Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σαν σήμερα, 18 Ιανουαρίου, γεννήθηκε πριν 111 χρόνια και πέθανε, πριν 42 χρόνια, ο Βασίλης Τσιτσάνης. 
Για το φαινόμενο Τσιτσάνης έχουν γραφτεί πολλά. Εμείς εδώ εστιάζουμε στην σχέση του Μάνου Χατζιδάκι με τον Τσιτσάνη, κρατάει από παλιά και είναι πολύ στενή.
Ίσως ο Χατζιδάκις είναι ο μόνος έλληνας συνθέτης της λεγόμενης "έντεχνης" μουσικής, που έκανε τον Τσιτσάνη τόσο δικό του, σε διαφορετικά έργα του και σε διαφορετικές συνθετικές περιόδους. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Χατζιδάκις δίνει στο Θέατρο Τέχνης την περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο. Σ' αυτήν αναφέρεται εκτενώς σε τραγούδια του Τσιτσάνη. Ας τον ακούσουμε: 
"Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι. 
Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος". 


Ο Χατζιδάκις εδώ αναφέρεται σε δύο προπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη για να αποδώσει την ένταση του ρεμπέτικου που τότε τον σημάδεψε ανεξίτηλα: "Θα πάω εκεί στην Αραπιά" [Η μάγισσα της Αραπιάς], ένα χασάπικο που ο Τσιτσάνης ηχογράφησε το 1939, και "Αρχόντισσα", ένα χασάπικο αργό, μία από τις ωραιότερες λαϊκές καντάδες που γράφτηκαν ποτέ, που ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο, το 1938, σε δίσκο Columbia, ο Στράτος Παγιουμτζής. 
Το "Θα πάω εκεί στην Αραπιά" ο Χατζιδάκις το ενέταξε αργότερα (1972) στο έργο του "Ο σκληρός Απρίλης του '45", που είναι διασκευή λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (για μικρή ορχήστρα με μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά)1
Την "Αρχόντισσα" ο Χατζιδάκις την ενέταξε στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές" (1949-50), δηλ. λίγο μετά την διάλεξή του για το ρεμπέτικο, στην οποία είπε γι' αυτό το τραγούδι: 
"Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς". 
Και συνεχίζοντας ο Χατζιδάκις αναφέρεται σ' ένα θρυλικό τραγούδι του Καλδάρα: 
"Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι - το σκοτάδι είναι βαθύ - κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε»2. Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή". 
Ο Χατζιδάκις μας λέει ότι ο Τσιτσάνης τραγουδούσε το "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι" του Καλδάρα (θα μπορούσε να 'ναι και δικό του!), το οποίο επίσης συμπεριέλαβε στις "Εξι λαϊκές ζωγραφιές" για πιάνο.


Στην ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο ο Χατζιδάκις είχε φέρει τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου για να παίξουν ζωντανά. Ανάμεσα στα τραγούδια ήταν και το "Μπαξέ τσιφλίκι" του Τσιτσάνη, το οποίο επίσης υπάρχει στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές", όπως και η "Συννεφιασμένη Κυριακή" που σημαίνει ότι από τις έξι οι τρεις είναι Τσιτσάνης! Να θυμίσουμε ότι οι "Εξι λαϊκές ζωγραφιές" ανέβηκαν ως μπαλέτο από το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου και έμειναν πραγματικά στην ιστορία του χορού της μεταπολεμικής Ελλάδας. 
Στα 1955-56 έχουμε μια συνάντηση κορυφής, θα λέγαμε, αφού ο Χατζιδάκις φώναξε τον Βασίλη Τσιτσάνη να παίξει μπουζούκι σε δύο αριστουργήματα του Ελληνικού κινηματογράφου, όπου ο Χατζιδάκις έγραψε τη μουσική: τη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη (1955) και τον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου (1956). Από τη Στέλλα έχουμε ένα διαμάντι: τη Φαντασία για μπουζούκι και πιάνο, με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι και τον Χατζιδάκι στο πιάνο. Η σχετική ανέκδοτη ηχογράφηση, την οποία παραθέτουμε εδώ, περιλαμβάνεται για πρώτη φορά στον δίσκο Ο Ελληνικός κινηματογράφος και ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάζουν (1985).


Στον Δράκο του Κούνδουρου έχουμε μία από τις ωραιότερες σκηνές που έχω δει ποτέ σε ελληνική ταινία, όταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος προσπαθεί να ακολουθήσει τα βήματα αυτού του ζεϊμπέκικου του Χατζιδάκι, που παραθέτουμε εδώ, και το οποίο ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει σε δίσκο. Ο ρυθμός είναι βαρύς, όπως και η μοίρα του πρωταγωνιστή... Το τραγούδι Ο ήλιος έσβησε, με την συγκλονιστική Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, περιέχει κι αυτό το ζεϊμπέκικο με τον Τσιτσάνη στο μπουζούκι και τη μουσική του Χατζιδάκι να σκίζει τον αέρα!

 

Αργότερα, το 1961, ο Χατζιδάκις παρουσιάζει τις Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, για μικρή ορχήστρα. Πρόκειται για επιλεγμένα ρεμπέτικα τραγούδια, ενορχηστρωμένα μ' ένα τρόπο που να εκφράζουν την τραγική ατμόσφαιρα του 1945. Εκεί ο Χατζιδάκις ανθολογεί από τον Τσιτσάνη τα τραγούδια: "Μπαξέ τσιφλίκι" (που το 'χει και στις "Έξι λαϊκές ζωγραφιές") - εδώ με τον τίτλο: "Περίπατος"-, "Χωρίσαμε ένα δειλινό" (που το ξαναβρίσκουμε στα "Λειτουργικά" για φωνή και πιάνο), "Πάλιωσε το σακάκι μου", με τον τίτλο "Ο παλιός δρόμος" και "Όταν συμβεί στα πέριξ", με τον τίτλο "Όταν ανάψουν οι φωτιές". Αυτό το τελευταίο το ξανασυναντάμε αργότερα στον δίσκο του Χατζιδάκι "Τα πέριξ".
Στον δίσκο Ο σκληρός Απρίλης του '45 - είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο Χατζιδάκις συνδέει τα ρεμπέτικα που επιλέγει και επεξεργάζεται ορχηστρικά με την απελευθέρωση - υπάρχουν τα τραγούδια του Τσιτσάνη: "Θα πάω εκεί στην Αραπιά", στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Μάγκας βγήκε για σεργιάνι (Β. Τσιτσάνη - Απ. Καλδάρα) και "Το πικραμένο αγόρι" (Β. Τσιτσάνη - Πρόδρομου Τσαουσάκη), που το ξαναβρίσκουμε στα "Πέριξ".
Ο δίσκος Τα Πέριξ (1974) περιλαμβάνει ρεμπέτικα σε διασκευή και ενορχήστρωση του Χατζιδάκι με την πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, τραγουδίστρια Βούλα Σαββίδη. Και εδώ ο Τσιτσάνης έχει την τιμητική του θέση. Κατ' αρχήν με το εμβληματικό τραγούδι "Όταν συμβεί στα πέριξ", που δανείζει και τον τίτλο στον δίσκο. Στη συνέχεια έχουμε τα εξής τραγούδια του Τσιτσάνη:"Ο μαχαλόμαγκας", "Το πικραμένο αγόρι" και το "Σε πήραν απ' τα χέρια μου" (Β. Τσιτσάνη - Γιάννη Κυριαζή).
Στα Λειτουργικά, τέλος, η ιέρεια Φλέρυ Νταντωνάκη, τραγουδάει μοναδικά το "Αντιλαλούνε τα βουνά" και το "Χωρίσαμε ένα δειλινό".

