θ., η θεματική του οποίου για φέτος ήταν η μετάφραση των εκκλησιαστικών κειμένων, σύμφωνα και με την πρόσκληση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος να ανοίξει ένας διάλογο για το θέμα αυτό σε βάθος με τη συμμετοχή και των Θεολογικών τμημάτων. Όπως είναι γνωστό στην απόφαση-πρόσκλησή της αυτή οδηγήθηκε η ΔΙΣ με αφορμή την πρωτοβουλία του μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου να προχωρήσει στη χρήση ευχών της λατρείας μας σε νεοελληνική μετάφραση.
Ομιλητής της τελευταίας συνάντησης ήταν ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Πέτρος Βασιλειάδης με θέμα «Ο θεολογικός προβληματισμός των μεταφράσεων των εκκλησιαστικών κειμένων. Διάλογος με τους μητροπολίτες Πρεβέζης και Ναυπάκτου». Το BIBLICUM είναι μια επιστημονική συνάντηση, η οποία διοργανώνεται από τον Τομέα Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. εδώ και μια τριακονταετία, μία Δευτέρα του μήνα και ώρα 19.30 στην αίθουσα συνεδριάσεων του πρώτου ορόφου του κτιρίου της Θεολογικής Σχολής. Στη συνάντηση αυτή συμμετέχουν ομότιμοι και εν ενεργεία καθηγητές του Τομέα, καθώς και μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες και διδάκτορες των βιβλικών και των θρησκειολογικών σπουδών.
Η πρώτη συνάντηση του BIBLICUM έγινε 1 Νοεμβρίου του 2010 με εισηγήτρια την Διευθύντρια του τομέα κ. Άννα Κόλτσιου, η οποία εισηγήθηκε το θέμα: «Το θεολογικό και φιλολογικό πρόβλημα της μεταφράσεως εκκλησιαστικών κειμένων». Η δεύτερη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου με εισηγητή τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, ο οποίος εισηγήθηκε το θέμα: «Μεταφραστικές αρχές των Ηνωμένων Βιβλικών Εταιρειών». Η τρίτη συνάντηση έγινε στις 10 Ιανουαρίου 2011 με εισηγήτρια την αναπληρώτρια Πρόεδρο του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ., και ειδική στην μεταφρασιολογία, καθηγήτρια κ. Ελένη Κασάπη, η οποία εισηγήθηκε το θέμα: «Προτεραιότητες στη μετάφραση ιερών κειμένων και μηχανισμοί σημασιολογικής κατανόησης». Στις 7 Φεβρουαρίου 2011, έγινε η τέταρτη συνάντηση του BIBLICUM με εισηγητές τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., καθηγητή Δημήτριο Καϊμάκη και την επίκ. καθηγήτρια του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Μυρτώ Κουτίτα-Καϊμάκη, οι οποίοι εισηγήθηκαν το θέμα: «Μεταφράζοντας το κείμενο των Ο΄ στα νέα ελληνικά». Η πέμπτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαρτίου με εισηγητή τον εκλεγμένο επίκ. καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Χαράλαμπο Ατματζίδη, ο οποίος εισηγήθηκε το θέμα: «Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης: Οικειοποιητική ή ξενιστική μετάφραση της Βίβλου; (Β΄ Ιω 1, Γ΄ Ιω 1 Απ 4,4)». Η έκτη συνάντηση είχε ομιλητή τον Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιο με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του με τίτλο Μέθεξη ή κατανόηση; Έκδοση Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2011. Κατά την τελευταία φετινή συνάντηση του BIBLICUM, που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 6 Ιουνίου, ομιλητής θα είναι ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος.
Η ομιλία του κ. Βασιλειάδη, η οποία σε πρόχειρη μορφή διανεμήθηκε στο ακροατήριο, αφού αρχικά αναφέρθηκε στο ιστορικό και τις θεολογικές απόψεις, όπως αυτές καταγράφτηκαν αντιπροσωπευτικά στα δημοσιεύματα των ανωτέρω λογίων ιεραρχών, έχει ως εξής:

Ο θεολογικός προβληματισμός των μεταφράσεων των εκκλησιαστικών κειμένων. Διάλογος με τους μητροπολίτες Πρεβέζης και Ναυπάκτου

H βασική έννοια της Eκκλησίας είναι αυτή της κοινωνίας. Στην πρώιμη ιδιαίτερα περίοδο τα μέ­λη της χρι­στι­α­νι­κής κοι­νό­τη­τας ταυ­τί­ζον­ται με την εκ­κλη­σί­α, εί­ναι η Εκ­κλη­σί­α, δεν εί­ναι α­πλώς μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α, δεν α­πο­τε­λούν δη­λα­δή ως μεμονωμένα άτομα μεμονωμένα μέ­λη ε­νός ορ­γα­νι­σμού ή μιας, θρη­σκευ­τι­κής έ­στω, ο­μά­δας.i Εκ­κλη­σί­α και κοινωνία, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως έννοιες ταυτόσημες. Η οποιαδήποτε λοιπόν δραστηριότητα της εκκλησίας, ιδίως αυτή της λατρείας της, αλλά και της μαρτυρίας της, οφείλει να έχει αυτό το στοιχείο ως προσδιοριστικό της. Η μετάφραση επομένως της Αγίας Γραφής, αλλά και των λειτουργικών κειμένων ως βασική θεολογική παράμετρο αυτήν πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους. Σε ό­λα τα κεί­με­να της Κ.Δ. και της πρώ­ι­μης χρι­στι­α­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας η κυ­ρί­αρ­χη θε­ο­λο­γι­κή αν­τί­λη­ψη εί­ναι η ο­ρι­ζόν­τια ε­σχα­το­λο­γι­κή, με την εκκλησιολογία να βασίζεται κατά κύριο λόγο στην έννοια της κοινωνίας. Η κά­θε­τη σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κή κα­τε­νο­εί­το πάν­το­τε μέ­σα στα πλαί­σια της ο­ρι­ζόν­τιας ε­σχα­το­λο­γι­κής ως προ­σθε­τι­κή και συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή της. Γι’ αυ­τό και η λει­τουρ­γι­κή εμ­πει­ρί­α της Πρώ­της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι α­δι­α­νό­η­τη χω­ρίς την κοι­νω­νι­κή της δι­ά­στα­ση.ii
Η πνευ­μα­τι­κή αυ­τή εμ­πει­ρί­α της Πρώ­της Εκ­κλη­σί­ας αν­τι­κα­το­πτρί­ζε­ται με ε­νάρ­γεια στην λει­τουρ­γι­κή δο­μή της Εκ­κλη­σί­ας, ό­που α­πό τον Ι­γνά­τιο Αν­τι­ο­χεί­ας και ε­ξής βλέ­που­με την με­τα­φο­ρά της ε­σχα­το­λο­γι­κής ει­κό­νας της συ­νά­ξε­ως του λα­ού του Θε­ού ε­πί το αυ­τό γύ­ρω α­πό τον Χρι­στό και τους α­πο­στό­λους στα λει­τουρ­γή­μα­τα της Εκ­κλη­σί­ας, με τον ε­πί­σκο­πο «εις τό­πον καί τύ­πον Χρι­στού», και τους πρε­σβυ­τέ­ρους τύ­πους των απο­στό­λων. Το μυ­στή­ριο δη­λα­δή της Εκ­κλη­σί­ας εκ­φρά­ζε­ται αυ­θεν­τι­κά με την έννοια της κοινωνίας στην πε­ρί τον ε­πί­σκο­πο ευ­χα­ρι­στια­κή σύ­να­ξη της κοι­νό­τη­τας, η ο­ποί­α δεν α­να­ζη­τεί μυ­στη­ρια­κά/σα­κρα­μεν­τα­λι­στι­κά τη λύ­τρω­ση α­πό τα δει­νά του κό­σμου, ού­τε την προ­σω­πι­κή τε­λεί­ω­ση και α­το­μι­κή σω­τη­ρί­α, αλ­λά α­πο­τε­λεί ει­κό­να και προ­λη­πτι­κή φα­νέ­ρω­ση της ε­σχα­το­λο­γι­κής Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού.iii Η εκκλησιολογία, λοι­πόν, της κοινωνίας και η ευ­χα­ρι­στια­κή/λει­τουρ­γι­κή πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, έχουν ως όραμα και στόχο την κα­τά το δυ­να­τόν ε­ξο­μοί­ω­ση των ι­στο­ρι­κών κα­τά τό­πους χρι­στι­α­νι­κών κοι­νο­τή­των με την αυ­θεν­τι­κή έκ­φρα­ση της ε­σχα­το­λο­γι­κής δό­ξας της Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού. Έχουν δηλαδή έντονη ιεραποστολική διάσταση, με την λειτουργία της ως λογική λατρεία να ακολουθείται από την ιεραποστολική μαρτυρία ως Λειτουργία μετά την λειτουργία. Οι όποιες θεωρήσεις περί μυστηρίου, μέθεξης, υπερβατικής θέασης του Θεού, αλλά και θέωσης του ανθρώπου, να αποτελούν δευτερεύουσες προσθετικές, και με κανένα τρόπο παράλληλες, ή ακόμη και πρωτεύουσες έννοιες.
