Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιουστίνος Πόποβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιουστίνος Πόποβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ "ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΚΡΗΜΝΟΙ" ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Φιλοσοφικοί κρημνοί, μετ. Ἀ. Στογιάννοβιτς, Ἀ. Γιέβτιτς, Ἱερά Μονή Χιλανδαρίου, Ἅγιον Ὄρος 2012, σελ. 315 
Γραμμένο «μεταξύ τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων» (σ. 15, σημ. 2) ἀλλά ἐκδοθέν «γιά πρώτη φορά τό 1957 στή Γερμανία» (σ. 313) τό βιβλίο αὐτό τοῦ Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον. Βεβαίως, γιά τήν ἀκρίβεια, πέντε ἀπό τά δοκίμια τοῦ βιβλίου εἶχαν περιληφθεῖ παλαιότερα στήν ἑλληνική στόν τόμο Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος (Ἀθῆναι 1969). 
Γενικῶς τό βιβλίο εἶναι μία συλλογή κειμένων τά ὁποῖα πραγματεύονται τό ζήτημα «ἄνθρωπος», ὁ ὁποῖος ἔχει καταστῆ «μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων», ὁρατῶν καί ἀοράτων» (σ. 33). Ὁ συγγραφέας προσεγγίζει κριτικά τόν εὐρωπαϊκό οὑμανισμό (βλ. ἐνδεικτικῶς σ. 33, σ. 35, σ. 69, σ. 220, σσ. 230-232), ἐπισημαίνοντας ὅτι «ἡ ἀναρχία καί ὁ μηδενισμός εἶναι ἀποκαλυπτικές φάσεις τῆς εὐρωπαϊκῆς οὑμανιστικῆς προόδου» (σ. 57). 
Ἕνα δεύτερο βασικό ζήτημα τοῦ βιβλίου πού παρουσιάζω, εἶναι τό ζήτημα «θάνατος», ὁ ὁποῖος εἶναι «ἡ ἔσχατη πραγματικότητα. Ὅλοι εἴμαστε μολυσμένοι μέ τό θάνατο, ὅλοι χωρίς ἐξαίρεση» (σ. 37). Καί διερωτᾶται ὁ συγγραφέας: «Δύναται (ἐνν. νά νικήσει τόν θάνατο) ἡ ἐπιστήμη, ἡ φιλοσοφία, ὁ πολιτισμός ἤ κάποια θρησκεία;» (σ. 40). Στήν ἀπάντηση στήν ὁποία ἀφιερώνει πολλές σελίδες (λ.χ. σ. 51, σ. 159, σ. 238) ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς διδάσκει ὅτι μοναδικός νικητής τοῦ θανάτου εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Ἔτσι γιά τόν συγγραφέα, πού ἀσφαλῶς ἀκολουθεῖ τήν μακραίωνα Πατερική παράδοση, ἡ Ἀνάσταση «εἶναι ἡ γιορτή μέ τήν ὁποία γιορτάζουμε ἐκεῖνο τό ἀθάνατο καί αἰώνιο μέσα στόν ἄνθρωπο» (σ. 237). 
Ἐκ πρώτης ὄψεως ὁρισμένες διατυπώσεις τοῦ Ὅσίου Ἰουστίνου (λ.χ. ἡ ἀπορριπτική διάθεση τῆς «προόδου, τῆς κουλτούρας, τοῦ πολιτισμοῦ» [σ.42]) ἴσως προκαλέσουν τήν ἀρνητική ἔκπληξη τοῦ συγχρόνου ἀναγνώστη. Ἀλλά μέ μία προσεκτικότερη ἀνάγνωση θά γίνει σαφές ὅτι ὁ σ. δέν ἀπορρίπτει τίς ἀναφερθεῖσες ἀξίες γενικῶς παρά μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος τίς ἀπολυτοποιήσει, ἐγκαθιδρύοντας ἔτσι ἕνα εἶδος «πολιτισμένης εἰδωλολατρίας» (σ. 53). Συναφῶς θά προστεθεῖ ἡ ἄποψη τοῦ συγγραφέως ὅτι «ἡ Εὐρώπη δέν πάσχει ἀπό τόν ἀθεϊσμό ἀλλά ἀπό τόν πολυθεϊσμό· δέν πάσχει ἀπό τήν ἔλλειψη τῶν θεῶν ἀλλά ἀπό ὑπερβολικά πολλούς θεούς» (σ. 222). 