   

Πολλά ακόμα θα μπορούσαν να γραφούν γι' αυτή τη μακροχρόνια σχέση Χατζιδάκι - Τσιτσάνη.
Αρκούμαι σ' αυτά, επί του παρόντος, ελπίζοντας ότι σας έδωσα αρκετή τροφή για ακρόαση και μέθεξη. Το σίγουρο είναι πως τόσο τα τραγούδια του Τσιτσάνη, όσο και οι διασκευές του Χατζιδάκι σ'αυτά, παραμένουν ακριβή και άφθαρτη μουσική για όσους αντιστέκονται στην αθλιότητα των καιρών και έχουν αλήθεια μέσα τους.
Σημειώσεις:
1. Το τραγούδι αυτό του Τσιτσάνη ενέπνευσε και τον μεγάλο Νίκο Σκαλκώτα, ο οποίος χρησιμοποίησε το θέμα του στο β' μέρος του κοντσέρτου του για δύο βιολιά. Βλ. σχετικά ΕΔΩ
2. Το τραγούδι του Παπαϊωάννου "Άνοιξε, γιατί δεν αντέχω" το διασκεύασε ο Χατζιδάκις για φωνή και πιάνο και το έπαιξε ο ίδιος με την εξαίσια Φλέρυ Νταντωνάκη για τραγωδό, στα "Λειτουργικά" (1991). Αν λάβουμε υπ' όψιν ότι τα περισσότερα από τα κομμάτια αυτού του δίσκου ήταν πρόβες του συνθέτη με τη Φλέρυ στη Ν. Υόρκη του 1970, αντιλαμβανόμαστε πως το ρεμπέτικο ...κυνηγούσε τον Χατζιδάκι στην Αμερική!


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Το νεο-Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου μάλλον δεν χρειαζόταν


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Γράφοντας προ ετών για τον Επιτάφιο του Μ. Θεοδωράκη και τις ποικίλες εκτελέσεις του, είχα αναφερθεί και στην κατά Σταύρο Ξαρχάκο ερμηνεία, με την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ηχογράφηση από το Ηρώδειο, 2-10-2000). Μια ερμηνευτική πρόταση που προσωπικά δεν με αγγίζει, παρ' ότι χαρακτηρίστηκε ως "ρέκβιεμ". Την θεωρώ βερμπαλιστική, χωρίς να παραθεωρώ την εξαιρετική Μαρία Σουλτάτου ως ερμηνεύτρια. 
Ο αναμφισβήτητα σημαντικός Σταύρος Ξαρχάκος στις δουλειές που κάνει με λαϊκές ορχήστρες, έχει μια ροπή προς την υπερβολή. Από το αφιέρωμα του στον Τσιτσάνη, για παράδειγμα, μέχρι το …νέο Ρεμπέτικο από τον ίδιο. Οι ενορχηστρώσεις του είναι έως και εξεζητημένες και η εκτέλεση πολλές φορές μοιάζει επιτηδευμένα παθιασμένη. Σα να …εκβιάζεται το πάθος. 
Πρόσφατα αναρτήθηκε στο διαδίκτυο η νέα εκδοχή του περίφημου Ρεμπέτικου σε μουσική Ξαρχάκου και στίχους Νίκου Γκάτσου. Μια θρυλική μουσική, για μια ταινία – σταθμό του Κώστα Φέρρη. Η νέα εκδοχή του Ρεμπέτικου έρχεται 40 χρόνια μετά από την πρώτη παρουσίαση – δίσκο του 1983. 


Σε σχετικό δελτίο τύπου διαβάζουμε: «Ο Σταύρος Ξαρχάκος παρουσιάζει το θρυλικό «Ρεμπέτικο», το σπουδαίο έργο που αγαπήθηκε, τραγουδιέται και συνεχίζει να περνάει από γενιά σε γενιά, 40 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, μέσα από ένα live album που ηχογραφήθηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Στο album «Ρεμπέτικο (40 Χρόνια Μετά) Live», που κυκλοφορεί από την Panik Oxygen στα ψηφιακά καταστήματα μουσικής καθώς και σε φυσικό προϊόν, αποτυπώνονται οι τρεις ιστορικές sold out βραδιές όπου το Ωδείο Ηρώδου Αττικού μεταμορφώθηκε σε πάλκο και πάνω από 10.000 θεατές συγκινήθηκαν και συγκλονίστηκαν με το «Ρεμπέτικο», σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και στίχους του Νίκου Γκάτσου, από την ομώνυμη ταινία του Κώστα Φέρρη. Ο Σταύρος Ξαρχάκος με τη «ρεμπέτικη κομπανία» του (20 μουσικούς, τραγουδιστές και ψάλτες) μεταφέρουν τη συγκίνηση, τον διονυσιασμό, το φως και τα γοητευτικά σκοτάδια των ορχηστρικών και των τραγουδιών του εμβληματικού δίσκου. Όλοι μαζί παίζουν και τραγουδούν, δημιουργώντας μια ρεμπέτικη λειτουργία που καθηλώνει. Ο ίδιος ο Σταύρος Ξαρχάκος ερμηνεύει το «Πρακτορείο», ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια ερμηνεύουν η Ηρώ Σαΐα και ο Ζαχαρίας Καρούνης». 
Ο ίδιος ο Ξαρχάκος δήλωσε γι’ αυτή τη νέα προσέγγιση στο έργο: «Φυσικά χαίρομαι ιδιαίτερα που η μουσική αυτή μπήκε στη ζωή και στις καρδιές του κόσμου, που αγαπήθηκε και που 40-41 χρόνια μετά έχω τη χαρά να την παρουσιάζω για πρώτη φορά ολόκληρη, με τα ορχηστρικά και τα τραγούδια της, δίνοντάς της όμως έναν ήχο ακόμα πιο βυζαντινό και ενορχηστρώνοντας διαφορετικά, με τη σημερινή μου ματιά». 
Ακούγοντας προσεκτικά αυτή τη διασκευή του …εαυτού του, θα λέγαμε, διαπιστώνω πως ο Σταύρος Ξαρχάκος φόρτωσε το έργο του τόσο ώστε να μας θυμίζει την περίφημη ρήση του Σεφέρη: 
«Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει 
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της». 
Σε κάποια σημεία το θρυλικό «Ρεμπέτικο» είναι, δυστυχώς, παρα – μορφωμένο, έχοντας χάσει την αυθεντικότητά του και τον οίστρο που απολαμβάνουμε στην πρώτη εκτέλεση. 
Κατανοώ τον Ξαρχάκο που θέλει «έναν ήχο ακόμα πιο βυζαντινό», αλλά αυτό το πέτυχε στον απόλυτο βαθμό με τον Νίκο Δημητράτο. Η νέα εκδοχή δεν μας πείθει. Μπορεί να είναι …διεγερτική, αλλά δεν είναι αληθινά παθητική, δηλαδή δεν συμβάλλει στον μετεωρισμό νου και καρδιάς. 
Ακόμα και το «Πρακτορείο» που ερμηνεύει και πάλι ο ίδιος ο συνθέτης, ακούγεται με φωνή ασθμαίνουσα και όχι «βασιλεύουσα», όπως στην πρώτη εκτέλεση. 
Ο αξεπέραστος στίχος του Νίκου Γκάτσου μερικές φορές μοιάζει σαν …περιτύλιγμα μιας πλουμιστής ενορχήστρωσης, όταν στην πρώτη ηχογράφηση κυριολεκτικά «σαρκωνόταν» από τη μουσική. 
Ο Σταύρος Ξαρχάκος αφιέρωσε τη διασκευή του αυτή στους πρώτους διδάξαντες. Πολύ σωστά! Γιατί εκείνοι, προφανώς και σε μια «θεϊκή» συγκυρία, διακόνησαν πιστά και μοναδικά την ρεμπέτικη λειτουργία. Η νέα εκδοχή του Ρεμπέτικου ήταν μάλλον …αχρείαστη.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2024

Ο ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ’ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται - λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ’ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου - κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία - του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι. 