Αυτή η βασική βιβλική και αρχέγονη χριστιανική εκκλησιολογία και πνευματι­κότητα, κάτω από τις έντονες ιδεολογικές πιέσεις του χριστιανικού γνωστικισμού, και κυρίως του (νέο-)πλατωνισμού, άρχισε από το 3ο μ.Χ. αι. σταδιακά να υποχωρεί, ή στην καλύτερη πε­ρίπτωση να συνυπάρχει με μιαν άλλη πνευματικότητα (αλλά και εκκλησιολογία), η οποία έχει τις ρίζες της στην νέο-πλατωνίζουσα ευαγριανή και την μεσσαλιανίζουσα μακαριανή μυστική θεολογία, αλλά θεμελιώνονται και επιστημονικά από την Κατηχητική Σχολή της Αλεξανδρείας. Οι κύριοι εκπρόσωποι της σχολής αυτής, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, και κυρίως ο Ωριγένης, δίνουν στην εκκλησιολογία, και κατ' επέκταση και στην πνευματικότητα, μιαν άλλη τροπή, την οποία πολύ εμφατικά ο Μητροπολίτης Περγά­μου Ιωάννης Ζηζιούλας χαρακτηρίζει «όχι απλώς τροπή αλλά ανατροπή».iv Η Εκκλησία και η λειτουργία της παύει να αποτελεί εικόνα των εσχάτων αλλά των αρχικών πραγμάτων. Η συμβολή του μυστηρίου της ενανθρω­πήσεως στο σύστημα αυτό είναι από ελάχιστη ως μηδαμινή,v με το Χριστό να θεωρείται ως πηγή της ενώσεως του ανθρώπου με το Θεό και αποκατάσταση κατά κάποιο τρόπο της φθαρείσας φύσεώς του. Κορύφωση της θείας οικονομίας δεν αποτελεί πλέον η έννοια της κοινωνίας των εσχάτων, αλλά η επάνοδος στην αρχική τελειότητα, στόχος που ουσιαστικά επιτυγχάνεται από το κάθε μεμονωμένο άτομο, ως επί το πλείστον στην έρημο, αλλά και στις κοινότητες καθαρότητας, που μοναδικό σκοπό έχουν την διατήρηση της συσσωρευμένης σοφίας και του πλούτου του παρελθόντος με στόχο όχι την κοινωνία, την εκκλησία, την κοινότητα, το άλλον, αλλά την ατομική σωτηρία.
Έχουμε έτσι μια κοσμολογική προσέγγιση της Εκκλησίας, και όχι μια ιστορική, όπως στην Αγία Γραφή. Δεν έχουμε με άλλα λόγια να κάνουμε πλέον για μια κοινότητα ιστορική, με τον λαό του Θεού εν πορεία, αλλά με μια τέλεια και προαιώνια ιδέα, με αποτέλεσμα τα βασικά συστατικά της παραδοσιακής (γιαχβιστικής, προφητικής, κυριακής και πρώϊμης χριστιανικής) έννοιας της κοινωνίας να περιθωριοποιούνται. Η εκκλησία διατηρείται ως θεσμός, προκειμένου να υφίσταται ο χώρος όπου μπορεί να επιτελείται μυστηριακά (διάβαζε μαγικά) η εν Χριστώ σωτηρία. Κατά συνέπεια εκμηδενίζεται το ενδιαφέρον για την ιστορία, ενώ παρατηρείται μια όλο και με­γαλύτερη αποστασιοποίηση από την ευχαριστιακή κοινωνία. Η εκκλησία στην καλύτερη περίπτωση χαρακτηρίζεται ως θεραπευτήριο των ψυχών.vi
Τα θεολογικά έργα, όμως, που υπήρξαν καταλύτης στην περιθωριοποίηση της κυρίαρχης έννοιας της κοινωνίας ήταν τα αποδιδόμενα στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη,vii με την αποκλειστικά μυσταγωγική κατανόηση της χριστιανικής λατρείας. Τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα ερμήνευσαν με τη αναγωγική μέθοδο τις λειτουργικές τελετές της Εκκλησίας, όπου επιχειρείται η ανάταση από το γράμμα στο πνεύμα, από τα ορατά δρώμενα των εκκλησιαστικών μυστηρίων στο ένα μυστήριο της θεότητας.viii Ακόμη και οι κινήσεις του επισκόπου μέσα στο ναό θεωρούνται ως θεϊκή επιστροφή στην αρχή των όντων. Με τη μέθοδο όμως αυτή τελικά εξανεμίζεται η εσχατολογική προοπτική της χριστιανικής λατρείας, αφού η μοναδική σκοπιμότητά της είναι η μυστική αναγωγή (μυσταγωγία) της ψυχής στις πνευματικές πραγματικότητες του αόρατου κόσμου.ix
Αναγκαστικά επομένως απαιτείται ένα εί­δος μεσιτικής «ιεραρχίας», που όχι μόνο θυμίζει, mutatis nutandis, την περίοδο της βασιλείας στην ιστορία του Ισραήλ και τους αντιπάλους του αποστόλου Παύλου στην προς Κολοσσαείς επιστολή του, αλλά απετέ­λεσε και την απαρχή της επαναφοράς στη χριστιανική εκκλησιο­λογία της μεσιτικής ιερωσύνης,x που σύμφωνα με τη βασική διδασκαλία της προς Εβραίους επιστολής καταργήθηκε μια για πάντα, «εφάπαξ», από τη σταυρική θυσία του Χριστού. Κατά τον αείμνηστο π. Ιωάννη Μeyendorff, «ο διονυσιακός συμβολισμός ερμήνευσε την Ευχαριστία στα πλαίσια της ιεραρχικής τάξεως του κόσμου, κατα­νοώντας την ως κεντρικό σωτηριώδες γεγονός, μέσω όμως μυ­στικής ‘θεωρίας’».xi Γι’ αυτό και δεν γίνεται καθόλου λόγος για την αυτο-προσφορά του Χριστού, ούτε για την μεσιτική και αρχιε­ρατική του ιδιότητα·xii αυτό είναι έργο της επίγειας ιεραρχίας και των τελετών που αυτή (και όχι η κοινότητα συλλογικά) επιτε­λεί. Είναι φυσικό με τον τρόπο αυτό να απολυτοποιούνται η γλώσσα των κειμένων, η μυστική ανάγνωση των ευχών, όλα τα μετά το σχίσμα επίκτητα χαρακτηριστικά της λατρείας κλπ. Σε ιεραποστολικό επίπεδο αυτή η μεσιτεία μεταφέρεται ερήμην της συντεταγμένης Εκκλησίας σε κάθε είδους αυτοπροσδιοριζόμενους θεολογούντες γνησίους Ορθοδόξους.