Ἐκτός ἀπό τά ἀναφερθέντα, ἐνδιαφέρουσες εἶναι, νομίζω, οἱ προσεγγίσεις τοῦ Ἰουστίνου Πόποβιτς στό ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι τόν ὁποῖο μάλιστα θεωρεῖ ὡς «προφήτη, ἀπόστολο, μάρτυρα, ποιητή καί φιλόσοφο» (σ. 192) καί στήν λεγόμενη «ρωσσική ψυχή» (σ. 210 κἑξ). 
Εἶναι βέβαιο ὅτι στό παρόν βιβλίο ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ὁμιλεῖ ὡς θεολόγος καί φιλόσοφος (μάλιστα γνωρίζοντας καλά τήν εὐρωπαϊκή φιλοσοφία τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ.) ἀλλά μέ ἕνα λόγο ποιητικό, ὅπως ἀκριβέστατα ἐπισημαίνει (σ. 314) ὁ ἀρχιεπ. Μαυροβονίου Ἀμφιλόχιος. Εἶναι λοιπόν χαρακτηριστική ἡ χρήση πολλῶν ποιητικῶν διατυπώσεων πού χρησιμοποιεῖ ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος γιά νά ἐκφράσει τήν θεολογική ἀλήθεια. 
Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ, τέλος, καί μία παρατήρηση πού ἀφορᾶ στήν ἐπιμέλεια τοῦ τόμου. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ μεταφραστική ἐργασία ὑπῆρξε ἀρκετά ἐπίπονη. Νομίζω πάντως (χωρίς νά γνωρίζω τήν σερβική) ὅτι ἡ κατά λέξη, ὅπως φαίνεται, μετάφραση ἑνός ποιητικά διατυπωμένου θεολογικοῦ κειμένου ὁδηγεῖ σέ ὁρισμένες μεταφραστικές ἀστοχίες. Ἐξ ἄλλου, ἐάν ὑπῆρχε ποτέ ἡ σκέψη γιά μία δεύτερη ἔκδοση τοῦ παρόντος βιβλίου, θά ἔπρεπε νά διορθωθοῦν τά δεκάδες τυπογραφικά λάθη (κυρίως ὀρθογραφικά, ἀσυνταξίες) πού μπορεῖ νά ἐπισημάνει κανείς στήν παροῦσα ἔκδοση.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Ο π. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ π. ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Στις μέρες μας οι “αντιοικουμενιστές” έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς: τον προσφάτως ανακηρυχθέντα άγιο υπό της Σερβικής Εκκλησίας π. Ιουστίνο Πόποβιτς. Αυτόν τον άγιο “κραδαίνουν” επί τας κεφαλάς των “αιρετικών οικουμενιστών”.
Όπως έχει γραφεί επανειλημμένως, και αποδεικνύεται και εν τοις πράγμασιν, ηγετικό ρόλο στον “αντιοικουμενιστικό αγώνα” σήμερα διαδραματίζει ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. π. Θεόδωρος Ζήσης, στον οποίο προσβλέπουν με ...λατρεία οι “αντιοικουμενιστές”.
Αν κάποιος ξεφυλίσσει τον τόμο 9, τεύχος Β' του περιοδικού Κληρονομία (Δημοσίευμα Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1977) θα βρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, όσο και επίκαιρο, άρθρο (σ. 433-460) του υφηγητού, τότε, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Ν. Ζήση, το οποίο επιγράφεται:
ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
(Επιβαλλομένη απάντησις)

Ο π. Θεόδωρος Ζήσης απαντά στις κατηγορίες του π. Ιουστίνου Πόποβιτς για τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην προπαρασκευή της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας, τις οποίες διετύπωσε σε σχετικό υπόμνημά του προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας. Ο π. Θ.Ζ. ανασκευάζει τις αιτιάσεις του π. Ιουστίνου, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία και την προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Καταφέρεται εναντίον του Ελλαδικού Αυτοκεφάλου, αναφέρεται στην έκπτωση της θεολογίας στον ελλαδικό χώρο και τονίζει ότι “την Ορθοδοξίαν επροστάτευσε το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις τον χώρον των χειμαζομένων πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής, όπου αι ξέναι προπαγάνδαι ήσκουν εντόνως τον προσηλυτισμόν”.