Αυτά έλεγε, μεταξύ άλλων, ο Μάνος Χατζιδάκις στην περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης στις 31 Ιανουαρίου 1949. Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (19 Σεπτεμβρίου 1949). Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για δύο βιολιά και ορχήστρα, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο «Θα πάω εκεί στην Αραπιά» του Βασίλη Τσιτσάνη. 
Στα Δεκεμβριανά του ’44, όπως μας πληροφορεί ο μουσικολόγος και μελετητής του Σκαλκώτα Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, "ενόσω οι σφαίρες περνούσαν πάνω από το κεφάλι του, ο Νίκος Σκαλκώτας συνέθετε ήρεμα το Κοντσέρτο για 2 βιολιά στην αυλή του σπιτιού του στο Μεταξουργείο". 
Ο Χατζιδάκις προφανώς αγνοούσε το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε. Ούτε φυσικά κι ο έγκριτος μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος σε κείμενό του στην Καθημερινή (8.2.1949) μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου «με την αιώνια, μεγάλη τέχνη». 
Ο Χατζιδάκις δεν δίστασε να πει ότι η μελωδική γραμμή του τραγουδιού «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη «αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ»! Ο Δούνιας εξανίσταται: «Δεν βλέπω γέφυρα να συνδέει τον Μπαχ με τα μπουζούκια». 
Έξι δεκαετίες μετά τη μαγική εκείνη εποχή ο μουσικολόγος Κωστής Δεμερτζής σημειώνει για το Κοντσέρτο για δύο βιολιά του Σκαλκώτα - το έργο που αναπτύσσει ρεμπέτικο θέμα: «Όσον αφορά την γραφή των σολιστικών μερών στο Κοντσέρτο αυτό, η απώτερη καταγωγή της εντοπίζεται στον Μπαχ»!
Ο Χατζιδάκις είχε δίκιο. Ρεμπέτικο, Μπαχ, Σκαλκώτας, σε μιαν απίστευτη συνύπαρξη, την οποία μπορούμε πια να απολαύσουμε στην κυριολεξία, χάρη στον σημαντικότατο ψηφιακό δίσκο με έργα Σκαλκώτα που κυκλοφόρησε το 2008 από την πολυεθνική σουηδική εταιρεία BIS. 


Το πρώτο έργο, το Κοντσέρτο για δύο βιολιά - παγκόσμια πρώτη ηχογράφηση-, είναι σε ενορχήστρωση Κωστή Δεμερτζή, απολύτως ειδικού στη σκαλκωτική ενορχήστρωση. Παίζουν: β΄ βιολί ο Γιώργος Δεμερτζής και ο Σίμος Παπάνας α΄ βιολί. Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, υπό τον μαέστρο Βασίλη Χριστόπουλο. 
Σημειώνει ο Κωστής Δεμερτζής για το συγκεκριμένο έργο: 
"Η ιστορική µοναδικότητα του Κοντσέρτου για 2 βιολιά του Σκαλκώτα, οφείλεται στο ότι είναι το πρώτο έργο Νεοελληνικής κλασικής µουσικής, που χρησιµοποιεί το ρεµπέτικο τραγούδι, αφού, στο 2ο µέρος του, ακούγεται το «Θα πάω κει στην Αραπιά», του Βασίλη Τσιτσάνη. Την εποχή εκείνη, η ρεµπέτικη µουσική (µουσικό είδος που καλλιεργήθηκε πρώτα στο περιθώριο της κοινωνίας, ανάλογα µε την Αµερικάνικη τζαζ) θεωρείτο κατώτερο και, τρόπον τινά, «βλάσφηµο» είδος. Η χρησιµοποίηση του θέµατος του Τσιτσάνη από τον Σκαλκώτα οφείλεται, πρώτα-πρώτα, στο ευρύ και ρηξικέλευθο πνεύµα του συνθέτη, ο οποίος, στο κάτω-κάτω, αν και έγραφε «κλασική» µουσική, είχε µείνει εξίσου περιθωριοποιηµένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Οφείλεται, ακόµα, στην οικειότητα του Σκαλκώτα µε την διασκεδαστική µουσική, αφού ο ίδιος έβγαζε το ψωµί του, στην Γερµανία αλλά και —υποψιαζόµαστε— και στην Ελλάδα, σαν διασκεδαστής, entertainer. Οφείλεται, βέβαια, στο ότι το θέµα του Τσιτσάνη είναι εξαιρετικό από µουσική άποψη. Οφείλεται, επίσης, στην «αναγκαιότητα» που δηµιούργησε η εξέλιξη των ιδεών του Σκαλκώτα για την «λαϊκή» µουσική, στην οποία στήριξε την µουσική δηµιουργία του, ιδίως από το 1944 και µέχρι το τέλος της ζωής του. 
Στο παραπάνω πλαίσιο, ο Σκαλκώτας εισάγει την ρεµπέτικη µουσική στην Ελληνική συµφωνική δηµιουργία µε ένα έργο πρώτης κλάσεως. Η ιστορική στιγµή που συµβαίνει αυτό κάθε άλλο παρά είναι τυχαία: τον επόµενο χρόνο, ένας άλλος Έλληνας συνθέτης µε καινοτόµες τάσεις, ο Γιάννης Α. Παπαϊωάννου, θα χρησιµοποιήσει σε δικό του συµφωνικό έργο, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, ένα ζεϊµπέκικο, που θα του έχει τραγουδήσει και χορέψει ο ίδιος ο Μυριβήλης. Τέσσερα χρόνια µετά, ο Μάνος Χατζιδάκις, µε την γνωστή διάλεξη για το ρεµπέτικο, θα καλύψει ιδεολογικά το συγκεκριµένο µουσικό είδος. Από την δεκαετία του ’50 και µετά, το ρεµπέτικο θα αποτελέσει την πρώτη ύλη της µουσικής επανάστασης των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι, η οποία θα δώσει το αποφασιστικό χτύπηµα στις προηγούµενες απόπειρες δηµιουργίας «Εθνικής Σχολής», αφού θα έχει υποκατασταθεί, µε ένα πρωτόγνωρο σφρίγος, στους σκοπούς εκείνης". 


"Ο Σκαλκώτας", σημειώνει ο Κωστής Δεμερτζής, "χρησιµοποιώντας µια ρεµπέτικη µελωδία, στηρίζει το νέο του έργο στο τραγούδι της πόλης. Στην ουσία, το «λαϊκό» στον Σκαλκώτα, την εποχή αυτή, αποβάλλει τον αγροτικό του χαρακτήρα, και γίνεται υπόθεση του άστεως, εκεί όπου έχουν συγκεντρωθεί και δρουν οι «µάζες του λαού». Στο δεύτερο µέρος του κοντσέρτου, ο Σκαλκώτας χρησιµοποιεί τη µελωδία του Τσιτσάνη ως «λαϊκό τραγούδι», το οποίο εκθέτει, συµπληρωµένο από µορφολογική άποψη (η αυθεντική µελωδία του Τσιτσάνη είναι πολύ πιο απλή και λιγότερο χρωµατική από το θέµα που ακούγεται στο έργο), και στη συνέχεια στήνει πάνω του µια σειρά ονειρικές και εξώκοσµες παραλλαγές. Το µέρος αυτό συγκεντρώνει το συναισθηµατικό κέντρο βάρους του κοντσέρτου, και είναι µια από τις πιο όµορφες µουσικές που έχει γράψει ο συνθέτης". 
Ο Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, στον οποίο οφείλουμε τα μέγιστα γύρω από τον Σκαλκώτα, γράφει πως ο συνθέτης "με το αλάθητο αυτί του, συνέλαβε το θέμα του Τσιτσάνη σε μια από τις πλουσιότερες, μελωδικά, παραλλαγές του: τα πολλά τολμηρά ποικίλματα καθιστούν τη μελωδία «ενδεκάφθογγη» (μόνον μια νότα λείπει για να ήταν δωδεκάφθογγη) κι έτσι η ένταξή της σ’ έναν δωδεκαφθογγικό ιστό είναι απλή υπόθεση. Στο «θέμα», η δωδεκαφθογγική εναρμόνιση της μελωδίας είναι απίθανης ομορφιάς. Οι παραλλαγές που ακολουθούν μας πάνε ακόμη πολύ πιο πέρα". 
Την «Αραπιά», λοιπόν, ενέταξε ο Χατζιδάκις στον Σκληρό Απρίλη του ’45 (1972), δηλαδή στον δίσκο εκείνο που περιλαμβάνει μια σειρά από παλιά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, σε δική του ενορχήστρωση και διασκευή για μικρή ορχήστρα: μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά. 