Εκεί, όμως, που το διονυσιακό σύστημα φτάνει στα ακρότατα όριά του, είναι η ανατροπή της εσχατολογικής διάστασης της Ευχαριστίας ως κοινωνίας. Δεν υπάρχει καμιά νύξη στη βασική παύλεια ερμηνεία, κατά την οποία σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη «τον θάνατον του κυρίου καταγγέλομεν άχρις ού ελθη» (Α΄ Κορ 11,26). Ακόμη και η κυρίαρχη πράξη της κοινωνίας, δεν είναι παρά συμβολισμός της ενώσεως και αφομοιώσεως των ανθρώπων με τη θεϊκή υπόσταση.xiii Από κοινωνία δηλαδή του σώματος του Χριστού (του ενανθρωπήσαντος Λόγου) και στο σώμα του Χριστού (την Εκκλησία), μεταπη­δούμε στην κοινωνία του προϋπάρχοντος Λόγου.
Με τη μυστική αυτή λογοκρατία η σωτηρία συνίσταται όχι στην προσδοκία ενός καινούριου κόσμου, μιας νέας εσχατολογικής κοινωνίας με μια νέα αυθεντικότερη δομή, αλλά στην ένωση της ψυχής με το Λόγο, και κατά συνέπεια στην κάθαρση της ψυχής από ο,τιδήποτε την εμποδίζει να ενωθεί με τον αρχικό Λόγο, και επομένως από την ύλη, τα αισθητά πράγματα, την σωματικότητα, την ιστορία. Το sine qua non της εκκλησιαστικής ύπαρξης, η ιεραποστολή, χωρίς την οποία η ταυτότητα της εκκλησίας αυτομηδενίζεται, και το παύλειο «ἀλλ᾿ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω, ἢ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ» (Α Κορ 14:19) χαρακτηρίζεται δυσώδης «νοησιαρχία»! Το «μαράνα θά» των παύλειων κοινοτήτων και το «έρχου Κύριε» του προφήτη της Αποκαλύψεως αντικαθίστανται από την αδιάλειπτη προσευχήxiv και την πάλη κατά των δαιμόνων και της σαρκός.xv Ακόμη και το «δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α Κορ 11:28-29) από την αρχική κοινωνική του σημασία άρχισε να ερμηνεύεται ατομικά, με αποτέλεσμα την σταδιακή εγκατάλειψη της καθολικής συμμετοχής των πιστών στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας (βλ. Εκκλησίας).
Οι συνέπειες για την εκκλησιολογία της κοινωνίας, για την εν γένει πνευματικότητα, και κυρίως για το θεμιτόν ή μη των μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων, μιας τέτοιας θεολογι­κής αντίληψης, όπως είναι αυτονόητο, υπήρξαν τεράστιες, αφού η κοινή λατρεία της Εκκλησίας, όπως επίσης και τα λειτουργήματα και οι θεσμοί της ως εικόνες των μελλοντικών πραγμάτων, άρχισαν να έχουν μηδενική σχεδόν σημασία,xvi και άρχισαν να λειτουργούν όχι ιεραποστολικά, αλλά μαγικά, σαν κάτι που αυτόματα προσφέρει την «μέθεξη» στα μεμονωμένα άτομα.
Αυτό που προείχε, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, ήταν η ένωση των ανθρώπων με τον προαιώνιο Λόγο, η επάνοδος της ψυχής στην προπτωτική παραδείσια μα­καριότητα, σχεδόν πάντοτε ερήμην της κοινότητας. Διάδοση του λόγου του Θεού σε κατανοητό γλωσσικό ιδίωμα, αλλά πολύ περισσότερο «λογική λατρεία», σε ένα τέτοιο ιδεολογικό (καθόλου θεολογικό, ή το πολύ ψευτο-θεολογικό) σύστημα είναι αυτονόητο ότι δεν έχει θέση. Η έννοια της ιερότητας των γλωσσών, που οι Κύριλλος και Μεθόδιος με την ιεραποστολική τους δράση κατέρριψαν, επανήλθε στους πολεμίους της λειτουργικής αναγέννησης δριμύτερη.