Ο π. Θ.Ζ. κρίνει ως “αβάσιμες” τις κατηγορίες του π. Ιουστίνου Πόποβιτς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αποδίδει την “άδικο κριτική” του π. Ιουστίνου σε παρερμηνεία της στάσης του Πατριαρχείου έναντι του Μοναχισμού και σε “ελλιπή και εσφαλμένη πληροφόρηση” του π. Ιουστίνου.  
Ο π. Θεόδωρος Ζήσης αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες του άρθρου μέγας πρόμαχος όλης της “πολιτικής” (διάβαζε εκκλησιαστικής) γραμμής του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος “αναθεματίζεται” από τους “αντιοικουμενιστές” τότε και σήμερα, είναι, κατά τον π. Θ. Ζήση, μια προσωπικότης "που εγράφη χρυσοίς γράμμασιν εις τας σελίδας της ορθοδόξου ιστορίας". Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και επί Πατριάρχου Δημητρίου “πορεύεται επί της οδού αυτής της απαραχαράκτου τηρήσεως της Ορθοδοξίας”. Και για να το κάνει σαφέστερο αυτό ο π. Θ.Ζ. παραπέμπει σε ομιλία του Φιλαδελφείας Βαρθολομαίου (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου) κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1976, σε συνέντευξη του Τρανουπόλεως Δαμασκηνού (μετέπειτα Ελβετίας και νυν Αδριανουπόλεως) σε ιταλικό περιοδικό, και, τέλος, σε κήρυγμα του μακαριστού Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ο οποίος προέβη σε διάκριση μεταξύ ανατολικής και δυτικής ευσέβειας.
Στο εν λόγω άρθρο του ο π. Θ.Ζ. χαρακτηρίζει την Μόσχα ως “νεοπαπιστική”! Γράφει επί λέξει: “Και σήμερον όμως η Μόσχα είναι το μοναδικόν παράδειγμα αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, που δεν συμμορφούται προς την κοινήν των Ορθοδόξων γραμμήν, αλλ΄επιβάλλει κατά νεοπαπιστικόν τρόπον ό,τι αυτή θεωρεί ως ορθόν.
Στα Επιλεγόμενα του άρθρου του ο π. Θ.Ζ. συνοψίζει την επιχειρηματολογία του:
Είχε δικαίωμα και καθήκον ο π. Ιουστίνος να εκφράση τας απόψεις του περί της “Μεγάλης Συνόδου” και περί των ενεργειών προσώπων που εργάζονται δια την προπαρασκευήν της. Έπραξεν όμως κακώς με το να στήση εις το εδώλιον του κατηγορουμένου την Εκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως. Όλαι αι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικώς και συνοδικώς, καθιστώσαι ούτω συνυπευθύνους όλας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας. Ώφειλε δια τούτο να τρίξη τους οδόντας προς όλας τας κατευθύνσεις, και προς την ιδικήν του Εκκλησίαν ακόμη, εκπρόσωποι της οποίας μετέχουν πάντοτε των σχετικών συσκέψεων, και όχι να φορτώνη τα πάντα εις τους ώμους της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, εις ήν στενοκάρδως ουδέν αγαθόν βλέπει. Ασφαλώς δεν επιθυμεί να καμφθούν τα γόνατα του ιστορικού αυτού της Ορθοδοξίας Κέντρου. Αυτό θα απετέλη πλήγμα βαρύτατον, διότι το γκρέμισμα αυτού του στύλου θα αποδυναμώση και τα άλλα εδραιώματα, τους άλλους θεσμούς.
Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, φορτωμένον με την πείραν των αιώνων, απέδειξεν ότι είναι ικανόν να διατηρήση την ενότητα της Ορθοδοξίας μέσα εις την πολλαπλότητα των εθνικών ιδιορρυθμιών και να αναπτύξη τον ορθόδοξον πολιτισμόν, βασικόν γνώρισμα του οποίου είναι αυτή ακριβώς η πολλότης, η ποικιλία, η δημοκρατικότης. Ποία άλλη Ορθόδοξος Εκκλησία θα ημπορούσε να αναλάβη αυτόν τον ρόλον, χωρίς τον κίνδυνον της διαιρέσεως, όχι μόνον εκ της απουσίας της ιστορικής εμπειρίας, αλλά και εκ της καινοτόμου αυτής αλλαγής ως και εκ του ενδεχομένου εξάρσεως εθνοφυλετικών τάσεων;
Αλλά στο διαχρονικό αυτό άρθρο του π. Θεοδώρου Ζήση θα επανέλθουμε.
Related Posts with Thumbnails