Όμως, εκτός από αυτήν την ορχηστρική εκδοχή του τραγουδιού, έχουμε και μία άλλη, ανέκδοτη, για φωνή και πιάνο. Μια ηχογράφηση του 1970 από το σπίτι του Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη. Τότε που δοκίμαζε ρεμπέτικα και άλλα δικά του τραγούδια με τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Κι αυτές οι δοκιμές αποτέλεσαν αργότερα τα Λειτουργικά (1991), όπου όμως δεν συμπεριλήφθηκε η «Αραπιά», για λόγους που μόνο ο Χατζιδάκις γνωρίζει. Ευτυχώς, έχει διασωθεί σε ιδιωτικό αρχείο με τη φωνή της Φλέρυς και έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο. 
Ένα χρόνο μετά την περίφημη διάλεξη του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο και μόλις 7 μήνες από τον θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα, στην εφημερίδα ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, που εξέδιδε ο Αθανάσιος Τσαλδάρης, ο 25χρονος Χατζιδάκις, ως μουσικοκριτικός, προβαίνει σε μια κριτική συναυλίας με έργα Σκαλκώτα. Τα κείμενα του μουσικοκριτικού Μάνου Χατζιδάκι έφερε στο φως πρόσφατα ο δημοσιογράφος και ερευνητής Γιώργος Αλλαμανής. 


Έτσι, στο φύλλο της Μ. Τρίτης 4 Απριλίου 1950 διαβάζουμε για την παρουσίαση άγνωστων τότε έργων μουσικής δωματίου του Νίκου Σκαλκώτα: 
«Ο Νικόλαος Σκαλκώτας είχε γίνει ένας θρύλος και η συχνή εκτέλεση μόνο τριών ή τεσσάρων χορών του από την [σ.σ.: Κρατική] ορχήστρα με τον δικαιολογημένο ενθουσιασμό που σκορπούσαν οι σελίδες του αυτές, και σύγχρονα η καταθλιπτική σεμνότητα που διέκρινε τον μουσουργό, και η κυκλοφορούσα διάδοση για ένα πλήθος πρωτότυπης εργασίας άπαιχτης και ανέκδοτης, όλα μαζί δημιούργησαν τη φήμη ή καλύτερα την πεποίθηση ότι ο Σκαλκώτας είναι η πραγματικά μεγάλη μουσική φυσιογνωμία του τόπου μας. Ο πρόωρος θάνατός του μάς λύπησε αφάνταστα και η πριν από δύο εβδομάδες αναγγελία της συναυλίας με έργα του μουσικής δωματίου, μας έκαμε να μετράμε τις μέρες – που λέει ο λόγος – ίσαμε την προχθεσινή Παρασκευή που είχεν οριστεί γι’ αυτή την συναυλία. 
Ύστερα το γεγονός ότι θα ακούγαμε μουσική δωματίου του Σκαλκώτα είχε ενδιαφέρον και για τον λόγο ακριβώς ότι ο Σκαλκώτας, όπως είναι γνωστό, ήταν μαθητής του Σένμπεργκ, που η σχολή του ξεκινούσε με βάση την μουσική δωματίου, και είναι φυσικό λοιπόν να αναμένονταν ειλκρινά σημαντικότερες επιτεύξεις του στον τομέα αυτής της μουσικής. 
Αυτό όμως π’ ακούσαμε στον ‘‘Παρνασσό’’, μας έβαλε σ’ ένα πλήθος σκέψεις και σύγχρονα μας ετέθη το ερώτημα: Ημασταν σε μία πλάνη, για μπήκαμε στην πλάνη αυτή με τη συναυλία αυτή; 

Φωτογραφία Nelly's

Αλλά όμως η Κα Μαρίκα Χουρμουζίου έπαιξε τη Σουίτα του αρ.4 για πιάνο κατά τον ιδεωδέστερο τρόπο, με μίαν θαυμαστή – για το είδος γραψίματος του έργου – αναγλυφικότητα, έτσι ώστε να βγουν όλες, χωρίς εξαίρεση, οι τυχόν αρετές του έργου. Και δεν είδαμε παρά πυκνοδιατυπωμένες, αλλά ασαφείς και αδιάφορες μάλλον ιδέες με λαμπυρίζοντα στοιχεία σε μερικές στιγμές κατά τον πιο γνωστό μεσοπολεμικό ευρωπαϊκό τρόπο. Ύστερα η Κα Λουκία Χέβα ετραγούδησεν- όσο βέβαια της επέτρεπεν η μελοδραματική της προέλευση – αλλά με πολύ πλούσια και μεστή φωνή, πάρα πολύ καλά, τέσσερα τραγούδια που αναρωτιόταν κανείς τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκαν κι ακόμη τι θέλανε να πούνε οι ανολοκλήρωτες αυτές τραγουδιστικές διαθέσεις του συνθέτη. 
Εξαίρεση θα μπορούσε να κάμει κανείς για το ρουμελιώτικο «ενύχτωσε ποιόνε θα δω…», αλλά ποια ήταν η μελωδική συμβολή εδώ του συνθέτη, εκτός από την πολύ ωραία εναρμόνισή του; 


Ακόμη ήταν και ο κ. Ιωάννης Παπαϊωάννου, που σαν πιανίστας στάθηκε μια έκπληξη για όσους δεν τον ξεύρανε, ένας σπάνιος μουσικός που το πιάνο ηχούσε κάτω απ’ τα χέρια του με συγκλονιστική βαθύτητα και οι σελίδες που ερμήνευε παίρνανε χαρακτήρα, χτιζόντουσαν ξανά – λες – με τον πιο μοναδικό τρόπο. 


Και ο κ. Παπαϊωάννου κράτησε στο πιάνο και τις συνοδείες και τη μουσική δωματίου με τον αφάνταστα μεγαλοφυή τρόπο. Τι μάς έδωσεν όμως; 
Δεν νομίζω πως στα πλαίσια ενός σημειώματος μπορεί κανείς να εξετάσει ένα τόσο σοβαρό θέμα. Γι’ αυτό θα μου επιτραπεί να επανέλθω την Κυριακή αποκλειστικά και μόνο στα προβλήματα και στα ερωτήματα που δημιούργησεν η συναυλία αυτή. 
Πριν τελειώσουμε σήμερα θα μας επιτραπεί να σημειώσουμε πόσον κακή εντύπωση δημιούργησε η ερασιτεχνικώτατη εμφάνιση της Κας Νέλλης Ευελπίδη, και μάλιστα έχοντας πλάι καλλιτέχνας της ολκής του Παπαϊωάννου ή της Μαρίκας Χουρμουζίου». 


Δεν ξέρω αν όταν τα έγραφε αυτά ο Χατζιδάκις …υποπτευόταν ότι 14 χρόνια μετά, στα 1964, η Μαρίκα Παπαϊωάννου θα ηχογραφούσε και θα κυκλοφορούσε σε δίσκο έργα Σκαλκώτα και Χατζιδάκι! Την Σουίτα Αρ. 4 – αυτήν ακριβώς για την οποία έγραψε ο Χατζιδάκις - και την Πασακάλια του Σκαλκώτα και τη Μικρή Λευκή Αχιβάδα του Χατζιδάκι. Και πρόκειται για μια πραγματικά ιστορική ηχογράφηση. 
Στα 1983 η Δανάη Καρά παίζει στο πιάνο Έλληνες Συνθέτες: Καλομοίρης/Σκαλκώτας/Χατζιδάκις/Θεοδωράκης». 


Το 1985 κυκλοφορούν δύο δίσκοι που μας ενδιαφέρουν εδώ και προέρχονται από τον ΣΕΙΡΙΟ, την δισκογραφική εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι. 
Ο Γιάννης Βακαρέλης παίζει στο πιάνο Σκαλκώτα, Χατζιδάκι και Κωνσταντινίδη. 
Στον άλλο δίσκο ο Γιώργος Δεμερτζής και η Δόμνα Ευνουχίδου, ερμηνεύουν δύο Σονάτες για βιολί και πιάνο των Σκαλκώτα - Ραβέλ και μία Σουϊτα του Κωνσταντινίδη. 


Πραγματικά πολύ ξεχωριστή η συνύπαρξη Σκαλκώτα – Χατζιδάκι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. 
Στις 24 Ιουνίου 1993, η Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, παρουσιάζει, εδώ στο Μέγαρο Μουσικής, σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση το λαϊκό μπαλέτο του Νίκου Σκαλκώτα «Η θάλασσα» και δέκα ελληνικούς χορούς. Ο Χατζιδάκις εκείνο τον καιρό είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά η Ορχήστρα που εκείνος εμπνεύστηκε και δημιούργησε, συνέχιζε το ξεχωριστό έργο της. 
Το έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας αυτής έφερε την σφραγίδα του ακάματου ερευνητή και αποστόλου του Σκαλκώτα, του μουσικολόγου Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, στον οποίο ο Χατζιδάκις είχε αναφερθεί ευφήμως στο κριτικό του σημείωμα του 1950! 