Παράλληλα, βέβαια, επιχειρείται – όπως φαίνεται από την επιχειρηματολογία των αντιτιθεμένων στη μετάφραση στη νεοελληνική λειτουργικών κειμένων και τη χρήση τους στη λατρεία (βλ. π.χ. τις διάφορες ηλεκτρονικές και μη δημοσιεύσεις του μητροπολίτη Ναυπάκτου) – η σύνδεση με τον προτεσταντισμό ή τον Βαρλαάμ, επαναλαμβάνοντας ως μόνο (!) επιχείρημα το αυτονόητο, ότι δηλαδή η Ορθόδοξη χριστιανική λατρεία δεν εξαντλείται στην λογική διάσταση των τελουμένων, καθώς και στην νοησιαρχική πρόσληψη του μυστηρίου της σωτηρίας.xvii
Προσωπικά έχω σε πολλές μελέτες μου υποστηρίξει, πως η αντιμεταφραστική θεολογική τάση αγνοεί την ύπαρξη δύο διαμετρικά αντίθετων κατανοήσεων της λατρείας, μιας Ορθόδοξης και μιας οθνείας, ενδεδυμένης βέβαια με δήθεν θεολογικά επιχειρήματα. Σύμφωνα με την δεύτερη κατανόηση, η λατρεία δεν προσδιορίζεται από τον (κυρίαρχο στην Ορθόδοξη Ανατολή) όρο λειτουργία (λείτον+έργον=έργο του συνόλου της εκκλησιαστικής κοινότητας), αλλά κατανοείται και βιώνεται ως ιδιωτική υπόθεση. Κατά την ατομοκεντρική αυτή θεώρηση η λατρεία λειτουργεί ως μέσο αντιμετώπισης συγκεκριμένων θρησκευτικών αναγκών: τόσο των αναγκών της πνευματικής ηγεσίας της Εκκλησίας να ασκήσει έλεγχο και εξουσία επί των μελών της, όσο και των αναγκών των μεμονωμένων ατόμων για τον προσωπικό «εξαγιασμό» τους. Χαρακτηρίζαμε αυτή τη θεώρηση της λατρείας δικανική (juridical).xviii
Σύμφωνα με την πρώτη θεώρηση, η λατρεία λειτουργεί ως μέσο δημιουργίας σχέσεων και ανάπτυξης πραγματικής κοινωνίας μεταξύ των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας, ως συστατικό οικοδομής της. Με τον τρόπο αυτό η εκκλησιαστική κοινότητα παύει να κατανοείται με θεσμικούς όρους, ή ακόμη και με όρους λατρευτικού οργανισμού, και θεωρείται ως χαρισματική κοινωνία, ως τρόπος ζωής, στην οποία όλοι οι πιστοί καλούνται να μετέχουν. Αυτή είναι η κοινοτική (communal) θεώρηση της λατρείας.
Οι αντιδρώντες στην μετάφραση τόσο της Αγίας Γραφής, όσο και των ευχών της λειτουργίας, και φυσικά στην χρήση τους στην δημόσια λατρεία, αλλά και γενικότερα οι πολέμιοι της λειτουργικής αναγεννήσεως, είναι συνήθως εγκλωβισμένοι στην δικανική και ατομοκεντρική θεώρηση της λατρείας, η οποία ενθαρρύνει – και στην ουσία προάγει – τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του σώματος της Εκκλησίας (κληρικών-λαϊκών, κοινωνικά ανώτερων και κατώτερων, θεολογικά επαϊόντων και απλών πιστών, πνευματικών και κοσμικών, ανδρών και γυναικών κλπ.). Ελάχιστα προβληματίζονται για το ότι με τον τρόπο αυτό συντηρούνται στοιχεία υπεροχής και υποταγής εντός της λατρείας, στοιχεία δηλαδή εντελώς ξένα και ασυμβίβαστα προς το εσχατολογικό όραμα της Βασιλείας του Θεού και την έννοια της εκκλησιολογίας της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο – πέραν του ότι είναι εκτός της λογικής της ορθόδοξης λειτουργικής παράδοσης – συμβάλλει και στην διατήρηση και παγίωση οθνείων στοιχείων κοινωνικής διαστρωμάτωσης και κοινωνικών δομών εντός του σώματος της Εκκλησίας, και κατ’ επέκταση εντός της ευρύτερης κοινωνίας. Επιπροσθέτως, μια τέτοια αντίληψη, και λατρευτική βεβαίως πρακτική, συμβάλλει στη δημιουργία διαχωριστικών γραμμών, επιτείνοντας έτσι φαινόμενα μισαλλοδοξίας, ξενοφοβίας και φανατισμού.
Η κοινοτική, αντίθετα, θεώρηση της λατρείας αποθαρρύνει πλήρως κάθε διάκριση, τόσο εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας, όσο κατ’ επέκταση και εντός της ευρύτερης κοινωνικής ζωής, προβάλλοντας και προωθώντας κατά το δυνατόν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Η αντίληψη αυτή (και λατρευτική βεβαίως πρακτική) δεν υψώνει εχθρικά τείχη μεταξύ των μελών των διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων, αντίθετα προωθεί την ειρήνη και τη θρησκευτική ανεκτικότητα.
***
Είναι όμως έτσι τα πράγματα, είναι τόσο αυτονόητη η θεολογική θεμελίωση του θεμιτού των μεταφράσεων των εκκλησιαστικών κειμένων; Ένας αντικειμενικός ιστορικός ερευνητής ασφαλώς θα νομιμοποιούσε και την altera pars, ιστορικά όμως μόνον, όχι αυθεντικά θεολογικά. Πιστεύω πως η απάντηση στην εγγενή αυτή αμφισημία βρίσκεται στην υποβόσκουσα από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο μεγάλα θεολογικά κέντρα της αναδυόμενης τότε θρησκείας: την αλεξανδρινή και την αντιοχειανή σχολή, όχι όμως επί τη βάσει της διαφορετικής ερμηνευτικής (αλληγορία ή μη), αλλά με πολύ βαθύτερα θεολογικά αίτια.
Η αντιπαράθεση αυτή συνεχίστηκε αμείωτη μέχρι και μετά τη οικουμενική σύνοδο της Χαλκηδόνας και παρότι άρχισε σε καθαρά ερμηνευτικό επίπεδο εξελίχτηκε σε θεολογικό και κυρίως χριστολογικό με υπερβολές εκατέρωθεν. Οι αντιοχειανοί υπογράμμιζαν με σταθερότητα την ιστορική υπόσταση του Λόγου του Θεού, γεγονός που τους έφερνε κοντά στην «λογική» πρόσληψη του μυστηρίου, και την ύπαρξη δύο φύσεων του Χριστού, ανθρώπινη («Υιός της Μαρίας») και θεία («Υιός του Θεού»), σε αντίθεση με την ταυτότητα του Θεού Λόγου με τον ιστορικό Ιησού, που ανέπτυξε διεξοδικά η αλεξανδρινή σχολή, και ακολούθησε αδιάκριτα σύσσωμη η εκκλησιαστική παράδοση, με ιδιαίτερη μάλιστα σφοδρότητα στην Ορθόδοξη Ανατολή, μετά την ησυχαστική διαμάχη και την θεολογική αντιπαράθεση Γρηγορίου του Παλαμά και Βαρλαάμ του Καλαβρού.
Οι θέσεις των αντιοχειανών μπορεί να τους οδήγησαν σε σύγκρουση με τον αλεξανδρινό μονοφυσιτισμό, είχαν όμως ως συνέπεια να κρατούν ως επί το πλείστον ανεκτική στάση προς τον νεστοριανισμό, γεγονός που συνετέλεσε στην τελική απαξίωση της σχολής και το οριστικό τέλος της μετά τον 5ο μ.Χ. αι. Αυτό ουσιαστικά συνέτεινε στην μηδενική σχεδόν επίδρασή της στην μετέπειτα θεολογική παραγωγή. Μερικοί από τους εκπροσώπους της μάλιστα (Θεόδωρος και Θεοδώρητος) μεταθανατίως καταδικάστηκαν συνοδικά τον 6ο μ.Χ. αι. με τον γνωστό αναθεματισμό των «Τριών Κεφαλαίων» (ο τρίτος ήταν ο Ίβας Εδέσσης, επίσης από την ευρύτερη περιοχή της Αντιόχειας, την ανατολική Συρία), πράγμα που συνετέλεσε στην οριστική επικράτηση στην μεταγενέστερη χριστιανική ερμηνευτική θεολογία της ανιστορικής (αλληγορικής και πνευματικής) μεθόδου της Αλεξανδρινής Σχολής εις βάρος της ιστορικής της Αντιοχειανής. Μόνον ο ιερός Χρυσόστομος παρέμεινε αλώβητος και τα έργα του συνέχιζαν να διατηρούν άσβεστη τη φλόγα της ιστορικής, κριτικής και λογικής προσέγγισης των ιερών κειμένων μέχρι τους νεότερους χρόνους, οπότε με την καθολική επικράτηση της ιστορικο-κριτικής κατ’ αρχήν ερμηνείας της Βίβλου ήλθε πάλι στο προσκήνιο η αξία της αντιοχειανής θεολογικής σκέψης και της ερμηνευτικής μεθόδου της Αντιοχειανής Σχολής.
Η υπερίσχυση στην μεταγενέστερη εκκλησιαστική πρακτική της αλεξανδρινής έναντι της αντιοχειανής θεολογικής και ερμηνευτικής παράδοσης, εμπόδισαν και τη διαμόρφωση μιας συνεπούς χριστιανικής ανθρωπολογίας, βασισμένης στη ριζοσπαστική και πρωτοποριακή περί αναστάσεως διδασκαλία του αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ 15,24-26) και μετοχής των πιστών στο αναστημένο σώμα του ζώντος Χριστού.xix
Είναι χαρακτηριστική η διαμετρικά αντίθετη στάση του Διονυσίου Αλεξανδρείας (κανών 2) και των προερχόμενων από την αντιοχειανή παράδοση Αποστολικών Διαταγών, (κανών VI. 27), αλλά και του ι. Χρυσοστόμου (Ομιλία εις την προς Εβραίους, PG 63, 227εξ, σχόλιο στο Εβρ 13,4), αναφορικά με την ισχύ στην Εκκλησία των περί καθαρότητας διατάξεων του Λευιτικού αναφορικά με την συμμετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Το βέβαιο είναι, ότι με την συμπερίληψη στους κανόνες της Πενθέκτης των κανόνων του Διονυσίου Αλεξανδρείας, και την ταυτόχρονη απόρριψη των περισσότερο φιλελεύθερων για το συγκεκριμένο θέμα κανόνων της αντιοχειανής παράδοσης (Αποστολικών Διαταγών κλπ.), διατηρήθηκε η θεολογική ασυνέπεια μεταξύ «θεολογικής» και «κανονικής» παράδοσης της Ορθόδοξης Ανατολής, με αποτέλεσμα την μη αποτελεσματική μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο.xx Ένας άλλος μάλιστα κανόνας της Πενθέκτης, ο 19ος, καταδίκαζε εφεξής κάθε απόπειρα αντικειμενικής ερμηνείας της Αγίας Γραφής, απαιτώντας, «εί τις αγιογραφικός ανακινηθείη λόγος, τούτον ερμηνευέτωσαν ως οι θειότατοι Πατέρες». Και αυτό δεν είναι παρά το γενεσιουργό αίτιο κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας της απαγόρευσης και αυτής της μεταφράσεως των βιβλικών κειμένων, αφού κατά το πατριαρχικό γράμμα του 1703 η ανάγνωση των ιερών κειμένων «ει μετ’ ευλαβείας γίγνοιτο, κάτοι του βάθους των νοημάτων αγνοουμένου, αγιασμού πρόξενος τω αναγιγνώσκοντι καθίσταται κατά την υποτύπωσιν της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, ώστε περιττή και ανωφελής η εις κοινήν διάλεκτον μετάφρασις των ιερών Γραφών».xxi
Όσοι εκ των δυτικών έχουν παρευρεθεί σε ορθόδοξη λειτουργία διαπιστώνουν με κατάπληξη (πολλοί μάλιστα σοκαρισμένοι) ότι τα βιβλικά αναγνώσματα δεν αναγιγνώσκονται, αλλά ψάλλονται, ωσάν να σχεδιάστηκαν όχι τόσο προκειμένου ο πιστός να κατανοήσει τον λόγο του Θεού, όσο για να δοξαστούν ένα γεγονός ή ένα πρόσωπο.xxii Το γεγονός είναι η εσχατολογική βασιλεία του Θεού και το πρόσωπο, το κέντρο αυτής της βασιλείας, ο ίδιος Χριστός. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τον οποίον οι Ορθόδοξοι, ενώ παραδοσιακά ήταν ανέκαθεν υπέρ της μετάφρασης της Βίβλου (και όχι μόνο) σε γλώσσα που οι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν, (βλ. την διαφωνία στην περίοδο του Μ. Φωτίου μεταξύ Ρώμης και Κωσταντινουπόλεως για την χρήση της σλαβονικής, δηλαδή μιας γλώσσας πέρα των τριών «ιερών»: εβραϊκής, ελληνικής, λατινικής, είναι – δυστυχώς – γενικά επιφυλακτικοί στην χρήση των Βιβλικών αναγνωσμάτων από μετάφραση στην λατρεία.
Μεταξύ μάλιστα πολλών συστηματικών θεολόγων επικρατεί ευρέως η άποψη ότι ολόκληρη θεία Λειτουργία (δηλ. και η "λειτουργία του Λόγου" και η "Ευχαριστιακή Λειτουργία") είναι προσανατολισμένη εσχατολογικά. Πολλοί στον ορθόδοξο κόσμο έχουν ακόμα την άποψη ότι και κατά την Λειτουργία του Λόγου – που στην ορθόδοξη Εκκλησία σημειωτέον είναι αδιάσπαστη από την Ευχαριστιακή Λειτουργία – δεν είναι μόνο ο Ιησούς Χριστός κατά την επίγεια Πρώτη Παρουσία του που αναγγέλλει το "λόγο του Θεού" μέσω των βιβλικών αναγνωσμάτων, αλλά και ο δοξασμένος Κύριος της Δευτέρας Παρουσίας που υποτίθεται πως ομιλεί. Και αυτό, παρά τον σαφέστατο ευαγγελιστικό χαρακτήρα της Λειτουργίας του Λόγου.xxiii
Αλλά και στο επιχείρημα της δήθεν «νοησιαρχικής υπόστασης των μεταφρασμένων λειτουργικών κειμένων που υποσκάπτει την δυνατότητα «μέθεξης» του μυστηρίου της σωτηρίας, κάτι που θεωρήθηκε ως απότοκος της νεωτερικότητας, επιτρέψτε μου να σημειώσω τα εξής:
Είναι γεγονός, ότι σύμφωνα με τα πρότυπα του μοντερνισμού έχει γίνει σχεδόν καθεστώς, πως ο λόγος του Θεού μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσω της αυθεντικής ερμηνείας της Βίβλου. Γι’ αυτό και στην ιστορία της Εκκλησίας κατά τη δεύτερη χιλιετία υποστηρίχτηκε, ότι η Βίβλος ερμηνεύεται αυθεντικά:
(α) είτε από ένα "magisterium", προφανώς επειδή μερικοί κληρικοί θεωρούνται ότι έχουν λάβει την εξουσία από τον ίδιο τον Χριστό να τον αντιπροσωπεύσουν ως διάδοχοι των αποστόλων. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο λόγος του Θεού ερμηνεύεται αυθεντικά μόνο από τους κληρικούς, κυρίως επισκόπους, και τελικά τον Πάπα – πάντα ως πρόσωπο, και από οποιεσδήποτε περιστάσεις,
(β) είτε μέσω της ίδιας της Γραφής – ως επί το πλείστον από τον Προτεσταντισμό (sola scriptura) – κάτι που είναι ζήτημα κατάλληλης επιστημονικής έρευνας.