Το πολύ ενδιαφέρον εδώ είναι οι …υπόγειες διαδρομές Χατζιδάκι – Σκαλκώτα, τις οποίες έχει παρουσιάσει αναλυτικά ο Κωστής Δεμερτζής στο κείμενό του «Η Ορχήστρα των Χρωμάτων του Νίκου Σκαλκώτα». Γράφει χαρακτηριστικά ο Δεμερτζής για την εκτέλεση του «Χαμόγελου της Τζοκόντα» από την Ορχήστρα των Χρωμάτων: «Δύο μαντολίνα, μια κιθάρα, ένα σαξόφωνο, ένα τσέμπαλο, έχουν προστεθεί σε μια μικρή σχετικά συμφωνική ορχήστρα. Μα αυτή είναι η ορχήστρα της «Τεχνικής της ενορχηστρώσεως», δηλαδή της πραγματείας του Σκαλκώτα! Και ο Δεμερτζής σημειώνει, επίσης: «Ο ίδιος ο Σκαλκώτας έγραψε ένα μεγάλο έργο, τόπους – τόπους Χατζιδακικό: τη «Θάλασσα»! Ο σύνδεσμος που ενώνει την Σκαλκωτική πραγματεία του ’39 με το «Χαμόγελο της Τζοκόντα» του ’70 δεν μπορεί παρά να είναι υπόγειος. Εσωτερικός και, γι’ αυτό, βαθύς και σίγουρος. Έβλεπα εξαίφνης μπροστά μου μια σκαλκωτική ορχήστρα»! 
Τη «Θάλασσα» του Σκαλκώτα ηχογράφησε το 2001 η Ορχήστρα των Χρωμάτων, που ίδρυσε ο Μάνος Χατζιδάκις, υπό την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. 


Σκαλκώτα και Χατζιδάκι συναντάμε, ακόμα, στο σχολικό βιβλίο Μουσικής της Α’ Γυμνασίου, όπου συνυπάρχουν λόγω του «Τσάμικου», αλλά και στο θέαμα του Χορού των συντριβανιών στο Ίδρυμα Νιάρχος. Ο Σκαλκώτας με τον Ηπειρώτικο και ο Χατζιδάκις με το κομμάτι «Χορός με τη σκιά μου».


Επομένως, τα κοινά του Χατζιδάκι και του Σκαλκώτα είναι στέρεα και ίστανται διαρκώς ενώπιον μας προς ανακάλυψιν.

Καλειδοσκόπιο του Ιωάννη - Πορφύριου Καποδίστρια. 
Βασίλης Τσιτσάνης, Νίκος Σκαλκώτας, Μάνος Χατζιδάκις, Μάτση Χατζηλαζάρου. 
Με έμπνευση την "Αραπιά" του Τσιτσάνη ο καθένας έγραψε τη δική του. 



Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

Όταν ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Σκαλκώτας «συνάντησαν» την «Αραπιά» του Βασίλη Τσιτσάνη


Με αφορμή την διάλεξή μας με θέμα: "Η Μάγισσα της Αραπιάς του Βασίλη Τσιτσάνη, του Νίκου Σκαλκώτα και του Μάνου Χατζιδάκι" - το σχετικό κείμενο περιλαμβάνεται στο πόνημά μας "Τα Χατζιδακικά" - και εν όψει της εκδήλωσής μας για τον Νίκο Σκαλκώτα στην Μουσική Βιβλιοθήκη στο Μέγαρο Μουσικής, την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024, παραθέτουμε ένα σχετικό βίντεο που επιμελήθηκε ο Χρήστος Ζουλιάτης. 


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

"ΤΑ ΠΕΡΙΞ" ΤΟΥ ΤΣΙΤΣΑΝΗ, ΤΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΛΙΝΑΣ


Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
Το δημοφιλές ζεϊμπέκικο «Όταν συμβεί στα πέριξ» (Της μαστούρας ο σκοπός) έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης, στίχους και μουσική, μέσα στην Κατοχή, τον χειμώνα του 1942 στην Θεσσαλονίκη. Σε δίσκο κυκλοφόρησε από την Columbia το 1946 με τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Στέλιο Κερομύτη.
Ο ίδιος ο Τσιτσάνης διηγείται: 
«Ήταν αργά το βράδυ χειμώνας του ‘42, και καθόμουν μέχρι την ώρα που επιτρεπόταν η κυκλοφορία στο καφενείο ΝΕΟΝ που ήταν απέναντι από τον Λευκό Πύργο. Ξαφνικά μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες από τότε που ήμουν παιδάκι, δικές μου αληθινές που τις έζησα με κοντά παντελονάκια μαθητής τότε στα Τρίκαλα. Το σπίτι μου στα Τρίκαλα ήταν κοντά στις στρατώνες επί της οδού Λαρίσης. Τα απογεύματα στην έξοδο τους οι βαρυποινίτες περνούσαν από μπροστά μου και τους έβλεπα. Γιατί οι στρατώνες ήταν γεμάτες από βαρυποινίτες. Εγώ 16 χρονών παιδάκι δεν είχα ησυχία όλη την ημέρα με το μπουζούκι στα χέρια. Πήγαινα και τους έβλεπα τι έκαναν. Και μου έλεγαν έλα μια μέρα κοντά μας να μας δεις τι έχουμε και τι κάνουμε. Μια μέρα πήγα κοντά εκεί που ήταν μαζεμένοι πίσω από τις στρατώνες που ήταν όλο χωράφια. Και τους είδα όλους μαζεμένους τριγύρω από φωτιές, με λουλάδες και τα τέτοια. Οι εικόνες αυτές σφηνώθηκαν στο μυαλό μου. Αυτές οι εικόνες μου ήρθαν εκείνο το βράδυ στο ΝΕΟΝ. Και γράφω αμέσως τις λέξεις: Όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε, πίνουν οι μάγκες αργιλέ. Φωνάζω τον καταστηματάρχη, τον Ηλία τον Ευδαίμονα, και του λέω τώρα συνέλαβα ένα τραγούδι, ένα δίστιχο και πάω στο σπίτι να το φτιάξω. Αν δεν το φτιάξω δεν θα ησυχάσω. Πάω σπίτι έχοντας αυτές τις λίγες λέξεις μόνο. Και μετά έγραψα και τα υπόλοιπα λόγια …». 


Το τραγούδι αυτό του Τσιτσάνη, όπως και άλλα δικά του της Κατοχής, συγκίνησε τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος το συμπεριέλαβε στον δίσκο του "Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη", που εξέδωσε το 1962 και πρόκειται για μια επιλογή ρεμπέτικων τραγουδιών ενορχηστρωμένα, για μικρή ορχήστρα, από τον Χατζιδάκι, με τρόπο που να εκφράζουν την τραγική ατμόσφαιρα του 1945.
Στα περιεχόμενα του δίσκου του Χατζιδάκι το τραγούδι τιτλοφορείται ως εξής: «Όταν ανάψουν οι φωτιές» (Όταν συμβεί στα πέριξ). Στο σημείωμα το δίσκου έγραψε, μεταξύ άλλων ο Χατζιδάκις:
«…σαν προσευχή, θέλησα να κάμω αυτόν τον δίσκο και νομίζω πως πέτυχα να ξαναζωντανέψω όλο εκείνο το μελωδικό υλικό, που χρόνια τώρα διατηρούσα μέσα μου και συγχρόνως να εκφράσω όλη την εφηβική ευαισθησία ενός Νέου Έλληνα με παράδοση, μαζί με κείνη τη λεπτή κι ανοιξιάτικη θρησκευτική ατμόσφαιρα του Επιταφίου». 


Αλλά το τραγούδι αυτό τιτλοφόρησε, θα λέγαμε, κι έναν άλλο δίσκο του Χατζιδάκι: «Τα πέριξ» με τη Βούλα Σαββίδη (1974), που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά διασκευές του Χατζιδάκι πάνω σε ρεμπέτικα που τον σημάδεψαν, χωρίς τη χρήση μπουζουκιού. Ο δίσκος κλείνει με την Β. Σαββίδη να τραγουδάει το «Όταν συμβεί στα πέριξ». Φέτος συμπληρώνονται ακριβώς 50 χρόνια από τότε.
Και την ίδια χρονιά το τραγούδι αυτό συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο L' Oeillet Rouge όπου η Μελίνα Μερκούρη το τραγουδάει με γαλλικούς στίχους του Serge Lama και τίτλο "la fumee des cigarettes". «Τα πέριξ» γαλλιστί από την Μελίνα κάνουν το γύρο της Ευρώπης την εποχή εκείνη, σε μια ενορχήστρωση που θυμίζει πολύ την ορχηστρική του Χατζιδάκι στις «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη».