Αυτή η σύγχρονη «νεωτερική» προσέγγιση έχει όντως παρουσιάσει πολλά προβλήματα στη θεολογία μας όσον αφορά την πρόσληψη και κατανόηση του λόγου του Θεού στη Βίβλο: (α) Για την πρώτη θέση (ρωμαιοκαθολική, αλλά ως ένα βαθμό και ορθόδοξη), το φυσικό ερώτημα που τίθεται είναι: γιατί θα έπρεπε ένας επίσκοπος να θεωρηθεί ως αλάθητος, ή γιατί θα έπρεπε και η σύνοδος των επισκόπων να θεωρηθεί αλάθητη, ή γιατί θα έπρεπε ο Πάπας να είναι αλάθητος!
Ως προς (β) στη δεύτερη θέση (κυρίως προτεσταντική), ένα άλλο πρόβλημα τίθεται, το οποίο ανησυχεί σήμερα τους πιστούς βιβλικούς ερμηνευτές στη δυτική κοινωνία μας. Πώς μπορεί η Βίβλος να ερμηνευθεί από τη Βίβλο μέσω της επιστημονικής έρευνας, όταν όλοι σήμερα αναγνωρίζουν ότι και αυτή η Βίβλος υπόκειται σε ορισμένες ιστορικές και πολιτιστικές επιρροές, οι όποιες δεν συνεχίζουν να ισχύουν (πρβλ. contextuality, το κείμενο ενάντια στη συνάφεια του); Γι’ αυτό και κάποιοι προτεστάντες σήμερα αναγκάζονται να προτείνουν έναν κανόνα μέσα στον κανόνα. Με άλλα λόγια, επιδιώκουν έναν "μικρότερο" κανόνα μέσα στον κανόνα της ιερής Βίβλου (συνήθως την εκ πίστεως δικαίωση, και ως εκ τούτου προβαίνουν αναγκαστικά και στην περιθωριοποίηση, π.χ. από τον Λούθηρο, της επιστολής του Ιακώβου ως «αχυρένειας επιστολής). Η ερμηνευτική έχει αναπτυχθεί σε τέτοιον βαθμό τα τελευταία χρόνια, που η Βίβλος πλέον επιδέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία.
Όλα αυτά έχουν ως αφετηρία τους τη νεωτερική προσέγγιση της αλήθειας, η οποία ανάγει και την ουσία της αλήθειας, αλλά και την ουσία της Εκκλησίας, σε θεσμούς και διατάγματα που έχουν διαμορφωθεί στο παρελθόν. Ένας κανόνας καθορίζεται στο παρελθόν και όλοι μας αγωνιζόμαστε σήμερα να μείνουμε πιστοί σ’ αυτόν. Στο υπόβαθρο αυτής της αντίληψης βρίσκονται όλα τα σύγχρονα καίρια προβλήματα της Εκκλησίας, σχετικά με την αυθεντία των επισκόπων, των συνόδων, του Πάπα, της ερμηνευτικής της Βίβλου, του λόγου του Θεού, ακόμη και της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων.
Στην αδιαίρετη Εκκλησία αυτό που είχε σημασία δεν αφορούσε το πώς τα πράγματα συνέβησαν, αλλά πως θα συμβούν, η Εκκλησία αποκτούσε υπόσταση από τον τρόπο που θα είναι. Αυτονόητα, λοιπόν, ο λόγος του Θεού είχε πάντα εσχατολογική χροιά, κάτι που έρχεται σε μας όχι από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον. Είναι διαφορετικό πράγμα το να μελετάει κανείς την Βίβλο προκειμένου ακούσει το λόγο του Θεού από το να τον δέχεται εντός της κοινότητας.xxiv
Η βασική επομένως ερμηνευτική κλείδα αποκωδικοποίησης όλων αυτών των θεμάτων είναι η εσχατολογία. Καταρχήν, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η χριστιανική εσχατολογία δεν είναι ούτε άρνηση της ιστορίας, ούτε προσθήκη στην ιστορία και το παρελθόν. Η εσχατολογία στην αυθεντική χριστιανική της κατανόησή είναι μάλλον εισβολή των εσχάτων στην ιστορική μας πραγματικότητά. Tα έσχατα «εισβάλλουν» στην ιστορία μέσω του Αγίου Πνεύματος - κυρίως κατά τη διάρκεια της Θείας Ευχαριστίας – και είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που έννοιες όπως «λόγος του Θεού», «Αγία Γραφή», ακόμη και «ιερωσύνη», αλλά και τα λοιπά στοιχεία της ζωής και της αποστολής της Εκκλησίας, αποκτούν το πραγματικό τους νόημα. Υπογραμμίζοντας την εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας κατ' αυτόν τον τρόπο με οποιαδήποτε μέσα δεν απορρίπτουμε την επιστημονική ερμηνεία της Βίβλου. Η Εκκλησία δεν αρνείται την επιστημονική έρευνα συνολικά, απλώς η επιστημονική γνώση δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο η Αγία Γραφή αναγνωρίζεται ως λόγος του Θεού που στους πιστούς. Η Εκκλησία έχει ένα διαφορετικό πλαίσιο, στο οποίο τοποθετεί τη Βίβλο, έτσι ώστε αυτή να μπορεί τελικά ο λόγος του Θεού "να μιλήσει" στους πιστούς. Όλα τα θέματα επομένως που σχετίζονται με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων έχουν να κάνουν στην ουσία με την εκκλησιολογία. Το βασικό ζήτημα για την Εκκλησία είναι η σύναξη τoυ λαού του Θεού επί το αυτό), προτυπώνοντας με τον τρόπο την κοινότητα των εσχάτων.