Φέτος, που έχουμε και πάλι μνήμη και των τριών (Τσιτσάνης – 40 χρόνια από το θάνατό του και Μελίνα και Μάνος 30 χρόνια από την «αναχώρησή» τους), τους νοσταλγούμε πολύ και δη αυτές τις «ερωτικές» συνυπάρξεις τους.


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

"ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ" ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ ΜΑΡΙΩ (ΒΙΝΤΕΟ)


Η ενορία του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού παρουσιάζει την διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται εργάτες του πνεύματος και της τέχνης. 
Στην 60ή εκπομπή προσκεκλημένη η γνωστή τραγουδίστρια του ρεμπέτικου Μαριώ (Μαρία Κωνσταντινίδου). 
Επιμελείται και παρουσιάζει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος.
Συμμετέχει ο Αντώνης Κουτελιέρης (κιθάρα). 
Η Μαριώ αφηγείται και τραγουδάει σμυρνέϊκα, ρεμπέτικα και τραγούδια γραμμένα ειδικά για εκείνη. 
Κάμερα, τεχνική επεξεργασία: Κατερίνα Δ. Λεονάρδου, Μαργαρίτα Κυρ. Στασινού. 



Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

ΠΑΓΩΝΙΑ


ΠΑΓΩΝΙΑ 
Νίκος Παλουμπιώτης

Ταξίμι ρεμπέτικο το Παλτό του 
Στρώμα Κουβέρτα Πανωφόρι 
Τριλογία φαρμακωμένη 
Στα σανίδια πριν το χάραμα 
Η στερνή Χαροπαλεματιά


Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

"ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ" ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΩ (ΒΙΝΤΕΟ)


Η ενορία του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού παρουσιάζει την διαδικτυακή εκπομπή «Προς Εκκλησιασμόν», όπου φιλοξενούνται εργάτες του πνεύματος και της τέχνης. 
Στην 60ή εκπομπή προσκεκλημένη η γνωστή τραγουδίστρια του ρεμπέτικου Μαριώ (Μαρία Κωνσταντινίδου). 
Επιμελείται και παρουσιάζει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος.
Συμμετέχει ο Αντώνης Κουτελιέρης (κιθάρα). 
Η Μαριώ αφηγείται και τραγουδάει σμυρνέϊκα, ρεμπέτικα και τραγούδια γραμμένα ειδικά για εκείνη. 
Κάμερα, τεχνική επεξεργασία: Κατερίνα Δ. Λεονάρδου, Μαργαρίτα Κυρ. Στασινού. 



Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

"Ο ΣΚΛΗΡΟΣ ΑΠΡΙΛΗΣ ΤΟΥ '45" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας 
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας 
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας 
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές… 
Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ, σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. 
Από τον Έλιοτ εμπνεύστηκε τον τίτλο ο Χατζιδάκις και μας χάρισε τον δίσκο «Ο σκληρός Απρίλης του ‘45». Μια διασκευή λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (πέμπτη εργασία του συνθέτη για το ρεμπέτικο τραγούδι, ενορχηστρωμένα απ΄ τον ίδιο) για μικρή ορχήστρα, με μπουζούκι, δύο κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά. Τα ρεμπέτικα που επέλεξε ο Χατζιδάκις εκφράζουν τις δύσκολες μέρες του εμφυλίου, αλλά και υπαινίσσονται τις αντίστοιχες δύσκολες μέρες που ζούσε ο τόπος μεσ΄ στη δικτατορία. 
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο 1972 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον ΕΟΤ. Με τον παρόντα τίτλο πρωτοκυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1974 και συνολικά έκανε τέσσερις εκδόσεις, με τελευταία αυτή του 2008. 
Περιεχόμενο: «Ο σκληρός Απρίλης του ’45» ήταν η διαφορετική ενορχηστρωτική προσέγγιση του Μάνου Χατζιδάκι σε μια σειρά ρεμπέτικων τραγουδιών, που γράφτηκαν από τον Μιχάλη Σουγιούλ, το Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, τον Ευάγγελο Παπάζογλου, τον Στέλιο Κηρομύτη, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τον Γιώργο Μητσάκη. «Ο καθρέφτης» αποτελεί αυτοσχεδιασμό του Μάνου Χατζιδάκι ειδικά για την παρούσα έκδοση. 
Το εξώφυλλο είναι έργο του Γιάννη Μόραλη, ζωγραφισμένο ειδικά για το δίσκο (1974).


Να σημειώσουμε εδώ ότι δύο από τα τραγούδια του δίσκου, "Τα ματόκλαδά σου λάμπουν" του Μ. Βαμβακάρη και "Η μάγισσα της Αραπιάς" του Β. Τσιτσάνη, απασχόλησαν και μετά τον Μάνο Χατζιδάκι. Στις πρόβες που έκανε στην Αμερική με την Φλέρυ Νταντωνάκη, εκεί γύρω στα 1970, τα ηχογράφησε με την Φλέρυ κι εκείνον στο πιάνο. Το πρώτο συμπεριλήφθηκε στον δίσκο "Τα Λειτουργικά", που εκδόθηκε στα 1991, το δεύτερο έμεινε ανέκδοτο, με την ηχογράφηση να κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. 
Αυτό σημαίνει πως τα ρεμπέτικα που αγάπησε ο Χατζιδάκις τον συνόδευαν πάντοτε κι εκείνος αναζητούσε την ...άλλη ερμηνεία μέσα του. Ως την αφαίρεση: για φωνή και πιάνο, σαν lied. 
Μια σύγχυση επικρατεί γύρω από την πατρότητα του τραγουδιού «Βγήκα στου Βοτανικού τα πέριξ». Στην πρώτη έκδοση του cd αναφέρεται ως δημιουργός ο Στέλιος Κηρομύτης, όπως και στην επανέκδοση, όπου μάλιστα υπάρχει η εξής σημείωση: "Πρόκειται για ένα μάλλον ξεχασμένο τραγούδι που βρήκε ο Μάνος Χατζιδάκις και ενέταξε στο «Σκληρό Απρίλη». Δεν είναι γνωστή καμιά προγενέστερη ηχογράφηση."
Όμως πρόκειται για το τραγούδι «Στάθηκα πενιές ν’ ακούσω» που πρωτοκυκλοφόρησε το 1948, σε δίσκο 78 στροφών Odeon, ως σύνθεση του Στράτου Παγιουμτζή, με τραγουδιστές το Στράτο Παγιουμτζή και τον Απόστολο Καλδάρα. Η εκτέλεση αυτή συμπεριλήφθηκε και στο δεύτερο cd με τραγούδια του Παγιουμτζή, που κυκλοφόρησαν από τη σειρά «Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας» με την επιμέλεια του Παναγιώτη Κουνάδη και εκεί φαίνεται σαν σύνθεση του Παγιουμτζή, ενώ σε άλλες καταγραφές φέρεται ως τραγούδι του Τσιτσάνη.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ένα από τα δημοφιλή ρεμπέτικα. Ο Χατζιδάκις το ...ανακάλυψε και μας το χάρισε με τη δική του ματιά.


Ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής γράφει, μεταξύ των άλλων, στο προλογικό σημείωμα του δίσκου, που τον βλέπει ως ρέκβιεμ στο νεανικό όραμα της γενιάς του:  
«...Η φρίκη της κατοχής ήταν ακόμα ζωντανή στη μνήμη και τη σάρκα μας, είχαμε περάσει ξυστά πλάι στο θάνατο και θέλαμε να το ξεχάσουμε, θέλαμε να ζήσουμε, και ζωή, βέβαια, σ΄εκείνη την ηλικία, ήταν πάνω απ΄ όλα ο έρωτας και το τραγούδι. 
Αλλά τι τραγούδι; 
Τα τανγκό και τα βαλσάκια είχαν καταρρεύσει με τον καταχτητή. Τα τραγούδια πού ΄χαν φέρει μαζί τους οι «απελευθερωτές» και που μιμήθηκαν αμέσως οι αγοραίοι συνθέτες μας, ήταν η ίδια βράκα φορεμένη ανάποδα. Έμεναν βέβαια τα δημοτικά τραγούδια. Αλλ΄ αυτά τα περιφρονούσαμε: ασχέτως τοπικής ή κοινωνικής καταγωγής, είμασταν παιδιά της μεγαλούπολης, δεν τα ξέραμε, δεν μας εκφράζανε. Δεύτερο και κυριότερο, τά ΄χαμε συνδέσει με μια ξεπερασμένη αισθητική ψευτοηρωισμού και πατριδοκαπηλίας, ασυμβίβαστη μ΄αυτό που αναζητούσαμε -δηλαδή, μία νέα, σύγχρονη Ελλάδα, που να μπορούμε να λέμε πατρίδα, χωρίς αισθήματα ντροπής ή κατωτερότητας. Τότε ανακαλύψαμε τα ρεμπέτικα. 
...Στο βαθμό που πραγματοποιήθηκε το νεανικό μας αυτό όραμα, ένα μεγάλο μέρος οφείλεται χωρίς αμφιβολία στην ιδιοφυία του Μάνου Χατζιδάκι... 
Στο «Σκληρό Απρίλη του ’45», - αναφορά, όπως παλιότερα οι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» σε στίχο απ’ την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ - ο Μάνος Χατζιδάκις στο ’να κομμάτι μετά το άλλο, γυρίζει σε κείνες τις, για μας τουλάχιστο, κοσμογονικές μέρες της νιότης μας, όχι σ’ αναζήτηση κανενός «χαμένου καιρού», αλλά σε μια προσπάθεια να τις δει σ’ όλες τους τις δυνατές διαστάσεις: έτσι όπως ήταν στην πραγματικότητα, έτσι όπως νομίσαμε τότε ότι ήταν κι έτσι όπως θα τις βλέπαμε αν μπορούσαμε να τις δούμε απ’ την απόσταση που τις βλέπουμε τώρα. Ν’ ακούσει όλους τους τους ήχους. Όχι μόνο μπουζούκι και διπλοπενιά, αλλά και μπουζούκι ιδωμένο λίγο σα να ’ταν μαντολίνο, ύστερα και τα δύο μαζί εναλλάξ κι ανάμεσά τους και γκόνγκ και πένθιμα τύμπανα - τους ξερούς κρότους των πολυβόλων ενός συμφωνημένα καταδικασμένου αγώνα, λέω εγώ με το νου μου κι η απελπισμένη ρυθμική πορεία μιας νέας, αλλιώτικης προσφυγιάς… "Ο σκληρός Απρίλης του ’45" είναι ένα ρέκβιεμ σ’ εκείνο το ωραίο και τόσο γόνιμο νεανικό μας όραμα κι ίσως έτσι η ενδόμυχη υπόσχεση μιας το ίδιο γόνιμης χρήσης του λίγου χρόνου που μας μένει ακόμα».
Πάντως τον Ιούλιο του 1974 ο Χατζιδάκις έγραφε ...νοσταλγικά για εκείνη την εποχή: "Αν μπορούσα να ξαναγύριζα σε κείνον τον καιρό, όχι γιατί θα 'μουν πιο νέος, αλλά γιατί δε θα γνώριζα τη φρίκη των κατοπινών καιρών...". 


Τα τραγούδια του δίσκου: 
1. Θα γυρίσει κι ο τροχός (Μ. Σουγιούλ - Αλ. Σακελλάριου - Χρ. Γιαννακόπουλου)
2. Θα πάω εκεί στην Αραπιά (Η μάγισσα της Αραπιάς) (Βασίλη Τσιτσάνη)
3. Τα ματόκλαδά σου λάμπουν (Μάρκου Βαμβακάρη)
4. Πήρα τη στράτα κι έρχομαι (Στρώσε μου να κοιμηθώ) (Βασίλη Τσιτσάνη)
5. Ο καθρέφτης (Μάνου Χατζιδάκι)
6. Του Βοτανικού ο μάγκας (Γρ. Μπιθικώτση - Λ. Τσώλη)
7. Μάγκας βγήκε για σεργιάνι (Απ. Καλδάρα - Β. Τσιτσάνη)
8. Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια (Η νυχτερίδα) (Δημήτρη Γκόγκου - Μπαγιαντέρα)
9. Κάτω στα λεμονάδικα (Βαγγέλη Παπάζογλου)
10. Βγήκα στου Βοτανικού τα πέριξ (Στέλιου Κηρομύτη)
11. Το πικραμένο αγόρι (Β. Τσιτσάνη - Β. Ταμβάκη)
12. Το δικό σου το μαράζι (Γιώργου Μητσάκη)


Τρίτη 2 Απριλίου 2019

"ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΚΡΗ ΓΗ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Οι "Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη" του Μάνου Χατζιδάκι είναι μεταγραφή για μικρή ορχήστρα (1961) ρεμπέτικων τραγουδιών, ενορχηστρωμένων με τέτοιο τρόπο, που να εκφράζουν την τραγική ατμόσφαιρα του 1945. Ο δίσκος εκδόθηκε στα 1962 και γνώρισε 7 εκδόσεις (η 7η το 2008) και περιλαμβάνει 14 τραγούδια. 
Συμπεριλαμβάνεται και  "Τραγούδι του γέρο ναύτη"  (Ναύτη, γέρο-ναύτη), ένα από τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι γραμμένο για το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ (1959). Το "Τραγούδι του γέρο ναύτη" -αντικατέστησε μετά την πρώτη έκδοση- το “Κομπολογάκι”, το οποίο επανήλθε με την έκδοση του 1998 (σε CD).
Το εξώφυλλο είναι του Γιάννη Τσαρούχη. 
Στο οπισθόφυλλο της αρχικής έκδοσης ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει:
"Ο τίτλος του έργου, μου βγήκε μέσα από το δεύτερο στίχο της «Έρημης Χώρας» του Έλιοτ, που πρωτογνώρισα το 1943 στη θαυμαστή μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη.
Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ και ως τα είκοσί μου, που τελείωσε ο πόλεμος, ανακάλυπτα την Μεσόγειο, τον Ήλιο, τον Χριστό, την Ελλάδα και τα Ρεμπέτικα. Κάτι περίεργες και πρωτοφανέρωτες για μένα μελωδίες, μου κινήσαν την προσοχή και με φέρανε σε περιοχές πιο αυστηρές και πιο αληθινές. Μπήκα μέσα σε μικρά μαγαζιά, απίθανα κρυμμένα κι απλησίαστα, σε χώρους μυσταγωγικούς, με κείνη την τολμηρή αστοχασιά της νεότητας, μαγεμένος από τα γυάλινα κεντήματα των μπουζουκιών, από τον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του μπαγλαμά, θαμπωμένος από το μεγαλείο και τη βαθύτητα των μελωδικών φράσεων, ξένος, μικρός κι αδύναμος, πίστεψα με μιας πως το τραγούδι αυτό που άκουγα, ήταν δικιά μου, μια ολότελα δικιά μου υπόθεση. Τον ίδιο καιρό, ο Τσαρούχης μου συνειδητοποιούσε το λυρισμό της γειτονιάς μου, ο Ελύτης τη λατρεία του Ελληνικού Ήλιου και ο Σεφέρης με τον Γκάτσο τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης, ενώ το υγιές ένστικτό μου με οδηγούσε μακριά από τη ρηχότητα των «πολιτισμένων» ελαφρών μας τραγουδιών ή από τη Βαλκανική Ρωμιοσύνη της «σοβαρής» μας μουσικής. Τα μπουζούκια τότε, στα μικρά και χωρίς αξιώσεις κέντρα τους, δεν είχαν φωτεινές επιγραφές από Νέον, δεν είχαν βεντέτες και ονόματα ηχηρά, δεν παρίσταναν τους «Έλληνες» για τους Τουρίστες, αλλά με σεμνότητα, με λάμπες πετρελαίου πολλές φορές, λειτουργούσαν απλά και ξεδίπλωναν με φανταστική δύναμη, μεράκια, βιώματα και πάθη, γνησίως Ελληνικά. Το 1949, πρωτομίλησα γι’ αυτά τα τραγούδια, με φανατισμό και με αφέλεια, αλλά και με ιδέες και τόλμη, σε μια σειρά διαλέξεων που οργάνωσε το «Θέατρο Τέχνης». Κανείς δεν με πίστεψε, όμως όλοι συγχώρησαν τη νεανικότητά μου.