Με την επέλαση του σχολαστικισμού, και συνακόλουθα της νεωτερικότητας στη θεολογική μας σκέψη ακυρώθηκε η εισβολή των εσχάτων στην ιστορική πραγματικότητα. Η ιστορία πλέον απαγκιστρώνεται πλήρως από την εσχατολογία, η οποία είτε (α) αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο που αναφέρεται στο «επέκεινα» (πρβλ. π.χ. όλα σχεδόν τα εγχειρίδια Δογματικής, των Ορθοδόξων συμπεριλαμβανομένων), είτε (β) αποτελεί κάποια χαρισματική εμπειρία ορισμένων εκλεκτών, οι οποίοι απομονώνονται από το ιστορικό πλαίσιο της κοινότητας, η οποία όπως και κατά το απώτερο γνωστικό παρελθόν θεωρείται δευτέρας κατηγορίας. Με τον τρόπο αυτό καταστρέφεται πλήρως η εκκλησιολογία, αφού διασπάται η ενότητα της Εκκλησίας των Αγίων από την Εκκλησία της ιστορικής κοινότητας (η θριαμβεύουσα από την στρατευομένη). Όπως σωστά υποστηρίζει ο μητρ. Περγάμου, είναι αμφίβολο αν μπορούμε να αποκαλούμε «εκκλησία» την ιστορική κοινότητα.xxv
Συμπερασματικά, τα επιχειρήματα εναντίον της χρήσης της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων (βιβλικών και λειτουργικών) στην Ορθόδοξη λατρεία μπορεί να έχουν κάποια «ιστορική», με κανέναν όμως τρόπο και γνήσια «θεολογική», βάση. Εκτός και αν με τον όρο Ορθοδοξία δεν κατανοείται η Εκκλησία των Πατέρων, των Προπατόρων, των Προφητών, των Αποστόλων, των Τριών Ιεραρχών, και πάνω απ’ όλα η Εκκλησία του Χριστού, αλλά μόνον η μετά τα σχίσματα ιστορική της έκφραση.
2.5.2011


[i] K. Stendahl, “Kirche und Urchristentun”, RGC3 τομ. III, σελ. 129εξ.
[ii] Πρβλ. Πράξ 2,42εξ· Α´ Κορ 11,17εξ· Β´ Κορ 9,11εξ· Εβρ 13, 10-16· Ιουστίνου, Α´ Απολογία 67· Ειρηναίου, Κατά Αιρέσεων κεφ. 18,1 κ.ά.).
[iii] Ο συλλογικός/εκκλησιολογικός προσανατολισμός της πνευμα­τι­κό­τη­τας φαίνεται στο χωρίο του Ιγνατίου, Προς Εφεσίους 13: «σπου­δάζετε ουν πυ­κνότερον συνέρχεσθαι εις ευχαριστίαν Θεού καί εις δό­ξαν. όταν γάρ πυ­κνώς επί τό αυτό γίνεσθε καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σατανά...».
[iv] Ι. Ζηζιούλα, Θέματα εκκλησιολογίας, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 28.
[v] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ωριγένης, και γενικότερα οι αλεξανδρινοί θεολόγοι, ανέπτυξαν μια σωτηριολογία που δίνει μεγάλη έμφαση στη μεταμορφωτική δύναμη της ενανθρωπησιακής ενώσεως με το αρχέτυπο, αφήνοντας ελάχιστο χώρο στην ελεύθερη σωστική δράση της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Περισσότερα στο θέμα αυτό στους A. Grilllmeier, Christ in Christian Tradition, Atlanta 19752. R. Taft S.J., «The Liturgy of the Great Church: An Initial Synthesis of Structure and Interpretation on the Eve of Iconoclasmi», Dumbarton Oaks Papers 34-35 (1980-81) 45-75, σελ. 62, υπ. 79.
[vi] Ιστορικά αλλά και χρονικά η πνευματικότητα αυτή συνδέεται με την ερημία, και τον αναχωρητικό μοναχισμό, όπου τα έργα του Ωριγένη διαβάζονταν με περισσή ευλάβεια, ακόμη και μετά τη συνοδική καταδίκη του. H διολίσθηση της ευχαριστιακής/ λειτουργικής προς την θεραπευτική/καθαρτική εκκλησιολογία και πνευματικότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράλληλη με την διολίσθηση της (ιστορικής) προφητικής προς την (ανιστορική) αποκαλυπτική θεολογία και γραμματεία της Π.Δ.
[vii] Αν στον Ωριγένη βρίσκουμε τις καταβολές της εξαΰλωσης και πνευματικοποίησης της κατανόησης της Θείας Ευχαριστίας, στα αρεοπαγιτικά συγγράμματα συναντούμε την τελική θεολογική τους επεξεργασία. Βλ. L. Lies, Wort und Eucharistie bei Origenes. Zur Spiritualisierungstendenz des Eucharistie-verständnisses, Innsburck 1978.
[viii] Βλ. Ε. Boulard, «L'eucharistie d'après le Pseudo-Denys l’ Aréopagite», Bulletine de Littérature Ecclésiastique 58 (1957) σελ. 193-217 και 59 (1958) σελ. 129-69.
[ix] Εκκλησιαστική Ιεραρχία II 3,2, PG 3 379. Θαυμάσια ανάλυση στο κλασικό έργο του R. Bornet, Les Commentaires byzantines de la Divine Liturgie du Vlle au XVe siècle, Paris 1966. Ο π. A. Golizin, βέβαια, επιμένει ότι οι αρεοπαγιτικές αλληγορίες «δεν είναι τελείως άχρονες, αλλά συνδέονται με την εσχατολογία και την χριστολογία του»! (Et introibo ad altare dei: The Mystagogy of Dionysius Areopagita, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 391). Ο R. Taft ορθά υποστηρίζει ότι «στο διονυσιακό σύστημα δεν υπάρχει παρά ελάχιστος χώρος για τη βιβλική τυ­πολογία- η αναγωγική αλληγορία είναι εκείνη που κυριαρχεί. Η λειτουργία δεν είναι παρά μια αλληγορία της πορείας της ψυχής από τη διάσπαση και τη διαίρεση της αμαρτίας προς τη θεϊκή κοινωνία, μέσα από μια διαδικασία κάθαρσης, φωτισμού και τε­λείωσης, τα οποία προτυπώνονται στις τελετές. Υπάρχει ελάχι­στη αναφορά στην επί γης οικονομία του Χριστού, και απολύτως τίποτε για τη θεανθρώπινη μεσιτεία του, ή το ζωοποιό θάνατο και την ανάστασή» R. Taft S.J., «The Liturgy of the Great Church: An Initial Synthesis of Structure and Interpretation on the Eve of Iconoclasmi», Dumbarton Oaks Papers 34-35 (1980-81) 45-75, σελ. 61-2. Ολοκληρωμένη κριτική θεώρηση της ευχαριστιολογίας του Διονυσίου Αρεοπαγίτη στο έργο του R. Roques, L'univers dionysien. Structure hiérarchique du monde selon le Pseudo-Denys, Paris 1954. Αναλυτικά για όλα αυτά στο βιβλίο μου Lex orandi, Λειτουργική θεολογία και λειτουργική αναγέννηση, εκδ. Ίνδικτος Αθήνα 2005, κεφ 2.
[x] Βλ. H. Wybrew, The Orthodox Liturgy. The Development of the Eucharistic Liturgy in the Byzantine Rite, London 1989, (βλ. και την πανομοιότυπη έκδοση από τη Θεολογική Σχολή του Αγ. Βλαδίμηρου, Crestwood 1990 με πρόλογο του [Μητροπολίτη Διοκλείας] Κάλλιστου Ware), σελ. 115.
[xi] J. Meyendorff, Byzantine Theology Historical Trends and Doctrinal Themes, New York [19741] 19872 σελ. 207 (και τώρα και σε ελληνική μετάφραση). Πρβλ. επίσης Γ. Φλωρόφσκυ, «Ψευδο-Διονυσίου έργα», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία τόμ. XII στ. 473-480· Α. Σμέμαν, Η Εκκλησία προσευχομένη, σελ. 150εξ· 232εξ· κ.α.,
[xii] R. Taft, «The Liturgy of the Great Church», σελ. 62.