Το 1950, παρουσίασα τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές». Όλοι νόμισαν πως εξευγένισα επιτυχώς τα μπουζούκια, χωρίς να σκεφθούν πώς, ποια ανάγκη μπορούσε να με οδηγήσει στο να εξευγενίζω τραγούδια μη ευγενή, γιατί να διοχετεύω το οποιοδήποτε ταλέντο μου στην υπηρεσία μιας μουσικής, που για να υπάρξει, είχε την ανάγκη μου; Είχαν και πάλι λάθος. Η επιτυχία όμως των «Έξι Λαϊκών Ζωγραφιών», ξύπνησε τους εμπόρους, τα ελαφρά θέατρα, τους μικροπρεπείς μουσικούς, τη βαθμιαία αναπτυσσόμενη τουριστική επιδίωξη, το εύκολο «Ελληνικόν μένος» των διεθνών μας προσωπικοτήτων, ώσπου ήρθε η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και στάθηκε η χαριστική βολή σ’ αυτό που υπήρξε κάποτε το Λαϊκό μας τραγούδι.
Σήμερα, ύστερα από είκοσι χρόνια, σαν προσευχή, θέλησα να κάμω αυτόν τον δίσκο και νομίζω πως πέτυχα να ξαναζωντανέψω όλο εκείνο το μελωδικό υλικό, που χρόνια τώρα διατηρούσα μέσα μου και συγχρόνως να εκφράσω όλη την εφηβική ευαισθησία ενός Νέου Έλληνα με παράδοση, μαζί με κείνη τη λεπτή κι ανοιξιάτικη θρησκευτική ατμόσφαιρα του Επιταφίου. Μαζί κι ο Έλιοτ με τον Τσαρούχη, που ζωγράφισε το εξώφυλλο, συνθέτουν την αληθινή νεανική μου ευαισθησία και ζωγραφίζουν μ’ όλες τις αποχρώσεις μια λιτανεία από εντατικές στιγμές. Η φιλοδοξία μου ήταν να φτιάξω ένα έργο, για όλους τους αληθινούς Νέους.
«Για τους γενναίους, τους ελεύθερους και δυνατούς», όπως θα έλεγε ο Εγγονόπουλος την εποχή εκείνη". 

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

"Ο ΣΚΛΗΡΟΣ ΑΠΡΙΛΗΣ ΤΟΥ '45" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας 
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας 
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας 
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές… 
Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ, σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. 
Από τον Έλιοτ εμπνεύστηκε τον τίτλο ο Χατζιδάκις και μας χάρισε τον δίσκο «Ο σκληρός Απρίλης του ‘45». Μια επιλογή παλιών ρεμπέτικων τραγουδιών (πέμπτη εργασία του συνθέτη για το ρεμπέτικο τραγούδι, ενορχηστρωμένα απ΄ τον ίδιο) για μικρή ορχήστρα, με μπουζούκι, κιθάρες, βιολί, μαντολίνο, άρπα, κοντραμπάσο και κρουστά. Τα ρεμπέτικα που επέλεξε ο Χατζιδάκις εκφράζουν τις δύσκολες μέρες του εμφυλίου, αλλά και υπαινίσσονται τις αντίστοιχες δύσκολες μέρες που ζούσε ο τόπος μεσ΄ στη δικτατορία. 
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο 1972 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον ΕΟΤ. Με τον παρόντα τίτλο πρωτοκυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1974 και συνολικά έκανε τέσσερις εκδόσεις, με τελευταία αυτή του 2008. 
Περιεχόμενο: «Ο σκληρός Απρίλης του ’45» ήταν η διαφορετική ενορχηστρωτική προσέγγιση του Μάνου Χατζιδάκι σε μια σειρά ρεμπέτικων τραγουδιών, που γράφτηκαν από το Μιχάλη Σουγιούλ, το Βασίλη Τσιτσάνη, το Μάρκο Βαμβακάρη, το Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Απόστολο Καλδάρα, το Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα , τον Ευάγγελο Παπάζογλου, το Στέλιο Κηρομύτη, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και το Γιώργο Μητσάκη. «Ο καθρέφτης» αποτελεί αυτοσχεδιασμό του Μάνου Χατζιδάκι ειδικά για την παρούσα έκδοση. 
Το εξώφυλλο είναι έργο του Γιάννη Μόραλη, ζωγραφισμένο ειδικά για το δίσκο (1974).


Ο Κώστας Ταχτσής γράφει, μεταξύ των άλλων, για το δίσκο: 
«...Η φρίκη της κατοχής ήταν ακόμα ζωντανή στη μνήμη και τη σάρκα μας, είχαμε περάσει ξυστά πλάι στο θάνατο και θέλαμε να το ξεχάσουμε, θέλαμε να ζήσουμε, και ζωή, βέβαια, σ΄εκείνη την ηλικία, ήταν πάνω απ΄ όλα ο έρωτας και το τραγούδι. 
Αλλά τι τραγούδι; 
Τα τανγκό και τα βαλσάκια είχαν καταρρεύσει με τον καταχτητή. Τα τραγούδια πού ΄χαν φέρει μαζί τους οι «απελευθερωτές» και που μιμήθηκαν αμέσως οι αγοραίοι συνθέτες μας, ήταν η ίδια βράκα φορεμένη ανάποδα. Έμεναν βέβαια τα δημοτικά τραγούδια.Αλλ΄ αυτά τα περιφρονούσαμε: ασχέτως τοπικής ή κοινωνικής καταγωγής, είμασταν παιδιά της μεγαλούπολης, δεν τα ξέραμε, δεν μας εκφράζανε. Δεύτερο και κυριότερο, τά ΄χαμε συνδέσει με μια ξεπερασμένη αισθητική ψευτοηρωισμού και πατριδοκαπηλίας, ασυμβίβαστη μ΄αυτό που αναζητούσαμε -δηλαδή, μία νέα, σύγχρονη Ελλάδα, που να μπορούμε να λέμε πατρίδα, χωρίς αισθήματα ντροπής ή κατωτερότητας. Τότε ανακαλύψαμε τα ρεμπέτικα. 
...Στο βαθμό που πραγματοποιήθηκε το νεανικό μας αυτό όραμα, ένα μεγάλο μέρος οφείλεται χωρίς αμφιβολία στην ιδιοφυία του Μάνου Χατζιδάκι... 
Στο «Σκληρό Απρίλη του ’45», - αναφορά, όπως παλιότερα οι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» σε στίχο απ’ την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ - ο Μάνος Χατζιδάκις στο ’να κομμάτι μετά το άλλο, γυρίζει σε κείνες τις, για μας τουλάχιστο, κοσμογονικές μέρες της νιότης μας, όχι σ’ αναζήτηση κανενός «χαμένου καιρού», αλλά σε μια προσπάθεια να τις δει σ’ όλες τους τις δυνατές διαστάσεις: έτσι όπως ήταν στην πραγματικότητα, έτσι όπως νομίσαμε τότε ότι ήταν κι έτσι όπως θα τις βλέπαμε αν μπορούσαμε να τις δούμε απ’ την απόσταση που τις βλέπουμε τώρα. Ν’ ακούσει όλους τους τους ήχους. Όχι μόνο μπουζούκι και διπλοπενιά, αλλά και μπουζούκι ιδωμένο λίγο σα να ’ταν μαντολίνο, ύστερα και τα δύο μαζί εναλλάξ κι ανάμεσά τους και γκόνγκ και πένθιμα τύμπανα - τους ξερούς κρότους των πολυβόλων ενός συμφωνημένα καταδικασμένου αγώνα, λέω εγώ με το νου μου κι η απελπισμένη ρυθμική πορεία μιας νέας, αλλιώτικης προσφυγιάς… "Ο σκληρός Απρίλης του ’45" είναι ένα ρέκβιεμ σ’ εκείνο το ωραίο και τόσο γόνιμο νεανικό μας όραμα κι ίσως έτσι η ενδόμυχη υπόσχεση μιας το ίδιο γόνιμης χρήσης του λίγου χρόνου που μας μένει ακόμα».

Related Posts with Thumbnails