[xiii] Εκκλησιαστική Ιεραρχία, III 3,13.
[xiv] Βέβαια, η έννοια της αδιάλειπτης προσευχής δεν ήταν καινούρια (βλ. Α' Θεσ 5:17)· αυτό που ήταν καινούριο στο μοναχισμό ήταν η ερμηνεία της. Ενώ στη συνείδηση των πρώτων χριστιανών κάθε εκδήλωση μπορούσε να θεωρηθεί προσευχή, στο μοναχισμό η προσευχή, και αργότερα η νοερά προσευχή, κατέληξε η μοναδική εκδήλωση που αντι­κατέστησε όλες τις άλλες Βλ. Α. Σμέμαν, Η Εκκλησία προσευχομένη, σελ. 160.
[xv] Είναι ενδεικτική η συμβολή του Ωριγένη στην εγκατάλειψη της επικρατούσας στην εκκλησιαστική γραμματεία μέχρι την εποχή εκείνη ιστορικής ερμηνείας της Αποκαλύψεως, με το αιτιολογικό ότι η προσδοκία και αναμονή της χιλιόχρονης βασιλείας αποτελεί παραχώρηση στις σαρκικές επιθυμίες! (βλ. Ωριγένη, Περί Αρχών 2.11,2-5).
[xvi] Κατά τον W. Jardine Grisbrooke, ο αρχέγονος μοναχισμός ως λαϊκό κίνημα, αλλά και αναχώρηση και απόρριψη όχι μόνον από τον κόσμο, αλλά και από την Εκκλησία, πρέσβευε (Αντώνιος, Παχώμιος κ.ά.) ότι η ιερωσύνη είναι ασυμβίβαστη με τη μοναχική τάξη («The Formative Period-Cathedral and Monastic Offices», σελ. 404).
[xvii] Για το θέμα αυτό βλ. πιο κάτω.
[xviii] Βλ. περισσότερα στο βιβλίο μου Lex orandi.
[xix] Περισσότερα για θέμα αυτό στη ,μελέτη μου «Ο ιερός Αυγουστίνος ως ερμηνευτής του αποστόλου Παύλου και το πρόβλημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας», Θεολογία 82 τ.3 (2010), 129-158, σελ. 53εξ.
[xx] Αν και η Ορθόδοξη ανατολική παράδοση, αν όχι στο σύνολο τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος της, διαφοροποιείται από τις απόψεις του ι. Αυγουστίνου ως προς τις συνέπειες της παρακοής των πρωτοπλάστων και την κληρονομική μεταβίβαση του προπατορικού αμαρτήματος στον άνθρωπο, στην ουσία η ανθρώπινη σεξουαλικότητα τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση παρέμεινε σταθερά ενταγμένη στην «μετα-πτωτική (post-lapsarian), πλην όμως «προ-απολυτρωτική» (παλαιοδιαθηκική;) θεώρηση της θείας οικονομίας. Κατά τη γνώμη μας, μια συνεπής προς την βιβλική θεολογία χριστιανική ανθρωπολογία, αλλά και προς την μεταγενέστερη περί θεώσεως Ορθόδοξη πατερική διδασκαλία, δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην αναγνώριση της «μετα-πτωτικής» μεν, πλην όμως «μετα-απολυτρωτικής» θεώρησης του ανθρώπου, κατά την οποία το ανθρώπινο σώμα διατηρώντας δυνάμει τα αγαθά της «καλής λίαν» δημιουργίας (συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικότητας, αφού «ὁ Θεὸς…κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν [τὸν ἄνθρωπον], ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε», Γεν 1,27-28), έχοντας «συναποθάνει» και «συνταφεί» δια του ιερού Βαπτίσματος με το σώμα του Χριστού (Ρωμ 6), έκτοτε μετέχει δια της Θείας Ευχαριστίας στο σώμα του αναστημένου Χριστού προγευόμενο τη δόξα των εσχάτων. Η Ορθόδοξη καθηγήτρια Valerie Karras έχει πρόσφατα αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα θεωρία υπογραμμίζοντας τις ασυνέπειες της χριστιανικής ανθρωπολογίας και τις επιπτώσεις της στην παγιωμένη πλέον αντιμετώπιση της γυναίκας στην Ορθόδοξη λατρευτική πράξη (“Orthodox Theologies of Women and Ordained Ministry,” A. Papanikolaou – E. Prodromou (eds.), Thinking through Faith: New Perspectives from Orthodox Christian Scholars, SVS Press: Crestwood 2008, 113-158).
[xxi] Μ.Ι.Γεδεών,Κανονικαί Διατάξεις, Κωνσταντινούπολη 1888, τ. 1, σελ. 106. Βλ. και Ι. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 20073, σελ. 54.
[xxii] Βλ. επίσης D. Staniloae, “La Lecture de la Bible dans l’Eglise Orthodoxe,” Contacts 30 No 104 (1978), σελ. 349-353.
[xxiii] Βλ. το έργο μου Lex Orandi, κεφ. 10.
[xxiv] Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης υποστηρίζει ότι ο ιερός Χρυσόστομος, αναλύοντας τον όρο «συλλαβή» (από το ρήμα συλλαμβάνω), υποστήριζε πως υποδηλώνεται η νοητική σύλληψη από το νου του ανθρώπου, και επομένως με την ανάγνωση των βιβλικών κειμένων περιορίζεται η κατανόηση του λόγου του Θεού από τις ανθρώπινες μόνον δυνάμεις. Ο λόγος όμως του Θεού είναι αδύνατο να συλληφθεί, αφού είναι υπέρτερος του ανθρώπινου νου. Αντίθετα, αυτός είναι που μας «συλλαμβάνει». Και ο Χρυσόστομος συνεχίζει, πως με την ψαλμωδία ο λόγος του Θεού «ανοίγεται», η «συλλαβή» ανοίγεται και έτσι ο λόγος του Θεού μας συλλαμβάνει και όχι εμείς αυτήν. (J. Zizioulas, Comments on Western Ecclesiology, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεδσσαλονίκη 1986, μελέτη που δυστυχώς είναι ακόμη ανέκδοτη τύποις στα ελληνικά, που όμως είναι προσβάσιμη στο διαδίκτυο στα αγγλικά http://www.oodegr.com/english/dogmatiki1/F3c.html). Και αυτό μας θυμίζει το “γνόντες θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ θεοῦ” του αποστόλου Παύλου (Γαλ 4:9). Το προαναφερθέν χρυσοστομικό σχόλιο δεν έχει εντοπισθεί ούτε στις αυθεντικές εργασίες του ούτε σε οποιοδήποτε άλλο γνωστό πατερικό εργο. Εντούτοις το επιχείρημα είναι σαφές, τουλάχιστον με βάση την βιβλική και βυζαντινή λειτουργική παράδοση.
[xxv] Στο ίδιο.

Related Posts with Thumbnails